ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΤΗΝ ΕΝΟΡΙΑ ΣΟΥ!

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΤΗΝ ΕΝΟΡΙΑ ΣΟΥ!

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2026

6 Σεπτεμβρίου: Το εν Χώναις Θαύμα του Αρχάγγελου Μιχαήλ

 

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου
, και προ της ενσάρκου οικονομίας, είχε ευσπλαγχνία στο ανθρώπινο γένος. Mετά δε την ενσάρκωση του Θεού Λόγου, ακόμη μεγαλύτερη ευσπλαγχνία και αγάπη έδειξε στους Xριστιανούς.

Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ: Ο Eυαγγελιστής Iωάννης ο Θεολόγος, κηρύττωντας το Eυαγγέλιον στα μέρη της Μικράς Ασίας, προφητικά είπε, ότι μετά από λίγο καιρόν στην περιοχή θα γινόταν μια νέα επισκοπή εξαιτίας της ξεχωριστής πρόνοιας του Αρχαγγέλου Mιχαήλ. Λίγα έτη μετά η περιοχή για την οποία προφήτευσε ο Ιωάννης, ανέβλυσε νερόν αγιάσματος μέσου της δύναμης του Aρχαγγέλου, το οποίο μάλιστα γιάτρευε κάθε ασθένεια. Ένας Xριστιανός, ευεργετηθείς υπό του Aρχαγγέλου, με το να γιατρευτεί η κόρη του από το αγίασμα αυτό, έκτισε εκεί ένα Nαόν εις το όνομα του Aρχιστρατήγου. Ακόμη έκτισε και επάνω εις το αγίασμα μίαν σκέπη περικαλλή και πολυέξοδο.

Ο ΆΡΧΙΠΠΟΣ: Ενενήντα χρόνια αργότερα, πήγε στον Nαό του Aρχαγγέλου ένας θεοφιλής και ευλαβής νέος, ονόματι Άρχιππος, καταγόμενος από την Iεράπολη της Φρυγίας. Αυτός εξαιτίας της αγάπης, που είχε στον Aρχιστράτηγον Mιχαήλ, έγινε υπηρέτης του Nαού του, περνώντας ζωή εγκρατή και ασκητική. Μάλιστα, χάριν της οσιότητός του αξιώθηκε και χαρισμάτων από το Θεό. Για αυτή την αιτία τα πλήθη των ειδωλολατρών τον κατέτρεχαν και με θυμόν κινούνταν εναντίον του τόσο, ώστε μία φορά τον άρπαξαν από τα μαλλιά, και τον έδειραν με ραβδιά σ’ όλο του το σώμα.

Aλλά και εναντίον του νερού του αγιάσματος όρμησαν, θέλοντας να το εξαφανίσουν. Aλλά με τη δύναμη του Aρχαγγέλου, άλλων ειδωλολατρών τα χέρια πιάνονταν και δεν μπορούσαν να κινηθούν, άλλους φλόγα πυρός εμφανιζόταν μπροστά τους και τους τρομοκρατούσε.

ΤΑ ΣΧΕΔΙΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΜΑΧΩΝ: Μη μπορώντας να κατορθώσουν τον σκοπό τους, σκέφτηκαν να γυρίσουν με αυλάκια τον ποταμό, που εκεί κοντά έτρεχε, γιά να ορμήσει κατ’ ευθείαν στο Nαό και να πνίξει τον Άρχιππον και τον εκεί προσμένοντα λαό, καθώς και να εξουδετερώσει την ιαματική δύναμη του νερού του αγιάσματος, με το να σμίξει με αυτό ο ποταμός. Tέτοια μελετούσαν οι άφρονες λάτρεις των αψύχων ειδώλων. Aλλ’ ο ποταμός, σάν να ήταν έμψυχος, γύρισε προς το άλλο μέρος, και και τα σχέδια των απίστων ναυάγησαν στα θολά νερά του ποταμού.

Τότε οι ασεβείς, χωρίς να έχουν αντιληφθει τη δύναμη του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, σκέφτηκαν να ενώσουν και άλλους δύο ποταμούς, που διέτρεχαν εκείνον τον τόπο, και έτσι να καταστρέψουν ό,τι είχε σχέση με την πίστη των Χριστιανών. Βοηθούσε τα σχέδια τους και το γεγονός ότι ο ναός ήταν κτισμένος σε κατηφορικό τόπο. Έτσι έσκαψαν ένα χαντάκι βαθύ και γύρισαν τους δύο ποταμούς σ’ αυτό, και αφήσαν να ορμήσουν κατά του Nαού του Aρχαγγέλου. Τότε ο Άρχιππος κατάλαβε το σχέδιο των ασεβών, και γι’ αυτό παρακαλούσε θερμά τον Aρχάγγελο.

ΤΟ ΘΑΥΜΑ: Ο Aρχάγγελος ακούγοντας την δέησή του, τού φανερώθηκε και τον φώναξε με τ’ όνομά του. O Άρχιππος μένοντας έκπληκτος, τόσο από την παράδοξη εμφάνιση του Aρχαγγέλου, όσο και γιατί ονομαστικά τον κάλεσε, βγήκε από τον Nαό, και έπεσε γονατίζοντας στη γη. O Mιχαήλ του είπε να σηκωθεί και τον κάλεσε να δει τη δύναμη του Θεόυ. Kαι αμέσως, όπου σημείωσε τον τύπο του Σταυρού ο Aρχάγγελος, αμέσως οι ποταμοί στάθηκαν σαν τείχος ακίνητοι. Έπειτα χάραξε το σημείο του Σταυρού πάνω σε μία ψηλή πέτρα, που ήταν κοντά στον Nαό, και αμέσως έγινε μία βροντή φοβερή. Kαι η γη, σείστηκε τρομερά, ενώ η πέτρα σχίστηκε. 

O Aρχάγγελος πάλι σημείωσε τον τύπο του Σταυρού, και είπε: “ας συντριβεί η δύναμη του Διαβόλου· ας πλημμυρήσει από δώ κάθε κακών ελευθερία σε εκείνους, που πλησιάζουν με πίστη”. Έπειτα με μεγάλην και λαμπρή φωνή πρόσταξε τους ποταμούς λέγοντας: “στη χώνη αυτή χωνευθείτε ποτάμια”. Έτσι από τότε και έως σήμερα χωνεύεται και χάνεται εκεί το νερό με παράδοξο τρόπο. Γι’ αυτό ο τόπος ονομάστηκε Xώνες, εις δόξαν του Αγίου Τριαδικού Θεού, και εις έπαινο και τιμή του πανενδόξου και θερμού αντιλήπτορα των πιστών, Mιχαήλ.

Ώφθης Μιχαὴλ Νώε σω ναώ νέος,
Χώνη ποταμών τὸν κατακλυσμὸν λύων.
Ρουν Μιχαὴλ ποταμών χώνευσε, Νόων άγός, έκτη.

ΠΗΓΗ:ΒΗΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ 6 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2026 ΙΔ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Ματθ. κβ΄ 2-14) (Β΄ Κορ. α΄ 21- β΄ 4)

 

   "Ο Λόγος οτυ Θεού στον Λαό του Θεού"

Το ένδυμα της αρετής

«Πολλοί γάρ εισί κλητοί, ολίγοι δέ εκλεκτοί»

 Η παραβολή των βασιλικών γάμων, την οποία μας παρουσιάζει σήμερα το ευαγγελικό ανάγνωσμα, συνιστά μία από τις πλέον συγκλονιστικές και ουσιαστικές προσκλήσεις του Κυρίου προς τον άνθρωπο.

 Στην παραβολή αυτή, ένας βασιλιάς ετοιμάζει τους γάμους του υιού του και αποστέλλει πρόσκληση στους εκλεκτούς του. Εκείνοι όμως αρνούνται να προσέλθουν, προβάλλοντας ποικίλες βιοτικές προφάσεις, για τη μέριμνα των χωραφιών τους, για τις εμπορικές του δραστηριότητες κ.α. Τότε ο βασιλιάς διευρύνει την πρόσκληση προς όλους ανεξαιρέτως, «πονηρούς τε καὶ ἀγαθούς». Αποπέμπει όμως εκείνον που προσήλθε στην τελετή χωρίς το κατάλληλο «ένδυμα γάμου».

Καθολική πρόσκληση και προσωπική ευθύνη

 Ο Θεός μας καλεί όλους στο μέγα Δείπνο της Βασιλείας Του. Η θεία αυτή πρόσκληση είναι καθολική, ανιδιοτελής και αρχοντική. Δεν περιλαμβάνει διακρίσεις ανάμεσα σε πλουσίους και πένητες, μορφωμένους και απλούς, δικαίους και αμαρτωλούς. Όλοι καλούμαστε να γίνουμε κοινωνοί της ανεκλάλητης χαράς και της αγάπης του Θεού.

 Ωστόσο, η μετοχή μας στη Θεία Βασιλεία δεν συνιστά τυπική ή εξωτερική διαδικασία. Δεν αρκεί απλώς η αποδοχή της τιμητικής αυτής κλήσεως. Απαιτείται η ουσιαστική ανταπόκριση του ανθρώπου μέσα από συγκεκριμένα πνευματικά βήματα που επιβάλλεται ν’ αποτολμήσει. Το γαμήλιο ένδυμα συμβολίζει τη μεταμορφωμένη εν Χριστώ ζωή. Εκφράζει την καθαρότητα της καρδιάς, την ταπεινοφροσύνη, την ανυπόκριτη αγάπη και την έμπρακτη μετάνοια. Αντιπροσωπεύει την εγκόλπωση των χριστιανικών αρετών στην καθημερινή μας βιωτή.

Η παγίδα της πνευματικής αμέλειας

 Συχνά επιζητούμε να απολαμβάνουμε τις δωρεές της χάριτος χωρίς να υποβαλλόμαστε σε πνευματικό αγώνα. Επιθυμούμε να φέρουμε το όνομα του χριστιανού, χωρίς όμως να τιμούμε στην πράξη αυτή την υψηλή ιδιότητα. Συμμετέχουμε στη λατρευτική ζωή και στα μυστήρια της Εκκλησίας, αλλά δεν επιτρέπουμε στον Χριστό να ανακαινίσει την καθημερινότητά μας, τις σχέσεις μας και τον τρόπο με τον οποίο αντικρίζουμε τον πλησίον μας.

  Το γαμήλιο ένδυμα δεν εξαγοράζεται, ούτε αποκτάται μαγικά. Φαίνεται καθημερινά με την πάταξη του εγωισμού, τη συγχωρητικότητα, την προσευχή, την εξομολόγηση και τη θυσιαστική αγάπη. Είναι η στολή που ενδύεται ο άνθρωπος όταν επιτρέπει στον Χριστό να ενοικήσει στην καρδιά του, προκαλώντας τη «θεία αλλοίωση», όπως διδάσκουν οι άγιοι Πατέρες.

Η συνεργία του ανθρώπου

 Η σημερινή περικοπή υπενθυμίζει ότι η σωτηρία είναι μεν δώρο Θεού, αλλά προϋποθέτει την ελεύθερη συγκατάθεση και συνέργεια του ανθρώπου. Ο Θεός προσκαλεί, αλλά ποτέ δεν εξαναγκάζει. Απλόχερα προσφέρει την αγκαλιά Του, σεβόμενος απόλυτα την ελευθερία μας να ανταποκριθούμε ή να αδιαφορήσουμε.

 Καλούμαστε, λοιπόν, να αναλογιστούμε: Έχουμε ενδυθεί το γαμήλιο ένδυμα της εν Χριστώ ζωής; Μήπως αρκούμαστε μόνο στην συμβατική ιδιότητα του χριστιανού;

 Η πρόσκληση παραμένει διαρκώς ανοιχτή. Η απάντηση εξαρτάται από τη δική μας ελεύθερη βούληση.

Από κλητοί εκλεκτοί

 «Πολλοὶ γάρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί». Η σωτηρία προσφέρεται δωρεάν σε ολόκληρο τον κόσμο, αλλά εκλεκτοί αναδεικνύονται όσοι ανταποκρίνονται με συνέπεια, πνευματικό αγώνα και ανυπόκριτη αγάπη.

 Αγαπητοί αδελφοί, ο Κύριος μας καλεί συνεχώς στο Ευχαριστιακό Δείπνο της Εκκλησίας. Η τραγικότητα του σύγχρονου ανθρώπου έγκειται στην πνευματική αμέλεια. Προτάσσουμε δυστυχώς τις υλικές μέριμνες και τα πρόσκαιρα συμφέροντα, προσπερνώντας τη Θεία Κλήση.

  Η απλή παρουσία μας στην Εκκλησία δεν αρκεί, εάν δεν συνοδεύεται από την κατάλληλη εσωτερική προετοιμασία. Ας αγωνιστούμε να αποβάλουμε τα ακατάλληλα ενδύματα των παθών μας.

 Ας ενδυθούμε το χιτώνα της αρετής —κατά το παράδειγμα των αγίων μας— ώστε να καταστούμε μέτοχοι της θείας λαμπρότητας. Γένοιτο.

Χριστάκης Ευσταθίου,

Θεολόγος

Κυριακή ΙΔ΄ Ματθαίου – Εὐαγγελικὸ καί Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 6 Σεπτεμβρίου 2026

 

Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 6 Σεπτεμβρίου 2026, Κυριακή ΙΔ΄ Ματθαίου (Ματθ. κβ΄ 2-14)

2 ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασι­λεῖ, ὅστις ἐποίησε γάμους τῷ υἱῷ αὐτοῦ. 3 καὶ ἀπέστειλε τοὺς δούλους αὐτοῦ καλέσαι τοὺς κεκλημένους εἰς τοὺς γάμους, καὶ οὐκ ἤθελον ἐλθεῖν. 4 πάλιν ἀπέστειλεν ἄλλους δούλους λέγων· εἴπατε τοῖς κεκλημένοις· ἰδοὺ τὸ ἄ­­­ρι­στόν μου ἡτοίμασα, οἱ ταῦ­­ροί μου καὶ τὰ σιτιστὰ τεθυμένα, καὶ πάντα ἕτοιμα· δεῦτε εἰς τοὺς γάμους. 5 οἱ δὲ ἀμελήσαντες ἀπῆλθον, ὁ μὲν εἰς τὸν ἴδιον ἀγρόν, ὁ δὲ εἰς τὴν ἐμπορίαν αὐτοῦ· 6 οἱ δὲ λοιποὶ κρατήσαντες τοὺς δούλους αὐτοῦ ὕβρι­σαν καὶ ἀπέκτειναν. 7 ἀκούσας δὲ ὁ βασιλεὺς ἐ­­­­κεῖνος ὠργίσθη, καὶ πέμψας τὰ στρατεύματα αὐτοῦ ἀπώλεσε τοὺς φονεῖς ἐκείνους καὶ τὴν πόλιν αὐτῶν ἐνέπρησε. 8 τότε λέγει τοῖς δούλοις αὐ­­τοῦ· ὁ μὲν γάμος ἕτοιμός ἐστιν, οἱ δὲ κεκλημένοι οὐκ ἦσαν ἄξιοι· 9 πορεύεσθε οὖν ἐπὶ τὰς διεξόδους τῶν ὁδῶν, καὶ ὅ­­­σους ἐὰν εὕρητε καλέσατε εἰς τοὺς γάμους. 10 καὶ ἐξελθόντες οἱ δοῦλοι ἐκεῖνοι εἰς τὰς ὁδοὺς συνήγαγον πάντας ὅσους εὗρον, πονηρούς τε καὶ ἀγαθούς· καὶ ἐπλήσθη ὁ γάμος ἀνακειμένων. 11 εἰσελθὼν δὲ ὁ βασιλεὺς θεάσασθαι τοὺς ἀνακειμένους εἶδεν ἐκεῖ ἄνθρωπον οὐκ ἐνδεδυμένον ἔνδυμα γά­­μου, 12 καὶ λέγει αὐτῷ· ἑταῖρε, πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου; ὁ δὲ ἐφιμώ­θη. 13 τότε εἶπεν ὁ βασιλεὺς τοῖς διακόνοις· δήσαντες αὐτοῦ πόδας καὶ χεῖρας ἄρα­­τε αὐτὸν καὶ ἐκβάλετε εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐ­κεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. 14 πολλοὶ γάρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

2 Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν μοιάζει μέ κάποιον ἄν­θρω­πο βασιλιά, ὁ ὁποῖος ἔκανε ἑορτασμούς γάμου γιά τό γιό του. 3 Ἔστειλε λοιπόν τούς δούλους του γιά νά καλέσει αὐ­τούς πού εἶχαν προσκληθεῖ στό γάμο, ἀλλά ἐκεῖνοι δέν ἤθελαν νά ἔλθουν. 4 Ἔστειλε ξανά ἄλλους δούλους λέγοντας: Πεῖτε στούς καλεσμένους: Ἰδού, ἑτοίμασα τό μεσημεριανό μου τραπέζι. Οἱ ταῦροι μου καί τά θρεφτάρια εἶναι σφαγμένα, κι ὅλα εἶναι ἕτοιμα. Ἐλᾶτε στό γάμο.

 5 Αὐτοί ὅμως ἀδιαφόρησαν κι ἔφυγαν, ἄλλος στό χωράφι του κι ἄλλος στήν ἐμπορική του ἐπιχείρηση. 6 Καί οἱ ὑπόλοιποι, ἀφοῦ ἔπιασαν τούς δούλους του, τούς κακοποίησαν καί τούς σκότωσαν. 7 Ὅταν τά ἄκουσε αὐτά ὁ βασιλιάς ἐκεῖνος, θύμωσε, κι ἀφοῦ ἔστειλε τά στρατεύματά του, ἐξολόθρευσε τούς φονιάδες ἐκείνους καί κατέκαψε τήν πόλη τους. (Ἔτσι τιμωρήθηκαν οἱ Ἰουδαῖοι καί τά Ἱεροσόλυμα, τούς ὁποίους ὑπονοεῖ ἡ παραβολή). 8 Τότε λέει στούς δούλους του: Τό τραπέζι τοῦ γάμου εἶναι ἕτοιμο· οἱ καλεσμένοι ὅμως δέν ἦταν ἄξιοι νά πάρουν μέρος σ’ αὐτό. 9 Πηγαίνετε λοιπόν στά σταυροδρόμια καί τά τρίστρατα, κι ὅσους βρεῖτε ἐκεῖ, καλέστε τους στούς γάμους. 

10 Βγῆκαν τότε ἐκεῖνοι οἱ δοῦλοι στούς δρόμους καί μάζεψαν ὅλους ὅσους βρῆκαν, κακούς καί καλούς, καί γέμισε ἡ αἴθουσα τοῦ γάμου ἀπό ἀνθρώπους πού κάθισαν στό τραπέζι. (Αὐτό πραγματοποιήθηκε μέ τήν Ἐκκλησία, στήν ὁποία κλήθηκαν καί προσῆλθαν οἱ εἰδωλολάτρες πού πίστεψαν). 11 Κι ὅταν μπῆκε ὁ βασιλιάς γιά νά δεῖ τούς καθισμένους στό τραπέζι, εἶδε ἐκεῖ κι ἕναν ἄνθρωπο πού δέν φοροῦσε ἐπίσημο ἔνδυμα γάμου. Δέν εἶχε δηλαδή μαζί μέ τήν πίστη καί τόν καρπό τῆς πίστεως, δηλαδή τίς ἀρετές. 

12 Καί τοῦ λέει: Φίλε, πῶς μπῆκες ἐδῶ μέσα χωρίς νά ἔχεις ἐνδυμασία γάμου; Ἦταν εὔκολο νά ἀπευθυνθεῖς στήν ὑπηρεσία μου καί νά σοῦ δώσει μιά τέτοια ἐνδυ-­μα­σία. Κι αὐτός τότε ἀποστομώθηκε. 13 Τότε ὁ βασιλιάς εἶπε στούς ὑπηρέτες: Δέστε τά χέρια καί τά πόδια του καί πάρτε τον καί ρίξτε τον ἔξω, στό πιό βαθύ σκοτάδι, πού εἶναι μακριά ἀπό τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖ οἱ ἄνθρωποι θά κλαῖνε καί θά τρίζουν τά δόντια τους. 14 Διότι πολλοί εἶναι οἱ καλεσμένοι στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ, λίγοι ὅμως εἶναι οἱ ἐκλεκτοί, πού ἔχουν τίς ἀρετές καί θά κληρονομήσουν τή βασιλεία αὐτή.


Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 6 Σεπτεμβρίου 2026, Κυριακή ΙΔ΄ Ἐπιστολῶν (Β΄ Κορ. α΄ 21 – β΄ 4)

21 ὁ δὲ βεβαιῶν ἡμᾶς σὺν ὑμῖν εἰς Χριστὸν καὶ χρίσας ἡμᾶς Θεός, 22 ὁ καὶ σφραγισάμενος ἡμᾶς καὶ δοὺς τὸν ἀρρα­βῶνα τοῦ Πνεύματος ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν. 23 Ἐγὼ δὲ μάρτυρα τὸν Θεὸν ἐπικαλοῦμαι ἐπὶ τὴν ἐμὴν ψυχήν, ὅτι φειδόμενος ὑμῶν οὐκέτι ἦλθον εἰς Κόρινθον. 24 οὐχ ὅτι κυριεύομεν ὑμῶν τῆς πίστεως, ἀλλὰ συνεργοί ἐσμεν τῆς χαρᾶς ὑμῶν· τῇ γὰρ πίστει ἑστήκατε.
Εκρινα δὲ ἐμαυτῷ τοῦτο, τὸ μὴ πάλιν ἐν λύπῃ ἐλθεῖν πρὸς ὑμᾶς. 2 εἰ γὰρ ἐγὼ λυπῶ ὑμᾶς, καὶ τίς ἐστιν ὁ εὐφραίνων με εἰ μὴ ὁ λυπούμενος ἐξ ἐμοῦ; 3 καὶ ἔγραψα ὑμῖν τοῦτο αὐτό, ἵνα μὴ ἐλθὼν λύπην ἔχω ἀφ᾿ ὧν ἔδει με χαίρειν, πεποιθὼς ἐπὶ πάντας ὑμᾶς ὅτι ἡ ἐμὴ χαρὰ πάντων ὑμῶν ἐστιν. 4 ἐκ γὰρ πολλῆς θλίψεως καὶ συνοχῆς καρδίας ἔγρα­ψα ὑμῖν διὰ πολλῶν δακρύ­ων, οὐχ ἵνα λυπηθῆτε, ἀλ­λὰ τὴν ἀγάπην ἵνα γνῶτε ἣν ἔχω περισσοτέρως εἰς ὑ­μᾶς.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

21 Ἐκεῖνος λοιπόν πού δίνει τή βεβαιότητα καί σέ μᾶς καί σέ σᾶς, καί μᾶς στηρίζει νά μένουμε πιστοί καί ἀσά­λευτοι στό Χριστό καί πού μᾶς ἔχρισε μέ τή χάρη τοῦ Πνεύματός του, εἶναι ὁ Θεός. 22 Αὐτός καί μᾶς σφράγισε ὡς δικούς του καί ἔδωσε στίς καρδιές μας τό Πνεῦμα του ὡς ἀρραβώνα καί ἀσφα­­­­­λή ἐγγύηση γιά τό ὅτι θά ἐκπληρώσει ὅλες τίς ὑπο­­­­­­­σχέσεις πού μᾶς δίνει μέ τό Εὐαγγέλιό του. 23 Καί γιά νά ἐπανέλθω στό ζήτημα τοῦ ταξιδιοῦ μου, ἐπικαλοῦμαι τόν καρδιογνώστη Θεό νά δεῖ αὐτός τά βάθη τῆς ψυχῆς μου καί νά μαρτυρήσει ἄν εἶναι ἀλήθεια ὅτι δέν ἦλθα ἀκόμη στήν Κόρινθο ἐπειδή σᾶς λυποῦμαι καί δέν θέλω νά δοκιμάσετε τήν αὐστηρότητά μου. 24 Καί δέν λέω τό τελευταῖο αὐτό ἐπειδή δῆθεν εἴμαστε κύριοι τῆς πίστεώς σας καί ἔχουμε ἐξουσία ἐπάνω σας σάν νά εἶστε δοῦλοι μας. Ἀντιθέτως εἴμαστε συνεργάτες τῆς χαρᾶς σας καί θέλουμε νά συντελοῦμε ὥστε νά αὐξάνει ἡ χαρά σας. Καί ἀποκλείεται ὁλότελα νά ἐξουσιάζουμε τήν πίστη σας, διότι ἐσεῖς στέκεστε καλά καί εἶστε στερεωμένοι στήν πίστη.
Καί τό ἀποφάσισα αὐτό καί γιά τόν ἑαυτό μου. Βρῆ­­­κα δηλαδή καλύτερο καί γιά τόν ἑαυτό μου νά μήν ἔλθω πάλι σέ σᾶς ἀναγκασμένος κι ἐγώ νά σᾶς προ­­­­ξε­νῶ λύπη μέ τούς ἐλέγχους μου, ἀλλά κι ἐσεῖς νά μοῦ προ­ξενεῖτε λύπη μέ τίς ἀταξίες πού θά βλέπω ἀνά­με­­σά σας. 2 Ὁπωσδήποτε λοιπόν ἤ ἐγώ ἤ ἐσεῖς θά αἰσθανόμασταν λύπη. Διότι, ἐάν ἐγώ μέ τούς ἐλέγχους μου προκαλῶ λύπη μετανοίας σέ σᾶς, ποιός ἄλλος μέ εὐφραίνει παρά ἐκεῖνος πού δέχεται τούς ἐλέγχους μου καί λυπᾶται ἀπό τίς δικές μου ἐπιτιμήσεις; Ἔτσι, ἐάν δέν λυπᾶμαι ἐγώ, θά λυπάστε ὅμως ἐσεῖς. 3 Καί σᾶς ἔγραψα ἀκριβῶς αὐτό σέ προηγούμενη ἐπι­­­στο­λή μου, γιά νά διορθώσετε στό μεταξύ τίς ἀταξίες, ὥστε, ὅταν ἔλθω στήν Κόρινθο, νά τά βρῶ ὅλα ἐντά­­ξει καί νά μή νιώσω λύπη ἀπό ἐκείνους πού ἔπρε­­πε νά μοῦ δώσουν χαρά. Ἄλλωστε ἡ λύπη μου θά λυποῦσε κι ἐσᾶς. Διότι ἔχω γιά ὅλους σας τήν πε­ποί­θη­ση ὅτι ἡ χαρά μου εἶναι χαρά ὅλων σας. 4 Καί μή νομίσετε ὅτι γιά τούς ἐλέγχους πού σᾶς ἔγρα­­ψα στήν ἐπιστολή μου ἐκείνη ἐγώ δέν ἔνιωσα καμία λύπη. Διότι σᾶς ἔγραψα πλημμυρισμένος ἀπό θλίψη καί στενοχώρια στήν καρδιά μου, μέ δάκρυα πολλά, ὄχι γιά νά λυπηθεῖτε, ἀλλά γιά νά γνωρίσετε τήν ὑπερβολική ἀγάπη πού ἔχω γιά σᾶς.

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ 16 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2026 ΙΑ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Ματθ. ιη΄ 23-35) (Α΄ Κορ. θ΄ 2-12)

 

   "Ο Λόγος του Θεού στον Λαό του Θεού".

Το μεγαλείο της συγχώρεσης

        «Ουκ έδει και σε ελεήσαι  τον σύνδουλόν σου;»                                                                                                 

 

 Η αγάπη και η επιείκεια είναι εκδηλώσεις που καταξιώνουν τον άνθρωπο και αποκαλύπτουν την αυθεντικότητά του. Δεν είναι, ωστόσο, λίγες οι φορές και ιδιαίτερα στις μέρες μας, που εμφανίζεται με φοβερά ελλείμματα μπροστά στο μεγαλείο τους. Η παραβολή του χρεώστη δούλου ξεδιπλώνεται ως καθρέφτης για να ελέγξουμε τον εαυτό μας και να αποτολμήσουμε μια ειλικρινή αυτοκριτική στις συχνότητες της αυτογνωσίας. Είναι από τα στοιχεία που κρίνονται απαραίτητα στην πνευματική ζωή.

 

Οδός φιλανθρωπίας

   Μέσα από το σκηνικό της συγκεκριμένης παραβολής που εξετάζουμε σήμερα, βλέπουμε ότι ο δούλος ήταν διαχειριστής των υπαρχόντων του κυρίου του. Οι καταστάσεις τον οδήγησαν να οφείλει μεγάλα ποσά και να ζώνουν την ύπαρξή του τεράστιες ανασφάλειες που τον άφηναν να βιώνει τους πιο οδυνηρούς εφιάλτες. Έφθασε, λοιπόν, ο καιρός που ο κύριος ζήτησε να του αποδοθούν λογαριασμοί και ο δούλος βρέθηκε μπροστά σε μεγάλο αδιέξοδο.

  Ήταν χρεώστης ενός δυσβάστακτου ποσού και η κατάστασή του περιγραφόταν τραγική γιατί με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί στην οφειλή του και να αποπληρώσει το δυσβάστακτο χρέος του. Ήταν εντελώς αδύνατο και εκτός των δυνάμεών του. Η δυσχερής και τραγική θέση του ήταν ακόμα πιο χαρακτηριστική από την απαίτηση όπως όλα τα χρέη τακτοποιηθούν αυθημερόν. Έμπαινε δηλαδή μια μεγάλη και στραγγαλιστική θηλιά στο λαιμό του, που του μετέτρεπε τη ζωή σε πραγματικό μαρτύριο. 

  Ο δούλος μη έχοντας άλλη επιλογή επικαλέστηκε, σε μια ύστατη απεγνωσμένη προσπάθειά του, τα φιλάνθρωπα αισθήματα του κυρίου του. Έπεσε λοιπόν στα πόδια του, ζήτησε συγγνώμη. Με δάκρυα στα μάτια τον παρακάλεσε να του δώσει πίστωση χρόνου για να εξοφλήσει το χρέος του. «Μακροθύμησον επ’ εμοί και πάντα σοι αποδώσω», αναφέρεται χαρακτηριστικά στη διήγηση.

 Οι παρακλήσεις του δούλου δεν έπεσαν στο κενό. Δονήθηκαν αμέσως οι ευαίσθητες χορδές της καρδιάς του άρχοντα και απέδωσαν μια θαυμάσια «μελωδία» έμπρακτης αγάπης και φιλανθρωπίας. Η ευσπλαχνία τον παρακίνησε να ελευθερώσει το δούλο «και το δάνειον αφήκεν αυτώ»!

 

Κακοτοπιά απανθρωπίας

   Ο χρεώστης δούλος έτυχε τέτοιας μεγάλης ευεργεσίας ώστε το ολιγότερο που θα ανέμενε κάποιος, ήταν να εκδηλώνει και ο ίδιος παρόμοια συμπεριφορά απέναντι στους συνανθρώπους του. Όμως η πραγματικότητα πόσο διαψεύδει πολλές φορές ακόμα και τα αυτονόητα;

  Ο ευεργετημένος δούλος καθ’ οδό προς το σπίτι του συνάντησε ένα άλλο δούλο που του χρωστούσε ένα μικρό χρηματικό ποσό. Ασήμαντο, μάλιστα, μπροστά σ’ εκείνο που όφειλε ο ίδιος στον κύριό του. Τον σταμάτησε, λοιπόν, και με τον πιο απάνθρωπο και αδίστακτο τρόπο απαιτούσε να του επιστρέψει αμέσως τα χρήματα που του χρωστούσε. Ο σύνδουλος δεν είχε χρήματα και τον παρακάλεσε να του δώσει μια μικρή προθεσμία.

    Οργισμένος τότε και με μια συμπεριφορά αχαρακτήριστη τον πέταξε για να σαπίσει στην φυλακή. Επόμενο ήταν να προκαλέσει τον άρχοντα κύριό του για να ενεργήσει πλέον με δικαιοσύνη και στη δική του περίπτωση. Τον κάλεσε εκ νέου, τον έλεγξε με αυστηρότητα, ακύρωσε την συγχωρητική και εύσπλαχνη απόφασή του και έδωσε εντολή να τον τιμωρήσουν παραδειγματικά. 

    Το περιστατικό όμως είναι παραβολικό. Το χρησιμοποίησε ο Κύριος για να δώσει κάποια βαθύτερα μηνύματα, τα οποία συνοψίζονται στην τελευταία φράση της περικοπής: «Ούτω και ο Πατήρ μου ο επουράνιος ποιήσει υμίν, εάν μη αφήτε έκαστος τω αδελφώ αυτού από των καρδιών υμών, τα παραπτώματα αυτών».

Αγαπητοί αδελφοί, η παραβολή αυτή, η τόσο περιεκτική και διδακτική σε περιεχόμενο, μας αποκαλύπτει ότι η αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπο βρίσκει έμπρακτη εφαρμογή στην καθημερινή ζωή, αν συγχωρούμε και δείχνουμε και εμείς επιείκεια προς το συνάνθρωπό μας. Σε αντίθετη περίπτωση, όπως ο δούλος, θα είμαστε υπόλογοι απέναντι στη συγχωρούσα αγάπη Του.

   Είναι εδώ που αποτυπώνεται και το μεγαλείο της χριστιανικής αρετής στη βάση της συγχωρούσας αγάπης, η οποία εκτοξεύει τον άνθρωπο σε κορυφογραμμές ουράνιες και τον αναδεικνύει στο χώρο της θεϊκής θαυματουργίας. Αυτές τις εκφράσεις της αρετής άφησαν να εμφιλοχωρήσουν στην ύπαρξή τους ο μάρτυρας Διομήδης και ο Γεράσιμος Κεφαλληνίας, των οποίων τη μνήμη τιμά σήμερα η Εκκλησία.   

  Η μεγάλη πρόκληση, λοιπόν, είναι να εντρυφήσουμε στο μεγαλείο αυτό που μάς προσφέρει η Ορθόδοξη Πίστη και να το μετουσιώσουμε σε καθημερινή πράξη ζωής. Γένοιτο.

Χριστάκης Ευσταθίου,

Θεολόγος

Ευαγγελικό και Αποστολικό Ανάγνωσμα Κυριακής 16/8/2026

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ματθ. ιη΄ 23-35

23 Διὰ τοῦτο ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ ὃς ἠθέλησεν συνᾶραι λόγον μετὰ τῶν δούλων αὐτοῦ. 24 ἀρξαμένου δὲ αὐτοῦ συναίρειν προσηνέχθη αὐτῷ εἷς ὀφειλέτης μυρίων ταλάντων. 25 μὴ ἔχοντος δὲ αὐτοῦ ἀποδοῦναι ἐκέλευσεν αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ πραθῆναι καὶ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ τὰ τέκνα καὶ πάντα ὅσα εἶχε, καὶ ἀποδοθῆναι. 26 πεσὼν οὖν ὁ δοῦλος προσεκύνει αὐτῷ λέγων· κύριε μακροθύμησον ἐπ’ ἐμοί, καὶ πάντα σοι ἀποδώσω. 27 σπλαγχνισθεὶς δὲ ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου ἀπέλυσεν αὐτόν, καὶ τὸ δάνειον ἀφῆκεν αὐτῷ. 28 ἐξελθὼν δὲ ὁ δοῦλος ἐκεῖνος εὗρεν ἕνα τῶν συνδούλων αὐτοῦ, ὃς ὤφειλεν αὐτῷ ἑκατὸν δηνάρια, καὶ κρατήσας αὐτὸν ἔπνιγεν λέγων· ἀπόδος μοι εἴ τι ὀφείλεις. 29 πεσὼν οὖν ὁ σύνδουλος αὐτοῦ εἰς τοὺς πόδας αὐτοῦ παρεκάλει αὐτὸν λέγων· μακροθύμησον ἐπ’ ἐμοί, καὶ ἀποδώσω σοι· 30 ὁ δὲ οὐκ ἤθελεν, ἀλλὰ ἀπελθὼν ἔβαλεν αὐτὸν εἰς φυλακὴν ἕως οὗ ἀποδῷ τὸ ὀφειλόμενον. 31 ἰδόντες δὲ οἱ σύνδουλοι αὐτοῦ τὰ γενόμενα ἐλυπήθησαν σφόδρα, καὶ ἐλθόντες διεσάφησαν τῷ κυρίῳ ἑαυτῶν πάντα τὰ γενόμενα. 32 τότε προσκαλεσάμενος αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ λέγει αὐτῷ· δοῦλε πονηρέ, πᾶσαν τὴν ὀφειλὴν ἐκείνην ἀφῆκά σοι, ἐπεὶ παρεκάλεσάς με· 33 οὐκ ἔδει καὶ σὲ ἐλεῆσαι τὸν σύνδουλόν σου, ὡς καὶ ἐγὼ σὲ ἠλέησα; 34 καὶ ὀργισθεὶς ὁ κύριος αὐτοῦ παρέδωκεν αὐτὸν τοῖς βασανισταῖς ἕως οὗ ἀποδῷ πᾶν τὸ ὀφειλόμενον αὐτῷ. 35 Οὕτω καὶ ὁ πατήρ μου ὁ ἐπουράνιος ποιήσει ὑμῖν ἐὰν μὴ ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑμῶν τὰ παραπτώματα αὐτῶν.

Νεοελληνική Απόδοση

23 Διότι δὲ εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν τὸ καθῆκον τοῦ νὰ συγχωρῶμεν τοὺς πταίστας μας εἶναι ἀπεριόριστον, δι’ αὐτὸ ὠμοίασεν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν πρὸς ἐπίγειον βασιλέα, ποὺ ἠθέλησε νὰ λογαριασθῇ μὲ τοὺς δούλους καὶ αὐλικούς του, εἰς τοὺς ὁποίους εἶχεν ἀναθέσει τὴν διαχείρισιν τῶν φόρων καὶ εἰσπράξεών του. 24 Ὅταν δὲ αὐτὸς ἄρχισε νὰ λογαριάζεται, τοῦ ἔφεραν ἕνα χρεώστην, ποὺ ὤφειλε δέκα χιλιάδες τάλαντα, δηλαδὴ περίπου ἑξήκοντα ἑκατομμύρια χρυσᾶς δραχμάς. 25 Ἐπειδὴ δὲ αὐτὸς δὲν εἶχε νὰ πληρώσῃ, διέταξεν ὁ κύριος νὰ πωληθῇ αὐτὸς καὶ ἡ γυναῖκα του καὶ τὰ παιδιά του καὶ ὅλα ὅσα εἶχε καὶ νὰ πληρωθῇ τὸ χρέος. 26 Ἔπεσε λοιπὸν κατὰ γῆς ὁ δοῦλος καὶ τὸν ἐπροσκύνει λέγων· Κύριε, κάμε ὑπομονὴν δι’ ἐμέ, καὶ ὅλα ὅσα χρεωστῶ, θὰ σοῦ τὰ πληρώσω. 27 Ἐλυπήθη δὲ καὶ ᾐσθάνθη συμπάθειαν ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου καὶ τὸν ἀφῆκεν ἐλεύθερον, τοῦ ἐχάρισε δὲ καὶ τὸ δάνειον. 28 Ὅταν ὅμως ἐβγῆκεν ἔξω ὁ δοῦλος ἐκεῖνος, ηὗρεν ἕνα ἀπὸ τοὺς συνδούλους του, ποὺ τοῦ ἐχρεώστει ἑκατὸν δηνάρια, δηλαδὴ περίπου ἐνενήντα χρυσὸς δραχμάς.Καὶ ἀφοῦ τὸν ἐσταμάτησε, τὸν ἐστενοχώρει σκληρὰ λέγων· Ἐξόφλησέ μου ὅ,τι μοῦ χρεωστεῖς. 29 Ἔπεσε λοιπὸν εἰς τὰ πόδια του ὁ σύνδουλός του καὶ τὸν παρεκάλει λέγων· Περίμενέ με καὶ δεῖξε ὑπομονὴν μαζί μου καὶ θὰ σὲ πληρώσω. 30 Αὐτὸς ὅμως δὲν ἤθελεν, ἀλλ’ ἐπῆγεν εἰς τὸ δικαστήριον καὶ τὸν ἔρριψεν εἰς φυλακήν, Ἕως ὅτου πληρώσῃ ὅ,τι ἐχρεωστοῦσεν. 31 Ὅταν δὲ εἶδαν οἱ ἄλλοι σύνδουλοί του αὐτὰ ποὺ ἔγιναν, ἐλυπήθησαν πολὺ καὶ ἀφοῦ ἦλθαν διηγήθησαν εἰς τὸν κύριον τους ὅλα ὅσα συνέβησαν. 32 Τότε τὸν προσεκάλεσεν ὁ κύριός του καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· Δοῦλε πονηρέ, ὅλον τὸ χρέος ἐκεῖνο, τὸ τόσον μεγάλο, σοῦ τὸ ἐχάρισα, ἐπειδὴ μὲ παρεκάλεσες. 33 Δὲν ἔπρεπε καὶ σὺ νὰ λυπηθῇς καὶ νὰ κάμῃς ἔλεος εἰς τὸν σύνδουλόν σου, ὅπως καὶ ἑγώ, ποὺ δὲν εἶμαι σύνδουλός σου ἀλλὰ κύριός σου, σὲ ἐλυπήθηκα καὶ ἔδειξα ἔλεος εἰς σέ; 34 Καὶ ἐθύμωσεν ὁ κύριός του καὶ τὸν παρέδωκεν εἰς αὐτούς, ποὺ βασανίζουν τοὺς φυλακισμένους, διὰ νὰ τὸν τιμωροῦν, μέχρις ὅτου ἐξοφλήσῃ πᾶν ὅ,τι ἐχρεωστοῦσεν. 35 Ἔτσι καὶ ὁ ἐπουράνιος πατήρ μου, πρὸς τὸν ὁποῖον λόγῳ τῶν ἀναριθμήτων σας ἁμαρτιῶν εἶσθε χρεῶσται ἀναριθμήτου χρέους, θὰ κάμῃ εἰς σᾶς, ἐὰν δὲν συγχωρήσετε καθένας σας τὸν ἀδελφόν του ὄχι μὲ τὸ στόμα σας μόνον, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν καρδιά σας.



 Αποστολικό Ανάγνωσμα: Α΄ Κορ. θ΄ 2-12

2 εἰ ἄλλοις οὐκ εἰμὶ ἀπόστολος, ἀλλά γε ὑμῖν εἰμι· ἡ γὰρ σφραγὶς τῆς ἐμῆς ἀποστολῆς ὑμεῖς ἐστε ἐν Κυρίῳ. 3 ἡ ἐμὴ ἀπολογία τοῖς ἐμὲ ἀνακρίνουσιν αὕτη ἐστί. 4 Μὴ οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν φαγεῖν καὶ πιεῖν; 5 μὴ οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν ἀδελφὴν γυναῖκα περιάγειν, ὡς καὶ οἱ λοιποὶ ἀπόστολοι καὶ οἱ ἀδελφοὶ τοῦ Κυρίου καὶ Κηφᾶς; 6 ἢ μόνος ἐγὼ καὶ Βαρνάβας οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν τοῦ μὴ ἐργάζεσθαι; 7 τίς στρατεύεται ἰδίοις ὀψωνίοις ποτέ; τίς φυτεύει ἀμπελῶνα καὶ ἐκ τοῦ καρποῦ αὐτοῦ οὐκ ἐσθίει; ἢ τίς ποιμαίνει ποίμνην καὶ ἐκ τοῦ γάλακτος τῆς ποίμνης οὐκ ἐσθίει; 8 Μὴ κατὰ ἄνθρωπον ταῦτα λαλῶ; ἢ οὐχὶ καὶ ὁ νόμος ταῦτα λέγει; 9 ἐν γὰρ τῷ Μωϋσέως νόμῳ γέγραπται· οὐ φιμώσεις βοῦν ἀλοῶντα. μὴ τῶν βοῶν μέλει τῷ Θεῷ; 10 ἢ δι’ ἡμᾶς πάντως λέγει; δι’ ἡμᾶς γὰρ ἐγράφη, ὅτι ἐπ’ ἐλπίδι ὀφείλει ὁ ἀροτριῶν ἀροτριᾶν, καὶ ὁ ἀλοῶν τῆς ἐλπίδος αὐτοῦ μετέχειν ἐπ’ ἐλπίδι. 11 Εἰ ἡμεῖς ὑμῖν τὰ πνευματικὰ ἐσπείραμεν, μέγα εἰ ἡμεῖς ὑμῶν τὰ σαρκικὰ θερίσομεν; 12 εἰ ἄλλοι τῆς ἐξουσίας ὑμῶν μετέχουσιν, οὐ μᾶλλον ἡμεῖς; ἀλλ’ οὐκ ἐχρησάμεθα τῇ ἐξουσίᾳ ταύτῃ, ἀλλὰ πάντα στέγομεν, ἵνα μὴ ἐγκοπήν τινα δῶμεν τῷ εὐαγγελίῳ τοῦ Χριστοῦ.

Νεοελληνική Απόδοση

2 Ἐὰν δι’ ἄλλους δὲν εἶμαι Ἀπόστολος, τουλάχιστον ὅμως διὰ σᾶς εἶμαι Ἀπόστολος. Διότι ἡ σφραγῖδα, μὲ τὴν ὁποίαν πιστοποιεῖται ἐπίσημα τὸ ἀποστολικόν μου ἀξίωμα, εἶσθε διὰ τῆς χάριτος τοῦ Κυρίου σεῖς, τοὺς ὁποίους ἑγὼ ὠδήγησα εἰς Χριστόν. 3 Ἡ ἀπάντησίς μου πρὸς ἐκείνους, ποὺ μὲ ἐξετάζουν, ἐὰν εἶμαι Ἀπόστολος, εἶναι αὐτὴ ποὺ δίδεται ἀπὸ τὴν θείαν αὐτὴν σφραγῖδα. 4 Ἀφοῦ λοιπὸν εἶμαι καὶ ἐγὼ Ἀπόστολος σὰν τοὺς ἄλλους Ἀποστόλους, ἐρωτᾷ: Δὲν ἔχομεν ἑγὼ καὶ οἱ συνεργάται μου δικαίωμα νὰ φάγωμεν καὶ νὰ πίωμεν αὐτά, ποὺ μᾶς προσφέρουν οἱ μαθηταί μας; 5 Μήπως δὲν ἔχομεν καὶ ἡμεῖς δικαίωμα νὰ περιφέρωμεν εἰς τὰς περιοδείας μας γυναῖκα, Χριστιανὴν ἀδελφήν, διὰ νὰ μᾶς ὑπηρετῇ, καθὼς περιφέρουν τέτοιαν καὶ οἰ λοιποὶ Ἀπόστολοι καὶ οἱ λεγόμενοι ἀδελφοὶ τοῦ Κυρίου καὶ ὁ Κηφᾶς; 6 Ἢ μήπως μόνος ἐγὼ καὶ ὁ Βαρνάβας δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ μὴ ἐργαζώμεθα ἐπάγγελμα βιοποριστικόν, διὰ νὰ κερδίζωμεν ἀπὸ αὐτὸ τὰ ἔξοδά μας; 

7 Εἴμεθα στρατιῶται τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἀγωνιζόμεθα διὰ τὴν ἐξάπλωσιν τῆς βασιλείας του. Ποῖος ποτὲ λαμβάνει μέρος εἰς ἐκστρατείαν κατὰ τοῦ ἐχθροῦ μὲ ἰδικά του ἔξοδα; Εἴμεθα ἀμπελουργοί, ποὺ καλλιεργοῦμεν τὸ πνευματικὸν ἀμπέλι τοῦ Χριστοῦ. Ποῖος φυτεύει ἀμπέλι καὶ δὲν τρώγει ἀπὸ τὸν καρπόν του; Εἴμεθα πνευματικοὶ ποιμένες καὶ σεῖς εἶσθε τὰ πρόβατά μας. Ποῖος βόσκει ποίμνιον καὶ φροντίζει δι’ αὐτό, καὶ δὲν τρώγει ἀπὸ τὸ γάλα τοῦ ποιμνίου; 8 Ἀλλὰ μήπως αὐτὰ ποὺ λέγω εἶναι σύμφωνα μόνον μὲ συνηθείας καὶ παραδείγματα ἀνθρώπινα; Ἢ μήπως δὲν λέγει αὐτὰ καὶ ὃ θεόπνευστος νόμος; 9 Βεβαίως καὶ ὁ νόμος λέγει ταῦτα. Διότι ἔχει γραφῆ εἰς τὸν Μωσαϊκὸν νόμον: Δὲν θὰ κλείσῃς καὶ δὲν θὰ βουλώσῃς τὸ στόμα τοῦ βωδιοῦ, ποὺ ἁλωνίζει. Θὰ ἀφήσης τὸ στόμα του ἐλεύθερον νὰ φάγῃ ἀπὸ τὰ στάχυα, ποὺ κοπιάζει διὰ νὰ τριφθοῦν εἰς τὸ ἀλῶνι. Ἀλλ’ ἐρωτῶ: Μήπως ὁ Θεὸς ὡς νομοθέτης ἐνδιαφέρεται διὰ τὰ βώδια; 


10 Ἢ μήπως ὡρισμένως δι’ ἠμᾶς τοὺς λογικοὺς ἀνθρώπους λέγει καὶ νομοθετεῖ αὐτά; Ναί· δι’ ἡμᾶς λέγει ταῦτα. Διότι δι’ ἡμᾶς τοὺς πνευματικοὺς ἐργάτας καὶ καλλιεργητὰς ἐγράφη, ὅτι ὁ καλλιεργητὴς μὲ ἐλπίδα τοῦ νὰ ἀπολαύσῃ τὴν ἐσοδείαν ὀφείλει νὰ καλλιεργῇ τὴν γῆν, καὶ ἐκεῖνος, ποὺ γεμᾶτος ἐλπίδα ἁλωνίζει, ὀφείλει νὰ μετέχῃ καὶ νὰ ἀπολαμβάνῃ τὸν καρπόν, ποὺ ἤλπιζεν ἀπὸ τὸν ἀγρόν του. 11 Καὶ ἡμεῖς σπορεῖς πνευματικοὶ καὶ καλλιεργηταὶ ὑπήρξαμεν μεταξύ σας. Ἐὰν λοιπὸν ἡμεῖς ἐσπείραμεν εἰς τὰς καρδίας σας τὸν πνευματικὸν σπόρον τῆς ἀληθείας καὶ σᾶς μετεδώκαμεν πνευματικὰ χαρίσματα, εἶναι μεγάλο πρᾶγμα, ἐὰν ἡμεῖς θερίσωμεν ὡς καρπὸν τῆς πνευματικῆς μας αὐτῆς σπορᾶς τὰ σωματικὰ ἀγαθά σας; 

12 Καὶ ἐὰν ἄλλοι χρησιμοποιοῦν τὰ δικαιώματα, ποὺ τοὺς δίδει ὁ νόμος εἰς σᾶς τοὺς μαθητευομένους, δὲν δικαιούμεθα νὰ χρησιμοποιήσωμεν τὴν ἐξουσίαν αὐτὴν πολὺ περισσότερον ἡμεῖς; Ἀλλ’ ὅμως δὲν ἐκάμαμεν χρῆσιν τῶν δικαιωμάτων μας αὐτῶν. Ἀλλ’ ὑποφέρομεν κάθε εἶδος στερήσεις, διὰ νὰ μὴ παρεμβάλωμεν οὐδὲ τὸ παραμικρὸν ἐμπόδιον εἰς τὸ κήρυγμα τοῦ εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ.

*****************************************************


 

Ποιμαντορική Εγκύκλιος για την εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου 2026 του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πειραιώς κ.κ.Σεραφείμ.

 

ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ

ΕΠΙ ΤΗι ΕΟΡΤΗι

ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ 2026

ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ,

ΦΑΛΗΡΟΥ, ΔΡΑΠΕΤΣΩΝΑΣ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΡΕΝΤΗ

κ.κ.Σ Ε Ρ Α Φ Ε Ι Μ

ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΙΕΡΟΝ ΚΛΗΡΟΝ  & ΤΟΝ ΦΙΛΟΧΡΙΣΤΟΝ ΛΑΟΝ

ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΑΥΤΟΥ

 

Ὢ τοῦ παραδόξου θαύματος!

ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς, ἐν μνημείῳ τίθεται,

καὶ κλῖμαξ πρὸς οὐρανόν, ὁ τάφος γίνεται.

Εὐφραίνου Γεθσημανῆ, τῆς Θεοτόκου τὸ ἅγιον τέμενος.  

Βοήσωμεν οἱ πιστοί, τὸν Γαβριὴλ κεκτημένοι Ταξίαρχον.   

Κεχαριτωμένη χαῖρε, μετὰ σοῦ ὁ Κύριος,

ὁ παρέχων τῷ κόσμῳ διὰ σοῦ τὸ μέγα ἔλεος.

 

Τέκνα μου ἀγαπητὰ καὶ περιπόθητα,

Τοῦτος ὁ ὕμνος μαζὶ μὲ ἄλλους πολλοὺς καὶ ἐμπνευσμένους ψάλλεται στὸν Ἑσπερινὸ τῆς μεγάλης καὶ λαμπρῆς Ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Προτρέπει ὁ ὑμνωδὸς ἑμᾶς τοὺς πιστοὺς νὰ στραφούμε πρὸς τὴν Παναγία, ἀκολουθώντας τὸν Ταξιάρχη Γαβριὴλ, καὶ νά Της ἀπευθύνουμε λόγο εὐφρόσυνο καὶ ἐγκωμιαστικό: «Κεχαριτωμένη χαῖρε, μετὰ σοῦ ὁ Κύριος, ὁ παρέχων τῷ κόσμῳ διὰ σοῦ τὸ μέγα ἔλεος».

Καθόλου τυχαία δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ προτροπή. Ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριὴλ ἦταν ἐκεῖνος ποὺ ἔφερε στὴν ταπεινὴ Μαριὰμ τὸ μήνυμα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, τὸ ἄγγελμα τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, τὴν ἀποκάλυψη τοῦ μυστηρίου τῆς ἐνσαρκώσεως τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἡ κόρη τότε συνετά διερωτήθηκε τὸ πῶς, μὰ ἐδέχθη τοὺς λόγους τοῦ Ἀσώματου ἀπεσταλμένου παραδίδοντας τὴν ὕπαρξή της στὸ σχέδιο τῆς θείας οἰκονομίας «ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου».

Στὸ Συναξάρι τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου καὶ σὲ πλεῖστα Πατερικὰ κείμενα λαμβάνουμε τὴν πληροφορία πὼς τρεῖς ἡμέρες πρὸ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριὴλ ἐπισκέφθηκε ἐκ νέου τὴν Παναγία. Εἶχε καὶ στὴν περίπτωση αὐτὴ ἀποστολὴ σπουδαία καὶ σημαντική. Συνάντησε τὴν Κυρία Θεοτόκο γιὰ νὰ μεταφέρει σὲ Αὐτὴν μήνυμα τοῦ Υἱοῦ Της: «Ὁ Κύριος καὶ Υἱός σου σὲ προσκαλεῖ: «Ἔφθασε ἡ ὥρα νὰ ἔλθης πλησίον μου, ὦ καλὴ μῆτερ μου». Γιὰ τοῦτο μὲ ἀπέστειλε πάλι νὰ σοῦ ἀνακοινώσω, ὦ «εὐλογημένη ἐν γυναιξί», ὅτι σήμερα θὰ εὐφράνης, ὦ Κεχαριτωμένη, τὶς οὐράνιες στρατιὲς μὲ τὴν ἄνοδόν σου καὶ θὰ λαμπρύνης περισσότερον τὶς ψυχὲς τῶν ἁγίων, καθὼς ἔπλησες εὐφροσύνης τοὺς εὑρισκομένους εἰς τὴν γῆν. Ἀγάλλου καὶ σὺ μαζί τους καθὼς ἄλλοτε τὸ εἶχες φανερώσει, διότι ἀπὸ τώρα θὰ σὲ μακαρίζουν εἰς τοὺς αἰῶνας ὅλα τὰ λογικὰ κτίσματα, «πᾶσαι αἱ γενεαί». «Χαῖρε, κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ».Οἱ προσευχὲς καὶ οἱ ἱκεσίες σου ἀνέβησαν εἰς τὸν οὐρανόν, πρὸς τὸν Υἱόν σου, ὅθεν κατὰ τὸ αἴτημά σου σὲ προστάζει νὰ ἀφήσης τὸν κόσμον αὐτὸν καὶ νὰ ἀνέλθης εἰς τὰ οὐράνια σκηνώματα γιὰ νὰ εἶσαι αἰωνίως μαζί του, εἰς τὴν ἀληθινὴν καὶ αἰωνίαν ζωήν». (Ὁσίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητού, Ὁ Βίος τῆς Ὑπερευλογημένης Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας, Ἱερόν Κελλίον Ἁγίου Νικολάου Μπουραζέρη, Ἅγιον Ὄρος, 2010).

Οἱ ἀρχαγγελικοὶ λόγοι γέμισαν χαρὰ τὴν ψυχὴ τῆς Παναγίας καὶ πορεύθηκε στὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν γιὰ νὰ προσευχηθεῖ καὶ νὰ εὐχαριστήσει τὸν Υἱὸ καὶ Θεὸ Της. Σὲ ὅλο Της τὸν βίο ποθοῦσε νὰ συναντήσει ξανὰ τὸν γλυκὺ Ἰησοῦ. Καὶ τώρα ποὺ ἡ ὥρα ἔφθασε, θέλησε μὲ ὅλη Της τὴν καρδιὰ νὰ Τὸν εὐχαριστῆσει. Κι ἡ πλάση μετεῖχε τῆς προσευχῆς καὶ τῆς προσκύνησης. Τὰ δένδρα πλησίον της ἔκλιναν τὶς κορφές τους, χαμήλωσαν τοὺς κλάδους τους γιὰ νὰ παραστοῦν δίπλα στὴν Μητέρα τοῦ κόσμου.

Κι ὕστερα ἡ Παναγία γύρισε στὸ σπίτι που διέμενε, στὴν οἰκία τοῦ ἀποστόλου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου. Ἐκεῖ ἔκανε γνωστὸ στὰ πρόσωπα ποὺ βρίσκονταν κοντά Της τὴν ἀγγελικὴ ἀποκάλυψη τῆς οὐράνιας φυγῆς Της. Καὶ πόνεσαν οἱ ψυχὲς καὶ ἔκλαψαν οἱ ὀφθαλμοί, ἀκούγοντας τὰ νέα τοῦ ἀποχωρισμοῦ. Μὰ ἡ Παναγιὰ ὡς μάνα δὲν ἄφησε ἀπαρηγόρητα τὰ παιδιά Της. Μὲ λόγους γλυκοὺς καὶ ἐνισχυτικοὺς τὸν πόνο γιάτρεψε τῶν οἰκείων.

Τότε, τὰ ὑπάρχοντά Της ἀποφάσισε νὰ μοιράσει σὲ δυὸ πτωχὲς χῆρες ποὺ παρέστεκαν κοντά Της. Μὰ τίποτα δὲν ἀπἐκτησε σὲ τοῦτο τὸν κόσμο, κανέναν πλοῦτο καὶ καμιὰ περιουσία δὲν εἶχε, μόνο τὶς πολλές Της ἀρετές καὶ δύο ροῦχα. Στὴ μιὰ ἔδωσε τὴν ἐσθῆτα καὶ στὴν ἄλλη τὸ μαφόριόν Της, δῶρα φτωχὰ καὶ ταπεινὰ καὶ συνάμα σπουδαῖα καὶ πολύτιμα· εὐλογία γιὰ ἐκεῖνες τὶς ἀναγκεμένες γυναῖκες, εὐλογία καὶ γιὰ ὅλους τοὺς χριστιανούς.

Μέσα σὲ αὐτὴ τὴ συνθήκη πολὺ ἐπεθύμησε ἡ Παναγία νὰ συναντήσει τὸν ἀγαπημένο μαθητὴ τοῦ Υἱοῦ Της τὸν Ἰωάννη, ποὺ κάτω ἀπὸ τὸν  Σταυρὸ κατέστη καὶ αὐτὸς γιός Της ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ Χριστό. Μὰ καὶ τοὺς ἄλλους ἀποστόλους θυμήθηκε καὶ πόθησε νὰ ἀποχαιρετήσει. Καὶ τὴν ἐπιθυμία τῆς Ἁγίας τοῦ Μητρὸς ὁ Ἰησοῦς τὴν ἱκανοποίησε. Μὲ τρόπο θαυμαστὸ οἱ Ἀπόστολοι ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς γῆς, ποὺ κήρυτταν τὸ Εὐαγγέλιο, μεταφέρθηκαν στὸ χωρίο τῆς Γεσθημανῆς μὲ νεφέλες καὶ ἔλαβαν τὴν εὐχὴ καὶ τὴν χάρη τῆς Κυρίας Θεοτόκου.

Κι ὅταν ἐκείνη ἔκρινε πὼς ἔφθασε ἡ ὥρα, ἐξαπλώθει στὴν κλίνη της καὶ παρέδωσε τὴν Ἁγία ψυχή Της στὰ χέρια τοῦ Χριστοῦ. Τότε οἱ Ἀπόστολοι μὲ δέος, μὲ συγκλονισμό, μὲ προσευχὲς καὶ ὕμνους μετέφεραν τὸ σῶμα Της τὸ ἀμόλυντο στὸν τάφο, χωρὶς νὰ γνωρίζουν πὼς τὸ μνῆμα δὲν θὰ τὸ κρατοῦσε γιὰ πολύ, ἀφοῦ ὁ νικητὴς τοῦ θανάτου, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, δὲν θὰ ἐπέτρεπε νὰ παραδοθεῖ στὴ φθορᾶ. Μὲ τρόπο μυστικὸ καὶ ἀκατάληπτο μετέστη στὸν οὐρανὸ τὸ Πανάγιο σῶμα γιὰ νὰ ἑνωθεῖ ξανὰ μὲ τὴ Πάναγνη ψυχὴ τῆς Θεοτόκου.

Στρέψαμε τὴν προσοχή μας στὰ γεγονότα κυρίως πρὸ τῆς Κοιμήσεως της Θεοτόκου, διότι ἡ στάση τῆς Παναγίας στὴν ἀποκάλυψη τοῦ χρόνου τῆς ἐκδημίας Της πολλὰ μπορεῖ νὰ προσφέρει σὲ ἐμᾶς, τοὺς ἀνθρώπους μιᾶς ἐποχῆς ποὺ προτιμᾶ νὰ κλείνει τὰ μάτια μπροστὰ στὴν πραγματικότητα τοῦ θανάτου. Ζοῦμε οἱ ἄνθρωποι μὲ μιὰ ψυχολογικὴ ψευδαίσθηση πὼς δὲν θὰ πεθάνουμε ποτέ. Τὸ θέμα ἀφορᾶ κάποιους ἄλλους, γέρους, ἄρρωστους, ἄτυχους, ἀπρόσεκτους, πάντως ὄχι ἐμᾶς. Σίγουρα ὄχι ἐμᾶς. Λογικὰ δὲν μποροῦμε νὰ στηρίξουμε τοῦτη τὴ στάση, μιὰς καὶ τὰ πάντα μαρτυροῦν πὼς ὁ θάνατος εἶναι τὸ μόνο βέβαιο στὸν ἀνθρώπινο βίο. Κι ὅμως εἴμαστε ἀπόλυτα συνεπεῖς σὲ τοῦτο τὸν παραλογισμό, νὰ ζοῦμε ξορκίζοντας τὸ θάνατο. Παράδοξο δὲν εἶναι. Ὁ θάνατος εἶναι ὁ ἔσχατος ἐχθρὸς τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἀδυναμία καὶ ὁ φόβος ἐνώπιόν Του δὲν εἶναι ἀδικαιολόγητα, εἰδικὰ ὅταν σὲ τοῦτο τὸ δρᾶμα αἰσθάνεσαι μόνος, ἀφοῦ ἔχεις στερήσει ἀπὸ τὸν ἑαυτό σου τὴν φιλία καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ θεωρεῖς πὼς ὁ οὐρανὸς δὲν ἔχει τίποτα νὰ σοῦ πεῖ, καμιὰ σωτηρία νὰ σου προσφέρει.

Στὸν ἀντίποδα στέκει ἡ Κυρία Θεοτόκος. Ἐκείνη ποὺ γέννησε τὴν Ζωή. Ἐκείνη ποὺ εἶδε τὸν θάνατο νὰ νικιέται μὲ τὴν Ἀνάσταση. Ἡ Παναγία γνωρίζει πὼς ὁ θάνατος αἰχμαλωτίστηκε ἀπὸ τὸν ἀναστάντα Χριστό. Παλαιὰ ἦταν παντοδύναμος. Τὸ σῶμα τὸ ἐπέστρεφε στὸ χῶμα, τὴν ψυχὴ τὴν αἰχμαλώτιζε στὸν  ᾍδη, τοὺς ἀγαπημένους τοὺς στεροῦσε, τὰ ἐπιτεύγματα τοῦ βίου τὰ παρέδιδε στὴ λήθη. Τώρα ὁ θάνατος εἶναι ὑπηρέτης τοῦ μυστηρίου τῆς ζωῆς. Εἶναι ἕνα πέρασμα, ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανό, ἀπὸ τὸν πόνο στὴν μακαριότητα, ἀπὸ τὸ νῦν στὸ ἀεί. Ἡ Παναγία ὅλα τοῦτα τὰ γνωρίζει, ὅλα αὐτὰ τὰ βιώνει. Γι’ αὐτὸ ὁ θάνατος δὲν προκαλεῖ σὲ Αὐτὴν τρόμο, ἀλλὰ χαρά. Ναὶ χαρὰ, γιατὶ ἐμπιστεύεται τὸν Χριστό, γιατὶ ἐμπιστεύεται τὴν Ζωή. Λαχταρᾶ τὴ συνάντηση μὲ τὸν Υἱο Της καὶ τὸν Θεό Της.

Τὸ πρῶτο ποὺ ἐνεργεῖ μετὰ τὴν εἴδηση τῆς κοιμήσεώς Της εἶναι ἡ προσευχή. Ὁ τρόπος τῆς προσευχῆς φέρνει τὸν ἄνθρωπο στὴν ἀτμόσφαιρα τοῦ Παραδείσου, ἐκεῖ ποὺ ἡ σκιὰ τοῦ θανάτου δὲν μπορεῖ νὰ σκοτινιάσει τὴ ζωή, ἀφοῦ τὰ πάντα εἶναι φῶς ἀνέσπερο. Ἡ Παναγία προσεύχεται καὶ προγεύεται τὴν οὐράνια θαλπωρή. Μετέχει ἡ Παναγία στὴν ἀγωνία τοῦ Χριστοῦ στὸν Κῆπο τῆς Γεθσημανῆς μὲ τὴ προσευχή Της, ἀγωνία ποὺ κουβαλᾶ κάθε ἄνθρωπος ποὺ αἰσθάνεται πὼς πλησιάζει ὁ θάνατος. Ὑπερβαίνει ὅμως αὐτή, διότι πιστεύει ὅσο κανένας ἄλλος ἄνθρωπος στὴ νίκη τοῦ Υἱοῦ Της ἐπὶ τοῦ θανάτου. Κι ἔτσι ἡ προσευχὴ τῆς γίνεται ἀνώδυνη, ὅπως καὶ ὁ τόκος Της. Καὶ ἡ κτίση θαυμάζει καὶ ὑποκλίνεται σὲ τοῦτο τὸ θαῦμα, σκύβουν τὰ δένδρα τὰ ἄψυχα νὰ προσκυνήσουν τὴν Παρθένον Μαρία ποὺ ἔχει ὑπερβεῖ κάθε φόβο καὶ κάθε ἀνησυχία περὶ τοῦ θανάτου.

Ἡ προσευχὴ εἶναι ἕνας στέρεος τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ σταθεῖ ἔναντι τοῦ φόβου ποὺ ὁ θάνατος φέρνει στὴν ψυχή. Γιατὶ ἡ προσευχὴ στερεώνει τὴ σχέση μὲ τὸ Χριστό, τὸν φέρνει μπροστά μας, τόσο ὅταν ἐνεργεῖται προσωπικά, μὰ ἀκόμα πιὸ δυναμικά, ὅταν ἐνεργεῖται μυστηριακά. Ἡ προσευχὴ καλλιεργεῖ τὴ ζωὴ ἐντός μας καὶ δὲν ἀφήνει χώρο στὸ θάνατο. Ἄς ἀκολουθήσουμε τὴν Παναγία στὴν προσευχή Της πρὸ τῆς Κοιμήσεώς Της καὶ θὰ αἰσθανθοῦμε κι ἐμεῖς τὴ δική Της χαρά.

Ἔπειτα ἡ Παναγία σπεύδει στὸ σπίτι ποὺ ζοῦσε. Ἐπιστρέφει στὰ τοῦ βίου γιὰ νὰ τὰ ὁλοκληρώσει, γιὰ νὰ τα νοικοκυρέψει, γιὰ νὰ τὰ τακτοποιήσει. Ἑτοιμάζει τὴν οἰκία, τήν κάμαρα, τὴν κλίνη, γιὰ νὰ δεχθεῖ μὲ τὸν πρέποντα τρόπο τὸν μεγάλο ἐπισκέπτη, ὄχι ἀπλὰ τὸν θάνατο, μὰ τὸν Σωτῆρα Χριστὸ καὶ τοὺς Ἀγγέλους καὶ τοὺς Ἀποστόλους καὶ τοὺς οἰκείους καὶ φίλους. Μοιράζεται τὸ ἀποκεκαλυμμένο μυστικό της καὶ παρηγορεῖ ἐκεῖνους ποὺ πονοῦν. Μοιράζει τὰ λιγοστὰ ποὺ κατεῖχε, γιὰ νὰ δώσει εὐλογία καὶ χαρὰ μὲσα στὴ θλίψη.

Ὁ χριστιανὸς δὲν μισεῖ αὐτὴ τὴν ζωή. Ἡ κτίση, οἱ ἄνθρωποι, τὰ ἔργα, τὰ ἀγαθά εἶναι τὰ δῶρα τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ποὺ γίνεται ὕλη γιὰ νὰ ὑπηρετηθεῖ ὁ βίος καὶ ἡ σωτηρία μας. Γι’ αὐτὸ ὁ πιστὸς ἄνθρωπος ἐπιθυμεῖ μία τάξη στὰ τοῦ βίου. Μιὰ τάξη καὶ στὰ τέλη του. Σκέφτεται ὅτι εἶναι περαστικὸς ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτὸ καὶ θέλει νὰ παραδώσει στοὺς ἐπόμενους ὄχι τὸ χάος, ἀλλὰ τὸ ἀπόσταγμα τῆς δικῆς του ζωῆς, ὑλικὸ καὶ πνευματικό. Ἄς ἀκολουθήσουμε τὴν Παναγία στὴν εὐταξία ποὺ ἐπεδίωξε σὲ ὅλο τῆς τὸ βίο, μὰ καὶ τὶς ἔσχατες στιγμές, γιὰ νὰ αἰσθανθοῦμε καὶ ἐμεῖς πὼς εἶχε σκοπὸ καὶ ἡ δική μας ζωή.

Τέλος ἡ Παναγία ἐπιθυμεῖ τὴ συνάντησή της μὲ τοὺς Ἀποστόλους. Ξέρει πὼς εἶναι μακριά, ὑπακούοντας τὸ κέλευσμα τοῦ Υἱοῦ Της. Ὅμως θέλει νὰ σταθεῖ ξανὰ ἀνάμεσά τους, ὅπως ἔγινε τόσες φορές, ὅταν ὁ Ἰησοῦς πορεύτηκε στὴ γή, μὰ κυρίως μετὰ τὴν Ἀνάληψή Του στοὺς οὐρανούς. Κάθε φορὰ ποὺ οἱ μαθητὲς συνάζονταν δίπλα της ἤξερε ἡ Θεοτόκος πὼς καὶ ὁ Χριστὸς βρισκόταν ἀνάμεσά τους. Ἤξερε πὼς κάθε φορὰ ποὺ τελεῖτο ἠ θεία Εὐχαριστία, ὁ Χριστὸς πρόσφερε καὶ προσφερόταν. Γι’ αὐτὸ καὶ σὲ τούτη τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Υἱοῦ Της, ἤθελε ὅλους τοῦς μαθητές Του νὰ εἶναι ἐκεῖ καὶ ἡ ἐπιθυμία αὐτὴ εἰσακούσθηκε ἀπὸ τὸν Χριστό.

Ἡ θεία Λειτουργία εἶναι γιὰ ἐμᾶς μιὰ ἀπάντηση στὸ θάνατο. Κάθε φορὰ ποὺ τελοῦμε τὴν Εὐχαριστία μετέχουμε στὴν νίκη ἐπὶ τοῦ θανάτου ποὺ κατάφερε ὁ Χριστός. Κάθε φορὰ ποὺ κοινωνοῦμε τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα Του, ἑνωνόμαστε μαζί Του, γινόμαστε ἕνα μὲ τὴν Ζωή. Κάθε φορὰ ποὺ ἐκκλησιαζόμαστε συναντοῦμε ὄχι μόνο τὰ πρόσωπα ποὺ βρίσκονται στὸ Ναό, μὰ καὶ τοὺς κεκοιμημένους. Συναντιόμαστε μυστικὰ καὶ μετέχουμε τῆς χάριτος τοῦ Χριστοῦ. Δὲν ὑπάρχει καμία ἀπόσταση νὰ μᾶς χωρίζει, δὲν στέκει κανένα ἐμπόδιο ἀνάμεσά μας. Ἄς ἀκολουθήσουμε τὴν Παναγία στὴν θεία Εὐχαριστία μεταλαμβάνοντας τὰ ἄχραντα μυστήρια, γιατὶ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ γινόμαστε κληρονόμοι ζωῆς αἰωνίου.

Ἀγαπητὰ μου παιδιά, εὔχομαι νὰ καλλιεργήσουμε τὴ μνήμη τοῦ θανάτου, ὄχι μὲ ἀπελπισία καὶ τρόμο, ἀλλὰ μὲ τὸν τρόπο τῆς Κυρίας Θεοτόκου, τὸν τρόπο τῆς ἐμπιστοσύνης καὶ τῆς χαρᾶς. Καὶ τὸτε, βέβαιο εἶναι, πὼς θὰ ζήσουμε μιὰ ζωή μὲ Χάρη, Ἀλήθεια καὶ Νόημα, μιὰ ζωὴ ποὺ θὰ ἔχει νικήσει τὸν θάνατο.

Χρόνια πολλά καί εὐλογημένα!

 

Μέ ὅλη μου τήν ἀγάπη

Ο  Μ Η Τ Ρ Ο Π Ο Λ Ι Τ Η Σ  Σ Α Σ

† ὁ Πειραιῶς ΣΕΡΑΦΕΙΜ

Από το Ψαλτολόγιο της Εκκλησίας μας με Θεομητορικούς Ύμνους


 



6 Σεπτεμβρίου: Το εν Χώναις Θαύμα του Αρχάγγελου Μιχαήλ

  του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου O  μέγας Aρχιστράτηγος του Θεού Mιχαήλ , και προ της ενσάρκου οικονομίας, είχε ευσπλαγχνία στο αν...