Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 1 Νοεμβρίου 2026, Κυριακὴ Ε΄ Λουκᾶ (Λουκ. ις΄ 19-31)
19 Ἄνθρωπος δέ τις ἦν πλούσιος, καὶ ἐνεδιδύσκετο πορφύραν καὶ βύσσον εὐφραινόμενος καθ᾿ ἡμέραν λαμπρῶς. 20 πτωχὸς δέ τις ἦν ὀνόματι Λάζαρος, ὃς ἐβέβλητο πρὸς τὸν πυλῶνα αὐτοῦ ἡλκωμένος 21 καὶ ἐπιθυμῶν χορτασθῆναι ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τοῦ πλουσίου· ἀλλὰ καὶ οἱ κύνες ἐρχόμενοι ἀπέλειχον τὰ ἕλκη αὐτοῦ.
22 ἐγένετο δὲ ἀποθανεῖν τὸν πτωχὸν καὶ ἀπενεχθῆναι αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀγγέλων εἰς τὸν κόλπον Ἀβραάμ· ἀπέθανε δὲ καὶ ὁ πλούσιος καὶ ἐτάφη. 23 καὶ ἐν τῷ ᾅδῃ ἐπάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ, ὑπάρχων ἐν βασάνοις, ὁρᾷ τὸν Ἀβραὰμ ἀπὸ μακρόθεν καὶ Λάζαρον ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ. 24 καὶ αὐτὸς φωνήσας εἶπε· πάτερ Ἀβραάμ, ἐλέησόν με καὶ πέμψον Λάζαρον ἵνα βάψῃ τὸ ἄκρον τοῦ δακτύλου αὐτοῦ ὕδατος καὶ καταψύξῃ τὴν γλῶσσάν μου, ὅτι ὀδυνῶμαι ἐν τῇ φλογὶ ταύτῃ.
25 εἶπε δὲ Ἀβραάμ· τέκνον, μνήσθητι ὅτι ἀπέλαβες σὺ τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου, καὶ Λάζαρος ὁμοίως τὰ κακά· νῦν δὲ ὧδε παρακαλεῖται, σὺ δὲ ὀδυνᾶσαι· 26 καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρικται, ὅπως οἱ θέλοντες διαβῆναι ἔνθεν πρὸς ὑμᾶς μὴ δύνωνται, μηδὲ οἱ ἐκεῖθεν πρὸς ἡμᾶς διαπερῶσιν. 27 εἶπε δέ· ἐρωτῶ οὖν σε, πάτερ, ἵνα πέμψῃς αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου· 28 ἔχω γὰρ πέντε ἀδελφούς· ὅπως διαμαρτύρηται αὐτοῖς, ἵνα μὴ καὶ αὐτοὶ ἔλθωσιν εἰς τὸν τόπον τοῦτον τῆς βασάνου.
29 λέγει αὐτῷ Ἀβραάμ· ἔχουσι Μωϋσέα καὶ τοὺς προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν. 30 ὁ δὲ εἶπεν· οὐχί, πάτερ Ἀβραάμ, ἀλλ᾿ ἐάν τις ἀπὸ νεκρῶν πορευθῇ πρὸς αὐτούς, μετανοήσουσιν. 31 εἶπε δὲ αὐτῷ· εἰ Μωϋσέως καὶ τῶν προφητῶν οὐκ ἀκούουσιν, οὐδὲ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθήσονται.
ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ
19 Συνεχίζοντας ὁ Κύριος τή διδασκαλία του γιά τήν καλή χρησιμοποίηση τοῦ πλούτου, εἶπε καί τήν ἀκόλουθη παραβολή: Ὑπῆρχε κάποιος πλούσιος ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος φοροῦσε βασιλικά ἐνδύματα. Ἀπ’ ἔξω φοροῦσε ἕνα μάλλινο κόκκινο καί πανάκριβο ροῦχο, κι ἀπό μέσα φοροῦσε λευκό χιτώνα πολυτελή ἀπό λεπτό αἰγυπτιακό λινάρι. Καί διασκέδαζε σέ πλούσια συμπόσια κάθε μέρα μέ μεγαλοπρέπεια.
20 Ἦταν ὅμως καί κάποιος φτωχός πού λεγόταν Λάζαρος, ὁ ὁποῖος ἦταν γεμάτος πληγές καί παραπεταμένος κοντά στήν ἐξώπορτα τοῦ πλουσίου. 21 Καί προσπαθοῦσε νά χορτάσει ἀπό τά ψίχουλα πού ἔπεφταν ἀπό τό τραπέζι τοῦ πλουσίου. Ἀλλά σά νά μήν τοῦ ἔφτανε ἡ στέρησή του αὐτή, καθώς ἦταν καί σχεδόν γυμνός, ἔρχονταν καί οἱ σκύλοι καί ἔγλειφαν τίς πληγές του. Παρόλα αὐτά ὅμως ὁ Λάζαρος δέν ἔβγαζε ἀπό τό στόμα του οὔτε τήν παραμικρή λέξη παραπόνου ἐναντίον τοῦ πλουσίου ἤ κάποιο γογγυσμό ἐναντίον τοῦ Θεοῦ. 22 Κάποτε λοιπόν πέθανε ὁ φτωχός, καί οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ τόν μετέφεραν στήν ἀγκαλιά τοῦ Ἀβραάμ, γιά νά βρεῖ ἀνάπαυση ἐκεῖ μέσα στόν παράδεισο. Πέθανε κάποτε καί ὁ πλούσιος, καί οἱ ἄνθρωποι τόν ἔθαψαν μέ μεγαλοπρέπεια. Πουθενά ὅμως δέν φάνηκαν γι’ αὐτόν οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ.
23 Καί στόν τόπο τοῦ Ἅδη, καθώς βασανιζόταν, σήκωσε τά μάτια του καί εἶδε ἀπό μακριά τόν Ἀβραάμ καί τόν Λάζαρο νά εἶναι στήν ἀγκαλιά του. 24 Αὐτός λοιπόν πού στή γῆ τά εἶχε ὅλα καί δέν παρακαλοῦσε κανένα νά τόν βοηθήσει, φώναξε τώρα καί εἶπε: Πατέρα μου Ἀβραάμ, σπλαχνίσου με. Λυπήσου με καί στεῖλε τόν Λάζαρο νά βρέξει μέ νερό τήν ἄκρη τοῦ δακτύλου του καί νά δροσίσει τή γλώσσα μου, διότι βασανίζομαι καί ὑποφέρω μέσα σ’ αὐτή τή φωτιά. 25 Ὁ Ἀβραάμ ὅμως τοῦ ἀπάντησε: Παιδί μου, θυμήσου ὅτι ἐσύ ἀπόλαυσες μέ τό παραπάνω τά ἀγαθά σου ὅταν ζοῦσες στή γῆ. Ἐνῶ ὁ Λάζαρος ἀντίστοιχα ἀπόλαυσε τά κακά τῆς δυστυχίας καί τῆς ἀσθένειας. Τώρα ὅμως ἐδῶ ὁ Λάζαρος παρηγορεῖται γι’ αὐτά πού ὑπέφερε τότε συνεχῶς, ἐνῶ ἐσύ ὑποφέρεις καί βασανίζεσαι χωρίς διακοπή, ὅπως ἀδιάκοπη καί συνεχής ἦταν ἡ εὐτυχία σου πάνω στή γῆ.
26 Κι ἐκτός ἀπ’ ὅλα αὐτά ὑπάρχει ἀνάμεσά μας μεγάλο χάσμα, ὥστε αὐτοί πού θέλουν νά διαβοῦν ἀπό ἐδῶ σέ σᾶς νά μήν μποροῦν, ἀλλά οὔτε κι ὅσοι εἶναι ἀπό ἐκεῖ νά μποροῦν νά περάσουν ἀπέναντι σέ μᾶς. 27 Εἶπε πάλι ὁ πλούσιος: Ἀφοῦ κάθε ἄνθρωπος πού ἔμεινε ἀμετανόητος στήν ἐπίγεια ζωή του, μετά τό θάνατό του δέν ἔχει πλέον καμία ἐλπίδα, σέ παρακαλῶ λοιπόν, πάτερ, στεῖλε τόν Λάζαρο στό σπίτι τοῦ πατέρα μου. 28 Διότι ἔχω πέντε ἀδελφούς. Στεῖλε τον νά τούς βεβαιώσει ὡς αὐτόπτης μάρτυρας γιά ὅσα συμβαίνουν ἐδῶ, γιά νά μήν ἔλθουν κι αὐτοί στόν τόπο αὐτό τῆς τιμωρίας καί τῶν βασάνων πού βρίσκομαι ἐγώ. 29 Τοῦ λέει ὁ Ἀβραάμ: Ἔχουν τόν Μωυσῆ καί τούς προφῆτες πού τούς βεβαιώνουν γι’ αὐτά. Ἄς ἀκούσουν ἐκείνους.
30 Ἐκεῖνος τότε τοῦ εἶπε: Ὄχι, πάτερ Ἀβραάμ, δέν θά ὑπακούσουν στό Μωυσῆ καί στούς προφῆτες. Ἐάν ὅμως πάει σ’ αὐτούς κάποιος ἀπό τούς νεκρούς, θά μετανοήσουν. 31 Τοῦ εἶπε τότε ὁ Ἀβραάμ: Ἐάν δέν ἔχουν τήν καλή διάθεση νά ὑπακούσουν στό Μωυσῆ καί στούς προφῆτες, δέν θά πεισθοῦν, ἀκόμη κι ἄν ἀναστηθεῖ κάποιος ἀπό τούς νεκρούς. Διότι, ὅταν ἀτονήσει ἡ πρώτη τους ἐντύπωση ἀπό τήν ἀνάσταση, θά ἐπανέλθουν πάλι στήν προηγούμενή τους σκληρότητα.
Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 1 Νοεμβρίου 2026, Τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων (Α΄Κορ. ιβ΄ 27 – ιγ΄ 8)
Ἀδελφοί, ὑμεῖς ἐστε σῶμα Χριστοῦ καὶ μέλη ἐκ μέρους. Καὶ οὓς μὲν ἔθετο ὁ Θεὸς ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ πρῶτον ἀποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, ἔπειτα δυνάμεις, εἶτα χαρίσματα ἰαμάτων, ἀντιλήψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσῶν. μὴ πάντες ἀπόστολοι; μὴ πάντες προφῆται; μὴ πάντες διδάσκαλοι; μὴ πάντες δυνάμεις; μὴ πάντες χαρίσματα ἔχουσιν ἰαμάτων; μὴ πάντες γλώσσαις λαλοῦσι; μὴ πάντες διερμηνεύουσι; ζηλοῦτε δὲ τὰ χαρίσματα τὰ κρείττονα. καὶ ἔτι καθ᾽ ὑπερβολὴν ὁδὸν ὑμῖν δείκνυμι. Ἐὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον. καὶ ἐὰν ἔχω προφητείαν καὶ εἰδῶ τὰ μυστήρια πάντα καὶ πᾶσαν τὴν γνῶσιν, καὶ ἐὰν ἔχω πᾶσαν τὴν πίστιν, ὥστε ὄρη μεθιστάνειν, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδέν εἰμι. καὶ ἐὰν ψωμίσω πάντα τὰ ὑπάρχοντά μου, καὶ ἐὰν παραδῶ τὸ σῶμά μου ἵνα καυθήσομαι, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδὲν ὠφελοῦμαι. Ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ, χρηστεύεται, ἡ ἀγάπη οὐ ζηλοῖ, ἡ ἀγάπη οὐ περπερεύεται, οὐ φυσιοῦται, οὐκ ἀσχημονεῖ, οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς, οὐ παροξύνεται, οὐ λογίζεται τὸ κακόν, οὐ χαίρει ἐπὶ τῇ ἀδικίᾳ, συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ· πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει. ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει.
Νεοελληνική Απόδοση
27 Σεις, λοιπόν, οι Χριστιανοί είσθε σώμα Χριστού και ο καθένας σας είναι επί μέρους μέλος, που κατέχει την ταιριαστήν θέσιν δι’ αυτόν και δι’ ολον το σώμα. 28 Και άλλους μεν έθεσεν ο Θεός εις την Εκκλησίαν του πρώτον μεν αποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους· έπειτα άλλους τους έθεσε εις αναλόγους θέσεις και τους έδωσε την δύναμιν να κάνουν θαύματα, άλλους ώρισε να έχουν χαρίσματα εις θεραπείαν ασθενειών, εις άλλους έδωσε χαρίσματα φροντίδος και επιμελείας δια τους πτωχούς και πάσχοντας, χαρίσματα διοικητικά εις την Εκκλησίαν, χαρίσματα διαφόρων γλωσσών. (Ο καθένας κατά την ικανότητα του έχει λάβει από τον Θεόν το χάρισμά του και την θέσιν του). 29 Μηπως όλοι είναι απόστολοι; Μηπως όλοι είναι προφήται; Μηπως όλοι είναι διδάσκαλοι; Μηπως όλοι έχουν θαυματουργικάς δυνάμεις; 30 Μηπως όλοι έχουν χαρίσματα θεραπείας ασθενειών; Μηπως όλοι ομιλούν γλώσσας; Μηπως όλοι έχουν το χάρισμα να ενοούν και να ερμηνεύουν ξένας γλώσσας; 31 Ολα βέβαια αυτά τα θεόσδοτα χαρίσματα έχουν την αξίαν των. Να επιθυμήτε όμως σεις με ζήλον και να προσπαθήτε να αποκτήσετε τα χαρίσματα τα ακόμη καλύτερα. Και σας δείχνω ακόμη ένα εξαίρετον δρόμον, ένα υπέροχον μέσον, δια να αποκτήσετε τα μεγάλα χαρίσματα. Και αυτό είναι η αγάπη.
1 Εάν υποτεθή, ότι έχω τέτοια ικανότητα, ώστε να εννοώ και να ομιλώ τας γλώσσας των ανθρώπων και των αγγέλων, αλλά δεν έχω αγάπην, έχω γίνει χαλκός που ηχολογάει η κύμβαλον που αλαλάζει χωρίς να αναδίδη κανένα μουσικόν φθόγγον. 2 Και εάν έχω το χάρισμα της προφητείας και γνωρίζω όλα τα άγνωστα και απόκρυφα μυστήρια και όλην την γνώσιν, που ημπορεί να χωρέση ποτέ ανθρωπίνη διάνοια, και εάν έχω την πίστιν εις όλην της την πληρότητα, ώστε με την δύναμίν της να μετακινώ βουνά, δεν έχω όμως αγάπην, δεν είμαι τίποτε. 3 Και εάν διαθέσω όλα μου τα υπάρχοντα, δια να αγοράσω ψωμιά και θρέψω με τα ίδια μου τα χέρια τους πεινώντας, και εάν παραδώσω το σώμα μου να καή εις την φωτιά, αλλά δεν έχω αγάπην, τίποτε δεν ωφελούμαι. 4 Η αγάπη δείχνει μεγαλοψυχίαν και ανεκτικότητα, είναι ευεργετική και εξυπηρετική. Η αγάπη δεν ζηλεύει και δεν φθονεί. Η αγάπη δεν φέρεται με αλαζονείαν και αυθάδειαν, δεν υπερηφανεύεται και δεν ξιππάζεται. 5 Δεν κάμνει ποτέ τίποτε το απρεπές και άκοσμον, δεν ζητεί εγωϊστικώς τα ιδικά της συμφέροντα, δεν εξερεθίζεται εναντίον του άλλου, δεν βάζει ποτέ κακό στον νου της εναντίον του πλησίον και δεν θέλει να ενθυμήται το κακόν που της έχει κάμει ο άλλος. 6 Δεν χαίρει, όταν βλέπη να γίνεται κάτι το άδικον, και αν ακόμη με αυτό εξυπηρετούνται τα συμφέροντά της, χαίρει δε όταν βλέπη να επικρατή η αλήθεια. 7 Σκεπάζει και υποφέρει και δικαιολογεί όλα τα μειονεκτήματα και τα ελατώματα του πλησίον, διότι δεν θέλει ποτέ τον εξευτελισμόν του. Πιστεύει και δέχεται με εμπιστοσύνην κάθε τι καλόν δια τον πλησίον. Τα πάντα και πάντοτε ελπίζει δια την διόρθωσιν των παρεκτρεπομένων. Εις όλα δεικνύει υπομονήν απέναντι του πλησίον.
***************************************************
ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
1. Τὸ πολυτιμότερο χάρισμα
Ἡ ἀποστολικὴ περικοπὴ τῆς σημερινῆς Κυριακῆς ἀναγινώσκεται πρὸς τιμὴν τῶν ἁγίων Ἀναργύρων Κοσμᾶ καὶ Δαμιανοῦ, τὴ μνήμη τῶν ὁποίων ἑορτάζουμε. Περιλαμβάνει ἕνα τμῆμα τοῦ θαυμάσιου ὕμνου τῆς ἀγάπης, ποὺ συνέταξε ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν Α΄ πρὸς Κορινθίους Ἐπιστολή του.
Ὁ θεόπνευστος Ἀπόστολος ἀναφέρει στὴν ἀρχὴ τὰ ποικίλα χαρίσματα, τὰ ὁποῖα διανέμει ὁ Θεὸς στοὺς πιστούς, γιὰ νὰ ὑπηρετοῦν τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας: τὸ χάρισμα τῆς προφητείας, τῆς διδασκαλίας, τῆς προστασίας τῶν ἀδυνάτων, τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἄλλα. Καὶ μᾶς προτρέπει νὰ μὴν ζηλεύουμε καὶ ἐπιζητοῦμε τὰ ἐντυπωσιακὰ χαρίσματα, ἀλλὰ τὰ πιὸ ὠφέλιμα γιὰ τὴν Ἐκκλησία καὶ τοὺς πιστούς. Καταλήγει δὲ στὸ ἀνώτερο καὶ πολυτιμότερο ἀπὸ ὅλα τὰ χαρίσματα, ποὺ εἶναι τὸ χάρισμα τῆς ἀγάπης, γιὰ νὰ τονίσει κατόπιν τὴν ἀξία καὶ τὰ γνωρίσματά της. Ἀκόμη καὶ ὅλα τὰ ὑπόλοιπα χαρίσματα νὰ ἔχει κανεὶς σὲ ὑπερθετικὸ βαθμό, ἂν τοῦ λείπει ἡ ἀγάπη δὲν ὠφελεῖται σὲ τίποτε. Ἡ ἀγάπη, λοιπόν, εἶναι ἡ βασίλισσα τῶν ἀρετῶν.
Εἴπαμε ὅτι ἀναγινώσκεται ἡ συγκεκριμένη ἀποστολικὴ περικοπὴ πρὸς τιμὴν τῶν ἁγίων Ἀναργύρων. Διότι ἡ ἀγάπη ἦταν τὸ ἰδιαίτερο χαρακτηριστικό τους. Οἱ λαμπροὶ καὶ καταξιωμένοι αὐτοὶ γιατροὶ ἔλαβαν ἀπὸ τὸν Θεὸ τὸ ἰδιαίτερο χάρισμα νὰ θεραπεύουν θαυματουργικὰ κάθε εἴδους ἀσθένεια, ἀκόμη καὶ ἐκεῖ ποὺ ἡ ἐπιστήμη ἀδυνατοῦσε νὰ φέρει τὴν ἴαση. Ἐπιπλέον παρεῖχαν δωρεὰν τὶς ὑπηρεσίες τους στοὺς ἀσθενεῖς. Ὄχι μόνο δὲν λάμβαναν χρήματα, ἀλλὰ ἐνίσχυαν οἰκονομικὰ τοὺς φτωχοὺς καὶ πάσχοντες συνανθρώπους τους. Γι᾿ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία μας τοὺς ὀνόμασε τιμητικὰ Ἀναργύρους: διότι προσέφεραν δωρεὰν τὶς ὑπηρεσίες τους στοὺς πονεμένους ἀνθρώπους· θυσία στὸν βωμὸ τῆς ἀγάπης. Μᾶς διδάσκουν λοιπὸν μὲ τὸ παράδειγμά τους οἱ Ἅγιοι ὅτι ἡ ἀγάπη εἶναι τὸ ἀνώτερο χάρισμα, ἡ πολυτιμότερη ἀρετή. Αὐτὴν ὀφείλουμε νὰ καλλιεργοῦμε κι ἐμεῖς στὸ περιβάλλον μας.
2. Γνώρισμα τῆς ἀγάπης ἡ ὑπομονὴ
Στὴ συνέχεια τῆς περικοπῆς ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς περιγράφει τὰ χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τῆς ἀληθινῆς, τῆς γνήσιας ἀγάπης. Ἕνα ἀπὸ τὰ γνωρίσματα αὐτὰ εἶναι ἡ ὑπομονή. Γράφει ὁ θεόπνευστος Ἀπόστολος: «Ἡ ἀγάπη πάντα ὑπομένει». Δηλαδή, αὐτὸς ποὺ ἔχει ἀγάπη κάνει σὲ ὅλα ὑπομονὴ ἀπέναντι στὸν συνάνθρωπό του. Εἶναι ὄντως ἀπαραίτητη ἡ ὑπομονή, διότι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔχουμε ἀδυναμίες, ἀτέλειες, ἐλαττώματα, ἰδιοτροπίες. Κανεὶς δὲν εἶναι τέλειος. Κάποιος γιὰ παράδειγμα εἶναι ὀξύθυμος καὶ ξεσπάει στὴν οἰκογένειά του. Ἄλλος εἶναι ἀνικανοποίητος, ὅλα τοῦ φταῖνε. Ἄλλος ἀπαισιόδοξος, ὅλα τὰ βλέπει μαῦρα. Ἄλλος φλύαρος, δὲν σταματάει νὰ μιλάει.
Τὰ ἐλαττώματα αὐτὰ ποὺ ἔχουν οἱ συνάνθρωποί μας, μᾶς δυσκολεύουν κάποτε, μᾶς κουράζουν, μᾶς στενοχωροῦν. Ὑπάρχει ὁ κίνδυνος νὰ ὁδηγήσουν σὲ ἐντάσεις, σὲ προστριβὲς καὶ τελικὰ σὲ μεγάλη ψυχικὴ ἀπόσταση. Πόσες οἰκογένειες δυστυχῶς διαλύονται στὶς ἡμέρες μας, ἐπειδὴ δὲν μποροῦν νὰ συμφωνήσουν μεταξύ τους οἱ σύζυγοι! Ἄλλοτε ψυχραίνονται τὰ ἀδέλφια καὶ δὲν μιλιοῦνται. Ἄλλοτε διασπῶνται φιλίες πολυετεῖς γιὰ ἀσήμαντους λόγους. Κι αὐτὰ συμβαίνουν ἐπειδὴ λείπει ἡ ὑπομονή.
Εἶναι ἀπαραίτητη, συνεπῶς, ἡ ὑπομονὴ στὶς σχέσεις μὲ τοὺς συνανθρώπους μας, προκειμένου νὰ συμβιώνουμε ἁρμονικὰ μαζί τους. «Ἀλλήλων τὰ βάρη βαστάζετε» (Γαλ. ς΄ 2), μᾶς προτρέπει ἀλλοῦ ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Νὰ ὑπομένουμε, δηλαδή, ὁ ἕνας τὰ ἐλαττώματα, τὶς ἐλλείψεις τοῦ ἄλλου. Νὰ δείχνουμε συμπάθεια στὶς ἀδυναμίες του. Νὰ τὸν ἀνεχόμαστε μὲ πραότητα. Νὰ κάνουμε ὑπομονή. Ὄχι νὰ ἀντιδροῦμε μὲ ἀγανάκτηση καὶ γογγυσμό. «Ἡ ἀγάπη πάντα ὑπομένει» ἐνσυνείδητα, γενναία, καρτερικά.
Τότε θὰ ἔρθει ἡ εἰρήνη στὸ σπίτι μας, ἡ ἠρεμία στὴν ἐργασία μας, ἡ ἑνότητα στὴν οἰκογένειά μας, ἡ χαρὰ στὴν ψυχή μας. Ὅταν κάνουμε ὑπομονὴ ὁ ἕνας στὶς ἀδυναμίες τοῦ ἄλλου, τότε εἶναι ὁμαλὲς οἱ σχέσεις μας, ἑνωμένες οἱ καρδιές μας. Ἡ ὑπομονὴ βεβαιώνει τὴν ὕπαρξη τῆς ἀγάπης. Ἄλλωστε, εἶναι τὸ χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τῆς γνήσιας, τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀληθινὴ ἀγάπη, ὅταν δὲν ὑπάρχει ὑπομονή. Ἀπὸ ἐκεῖ μποροῦμε νὰ ἀντιληφθοῦμε ἂν ἀγαπᾶμε πραγματικὰ τοὺς οἰκείους μας.
Μὲ τὶς πρεσβεῖες τῶν ἁγίων Ἀναργύρων, ἂς κάνουμε κι ἐμεῖς ὑπομονὴ στὶς δυσκολίες ποὺ συναντοῦμε στὴ συνεργασία ἢ στὴ συμβίωση μὲ τοὺς οἰκείους μας. Ὑπομονὴ μέχρι τέλους, ὥστε ν᾿ ἀξιωθοῦμε νὰ συναντήσουμε τοὺς Ἁγίους μας στὸ ἀκύμαντο λιμάνι τοῦ οὐρανοῦ, στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Διότι «ὁ ὑπομείνας εἰς τέλος, οὗτος σωθήσεται» (Ματθ. κδ΄ 13), σύμφωνα μὲ τὴν ὑπόσχεση τοῦ Κυρίου. Ἐκεῖνος ποὺ θὰ κάνει ὑπομονὴ μέχρι τὸ τέλος, ἐκεῖνος τελικὰ θὰ σωθεῖ.