ΣΑΣ ΠΕΡΙΜΕΜΕΝΟΥΜΕ ΜΕ ΠΟΛΥ ΧΑΡΑ!

Σάββατο 4 Απριλίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ 5 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2026 ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ (Ιωάν. ιβ΄ 1-18) (Φιλιπ. δ΄ 4-9)

 

" Ο Λόγος του Θεού στον Λαό του Θεού"

Συνοδοιπορία στο Πάθος

«Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου»

Θριαμβευτικά μέσα από τις επευφημίες του πλήθους και τις ζητωκραυγές του όχλου, εισέρχεται στα Ιεροσόλυμα ο Χριστός. Διαψεύδει όμως τις προσδοκίες του λαού,  γιατί η πορεία του δεν συνδέεται με εξουσίες και δόξες κοσμικές, αλλά είναι ο Βασιλιάς που θα ακολουθήσει το δρόμο του Γολγοθά και του Σταυρού, δίνοντας μια άλλη διάσταση στην έννοια της εξουσίας.

Η Εκκλησία, μέσα από τις κατανυκτικές ακολουθίες που μεταρσιώνουν τον άνθρωπο σε ανώτερες βιωματικές βαθμίδες, μάς προσκαλεί σε μια συνοδοιπορία μαζί Του, η οποία απεγκλωβίζει από την στραγγαλιστική ρουτίνα της καθημερινότητας και την «παθογένεια» που τη χαρακτηρίζει. Στη συνοδοιπορία αυτή αφήνουμε πίσω τον εαυτό μας για να τον ψηλαφήσουμε σ’ ένα άλλο επίπεδο, πολύ πιο αυθεντικό, πολύ πιο αληθινό. Εκείνο της ζωής και της ανάστασης.  «Δεύτε ουν και ημείς κεκαθαρμέναις διανοίαις, συμπορευθώμεν αυτώ και συσταυρωθώμεν και νεκρωθώμεν δι αυτόν… ίνα και συζήσωμεν αυτώ». Σαφής και ξεκάθαρη η προτροπή της Εκκλησίας για τη βασική προϋπόθεση της πιο μεγαλειώδους συνοδοιπορίας στην οποία μας προσκαλεί.

Η είσοδος στην αγία πόλη

Η είσοδος του Χριστού στα Ιεροσόλυμα είχε θριαμβευτικό χαρακτήρα. Γι’ αυτό και η υμνολογία της ημέρας κινείται σε ανάλογες συχνότητες. Εμφανίζει τον Βασιλέα των πάντων να εισέρχεται στην αγία πόλη σε μια πορεία κατατρόπωσης του θανάτου και ανάδειξης της ελευθερίας του ανθρώπου από τις δυνάμεις του σκότους και της αμαρτίας.

Βέβαια, ο όχλος ξεσπούσε σ’ ένα παραλήρημα ενθουσιασμού. Η γραφίδα του ευαγγελιστή δίνει την πληροφορία ότι «εσείσθη πάσα η πόλις». Δονούσε η κραυγή «ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου». Ο Χριστός όμως δεν παρασύρεται από τις επευφημίες του κόσμου. Γνωρίζει ότι τον ενθουσιασμό του εύκολα μπορεί να διαδεχθεί η αποστροφή και η εγκατάλειψη. Το «ωσαννά» ακολουθεί το «άρον, άρον σταύρωσον αυτόν».

Πορεία προς το πάθος

Η είσοδος του Χριστού στα Ιεροσόλυμα σηματοδοτεί την φανέρωση του ως Βασιλέα, ο οποίος πορεύεται προς το Πάθος. Είναι Βασιλιάς γιατί πορεύεται προς το Πάθος και πορεύεται προς το Πάθος γιατί είναι ο αληθινός Βασιλιάς. Αναφέρει χαρακτηριστικά ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «διά τούτο αυτόν βασιλέα καλώ, επειδή βλέπω αυτόν σταυρούμενον, βασιλέως γάρ εστι το υπέρ των αρχομένων αποθνήσκειν».

Ο Χριστός ως Βασιλιάς, δεν ενδύεται με οποιαδήποτε διακριτικά εξουσίας, αλλά «έρχεται καθήμενος επί πώλον όνου». Η πραότητά του συνταιριάζει απόλυτα με την ταπείνωσή του. Το πουλάρι είναι η εικόνα της ειρήνης. Η ειρήνη που φέρνει ο Χριστός είναι η προσφορά του εαυτού του. Έτσι ακριβώς, σ’ αυτή τη διάσταση ειρήνευσε τον άνθρωπο, όταν τον ένωσε με την κοινωνία της αγάπης και της ζωής του Θεού.

Η αληθινή ειρήνη είναι η έκφραση της αγάπης και της ταπείνωσης του Χριστού. Μόνο στον ταπεινό μπορεί να εμφωλεύει η ειρήνη και να μεταβάλλεται σε βίωμα και ζωή. Αντίθετα, όποιος διακατέχεται από εγωισμό και φιλαυτία, εμφανίζει συμπτώματα διαταραχών στον εσωτερικό του κόσμο, με έκδηλες ορέξεις για κυριαρχία επί των συνανθρώπων του.

Ο Χριστός θυσιάζει τον εαυτό του «υπερ της του κόσμου ζωής και σωτηρίας». Αυτή τη σωτηρία ποθεί κατά βάθος ο λαός, όταν υποδέχεται θριαμβευτικά τον Χριστό στα Ιεροσόλυμα. Αντίθετα, η κυριαρχία του εγωισμού εκβάλλει στο «άρον, άρον, σταύρωσον αυτόν». Έτσι έγινε τότε  με τον όχλο και οι μεταπτώσεις αυτές συνεχίζονται μέχρι σήμερα.

Αγαπητοί αδελφοί, η Εκκλησία μάς προσκαλεί σε μια ευλογημένη συνοδοιπορία με τον Χριστό. Τον Κύριο και Σωτήρα μας. 

 Μέσα από τις ιερές ακολουθίες, την κατανυκτική υμνολογία και την περιγραφή των γεγονότων από τους ιερούς ευαγγελιστές, μάς καλεί να υποδεχθούμε και εμείς τον ερχόμενο Βασιλέα: «Εξέλθετε έθνη, εξέλθετε και λαοί και θεάσασθε σήμερον, τον Βασιλέα των Ουρανών ως επί θρόνου υψηλού, επί πώλου ευτελούς, την Ιερουσαλήμ προσεπιβαίνοντα». 

  Η υποδοχή αυτή μάς καθιστά δεκτικούς των βαθύτερων βιωμάτων του Πάθους και της Ανάστασης του Κυρίου μας. Καλούμαστε, λοιπόν, «κεκαθαρμέναις διανοίαις, συμπορευθώμεν αυτώ και συσταυρωθώμεν και νεκρωθώμεν δι αυτόν… ίνα και συζήσωμεν αυτώ».

Χριστάκης Ευσταθίου,

Θεολόγος

Θεολογική ερμηνεία της εικόνας της Ανάστασης του Λάζαρου

 

Θεολογική ερμηνεία της εικόνας της Ανάστασης του Λάζαρου

Δέσποινας Ιωάννου Βασιλείου

Η ανάσταση ή η έγερση του Λαζάρου αποτυπώνεται πολλές φορές στη ζωγραφική και στη βυζαντινή τέχνη. Παρόλα αυτά, τόσο στη συγκεκριμένη εικόνα όσο και σε άλλες εικόνες, οι οποίες αντλούν το περιεχόμενό τους από τις ιερές γραφές, διηγούνται τα γεγονότα με διαφορετική τεχνοτροπία.

Στη μεν ζωγραφική το ρεύμα του νατουραλισμού αποτυπώνει μια ιστορική πραγματική στιγμή. Ο δημιουργός του έργου με το πινέλο του αποδίδει την υπόθεση με τρόπο φυσικό, σαν να έχει μια φωτογραφική μηχανή που απαθανατίζει το στιγμιαίο γεγονός. Δεν είναι απαραίτητο να έζησε ο ίδιος αυτό το γεγονός, αλλά με την ανάγνωση της διήγησης να το απέδωσε με το δικό του τρόπο. Δίκαια η ζωγραφική «γράφει την ζωή», όπως είναι. Στη ζωγραφική αναπτύχθηκαν και άλλα καλλιτεχνικά ρεύματα, όπως του εξπρεσιονισμού, του σουρεαλισμού, του ιμπρεσιονισμού[1], έχοντας την ανάγκη να αποδώσουν μέσα από την τέχνη τα βαθύτερα αλληγορικά μηνύματα, την ανάγκη του νου και της ψυχής, τις ανησυχίες της εποχής τους. Στη ζωγραφική με θρησκευτικό περιεχόμενο ο κάθε ζωγράφος ερμηνεύει το γεγονός με το δικό του τρόπο[2], χωρίς να έχει συνοχή με τα υπόλοιπα ιστορικά γεγονότα και «δεν περιορίζεται σε αποκλειστική θρησκευτική λειτουργία, αλλά αποκτά και αισθητική αξία, όπως και κοινωνική σημασία, οικονομική διάσταση και πολιτική σκοπιμότητα»[3].

Στη δε βυζαντινή τέχνη, η αγιογραφία στο διάβα των αιώνων έμεινε σταθερή. Ο ευαγγελικός λόγος μεταμορφώνεται στα χέρια του  αγιογράφου σε ευαγγελική τέχνη. Η εικόνα δεν προσαρμόζεται στην έμπνευση του ζωγράφου, αλλά με απόλυτη ελευθερία  και με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος υπηρετεί το δόγμα και την αλήθεια της Εκκλησίας. Έμεινε σταθερή, γιατί μέσα στην εικόνα ό,τι φαίνεται ιστορικό και εφήμερο αποκτά μια σημασία διαχρονική[4]. Δίνονται βαθύτερα θεολογικά μηνύματα με σύνθετες αλληγορίες στις οποίες στο βάθος βρίσκεται η πατερική σκέψη για τη θεία Οικονομία[5]. Οι ιερές γραφές, η υμνολογία και η αγιογραφία δεν αποτελούν ανεξάρτητες οντότητες και δεν μπορούν να απομονωθούν από τον περιβάλλοντα χώρο. Αν και η εικόνα είναι τέχνη της οράσεως, τέχνη του χώρου και όχι του χρόνου, μας μεταφέρει νοητά με το ευαγγελικό ανάγνωσμα και την υμνολογία στο υπέρλογο των νοημάτων.  Οι λειτουργικές εκκλησιαστικές τέχνες κατάφεραν να αποδώσουν ορθά τις δογματικές αλήθειες. Όπως ο υμνογράφος με τη γραφίδα του υμνεί και συνδυάζει το γεγονός με το δόγμα και στρέφει τα πάντα προς την ψυχοσωματική σωτηρία των πιστών, έτσι και ο αγιογράφος με το χρωστήρα του διηγείται τα ιστορικά γεγονότα και παράλληλα προβάλλει το δόγμα και την αλήθεια των βαθύτερων νοημάτων. Δίκαια, λοιπόν, οι αγιογράφοι στις ορθόδοξες εικόνες διατηρούν, όσοι αιώνες κι αν περάσουν, το πρωτότυπο σχέδιο. Είναι τόσο μεστές, που δεν μπορούν οι νεότεροι να προσθέσουν τίποτε περισσότερο και τόσο αφαιρετικές, που δε χρειάζεται να αφαιρέσουν κάτι ως περιττό.

Η κάθε εικόνα δε μοιάζει με καμία άλλη από την άποψη της μηχανικής, άβουλης αντιγραφής, αλλά μέσα στην ποικιλία και τις αμέτρητες παραλλαγές δεν διασπά την ενότητά της. Διατηρεί την εσωτερική ενότητα, την ουσία αναλλοίωτη, ώστε η κάθε εικόνα στη σειρά του Δωδεκάορτου να εκπληρώνει τον εσωτερικό προορισμό της και τη δομή της. Μπορούμε να κατανοήσουμε την εικόνα και να τη συσχετίσουμε με το οργανικό όλο της πνευματικής δομής, της οποίας αποτελεί τμήμα. Γι’ αυτό και η εικόνα μπορεί να υπάρξει μόνο μέσα στο συγκεκριμένο πλαίσιο πίστης και λατρείας και να αποτελεί έργο λειτουργικής τέχνης[6]. Έτσι μέσα από τη σύνθετη ενότητα φανερώνεται η αγιοπνευματική φύση της Εκκλησίας και του ανωτέρου προορισμού της στον κόσμο[7].

Η βυζαντινή τέχνη υπερβαίνει τους κανόνες της τέχνης, ώστε να μιλήσει στο θεατή και να εμπλέξει τον ίδιο τον πιστό ως ένα από τους παρευρισκόμενους της εικόνας. Δίνει μηνύματα παιδαγωγικά, θεολογικά, ιστορικά, αναθάλλει την ψυχολογία του πιστού με μηνύματα αισιοδοξίας, δύναμης, πίστης, θάρρους. Ακόμα και ο θάνατος εξαφανίζεται μέσα στην ύπαρξη της όντως ζωής. Φανερώνει τις βασικές πραγματικότητες της Χριστιανικής πίστης. Την πραγματικότητα της θείας διείσδυσης στον ανθρώπινο και φυσικό κόσμο, και την πραγματικότητα του εξαγιασμού[8] που προκύπτει από αυτό.

Η έγερση του Λαζάρου αποτυπώνεται με την τέχνη της υμνογραφίας και της αγιογραφίας περιγράφοντας με άλλη γλώσσα ό,τι ο «θεοπτικώτατος»[9] ευαγγελιστής Ιωάννης διηγείται στο ομώνυμο ευαγγέλιό του. Με το άκουσμα του ευαγγελικού αναγνώσματος και των μελίρρυτων ύμνων της ημέρας, σε συνδυασμό με την οπτική μεταφορά στο χώρο της Βηθανίας[10] ο πιστός συμβιώνει «σήμερον» το ιστορικό αλλά και εσχατολογικό γεγονός[11]. Όπως το πλήθος με την παρουσία του τεκμηριώνει το γεγονός της ανάστασης του Λαζάρου με όλες τις αισθήσεις, έτσι και ο αγιογράφος μεταφέρει το θεατή και τον κάνει κοινωνό του θαύματος. Η αγιογραφία ως τέχνη της οράσεως βοηθά τον πιστό να νοιώσει νοητά τη θλίψη και την αγωνία της Μάρθας και της Μαρίας. Να νοιώσει την κούραση των μαθητών από την οδοιπορία, «επιτείνει προς την του θαύματος ένδειξιν»[12] μέχρι να φθάσουν στη Βηθανία και την προσμονή τους να εξηγήσουν τα λεγόμενα του Χριστού, ότι ο Λάζαρος κοιμάται. Ο πιστός θεατής μετέχει νοητά με όλες του τις αισθήσεις. Με την ακοή ακούει τη «μεγάλη φωνή» εκείνου που καλεί τα μη όντα σε όντα. Υπακούει και μετακινεί το λίθο από τη θύρα του μνημείου, συμπάσχει με τον νεαρό που ξετυλίγει τις νεκρικές ταινίες[13] από τον αναστημένο Λάζαρο και θαυμάζει αυτόν που προκάλεσε το ανεπανάληπτο γεγονός. Με την όραση βλέπουν τον Λάζαρο να υπακούει στο Χριστό και να βγαίνει από τον τάφο, με την αφή σηκώνουν την πέτρα του μνημείου, με την όσφρηση αισθάνονται τη δυσοσμία του νεκρού[14].

Είναι τότε που ακόμα και η όσφρηση ενεργοποιείται νοητά, για να βεβαιωθεί ακόμη μια φορά δια μέσου της εικόνας και της ακρόασης του γεγονότος ότι ο Λάζαρος ήταν για τέσσερις μέρες στον Τάφο. Είναι τότε που μαζί με τους παρευρισκόμενους φίλους και γείτονες παρακολουθούν έκθαμβοι[15], ενώ οι Φαρισαίοι συνωμοτούν εναντίον του Χριστού[16] και αργότερα εναντίον και του Λαζάρου[17]. Δε χωρούσε καμία αμφιβολία πλέον ότι ο Λάζαρος είναι νεκρός, αφού παρήλθε και η Τρίτη μέρα. Σύμφωνα με τις Ιουδαϊκές αντιλήψεις μετά τον θάνατο η ψυχή του νεκρού περιτριγύριζε το σώμα του για τρεις μέρες, προσπαθώντας να επανέλθει σε αυτό[18].

Στην Καινή Διαθήκη καταγράφονται από τους Ευαγγελιστές πλήθος σημείων και θαυμαστών γεγονότων θεραπείας του ανθρωπίνου γένους από το Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό. Με την πτωτική φύση του ανθρώπου, αποτέλεσμα της προπατορικής παρακοής, εισέβαλε στον άνθρωπο ο πόνος, ο κόπος, η θλίψη, η αρρώστια και ο θάνατος. Με τα θαύματά του ο Χριστός αποδεικνύει τη νέα κτίση της Βασιλείας του Θεού, που πρόκειται να έρθει με την κοινή ανάσταση των ανθρώπων. Δεν είναι τυχαία η αιτία της ανάστασης του Λαζάρου λίγες μέρες πριν τη δική του ανάσταση. Στην υμνολογία αποτυπώνεται η σημασία αυτή στο τροπάριο τόσο της ημέρας της ανάστασης του Λαζάρου όσο και της Κυριακής των Βαΐων. Η ανάσταση του Λαζάρου συνδέεται με τη θριαμβευτική είσοδο του Χριστού στα Ιεροσόλυμα. Αν και στον κύκλο του Δωδεκάορτου είναι δυο ανεξάρτητες Δεσποτικές εορτές, εντούτοις αλληλοεξαρτώνται ψάλλοντας το ίδιο απολυτίκιο. «Την κοινήν ανάστασιν προ του Σου πάθους πιστούμενος, εκ νεκρών ήγειρας τον Λάζαρον, Χριστέ ο Θεός· όθεν και ημείς ως οι Παίδες τα της νίκης σύμβολα φέροντες, Σοι τω νικητή του θανάτου βοώμεν· ωσαννά εν τοις υψίστοις ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου».  Η ανάσταση του Λαζάρου αποτελεί «της παλιγγενεσίας προοίμιο σωτήριον», προμήνυμα της ανάστασης του Χριστού. O «Λάζαρος το σκήπτρον της αναστάσεως βαστάζει»[19]. Δεν αφορά μόνο τον Λάζαρο, αλλά προτυπώνει και προμηνύει την ανάσταση όλων των ανθρώπων. Δίκαια λοιπόν, δόθηκε τόση μεγάλη σημασία σε αυτό το θαύμα του Χριστού.

Η εικόνα φέρει τον τίτλο η έγερση του Λαζάρου. Είναι μια πολυπρόσωπη εικόνα, η οποία διηγείται με χρώματα πέρα από το ιστορικό γεγονός και άλλα βαθύτερα μηνύματα. Ο Χριστός είπε «εγώ ειμι η ανάστασις και η ζωή»[20]. Τα λόγια έγιναν πράξη με τα θαύματά Του, που αποδεικνύουν έμπρακτα, ότι κατέχει θεία δύναμη, προέλευση και δόξα. Η ανάσταση της κόρης του Ιαείρου[21], η ανάσταση του γιου της χήρας της Ναϊν[22] και η ανάσταση του Λαζάρου είναι θαύματα που επικυρώνουν και βεβαιώνουν τα λόγια Του. Παρόλα αυτά μόνο η ανάσταση του Λαζάρου εντάσσεται μέσα στις Δεσποτικές εορτές και στη σειρά του Δωδεκάορτου εικονογραφικά. Είναι η μοναδική εικόνα που διηγείται ένα θαύμα και περιλαμβάνεται στις εικόνες του Δωδεκάορτου, γιατί αποτελεί βασικό θέμα για την ένσαρκο Οικονομία του Χριστού[23].  Όλα τα θαύματα ήταν θεραπείες από ανίατες ασθένειες, οι νεκραναστάσεις του Υιού της χήρας και της κόρης του Ιαείρου ήταν εγέρσεις πριν μπουν στον τάφο. Ο Λάζαρος βρισκόταν τέσσερις μέρες στον τάφο, ώστε ο Χριστός να βεβαιώσει στην παρουσία όλων την εξουσία του έναντι του θανάτου.

Το φως καταυγάζει την εικόνα της έγερσης του Λαζάρου και βεβαιώνει ότι το φως αφάνισε το σκοτάδι[24], ότι η ζωή νίκησε το θάνατο. Αυτή τη μαρτυρία τη συναντούμε σε όλες τις εικόνες των αγίων, αλλά κατεξοχήν σε όλες τις εικόνες του Δωδεκάορτου. Με την έλευση του Χριστού στον κόσμο επιτελείται μια διαχρονική πάλη. Ο Υιός και Λόγος του Θεού γίνεται άνθρωπος, για να συναντήσει τον ταλαίπωρο άνθρωπο της φθοράς και του θανάτου. Να σπάσει τη σκληροκαρδία και τον θάνατο, που επήλθε στην ανθρώπινη φύση με την πτώση. Η ιστορική πορεία του είναι μια πορεία αλλαγής της ιστορίας από τον υπάνθρωπο στον Θεάνθρωπο. Ο Χριστός βεβαιώνει τους μαθητές ότι «αν περπατάει κανείς τη μέρα δεν σκοντάφτει, γιατί βλέπει το φως αυτού του κόσμου. Αν όμως περπατάει κανείς τη νύκτα, σκοντάφτει, γιατί το φως δεν είναι μέσα του»[25]. Είναι η στιγμή, όπου το φως νικά το σκοτάδι, η ζωή τον θάνατο και αυτό το αποδεικνύει όχι μόνο με τα πιο πάνω λόγια, λίγο πριν φτάσει στη Βηθανία, αλλά και με την πράξη της έγερσης του Λαζάρου.  Ο αγιογράφος πετυχαίνει μέσα στην εικόνα να υπερβεί τον θάνατο, τη φθορά και όλους του νόμους της φύσης και να φέρει μια εσχατολογική ανακαίνιση των πάντων. Με την ιδιότυπη φωταγωγική λειτουργία και τα μέσα των φωτοδομών η εικόνα εκφράζεται ελεύθερα από τον αναγκαστικό φυσικό νόμο της ευθύγραμμης διαδόσεως του φωτός. Η πηγή του φωτός δεν έχει κάποια συγκεκριμένη ενδοκοσμική πηγή[26], γι’ αυτό και δεν συναντούμε ποτέ σκιές στην εικόνα.   Αυτό συμβαίνει, γιατί η σκιά δεν έχει οντολογική ύπαρξη, αλλά αυτό που δίνει οντολογία, είναι το φως. Τα εικονιζόμενα όντα ξεχωρίζουν το ένα από το άλλο, επειδή ως κτιστά όντα έχουν αρχή και όρια, επομένως και περίγραμμα που πετυχαίνεται με τη σκιά[27].  Η βυζαντινή τέχνη είναι η τέχνη η οποία μετατρέπεται σε αγιογραφία, ώστε το πτωτικό «είναι» των όντων να το οδηγεί στο «ευ είναι» και με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος να αποδείξει τη μεταμόρφωσή τους στο «αεί ευ είναι». Μέσα στην ιστορική πορεία του ο Χριστός άνοιξε το δρόμο για μια μεταϊστορική μεταμορφωμένη πραγματικότητα. Ο αγιογράφος με το χρωστήρα του πέτυχε, έστω και με τα φθαρτά μέσα, να αποδώσει έναν τρόπο υπάρξεως εντελώς απελευθερωμένο από τους περιορισμούς του κτιστού, αυτό του εσχατολογικού κάλλους.

Στην εικόνα της εγέρσεως του Λαζάρου, όπως και σε άλλες περιπτώσεις, τονίζονται οι μορφές που διαδραματίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο. Σε αυτήν την εικόνα ο Χριστός και ο Λάζαρος είναι σε μεγαλύτερη μορφή από τους μαθητές του Χριστού, τις αδερφές του Λαζάρου και του πλήθους.

Ο Χριστός στην εικόνα είναι το κεντρικό πρόσωπο. Ο αγιογράφος πέτυχε με την τέχνη του να δώσει το μυστήριο της θείας οικονομίας και να φανερώσει την θεανθρώπινη φύση του. Όπως αναφέρει ένα τροπάριο «Ανάστασις και ζωή των ανθρώπων υπάρχων Χριστέ, εν τω μνήματι Λαζάρου επέστης, πιστούμενος ημίν τας δύο ουσίας σου μακρόθυμε, ότι Θεός και άνθρωπος εξ αγνής Παρθένου παραγέγονας· ως μεν γαρ βροτός, επηρώτας, πού τέθαπται; Ως δε Θεός ανέστησας, ζωηφόρω νεύματι, τον τετραήμερον»[28]. Το σώμα του Χριστού συμμετέχει στη θεία δόξα και είναι πλήρες της δόξης της αοράτου θεότητος, ώστε η δόξα του Λόγου και της σαρκός να είναι μια και η αυτή[29].  Η δόξα είναι αοράτως παρούσα στο ορατό σώμα και παραμένει αόρατη στο πλήθος των εβραίων, που ήταν ακόμη αιχμάλωτοι στον κοσμικό εαυτό τους[30]. Με το ατάραχο και αστραφτερό βλέμμα του παρουσιάζεται ως ο κυρίαρχος, η πηγή της δυνάμεως και της ζωής. Το κόκκινο χρώμα των ιματίων του δηλώνει τη Θεϊκή του φύση, ενώ ο μπλε-πράσινος χιτώνας την ανθρώπινή του φύση. Έτσι σύμφωνα με τον Χριστολογικό όρο της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου, οι δυο φύσεις του Χριστού ήταν «ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως και αχωρίστως» ενωμένες. Όταν ο Χριστός έπραττε τα θεϊκά, ακολουθούσε η ανθρώπινη φύση και όταν έπραττε τα ανθρώπινα συνεργούσε η θεία φύση[31]. «Δύο προβαλλόμενος, τας ενεργείας σου έδειξας, των ουσιών, Σώτερ, την διπλόην· Θεός γαρ ει και άνθρωπος»[32]. Δεν είναι τυχαίο ότι στο αριστερό χέρι του κρατεί ειλητάριο και καλύπτεται από τον μπλε χιτώνα ως ο μέγας διδάσκαλός, ο οποίος με πράξεις αποδεικνύει τη θεία αποστολή του[33], ενώ το δεξί χέρι του, το οποίο εκτείνει και ευλογεί, καλύπτεται από το κόκκινο ιμάτιο. Με την παντοκρατορική στάση του απλώνει δυναμικά το δεξί χέρι του, ως Θεός, και δίνει προσταγή στο θάνατο[34], «η φωνή μεν ανθρωπόφθογγος, και η δύναμις θεοδύναμος»[35].  Το κίτρινο περιβραχιόνιο επάνω στο κόκκινο ιμάτιο δηλώνει τη θεία αποστολή του, να σώσει τον άνθρωπο. Έτσι είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει τον θάνατο και αυτό υποδηλώνει τη θεϊκή του φύση. Της αποφασιστικής κίνησης προηγήθηκε η προσευχή[36] προς τον Πατέρα, η κοινή ισότιμη σύσκεψη, όπως τότε κατά τη δημιουργία του Αδάμ[37]. Όπως τότε ο Πατέρας είπε στον Υιό  «ποιήσωμεν άνθρωπον», έτσι και τώρα ο Υιός μιλά στον Πατέρα του και ως ισότιμα και ομοούσια πρόσωπα[38] συνεργάζονται για τη σωτηρία του ανθρώπου. Το χέρι του ευλογεί τον νεκρό φίλο του. Δεν έδωσε εντολή από μακριά, όπως έκανε με τη θεραπεία του δούλου του εκατόνταρχου[39] ή τη θεραπεία της δαιμονισμένης κόρης της Συροφοινίκισσας[40], αλλά στέκεται απέναντι να αναμετρηθεί η ζωή με τον θάνατο και να επιβεβαιώσει ο κόσμος τη δύναμή του. Ο θάνατος μπροστά στη ζωή χάνει τη δύναμή του, όπως το σκοτάδι κοντά στο φως.

Το σεμνό σχήμα απόδοσης του Χριστού και με την τεθλιμμένη όψη[41] φανερώνει την ανθρώπινη φύση του. Το πρόσωπό του είναι σοβαρό και αυστηρό, γιατί κατά τρόπο ανθρώπινο λυπάται για το νεκρό Λάζαρο «ενεβριμήσατο τω πνεύματι και ετάραξεν εαυτόν»[42]. Είναι εδώ που ο Χριστός δάκρυσε[43], αντικρίζοντας τον φίλο του δοσμένο στη φθορά. Δάκρυσε βλέποντας τη φθορά της ανθρώπινης φύσεως[44] στο πρόσωπο του φίλου του. Δάκρυσε, γιατί ο θάνατος μετέβαλε το κάλλος της ανθρώπινης εικόνας σε «άκαλλον είδος»[45]. Δεν έκλαψε, αλλά δάκρυσε, για να φανερώσει, ως άνθρωπος, τον τύπο και το μέτρο της θλίψης και της οδύνης των ανθρώπων[46].

Το δεξί του χέρι σε στάση ευλογίας θυμίζει την παντοδύναμη κλήση «Λάζαρε δεύρο έξω»[47]. «Δεσποτική η φωνή, βασιλικόν το κέλευσμα, εξουσίας το πρόσταγμα»[48]. Ο Χριστός φωνάζει το φίλο του Λάζαρο, να βγει έξω από τη φθορά του θανάτου, γιατί «ήγγικε η ώρα και ο Υιός του ανθρώπου παραδίδοται εις χείρας αμαρτωλών»[49], για να σταυρωθεί και με το δικό του θάνατο να διαλύσει ως Θεός, το θάνατο. Ο Χριστός δεν μετέχει μόνο σε ολόκληρη την ανθρώπινη ζωή, αλλά και σε ολόκληρο τον ανθρώπινο θάνατο «ούτος τας αμαρτίας ημών φέρει και περί ημών οδυνάται»[50]. Ο Χριστός έγινε «υπήκοος μέχρι θανάτου»[51] όχι μόνο του σωματικού, φυσικού θανάτου, αλλά και της πνευματικής οδύνης[52]. Ο Υιός του Θεού γίνεται άνθρωπος, ώστε να γίνει ο άνθρωπος καθ’ ομοίωσιν Θεός. «Φτάνει μέχρις Άδου ταμείων» ώστε να σώσει το τέλειο δημιούργημά του από τη φθορά του θανάτου. «Κατήλθε εν τοις κατωτάτοις της γης και συνέτριψε μοχλούς αιωνίους». Αντιμετωπίζεται ήδη ο θάνατος και αναγγέλλεται ήδη το Πάσχα, όχι μόνο η ανάσταση του Χριστού, αλλά και η κοινή ανάσταση της ανθρώπινης φύσης. «Λάζαρον τεθνεώτα, τετραήμερον ανέστησας Χριστέ, προ του σου θανάτου, διασείσας του θανάτου το κράτος, και δι’ ενός προσφιλούς, την πάντων ανθρώπων προμηνύων εκ φθοράς ελευθερίαν»[53]. Δίκαια, λοιπόν, η ανάσταση του Λαζάρου προμηνύει την ανάσταση του Χριστού και κατ’ επέκταση την κοινή ανάσταση όλης της ανθρωπότητας[54].

Ενώ πήρε το μήνυμα ότι ο Λάζαρος ασθένησε, καθυστέρησε ακόμα δυο μέρες[55] να μεταβεί στη Βηθανία. Όταν ο Λάζαρος πέθανε, υπόσχεται ότι θα πορευθεί, να πάει να τον ξυπνήσει[56], ώστε «πρόφασις δε θεϊκής ο θάνατος γέγονε»[57], αφού «αυτή η ασθένεια ουκ έστι πρός θάνατον, αλλ’ υπέρ της δόξης του Θεού, ίνα δοξασθή ο υιός του Θεού δι’ αυτής»[58]. Αυτή η αποφασιστική «ορμή επιτείνει την ένδειξη του θαύματος»[59] και όσο περισσότερο χρόνο έμενε ο Λάζαρος στον τάφο, τόσο η δύναμη του Χριστού θα θαυμαζόταν[60].

Ο Λάζαρος, όπως και ο Χριστός, έχει πρωταγωνιστικό ρόλο, γι’ αυτό και είναι μεγαλύτερος στην εικόνα, από τα υπόλοιπα δευτερεύοντα πρόσωπα. Στέκεται στο άνοιγμα του λαξευμένου τάφου, «ην δε σπήλαιον»[61], χλωμός, αδύναμος απέναντι στο Χριστό, με δεμένα τα χέρια, τα πόδια και το σώμα με «κειρίαις»[62], δηλαδή εντάφια σπάργανα. Με την πρόσκληση του Χριστού «Λάζαρε, δεύρο έξω», «ήκουσε  του δεσποτικού προστάγματος ο νεκρός, και ευθέως του θανάτου τους νόμους παρέλυσεν»[63]. Ο Λάζαρος «εξεπήδησεν εκ του κόλπου του άδου»[64], επανέρχεται στη ζωή και χρειάζεται βοήθεια, ώστε να του ξετυλίξουν τις νεκρικές ταινίες. Το πρόσωπό του υποκλίνεται στο θείο πρόσταγμα του Κυρίου. Δεν είναι παθητική η στάση του, αλλά σκύβει προς τον Κύριο σε στάση υπακοής, γιατί μπροστά του ο Λάζαρος δεν αντικρίζει τον ιστορικό Χριστό, φίλο και άνθρωπο, αλλά τον παντοδύναμο Θεό, τον εσχατολογικό Κύριο, όπου τα πάντα θα υπακούσουν σε αυτόν[65]. Ο Λάζαρος «φωνής ακούσας, ο πικρός και ακόρεστος άδης, φόβω τρομάξας, και μέγα στενάξας, απολύσει Λάζαρον, κειρίαις εσφιγμένον»[66]. Αναστήθηκε τυλιγμένος με τα σάβανα, όπως τον τοποθέτησαν κατά την ταφή του. Σύμφωνα με την ευαγγελική διήγηση ο Λάζαρος όχι μόνο αναστήθηκε, αλλά μπορούσε να κινείται τυλιγμένος το σάβανο. «Το γαρ δεδέσθαι χείρας και πόδας, και σουδαρίω[67] κεκαλύφθαι την όψιν, και βαδίζειν τροχαλώς ούτως έχοντα, θαύμα ην ουχ ήττον της αναστάσεως»[68].

Ο Λάζαρος μοιάζει με το λογικό πρόβατο που περιμένει τον καλόν ποιμένα[69], τον Μεσσία να τον απαλλάξει από «το μέσον σκιάς θανάτου»[70]. Εξάλλου Λάζαρος σημαίνει «βοηθούμενος»[71], αυτός που βοηθείται από τον Θεό[72]. Έτσι ο ιστορικός Ιησούς αποκαλύπτεται στην εικόνα της έγερσης του Λαζάρου ως ο εσχατολογικός Χριστός, στον οποίο υπακούν τα πάντα[73] και «άγων άπαντας προς σέλας ζωηφόρον, Θεός πεφυκώς, εκ πυλών ανηλίων»[74]. Είναι η στιγμή που η ζωή ανταγωνίζεται τον θάνατο. Ο Λάζαρος αποστρέφεται το σκοτάδι, έλκεται από το φως και παίρνει ζωή. Είναι η διαβεβαίωση των ανθρώπων ότι ο Χριστός είναι και Θεός και μπορεί να φέρει τη ζωή. Τρανταχτή απόδειξη ενώπιον των ανθρώπων η ανάσταση του Λαζάρου. Με τον τρόπο αυτό δηλώνεται ότι, χωρίς την παρουσία του Χριστού, ο Λάζαρος αδύναμος πια θα συνέχιζε το αιώνιο ταξίδι, όπως όλοι οι θνητοί.  Η ανάσταση του Λαζάρου μπορεί να αποτυπωθεί με εικόνα, ενώ η συγκεκριμένη στιγμή της ανάστασης του Χριστού δεν ήταν ένα ορατό γεγονός, το οποίο μπορεί να σημειωθεί[75]. Σε αντίθεση ο Χριστός αυτοαναστήθηκε, χωρίς τη βοήθεια κανενός, χωρίς κανένα εμπόδιο «εσφραγισμένου του τάφου», αφήνοντας κενά και αναλλοίωτα[76] τα εντάφια σπάργανα. Το σώμα του Χριστού ήταν άφθαρτο μετά την ανάστασή του, γι’ αυτό και γίνεται πρωτότοκος των νέκρων.  Ως χορηγός της ζωής καταδέχθηκε ο ίδιος να εισέλθει στον τάφο, για να προσφέρει και πάλι την όντως ζωή και αφθαρσία στον άνθρωπο. Η Ανάσταση του Χριστού ήταν η όντως κατάλυση των δεσμών του Άδη από την ίδια τη ζωή. Εδώ υπακούει ο θάνατος στον δημιουργό της ζωής και ελευθερώνει τον νεκρό Λάζαρο. Με τη δυνατή φωνή του δίνει εντολή να επιστρέψει η ψυχή στο σώμα και το σώμα, αφού θεραπευθεί από την αποσύνθεση, να ενεργοποιηθεί[77] και να αναδημιουργηθεί. Όπως «τον χουν συνάψας πνεύματι, ο πάλαι τον πηλόν, πνεύματι ψυχώσας, ζωής Λόγε λόγω σου· και νυν δε λόγω εξανέστησας, εκ της φθοράς φίλον»[78]. Δεν επανέρχεται μόνο η ψυχή στο σώμα του Λαζάρου, άλλα ενεργοποιούνται όλες οι λειτουργίες του σώματός του. Επανέρχεται «η πνοή εν ρισίν, αι φλέβες αίματος πλήρεις, η φωνή επί φάρυγγος, εν ωσίν ο λόγος, εν οφθαλμοίς το οράν, επί χώρας η όσφρησις, η βάδισις κατά φύσιν»[79]. «οι απορρεύσαντες ιχώρες[80] των σαρκών τας κοτύλας πάλιν ανεπλήρουν και αι αποπεσούσαι τρίχες την οικείαν ταξιν επεγίνωσκον, και εν ταις μέλεσιν κατεφυτεύοντο»[81], «τον μυελόν ενθηκιάζειν τη κενότητι των καλάμων»[82], «τους υμένας δε τούτω υποφαίνουσαν και τα σπλάχνα αυτώ συνιστώσαν αίμα πάσας διατείνουσαν αίμα πάλιν επαφούσαν αυταίς, αρτηρίας δε καταρτίζουσαν»[83]. Αναπλάθεται και αναδημιουργείται από την τετραήμερη ήδη αποσύνθεσή του, ώστε να λειτουργεί κανονικά. Οι νεκραναστάσεις του Υιού της χήρας, της κόρης του Ιαείρου αλλά και του Λαζάρου ήταν προσωρινές, αφού απέκτησαν πάλι το θνητό και προσωρινό σώμα με όλα τα χαρακτηριστικά της φθαρτότητας και των βιολογικών αναγκών[84]. Επανέρχεται στη φθαρτή ζωή, γιατί ακόμα η αφθαρσία των σωμάτων επίκειτο να έρθει με την ανάσταση του Χριστού από τον Άδη. Έπρεπε ο Χριστός να γίνει πρωτότοκος των νεκρών, να πάρει πρώτος το άφθαρτο σώμα και μετά η ανθρωπότητα να ακολουθήσει κατά το πρότυπο του νέου Αδάμ στην εσχατολογική ανακαίνιση. Οι αναστάσεις των ανθρώπων, που πραγματοποίησε ο Χριστός πριν τη δική του ανάσταση, ήταν θαύματα που έφεραν προσωρινή χαρά στον άνθρωπο. «Γέγονεν ο Λάζαρος, της παλιγγενεσίας, προοίμιον σωτήριον»[85]. Ήταν προτυπώσεις των μελλόντων και αληθινών δωρεών, που θα πρόσφερε ο Χριστός με τη δική του ανάσταση. Κατά τη Δεύτερη Παρουσία του Χριστού η ανάσταση των νεκρών θα είναι καθολική προσλαμβάνοντας, κατά το πρότυπο του Χριστού, άφθαρτo και αιώνιo σώμα. Συνεπώς πίσω από το ιστορικό γεγονός της εικόνας κρύβεται η εσχατολογική ολοκλήρωση των πάντων μέσα στο φως της δόξας του Θεού.

Ο αγιογράφος πετυχαίνει την αποτύπωση του νεαρού της ηλικίας του Λαζάρου, αφού σε ηλικία τριάντα ετών «ησθένησε και απέθανε». Είναι ο μόνος άνθρωπος που γνώρισε για τέσσερις μέρες τον θάνατο και μάλιστα με ενταφιασμό. Πέθανε δυο φορές και μετέβη σε δυο εντελώς διαφορετικούς χώρους. Την πρώτη φορά ο Λάζαρος πήγε στην προ Χριστού κατάσταση των ψυχών στον Άδη. Ο Χριστός δεν είχε μεταβεί ακόμα σε αυτόν, ώστε να σκυλεύσει τον Άδη και να θανατώσει τον θάνατο. Οι πόρτες του παραδείσου ήταν ακόμη κλειστές με αγγέλους, που κρατούσαν πύρινες ρομφαίες[86], γι’ αυτό και η δύναμη του Άδη ήταν μεγάλη. Ίσως γι’ αυτό ο Λάζαρος δε γέλασε και δε μίλησε ποτέ για την πρώτη του εμπειρία. Πρώτο γιατί είδε την άδικη και σκληρή κατάσταση των ψυχών και δεύτερο γιατί γνωρίζοντας ότι ο Χριστός μετά τη σταυρική θυσία του, την τριήμερο ταφή του και την άφθαρτη εκ νεκρών ανάστασή του, ήταν πεπεισμένος ότι άλλαξε την κατάσταση, που είχε συναντήσει ο ίδιος. Άρα, αν μιλούσε για τη δική του εμπειρία, θα έφερνε σύγχυση στο νεοσύστατο σώμα της Εκκλησίας, η οποία θεμελιώθηκε στην Ανάσταση του Χριστού.  Εξάλλου με το γεγονός της ανάστασης του Χριστού υλοποιείται το προαιώνιο σχέδιο του Θεού για «ανακεφαλαίωση» εν Χριστώ πάντων των όντων[87]. Μετά την ανάσταση του Χριστού υπάρχει μόνο ο Παράδεισος, το φως και η ζωή. Έτσι βεβαίωσε και τον εκ δεξιών του ληστή επάνω στο σταυρό: «Σήμερον μετ’ εμού έση εν τω παραδείσω». Συνεπώς τη δεύτερη φορά σε ηλικία εξήντα[88] ετών ο Λάζαρος συναντά τη Βασιλεία του Θεού, την αιώνια ζωή δίπλα στον αναστημένο και αγαπητό φίλο του, το Χριστό, ο οποίος «κάθεται εκ δεξιών του Πατρός»[89].

 Στην εικόνα ο Χριστός και ο Λάζαρος φέρουν γύρω από το κεφάλι φωτοστέφανο. Το φωτοστέφανο του Χριστού είναι το μοναδικό το οποίο διαγράφει μέσα στις τρεις κεραίες τη λέξη «Ο ΩΝ»[90]. Είναι το σπουδαιότερο δογματικό στοιχείο της εικόνας[91], για να δηλώσει την αιώνια και άπειρη Θεία καταγωγή του. Ως Θεός υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει[92]. Συνεπώς ο Χριστός είναι η πηγή της ζωής και ο λόγος του προς τη Μάρθα ότι «Εγώ είμαι η ανάσταση και η ζωή. Αυτός που πιστεύει σε μένα και να πεθάνει θα ζήσει. Και κάθε ζωντανός που πιστεύει σε μένα, δεν θα πεθάνει ποτέ»[93] αποδεικνύεται με την πιο δύσκολη πράξη να αναστήσει τον τετραήμερο. Το φωτοστέφανο είναι οι άκτιστες ενέργειες του Θεού, που ζωογονούν τα πάντα. Δίκαια λοιπόν και ο Λάζαρος φέρει στο κεφάλι του φωτοστέφανο, γιατί κατά την ώρα της έγερσης οι θείες ενέργειες τον επανέφεραν στη ζωή. «Το Πνεύμα του Θεού είναι αυτό που δίνει ζωή»[94], «ώσπερ ο Πατήρ, ούτω και ο Υιός, ούς θέλει ζωοποιεί. Αυτή η φωνή σαλπίσει εν τη εσχάτη ημέρα και οι νεκροί αναστήσονται»[95]. Άρα το φωτοστέφανο συμβολίζει την ανεξάντλητη ροή του θείου Φωτός[96], τη δυναμική σχέση του Θεού προς τον Λάζαρο, γι’ αυτό και προκλήθηκε η έγερσή του.

 Ένας νεαρός τοποθετεί πιο πέρα την πέτρα κάλυπτε τον τάφο. Ο Χριστός έδωσε την εντολή «Άρατε τον λίθον»[97], για να δουν οι παρευρισκόμενοι από μόνοι τους την αλήθεια, ώστε να μιλούν με χειροπιαστές μαρτυρίες για το θαύμα. Έδωσε εντολή να σηκώσουν τον λίθο να αφαιρέσουν το σουδάριο και να λύσουν τα σάβανα, ώστε να μη φανεί το γεγονός φανταστικό[98], αλλά να μετέχουν και οι ίδιοι με όλες τους τις αισθήσεις. Να δουν την ανάσταση, να μυρίσουν τη σήψη του θανάτου, να αγγίξουν τα υλικά που συνοδεύουν στον τάφο. Να «μάθωσιν ότι εσάπη και ουκ εκλάπη»[99].  Η απιστία και ο δισταγμός φαίνεται από τη βεβαίωση του πλήθους, ότι, καθότι τεταρταίος, θα μυρίζει[100].

Ο αγιογράφος με το σχέδιο αποδίδει τα ιστορικά γεγονότα βασισμένος στην ευαγγελική διήγηση, ενώ με το φως εκφράζει την αποκατάσταση της ιστορίας στα έσχατα. Το φως δε λειτουργεί στην εικόνα με φυσιοκρατικό τρόπο, αλλά με ένα ιδιότυπο τρόπο, ελεύθερο από τον φυσικό καταναγκασμό και έτσι τη μεταφέρει από το ιστορικό στο μεταϊστορικό επίπεδο της Βασιλείας των Ουρανών. Παρουσιάζει την κτίση, τον πραγματικό κόσμο μεταμορφωμένο και απελευθερωμένο από τη φθορά, μέσα στη Βασιλεία των Ουρανών. Ο άνθρωπος που σηκώνει την πλάκα από το μνημείο του Λαζάρου, παρατηρούμε, ότι καταβάλλει αρκετή προσπάθεια, για να τη μετακινήσει. Παρόλα αυτά με τη χρήση του φωτός και την έλλειψη σκιάς στο έδαφος, χωρίς να έχει πάνω της σκιές, δε δημιουργεί πάχος και βάθος, άρα δίνει την εντύπωση μιας ανάλαφρης και αβαρούς πλάκας, που τελικά φαίνεται η απουσία της βαρύτητας[101]. Το φως αλλοιώνει και διαφοροποιεί το σχέδιο. Δεν ακολουθεί αναγκαστικά το φυσικό νόμο της ευθύγραμμης διαδόσεως, με αποτέλεσμα να πετυχαίνει την προοπτική της απελευθέρωσης από τη βαρύτητα, να φεύγει από τον νόμο του αδιαχώρητου[102] και γενικά τη φυσική αιτιοκρατία[103]. Τα πάντα είναι ελεύθερα από τη φυσική αναγκαστικότητα[104] και βρίσκονται στον μεταμορφωμένο μεταϊστορικό γίγνεσθαι.

Ένας άλλος νεαρός άντρας υπακούει στην εντολή του Χριστού «λύσατε αυτόν, και άφετε υπάγειν»[105]. Αν και επιτέλεσε το μεγαλύτερο θαύμα, δίνει εντολή να λύσουν τις νεκρικές ταινίες, ώστε ο όχλος να είναι μάρτυρας του γεγονότος. Το πρόσωπό του νεαρού είναι στραμμένο προς τον Χριστό, την αιτία που πρόσφερε τη ζωή στο νεκρό και θαυμάζει τη θεϊκή του καταγωγή. Κρατεί τα σάβανα του Λαζάρου και προσπαθεί να τα ξετυλίξει, για να τον ελευθερώσει. Έτσι συνήθιζαν να τυλίγουν το νεκρό σώμα, όπως περιγράφει ο ευαγγελιστής Ιωάννης[106], με μακριές και φαρδιές ταινίες, τα λεγόμενα σουδάρια, τις οποίες κολλούσαν μεταξύ τους με εκατό[107] λίτρα κολλητική ουσία από σμύρνα και αλόη φτιάχνοντας γύρω από το σώμα μια συμπαγή μάζα, «έθος τοις Ιουδαίοις σμύρνη και αλόη ενταφιάζειν εις το διαρκέσαι τα σώματα των νεκρών, κολλητικά δε ταύτα και δυσαπόσπαστα»[108]. Στο πρόσωπο τοποθετούσαν το λεγόμενο σουδάριο, «κάλυμμα της ντροπής»[109] και τοποθετούσαν το νεκρό σώμα στον τάφο. Αποστρέφει το πρόσωπό του από τον Λάζαρο, γιατί δεν μπορεί να αντικρύζει τα σημάδια της φθοράς, τα οποία αλλοίωσαν το πρόσωπο και το σώμα του εξαιτίας της τετραήμερης παραμονής του στον τάφο. Αν παρατηρήσουμε και την ιδιαίτερη εικόνα του Αγίου Λαζάρου, φαίνονται τα σημάδια της φθοράς, τα οποία άγγιξαν το Λάζαρο τέσσερις μέρες. Ρυτιδωμένος χωρίς μαλλιά και γένια. Όπως ο Χριστός με την ανάστασή του έφερε τα σημάδια της σταυρικής του θυσίας, τα στίγματα της αγάπης του, έτσι και στο Λάζαρο έμειναν τα σημάδια από τον θάνατό του. Αυτά τα σημάδια είναι που δίνουν την εκκλησιαστική ταυτότητα του αναστημένου Λαζάρου[110]. Αποδεικνύει επίσης το ένα και μοναδικό σώμα, το οποίο έχει ο άνθρωπος στην ιστορική του πορεία και με το ίδιο αυτό σώμα το αφθαρτοποιημένο θα υπάρχει και στην αιώνια μεταϊστορία. Το «δεύρο έξω» και το «λύσατε αυτόν και άφετε υπάγειν» φανερώνουν τη μελλοντική κοινή ανάσταση της ανθρωπότητας και την αποδέσμευση και απαλλαγή από τη φθορά της αμαρτίας και του θανάτου.

Μπροστά στα πόδια του Χριστού βρίσκονται γονατισμένες οι αδελφές του Λαζάρου, Μάρθα και Μαρία. Είναι η στιγμή που λέγουν «Κύριε, εάν ής ώδε, ο αδελφός μου ουκ αν ετεθνήκει»[111]. Ο τετραήμερος Λάζαρος ήταν φίλος του Χριστού και οι αδελφές του Μάρθα και Μαρία φιλοξένησαν τον Κύριο πολλές φορές[112] στο πατρικό τους στη Βηθανία.

Η Μάρθα βρίσκεται γονατιστή με καλυμμένα τα χέρια σε στάση προσευχής και παρακλήσεως. Η Μαρία είναι με καλυμμένα τα χέρια και πεσμένη κάτω αγγίζει τα πόδια του Χριστού. Ο Ευαγγελιστής  Ιωάννης αναφέρει ότι η Μαρία, μόλις είδε τον Χριστό, «έπεσεν αυτού εις τους πόδας»[113]. Η στάση της Μαρίας θυμίζει το γεγονός που άλειψε με μύρο τα πόδια του Χριστού και τα σκούπισε με τα μαλλιά της, όπως μας περιγράφει και η σχετική διήγηση «ην δε Μαρία η αλείψασα τον Κύριον μύρω, και εκμάξασα τους πόδας αυτού ταις θριξίν αυτής, ης ο αδελφός Λάζαρος ησθένει»[114]. Η Μαρία κρατά τα πόδια του Χριστού, θέλοντας να περάσει νοητά και σε αυτή η ζωή στη ζωή. Δίκαια λοιπόν η στάση της Μάρθας και της Μαρίας. «Ἕμελλε μετὰ μικρὸν μνημονεῦσαι τῆς τοῦ μύρου ἀλείψεως, προληπτικῶς ἐνταῦθα περὶ τοῦ μέλλοντος προσημαίνεται»[115]. Τα δάκρυα της Μάρθας και της Μαρίας αντιπροσωπεύουν τα δάκρυα ολόκληρης της ανθρωπότητας, η οποία ταλαιπωρείται από τον θάνατο[116]. Η Μάρθα και η Μαρία αποδεικνύουν τη θεωρία και την πράξη, την πίστη και την αγάπη που πρέπει να έχει ο άνθρωπος προς τον Χριστό, ώστε να εκπληρωθεί το όποιο θαύμα.

Τον Χριστό συνοδεύουν οι μαθητές του. Πίσω ακριβώς από τον Χριστό εντοπίζεται ο Πέτρος. Ακολουθεί ο νεαρός στην ηλικία Θωμάς ο Δίδυμος και δίπλα του βρίσκεται ο Ανδρέας. Ο Πέτρος έχει ελαφρώς γυρισμένο το κεφάλι του προς τον Θωμά. Ο αγιογράφος με αυτήν την κίνηση θέλει να καταγράψει με τον χρωστήρα του, τους λόγους του Θωμά, ο οποίος είπε «τοις συμμαθηταίς· άγωμεν και ημείς ίνα αποθάνωμεν μετ’ αυτού»[117]. Είναι ο διάλογος που έλαβε χώραν κατά την απόφαση του Χριστού να μεταβεί στη Βηθανία, ώστε να ξυπνήσει τον Λάζαρο που κοιμάται. Αφού πέρασαν οι δυο μέρες από τη λήψη του μηνύματος ότι ο Λάζαρος ασθένησε, οι μαθητές αντιδρούν για τη μετάβασή τους στη Βηθανία, γιατί οι Ιουδαίοι ζητούσαν τον Ιησού να τον λιθοβολήσουν[118]. Παρόλες τις φοβίες τους ακολουθούν τον Χριστό, ο οποίος χαίρεται, γιατί θα πιστέψουν[119] οι μαθητές και θα βεβαιωθούν για την αποστολή τόσο του Χριστού, όσο και των ιδίων αργότερα. Όπως ο Χριστός έτσι και οι μαθητές θα πορεύονται μέσα στην ιστορία για να την αναστήσουν, να την αλλάξουν και να την μεταμορφώσουν, έχοντας ως ανταπόδοση το μαρτύριο, κατά το πρότυπο του Θεανθρώπου.

Τα δυο μέρη της εικόνας πλαισιώνονται από σκουρόχρωμους, στενούς και απότομους βράχους. Μπροστά από το ένα βραχόβουνο στέκεται ο Χριστός με τους μαθητές του, ενώ από το άλλο προβάλλει από τον τάφο ο Λάζαρος. Είναι τα σκληρόκαρδα όρη της ψυχής του ανθρωπίνου, που ως όστρακο ο πεπτωκώς άνθρωπος κρύβεται σαν νεκρός μέσα. Το σπήλαιο υποδηλώνει το αφεγγές και υπόγειο βίο των ανθρώπων, τη σκοτεινή καρδία των Ιουδαίων[120], η οποία μετά την πτώση παρέμενε μέσα στη σκιά του νόμου[121], τον Άδη και τον θάνατο[122]. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναφέρει ότι «ουκ ανέμεινεν ο άδης, ουκ εστασίασεν ο θάνατος, ουκ ανεβάλλοντο αι κάτω δυνάμεις, αλλά μάλλον κατεπλάγησαν»[123], γιατί είχαν τον Λάζαρο για τέσσερις μέρες «εν τοις ιδίοις χωρίοις πανταχόθεν διαλυθέντα, ως αγόμφωτον σκάφος…αμέριμνος ήν»[124].  Το κάλεσμα δεύρο έξω είναι κάλεσμα νοηματοδότησης της ζωής, βίωσης του φωτός, της αλήθειας. Συνεπώς σε όποια πτωτική κατάσταση και αν βρίσκεται ο άνθρωπος, όταν ο Χριστός περάσει ουσιαστικά από τη ζωή του αλλοιώνεται, μεταμορφώνεται και ζει από αυτήν τη ζωή το «ευ είναι» και αν τον ακολουθήσει έως θανάτου το «αεί ευ είναι»[125]. Ο δε λίθος είναι το κάλυμμα της ασάφειας του νόμου[126], είναι το σκληρό αντίτυπο της απιστίας[127]. Η εντολή να άρουν τον λίθο, υποδηλώνει τον δυσβάστακτο ζυγό του νόμου. Ο Χριστός θέλει να απαλλάξει τον άνθρωπο και να φωτίσει τον νου με τη ζωοποιό χάρη[128].

Ο σκληρός και άγονος βράχος παραπέμπει και σε άλλες εικόνες του Δωδεκάορτου. Υποδηλώνουν το σκοτεινό και κούφιο, το ανούσιο και απαισιόδοξο, τον Άδη και τον Θάνατο. Τόσο στην εικόνα της έγερσης του Λαζάρου, όσο και στην εικόνα της Γέννησης του Χριστού βρίσκονται ο Χριστός και ο Λάζαρος με λευκές νεκρικές ταινίες, ένδειξη χαράς και δύναμης[129] έναντι του μαύρου σπηλαίου[130]. Στην εικόνα της Βάπτισης του Χριστού ο Ιορδάνης μεταμορφώνεται σε υγρό τάφο[131], της Σταυρώσεως του Χριστού με το μικρό σκοτεινό σπήλαιο με το κρανίο του Αδάμ, την εικόνα της Εις Άδου Καθόδου καθώς και την εικόνα της Πεντηκοστής, όπου βρίσκεται ο κόσμος. Στην εικόνα της έγερσης του Λαζάρου φανερώνουν το βαρύ και πένθιμο γεγονός, αλλά ταυτόχρονα, τον τρόμο που ένοιωσαν ακόμα και οι πέτρες[132] με την πρωτόγνωρη ανάσταση ανθρώπου, που βρισκόταν στα σπλάχνα της γης για τέσσερις μέρες. Τα βουνά και τα κάστρα περιβάλλονται και αυτά από το φως, με αποτέλεσμα να αφανίζεται η βαρύτητα και η φθορά και σαν ανάλαφρα ελατήρια κατευθύνονται και αυτά προς τα άνω. Το φως κάνει τα κτίρια της Ιερουσαλήμ πίσω από το πλήθος ανάλαφρα, χωρίς να έχουν ανάγκη από στατική αιτιολόγηση[133]. Συμπάσχουν και αυτά με τα γεγονότα[134]. Οι στέγες των κτιρίων κλίνουν προς τα πίσω, σαν να αποστρέφονται και αυτά το θάνατο. Δίκαια ο υμνωδός καλεί τη μικρή κώμη να μη σκυθρωπάζει, διότι ο Χριστός «εις χαράν πένθος μεταβάλλει σου το σον θρέμμα εγείρων, Λάζαρον εκ τάφου»[135]. Αντίθετα όταν έχουν κλίση μπροστά, υποδηλώνεται η αποδοχή και η υποδοχή της χαράς, ακόμα και της ύλης, για τα θεανθρώπινα σωτήρια γεγονότα.

Ανάμεσα στα βουνά φαίνεται το κάστρο της Βηθανίας και πλήθος Εβραίων βγαίνουν για να δουν και να θαυμάσουν το γεγονός. Ο Χριστός περιτριγυρίζεται από όλες τις κοινωνικές τάξεις των ανθρώπων. Από όλες τις βαθμίδες πνευματικής ωριμότητας. Είναι εκεί να δουν το θαύμα και με το δικό τους φακό να το αξιολογήσουν. Σε καμία άλλη εικόνα του Δωδεκάορτου δεν υπάρχει αυτό το στοιχείο της διαφορετικότητας των αντιλήψεων, των κοινωνικών τάξεων και των ηλικιών. Κάποιοι ακολουθούν, άλλοι θέλουν χειροπιαστές μαρτυρίες για να πιστέψουν, άλλοι βλέπουν, αμφισβητούν, αντιλέγουν, κατηγορούν και τιμωρούν. Δίκαια βρίσκονται πίσω από τα βουνά, γιατί και οι ίδιοι είναι άπιστοι, σκληρόκαρδοι[136] και άγονοι από έργα. Παρόλα αυτά τα πρόσωπά τους εικονίζονται ήρεμα και σεβάσμια[137]. Η Βυζαντινή εικονογραφία δε διαγράφει ποτέ στα πρόσωπα κάποιο πάθος ή κακία. Αντίθετα ως εικόνες του Θεού φανερώνουν «το ανεξίκακον και αθεάτριστον»[138]. Αν και είδαν το γεγονός, κάποιοι εμπόδισαν τους εαυτούς τους να πιστέψουν στο θαύμα και «απήλθον προς τους Φαρισαίους και είπον αυτοίς α εποίησεν ο Ιησούς»[139], ενώ κάποιοι άλλοι «θεασάμενοι α εποιήσεν ο Ιησούς επίστευσαν εις αυτόν»[140]. Η Βηθανία ήταν κοντά στα Ιεροσόλυμα με αποτέλεσμα να έχει πολλούς μάρτυρες «Ην δε και επάναγκες τούτο γενέσθαι, ίνα το θαύμα πολλούς έξῃ μάρτυρας»[141]. Αντίθετα οι νεκραναστάσεις του υιού της χήρας στη Ναϊν και της κόρης του Ιαείρου έγιναν σε άσημους τόπους με λίγους και αναξιόπιστους μάρτυρες[142]. Όπως συνέβη με το θαύμα του τυφλού[143], όπου αμφισβητούσαν[144]. Είναι αυτοί που είπαν το γεγονός από φθόνο στους Φαρισαίους[145]. Είναι οι Ιουδαίοι που βίωσαν την «αντιλογίαν, ότι άλλως Δεσπότης αυθεντεί, και άλλως δούλος εγείρει. Ηλίας ήγειρε νεκρόν, αλλ’ όμως ουκ ηυθέντησεν»[146]. Κάποιος κρατά τη μύτη του, για να αποδείξει, ότι για τέσσερις μέρες ο Λάζαρος στον τάφο άρχισε η σήψη και η δυσωδία και με την έγερσή του εξήλθε από τον τάφο και η μυρωδιά του θανάτου[147]. Άλλοι θεατές σιγοκουβεντιάζουν το γεγονός και συνωμοτούν για θανάτωση Του[148]. Αργότερα η συνωμοσία εξυφαίνεται και εναντίον του Λαζάρου, διότι πολλοί Ιουδαίοι βλέποντας αναστημένο τον Λάζαρο εγκατέλειψαν τους Γραμματείς και πίστεψαν στον Χριστό[149]. Γι’ αυτό τον λόγο ο Λάζαρος έφυγε φοβισμένος προς την Κύπρο[150].

Η εικόνα δε μιμείται τα φυσικά πρότυπα, αλλά επιζητεί να εκφράσει μια δομή ιδεών, να μεταδώσει τα πράγματα στην αληθινή τους κατάσταση. Μια κατάσταση η οποία δεν περιγράφει απλά γεγονότα, αλλά τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου, η οποία υπενθυμίζει στον άνθρωπο, ποιος είναι και τι μπορεί να γίνει, όταν με πίστη συναντηθεί με τον δημιουργό του[151]. Στην εικόνα της Ανάστασης του Λαζάρου υπάρχει το εικονογραφικό σχήμα της Εκκλησίας με την τριπλή ιεραρχική κλίμακα[152]. Στη δεξιά πλευρά της εικόνας είναι ο Χριστός, ο Θεάνθρωπος, η ζωή και η αλήθεια. Στην απέναντι πλευρά τοποθετείται η πτωτική ανθρώπινη και επίγεια ύπαρξη, το σκοτάδι, ο θάνατος. Παρόλα αυτά ακόμη και στην έσχατη κατάστασή της η ανθρώπινη φύση ανασταίνεται μέσω της  συνάντησής της με το θεϊκό. Στο μεσαίο μέρος βρίσκεται το πλήθος των ανθρώπων, στον ζυγό της ελεύθερης επιλογής ή της ζωής ή του θανάτου. Βρίσκονται σε δίλημμα, μέσα τους κυριαρχούν ανάμικτα κίνητρα και συναισθήματα. Στο πρόσωπο των εβραίων πίσω από τους βράχους  κυριαρχεί η αμφισβήτηση, το μίσος, η καχυποψία, το συμφέρον, ενώ  στα πρόσωπα της Μάρθας και της Μαρίας η πίστη, η εμπιστοσύνη, η ικεσία και η διαμεσολάβηση για σωτηρία. Φέροντας οριζόντια νοητή γραμμή μεταξύ του Χριστού και του Λαζάρου, που αντιπροσωπεύουν αντίστοιχα τη ζωή και τον θάνατο και μια κάθετη νοητή γραμμή μεταξύ των εβραίων και των δυο αδερφών του Λαζάρου, οι οποίοι εκφράζουν την αμφιβολία και την πίστη αντίστοιχα, δημιουργείται σταυρός, ο οποίος είναι ζυγός δικαιοσύνης και από την άλλη ζυγός της πτώσης.

Οι δυο εικόνες της Ανάστασης του Λαζάρου και της Βαϊοφόρου έχουν ακριβώς κοινά χαρακτηριστικά, αφού και στις δυο εικόνες ο Χριστός συνοδευόμενος από τους μαθητές του συναντά στη μεν εικόνα της έγερσης του Λαζάρου τον φίλο του και τον καλεί στη ζωή, στη δε Βαϊοφόρο συναντά τον κάθε άνθρωπο και τον καλεί στη βασιλεία του. Στην εικόνα της έγερσης του Λαζάρου πίσω από τα όρη μπροστά από την Ιερουσαλήμ βρίσκεται πλήθος κόσμου. Στην εικόνα της Βαϊοφόρου αυτό το σκηνικό έρχεται μπροστά, ώστε να επέλθει η μεταστροφή του πλήθους και να γνωρίσουν και αυτοί τη χαρά της ζωής. Και στις δυο εικόνες τον υποδέχονται ως τον νικητή του θανάτου «φέροντες τα της νίκης σύμβολα». Βρίσκεται σε μια νοητή δυναμική πορεία μέσα στην ιστορία, ώστε με το πέρασμά του να μεταμορφώνει το προ Χριστού ιστορικό γίγνεσθαι στο μετά Χριστόν. Ο θάνατος υπακούει και ελευθερώνει στο κάλεσμα του τον Λάζαρο και στο πέρασμά του τον κάθε άνθρωπο. Σπάει τα δεσμά των παθών, τα βραχώδη όρη της σκληροκαρδίας και κάθε είδους θανάτου. Όλοι οι άνθρωποι τον υποδέχονται μετά βαΐων και κλάδων ως λυτρωτή, σωτήρα και βασιλιά.

Αφαιρώντας το πλήθος κόσμου από την εικόνα απομένουν τα δυο κεντρικά πρόσωπα ο Χριστός και ο Λάζαρος. Ο αγιογράφος, για να ξεχωρίζουν, τους έδωσε μεγαλύτερες διαστάσεις στην εικόνα. Είναι η στιγμή που ο Χριστός σε αυτό τον κόσμο αντιμετωπίζει τον Άδη, η Ζωή τον Θάνατο, το φως το σκοτάδι. Είναι η στιγμή που ο Χριστός απαντά έμπρακτα στον κάθε άνθρωπο, ποιος είναι ο σκοπός της ενανθρωπήσεώς του. Είναι η στιγμή που δεν μπορεί κανένας εκ των παρευρισκόμενων να αμφισβητήσει το γεγονός της ανάστασης ενός τετραήμερου νεκρού. Είναι η στιγμή που βεβαιώνεται η μεσσιανική ιδιότητά του στο πλήθος, όπως το βεβαίωσε ιδιαιτέρως στη Σαμαρείτιδα, στους μαθητές του και κυρίως στον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη στο όρος Θαβώρ. Είναι η στιγμή που αλλάζει η πορεία του ανθρωπίνου ιστορικού γίγνεσθαι με το αισιόδοξο μήνυμα της απελευθέρωσης από κάθε δεσμό δουλείας. Είναι το προμήνυμα της κοινής ανάστασης των ανθρώπων με τη διάλυση και τη θανάτωση του θανάτου, όταν κατεβαίνει ο ίδιος στον Άδη.

Προσκυνώντας την εικόνα της ανάστασης του Λαζάρου μαρτυρούμε την πίστη μας στο δόγμα της ανάστασης των σωμάτων. Βεβαιώνουμε έτσι, για άλλη μια φορά, αυτό το οποίο ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως, ότι «Προσδοκούμεν ανάστασιν νεκρών». Συνεπώς η εικόνα της ανάστασης του Λαζάρου δεν αναφέρεται ιστορικά μόνο στην ανάσταση ενός ανθρώπου, της μιας υπόστασης του Λαζάρου, αλλά και της ανάστασης ολόκληρου του ανθρωπίνου γένους και της μεταμόρφωσης ολόκληρης της κτίσης[153]. Ο Χριστός είναι ο νικητής κάθε μορφής θανάτου, κάθε μορφής αποξένωσης, που εγκλωβίζει τον άνθρωπο σε ατέρμονες λύπες. Στην εικόνα της ανάστασης του Λαζάρου δίνει το μήνυμα ζωής από αυτό τον φθαρτό κόσμο ότι, όταν έρθει η όντως αφθαρσία, ο ίδιος ο Κύριος της ζωής, μπορεί ο άνθρωπος να νοηματοδοτήσει τη ζωή του, να βρει την ουσία και τη χαρά της ζωής.

[1] Ιωάννου- Χαριλάου Βράνου, Θεωρία αγιογραφίας, εκδόσεις Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 21992, σ. 349-377.

[2] Άννα – Μαρία Παπαδάκη, «Η ανάσταση του Λαζάρου στην Ευρωπαϊκή ζωγραφική» , Εικονοστάσιον, Περιοδική έκδοση Κέντρου Εικονολογίας Ιεράς Μονής Χρυσορρογιατίσσης, τεύχος 10, Οκτώβριος 2018, σ.328-347.

[3] Χρυσάνθου Χρήστου, Ιταλική ζωγραφική του XIV και XV αιώνα, Σύλλογος προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων, Αθήναι 1996,  σ. 12.

[4] Μοναχού Γρηγορίου Κρούγκ, Σημειώσεις ενός εικονογράφου, εκδόσεις Νεκτάριος Παναγόπουλος, Αθήνα 1998, σ. 93-94.

[5] Αδελφότης Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου Καρέα, Τι ξέρεις εσύ για τις εικόνες;, Εκδόσεις Ετοιμασία, Καρέας 2000, σ. 22.

[6] Philip Sherrard, Το Ιερό στη ζωή και στην τέχνη, Εκδόσεις Ακρίτας, 1994, σ. 104.

[7] Μοναχού Γρηγορίου Κρούγκ,  ο.π., σ. 42-43.

[8] Philip Sherrard, ο.π., σ. 107.

[9] Ανδρέα Κρήτης, Λόγος Η΄, Εις τον τετραήμερον Λάζαρον, PG 97, 960Β.

[10] Ιω. Χρυσοστόμου, Εις Μάρθαν και Μαρίαν και Λάζαρον και Ηλίαν τον προφήτην, PG 61, 703:  «Βηθανία ο παρών οίκος ονομάζεται επεί Βηθανία οίκος ειρήνης λέγεται». Θεοφάνους Κεραμέως, Εις την του δικαίου Λαζάρου ανάστασινΟμιλία ΚΕ’, PG 132, 513B: «Βηθανία δε οίκος δόξης και υπακοής».

[11] Π. Σταμάτη Σκλήρη, Εν Εσόπτρῳ, Εικονολογικά μελετήματα, εκδόσεις Γρηγόρης, Αθήνα 1992, σ. 210.

[12] Ανδρέα Κρήτης, ο.π., PG 97, 965B.

[13] Σάβανα ή νεκρικές ταινίες ήταν αμεταχείριστο λευκό ύφασμα με το οποίο τύλιγαν τους νεκρούς.

[14] Μητρ. Ιεροθέου, Οι Δεσποτικές εορτές, εισοδικό στο Δωδεκάορτο και την Ορθόδοξη Χριστολογία, Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου(Πελαγίας), 21998, σ. 195.

[15] Σταμάτη Σκλήρη, ο.π., σ. 208.

[16] Ματθ. 26, 1-5. Μαρκ. 14, 1-2. Λουκ. 22, 1-2. Ιωαν. 11, 46-57.

[17] Ιωαν. 12, 9-11.

[18] Σταύρου Φωτίου, «Ζωή εναντίον θανάτου: η Έγερσις του Λαζάρου», Εικονοστάσιον, Περιοδική έκδοση Κέντρου Εικονολογίας Ιεράς Μονής Χρυσορρογιατίσσης, τεύχος 10, Οκτώβριος 2018, σ. 407.

[19] Ιω. Χρυσοστόμου, ο.π., PG 61, 701.

[20] Ιωαν. 11, 25

[21] Ματθ.9, 18. Μαρκ. 5, 21- 43. Λουκ. 8, 40-56.

[22] Λουκ. 7, 11-17.

[23] Σταμάτη Σκλήρη, ο.π., σ. 209.

[24] Στις εικόνες του Δωδεκάορτου συναντούμε το σκοτάδι με τις θεολογικές προεκτάσεις στις εικόνες της Γεννήσεως του Χριστού, της Βάπτισης του Χριστού, της Έγερσης του Λαζάρου, της  Σταύρωσης, της εις Άδου καθόδου και της Πεντηκοστής.

[25] Ιωαν. 11, 9-10.

[26] Σταμάτη Σκλήρη, ο.π., σ. 211.

[27] Σταμάτη Σκλήρη, ο.π., σ. 119.

[28] Τριώδιον, α΄ στιχηρό των αίνων, εκδόσεις Φως, Αθήνα 1989,  σ. 378.

[29] Ιω. Δαμασκηνού, Εἰς τὴν ὑπερένδοξον μεταμόρφωσιν, ιβ΄, PG 96, 564C.

[30] Philip Sherrard, ο., σ. 123.

[31] Μητρ. Ιεροθέου, ο.π., σ. 192.

[32] Θεοφάνους Γραπτού, 1ο τροπάριο της γ’ ωδής του κανόνος του Σαββάτου του Λαζάρου.

[33] Ματθ. 12, 38- 40. 16, 1-4. Μαρκ. 8, 11-12. Λουκ. 11, 29-32.: Οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι κάποια στιγμή ζήτησαν από το Χριστό να αποδείξει με θαυματουργικό σημάδι την αποστολή του. Ο Χριστός τους απάντησε ότι άλλο σημάδι δεν θα δοθεί, παρά μόνο η εκπλήρωση του Προφήτη Ιωνά με την τριήμερο ταφή και ανάστασή του.

[34] Φωτίου Κόντογλου, Έκφρασις της Ορθοδόξου Εικονογραφίας, τόμος Α’, Εκδόσεις Αστήρ, Αθήνα 41993, σ. 170.

[35] Ιω. Χρυσοστόμου, ο.π.,  PG 61, 706.

[36] Ιωαν. 11, 41-42 «ο δε Ιησούς ήρε τους οφθαλμούς άνω και είπε· πάτερ, ευχαριστώ σοι ότι ήκουσάς μου.  εγώ δε ήδειν οτι πάντοτέ μου ακούεις· αλλά δια τον όχλον τον περιεστώτα είπον, ίνα πιστεύσωσιν ότι σύ με απέστειλας».

[37] Μητρ. Ιεροθέου, ο.π., σ. 195.

[38] Ανδρέα Κρήτης, ο.π., PG 97, 980A: «δεικνύς ότι άνωθεν ήλθε, και ότι Υιός εστί του Θεού, και Θεός, και ότι πάντα γνώμη του Πατρός ποιεί, ως της αυτής υπάρχων αυτώ και γνώμης και φύσεως».

[39] Ματθ. 8, 5-13, Λουκ. 7, 1-10. Ιωαν. 4, 43-54.

[40] Ματθ. 15, 21-28, Μαρκ. 7, 24-30.

[41] Χρήστου Γκότση, Ο μυστικός κόσμος των Βυζαντινών εικόνων, τόμος Α’, Αποστολική Διακονία, Αθήνα 21995, σ. 76.

[42] Ιωαν. 11, 33.

[43] Ιωαν. 11, 35

[44] Θεοφάνους Κεραμέως,  ο.π.,  PG 132, 532Β

[45] Ανδρέα Κρήτης, ο.π., PG 97, 976D.

[46] Θεοφάνους Κεραμέως,  ο.π.,  PG 132, 532AΒ.

[47] Ιωαν. 11, 43

[48] Ανδρέα Κρήτης, ο.π., PG 97, 980Β.

[49] Ματθ. 26, 45.

[50] Ησ. 53, 4

[51] Φιλ. 2, 8.

[52] Κάλλιστου Γουέαρ, Ο Ορθόδοξος δρόμος, εκδόσεις Επτάλοφος, 7χχ, σ. 93.

[53] Τριώδιον, β΄ στιχηρό των αίνων, εκδ. Φως, Αθήνα 1989, σ. 378.

[54] Ολιβιέ Κλεμάν, «Η ζώσα ζωή», Ανάσταση και ζωή, Σταύρος Φωτίου (επιμ.), Εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 1996, σ. 74.

[55] Ιωαν. 11, 6.

[56] Ιωαν. 11, 11-16.

[57] Θεοφάνους Κεραμέως,  ο.π.,  PG 132, 516A.

[58] Ιωαν. 11, 4.

[59] Ανδρέα Κρήτης, ο.π., PG 97, 965Β.

[60] Ανδρέα Κρήτης, ο.π., PG 97, 969C.

[61] Ιωαν. 11, 38.

[62] Ιωαν. 11,44.

[63] Ιω. Χρυσοστόμου, Εις τον τετραήμερον Λάζαρον, Λόγος ΙΧ, PG 48, 784.

[64] Ιω. Χρυσοστόμου, ο.π.,  PG 61, 706.

[65] Π. Σταμάτη Σκλήρη, ο.π., σ. 210.

[66] Τριώδιον, Ιδιόμελον Ανδρέα Τυφλόυ, εκδ. Φως, Αθήνα 1989, σ. 366.

[67] Λατινική λέξη που σημαίνει είδος μαντηλιού με το οποίο περιτύλιγαν το πρόσωπο του νεκρού.

[68] Θεοφάνους Κεραμέως , ο.π., PG 132, 540AB.

[69] Παύλου Ευδοκίμωφ, Η Τέχνη της εικόνας, Θεολογία της ωραιότητος, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1993, σ. 211.

[70] Ψαλμ. 22,4.

[71] Θεοφάνους Κεραμέως,  ο.π., PG 132, 513B.

[72] Σταύρου Φωτίου, ο.π., σ. 409.

[73] Π. Σταμάτη Σκλήρη, ο.π., σ. 210.

[74] Όρθρος ωδή δ΄.

[75] Η εικόνα που φέρει τον τίτλο «Η εις Άδου κάθοδος» μας οδηγεί στο εσωτερικό νόημα, στην πιο πιστή λειτουργική έκφραση του γεγονότος, ενώ η εικόνα που φέρει τον τίτλο «Το χαίρε των Μυροφόρων» αναπαριστά τα κενά εντάφια σπάργανα μετά την ανάσταση του Χριστού, όπως τα βρήκαν οι Μυροφόρες και αργότερα οι μαθητές.

[76] Ιωαν. 20, 5-7.

[77] Μητρ. Ιεροθέου, ο.π.,  σ. 198.

[78] Τριώδιον, ειρμός ωδή ε’ , εκδ. Φως, Αθήνα 1989, σ. 370.

[79] Ανδρέα Κρήτης, ο.π., PG 97, 981A.

[80] Ο ιχώρ, -ώρος = ο χυμός που ρέει στις φλέβες, ιδρώτας.

[81] Ιππόλυτου Ρώμης, Αποσπάσματα εκ του εις τον Ιωάννην και την Ανάστασιν του Λαζάρου, ΒΕΠΕΣ 6, σ. 192. Πρβλ. Αμφιλόχιου Ικονίου, Λόγος εις τον τετραήμερον Λάζαρον, ΒΕΠΕΣ 71, σ. 75-78.

[82] Ιω. Χρυσοστόμου, ο.π., PG 61, 706.

[83] Ρωμανού του Μελωδού Ύμνοι, εκδιδόμενοι εκ πατμιακών κωδίκων μετά προλεγομένων υπό Νικολάου Β. Τωμαδάκη, τομ. Α’, Αθήναι 1952, σ. 157-176. Πατμιακός κώδικας 213(Q), φφ. 50ν– 53ι πρβλ. Παρασκευά Αγάθωνος, Ο άγιος Λάζαρος ο τετραήμερος, έκδοση Ιερού Ναού Αγίου Λαζάρου Λάρνακας, Λευκωσία 1997, 159.

[84] Μητρ. Ιεροθέου, ο.π.,  σ. 189.

[85] Τριώδιον, Στιχηρό ιδιόμελο, ποίημα Λέοντος Βασιλέως, ο.π., σ. 366.

[86] Ιω. Χρυσοστόμου, ο.π., PG 48, 782.

[87] Εφ. 1, 10.

[88] Παρασκευά Αγάθωνος, Ο άγιος Λάζαρος ο τετραήμερος, έκδοση Ιερού Ναού Αγίου Λαζάρου Λάρνακας, Λευκωσία 1997, 21-35.

[89] Σύμβολο της Πίστεως

[90] Εξ. 3, 13: Με αυτό το όνομα ο Θεός παρουσιάστηκε στον Μωυσή στο όρος Χωρήβ «και είπεν ο Θεός προς Μωυσήν, Εγώ ειμί Ο ΩΝ»

[91] Ιωάννου- Χαριλάου Βράνου, ο.π., σ. 178.

[92] Αποκ. 1, 4 Και 4, 8.

[93] Ιωαν. 11, 25-26.

[94] Ιωαν. 6, 63: «Το πνευμα εστί το ζωοποιούν».

[95] Θεοφάνους Κεραμέως,  ο.π., PG 132, 537Β.

[96] Michel Quenot, Η εικόνα: Θέα της Βασιλείας, εκδ. Τέρτιος, Κατερίνη 1993, σ. 113.

[97] Ιωαν. 11, 39.

[98] Θεοφάνους Κεραμέως,  ο.π.,  PG 132, 533C.

[99] Αμφιλόχιου Ικονίου, ο.π., σ.77.

[100] Ανδρέα Κρήτης, ο.π., PG 97, 977D.

[101] Π. Σταμάτη Σκλήρη, ο.π., σ. 83 και σ. 211.

[102] Π. Σταμάτη Σκλήρη, ο.π., σ. 95.

[103] Π. Σταμάτη Σκλήρη, ο.π., σ. 83.

[104] Π. Σταμάτη Σκλήρη, ο.π., σ. 82.

[105] Ιωαν. 11, 44.

[106] Ιωαν. 19, 39-40.

[107] Περίπου τριάντα σημερινά κιλά.

[108] Θεοφάνους Κεραμέως,  ο.π.,  PG 132, 540AB.

[109] Κύριλλου Αλεξανδρείας, Ερμηνεία εις το κατά Ιωάννην ευαγγέλιον, PG 74, 63AB.

[110] Π. Σταμάτη Σκλήρη, ο.π., σ. 215.

[111] Ιωαν. 11, 21, 32.

[112] Λουκ. 10, 38-40, Ιωαν. 12, 1-3.

[113] Ιωαν. 11, 32.

[114] Ιωαν. 11, 2.

[115] Θεοφάνους Κεραμέως,  ο.π., PG 132, 516A.

[116] Παρασκευά Αγάθωνος, Ο άγιος Λάζαρος ο τετραήμερος, έκδοση Ιερού Ναού Αγίου Λαζάρου Λάρνακας, Λευκωσία 1997, σ. 77.

[117] Ιωαν. 11, 16.

[118] Ιωαν. 11, 8.

[119] Ιωαν. 11, 15: «χαίρω δι’ υμάς, ίνα πιστεύσητε»

[120] Ανδρέα Κρήτης, ο.π., PG 97, 977B.

[121] Θεοφάνους Κεραμέως,  ο.π., PG 132, 533C.

[122] Ο Ρωμανός επηρεασμένος από το απόκρυφο Ευαγγέλιο του Νικοδήμου προσωποποιεί τον Άδη και τον θάνατο. C. Tischendorf, Ευαγγέλια Απόκρυφα, Απόκρυφον Ευαγγέλιον Νικοδήμου, Lipsiae, 1853, s. 173-175, Αθήναι 1959, μέρος Β’ κεφ. 4-7, σ. 304-308. Πρβλ. Παρασκευά Αγάθωνος, Ο άγιος Λάζαρος ο τετραήμερος, έκδοση Ιερού Ναού Αγίου Λαζάρου Λάρνακας, Λευκωσία 1997, σ. 71.

[123] Ιω. Χρυσοστόμου, ο.π., PG 61, 706.

[124] Ιω. Χρυσοστόμου, ο.π.

[125] Μάξιμου Ομολογητή, Αποριών βίβλος, PG 91, 1392D.

[126] Θεοφάνους Κεραμέως,  ο.π.,  PG 132, 533C.

[127] Ανδρέα Κρήτης, ο.π., PG 97, 977B.

[128] Ανδρέα Κρήτης, ο.π., PG 97, 977B.

[129] Michel Quenot, ο., σ. 128.

[130] Michel Quenot, ο., σ. 136.

[131] Michel Quenot, ο., σ. 160.

[132] Φωτίου Κόντογλου, ο.π., σ. 170.

[133] Π. Σταμάτη Σκλήρη, ο.π., σ. 83.

[134] Π. Σταμάτη Σκλήρη, ο.π., σ. 185.

[135] Θεόδωρου Στουδίτου, 2ο τροπάριο της η’ ωδής του κανόνος της Παρασκευής προ των Βαΐων.

[136] Ανδρέα Κρήτης, ο.π., PG 97, 977Β.

[137] Αδελφότης Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου Καρέα, ο.π., σ. 39.

[138] Φωτίου Κόντογλου, ο.π., σ. 411.

[139] Ιωαν. 11, 46.

[140] Ιωαν. 11, 45.

[141] Θεοφάνους Κεραμέως,  ο.π., PG 132, 516C.

[142] Σταύρου Φωτίου, «Ζωή εναντίων θανάτου», ο.π., σ. 407.

[143] Ιωαν. 9, 1-41.

[144] Ανδρέα Κρήτης, ο.π., PG 97, 977C.

[145] Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Ερμηνεία εις το κατά Ιωάννην ευαγγέλιον, PG74, 63D-65Α: «Τω παραδόξῳ νικηθέντες πολλοί πεπιστεύκασιν· έτεροι δε τω φθόνῳ τρωθέντες, αφορμήν ποιούνται τό θαύμα του δράσαι τα των φθονούντων, και τοις ηγουμένοις απήγγειλαν το γεγονός, ίνα κακείνων λυπηθέντων εφ᾽ οις ειργάσατο ο Χριστός, σχώσί τινα παραψυχήν της ιδίας λύπης».

[146] Ιω. Χρυσοστόμου, ο.π., PG 61, 706.

[147] Ιωαν. 11, 2.

[148] Ιωαν. 11, 53.

[149] Ιωαν. 12, 11.

[150] Παρασκευά Αγάθωνος, Ο άγιος Λάζαρος ο τετραήμερος, έκδοση Ιερού Ναού Αγίου Λαζάρου Λάρνακας, Λευκωσία 1997, 21-35.

[151] Philip Sherrard, ο., σ. 111.

[152] Philip Sherrard, ο., σ. 107.

[153] Π. Σταμάτη Σκλήρη, ο.π., σ. 212.

Πρώτη δημοσίευση στην ιστοσελίδα: 04.04.2026

Share