Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ 8 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2026 – ΙΖ΄ ΛΟΥΚΑ ΤΟΥ ΦΙΛΕΥΣΠΛΑΧΝΟΥ ΠΑΤΕΡΑ (Λουκ. ιε΄11-32) (Α’ Κορ. στ΄12-20)(Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ).

 

                                   "Ο Λόγος του Θεού στον Λαό του Θεού".

 Τα φιλάνθρωπα σπλάχνα

                            «Νεκρός ήν και ανέζησε…»                                                                                                                                         

  Η γνωστή και τόσο ζωντανή παραβολή του Ασώτου Υιού που πιο σωστά αναφέρεται και ως του Φιλεύσπλαχνου Πατέρα, αναδεικνύει μέσα από το περιεχόμενό της τα φιλάνθρωπα σπλάχνα του Θεού, στα οποία μπορεί ν’ αναπαυθεί ο άνθρωπος όσο κι αν έχει ξεπέσει, όσο χαμηλά κι αν έχει βρεθεί. Η στάση του νεώτερου υιού αλλά κυρίως του Πατέρα, δίνουν τη δυνατότητα στον άνθρωπο να εντρυφήσει μέσα από το χρυσορυχείο του ευαγγελικού λόγου και να αντλήσει βαθύτερα μηνύματα.

Η ανταρσία

  Το σκηνικό που φανερώνει την ανταρσία του νεώτερου γιου κινείται στο επίπεδο μιας λογικής, στη βάση της οποίας ο άνθρωπος αναζητεί και ψάχνει την ελευθερία του σε καταστάσεις που ο ίδιος δεν υποπτεύεται ότι μπορούν να τον εκβάλουν στην πιο αβάστακτη δουλεία και ανυπόφορη σκλαβιά.

  Δεν υπολόγισε ο νεώτερος γιος ότι η ουσία των πραγμάτων δεν βρίσκεται στην όποια περιουσία απαιτούσε, αλλά στην ίδια την κοινωνία που βρισκόταν με τον πατέρα του και την οποία τόσο αυθαίρετα επιθυμούσε να διακόψει.

 Στην πραγματικότητα, ο νέος αυτός δεν βίωνε την αληθινή σχέση αγάπης με τον πατέρα του, αλλά στο βάθος της έβαζε το υλικό συμφέρον. Αν ήταν ειλικρινής, στην παρούσα φάση της ζωής του, από τη στιγμή που ζητούσε να απομακρυνθεί από τη ζεστή αγκαλιά του πατέρα του, δεν θα έπρεπε να αποβλέπει στην περιουσία του. 

  Βλέπουμε ακριβώς εδώ ότι ο άνθρωπος όταν προσκολλάται στα υλικά αγαθά, πόσο αφήνει τον εαυτό του να αναποδογυρίζεται ως ύπαρξη και κατ’ επέκταση να διαταράσσει την αρμονική σχέση που θα μπορούσε να έχει με τους γύρω του. Τρέφει την ψευδαίσθηση ότι το νόημα της ζωής μπορεί να το ιχνηλατήσει μέσα από μια αυτονόμηση του εαυτού του, η οποία στο τέλος, δυστυχώς, τον απανθρωπίζει.

Η αγάπη ως υπέρβαση

 Είναι εκπληκτικό το γεγονός  ότι παρά τις ανθρώπινες παρενέργειες, οι οποίες εκδηλώνονται σ’ όλο το φάσμα της ανθρώπινης ζωής, αυτές σε καμιά περίπτωση δεν είναι ικανές να ακυρώσουν ή έστω ν’ αναστρέψουν το μεγαλείο της θείας αγάπης.

 Η αγάπη του Πατέρα απλώνεται με ένα μοναδικό μεγαλείο, ακόμα και στη φάση που αποκαλύπτεται το έσχατο σημείο κατάπτωσης του άσωτου υιού. Πάντα υπομένει, πάντα περιμένει, πάντα προσκαλεί με ολάνοικτες τις αγκάλες.

  Η αγάπη του Πατέρα προσφέρει κοινωνία στον νεώτερο υιό και μάλιστα στις χειρότερες φάσεις της ζωής του και τη στιγμή που όλοι τον είχαν άσπλαχνα εγκαταλείψει και τον άφησαν να βιώνει την πιο οδυνηρή μοναξιά. Ποτέ ο Πατέρας δεν είχε χάσει την αίσθηση της υιοθεσίας. Όσο κι αν η ανταρσία του υιού την τορπίλιζε, ο Πατέρας εξακολουθούσε το ίδιο και ακόμα πιο πολύ να τον αισθάνεται παιδί του. Γι’ αυτό πάντοτε προσδοκούσε και προσέβλεπε στην ευλογημένη ώρα της μεγάλης επιστροφής του. Και όταν επιστρέφει, τον αγκαλιάζει και τον καταφιλεί.

  Τα οποιαδήποτε λόγια δεν είναι ικανά να φανερώσουν το βάθος της αγάπης του Πατέρα. Το ίδιο το παιδί μπροστά σ’ αυτό το μεγαλείο της αγάπης, αισθάνεται τη δική του αναξιότητα. Κατάλαβε τι είχε χάσει με την ανταρσία του και πόσα κερδίζει με την επιστροφή του. Περιορίζεται να ζητήσει μια θέση «ως εις των μισθίων» του Πατέρα. Δεν θέλει να ζητήσει τίποτε για τον εαυτό του.

  Γι’ αυτό και ο Πατέρας του τα δίνει όλα. Το μεγάλο πανηγύρι της  ζωής στήνεται πάντοτε στο ισχυρό βάθρο της αγάπης, της θεϊκής συγγνώμης, της αληθινής κοινωνίας των προσώπων. Ο μόσχος ο σιτευτός γίνεται η εν Χριστώ σωτηρία για όλους τους ανθρώπους.

Αγαπητοί αδελφοί, τα μηνύματα της ωραιότατης αυτής παραβολής που ξεδιπλώνει μπροστά μας η μητέρα μας Εκκλησία, μπορούν να διαπερνούν την ύπαρξη του ανθρώπου και να τον προσανατολίζουν στις πιο ασφαλείς σταθερές στη ζωή του.

  Ιδιαίτερα η αίσθηση ότι η θεϊκή συγγνώμη και αγάπη, αφήνει ανοικτές τις αγκάλες του Θεού για να μας δέχεται πάντοτε σε όποια θέση κι αν βρεθούμε, όσο κι αν έχουμε εκπέσει. Μπορούμε και εμείς, όπως ο μικρότερος υιός, να έλθουμε «εις εαυτόν» και να προσανατολίσουμε τη ζωή μας εκεί όπου η αγάπη του Θεού θα σκεπάζει όλη τη ζωή μας.

Χριστάκης Ευσταθίου, Θεολόγος.

Κυριακὴ τοῦ Ἀσώτου – Εὐαγγελικὸ και Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 8 Φεβρουαρίου 2026

 

Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 8 Φεβρουαρίου 2026, Κυριακὴ τοῦ Ἀσώτου (Λουκ. ιε΄ 11-32)

Eἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς. καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας. καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον. καὶ μετ᾿ οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν, καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως. δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὸς κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι. καὶ πορευθεὶς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους. καὶ ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι, καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ. εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλλυμαι! ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου· οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου. καὶ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ. ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼν ἐ­­­­πέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ υἱός· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου. εἶπε δὲ ὁ πατὴρ πρὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ· ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ἐνδύσατε αὐτόν, καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, καὶ ἐνέγκαντες τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν θύσατε, καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν, ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη. καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι. ῏Ην δὲ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ πρεσβύτερος ἐν ἀγρῷ· καὶ ὡς ἐρχόμενος ἤγγισε τῇ οἰκίᾳ, ἤκουσε συμφωνίας καὶ χορῶν, καὶ προσκαλεσάμενος ἕνα τῶν παίδων ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἥκει καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν. ὠργίσθη δὲ καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν. ὁ οὖν πατὴρ αὐτοῦ ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτόν. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε τῷ πατρί· ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ· ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· τέκνον, σὺ πάντοτε μετ᾿ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν· εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

11 Καί γιά νά κάνει σαφέστερη καί περισσότερο κατανοητή τήν ἀλήθεια αὐτή, εἶπε καί τήν ἑξῆς παραβολή: Ἕνας ἄνθρωπος, ὁ Θεός δηλαδή, εἶχε δύο γιούς. 12 Ὁ μικρότερος γιός εἰκο­νί­ζει τόν ἀποστάτη ἁμαρτω­λό, πού φεύγει ἀπό τήν ὑπακοή καί τήν προστασία τοῦ ἐπ­ουρανίου Πατρός. Εἶπε λοιπόν ὁ μικρότερος γιός στόν πατέρα του: Πατέρα, δῶσ’ μου τό μερίδιο τῆς περιουσίας πού μοῦ ἀνήκει. Καί ὁ πατέρας μοίρασε καί στούς δυό γιούς τήν περιουσία. Ὁ Θεός δηλαδή καί στόν ἁμαρ­τωλό πού θέ­λει νά ζεῖ μακριά ἀπ’ αὐτόν δίνει τά μέ­­σα τῆς συντηρήσεώς του καί ὅλα ἐκεῖνα τά πνευματικά καί ὑλικά χαρίσματα πού θά τόν ἔκαναν πνευματικά εὐτυ­χισμένο, ἐάν αὐτός δέν τά κατασπαταλοῦσε. 13 Ὕστερα ἀπό λίγες μέρες ὁ νεότερος γιός μά­ζεψε ὅλα ὅσα τοῦ ἔδωσε ὁ πατέρας του καί ταξίδεψε σέ χώ­­ρα μακρινή. Ἐκεῖ διασκόρπισε τήν περιουσία του κά­­­νο­­­ντας μιά ζωή ἄσωτη καί ἀκόλαστη. Ἔτσι καί κάθε ἁμαρτωλός ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν του χωρίζεται ἀπό τόν Θεό καί ὁδηγεῖται πολύ μακριά ἀπ’ αὐτόν. Καί μέ τήν κατάχρηση τῶν χαρισμάτων πού τοῦ ἔδωσε ὁ ἐπου­ρά­­νιος Πατήρ ἐξα­χρει­ώ­νε­ται καί διαφθείρεται. 14 Ὅταν ὁ νεότερος γιός ξόδεψε ὅλα ὅσα εἶχε, ἔ­πεσε με­­γάλη πείνα στή χώρα ἐκείνη, κι αὐτός ἄρχι­σε νά στε­ρεῖ­ται. Κάθε ἁμαρτωλός δηλαδή δέν ἔ­­­χει ἀπεριόριστες ἀ­πο­λαύσεις. Ἀργά ἤ γρήγορα θά αἰ­­­­­σθαν­θεῖ τήν ἀθλι­ό­­τητα καί τό κενό πού δημιουργεῖ στήν καρδιά του ἡ ἄσω­τη ζωή καί ἡ στέρηση τῆς θείας παρη­γοριᾶς.
15 Καί ὁ ἄσωτος γιός ἐξαιτίας τῶν στερήσεων καί τῆς πείνας του πῆγε σ’ ἕναν ἀπό τούς πολίτες ἐκείνης τῆς χώρας, ὁ ὁποῖος τόν προσέλαβε ὡς δοῦλο. Καί τόν ἔστειλε στά χωράφια του νά βόσκει χοίρους, ζῶα δη­­λαδή ἀκάθαρτα, πού προκαλοῦσαν τήν ἀηδία καί τήν ἀποστροφή σ’ ἕναν Ἰουδαῖο, ὅπως ἦταν ὁ νεότερος γιός. Σέ τί ἐξευτελισμό καταντᾶ καί πόσο χάνει τήν ἀξι­­­­­­ο­­πρέπειά του ὁ ταλαίπωρος ἁμαρτωλός! 16 Καί ἐπιθυμοῦσε ὁ νεότερος γιός νά γεμίσει τήν κοιλιά του μέ τά ξυλοκέρατα πού ἔτρωγαν οἱ χοῖροι. Μά κανείς δέν τοῦ ἔδινε, διότι οἱ ὑπηρέτες πού ἔκαναν τή διανομή παρατηροῦσαν μέ προσοχή νά μή μείνουν χωρίς τροφή οἱ χοῖροι. 17 Σέ κάποια ὅμως στιγμή αὐτός ἦλθε στόν ἑαυτό του ἀπό τή μέθη καί τήν τρέλα τῆς ἁμαρτίας καί εἶπε: Πόσοι μισθωτοί ἐργάτες τοῦ πατέρα μου ἔχουν ἄφθονο καί πε­ρίσσιο ψωμί, ἐνῶ ἐγώ κινδυνεύω νά πεθάνω ἀπό τήν πείνα! Τό πρῶτο βῆμα δηλαδή τῆς μετανοίας τοῦ ἁμαρ­τωλοῦ εἶναι ἡ συναίσθηση τῆς ἀθλιότητός του. 18 Μετά τή συναίσθηση αὐτή ἀκολουθεῖ ἡ σωτηριώ­δης ἀπόφαση. Θά σηκωθῶ, λέει ὁ ἄσωτος, καί θά πάω στόν πατέρα μου καί θά τοῦ πῶ: Πατέρα, ἁμάρτησα στόν οὐρανό. (Διότι ἐκεῖ οἱ ἄγγελοι ἐκτελοῦν μέ εὐλά­βεια τό θεῖο θέλημα, καί ὅπως ὑπακοῦν αὐτοί, ἔτσι ἀξι­­ώνουν καί ὅλα τά κτίσματα νά ὑπακοῦν σ’ αὐτό, καί λυ­­ποῦνται γιά τήν ἀποστασία κάθε ἀνθρώπου). Ἁμάρ­τησα καί σέ σένα, διότι περιφρόνησα τή στοργή σου καί δέν λογάριασα τή λύπη πού δοκίμαζες ὅταν ἔφευ­γα μακριά σου. 19 Δέν εἶμαι πλέον ἄξιος νά ὀνομάζομαι γιός σου. Δέν ζητῶ νά προ­σ­λη­φθῶ οὔτε ὡς μόνιμος δοῦλος σου παραμένοντας διαρκῶς στό σπίτι σου. Κά­νε με σάν ἕναν ἀπό τούς μισθωτούς ἐργάτες σου. 20 Καί ἡ σωτηριώδης ἀπόφαση ἄρχισε νά ἐνεργοποι­εῖ­­ται. Ὁ ἄσωτος σηκώθηκε καί ξεκίνησε νά πάει στόν πα­­τέρα του. Κι ἐνῶ βρισκόταν ἀκόμη μακριά, τόν εἶδε ὁ πατέ­ρας του καί τόν σπλαχνίσθηκε. Ἔτρεξε τότε γιά νά τόν προ­ϋπαντήσει, ἔπεσε στόν τράχηλό του, τόν ἀγκά­λια­σε σφιχτά καί τόν καταφιλοῦσε μέ στοργή. Ὁ Θεός δη­λαδή ὄχι μόνο δέχεται τόν ἁμαρτωλό πού μετανοεῖ καί ἐπιστρέφει κοντά του, ἀλλά καί προτοῦ ἀκόμη πλη­­σι­άσει ὁ ἁμαρτωλός, σπεύδει νά τόν ἀνα­ζη­τή­σει, καί τόν ἀγκαλιάζει μέ στοργή. 21 Ἐνῶ λοιπόν ὁ Πατέρας ἔδειξε τέτοια στοργή κι ἐνῶ ἀκολούθησε μιά τόσο θερμή συνδιαλλαγή, ὁ γιός συ-ν­τε­­τριμμένος ἔκανε τήν ἐξομολόγησή του λέγοντας: Πατέρα, ἁμάρτησα στόν οὐρανό καί σέ σένα καί δέν εἶμαι πλέον ἄξιος νά ὀνομάζομαι γιός σου. 22 Ὁ πατέρας τότε τόν διέκοψε καί εἶπε στούς δούλους του: Βγάλτε ἔξω τήν πιό καλή φορεσιά ἀπ’ ὅσες ἔχουμε, σάν αὐτή πού φοροῦσε πρίν φύγει ἀπ’ τό σπίτι μου. Κι ἐπειδή αὐτός, στήν κατάσταση πού εἶναι, θά ντρέπεται νά τήν φορέσει, ντύστε τον ἐσεῖς, γιά νά μήν εἶναι πλέον γυμνός καί κουρελιάρης. Καί δῶστε του δαχτυλίδι νά τό φοράει στό χέρι του, ὅπως φοροῦν οἱ κύριοι καί οἱ ἐλεύθεροι. Δῶστε του καί ὑποδήματα στά πόδια του, γιά νά μήν περπατᾶ ξυπόλυτος ὅπως οἱ σκλάβοι. Τόν ἀποκαθιστῶ δηλαδή ὁλοκληρω­τικά στή θέση καί στά δικαιώματα πού εἶχε πρίν ἀσω­τεύ­σει. 23 Καί φέρτε καί σφάξτε ἐκεῖνο ἀπό τά μοσχάρια πού τό τρέφουμε ξεχωριστά γιά κάποια χαρμόσυνη καί ἐξαι­ρε­τική περίσταση. Ἄς φᾶμε λοιπόν, ἄς χαροῦμε καί ἄς πανηγυρίσουμε μέ τραγούδια καί μέ χορούς, 24 διότι ὁ γιός μου αὐτός μέχρι πρίν ἀπό λίγο ἦταν νεκρός, καί ἀναστήθηκε· ἦταν χαμένος, καί βρέθηκε. Καί ἄρχισαν νά εὐφραίνονται. 25 Ὁ μεγαλύτερος ὅμως γιός, μέ τόν ὁποῖο ἔμοιαζαν οἱ Φαρισαῖοι, ἦταν στό χωράφι. Καί καθώς ἐρ­χόταν καί πλησίαζε στό σπίτι, ἄκουσε ὄργανα καί τραγούδια καί χορούς. 26 Κάλεσε λοιπόν ἕναν ἀπό τούς ὑπηρέτες πού στεκό­ταν ἀπ’ ἔξω, καί ρωτοῦσε νά μάθει τί συμβαίνει, τί τάχα νά σήμαιναν ὅλα αὐτά. 27 Κι αὐτός τοῦ εἶπε: Γύρισε ὁ ἀδελφός σου, καί ὁ πατέρας σου ἔσφαξε τό καλοθρεμμένο μοσχάρι, διότι τοῦ γύρισε πάλι πίσω γερός καί ὑγιής. 28 Ὁ μεγαλύτερος ὅμως γιός θύμωσε καί δέν ἤθελε νά μπεῖ στό σπίτι. (Ἔτσι συμπεριφέρονταν καί οἱ Φαρισαῖοι, πού σκανδαλίζονταν ὅταν ἔβλεπαν τόν Κύριο νά συναναστρέφεται καί νά διδάσκει τούς ἁμαρτωλούς). Ὁ πατέρας του λοιπόν βγῆκε ἔξω καί τόν παρακαλοῦσε μέ τήν ἴδια στοργή πού δέχθηκε τό νεότερο γιό του. 29 Ἀλλά ὁ μεγαλύτερος γιός ἀποκρίθηκε στόν πατέρα του: Τόσα χρόνια εἶμαι στή δούλεψή σου καί ποτέ δέν παράκουσα κάποια προσταγή σου· καί παρόλα αὐτά δέν μοῦ ἔδωσες ποτέ οὔτε ἕνα κατσικάκι γιά νά διασκεδάσω μέ τούς φίλους μου. (Πόσο πλανᾶται ὁ με­γα­λύτερος γιός! Ἐάν ὑπῆρξε τόσο πειθαρχικός στόν πατέρα του, πῶς τώρα τόν παρακούει μέ τέτοιο πεῖσμα; Καί πότε ζήτησε κατσικάκι ἀπό τόν πατέρα του, κι ἐκεῖνος δέν τοῦ ἔδωσε;). 30 Ὅταν ὅμως ἦλθε ὁ προκομμένος αὐτός γιός σου, πού κατασπατάλησε τήν περιουσία σου μέ πόρνες, ἔσφαξες γι’ αὐτόν τό καλύτερο μοσχάρι πού τό εἴχα­με θρε­φτάρι. (Ὁ μεγαλύτερος γιός μεταχειρίστη­κε τήν ἀλαζονική γλώσσα τῶν Φαρισαίων, πού περιφρο­νοῦ­σαν τούς ἁ­μαρτω­λούς καί νόμιζαν ὅτι μόνο αὐτοί ἦταν δίκαιοι καί γι’ αὐτό εἶχαν ἀποκλειστικά δικαιώματα στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ). 31 Ὁ πατέρας τότε τοῦ ἀπάντησε: Παιδί μου, ἐσύ εἶ­σαι πάντοτε μαζί μου. Κι ὅλα ὅσα ἔχω, δικά σου εἶ­ναι. 32 Ἔπρεπε λοιπόν κι ἐσύ νά εὐφρανθεῖς καί νά χαρεῖς, διότι ὁ ἀδελφός σου αὐτός, γιά τόν ὁποῖο μέ τόση περιφρόνηση μιλᾶς, ἦταν νεκρός, καί ἀναστήθηκε. Ἦταν χαμένος, καί βρέθηκε.


Αποστολικό Ανάγνωσμα: Α΄ Κορ. στ΄ 12-20

12 Πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ’ οὐ πάντα συμφέρει· πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ’ οὐκ ἐγὼ ἐξουσιασθήσομαι ὑπό τινος. 13 τὰ βρώματα τῇ κοιλίᾳ, καὶ ἡ κοιλία τοῖς βρώμασιν· ὁ δὲ Θεὸς καὶ ταύτην καὶ ταῦτα καταργήσει. τὸ δὲ σῶμα οὐ τῇ πορνείᾳ, ἀλλὰ τῷ Κυρίῳ, καὶ ὁ Κύριος τῷ σώματι· 14 ὁ δὲ Θεὸς καὶ τὸν Κύριον ἤγειρε καὶ ἡμᾶς ἐξεγερεῖ διὰ τῆς δυνάμεως αὐτοῦ. 15 οὐκ οἴδατε ὅτι τὰ σώματα ὑμῶν μέλη Χριστοῦ ἐστιν; ἄρας οὖν τὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ ποιήσω πόρνης μέλη; μὴ γένοιτο. 16 ἢ οὐκ οἴδατε ὅτι ὁ κολλώμενος τῇ πόρνῃ ἓν σῶμά ἐστιν; ἔσονται γάρ, φησίν, οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν· 17 ὁ δὲ κολλώμενος τῷ Κυρίῳ ἓν πνεῦμά ἐστι. 18 φεύγετε τὴν πορνείαν. πᾶν ἁμάρτημα ὃ ἐὰν ποιήσῃ ἄνθρωπος ἐκτὸς τοῦ σώματός ἐστιν, ὁ δὲ πορνεύων εἰς τὸ ἴδιον σῶμα ἁμαρτάνει. 19 ἢ οὐκ οἴδατε ὅτι τὸ σῶμα ὑμῶν ναὸς τοῦ ἐν ὑμῖν ἁγίου Πνεύματός ἐστιν, οὗ ἔχετε ἀπὸ Θεοῦ, καὶ οὐκ ἐστὲ ἑαυτῶν; 20 ἠγοράσθητε γὰρ τιμῆς· δοξάσατε δὴ τὸν Θεὸν ἐν τῷ σώματι ὑμῶν καὶ ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν ἅτινά ἐστι τοῦ Θεοῦ.

Νεοελληνική Απόδοση

12 Όλα μου επιτρέπεται να τα κάμω, όπως π.χ. να τρώγω και να πίνω χωρίς διακρίσεις, αλλά δεν είναι συμφέρον να πράττω όλα. Όλα μου επιτρέπονται, αλλ’ εγώ δεν θα εξουσιασθώ και δεν θα υποδουλωθώ εις τίποτε. 13 Τα φαγητά είναι δια την κοιλίαν και η κοιλία δια τα φαγητά. Ο δε Θεός θα καταργήση και αυτά και εκείνην εις την μέλλουσαν ανάστασιν των σωμάτων. Δεν είναι η τροφή, που μας κάνει αμαρτωλούς ενώπιον του Θεού. Αυτό όμως δεν ισχύει προκειμένου περί της ηθικής καθαρότητος, διότι το σώμα δεν έχει γίνει δια την πορνείαν και τας σαρκικάς επιθυμίας, αλλά δια τον Κύριον, που είναι κεφαλή του πνευματικού σώματος της Εκκλησίας· και ο Κύριος είναι δια το σώμα, δια να κατοική εις αυτό και το αγιάζη. 14 Αφού δε ο Θεός και τον Κύριον ανέστησεν εκ νεκρών, και ημάς όλους, που αποθνήσκομεν και το σώμα μας διαλύεται, θα μας αναστήση εκ νεκρών με την παντοδυναμίαν του. 15 Δεν γνωρίζετε ότι τα σώματά σας είναι μέλη του Χριστού, (ο οποίος είναι κεφαλή του σώματος της Εκκλησίας); Να αποτραβήξω, λοιπόν, και να πάρω τα μέλη του Χριστού και να τα κάνω μέλη πόρνης; Μη γένοιτο. 16 Η δεν γνωρίζετε, ότι εκείνος ο οποίος προσκολλάται και ενώνεται με την πόρνην είναι ένα σώμα με αυτήν; Διότι αυτό λέγει η Γραφή· “θα γίνουν, λέγει, οι δύο, άνδρας και γυναίκα, μια σάρκα, εν σώμα”. 17 Εκείνος όμως που προσκολλάται και ενώνεται με τον Κύριον, γίνεται κατά μυστηριώδη τρόπον ένα πνεύμα με αυτόν, γεμίζει ολόκληρος και αγιάζεται από αυτόν. 18 Αποφεύγετε πάντοτε με όλην σας την δύναμιν τον μολυσμόν της πορνείας. Κάθε άλλο αμάρτημα, που ήθελε πράξει ο άνθρωπος, είναι αμάρτημα που διαπράττεται έξω από το σώμα και δεν το βλάπτει αμέσως και κατ’ ευθείαν τόσον πολύ. Ενώ εκείνος που πορνεύει, αμαρτάνει εναντίον αυτού τούτου του σώματος, το οποίον και μολύνει και βλάπτει κατά τρόπον άμεσον και ταχύν. 19 Η δεν γνωρίζετε ότι το σώμα σας είναι ναός του Αγίου Πνεύματος, που κατοικεί μέσα σας, και το έχετε λάβει από τον Θεόν και άρα δεν ανήκετε στον εαυτόν σας; 20 Διότι έχετε εξαγορασθή με πολύτιμον τίμημα, δηλαδή με το ανεκτίμητον αίμα του Χριστού. Αποφεύγετε, λοιπόν, κάθε σαρκικήν εκτροπήν, που μολύνει το σώμα, και δοξάσατε τον Θεόν με όλην σας την προσωπικότητα, με το σώμα σας και με το πνεύμα σας, τα οποία είναι του Θεού.

                                             *****************************************

ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ

1. Ἐξουσιαστὴς καὶ ὄχι δοῦλος

Κυριακὴ τοῦ Ἀσώτου ὀνομάζεται ἡ σημερινὴ Κυριακή, καθὼς παίρνει τὴν ὀνομασία της ἀπὸ τὴ θαυμάσια παραβολὴ τοῦ ἄσωτου υἱοῦ ποὺ ἀναγινώσκεται στὸ Εὐαγγέλιο τῆς θείας Λειτουργίας. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἀποστολικὴ περικοπὴ τῆς ἡμέρας ἔχει πολὺ δυνατὰ νοήματα. Μεταξὺ ἄλλων ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐπισημαίνει στοὺς Κορινθίους τὸν ὕπουλο κίνδυνο τῆς ὑποδουλώσεως στὶς ἐπιθυμίες. «Πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐκ ἐγὼ ἐξουσιασθήσομαι ὑπό τινος», γράφει. Δηλαδή, ὅλα ἔχω ἐξουσία νὰ τὰ κάνω, ἀλλὰ ἐγὼ δὲν θὰ ἐξουσιασθῶ καὶ δὲν θὰ γίνω δοῦλος σὲ τίποτα ἀπὸ αὐτά.

Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὁ Θεὸς ἔχει δώσει στὸν ἄνθρωπο τὴν ἐξουσία νὰ διαχειρίζεται τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ ποὺ τοῦ ἔχει χαρίσει. Νὰ ἐπιλέγει σύμφωνα μὲ τὶς ἀνάγ­κες του αὐτὰ ποὺ ἐπιθυμεῖ, αὐτὰ ποὺ χρειάζεται. Εἶναι κύριος τῶν ἀγαθῶν καὶ ὅλης τῆς κτίσεως ποὺ τὸν περιβάλλει. Ἐδῶ ὅμως ἐλλοχεύει ὁ μεγάλος κίνδυνος: Ἂν ὁ ἄνθρωπος δὲν κάνει συνετὴ χρήση τῶν ἀγαθῶν τοῦ Θεοῦ, κινδυνεύει νὰ ὑποδουλωθεῖ σὲ αὐτά· ἀκόμη καὶ ὅταν αὐτὰ δὲν εἶναι ἁμαρτωλά, ἀλλὰ ἀπαραίτητα στὴν καθημερινὴ ζωή. Γιὰ παράδειγμα τὸ φαγητό, τὰ χρήματα, ἡ τεχνολογία καὶ πολλὰ ἄλλα. Κινδυνεύει τελικὰ νὰ αἰχμαλωτισθεῖ, καὶ ἀπὸ ἐξουσιαστὴς νὰ γίνει δέσμιος τῶν παθῶν, ἀπὸ ἐλεύθερος νὰ καταντήσει δοῦλος.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος σχολιάζει σχετικά· «Κύριος εἶ τοῦ φαγεῖν. Οἰκοῦν μένε κύριος ὢν καὶ σκόπει μὴ γένῃ δοῦλος τούτου τοῦ πάθους» (PG 61, 139). Ἔχεις τὴν ἐξουσία νὰ τραφεῖς, γράφει. Λοιπόν, νὰ παραμένεις κύριος τῆς τροφῆς καὶ πρόσεχε νὰ μὴ γίνεις δοῦλος τοῦ πάθους τῆς γαστριμαργίας. Ἂς προσέχουμε λοιπὸν νὰ κάνουμε χρήση τῶν ἀγαθῶν τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι κατάχρηση. Διότι κάθε τὶ περιττὸ καὶ ὑπερβολικὸ ἀποβαίνει ἐπιζήμιο γιὰ ἐμᾶς. Καὶ τότε ἀπὸ ἐξουσιαστὲς κινδυνεύουμε νὰ γίνουμε δοῦλοι.

2. Ναὸς τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ

Στὴ συνέχεια τῆς περικοπῆς ὁ ἀπόστολος Παῦλος κάνει ἰδιαίτερη ἀναφορὰ στὸ ἀνθρώπινο σῶμα. Ἀναδεικνύει τὴν ἀξία του, θέλοντας νὰ ἀποτρέψει τοὺς Κορινθίους ἀπὸ τὰ ἁμαρτήματα τῆς σαρκός. Ἀφοῦ ἔχει σημειώσει νωρίτερα ὅτι «ναὸς Θεοῦ ἐστε» (Α΄ Κορ. γ΄ 16), τώρα ἀναφέρει ὅτι «τὰ σώματα ὑμῶν μέλη Χριστοῦ ἐστι». Τὰ σώματά σας εἶναι μέλη τοῦ Χριστοῦ. Ἐπιπλέον γράφει στὴ συνέχεια ὅτι «τὸ σῶμα ὑμῶν ναὸς τοῦ ἐν ὑμῖν Ἁγίου Πνεύματός ἐστιν». Τὸ σῶμα σας εἶναι ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ Ὁποῖο κατοικεῖ μέσα σας. Ὁ θεόπνευστος Ἀπόστολος ἐπανειλημμένα προβάλλει τὴν ἱερότητα τοῦ ἀνθρώπινου σώματος, ἐπισημαίνοντας μάλιστα ὅτι εἶναι κατοικητήριο καὶ ναὸς τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Εἶναι πραγματικὰ ἀσύλληπτη ἡ ἀξία ποὺ δίνει ὁ Θεὸς στὸν ὅλο ἄνθρωπο· ὄχι μόνο στὴν ψυχή, ἀλλὰ καὶ στὸ σῶμα.

Στὶς ἡμέρες μας πολλοὶ ἄνθρωποι ἀντιλαμβάνονται μὲ λανθασμένο τρόπο τὴν ἀξία τοῦ σώματος. Ὄχι ἁπλῶς τὸ φροντίζουν, κάποτε σὲ ὑπερβολικὸ βα­θμό, γιὰ νὰ εἶναι ὄμορφο, δυνατὸ καὶ ὑγιές, ἀλλὰ φθάνουν στὸ σημεῖο σχεδὸν νὰ τὸ θεοποιοῦν. Τὸ χρησιμοποιοῦν ὡς μέσο ἐξυπηρετήσεως τῶν παθῶν. Θεωροῦν ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἀξία τοῦ σώματος. Τελικὰ ὅμως μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ τὸ ἀπαξιώνουν καὶ τὸ εὐτελίζουν. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος σήμερα μᾶς τόνισε ὅτι τὸ ἀνθρώπινο σῶμα ἔχει πολὺ μεγάλη ἀξία. Ἡ δὲ ἀξία του ἔγκειται στὸ ὅτι εἶναι ναὸς τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἕνας ἱερὸς χῶρος, μέσα στὸν ὁποῖο διαμένει καὶ ἐνεργεῖ ὁ Θεός.

3. Ἡ δοξολογία τοῦ ἀνθρώπου

Ὡς συμπέρασμα τῶν ὅσων προηγήθηκαν, ὁ ἀπόστολος Παῦλος δίνει μιὰ σημαντικὴ προτροπὴ στὸ τέλος τῆς περικοπῆς: «Δοξάσατε δὴ τὸν Θεὸν ἐν τῷ σώματι ὑμῶν καὶ ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν, ἅτινά ἐστι τοῦ Θεοῦ». Δηλαδή, δοξάστε τὸν Θεὸ μὲ τὸ σῶμα σας καὶ μὲ τὸ πνεῦμα σας, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν σ᾿ Ἐκεῖνον. Ἀφοῦ ὑπογράμμισε νωρίτερα ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ναὸς τοῦ Θεοῦ, τώρα μᾶς παρακινεῖ νὰ ἀναπέμπουμε δοξολογία πρὸς τὸν Θεὸ στὸν πνευματικὸ αὐτὸ ναό.

Πιὸ πρακτικὰ αὐτὸ σημαίνει νὰ δοξάζουμε τὸν Θεὸ μὲ τὰ λόγια ποὺ ἐκφέρει τὸ στόμα μας· μὲ τὶς σκέψεις ποὺ καλλιεργεῖ ὁ νοῦς μας· μὲ τὶς ἐπιθυμίες ποὺ κρύβει ἡ καρδιά μας· μὲ τὴν ἐλεημοσύνη ποὺ προσφέρουν τὰ χέρια μας· μὲ τὴν ἁγνότητα τῶν ματιῶν μας· μὲ τὰ κεκλιμένα γόνατά μας κατὰ τὴν ἱερὴ ὥρα τῆς προσευχῆς. Ὁ ὅλος ἄνθρωπος, μὲ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα, ὀφείλει νὰ δοξάζει τὸν Θεό· νὰ ἀναπέμπει αἶνο πρὸς Ἐκεῖνον· νὰ προσφέρει θυσία μυστικὴ μέσα στὸν πνευματικὸ ναὸ τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος· νὰ λατρεύει τὸν Τριαδικὸ Θεὸ μὲ ὅλη τὴν ὕπαρξή του.

                                                      *****************************************

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

Η Υπαπαντή του Κυρίου μας Ιησού Χριστού - Ακούστε παιδιά!

 


Η παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου - Ακούστε παιδιά!

 


ΥΜΝΟΙ ΥΠΑΠΑΝΤΗΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ


 
  





Αφιέρωμα στην Εορτή της Υπαπαντής του Κυρίου – «ΕΙΔΟΝ ΟΙ ΟΦΘΑΛΜΟΙ ΜΟΥ ΤΟ ΣΩΤΗΡΙΟΝ ΣΟΥ» (Λουκ.2,31)

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

Η μεγάλη θεομητορική και συνάμα δεσποτική εορτή της Υπαπαντής του Κυρίου είναι ένας ακόμη σημαντικός εορτολογικός σταθμός του ενιαυτού στην Εκκλησία μας. Κατ’ αυτήν εορτάζεται το γεγονός της εισόδου του Χριστού στον ιουδαϊκό Ναό της Ιερουσαλήμ και της ευλογίας Του από τον άγιο Συμεών και την σεβάσμια γερόντισσα και προφήτιδα Άννα. Αυτή η τυπική νομική επίσκεψη του Κυρίου μας στο Ναό του Θεού ενέχει πολύ μεγάλη θεολογική σημασία για την Εκκλησία μας, διότι όπως θα δούμε, εκεί αναγγέλλεται για πρώτη φορά δημόσια η πολυπόθητη για το ανθρώπινο γένος έλευση του Λυτρωτή και ειπώθηκαν από τους προαναφερόμενους δικαίους, Συμεών και Άννα, ύψιστης αξίας προφητικά λόγια, τα οποία φανερώνουν περίτρανα την θεία καταγωγή και τη σωτήρια αποστολή του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού στον κόσμο. Γι’ αυτό οι Ορθόδοξοι πιστοί πανηγυρίζουμε λαμπρά αυτή την ιερή ημέρα.

Η εορτή της Υπαπαντής είναι πολύ παλιά και ανάγεται στους χρόνους ίσως και νωρίτερα του 5ου αιώνα. Καθιερώθηκε κατ’ αρχήν στη Δύση για να αντικαταστήσει τη βάρβαρη και παγανιστική εορτή του προς τιμήν απαίσιου τραγόμορφου θεού των δασών Silvanus, αντίστοιχου του Πάνα της αρχαιοελληνικής θρησκείας, προκειμένου να σταματήσουν τα αισχρά όργια των λατρευτών του ψευτοθεού.

Σύμφωνα με τη μωσαϊκή θρησκεία όφειλαν οι γονείς να οδηγήσουν στο Ναό και να αφιερώσουν στο Θεό κάθε νεογέννητο παιδί την τεσσαρακοστή ημέρα από τη γέννησή του (Έξοδ.13,1). Για τους πιστούς Ιουδαίους η γέννηση παιδιών θεωρούνταν θείο δώρο και γι’ αυτό φρόντιζαν να ευχαριστήσουν το Θεό, μετά τον καθαρισμό της λεχώνας μητέρας, μετά από σαράντα ημέρες, όπως προέβλεπε η μωσαϊκή νομοθεσία, «όταν αναπληρωθώσιν αι ημέραι καθάρσεως αυτής εφ’ υιώ ή επί θυγατρί, προσοίσει αμνόν άμωμον, εις ολοκαύτωμα, και νεοσσόν περιστεράς ή τρυγόνα περί αμαρτίας επί την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου» (Λευιτ.12.6).

Το ίδιο έκαμαν και οι άγιοι γονείς του Κυρίου μας. Ως ευσεβείς τηρητές της ιουδαϊκής θρησκείας τηρούσαν επακριβώς όλες τις νομικές διατάξεις. Ο απόστολος Παύλος μας βεβαιώνει πως «εξαπέστειλεν ο Θεός τον υιόν αυτού γενόμενον υπό γυναικός, γενόμενον υπό νόμον, ίνα τους υπό νόμον εξαγοράση» (Γαλ.4,4), διότι «ώφειλε κατά πάντα τοις αδελφοίς ομοιωθήναι» (Εβρ.2,17). Κάθε λεπτομέρεια της ζωής του Κυρίου έχει μεγάλη θεολογική και σωτηριολογική σημασία, διότι αποδεικνύει την πραγματική ενανθρώπησή Του και κατά συνέπεια τη βεβαία σωτηρία μας!

Ο ευαγγελιστής Λουκάς διέσωσε στο Ευαγγέλιό του το γεγονός της εισόδου του νηπίου Ιησού στο Ναό της Ιερουσαλήμ. «Και ότε επλήσθησαν αι ημέραι του καθαρισμού αυτών κατά τον νόμον Μωϋσέως, ανήγαγον αυτόν εις Ιεροσόλυμα παραστήσαι τω Κυρίω… Και ιδού ην ανθρωπος εν Ιερουσολύμοις ω όνομα Συμεών, και ο άνθρωπος ούτος ην δίκαιος και ευλαβής, προσδεχόμενος παράκλησιν του Ισραήλ, και Πνεύμα ην Άγιον επ’ αυτόν΄ και ην αυτώ κεχρισμένον υπό του Πνεύματος του Αγίου μη ιδείν θάνατον πριν ίδη τον Χριστόν Κυρίου. Και ήλθεν εν τω Πνεύματι εις το ιερόν΄ και εν τω εισαγαγείν τους γονείς το παιδίον Ιησούν του ποιήσαι αυτούς κατά το ειθισμένον του νόμου περί αυτού, και αυτός εδέξατο αυτόν εις τας αγκάλας αυτού και ευλόγησε τον Θεόν και είπε: νυν απολύεις τον δούλον σου, δέσποτα, κατά το ρήμα σου εν ειρήνη, ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου, ο ητοίμασας κατά πρόσωπον πάντων των λαών, φως εις αποκάλυψιν εθνών και δόξαν λαού σας Ισραήλ. Και ην Ιωσήφ και η μήτηρ αυτού θαυμάζοντες επί λαλουμένοις περί αυτού. Και ευλόγησεν αυτούς Συμεών και είπε προς Μαριάμ την μητέρα αυτού΄ ιδού ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ και εις σημείον αντιλεγόμενον. Και σου δε αυτής την ψυχήν διελεύσεται ρομφαία, όπως αν αποκαλυφθώσιν εκ πολλών καρδιών διαλογισμοί» (Λουκ.2,22-35).

Πρέπει να έχουμε κατά νουν ότι ο Ναός της Ιερουσαλήμ ήταν για τους ευσεβείς Ιουδαίους τόπος ιερός και άγιος, διότι πίστευαν πως εκεί κατοικούσε ο Ύψιστος Θεός. Η προσέγγισή τους εκεί γέμιζε την ψυχή τους με βαθιά ευλάβεια. Μόλις περνούσαν τις μεγαλόπρεπες πύλες του εντοιχισμένου περιβόλου, τους καταλάμβανε δέος και τρόμος. Πατούσαν τον τόπο της παρουσίας του απόλυτα απρόσιτου Θεού! Ο Ναός της Ιερουσαλήμ ήταν ταυτόσημος με την ιουδαϊκή θρησκεία και σημείο αναφοράς κάθε πιστού Ιουδαίου. Χωρίς αυτόν δε μπορούσε να λειτουργήσει η ιουδαϊκή θρησκεία και γι’ αυτό όταν καταστράφηκε το 70 μ.Χ. από τα ρωμαϊκά στρατεύματα κατοχής, τέθηκε το ερώτημα αν μπορούσε να υπάρξει η θρησκεία χωρίς αυτόν, τόσο μεγάλη σημασία είχε για τους Ιουδαίους.

Ο Ναός ήταν ο τόπος ηρεμίας και παρηγοριάς όλων των ευσεβών Ιουδαίων, οι οποίοι απαυδισμένοι από την αφάνταστη ασέβεια και ηθική κατάπτωση της εποχής των, περίμεναν την από Θεού λύτρωση. Ανέβαιναν στο λόφο Σιών, που ήταν κτισμένος ο Ναός και προσευχόταν με κατάνυξη και συντριβή για την αποστασία του λαού και παρακαλούσαν, με δάκρυα, την συντόμευση του χρόνου της ελεύσεως του Μεσσία. Ορισμένοι μάλιστα είχαν εγκατασταθεί μόνιμα στα πολυάριθμα παρακείμενα κτίσματα και ζούσαν με προσευχή και νηστεία, την αναμονή του Σωτήρα.

Δύο από αυτούς ήταν ο δίκαιος Συμεών και η αγία γερόντισσα Άννα. Ο Συμεών, λόγω αγιότητας, ήταν πλημμυρισμένος από το Άγιο Πνεύμα και είχε την θεία πληροφορία πως δεν θα πέθαινε πριν δει το Μεσσία. Πράγματι, ο φωτισμένος άγιος γέρων, με την έμπνευση του Θεού Παρακλήτου, αναγνώρισε στο πρόσωπο του νηπίου, που έφερε στο Ναό η αγία Οικογένεια, τον αναμενόμενο Λυτρωτή και αποκάλυψε για πρώτη φορά δημόσια, ενώπιον πλήθους προσκυνητών, ότι ο αναμενόμενος Μεσσίας ήρθε! Πήρε στις αδύναμες γεροντικές του αγκάλες το Θείο Βρέφος και με δάκρυα ανείπωτης χαράς ύψωσε τα μάτια τους στον ουρανό και ύμνησε το Θεό, ο Οποίος πραγματοποίησε την υπόσχεσή Του να στείλει στον κόσμο το Λυτρωτή, που ανήγγειλε μέσω των προφητών Του.

Ανέπεμψε τη γνωστή σε όλους μας τελευταία καταγραμμένη ωδή της Καινής Διαθήκης, «Νυν απολύεις τον δούλον Σου Δέσποτα…», την οποία καταχωρήσαμε στο κείμενο του Λουκά. Η ωδή αυτή έχει τεράστια θεολογική σημασία. Σύμφωνα με τους Πατέρες της Εκκλησίας μας, ο Συμεών απευθύνεται στο Θεό Παράκλητο, Οποίος τον είχε διαβεβαιώσει για τον ερχομό του Σωτήρα. Μόνο αυτό το γραφικό χωρίο θα αρκούσε να αποδείξει την πραγματικότητα της θείας υποστάσεώς Του σε όσους κακόβουλα και πλανεμένα Την αρνούνται. Τον αποκαλεί Δέσποτα, αποκλείοντας κάθε υπόνοια ότι το Άγιο Πνεύμα δεν είναι πρόσωπο. Αποδεικνύεται περίτρανα η υπέρτατη συμβολή Του στη διαδικασία της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους. Η σάρκωση του Θεού Λόγου είναι, κατά κύριο λόγο, έργο του Παναγίου Πνεύματος (Λουκ.1,35. Ματθ.1, 21).

Ο άγιος γέρων ζητεί από το Θεό, αν θέλει, τον πάρει πια από τη ζωή αυτή, διότι ικανοποιήθηκε η μεγάλη προσδοκία του. Ο λόγος του Θεού, που έτρεφε με θέρμη περίσσια στην ψυχή του βγήκε αληθινός και πραγματοποιήθηκε. Ευτύχησε να δει με τα γεροντικά του μάτια τη νέα εποχή της σωτηρίας και της χάριτος, ως αποτέλεσμα της αγάπης του Θεού για τον άνθρωπο και ολόκληρη τη δημιουργία Του. Ζητεί να απολυθεί από αυτόν τον μάταιο κόσμο ειρηνικά, διότι το άγχος και η ταραχή, που προκαλεί στο βίο η αμαρτία, παραμερίζονται. Αποζητά το θάνατο, διότι προαισθάνεται ότι επίκειται ο θάνατος του θανάτου του. Ότι, δια του Χριστού, ο θάνατος είναι πια πέρασμα προς την αιωνιότητα.

Μια άλλη σημαντική παράμετρος της ωδής του Συμεών είναι η επισήμανση της παγκοσμιότητας της σωτηρίας. Αποκαλεί το «σωτήριον», δηλαδή το Μεσσία, ετοιμασμένον «κατά πρόσωπον πάντων των λαών» και «φως εις αποκάλυψιν εθνών» (Λουκ.2,32). Ο δίκαιος γέρων, υπό θεία έμπνευση υπερέβη τις μικροεθικιστικές ιουδαϊκές αντιλήψεις και κατανόησε την καθολική σωτηρία του ανθρωπίνου γένους. Ο ενανθρωπήσας Θεός Λόγος ήρθε στον κόσμο να σώσει ολόκληρη την ανθρωπότητα και όχι να ιδρύσει εγκόσμια ιουδαϊκή βασιλεία.

Ο άγιος Συμεών, όταν τελείωσε την ευχαριστήρια ωδή του, ευλόγησε την αγία Οικογένεια και είπε στη Θεοτόκο: «ιδού ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ και εις σημείον αντιλεγόμενον, και σου δε αυτής την ψυχήν διελεύσεται ρομφαία΄ όπως αν αποκαλυφθώσιν εκ πολλών καρδιών διαλογισμοί» (Λουκ.2,34), προφητεύοντας την αιώνια διαμάχη για το θείο πρόσωπο του Χριστού και βέβαια την μητρική πίκρα της Παναγίας μας εξαιτίας του Θείου Πάθους του Υιού Της.

Το ίδιο ομιλούσε και η αγία προφήτις Άννα. «Αύτη προβεβηκύια εν ημέραις πολλαίς, ζήσασα έτη μετά ανδρός επτά από της παρθενίας αυτής και αύτη χήρα ως ετών ογδοήκοντα τεσσάρων, η ουκ αφίστατο από του ιερού νηστείαις και δεήσεσι λατρεύουσα νύκτα και ημέραν» (Λουκ.2,36). Μόλις είδε το Θείο Βρέφος στις αγκάλες του Συμεώνος, «επιστάσα ανθωμολογείτο τω Κυρίω και ελάλει περί αυτού πάσι τοις προσδεχομένοις λύτρωσιν εν Ιερουσαλήμ». (Λουκ.2,38). Έχει και αυτή η λεπτομέρεια μεγάλη σημασία. Η γυναίκα στον αρχαίο προχριστιανικό κόσμο ήταν ολότελα απαξιωμένη. Εδώ, στο πρόσωπο της γηραιάς προφήτιδας, καταξιώνεται και πάλι η παραγκωνισμένη προσωπικότητα της γυναίκας. Η αγία Άννα στέκεται επάξια δίπλα στο Συμεών και καταδεικνύει προφητικά τη χαραυγή της λυτρώσεως του κόσμου, δια του Χριστού.

Η μεγάλη εορτή της Υπαπαντής του Κυρίου είναι μια καλή ευκαιρία για όλους τους πιστούς να δοξάσουμε για μια ακόμα φορά τον Ενανθρωπήσαντα Υιό και Λόγο του Θεού, ο Οποίος χάρις στην άμετρη φιλανθρωπία Του, άφησε τα δυσθεώρητα ύψη του ουράνιου θρόνου Του και έγινε άνθρωπος, για να σώσει το ανθρώπινο γένος από τα φοβερά δεσμά της αμαρτίας και τον πικρό θάνατο. Χάρις στη σωτηρία μας, Αυτός που «τα σύμπαντα εν τη δρακί περιέχων», καταδέχθηκε να αναπαυθεί στις γεροντικές αγκάλες του δικαίου Συμεών και να λάβει ευλογία από αυτόν Εκείνος που ευλογεί, συντηρεί και δίνει ζωή σε ολάκερη τη δημιουργία. Τόσο μεγάλο είναι το μέγεθος της θείας φιλανθρωπίας.

Αυτό θα πρέπει να μας δίνει τη βεβαιότητα πως «ουκ έστιν εν άλλω ουδενί η σωτηρία», όπως διακήρυξε με περισσό θάρρος ο απόστολος Πέτρος, παρά μονάχα στο θεανδρικό πρόσωπο του Σωτήρα Χριστού μας, του Οποίου «ουδέ όνομα εστιν έτερον υπό τον ουρανόν το δεδομένον εν ανθρώποις εν ω δει σωθήναι ημάς» (Πράξ.4,12). Να μην αναζητούμε άλλους ψεύτικους και αναποτελεσματικούς σωτήρες, διότι μόνος Αυτός, ετοιμάσθηκε από τη θεία βουλή, λυτρωτής «πάντων των λαών» και «φως εις αποκάλυψιν εθνών» (Λουκ.2,31-32).

Λόγος στην Υπαπαντή του Ιησού Χριστού

 

Του Ιερού Χρυσοστόμου

Λόγος εις την Υπαπαντήν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και εις την Θεοτόκον και εις τον Συμεών

Δεν φορεί μόνο σάρκα ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, αλλά και περιτέμνεται σύμφωνα με τον Μωσαϊκό νόμο, για να μην έχη πρόφασι η απιστία των Ιουδαίων. Γιατί έρχεται προς τον νόμο για χάρι του ίδιου του νόμου, για να ελευθερώση τους μαθητές του μέσω της πίστεως που βασιζόταν στον νόμο. Και παίρνει σάρκα και περιτέμνεται κι αυτός μαζί με τους Ιουδαίους. Πήρε το ίδιο με αυτούς σώμα, πήρε και την ίδια περιτομή. Έκανε α­ναντίρρητη την συγγένειά Του με αυτούς, ώστε να μη τον αρνη­θούν, Αυτόν, ο οποίος ήταν ο Χριστός που έρχεται από την γενιά του Δαυίδ, και που αυτοί προσδοκούσαν. Έδειξε το γνώρισμα της συγγενείας Του με αυτούς. Γιατί, αν ακόμη και μετά την περιτομή Του έλεγαν «δεν ξέρουμε από πού είναι»[1], εάν δεν είχε περιτμηθή κατά σάρκα, η άρνησίς τους θα είχε κάποια εύλογη πρόφασι.

«Όταν συμπληρώθηκαν οι οκτώ ημέρες»: Γιατί ο νόμος ορίζει την ογδόη ημέρα να γίνεται η περιτομή, και όταν φθάση η ογδόη, έρχεται μέσα ο γιατρός και πιάνει το μαχαιράκι και κάνει τα της τέχνης του. Δεν ισχύει δε τότε η αργία του Σαββάτου λόγω της περιτομής.

Ας ρωτήσουμε λοιπόν τους Ιουδαίους: Ανάπαυσις το Σάββατο· τέλεια αργία αυτή την ημέρα… Για ποια λοιπόν αιτία η ογδόη εκτοπίζει την εβδόμη; Γιατί η ο­γδόη γίνεται ανώτερη από την εβδόμη; Όμως οι Ιουδαίοι δεν γνωρίζουν τα των Ιουδαίων. Ενώ η Εκκλησία του Χριστού και τον Χριστό γνωρίζει και τις Ιου­δαϊκές διδασκαλίες. Περιτέμνεται λοιπόν το παιδί την ογδόη ημέρα, επειδή κατά την ογδόη η Ανάστασις, δηλαδή η Κυριακή, έμελλε να αποβή η περιτομή[2] όλου του κόσμου. Γιατί άλλωστε δεν διέταξε ο Μωυσής να γίνεται η περιτομή την έκτη ημέρα; Γιατί όχι την εννάτη ή την δεκάτη; Είναι λοιπόν προφανής η σημασία της ο­γδόης ημέρας, κατά την οποία γίνεται η Ανάστασις του Κυρίου. Όποιος λοιπόν δεν πιστεύει στην Ανάστασι είναι απερίτμητος στην καρδιά, αφού με την απιστία του αποξενώνεται από τον Θεό. Ενώ η περιτομή της πίστεως είναι αληθινή γνώσις και αίσθησις. Γι’ αυτό, αγαπητέ μου, η περιτομή δίδεται θεωρητικά στους πι­στούς υπό την έννοια του αγίου βαπτίσματος. Το δε άγιο βάπτισμα είναι τύπος της Αναστάσεως του Χριστού. Να περάσης λοιπόν από την σάρκα στο πνεύμα και από τα σωματικά στο μεγαλείο του πνεύματος και θα βρης εκεί μεν περιτομή σαρκική, εδώ δε περιτομή πνευματική και κάθαρσι από τις αμαρτίες. Ογδόη ημέρα είναι η περιτομή· η δε ογδόη ημέρα είναι και η ανάστασις· της δε αναστάσεως τύπος είναι το βάπτισμα. Δέστε πώς από τα μικρά προοδεύουμε στα μεγαλύτερα, από τα σω­ματικά στα πνευματικώτερα. Να έλθουν λοιπόν οι Ιουδαίοι κι αυτοί και να προοδεύσουν. Γιατί πρέπει να προοδεύσουν από τα σαρκικά και να μην αρκεστούν σ’ αυτά.

Λοιπόν ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο οποίος δεν ήλθε να καταλύση τον νόμο, αλλά να τον εκπληρώση, περιετμήθη κι αυτός μαζί με τους Ιουδαίους. Λέγει λοιπόν ο Ευαγγελιστής: «Συμπληρώθηκαν οκτώ ημέρες για την περιτομή του και του δόθηκε το όνομα Ιησούς, όπως ωνομάστηκε από τον άγγελο προτού να συλληφθή στην κοιλιά της μητέρας του». Εμείς δηλαδή παίρνουμε το όνομα μετά την γέννησί μας, ενώ ο Ιησούς παίρνει το όνομά του προτού να γεννηθή. Γιατί υπήρχε και προτού να συλληφθή. Ωνομάστηκε δε Ιησούς, επειδή το έργο του ήταν έργο Σωτήρος.

«Και όταν συμπληρώθηκαν, λέει, οι ημέρες του καθαρισμού τους σύμφωνα με τον νόμο του Μωυσέως». Τίνος καθαρισμού; Της Μαρίας και του Ιωσήφ. Διέταζε δηλαδή ο νόμος, η γυναίκα που μόλις είχε γεννήσει να καθαρίζεται και να φυλάγη τις ημέρες και να μην βγαίνη εξω.

«Όταν λοιπόν συμπληρώθηκαν οι ημέρες του καθαρισμού σύμφωνα με τον νό­μο του Μωυσέως» — καίτοι δεν υφίστατο τέτοια ανάγκη για την Παρθένο, αλλ’ όμως εκπληρωνόταν ετσι ο νόμος —  «τον ανέβασαν στα Ιεροσόλυμα, για να τον προσφέρουν στον Κύριο, όπως έχει γραφή στον νόμο του Κυρίου». Όπου ο λόγος είναι για σωματικό καθαρισμό, λέει «σύμφωνα με τον νόμο του Μωυσέως»· όπου για προσφορά του Αγίου, «όπως έχει γραφτή, λέει, στον νόμο του Κυρίου». Όχι ότι ο νόμος του Μωυσέως δεν ήταν νόμος του Κυρίου· διότι, όσα λέει ένας προφή­της κινούμενος από το Άγιο Πνεύμα, δεν τα λέει μόνος, αλλά ο Κύριος του τα υπαγορεύει. Επειδή όμως και ο καθαρισμός είχε χαρακτήρα σωματικό, γι’ αυτό λέει «νόμο του Μωυσέως». Όταν όμως προσφερόταν το πρωτότοκο, λέει «κατά τον νόμο του Κυρίου» τιμώντας έτσι το νεογέννητο.

«Όπως είναι γραμμένο στον νόμο του Κυρίου: κάθε αρσενικό που διανοίγει μήτρα να ονομασθή άγιο και αφιερωμένο στον Κύριο». Αυτή λοιπόν η φράσις και η διάταξις ολόκληρη και η αφορμή της διατάξεως βάλθηκε γι’ αυτόν που επρόκειτο να διανοίξη μήτρα. Γιατί όλα τα πρωτότοκα των ζώων και των ανθρώπων ουδέ­ποτε διήνοιξαν μήτρα, αλλά ήταν απλώς και μόνο πρωτότοκα. Εκείνος όμως που γεννήθηκε από μητέρα παρθένο, αυτός μόνο διήνοιξε μήτρα. Κάνε μου λοιπόν την χάρι και πρόσεξε ότι η διατύπωσις όλου αυτού του νόμου έγινε για εκείνον μόνο που επρόκειτο να γεννηθή από μητέρα παρθένο. Πώς όμως να την κατανοούσαν οι Ιουδαίοι; Γιατί σαν σαρκικοί που είναι απέχουν πολύ από του να καταλάβουν τα νοήματα της πνευματικής διδασκαλίας.

Έπειτα ανεβαίνουν «για να προσφέρουν θυσία, σύμφωνα με αυτό που λέει ο νόμος του Κυρίου, ένα ζευγάρι από τρυγόνια ή δύο νεοσσούς από περιστέρια»[3]. Έγιναν δε και αυτά τυπικά, κατά τον νόμο, ώστε να μην υπάρχη καμμιά έλλειψις στην πιστή εκτέλεσι του νόμου. Αυτά είναι συγκεκαλυμμένα νοήματα του Μωσαϊ­κού νόμου. Ας έλθουμε όμως στην εξήγησι του Ευαγγελίου.
«Και να, υπήρχε ένας άνθρωπος στην Ιερουσαλήμ που ωνομαζόταν Συμεών. Και ο άνθρωπος αυτός ήταν δίκαιος και ευλαβής και το Πνεύμα του Θεού ήταν ­επάνω του. Αυτός είχε λάβει αποκάλυψι από το Άγιο Πνεύμα ότι δεν θα τελείωνε την ζωή του προτού δη τον Χριστό τον Κυρίου». Γέροντας ήταν ο Συμεών και πε­ρίμενε την εκπλήρωσι της υποσχέσεως. Έμενε στον ναό μέσα και μονολογούσε: Όπου και να γεννηθή, οπωσδήποτε εδώ θα παρουσιασθή.

«Αυτός ήλθε κατ’ έμπνευσιν του Πνεύματος στον ναό» εκείνη την ώρα που οι γονείς έφερναν εκεί το παιδί. Διότι βέβαια πολλές φορές ερχόταν, αλλά με δική του πρόθεσι. Τότε όμως οδηγημένος από το Άγιο Πνεύμα στην κατάλληλη στιγμή, έρχεται, για να λάβη την εκπλήρωσι της υποσχέσεως.

«Αυτός δέχτηκε στην αγκαλιά του τον Ιησού και ευλόγησε τον Θεό και είπε: Σήμερα αφήνεις ελεύθερο τον δούλο σου, Δέσποτα, να πεθάνη κατά τον λόγο σου με ειρήνη». Από πού τον αφήνεις ελεύθερο; Από τον στίβο της ζωής. Γιατί είναι γεμάτα λύπη τα βιοτικά πράγματα. Η ζωή είναι φυλακή. Εκείνος λοιπόν ήθελε να ελευθερωθή. Εάν όμως κάποιος την αναχώρησι από την εδώ ζωή την θεωρή ζημία αυτός δεν είναι ακόμη τέλειος στην πίστι.

Εκείνος όμως έλεγε: «Σήμερα αφήνεις ελεύθερο τον δούλο σου, Δέσποτα, να πεθάνη κατά τον λόγο σου με ειρήνη». Διότι αυτός που πρόκειται να κάμη ειρήνη με τον κόσμο έφθασε· ο ειρηνοποιός έχει έλθει- εκείνος που συνδέει τον ουρανό με την γη και μετατρέπει την γη σε ουρανό με την ευαγγελική διδασκαλία έχει κατα­φθάσει.

Ο Συμεών φωνάζει: «Σήμερα αφήνεις ελεύθερο τον δούλο σου, Δέσποτα, να πεθάνη κατά τον λόγο σου με ειρήνη, γιατί είδαν τα μάτια μου την σωτηρία σου», λέει. Τι είναι αυτό που λέει; Προηγουμένως δηλαδή πίστευα με την διάνοιά μου και γνώριζα με τον λογισμό μου. Τώρα όμως είδαν και τα μάτια μου. Και εκείνο που προσδοκούσα με την καρδιά μου, να που το είδαν τα μάτια μου εκπληρωμένο. Και ποιο είναι αυτό; «Είδα, λέει, την σωτηρία σου». Ποια σωτηρία; «Αυτήν που ετοίμασες ενώπιον όλων των λαών». Όχι του λαού του ενός ούτε του λαού του Ισ­ραήλ μόνο, αλλά «ενώπιον όλων των λαών». Γιατί αυτός που γεννήθηκε είναι δι­δάσκαλος όλων των ανθρώπων.

«Φως που θα είναι αποκάλυψις για τους εθνικούς και δόξα για τον λαό σου τον Ισραήλ». Γιατί φως; Επειδή ακριβώς οι εθνικοί βρίσκονταν στο σκοτάδι. Ε­πειδή τα σκοτισμένα ειδωλολατρικά έθνη φωτίζονταν.

«Φως που θα είναι αποκάλυψις για τους εθνικούς και δόξα για τον λαό σου τον Ισραήλ». Εδώ η δόξα και εκεί η αποκάλυψις. Εκεί η αρχή της διδασκαλίας, εδώ η πρόοδος της μαθήσεως.

«Δόξα για τον λαό σου τον Ισραήλ». Αλλά εδώ σίγουρα θα ρωτήση κάποιος: Και πού είναι οι Ισραηλίτες; Έχεις τον Πέτρο, έχεις τον Παύλο, έχεις τον Ιωάν­νη, έχεις τις τρεις χιλιάδες, έχεις τις πέντε χιλιάδες, έχεις την Εκκλησία της Ιε­ρουσαλήμ, έχεις αυτούς που πίστεψαν από τις τάξεις των Ιουδαίων. Γιατί μέσα στους πιστούς βρισκόταν το έθνος. «Εάν ο Κύριος των Δυνάμεων δεν άφηνε για σπόρο μια μικρή μερίδα πιστού λαού ανάμεσά μας, θα είχαμε γίνει σαν τα Σόδομα και θα είχαμε όμοια τύχη με τα Γόμορρα»[4]. Διότι λέει επίσης ο Θεός: «Κράτησα για τον εαυτό μου επτά χιλιάδες άνδρες, οι οποίοι δεν γονάτισαν να προσκυνήσουν τον Βάαλ»[5]. Έτσι μέσα στον λαό φυλαγόταν το σπέρμα της πίστεως και δεν χάθη­κε ο λαός — μη γένοιτο — ούτε εξαχρειώθηκαν όλοι οι Ιουδαίοι. Αφού και τώρα, σ’ αυτή την μακάρια κατάστασι και κλήσι των Χριστιανών πολλοί είναι οι καλεσμέ­νοι, λίγοι όμως οι εκλεκτοί. Ο Χριστός δηλαδή κάλεσε όλη την οικουμένη και ετοί­μασε το άγιο τραπέζι του Ευαγγελίου. Αλλά όταν έλθη στη Δευτέρα Παρουσία, μπαίνει μέσα και κάνει ξεδιάλεγμα και εξετάζει με προσοχή τους συνδαιτυμόνες. Κι αν βρη κανένα να μη έχη ένδυμα κατάλληλο για γάμο του λέει: «Φίλε, πώς μπήκες εδώ μέσα χωρίς γαμήλιο ένδυμα;»[6] Και θα τον βγάλη έξω καθώς ακού­σαμε στα Ευαγγέλια. Ώστε, όπως και εκεί έγινε εκλογή, έτσι και εδώ θα γίνη ε­κλογή. Μήπως δηλαδή, επειδή έχουμε κληθή, πρέπει στο εξής να αλαζονευώμαστε, σαν να έχουμε, αλήθεια, εξασφαλίσει την τελειότητα; Λοιπόν, η πτώσις εκείνων ας γίνη δική μας ασφάλεια. Έτσι, αγαπητέ, ούτε ο λαός χάθηκε ολόκληρος, ούτε όλος εξαχρειώθηκε, ούτε όλος απίστησε, ούτε όλος κατεδίωξε τους Αποστόλους, αλλά με το κήρυγμα των Αποστόλων πίστευσαν αμέσως τρεις χιλιάδες, χωρίς τις γυ­ναίκες και τα παιδιά. Και έγινε στην Ιερουσαλήμ Εκκλησία αναρίθμητη, ενώ α­κόμη δεν είχε καταστραφή ο Ναός, ενώ ακόμη δεν είχαν εκδιωχθή oι Ιουδαίοι, ενώ ακόμη δεν είχε γκρεμισθή η Ιερουσαλήμ. Οικοδομήθηκε Εκκλησία και τα λό­για του Ιωάννη έγιναν ξεκάθαρη αλήθεια: «Εκείνος πρέπει να μεγαλώνη, εγώ δε να μικραίνω»[7].

Ο Συμεών λοιπόν που είναι προφήτης λέγει: «Δόξα για τον λαό σου τον Ισ­ραήλ». Γιατί ήταν δόξα γι’ αυτούς που προσδοκούσαν η συνάντησις εκείνου τον οποίο προσδοκούσαν.

Και αναλογίζονταν ο Ιωσήφ και η Μαρία αυτά που άκουγαν: Ο άγγελος έφερε την ευχάριστη είδησι, οι μάγοι τον εγνώρισαν, οι ποιμένες τον έμαθαν, οι στρατιές των αγγέλων χόρευαν, το αστέρι από πάνω τον ανήγγειλε, ο Συμεών προφητεύει, η Άννα η κόρη του Φανουήλ προφητεύει, η γη αγαλλόταν, ο ουρανός μίλησε με το αστέρι, οι μάγοι αρνήθηκαν τον τύραννο, οι ποιμένες προσκύνησαν τον αρχιποιμένα, όλα τον εγνώρισαν, η μητέρα ήξερε, ο Ιωσήφ πληροφορήθηκε, έτρεμαν για όσα έγιναν, όμως κατάλαβαν την έκβασι των γεγονότων.

«Και ο Συμεών τους ευλόγησε και είπε στην Μαριάμ την μητέρα του: Αυτός πρόκειται να γίνη πτώσις και έγερσις για πολλούς μέσα στον Ισραήλ και σημείο αντιλεγόμενο». Πτώσις για ποιους; Σαφώς γι’ αυτούς που απιστούν, αυτούς που αντιλέγουν, αυτούς που τον σταυρώνουν. Και έγερσις για ποιους; Αυτούς που τον αναγνωρίζουν και τον ομολογούν με ευγνωμοσύνη.

«Και σημείο αντιλεγόμενο». Ποιο σημείο αντιλεγόμενο; Το σημείο του Σταυ­ρού, που η Εκκλησία το θεωρεί σωτηρία του κόσμου, που οι Ιουδαίοι το εχθρεύονται και που πολλές φορές και ο ουρανός το διεκήρυξε. Αμφισβητείται το σημείο, για να νικήση η αλήθεια. Γιατί χωρίς αντίλογο δεν μπορεί να γίνη ολοκληρωμένη νίκη. Έπρεπε λοιπόν να εμφανισθή η αντιλογία, για να εκδώση την απόφασί του ο δικαστής, αφού μακροθυμήση μέχρι το τέλος των αιώνων. Γι’ αυτό λέει «και ση­μείο αντιλεγόμενο». Αντιλέγουν δε εκείνοι που απιστούν.

Και συ, λέει, θεωρείσαι μητέρα. Άραγε λοιπόν εσύ θα μείνης εκτός πειρασμού, επειδή συμφώνησες να γίνης μητέρα, επειδή τον εγέννησες, επειδή έκρινες καλό να του δανείσης την μήτρα σου; (Διότι η κοιλιά σου έγινε δοχείο της ενεργείας του Αγίου Πνεύματος). Άραγε λοιπόν θα μείνης εκτός πειρασμού, επειδή έγινες Θεο­τόκος, επειδή συνέλαβες χωρίς πείρα γάμου, επειδή καταστάθηκες Μητέρα του Δημιουργού σου; Άραγε εσύ θα μείνης εκτός πειρασμού; Ούτε κι εσύ θα μείνης εκτός πειρασμού, αλλά «κι εσένα την ίδια μια ρομφαία θα σου διαπεράση την ψυ­χή». Γιατί, Κύριε μου; Σε τι αμάρτησα; Σε τίποτε δεν αμάρτησες βέβαια. Όταν όμως Τον δης κρεμασμένο στον Σταυρό, όταν Τον δης να υποφέρη για όλο τον κό­σμο, όταν δης στον Σταυρό τα χέρια Του τρυπημένα και καρφωμένα στο ξύλο, τότε θα αρχίσης να αμφιβάλλης και να λες: Αυτός είναι εκείνος για τον οποίο μου μί­λησε ο άγγελος; Αυτός είναι εκείνος στον οποίο έγινε το θαύμα της συλλήψεως; Παρθένος ήμουν και γέννησα και έμεινα πάλι παρθένος. Γιατί λοιπόν αυτός σταυρώνεται;

«Κι εσένα την ιδια μια ρομφαία θα σου διαπεράση την ψυχή». Ώστε, σύμφωνα με την προφητεία του δικαίου Συμεών, κανένας δεν έμεινε εκτός πειρασμού. Ο Πέτρος, ο κορυφαίος από τους μαθητές, τον αρνήθηκε τρεις φορές. Οι άλλοι μα­θητές τον εγκατέλειψαν και έφυγαν. Ούτε είχε άλλωστε ο τσομπάνος ανάγκη από τα πρόβατα για να τον προστατεύσουν, ενόσω αυτός έδιωχνε τους λύκους, ούτε ο αγωνιστής είχε ανάγκη από βοηθούς, αλλά όλοι τους έφυγαν. Και ο Χριστός έμει­νε μόνος κρεμασμένος στον Σταυρό σαν κριάρι έτοιμο για θυσία. Λοιπόν και αυ­τής την ψυχή την διεπέρασε η ρομφαία: ο πειρασμός δηλαδή και η αμφιβολία.

«Κι εσένα την ίδια μια ρομφαία θα σου διαπεράση την ψυχή, ώστε να αποκα­λυφθούν από πολλές καρδιές οι λογισμοί». Πάσχει λοιπόν ο Ιησούς, για να ελέγξη την απιστία και για να γεμίση από ευγνωμοσύνη τις καρδιές αυτών που Τον πιστεύουν. Αντιλέγεται το σημείο, για να ελεγχθούν αυτοί που αντιλέγουν από κακία. Γιατί, αν η αλήθεια ήταν από κάθε άποψι αναντίρρητη για τους ανθρώ­πους, τότε η ευσέβεια θα έμενε αδοκίμαστη. Όμως με το να γίνεται παραχώρησις στην αντιλογία, δοκιμάζεται η ελεύθερη εκλογή της αλήθειας. Αντιλέγεται το ση­μείο. Γιατί πώς αλλιώς θα δοκιμάζονταν οι μάρτυρες στους διωγμούς; Πώς θα α­γωνίζονταν και θα αναδεικνύονταν νικητές με την καρτερία τους; Δες πόσο ωφέ­λησε η αντιλογία, αφού έφτιαξε όχι πιστούς απλώς, όπως θάλεγε κανείς, αλλά και μάρτυρες που έφθασαν μέχρι τα βασανιστήρια και τον θάνατο και παρουσίασαν μια απόδειξι της χάριτος του Χριστού με την καρτερία τους.

Όταν λοιπόν ο Συμεών λέει «ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ και εις σημείον αντιλεγόμενον», εννοείται ότι ούτε την πτώσι την προξενεί αυτός, ούτε την ανάστασι την προσφέρει με την βία, αλλά «κείται εις πτώσιν» αυτών που σκοντάφτουν στον λίθο του προσκόμματος και «εις ανάστα­σιν» εκείνων που πιστεύουν με την αγαθή τους προαίρεσι. Διότι λέει «κείται». Σαν να έλεγε κανείς: Το φως ανατέλλει για να βλέπουν οι υγιείς, ενώ αυτοί που τους πονούν τα μάτια να απομακρυνθούν ακόμη περισσότερο από την λάμψι του φωτός. Γιατί πώς αλλιώς θα ήταν δυνατόν οι πρώτοι να πέσουν και να είναι αξιοκατάκριτοι, ενώ οι δεύτεροι να σηκωθούν με χρηστές ελπίδες που προέρχονται από την καλή τους προαίρεσι, αν δεν υπήρχε το «αντιλεγόμενο σημείο»; Γιατί λέει ο Συ­μεών «και εις σημείον αντιλεγόμενον»; Για να μη προξενήση η αντιλογία απορία στους πιστούς. Το να αμφισβητείται δε και η αλήθεια του Θεού, είναι φανερό ότι αυτό γίνεται, επειδή το επιτρέπει ο Θεός. Κανένας δηλαδή δεν μπορεί να προβάλη καμμιά αντίρρησι, αν δεν το επιτρέψη αυτό ο Θεός. Είναι όντως αναγκαία η παραχώρησι αυτή εκ μέρους του Θεού, για να φανερωθούν οι άξιοι.

Θα έλθη όμως εποχή που δεν θα υπάρχη πια καμμιά αντίρρησις. Όταν δηλαδή το σημείο του Σταύρου θα λάμψη σαν προάγγελος του Κυρίου από τον ουρανό, «τότε θα κλίνη κάθε γόνυ στα επουράνια και στα επίγεια και στα καταχθόνια και κάθε γλώσσα θα ομολογήση ότι ο Χριστός είναι Κύριος προς δόξαν του Θεού Πατρός»[8]. Όσο δηλαδή το σημείο αυτό φαίνεται μόνο του και είναι απλό σημείο και δεν φαίνεται πουθενά ο σημαινόμενος, το σημείο θα αντιλέγεται. Όταν όμως ο ίδιος ο σημαινόμενος αποκαλύψη τον εαυτό του κατά την Δευτέρα Παρουσία, τότε πια κανείς δεν θα τολμά να αντιλογήση στο σημείο, γιατί ο σημαινόμενος θα έχη καταφθάσει με ολοφάνερη την θεότητά του εναντίον εκείνων που Τον αρνούν­ται. Τότε εκείνοι που προηγουμένως είχαν δεχθή το σημείο θα δοξασθούν από αυ­τόν που εκείνο υποδήλωνε, ενώ εκείνοι που αμφισβήτησαν το σημείο θα καταδικα­σθούν από τον υποδηλωθέντα. Και αυτό θα είναι τότε το τέλος της αντιλογίας, το τέλος της πλάνης, το τέλος της αμφιβολίας, το τέλος της απιστίας, η αρχή δε των βραβείων και των στεφάνων. Αυτά μακάρι όλοι μας να τα επιτύχουμε με την χάρι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και το κράτος στους ατελεύτητους αιώνες. Αμήν.

[1]  πρβλ. Ιωάν. ζ’ 41-43
[2]  Η ανάστασις των νεκρών κατά την δευτέρα παρουσία θα αποτελέση την «περιτομή» δηλ. την ο­ριστική απομάκρυνσι του κακού και της αμαρτίας από ολόκληρη την κτίσι.
[3]  Λευϊτ. ε’ 11, ιβ’ 8
[4]  Ησ. α’ 9
[5]  Ρωμ. ια’ 4· πρβλ. Γ’ Βασ. ιθ’ 18
[6]  Ματθ.  κβ’ 12
[7]  Ιωάν. γ’ 30
[8]  Φιλιπ. β’ 10-11

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

ΚΑΛΟ ΤΡΙΩΔΙΟ!!!


 

 

  Καλό Τριώδιο ! – 6ο ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΓΛΥΦΑΔΑΣ

 

Τι είναι το Τριώδιο; - Ορθοδοξία News Agency 

21-Φεβρουαρίου Αρχή Τριωδίου, Τελώνου και Φαρισαίου ... 

 Άνοιξε το Τριώδιο – Τι είναι και τι περιλαμβάνει; - Politika Kritis


ΚΥΡΙΑΚΗ 1 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2026 – ΙΣΤ΄ ΛΟΥΚΑ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ (Λουκ. ιη΄ 10-14) (Ρωμ. η΄ 28-39)

 

"Ο Λόγος του Θεού στον Λαό του Θεού".

 

Στις κορυφογραμμές της ταπείνωσης

«Ο ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται»

  Η είσοδος στην περίοδο του Τριωδίου σπρώχνει τον άνθρωπο να εγκολπωθεί την άσκηση, τη μετάνοια και κυρίως την ταπείνωση, ως τρόπο ζωής αλλά και με σημείο αναφοράς κορυφαίες αρετές στην πνευματική ζωή. Η Εκκλησία απευθύνει πρόσκληση για να περάσουμε από τις ανώτερες εκείνες βαθμίδες που οδηγούν στην ένωσή μας με τον Θεό. 

 Τα αναγνώσματα, η υμνολογία και όλες οι λατρευτικές ακολουθίες της περιόδου, είναι εναρμονισμένες με το κατανυκτικό κλίμα των ημερών και με τις πνευματικές ανατάσεις, που προβάλλουν ως βίωμα και εμπειρία αληθινής ζωής.

  Πολύ διδακτική είναι ως προς τα μηνύματα και τα νοήματά της, η σημερινή πρώτη Κυριακή του Τριωδίου, η οποία ονομάζεται του Τελώνου και του Φαρισαίου, από τη γνωστή ευαγγελική περικοπή. Θέλει ακριβώς να μας δείξει ότι η πνευματική πορεία του ανθρώπου περνά μέσα από το ταπεινό φρόνημα, από την αίσθηση της αμαρτωλότητάς του.

  Γκρεμίζει τους μηχανισμούς της υπερηφάνειας, την περιστροφή γύρω από το εγώ και την αυτοαξία του ανθρώπου. Οι καταστάσεις αυτές, δηλαδή από τη μια η υψοποιός ταπείνωση και από την άλλη η υπερηφάνεια και η εγωκεντρικότητα, βρίσκουν την έκφρασή τους στα πρόσωπα του Τελώνη και του Φαρισαίου, όπως αυτά ξεπροβάλλουν μέσα από τη γνωστή ευαγγελική διήγηση, η οποία σηματοδοτεί και την είσοδο στο Τριώδιο.

Το αυτοείδωλο

 Η περίπτωση του Φαρισαίου αποτελεί καθρέφτη των ανθρώπων εκείνων οι οποίοι προσπαθούν να συζεύξουν την επιφανειακή θρησκευτικότητα με τους μανδύες της υποκρισίας. Είναι η χειρότερη συνταγή που οδηγεί τον άνθρωπο στην καταστροφή και στην απώλεια.

   Πρόκειται για εκείνους που επιλέγουν να εφαρμόζουν τις εντολές του Θεού με ένα εξωτερικό και τυπικό τρόπο, αφήνοντας στην καρδιά τους να ριζοβολούν τα ζιζάνια της σκληροκαρδίας και της έπαρσης. Σ’ αυτή την κατάσταση , ο άνθρωπος βλέπει τα πάντα ως ικανότητες δικές του, διαχωρίζοντας τον εαυτό του από τους άλλους. Στην πραγματικότητα, φυλακίζει τον εαυτό του στον εγωισμό και την υπερηφάνεια. 

  Τόση είναι η διαστροφή που βιώνει και η αλαζονεία που τον κυριεύει, ώστε κάνει τα πάντα προκειμένου να εξασφαλίζει τα χειροκροτήματα και την επιβράβευση των άλλων. Και αυτό, παρά το γεγονός ότι τους περιφρονεί και τους απορρίπτει με τον εγωισμό του. Σ’ αυτή την φάση ή καλύτερα την αντίφασή του, ο άνθρωπος από «εικόνα του Θεού» αφήνει τον εαυτό του να μετατρέπεται σε μια διχασμένη και δυστυχισμένη προσωπικότητα, με σοβαρά εμφράγματα στη ζωή του.

  Δυστυχώς και στις μέρες μας, βιώνουμε ένα διαβρωμένο πολιτισμό που προάγει και αποθεώνει την υπερηφάνεια και την αυτάρκεια του Φαρισαίου. Σήμερα ο άνθρωπος οικοδομεί και οργανώνει τη ζωή του στην αλαζονεία, στήνει σύγχρονους «πύργους της Βαβέλ», ειδωλοποιεί τα πάντα και κυρίως εξορίζει από τη ζωή του την παρουσία και την χάρη του Θεού.

   Ανήγαγε την ύλη σε αυτοαξία και με τις λογής σήμερα κρίσεις βλέπει όλα να έχουν γκρεμισθεί και ο ίδιος να βυθίζεται στην απόγνωση και την απελπισία. Μέσα ακριβώς από την έπαρσή του, μετέτρεψε την ίδια τη ζωή του σε εφιάλτη και την άφησε εντελώς αποψιλωμένη από την χαρά, την ελπίδα και την αισιοδοξία.

Η ταπείνωση 

  Το πώς ο άνθρωπος μπορεί να εξέλθει από τον φαύλο κύκλο που με τα έργα του ο ίδιος εξέθρεψε και να υπερβεί τα φοβερά αδιέξοδα της ζωής του, μάς το δείχνει ο δρόμος που ακολούθησε ο Τελώνης. Αισθανόταν την αμαρτωλότητά του και αυτό που τον διέκρινε ήταν η αναγνώριση της αποκοπής του από τον Θεό και τους συνανθρώπους του. Για τον ξεπεσμό του αυτό, δεν καθιστούσε οποιοδήποτε άλλο υπεύθυνο παρά μόνο τον εαυτό του.

  Ωστόσο, ο Τελώνης παρά την αμαρτωλή ζωή του, το ταπεινό φρόνημα που εγκολπώθηκε στη ζωή του τον απογειώνει σε δυσθεώρητα πνευματικά ύψη. Ανεβαίνει τόσο ψηλά που προβάλλεται ως πρότυπο ζωής από την Εκκλησία. Αναγνώριζε την παρουσία του Θεού μέσα από τους άλλους ανθρώπους. Τους αντίκριζε πραγματικά ως «εικόνες του Θεού».

    Γι’ αυτό και όταν τους αδικούσε έβλεπε τις ενέργειές του να συνιστούν προσβολή στη θεία αγάπη. Αυτό που άρδευε ευλογημένα την καρδιά του ήταν η συμπόνοια, το έλεος, η αγάπη και η συγχώρηση του Θεού. Γι’ αυτό και δεν παρέλειπε να λέει: «Ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Είναι πραγματικά εδώ που στο πρόσωπο του Τελώνη αποκαλύπτεται ένα μεγάλο θαύμα που μπορεί να συντελεστεί στον καθένα που θα θελήσει ν’ ακολουθήσει τη δική του πορεία. 

   Εγκολπώθηκε την υψοποιό αρετή της ταπεινοφροσύνης. Οι Πατέρες της Εκκλησίας τονίζουν πολύ χαρακτηριστικά: «Στολή της θεότητος εστίν η ταπεινοφροσύνη». Άλλωστε και η δόξα του Θεού αποκαλύπτεται στην ταπείνωσή του.

Αγαπητοί αδελφοί, όταν αφήνουμε τον εαυτό μας να είναι δεκτικός στην χάρη του Θεού, τότε ο καρπός που γεννάται μέσα μας είναι η πραότητα και η ταπείνωση. 

  Ιδιαίτερα η αρετή της ταπείνωσης, που τόσο εξυμνείται από την πατερική γραμματεία, αποτελεί το θεμέλιο όλων των άλλων αρετών και κυρίως τη βάση στην οποία μπορεί να στηρίζεται ο άνθρωπος για να περάσει από τους σταθμούς της μεγάλης αυτής πνευματικής περιόδου του Τριωδίου. 

 Ας μην λησμονούμε, λοιπόν, ότι «ο ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται και ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται».

Χριστάκης Ευσταθίου,

Θεολόγος