
Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 25 Ὀκτωβρίου 2026, Κυριακὴ ΣΤ΄ Λουκᾶ (Λουκ. η΄ 27-39)
27 Ἐξελθόντι δὲ αὐτῷ ἐπὶ τὴν γῆν ὑπήντησεν αὐτῷ ἀνήρ τις ἐκ
τῆς πόλεως, ὃς εἶχε δαιμόνια ἐκ χρόνων ἱκανῶν, καὶ ἱμάτιον οὐκ
ἐνεδιδύσκετο καὶ ἐν οἰκίᾳ οὐκ ἔμενεν, ἀλλ᾿ ἐν τοῖς μνήμασιν. 28 ἰδὼν δὲ
τὸν Ἰησοῦν καὶ ἀνακράξας προσέπεσεν αὐτῷ καὶ φωνῇ μεγάλῃ εἶπε· τί
ἐμοὶ καὶ σοί, Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου; δέομαί σου, μή με
βασανίσῃς.
29 παρήγγειλε γὰρ τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ ἐξελθεῖν ἀπὸ τοῦ
ἀνθρώπου. πολλοῖς γὰρ χρόνοις συνηρπάκει αὐτόν, καὶ ἐδεσμεῖτο
ἁλύσεσι καὶ πέδαις φυλασσόμενος, καὶ διαρρήσσων τὰ δεσμὰ ἠλαύνετο ὑπὸ
τοῦ δαίμονος εἰς τὰς ἐρήμους. 30 ἐπηρώτησε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων· τί
σοί ἐστιν ὄνομα; ὁ δὲ εἶπε· λεγεών· ὅτι δαιμόνια πολλὰ εἰσῆλθεν εἰς
αὐτόν· 31 καὶ παρεκάλει αὐτὸν ἵνα μὴ ἐπιτάξῃ αὐτοῖς εἰς τὴν ἄβυσσον
ἀπελθεῖν. 32 ἦν δὲ ἐκεῖ ἀγέλη χοίρων ἱκανῶν βοσκομένων ἐν τῷ ὄρει· καὶ
παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἐπιτρέψῃ αὐτοῖς εἰς ἐκείνους εἰσελθεῖν· καὶ
ἐπέτρεψεν αὐτοῖς.
33 ἐξελθόντα δὲ τὰ δαιμόνια ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου
εἰσῆλθον εἰς τοὺς χοίρους, καὶ ὥρμησεν ἡ ἀγέλη κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν
λίμνην καὶ ἀπεπνίγη. 34 ἰδόντες δὲ οἱ βόσκοντες τὸ γεγενημένον ἔφυγον,
καὶ ἀπήγγειλαν εἰς τὴν πόλιν καὶ εἰς τοὺς ἀγρούς.
35 ἐξῆλθον δὲ ἰδεῖν τὸ
γεγονός, καὶ ἦλθον πρὸς τὸν Ἰησοῦν καὶ εὗρον καθήμενον τὸν ἄνθρωπον,
ἀφ᾿ οὗ τὰ δαιμόνια ἐξεληλύθει, ἱματισμένον καὶ σωφρονοῦντα παρὰ τοὺς
πόδας τοῦ Ἰησοῦ, καὶ ἐφοβήθησαν. 36 ἀπήγγειλαν δὲ αὐτοῖς οἱ ἰδόντες πῶς
ἐσώθη ὁ δαιμονισθείς. 37 καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν ἅπαν τὸ πλῆθος τῆς
περιχώρου τῶν Γαδαρηνῶν ἀπελθεῖν ἀπ᾿ αὐτῶν, ὅτι φόβῳ μεγάλῳ
συνείχοντο. αὐτὸς δὲ ἐμβὰς εἰς τὸ πλοῖον ὑπέστρεψεν.
38 ἐδέετο δὲ
αὐτοῦ ὁ ἀνήρ, ἀφ᾿ οὗ ἐξεληλύθει τὰ δαιμόνια, εἶναι σὺν αὐτῷ· ἀπέλυσε δὲ
αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων· 39 ὑπόστρεφε εἰς τὸν οἶκόν σου καὶ διηγοῦ ὅσα
ἐποίησέ σοι ὁ Θεός. καὶ ἀπῆλθε καθ᾿ ὅλην τὴν πόλιν κηρύσσων ὅσα ἐποίησεν
αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς.
ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ
27 Κι ὅταν βγῆκε στή στεριά, τόν συνάντησε κάποιος ἄνθρωπος πού
καταγόταν ἀπό τήν πόλη, ὁ ὁποῖος εἶχε μέσα του δαιμόνια ἀπό πολλά
χρόνια. Αὐτός δέν φοροῦσε πάνω του ροῦχα οὔτε ἔμενε σέ σπίτι, ἀλλά
ζοῦσε μέσα στά μνήματα. 28 Ὅταν ὅμως εἶδε τόν Ἰησοῦ, ἀπό τό φόβο του
ἔβγαλε μιά δυνατή κραυγή, ἔπεσε στά πόδια του καί μέ φωνή μεγάλη εἶπε:
Ποιά σχέση ὑπάρχει ἀνάμεσα σέ μένα καί σέ σένα καί τί ζητᾶς ἀπό μένα,
Ἰησοῦ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου; Σέ παρακαλῶ, μή μέ βασανίσεις καί μή
μοῦ ἐπιβάλεις τήν τιμωρία νά κλειστῶ ἀπό τώρα μέσα στά σκοτάδια τοῦ Ἅδη.
29 Καί εἶπε τά λόγια αὐτά ὁ δαιμονισμένος, διότι ὁ Ἰησοῦς εἶχε
διατάξει τό ἀκάθαρτο δαιμονικό πνεῦμα νά βγεῖ ἀπό τόν ἄνθρωπο. Διότι
ἀπό πολλά χρόνια τόν εἶχε κυριεύσει, καί τοῦ δημιουργοῦσε ἄγρια
ἔξαψη. Γι’ αὐτό τόν ἔδεναν μέ ἁλυσίδες καί μέ σιδερένια δεσμά στά
πόδια, καί τόν φύλαγαν νά μήν κάνει κανένα κακό σέ κανέναν. Ἀλλά αὐτός
ἔσπαζε τά δεσμά καί συρόταν βίαια ἀπό τόν δαίμονα στίς ἐρημιές. 30 Τόν
ρώτησε τότε ὁ Ἰησοῦς: Ποιό εἶναι τό ὄνομά σου; Κι αὐτός τοῦ ἀπάντησε:
Λεγεών, δηλαδή ταξιαρχία στρατιωτῶν. Καί εἶχε αὐτό τό ὄνομα, διότι
εἶχαν μπεῖ μέσα στόν ἄνθρωπο αὐτό ὄχι μόνο ἕνα ἀλλά πολλά δαιμόνια. 31
Καί τά δαιμόνια αὐτά μέ τό στόμα τοῦ δαιμονισμένου τόν παρακαλοῦσαν νά
μήν τά διατάξει νά πᾶνε στά τρίσβαθα τοῦ Ἅδη. 32 Στό μεταξύ ἐκεῖ κοντά
ἦταν ἕνα κοπάδι ἀπό πολλούς χοίρους πού ἔβοσκαν στό βουνό. Καί τά
δαιμόνια τόν παρακαλοῦσαν νά τούς ἐπιτρέψει νά μποῦν σ’ ἐκείνους τούς
χοίρους. Καί ὁ Κύριος τούς τό ἐπέτρεψε, ἐπειδή αὐτοί πού ἔτρεφαν
τούς χοίρους τό ἔκαναν αὐτό παραβαίνοντας τό Μωσαϊκό νόμο, ὁ ὁποῖος
ἀπαγόρευε τό χοιρινό κρέας ὡς ἀκάθαρτο. Μέ τόν τρόπο αὐτό ὁ Κύριος
τιμώρησε τήν παρανομία τους αὐτή. 33 Κι ἀφοῦ βγῆκαν τά δαιμόνια ἀπ’ τόν
ἄνθρωπο, μπῆκαν στούς χοίρους. Τότε τό κοπάδι ὅρμησε μέ ἀσυγκράτητη
μανία πρός τό γκρεμό, κι ἔπεσε κάτω στή λίμνη καί πνίγηκε. 34 Μόλις
εἶδαν αὐτό πού ἔγινε ἐκεῖνοι πού ἔβοσκαν τούς χοίρους, ἔφυγαν καί
ἀνήγγειλαν τό συμβάν τῆς καταστροφῆς τῶν χοίρων στούς κατοίκους τῆς
πόλεως καί σ’ ὅσους ἔμεναν ἔξω στήν ὕπαιθρο.
35 Τότε οἱ ἄνθρωποι βγῆκαν
ἀπό τήν πόλη καί τά περίχωρα γιά νά δοῦν αὐτό πού ἔγινε, καί ἦλθαν στόν
Ἰησοῦ. Καί πράγματι, βρῆκαν τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν ὁποῖο εἶχαν βγεῖ τά
δαιμόνια νά κάθεται κοντά στά πόδια τοῦ Ἰησοῦ καί νά εἶναι ντυμένος καί
σωφρονισμένος. Καί φοβήθηκαν. 36 Κι ὅσοι εἶχαν δεῖ τό περιστατικό τούς
διηγήθηκαν πῶς ἔγινε καλά καί σώθηκε ὁ δαιμονισμένος. 37 Τότε ὅλο τό
πλῆθος τῆς περιφέρειας τῶν Γαδαρηνῶν παρακάλεσαν τόν Ἰησοῦ νά φύγει ἀπό
κοντά τους, διότι κυριεύθηκαν ἀπό μεγάλο φόβο ὅταν εἶδαν τή δίκαιη
τιμωρία πού ἐπιβλήθηκε σ’ ἐκείνους πού ἐξέτρεφαν χοίρους παρά τήν
ἀπαγόρευση τοῦ νόμου. Καί ὁ Ἰησοῦς μπῆκε στό πλοῖο καί ἐπέστρεψε στό
μέρος ἀπό τό ὁποῖο εἶχε ἔλθει.
38 Ὁ ἄνθρωπος ὅμως ἀπό τόν ὁποῖο εἶχαν
βγεῖ τά δαιμόνια τόν παρακαλοῦσε νά μένει μαζί του. Ὁ Ἰησοῦς ὅμως τοῦ
ἔδωσε τήν ἐντολή νά φύγει λέγοντας: 39 Γύρισε πίσω στό σπίτι σου καί νά
διηγεῖσαι ὅσα σοῦ ἔκανε ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος σέ ἀπάλλαξε ἀπό τά δαιμόνια. Κι
ἐκεῖνος ἔφυγε καί διεκήρυττε σ’ ὅλη τήν πόλη ὅσα τοῦ ἔκανε ὁ Ἰησοῦς.

Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 25 Ὀκτωβρίου 2026, Κυριακῆς ΚΑ΄ Ἐπιστολῶν (Γαλ. β΄ 16-20)
Ἀδελφοί, εἰδότες ὅτι οὐ δικαιοῦται
ἄνθρωπος ἐξ ἔργων νόμου ἐὰν μὴ διὰ πίστεως ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡμεῖς
εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν ἐπιστεύσαμεν, ἵνα δικαιωθῶμεν ἐκ πίστεως Χριστοῦ
καὶ οὐκ ἐξ ἔργων νόμου, διότι οὐ δικαιωθήσεται ἐξ ἔργων νόμου πᾶσα σάρξ.
εἰ δὲ ζητοῦντες δικαιωθῆναι ἐν Χριστῷ εὑρέθημεν καὶ αὐτοὶ ἁμαρτωλοί,
ἆρα Χριστὸς ἁμαρτίας διάκονος; μὴ γένοιτο. εἰ γὰρ ἃ κατέλυσα ταῦτα πάλιν
οἰκοδομῶ, παραβάτην ἐμαυτὸν συνίστημι. ἐγὼ γὰρ διὰ νόμου νόμῳ ἀπέθανον,
ἵνα Θεῷ ζήσω. Χριστῷ συνεσταύρωμαι· ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ
Χριστός· ὃ δὲ νῦν ζῶ ἐν σαρκί, ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ
ἀγαπήσαντός με καὶ παραδόντος ἑαυτὸν ὑπὲρ ἐμοῦ.
Νεοελληνική Απόδοση
16 Επειδή
όμως εγνωρίσαμεν καλά ότι ο άνθρωπος δεν γίνεται δίκαιος, δεν αποκτά την
δικαίωσιν ενώπιον του Θεού από τας τυπικάς διατάξστου μωσαϊκού Νομου,
αλλά μόνον δια της φωτισμένης ενεργείας και ενεργού πίστεως στον Ιησούν
Χριστόν, και ημείς επιστεύσαμεν στον Χριστόν Ιησούν, δια να γίνωμεν
δίκαιοι από την πίστιν και με την πίστιν στον Χριστόν και όχι από τα
έργα του μωσαϊκού Νομου. Διότι, όπως άλλωστε έχει γραφή και εις την
Παλαιάν Διαθήκην, “δεν θα δικαιωθή ποτέ κανείς από τα έργα του Νομου”. 17
Εάν δε ημείς, αφήσαντες τον Νομον και ζητούντες να επιτύχωμεν την
δικαίωσίν μας δια της πίστεως και επικοινωνίας μας με τον Ιησούν
Χριστόν, ευρεθήκαμεν στο κεφαλαιώδες αυτό θέμα αμαρτωλοί, τότε έρχεται
στο στόμα το παράλογον ερώτημα· άρα γε ο Χριστός που μας εκάλεσεν εις
αυτόν τον δρόμον, μας ηπάτησε και είναι υπηρέτης αμαρτίας; Μη γένοιτο να
σκεφθώμεν ποτέ τέτοιαν βλασφημίαν. 18
Διότι, εάν εκείνα τα οποία έχω καταργήσει ως άχρηστα, δηλαδή τα τυπικά
έργα του μωσαϊκού Νομου, αυτά πάλιν επαναφέρω εις την ισχύν και τα τηρώ,
αποδεικνύω τον ευατόν μου παραβάτην, διότι έτσι ομολογώ, ότι η
προηγουμένη παραμέλησις των τυπικών διατάξεων του Νομου ήτο αμαρτία. 19
Αυτό όμως δεν είναι αληθινό, διότι εγώ δια του Νομου, τον οποίον
κατήργησα και ο οποίος καταδικάζει εις θάνατον κάθε παραβάτην, έχω πλέον
αποθάνει δι’ αυτόν, δια να ζήσω πλέον εν τω Θεώ, χάρις εις την πίστιν
μου προς τον Χριστόν. 20 Εγώ έχω σταυρωθή
μαζή με τον Χριστόν και δεν ζω πλέον εγώ, ο παλαιός φυσικός άνθρωπος,
αλλά ζη μέσα μου ο Χριστός. Αυτήν δε την ζωήν που ζω μέσα στο σώμα μου
τώρα, την ζω με την χάριν και την δύναμιν της πίστεως στον Υιόν του
Θεού, ο οποίος με έχει αγαπήσει και παρέδωκε τον ευατόν του εις
σταυρικόν θάνατον, δια την σωτηρίαν μου.
***************************************************
ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
1. Ὁριστικὴ διαγραφὴ
Ἡ σημερινὴ ἀποστολικὴ περικοπὴ τῆς
θείας Λειτουργίας ἀναγινώσκεται ἀπὸ τὴν πρὸς Γαλάτας ἐπιστολή. Ὁ
ἀπόστολος Παῦλος γράφει στοὺς Χριστιανοὺς τῆς Γαλατίας γιὰ νὰ τοὺς
συμβουλέψει, διότι εἶχαν ἐπηρεασθεῖ ἀπὸ ψευδεῖς διδασκαλίες καὶ
θεωροῦσαν ὅτι γιὰ τὴ σωτηρία τους ἦταν ἀπαραίτητη ἡ τήρηση τοῦ Μωσαϊκοῦ
Νόμου. Μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐπισημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν σώζεται μὲ τὴν
τήρηση τῶν τυπικῶν διατάξεων τοῦ Νόμου, ἀλλὰ μόνο μὲ τὴν πίστη στὸν
Ἰησοῦ Χριστό. «Εἰ γὰρ ἃ κατέλυσα ταῦτα πάλιν οἰκοδομῶ, παραβάτην ἐμαυτὸν
συνίστημι», τονίζει. Ἂν ἐπανέρχομαι σ᾿ ἐκεῖνα ποὺ προηγουμένως
κατήργησα, ἀποδεικνύομαι παραβάτης τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Ἀπόστολος
ζητεῖ κάτι δύσκολο ἀπὸ τοὺς πιστούς· νὰ κάνουν μιὰ ὑπέρβαση. Νὰ
γκρεμίσουν μέσα τους ἕναν κόσμο, τὸν κόσμο τῶν τυπικῶν διατάξεων τοῦ
Νόμου καὶ νὰ τὸν ἀντικαταστήσουν μὲ τὴν πίστη στὸν Ἰησοῦ Χριστό.
Μιὰ ἀντίστοιχη ὑπέρβαση ζητεῖ κι ἀπὸ
ἐμᾶς ὁ Θεός. Νὰ γκρεμίσουμε ὁλοκληρωτικὰ μέσα μας τὸν κόσμο τῆς
ἁμαρτίας. Νὰ μὴν ἐπανερχόμαστε σὲ ὅ,τι ἀφήσαμε πίσω μας, προκειμένου νὰ
πλησιάσουμε τὸν Κύριο καὶ νὰ συνδεθοῦμε μαζί Του. Νὰ διαγράψουμε
ὁριστικὰ τὸ ἁμαρτωλὸ παρελθόν μας, τὴν παλαιὰ ζωή μας, τὴν ἐκτροπὴ σὲ
συνήθειες καὶ πάθη ποὺ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ εἴχαμε ξεπεράσει, τὴν
ἀναστροφὴ μὲ πρόσωπα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἴχαμε κρατήσει ἀπόσταση γιὰ νὰ
διαφυλάξουμε τὴν ἀκεραιότητα τῆς ψυχῆς μας. Ἂς προσέχουμε πολύ! Τὰ πάθη
εἶναι φιλεπίστροφα. Ἀκόμη κι ἂν γιὰ κάποιον καιρὸ νιώθουμε ὅτι ἔχουν
ἀτονίσει μέσα μας, εὔκολα μποροῦν νὰ ἐπανέλθουν καὶ ἐκ νέου νὰ μᾶς
αἰχμαλωτίσουν. Ἂν ἀναζητοῦμε, λοιπόν, τὴν παλαιὰ ζωή μας,
ἀποδεικνυόμαστε τελικὰ παραβάτες τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ.
2. Ὁ Χριστὸς ἐπαναλαμβανόμενος
Ὅμως, ὄχι. Δὲν εἶμαι παραβάτης,
σημειώνει στὴ συνέχεια τῆς ἐπιστολῆς ὁ Ἀπόστολος. Ἔχω πεθάνει ὡς πρὸς
τὸν παλαιὸ νόμο, γιὰ νὰ ζήσω γιὰ τὸν Θεό. «Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν
ἐμοὶ Χριστός». Δὲν ζῶ πλέον ἐγώ, ἀλλὰ ζεῖ μέσα μου ὁ Χριστός. Εἶναι
συγκλονιστικὴ ἡ διατύπωση τοῦ θείου Παύλου. Θεωροῦσε νεκρὸ τὸν ἑαυτό
του. Σὰν νὰ μὴ ζοῦσε ὁ ἴδιος. Μέσα του ζοῦσε ὁ Χριστός. Ἐκεῖνος
κυριαρχοῦσε στὶς πράξεις, στὰ λόγια, στὶς ἐπιθυμίες, στὰ συναισθήματα,
στὶς σκέψεις του. Ἀγαποῦσε, συγχωροῦσε, συμπεριφερόταν ὅπως ὁ Χριστός. Ἡ
ζωή του ἦταν μιὰ ἐπανάληψη τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ.
Αὐτὸ συμβαίνει καὶ σὲ κάθε Ἅγιο τῆς
Ἐκκλησίας μας. Μελετώντας τὰ συναξάρια τῶν Ἁγίων εἶναι σὰν νὰ διαβάζουμε
τὸ Εὐαγγέλιο. Στὴ ζωὴ τῶν Ἁγίων προεκτείνεται καὶ ἐπαναλαμβάνεται ἡ
ζωὴ τοῦ Χριστοῦ. Συναντοῦμε τὸν ἴδιο Θεό, τὶς ἴδιες θεῖες ἐνέργειες, τὶς
ἴδιες θεῖες ἀλήθειες. «Κάθε Ἅγιος εἶναι ὁ Χριστὸς ἐπαναλαμβανόμενος»
(Ἄνθρωπος καὶ Θεάνθρωπος, σελ. 99), γράφει ὁ ἅγιος Ἰουστίνος Πόποβιτς.
Αὐτὸ θὰ συμβεῖ καὶ σ᾿ ἐμᾶς, ἂν
νεκρώσουμε τὸν ἁμαρτωλὸ ἑαυτό μας. Θὰ ζήσουμε τότε μιὰ ἄλλη ζωή, τὴ ζωὴ
τοῦ Χριστοῦ. Ὁ νοῦς, ἡ καρδιά, τὰ ἐλατήρια, οἱ διαθέσεις, ὅλα θὰ
εὐωδιάζουν Χριστό. Θὰ φανερώνεται καὶ στὴ δική μας ζωὴ ἡ ζωὴ τοῦ
Χριστοῦ. Θὰ ἐφαρμόζεται στὴν καθημερινότητά μας τὸ Εὐαγγέλιο. Θὰ γίνει ἡ
ζωή μας μιὰ συνέχεια τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου. Διότι ὅταν ὁ Κύριος κατοικεῖ
μέσα στὸν ἄνθρωπο, τόν μεταμορφώνει, τὸν ἐξαγιάζει, τὸν καθιστᾶ ἕνα
μικρὸ Χριστὸ κατὰ Χάριν.
3. Ὁ δικός μου Θεὸς
Στὸ τέλος τῆς περικοπῆς ὁ θεόπνευστος
Ἀπόστολος στρέφει τὸν λόγο του στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία φανερώθηκε
κυρίως κατὰ τὴ σταυρική του θυσία. «Ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ
τοῦ ἀγαπήσαντός με καὶ παραδόντος ἑαυτὸν ὑπὲρ ἐμοῦ», ἐπισημαίνει.
Δηλαδή, ζῶ ἐμπνεόμενος καὶ κυριαρχούμενος ἀπὸ τὴν πίστη στὸν Ἰησοῦ
Χριστό, ὁ ὁποῖος μὲ ἀγάπησε καὶ παρέδωσε τὸν ἑαυτό του γιὰ τὴ δική μου
σωτηρία. Στὴ διατύπωση αὐτὴ τοῦ Ἀποστόλου φαίνεται ἡ προσωπικὴ σχέση ποὺ
εἶχε μὲ τὸν Χριστό. Σὰν νὰ ἔγινε ἄνθρωπος καὶ νὰ θυσιάσθηκε ὁ Κύριος
μόνο γι᾿ αὐτόν, προσωπικὰ γιὰ τὸν Παῦλο. Αὐτὸ ἔνιωθε ὁ Ἀπόστολος.
Καὶ πράγματι, ἐνῶ ὁ Χριστὸς ἔγινε
ἄνθρωπος καὶ θυσιάσθηκε γιὰ τὴ σωτηρία ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ταυτόχρονα
ἐπιτέλεσε τὸ σχέδιο τῆς θείας Οἰκονομίας γιὰ τὸν καθένα μας ξεχωριστά,
μὲ προσωπικὴ ἀγάπη. «Ὅλα τὰ ὑπέστη γιὰ μένα, σὰν νὰ ἤμουν ὁ μοναδικὸς
ἄνθρωπος στὴ γῆ», μπορεῖ νὰ σκεφθεῖ ὁ καθένας μας. Διότι γιὰ τὸν Θεὸ δὲν
εἴμαστε ἀδιάφοροι ἀριθμοὶ ἑνὸς πλήθους, ἀλλὰ πρόσωπα μοναδικὰ μὲ ἀξία
ἀπροσμέτρητη.
Τόση τιμὴ μᾶς ἀποδίδει ὁ Θεός! Ἡ ἀγάπη του δὲν
περιγράφεται μὲ λόγια, οὔτε χωρεῖ στὴν ἀνθρώπινη λογική. Ὅταν τὴν
ἀναλογίζεται κανείς, μόνο νὰ Τὸν εὐγνωμονεῖ μπορεῖ καὶ νὰ Τὸν δοξάζει μὲ
τὰ λόγια καὶ τὴ θεάρεστη ζωή του.
***************************************************