Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026

Λόγος Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου στην ευαγγελική περικοπή της Κυριακής της Απόκρεω

 

Κυριακή της Αποκρέω (Ματθ. κε΄ 31-46) 

Αγίου Ιωάννου, αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, του Χρυσοστόμου

Υπόμνημα εις τον Ευαγγελιστήν Ματθαίον, ομιλία ΟΘ΄(απόσπασμα)

 

«Όταν δε έλθει ο υιός του ανθρώπου με όλη τη δόξα του Πατρός Αυτού και μαζί με Αυτόν όλοι οι άγιοι άγγελοι, τότε θα καθίσει», λέγει, « στον θρόνο του, τον λαμπρό και ένδοξο και θα χωρίσει τα πρόβατα από τα ερίφια· και τους μεν θα τους αποδεχτεί, επειδή όταν Αυτός πεινούσε, Τον έθρεψαν, και όταν Αυτός διψούσε, Του έδωσαν νερό να πιει, και όταν Αυτός ήταν ξένος, Τον φιλοξένησαν και Τον περιποιήθηκαν, και όταν Αυτός ήταν γυμνός Τον έντυσαν, και όταν ήταν ασθενής, Τον επισκέφθηκαν, και όταν βρισκόταν στη φυλακή, πήγαν να Τον δουν. Και θα τους δώσει ως ανταμοιβή την ουράνια Βασιλεία. Όσους όμως έκαναν τα αντίθετα, θα τους στείλει στο πυρ το αιώνιο, που έχει ετοιμασθεί για το διάβολο και τους πονηρούς αγγέλους του.»

 α΄. Την περικοπή αυτή τη γλυκύτατη, στην οποία δεν παραλείπουμε διαρκώς να επανερχόμαστε, και με την οποία ολοκληρώνεται πολύ ορθώς ο λόγος, ας την ακούσουμε τώρα με κάθε προσοχή και κατάνυξη μεγάλη. Διότι σ’ αυτήν γίνεται πολύς λόγος για φιλανθρωπία και την ελεημοσύνη. Για το θέμα αυτό και προηγουμένως μίλησε γι’ αυτή με διάφορους τρόπους, ενώ εδώ ομιλεί σαφέστερα και εμφαντικότερα, καθώς δεν παρουσιάζει εδώ δύο ή τρία ή πέντε πρόσωπα, αλλά ολόκληρη την οικουμένη. Μολονότι στην πραγματικότητα, και οι προηγούμενες περικοπές, οι οποίες ανέφεραν δύο πρόσωπα, δεν εννοούσαν ακριβώς δύο μόνο, αλλά δύο κατηγορίες ανθρώπων, όσους παρακούουν στις θείες εντολές και όσους υπακούουν.

Αλλά εδώ χρησιμοποιεί λόγο πιο φρικώδη και διαυγή. Γι’ αυτό δεν λέγει, λοιπόν, « η Βασιλεία ομοιάζει», αλλά ολοφάνερα παρουσιάζει τον εαυτό Του, λέγοντας «Όταν έρθει ο Υιός του ανθρώπου με όλη τη δόξα Του». Γιατί τώρα ήρθε περιφρονημένος, ήλθε μέσα σε ύβρεις και προσβολές. Τότε όμως θα κάθεται στον θρόνο της δόξας Του. Και μάλιστα μνημονεύει αδιάκοπα τη δόξα Του. Επειδή πλησίαζε ο καιρός της Σταύρωσης, η οποία εθεωρείτο ατιμωτική, γι’ αυτό ενισχύει τον ακροατή και φέρνει μπροστά στα μάτια του το δικαστήριο και στήνει γύρω από αυτό ολόκληρη την οικουμένη. Και δεν κάνει τον λόγο τρομερό μόνο με τον τρόπο αυτό, αλλά και με το να παρουσιάζει τους ουρανούς να αδειάζουν· γιατί θα είναι μαζί Του όλοι οι άγγελοι, λέγει, για να μαρτυρούν πόσες υπηρεσίες πρόσφεραν σαν απεσταλμένοι του Δεσπότου για τη σωτηρία των ανθρώπων.

 Αλλά και από κάθε άποψη θα προκαλεί φρίκη η ημέρα τότε εκείνη. Έπειτα λέγει: «Θα συναχθούν όλα τα έθνη», δηλαδή ολόκληρο το ανθρώπινο γένος. «Και θα διαχωρίσει τους μεν από τους δε, καθώς ο βοσκός τα πρόβατα». Διότι τώρα δεν είναι χωρισμένοι, παρά όλοι μαζί ανακατεμένοι, ενώ τότε θα γίνει ο χωρισμός με κάθε ακρίβεια. Και στην αρχή τους τοποθετεί χωριστά και τους φανερώνει από τον τόπο στον οποίο τους τοποθετεί . Έπειτα όμως δείχνει τον χαρακτήρα και τη διαγωγή του καθενός με το όνομα που τους δίνει: τη μια κατηγορία την ονομάζει «ερίφια», την άλλη «πρόβατα», για να δείξει πόσο άκαρποι είναι οι πρώτοι –γιατί κανένα όφελος δεν μπορεί να προέλθει από τα ερίφια· και τη μεγάλη καρποφορία των άλλων- γιατί είναι μεγάλο το εισόδημα των προβάτων, μαλλί και γάλα και μικρά, που δεν μπορεί το ερίφι να δώσει. Τα ζώα όμως, τα οποία δεν έχουν λογικό, είναι από τη φύση τους αποδοτικά ή μη, ενώ οι άνθρωποι από την ελεύθερη προαίρεσή τους και γι’ αυτό άλλοι τιμωρούνται κι άλλοι στεφανώνονται.

Και δεν τους επιβάλλει τιμωρία νωρίτερα, παρά μέχρις ότου τούς κρίνει ως δικαστής. Και αφού τους στήσει απέναντί Του, απαριθμεί τις αξιόποινες πράξεις τους. Αυτοί βέβαια μιλούν με ήπιο τόνο στη φωνή τους, αλλά κανένα όφελος δεν τους απομένει πια. Πολύ εύλογα, γιατί περιφρόνησαν ένα τόσο αξιοπρόσεκτο πράγμα, για το οποίο έπρεπε με κάθε τρόπο να φροντίζουν. Γιατί και οι προφήτες παντού και πάντοτε έλεγαν: «λεος θέλω κα ο θυσίαν (:Ευσπλαχνία απέναντι στους συνανθρώπους σας θέλω και όχι τυπικές θυσίες»[Ωσηέ, 6,6]. Και ο Νομοθέτης σ’ αυτό [δηλαδή στην ελεημοσύνη] τους παρακινούσε με κάθε τρόπο, και με λόγια και με έργα. Και η ίδια η φύση αυτό μας υπεδείκνυε.

Πρόσεξε δε ότι αυτοί δεν έχουν να παρουσιάσουν μόνο ένα και δύο καλά έργα, αλλά κανένα καλό έργο· διότι όχι μόνο δεν Του έδωσαν τροφή όταν πεινούσε, ούτε Τον έντυσαν όταν ήταν γυμνός· δεν έκαναν όμως ούτε το ελαφρότερο, μια επίσκεψη δηλαδή όταν ήταν άρρωστος. Πρόσεξε πόσο ελαφρά καθήκοντα εντέλλεται. Δεν είπε: «Ήμουν στη φυλακή και με αποφυλακίσατε, άρρωστος και με κάνατε υγιή», αλλά «με επισκεφτήκατε και ήρθατε σε μένα». Αλλά ούτε και ως προς την πείνα ήταν βαρύ και δύσκολο αυτό που παράγγελνε. Δε ζητούσε πλούσιο τραπέζι, αλλά μόνο την αναγκαία τροφή και μάλιστα με τη μορφή ενός αξιολύπητου ικέτη.

Ώστε όλα ήσαν αρκετά για να τους καταδικάσουν: το εύκολο πράγμα που ζητούσε: λίγο ψωμί· η αξιολύπητη όψη εκείνου που το ζητούσε : ήταν φτωχός· η συμπάθεια της κοινής φύσης Του με αυτούς, αφού ήταν άνθρωπος· η περιπόθητη υπόσχεση : υποσχέθηκε τη Βασιλεία· η φοβερή τιμωρία: απειλούσε με τη γέεννα του πυρός· το αξίωμα Εκείνου που τα δεχόταν: ήταν Θεός αυτός που λάμβανε την ελεημοσύνη, μέσω των φτωχών· η υπερβολική τιμή: έκρινε ότι άξιζε να ταπεινωθεί τόσο· το δίκαιο της χορηγήσεως: έπαιρνε από τα δικά Του.

Απέναντι σε όλα αυτά, η φιλαργυρία έκαμε τυφλά καθ’ ολοκληρίαν τα θύματά της και αυτό ενώ επικρεμόταν τόσο μεγάλη απειλή . Γιατί και πιο πάνω λέγει ότι αυτοί που δε δέχονται να βοηθήσουν όσους έχουν ανάγκη, θα πάθουν χειρότερα από τους κατοίκους των Σοδόμων( «μν λέγω μν, νεκτότερον σται γ Σοδόμων κα Γομόῤῥας ν μέρ κρίσεως  τ πόλει κείνῃ(:Σας διαβεβαιώνω ότι περισσότερο επιεικής θα είναι η τιμωρία, κατά την μεγάλη εκείνη ημέρα της κρίσεως, για τους κατοίκους της χώρας των Σοδόμων και Γομόρρας, παρά για τους κατοίκους της πόλεως εκείνης, που αρνήθηκε να σας δεχθεί.)[Ματθ.10,15].

Και εδώ επαναλαμβάνει· «φ᾿ σον οκ ποιήσατε ν τούτων τν λαχίστων, οδ μο ποιήσατε(: αφού δεν πράξατε κάτι καλό για να εξυπηρετήσετε έναν από αυτούς τους αδελφούς μου, που ο κόσμος θεωρεί μικρούς και ασήμαντους μέσα στην κοινωνία( « λαχίστους»), ούτε σ’ Εμένα δεν το πράξατε»). Τους ονομάζει «αδελφούς Του»; Και πώς τους αποκαλεί « λαχίστους »; Γι’ αυτό ακριβώς είναι αδελφοί του Κυρίου Ιησού Χριστού, επειδή είναι ταπεινοί,επειδή είναι φτωχοί, επειδή είναι περιφρονημένοι. Διότι αυτούς κατεξοχήν τους ανθρώπους καλεί να τους κάμει αδελφούς Του, τους αφανείς, τους ευκολοκαταφρόνητους· δεν εννοεί εδώ μόνο τους μοναχούς και όσους έχουν καταφύγει στα βουνά ως ασκητές, αλλά κάθε πιστό. Έστω κι αν είναι κοσμικός· εφόσον όμως είναι πεινασμένος και νηστικός και γυμνός και ξένος, ο Κύριος επιθυμεί να απολαύσει ένας τέτοιος στερημένος άνθρωπος όλη τη φροντίδα μας· διότι αδελφό μας τον κάνει το βάπτισμα και η κοινωνία των θείων μυστηρίων.

Έπειτα, για να δεις και από άλλη πλευρά το δίκαιον της αποφάσεως, προηγουμένως εκείνους επαινεί, αυτούς που έχουν κατορθώσει τα αγαθά έργα και λέει: «∆εῦτε, οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν πρὸ καταβολῆς κόσμου. Ἐπείνασα γὰρ, καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν·(: ελάτε σεις οι ευλογημένοι του Πατρός μου και κληρονομείστε την βασιλεία των ουρανών, η οποία έχει ετοιμασθεί για σας από τότε που θεμελιωνόταν ο κόσμος. Διότι πείνασα και μου δώσατε να φάω…), και όλα τα παρακάτω.

Για να μην ισχυρίζονται ότι «δεν είχαμε για να ελεήσουμε», τους καταδικάζει μετά από σύγκριση με τους συνανθρώπους τους· όπως ακριβώς τις παρθένες κατόπιν συγκρίσεως με τις άλλες παρθένες(Ματθ.25,1-13),και τον δούλο που μεθούσε και έτρωγε σε υπερβολικό βαθμό εν συγκρίσει με τον πιστό δούλο(Ματθ.24,45-51), και αυτόν που έκρυψε το τάλαντο, εν αντιθέσει με εκείνον που πρόσφερε δύο τάλαντα (Ματθ. 25,14-30) και τον καθένα που αμαρτάνει συγκριτικά προς όσους έχουν επιτύχει να κάνουν θεάρεστα έργα. Και άλλοτε η σύγκριση αυτή γίνεται μεταξύ ίσων, όπως στην περίπτωση αυτή και των παρθένων, άλλοτε πάλι είναι γίνεται από το περίσσευμα, όπως όταν λέει: «νδρες Νινευται ναστήσονται ν τ κρίσει μετ τς γενες ταύτης κα κατακρινοσιν ατήν, τι μετενόησαν ες τ κήρυγμα ων, κα δο πλεον ων δε. βασίλισσα νότου γερθήσεται ν τ κρίσει μετ τς γενες ταύτης κα κατακρινε ατήν, τι λθεν κ τν περάτων τς γς κοσαι τν σοφίαν Σολομνος, κα δο πλεον Σολομνος δε. (: στη μέλλουσα κρίση θα αναστηθούν μαζί με την γενεά αυτήν άνδρες Νινευίτες και θα την καταδικάσουν, διότι εκείνοι μετανόησαν με το κήρυγμα του Ιωνά. Η σημερινή όμως γενεά μένει σκληρή και αμετανόητη, μολονότι εδώ γίνονται και λέγονται πολύ περισσότερα και ανώτερα από όσα είπε και έκαμε τότε ο ΙωνάςΗ βασίλισσα της νότιας χώρας Σαβά, θα αναστηθεί κατά την μεγάλη εκείνη ημέρα της κρίσεως μαζί με την γενεά αυτήν και θα την καταδικάσει, διότι ήλθε από τα πέρατα της γης να ακούσει την σοφία του Σολομώντος. Και ιδού ότι εδώ είναι κάτι το ασυγκρίτως ανώτερο από τον Σολομώντα. (Είμαι εγώ, η ενσάρκωση αυτής ταύτης της θείας Σοφίας).»[Ματθ. 12,41-42].

Και πάλι για τη σύγκριση μεταξύ ίσων, λέγει: «δι τοτο ατο κριτα σονται μν(:Για τον λόγο αυτό αυτοί(τα πνευματικά σας τέκνα) θα σας καταδικάσουν για την μοχθηρία σας και την υποκρισία σας)»[Ματθ.12,27]· ενώ για τη σύγκριση από το ανώτερο, λέγει: «οκ οδατε τι γγέλους κρινομεν; μήτιγε βιωτικά;(: Δεν γνωρίζετε, ότι εμείς οι πιστοί θα δικάσουμε και αυτούς ακόμα τους πονηρούς αγγέλους, τον διάβολο και τα πονηρά πνεύματα; Και δεν είμαστε, λοιπόν, ικανοί να διακρίνουμε και να αποδώσουμε το δίκαιο σε υποθέσεις βιωτικές;)»[Α΄Κορ.6,3].

Και σε αυτήν την περικοπή βέβαια η σύγκριση γίνεται μεταξύ ίσων, διότι συγκρίνει πλούσιους με πλούσιους, και φτωχούς με φτωχούς. Αποδεικνύει δε ότι η καταδικαστική απόφαση εκδίδεται δικαίως όχι μόνο από αυτό, από το ότι δηλαδή οι συνάνθρωποί τους το έχουν κατορθώσει αυτό, αν και ήσαν στην ίδια κατάσταση, αλλά και από το ότι δεν υπάκουσαν ούτε σε αυτά, στα οποία η φτώχεια δεν ήταν καθόλου εμπόδιο· όπως, για παράδειγμα, το να δώσουν νερό στον διψασμένο, να δουν τον φυλακισμένο, να επισκεφθούν τον άρρωστο.

Αφού λοιπόν έπλεξε το εγκώμιο των δικαίων, δείχνει πόσο η αγάπη και η στοργή Του γι’ αυτούς προερχόταν από ψηλά. «Ελάτε», τους λέει, «οι ευλογημένοι από τον Πατέρα μου, κληρονομήσετε την βασιλεία που είναι ετοιμασμένη για σας από τον καιρό της δημιουργίας του κόσμου». Με πόσα αγαθά είναι ισάξιος ο χαρακτηρισμός αυτός, ότι είναι ευλογημένοι και μάλιστα ευλογημένοι από τον Πατέρα! Και από πού αξιώθηκαν τόσο μεγάλη τιμή; «Πείνασα και μου δώσατε φαγητό, δίψασα και μου δώσατε νερό» και τα εξής. Πόση τιμή και πόση μακαριότητα δεν αξίζουν αυτά τα λόγια; Και δεν τους είπε, «πάρετε», αλλά «κληρονομήστε», ως οικεία, ως πατρικά, ως δικά σας, ως οφειλόμενα σε σας από τον ουρανό. «Προτού γεννηθείτε εσείς», λέγει, «αυτά είχαν ετοιμαστεί και ευπρεπιστεί για χάρη σας, επειδή γνώριζα ότι θα είστε τέτοιοι δίκαιοι και αγαθοί άνθρωποι». Και σαν αμοιβή ποιων πράξεων λαμβάνουν τόσα αγαθά; Είναι αμοιβή παροχής φιλοξενίας, ενδύματος , ψωμιού, νερού δροσερού, επισκέψεως, εισόδου στη φυλακή. Ό,τι δηλαδή ήταν αναγκαίο σε κάθε περίσταση. Υπάρχουν δε και περιπτώσεις, κατά τις οποίες ούτε ανάγκη δεν υπήρχε· διότι βέβαια, όπως είπα, ο φυλακισμένος και ο ταλαιπωρημένος από την αρρώστιά του και δεν επιζητεί αυτό μονάχα, αλλά ο ένας να αποφυλακισθεί και ο άλλος να απαλλαγεί από την ασθένειά του. Αλλά Εκείνος, επειδή είναι πράος και συγκαταβατικός, ζητεί μόνο όσα έχουμε τη δυνατότητα να πράξουμε· ή μάλλον και λιγότερα από όσα μπορούμε να υλοποιήσουμε, αφήνοντας σε εμάς να φιλοτιμηθούμε για περισσότερα.

Στους άλλους,όμως, λέγει: «πορεύεσθε π᾿ μο ο κατηραμένοι(:φύγετε μακριά από εμένα εσείς οι καταράμενοι)»– όχι πλέον από τον Πατέρα· διότι δεν τους καταράστηκε Εκείνος, αλλά τα ίδια τους τα έργα, «ες τ πρ τ αώνιον τ τοιμασμένον τ διαβόλ κα τος γγέλοις ατο(:και πηγαίνετε στο αιώνιο πυρ, που έχει ετοιμασθεί για τον διάβολο και τους πονηρούς αγγέλους του)»· καθώς όταν μιλούσε για τη Βασιλεία, λέγοντας: «δετε ο ελογημένοι το πατρός μου, κληρονομήσατε την βασιλείαν»(: ελάτε σεις οι ευλογημένοι του Πατρός μου και κληρονομήσατε την βασιλεία των ουρανών», πρόσθεσε, «τν τοιμασμένην μν π καταβολς κόσμου (:που έχει ετοιμαστεί για σας από τότε που θεμελιωνόταν ο κόσμος.)». Όταν όμως ομιλεί περί του πυρός, δε λέγει το ίδιο, αλλά «τ τοιμασμένον τ διαβόλ κα τος γγέλοις ατο.(: που έχει ετοιμασθεί δια τον διάβολο και τους πονηρούς αγγέλους του)»Επειδή όμως εσείς οι ίδιοι περιελάβατε μέσα σ’ αυτό το αιώνιο πυρ και τους εαυτούς σας με τις επιλογές που κάνατε κατά τη διάρκεια της ζωής σας, εσείς φέρετε όλη την ευθύνη που θα βρεθείτε εκεί και τον εαυτό σας να κατηγορείτε.

Όχι μόνο δε με αυτά, αλλά και με όσα λέγει παρακάτω, σαν να απολογείται τρόπον τινά σε αυτούς, εκθέτει και τις αιτίες, «διότι επείνασα και δε μου δώσατε να φάγω» και τα εξής. Διότι έστω και αν ήταν εχθρός που προσήλθε και ζητούσε βοήθεια, δεν θα ήταν αρκετά τα παθήματά του, η πείνα, το ψύχος, τα δεσμά, η γύμνια, η αρρώστια, το γεγονός ότι περιπλανιέται άστεγος παντού, να κινήσουν σε οίκτο και να λυγίσουν αυτόν τον άσπλαχνο άνθρωπο; Διότι αυτά είναι σε θέση και την έχθρα να σταματήσουν. Αλλ’ όμως εσείς ούτε στον φίλο δεν κάνατε αυτά,ο οποίος και φίλος ήταν,αλλά και ευεργέτης και Κύριος. Και σκύλο εάν δούμε να πεινάει, πολλές φορές λυγίζουμε και τον ταΐζουμε· και άγριο ζώο ακόμα εάν δούμε, πάλι καμπτόμαστε· εσύ λοιπόν βλέποντας τον Δεσπότη δεν κάμπτεσαι; Και πώς να θεωρούνται αυτά άξια για απολογία;

Διότι, εάν ήταν μόνο του αυτό το καλό που θα έκανες, δε θα ήταν αρκετό για ανάλογη ανταμοιβή; Και δεν αναφέρω και το να ακούσεις μια τέτοια φωνή μπροστά σε ολόκληρη την οικουμένη από Εκείνον που κάθεται στον θρόνο του Πατρός Του και να κερδίσεις την Βασιλεία· αυτό όμως το ίδιο το γεγονός ότι εργάστηκες τόσες καλές πράξεις δεν είναι αρκετό για ανταμοιβή; Τώρα λοιπόν και ενώ είναι παρούσα όλη η οικούμενη και ενώ αποκαλύπτεται η απόρρητη εκείνη Δόξα, σε ανακηρύσσει και σε στεφανώνει και σε αναγνωρίζει ως τον κατεξοχήν τροφέα και ξενοδόχο· και δεν ντρέπεται όταν τα λέγει αυτά, για να σου κάνει λαμπρότερο το στεφάνι σου. Για τον λόγο λοιπόν αυτό και από τη μία πλευρά,οι σκληρόκαρδοι και ανελεήμονες δικαίως τιμωρούνται και,από την άλλη, οι φιλάνθρωποι και ελεήμονες στεφανώνονται κατά χάριν. Διότι και αν ακόμη έχουν διαπράξει αναρίθμητα καλά, πάλι κατά χάριν γίνεται η τιμητική διάκριση, αφού αντί τόσο μικρών και ευτελών πραγμάτων, τους παρέχεται τόσος ουρανός και βασιλεία και τέτοια μεγάλη τιμή.[…] Τα αιώνια λοιπόν αγαθά είθε να αποκτήσουμε με αυτόν τον τρόπο και εμείς, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού,στον οποίο ανήκει η δοξολογία κι η δύναμη στους αιώνες. Αμήν.

ΚΥΡΙΑΚΗ 15 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2026 ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ (Ματθ. κε΄ 31-46) (Α΄ Κορ. η΄ 8 – θ΄2)

 

¨Ο Λόγος του Θεού στον Λαό του Θεού"

Η δικαιοσύνη έκφραση αγάπης

«Τότε καθίσει επί θρόνου δόξης αυτού, και συναχθήσεται έμπροσθεν αυτού πάντα τα έθνη»

 Τρίτη Κυριακή του Τριωδίου, της Απόκρεω, όπως ονομάζεται, και η Εκκλησία ξεδιπλώνει το γεγονός της μέλλουσας κρίσης. Η ευαγγελική περικοπή της ημέρας προσφέρει τα απαραίτητα ερεθίσματα για να συνειδητοποιήσει ο άνθρωπος ότι κανένας εφησυχασμός δεν χωρεί στη ζωή του. 

 Αντίθετα, επιβάλλεται εγρήγορση και αγώνας. Αποκαλύπτει, εξάλλου, ότι στην προσφορά της αγάπης του Χριστού καθορίζεται η ποιότητα της ζωής και η κατάσταση που μπορεί να βιώνει ο άνθρωπος, είτε ως παράδεισο είτε ως κόλαση, ανάλογα με τη στάση που διαμορφώνει ο ίδιος και ακολουθεί.

 Με την αποφυγή από την κρεοφαγία, η Κυριακή της Απόκρεω μάς παρακινεί ταυτόχρονα να εγκαταλείψουμε τα ψυχοκτόνα πάθη που εμφωλεύουν μέσα μας για να εισέλθουμε στο χώρο της αγάπης του Χριστού, μέσα στο γόνιμο έδαφος του οποίου καρποφορεί η αληθινή ελευθερία που τόσο εναγωνίως ψάχνει στη ζωή του ο άνθρωπος.

Η αγάπη ως δικαιοσύνη

  Στο Σύμβολο της Πίστεως, εμφανίζεται ο Χριστός ως ο δίκαιος κριτής: «Και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς…». Θα πρέπει όμως να γνωρίζουμε ότι ο Κύριος δεν περιορίζεται στην απόδοση της γνωστής εκείνης δικαιοσύνης, όπως την εννοούν οι άνθρωποι, η οποία σε αρκετές περιπτώσεις εμφανίζει συμπτώματα χρεοκοπίας και ελλειμμάτων. 

 Ενίοτε μάλιστα εμφανίζει σημεία αδικίας. Η δικαιοσύνη του Χριστού, αντίθετα, θεμελιώνεται στην φανέρωση της αγάπης Του, που ενώνει τους ανθρώπους με τον Θεό και μεταξύ τους. Έτσι, η άρνηση του ανθρώπου να αποδεχθεί την προσφερόμενη σ’ αυτόν αγάπη του Θεού και κατ’ επέκταση να κινηθεί αγαπητικά και προς τον συνάνθρωπό του, συνιστά την αυτοκατάκριση και την αυτοτιμωρία του. «Αύτη δε εστιν η κρίσις, ότι το φως ελήλυθεν και ηγάπησαν οι άνθρωποι μάλλον το σκότος ή το φως».

  Όταν, λοιπόν, ο άνθρωπος δεν είναι δεκτικός αυτού του τεράστιου αγαθού που εκπέμπει η θεϊκή αγάπη, τότε βυθίζεται στα σκοτάδια της αμαρτίας, τα οποία στην καθημερινή ζωή ερμηνεύονται σε πάθη, εγωισμούς, αδικίες, κακίες κ.α. Επιλέγει ο ίδιος ουσιαστικά να εγκαταλείπει ασπλάχνως τον εαυτό του στην οδύνη της κόλασης.

Το κριτήριο της αγάπης

   Η αγάπη του Χριστού που προσφέρεται απεριόριστα στον άνθρωπο, φανερώνει το μεγαλείο του και ειδικότερα εστιάζει στην κατ’ εικόνα Θεού δημιουργία του. Αποκαλύπτει τη συγγένειά μας με το Πρόσωπό Του. Γι’ αυτό άλλωστε στην περικοπή της ημέρας ταυτίζει τον Εαυτό Του «ενί των αδελφών Του των ελαχίστων».

  Όταν ο Χριστός, λοιπόν, επιβραβεύει αυτούς που του έδωσαν να φάει, να πιει, να ενδυθεί, δεν περιορίζεται σε κάποια απλά ανθρωπιστικά στοιχεία που ασφυκτιούν σε μια στείρα ηθικολογία και συναισθηματολογία ή και απλά σε μια καθηκοντολογία. Φανερώνει την υπέρτατη αλήθεια της σωτηρίας μας, που είναι ο παράδεισος. 

 Δίνει τη διάσταση του μεγαλείου μιας αλληλοπεριχώρησης και κοινωνίας προσώπων που σφυρηλατεί το μυστήριο της ζωής του Θεού στους ανθρώπους.

  Η άλλη όψη αποκαλύπτεται στο πρόσωπο εκείνων που αρνούνται την αγάπη του Θεού. «Επείνασα γαρ, και ουκ εδώκατέ μοι φαγείν…».   Κατ’ αναλογία, η άρνηση εδώ της αγάπης δεν συνιστά μια απλή απόρριψη, αλλά οντολογική αποκοπή από την ίδια τη ζωή που είναι ο Χριστός. Έτσι, η άρνηση της αγάπης του Θεού μεταβάλλει τη διακονία, την προσφορά και την θυσία σε φιλαυτία, εγωισμό, αυτάρκεια, ατομικισμό κ.α.

 Πρόκειται τελικά και στην μια και στην άλλη περίπτωση για επιλογή του ιδίου του ανθρώπου αν θα εισέλθει στην τροχιά της ζωής ή του θανάτου, του παραδείσου ή της κόλασης. Δεν πρόκειται, βέβαια, για καταδίκη που προέρχεται από τον Θεό, αλλά ουσιαστικά γι’ αυτοκαταδίκη.

 Αγαπητοί αδελφοί, η σημερινή περικοπή δεν ενσπείρει φόβο και πανικό στον άνθρωπο, αλλά συνιστά την πιο ισχυρή πρόσκληση γι’ αυτόν, προκειμένου ν’ αφήσει ελεύθερη την καρδιά του για να εισέλθει η Χάρη του Θεού, ως καρπός της αυθεντικής αγάπης, για να πλημμυρίσει όλη την ύπαρξή του. 

  Τότε θα είναι σε θέση να βλέπει στο πρόσωπο του κάθε συνανθρώπου του τον ίδιο τον Χριστό και να έχει «καλήν απολογίαν επί του φοβερού βήματός Του». Αυτό έπραξαν και όλες οι άγιες μορφές που κοσμούν το οικοδόμημα της Εκκλησίας, μεταξύ των οποίων ο Ονήσιμος ο απόστολος, ο Άνθιμος εν Χίω και ο Ευσέβιος ο όσιος, των οποίων τη μνήμη τιμούμε σήμερα.

 Ο όλος βίος τους ήταν μια μαρτυρία αγάπης που στην αυθεντική της μορφή ταυτίζεται με τη δικαιοσύνη του Θεού. Γι’ αυτό και η παρουσία τους ήταν μια αληθινή λάμψη μέσα στον κόσμο.

  Το δικό τους παράδειγμα δείχνει το δρόμο για τις πιο σπουδαίες αναβάσεις και ανατάσεις στη ζωή.

Χριστάκης Ευσταθίου,

Θεολόγος

Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω – Εὐαγγελικὸ & Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 15 Φεβρουαρίου 2026

 

Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 15 Φεβρουαρίου 2026, Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω (Ματθ. κε΄ 31-46)

31 Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ καὶ πάντες οἱ ἅγιοι ἄγγελοι μετ᾿ αὐτοῦ, τότε καθίσει ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ, 32 καὶ συναχθήσεται ἔμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τὰ ἔθνη, καὶ ἀφοριεῖ αὐτοὺς ἀπ᾿ ἀλλήλων ὥσπερ ὁ ποιμὴν ἀφορίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τῶν ἐρίφων, 33 καὶ στήσει τὰ μὲν πρόβατα ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ, τὰ δὲ ἐρίφια ἐξ εὐωνύμων. 34 τότε ἐρεῖ ὁ βασιλεὺς τοῖς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ· δεῦτε οἱ εὐ­λογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοι­­­μα­σμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου. 35 ἐπείνασα γάρ, καὶ ἐδώ­κατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην, καὶ συνηγάγετέ με, 36 γυμνός, καὶ περιεβάλετέ με, ἠσθένησα, καὶ ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην, καὶ ἤλθετε πρός με. 37 τότε ἀποκριθήσονται αὐ­­­τῷ οἱ δίκαιοι λέγοντες· κύ­­ριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶν­­τα καὶ ἐθρέψαμεν, ἢ διψῶν­τα καὶ ἐποτίσαμεν; 38 πότε δέ σε εἴδομεν ξένον καὶ συνηγάγομεν, ἢ γυμνὸν καὶ περιεβάλομεν; 39 πότε δέ σε εἴδομεν ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ, καὶ ἤλθο­μεν πρός σε; 40 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ βασιλεὺς ἐρεῖ αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾿ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε. 41 τότε ἐρεῖ καὶ τοῖς ἐξ εὐω­νύ­μων· πορεύεσθε ἀπ᾿ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγ­γέ­λοις αὐτοῦ. 42 ἐπείνασα γάρ, καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ οὐκ ἐποτίσατέ με, 43 ξένος ἤμην, καὶ οὐ συνηγάγετέ με, γυμνός, καὶ οὐ περιεβάλετέ με, ἀσθενὴς καὶ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐκ ἐπε­σκέ­ψασθέ με. 44 τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ καὶ αὐτοὶ λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα ἢ διψῶντα ἢ ξένον ἢ γυμνὸν ἢ ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐ διηκονήσαμέν σοι; 45 τότε ἀποκριθήσεται αὐτοῖς λέγων· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾿ ὅσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων, οὐ­δὲ ἐμοὶ ἐποιήσατε. 46 καὶ ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δὲ δί­καιοι εἰς ζωὴν αἰώνιον.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

31 Ὅταν λοιπόν ἔλθει ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου μέ τή δό­ξα του καί μαζί του ὅλοι οἱ ἅγιοι ἄγγελοι, τότε θά καθίσει σέ θρόνο ἔνδοξο καί λαμπρό. 32 Καί θά συναχθοῦν μπροστά του ὅλα τά ἔθνη, ὅλοι δη­λαδή οἱ ἄνθρωποι πού ἔζησαν ἀπ’ τήν ἀρχή τῆς δη­μι­ουργίας μέχρι τό τέλος τοῦ κόσμου. Καί θά τούς χωρίσει τόν ἕνα ἀπό τόν ἄλλο, ὅπως ὁ βοσκός χωρίζει τά πρόβατα ἀπό τά γίδια. 33 Καί θά τοποθετήσει τούς δικαίους, πού εἶναι ἥμεροι σάν τά πρόβατα, στά δεξιά του· ἐνῶ τούς ἁμαρτωλούς, πού εἶναι ἀτίθασοι καί ἄτακτοι σάν τά γίδια, θά τούς βά­λει στά ἀριστερά του. 34 Τότε θά πεῖ ὁ βασιλιάς σ’ ἐκείνους πού θά εἶναι στά δεξιά του: Ἐλᾶτε ἐσεῖς πού εἶστε εὐλογημένοι ἀπό τόν Πατέρα μου, κληρονομῆστε τή βασιλεία πού ἔχει ἑτοιμαστεῖ γιά σᾶς ἀπό τότε πού θεμελιωνόταν ὁ κόσμος. 35 Σᾶς ἀνήκει ἡ κληρονομιά αὐτή· διότι πείνασα καί μοῦ δώσατε νά φάω, ἤμουν διψασμένος καί μοῦ δώσατε νά πιῶ, ἤμουν ξένος καί δέν εἶχα ποῦ νά μείνω καί μέ περιμαζέψατε στό σπίτι σας, 36 ἤμουν γυμνός καί μέ ντύσατε, ἀρρώστησα καί μέ ἐπισκεφθήκατε, ἤμουν μέσα στή φυλακή καί ἤλθατε νά μέ δεῖτε καί νά μέ παρηγορήσετε. 37 Τότε θά τοῦ ἀποκριθοῦν οἱ δίκαιοι: Κύ­ριε, πότε σέ εἴδαμε πεινασμένο καί σέ θρέψαμε, ἤ διψασμένο καί σοῦ δώσαμε νά πιεῖς; 38 Καί πότε σέ εἴδαμε ξένο καί σέ περιμαζέψαμε, ἤ γυμνό καί σέ ντύσαμε; 39 Καί πότε σέ εἴδαμε ἄρρωστο ἤ φυλακισμένο καί ἤλθαμε νά σέ ἐπισκεφθοῦμε; 40 Τότε θά τούς ἀποκριθεῖ ὁ βασιλιάς: Ἀληθινά σᾶς λέω ὅτι κάθε τι πού κάνατε σ’ ἕναν ἀπό τούς φτωχούς αὐτούς ἀδελφούς μου πού φαίνονταν ἄσημοι καί πολύ μικροί, τό κάνατε σέ μένα. 41 Τότε θά πεῖ καί σέ κείνους πού θά εἶναι στά ἀριστερά του: Ἐσεῖς πού ἀπό τά ἔργα σας γίνατε καταραμένοι, φύγετε μακριά ἀπό μένα στό πῦρ τό αἰώνιο, πού ἔχει ἑτοιμασθεῖ γιά τό διάβολο καί τούς ἀγγέλους του. 42 Διότι πείνασα καί δέν μοῦ δώσατε νά φάω, δίψασα καί δέν μοῦ δώσατε νά πιῶ, 43 ἤμουν ξένος καί δέν μέ περιμαζέψατε νά μέ φιλο­ξε­νήσετε, ἤμουν γυμνός καί δέν μέ ντύσατε, ἤμουν ἄρ­ρω­στος καί μέσα στή φυλακή καί δέν μέ ἐπι­σκε­φθή­κα­τε. 44 Τότε θά τοῦ ἀποκριθοῦν κι αὐτοί: Κύριε, πότε σέ εἴ­δαμε νά πεινᾶς ἤ νά διψᾶς ἤ νά εἶσαι ξένος ἤ γυμνός ἤ ἄρρωστος ἤ φυλακισμένος, καί δέν σέ ὑπηρετήσαμε; 45 Τότε θά τούς ἀποκριθεῖ: Ἀληθινά σᾶς λέω, κάθε τι πού δέν κάνατε σ’ ἕναν ἀπ’ αὐτούς πού ὁ κόσμος θεωροῦσε πολύ μικρούς, οὔτε σέ μένα τό κάνατε. 46 Καί θά ὁδηγηθοῦν αὐτοί σέ κόλαση πού δέν θά ἔχει τέλος, ἀλλά θά εἶναι αἰώνια· ἐνῶ οἱ δίκαιοι θά πᾶνε γιά νά ἀπολαύσουν ζωή αἰώνια.

 Απόστολος Παύλος και Θεσσαλονίκη: Μια Σχέση Πίστης και Διωγμών

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Α΄ Κορ. η΄ 8 – θ΄2

8 βρῶμα δὲ ἡμᾶς οὐ παρίστησι τῷ Θεῷ· οὔτε γὰρ ἐὰν φάγωμεν περισσεύομεν, οὔτε ἐὰν μὴ φάγωμεν ὑστερούμεθα. 9 βλέπετε δὲ μήπως ἡ ἐξουσία ὑμῶν αὕτη πρόσκομμα γένηται τοῖς ἀσθενοῦσιν. 10 ἐὰν γάρ τις ἴδῃ σε, τὸν ἔχοντα γνῶσιν, ἐν εἰδωλείῳ κατακείμενον, οὐχὶ ἡ συνείδησις αὐτοῦ ἀσθενοῦς ὄντος οἰκοδομηθήσεται εἰς τὸ τὰ εἰδωλόθυτα ἐσθίειν; 11 καὶ ἀπολεῖται ὁ ἀσθενῶν ἀδελφὸς ἐπὶ τῇ σῇ γνώσει, δι’ ὃν Χριστὸς ἀπέθανεν. 12 οὕτω δὲ ἁμαρτάνοντες εἰς τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τύπτοντες αὐτῶν τὴν συνείδησιν ἀσθενοῦσαν εἰς Χριστὸν ἁμαρτάνετε. 13 διόπερ εἰ βρῶμα σκανδαλίζει τὸν ἀδελφόν μου, οὐ μὴ φάγω κρέα εἰς τὸν αἰῶνα, ἵνα μὴ τὸν ἀδελφόν μου σκανδαλίσω.

1 Οὐκ εἰμὶ ἀπόστολος; οὐκ εἰμὶ ἐλεύθερος; οὐχὶ Ἰησοῦν Χριστὸν τὸν Κύριον ἡμῶν ἑώρακα; οὐ τὸ ἔργον μου ὑμεῖς ἐστε ἐν Κυρίῳ; 2 εἰ ἄλλοις οὐκ εἰμὶ ἀπόστολος, ἀλλά γε ὑμῖν εἰμι· ἡ γὰρ σφραγὶς τῆς ἐμῆς ἀποστολῆς ὑμεῖς ἐστε ἐν Κυρίῳ.

Νεοελληνική Απόδοση

8 Μαθετε, λοιπόν, όλοι ότι το οιανδήποτε φάγητον και τα ειδωλόθυτα, δεν μας δίδουν ηθικήν αξίαν και δεν μας παρουσιάζουν ως εναρέτους και αρεστούς ενώπιον του Θεού. Διότι ούτε εάν φάγωμεν τα ειδωλόθυτα, με την ορθήν πεποίθησιν ότι αυτά είναι κοινά κρέατα, προχωρούμεν και πλεονάζομεν εις αρετήν ούτε εάν δεν φάγωμεν βραδυπορούμεν και καθυστερούμεν εις αυτήν 9 Προσέχετε όμως μήπως η εξουσία, που σας δίδει η φωτισμένη σας πίστις να τρώγετε και τα ειδωλόθυτα, γίνη πρόσκομμα στους ασθενείς και αδυνάτους κατά την πίστιν. 10 Διότι εάν κανείς από αυτούς ίδη σε, που έχεις την ορθήν γνώσιν και θεωρείσαι προωδευμένος Χριστιανός, να στρογγυλοκάθεσαι και να τρώγης εις κάποιον τραπέζι ειδωλολατρικού ναού, δεν θα ενισχυθή η συνείδησις αυτού του αδελφού, ο οποίος είναι ασθενής κατά την πίστιν, να τρώγη τα ειδωλόθυτα με θρησκευτικήν ευλάβειαν; 11 Και έτσι θα παρασυρθή πάλιν εις την ειδωλολατρείαν και θα χαθή εξ αιτίας της ιδικς σου φωτισμένης γνώσεως ο ασθενής κατά την πίστιν αδελφός, δια τον οποίον εν τούτοις ο Χριστός εθυσιάσθη επάνω στον σταυρόν. 12 Ετσι δε αμαρτάνοντες εναντίον των αδελφών και καταφέροντες κτυπήματα εις την ασθενή συνείδησίν των, αμαρτάνετε ενώπιον του Χριστού, διότι ματαιώνετε το έργον της σωτηρίας των αδελφών. 13 Δι’ αυτό εάν το φάγητον γίνεται αφορμή να κλονισθή εις την πίστιν και την χριστιανικήν ζωήν του ο αδελφός μου, δεν θα φάγω ποτέ κανένα είδος κρέατος δια να μη σκανδαλίσω τον αδελφόν μου. (Η θυσία των δικαιωμάτων αποτελεί καθήκον, όταν δι’ αυτής προλαμβάνωμεν το σκάνδαλον, υποβοηθούμεν δε εις την αρετήν).

1 Εγώ δεν είμαι Απόστολος όπως και οι άλλοι Απόστολοι; Δεν είμαι ελεύθερος όπως και οι άλλοι Χριστιανοί; Δεν έχω ιδεί και εγώ τον Ιησούν Χριστόν, τον Κυριον μας; Σεις οι Κορίνθιοι δεν είσθε το έργον μου, το οποίον με την χάριν του Κυρίου και εις δόξαν του Κυρίου έχω πραγματοποιήσει; 2 Εάν, έστω, δι’ άλλους ανθρώπους δεν είμαι Απόστολος, αλλά δια σας οπωσδήποτε είμαι. Μαρτυρία και απόδειξις και επίσημος σφραγίς του αποστολικού μου αξιώματος και έργου είσθε σεις με την χάριν του Κυρίου.

 

 

***************************************************

ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ

1. Ὁ Χριστὸς στὰ πρόσωπα τῶν ἀδελφῶν μας
Κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου εἶχε δημιουργηθεῖ ἀναστάτωση στὴν Ἐκκλησία τῆς Κορίνθου μὲ ἀφορμὴ τὰ εἰδωλόθυτα, τὰ κρέατα δηλαδὴ ποὺ εἶχαν χρησιμοποιηθεῖ σὲ θυσίες εἰδωλολατρῶν. Κάποιοι Χριστιανοὶ ἔτρωγαν ἀπὸ τὰ εἰδωλόθυτα, ἐνῶ ἄλλοι βλέποντάς τους νὰ τρῶνε, σκανδαλίζονταν διότι τὰ θεωροῦσαν ἱερά. Γι᾿ αὐτὸ ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὁ ἱδρυτὴς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κορίνθου, ἐπισημαίνει στὴν Α΄ πρὸς Κορινθίους Ἐπιστολή του ὅτι δὲν εἶναι τόσο σημαντικὸ τὸ ἂν θὰ φᾶνε ἢ ὄχι, ὅσο τὸ νὰ μὴν σκανδαλίσουν τοὺς ἀδελφούς τους. «Ἁμαρτάνοντες εἰς τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τύπτοντες αὐτῶν τὴν συνείδησιν ἀσθενοῦσαν εἰς Χριστὸν ἁμαρτάνετε», γράφει. Δηλαδή, ἁμαρτάνοντας στοὺς ἀδελφούς σας καὶ χτυπώντας σκληρὰ τὴ συνείδησή τους, ἡ ὁποία εἶναι ἀσθενικὴ καὶ ἀδύνατη, τελικὰ ἁμαρτάνετε στὸν ἴδιο τὸν Χριστό.
Ἀκούγεται ἴσως αὐστηρὸς ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ Ἀποστόλου. Εἶναι ὅμως ἀληθινός, θεόπνευστος λόγος. Μᾶς ὑπογραμμίζει ὅτι ὁ κάθε ἀδελφός μας, ὁ ὁποῖος εἶναι μέλος τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. «Ὁ ἀσθενῶν ἀδελφὸς εἰς τὸ τοῦ Δεσπότου σῶμα τελεῖ. Οἰκειοῦται δὲ ἡ κεφαλὴ τοῦ μέλους τὴν ἀδικίαν» (PG 82, 292), σχολιάζει ἱερὸς ἑρμηνευτής. Ὁ ἀδελφὸς ποὺ ἀσθενεῖ, ἀνήκει στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ κεφαλὴ τοῦ σώματος, δηλαδὴ ὁ Χριστός, οἰκειοποιεῖται τὴν ἀδικία ποὺ γίνεται σὲ κάποιο μέλος του. Ἡ ἀδικία ποὺ γίνεται σὲ κάποιο Χριστιανό, τελικὰ ἀναφέρεται στὸν ἴδιο τὸν Χριστό.
Συνεπῶς στὸ πρόσωπο τῶν ἀδελφῶν μας φανερώνεται ὁ Κύριος. Αὐτὸ ἄλλωστε φαίνεται καὶ στὴν εὐαγγελικὴ περικοπὴ τῆς ἡμέρας, ὅπου ὁ Χριστὸς μᾶς περιέγραψε τὴ Δευτέρα Παρουσία του. Κάθε τὶ ποὺ προσφέρατε σ᾿ ἕναν ἀπὸ τοὺς φτωχοὺς καὶ ἄσημους ἀδελφούς μου, «ἐμοὶ ἐποιήσατε» (Ματθ. κε΄ 40), τὸ προσφέρατε σ᾿ Ἐμένα, θὰ πεῖ τότε ὁ Κύριος. Ταυτίζεται ἐκεῖ μὲ τοὺς «ἐλαχίστους», μὲ τοὺς ἀδύναμους ἀδελφούς μας. Φανερώνεται ὁ Θεὸς στὰ πρόσωπά τους. Προσλαμβάνει τὴν ἀγάπη ποὺ δείξαμε σ᾿ αὐτοὺς σὰν νὰ ἀναφέρεται στὸν Ἴδιο. Καὶ στὴν ἀποστολικὴ περικοπὴ ἀντίστοιχα ἀκούσαμε ὅτι προσλαμβάνει κάθε ἁμαρτία ποὺ γίνεται στοὺς ἀδελφούς μας σὰν νὰ γίνεται στὸν Ἴδιο.
Ὁ κάθε ἀδελφός μας, ἑπομένως, εἶναι μιὰ ὁρατὴ εἰκόνα τοῦ ἀόρατου Θεοῦ δίπλα μας. Ἂς προσέχουμε ὄχι μόνο νὰ μὴ σκανδαλίζουμε τὸν ἀδελφό μας, ἀλλὰ ἀντίθετα νὰ τὸν ὑπηρετοῦμε, νὰ τὸν τιμοῦμε, νὰ τὸν διακονοῦμε σὰν νὰ ἦταν ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Εἶναι ἄλλωστε μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ.
2. Ἡ θυσία τοῦ δικαιώματος
Στὴ συνέχεια τῆς περικοπῆς ὁ Ἀπόστολος ὑποδεικνύει καὶ τὴ λύση στὸ πρόβλημα τῶν εἰδωλοθύτων μὲ τὸν θεοφώτιστο λόγο του. Ἐνῶ καὶ ὁ ἴδιος θὰ εἶχε κάθε δικαίωμα νὰ τρώει ἀπὸ τὰ εἰδωλόθυτα, ἀφοῦ μάλιστα εἶναι ἀνύπαρκτοι οἱ θεοὶ τῶν εἰδώλων, ὡστόσο γράφει ὅτι «οὐ μὴ φάγω κρέα εἰς τὸν αἰῶνα, ἵνα μὴ τὸν ἀδελφόν μου σκανδαλίσω». Δὲν θὰ φάω ποτέ, ὄχι μόνο εἰδωλόθυτο, ἀλλὰ καὶ ὁποιοδήποτε εἶδος κρέατος, γιὰ νὰ μὴ σκανδαλίσω κάποιον ἀδελφό μου. Θυσιάζει τὸ νόμιμο δικαίωμά του, θὰ λέγαμε, γιὰ χάρη τῶν ἀδελφῶν του.
Εἶναι πολὺ σημαντικὴ ἡ θυσία αὐτή, ἡ θυσία τῶν δικαιωμάτων. Ἐλευθερώνει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν ἀτομισμό, ὥστε ν᾿ ἀνοίγει τὴν καρδιά του στὸν κάθε ἀδελφό του· νὰ βάζει τὸν ἀδελφό του πάνω ἀπὸ τὰ δικαιώματά του. «Χριστὸς μὲν οὐδὲ ἀποθανεῖν παρῃτήσατο ὑπὲρ αὐτοῦ, σὺ δὲ αὐτῷ οὐδὲ συγκαταβαίνειν ἀνέχῃ» (PG 61, 167), ἐπισημαίνει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Δηλαδή, ὁ Χριστὸς δὲν ἀπέφυγε οὔτε τὴ θυσία του γιὰ χάρη τοῦ καθενὸς ἀνθρώπου. Κι ἐσύ, ἄνθρωπε, οὔτε μιὰ μικρὴ ὑποχώρηση δὲν ἀνέχεσαι νὰ κάνεις γι᾿ αὐτόν. Ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη ἀποδεικνύεται στὴ θυσία. Τότε ἀγαπᾶ κανείς, ὅταν θυσιάζεται.
Ἡ ἀλήθεια αὐτὴ ἔχει πολλὲς πρακτικὲς προεκτάσεις στὴν καθημερινή μας ζωή. Ἂν ἀγαπᾶμε τοὺς ἀδελφούς μας, τότε θυσιάζουμε τὴν ἄνεσή μας, τὰ χρήματά μας, τὸ πρόγραμμα, τὴν ξεκούρασή μας, τὶς ἐπιθυμίες, τὶς προτιμήσεις μας, κάποια ἐπιτρεπτὴ συνήθειά μας, ἀκόμη καὶ τὰ δικαιώματά μας, προκειμένου νὰ βοηθήσουμε, νὰ ὑπηρετήσουμε, νὰ ξεκουράσουμε, νὰ ἀναπαύσουμε, νὰ χαροποιήσουμε καὶ νὰ εὐχαριστήσουμε τοὺς συν­ανθρώπους μας.
Αὐτὴ ἡ θυσιαστικὴ ἀγάπη μᾶς ἑνώνει τελικὰ μὲ τοὺς ἀδελφούς μας. Πόσο πιὸ ἑνωμένος θὰ ἦταν ὁ κόσμος μας σήμερα, ποὺ διχάζεται καὶ σπαράσσεται ἀπὸ τοὺς πολέμους! Πόσο πιὸ ἁρμονικὰ θὰ λειτουργοῦσε κάθε κοινωνικὸ σύνολο, ἡ οἰκογένειά μας γιὰ παράδειγμα, ἂν εἶχε ὡς θεμέλιο τὸ θυσιαστικὸ αὐτὸ πνεῦμα! Αὐτὸ εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου· ἡ θυσία τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἡ θυσία τῶν δικαιωμάτων μας γιὰ χάρη τῶν ἀδελφῶν μας. Τότε κέντρο τοῦ ἐνδιαφέροντός μας δὲν εἶναι πλέον τὸ ἄτομό μας, ἀλλὰ ὁ Χριστὸς ποὺ φανερώνεται στὰ πρόσωπα τῶν συνανθρώπων μας.
                   ***************************************************

Ο Μάνης Χρυσόστομος Γ΄ για την υπερνίκηση των ψυχολογικών προβλημάτων

 manis xrisostomos

Συχνά στήν ἐποχή μας παρουσιάζεται ἕνα θλιβερό φαινόμενο καί αὐτό εἶναι τά ποικίλα ψυχολογικά προβλήματα. Συνάνθρωποί μας ὑποφέρουν ἀπό ἄγχος, ἀγωνία, πλήξη, ἀνία, κατάθλιψη, ἀπογοήτευση καί ἀπελπισία.

Ἡ ταραχή κυριαρχεῖ, ἡ νευρικότητα ἁπλώνεται σ' ὅλες τίς πράξεις, ἡ ἐσωτερική πικρία δημιουργεῖ δυσφορία καί κόπωση, τό ψυχικό κενό πολλές φορές αὐξάνεται.

Ἔτσι, μία ταραγμένη συνείδηση ἐπικρατεῖ καί ἀποδιώκει τήν γαλήνη καί τήν ἠρεμία.

Ἐμφανίζονται ἡ γκρίνια, ἡ ἀπιστία, τά πικρόχολα λόγια, οἱ ἰδιοτροπίες, οἱ καχυποψίες, οἱ ἐντάσεις στήν οἰκογένεια, στήν ἐργασία, στήν κοινωνία.

Ἐνώπιόν μας, λοιπόν, παρουσιάζονται νοσηρές ἐκδηλώσεις, ψυχονευρωτικές διαταραχές, τραυματισμένες ψυχές.

Τά πολλαπλά ψυχολογικά προβλήματα, πράγματι, συνθέτουν μία νόσο στήν τεχνοκρατούμενη ἐποχή μας.

Ποτέ ἄλλοτε εἰδικοί ἐπιστήμονες, ἰατροί, ψυχολόγοι, ψυχίατροι, ἐκπαιδευτικοί καί κοινωνιολόγοι δέν ἔχουν ὁμιλήσει καί γράψει τόσον πολύ καί τόσον πολλά γιά τό πρόβλημα αὐτό, ὅσον σήμερα.

Ὄπισθεν μάλιστα ἀπό τήν θορυβώδη καί ὑλόφρονα ζωή τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου διακρίνουν ἔντονα τήν θλίψη, τόν παραπικρασμό, τόν ψυχικό πόνο, τήν μελαγχολία.

Ἔτσι, μέ τήν ἀγχώδη αὐτή ζωή χάνεται ὁ προσανατολισμός τοῦ ἀνθρώπου. Χάνεται ἡ ἔννοια τοῦ μέτρου, ἡ ἔννοια τῆς στοιχειώδους ἀξιοπρέπειας καί ὀρθοφροσύνης.

Ὁ νοῦς σκοτίζεται. Ἡ ἠθική παραμερίζεται. Ἡ λογική διαστρέφεται. Ὁ συναισθηματικός κόσμος ἀλλοιώνεται. Ἡ χαρά ἐξαφανίζεται.

Οἱ οὐρανοί εἶναι πλέον κλειστοί. Καί ἀρχίζει ἕνας πρόωρος μαρασμός, καθώς ἐγκαθίσταται ἡ λύπη στήν ψυχή.

*

Ὡστόσο, ὁ ἄνθρωπος, ὁ κάθε ἄνθρωπος, μικρός ἤ μεγάλος στήν ἡλικία, ὅπου κι ἄν βρίσκεται σέ πόλη ἤ σέ χωριό, δέν μπορεῖ νά προχωρήσει μ' αὐτή τήν νοσηρή κατάσταση στή ζωή του.

Ἔχει ἀνάγκη πνευματικῆς θεραπείας. Ὁ ψυχικά πληγωμένος ἄνθρωπος πρέπει νά θεραπευτεῖ. Δέν ἀρκεῖ μία ψυχολογία πού ἐξαντλεῖται στόν παρόντα αἰῶνα, οὔτε οἱ ἐφήμερες τεχνικές.

Ἡ τεράστια ἀνάπτυξη τοῦ τεχνικοῦ πολιτισμοῦ, ἡ ἀφθονία τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν, ἡ ἐμπορικοποίηση τῶν πάντων, τό πλῆθος τῶν μέσων ψυχαγωγίας καί ἐπικοινωνίας, δέν στέκονται ἱκανά νά ἐξαλείψουν τήν ψυχική ἀσθένεια τῶν ἀνθρώπων. Κάτι ἄλλο χρειάζεται, πέρα ἀπό τά ἀνθρώπινα δεδομένα.

Ἀσφαλῶς δέν παραθεωροῦμε οὔτε ὑποβαθμίζουμε τά ἐπιστημονικά δεδομένα καί ἐπιτεύγματα, καθότι σέ ὡρισμένες περιπτώσεις, ἕνεκεν σοβαρᾶς ψυχικῆς ἀσθενείας καί οἱ εἰδικοί ἰατροί πρέπει νά κάμνουν διάγνωση καί ν' ἀποφανθοῦν, ἀλλά καί κάποιες ψυχολογικές παρεμβάσεις νά γίνουν, ὡς καί τά φάρμακα, ἐπίσης, τυγχάνουν ἀναγκαῖα. Ὀφείλουμε, ὅμως, νά προσέξουμε καί τήν ἄλλη, τήν πνευματική διάσταση τοῦ ὅλου θέματος.

Τήν ὑπερνίκηση τῶν ψυχολογικῶν προβλημάτων, ὅταν πλέον ἡ ἐπιστήμη σταματᾶ στά ὅριά της, τήν προσφέρει ἡ Χάρις τοῦ Χριστοῦ, ἡ στοργική καί παντοδύναμη βοήθεια, παραμυθία καί συμπαράσταση τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Αὐτός ἦλθε γιά νά θεραπεύσει τίς ἀσθένειες τῆς ψυχῆς, νά ἀφαιρέσει τό καταθλιπτικό φορτίο τῆς ἐνοχῆς, νά κάμει τήν ζωή μας συνεπῆ πρός τίς ἀγαθές πεποιθήσεις μας.

Ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος μᾶς εἶπε: «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς» (Ματθ. 11,28).

Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι τό πανδοχεῖο τῆς Θείας Χάριτος μέ τά Ἱερά Μυστήριά της. Εἶναι τό ζωντανό ἐργαστήριο ἀνεφοδιασμοῦ καί τό ἀληθινό καταφύγιο σωτηρίας.

Ἀγαπητοί μου,

Νά εἶστε βέβαιοι ὅτι ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ θά φέρει τήν ἠρεμία καί θά γαληνέψει τήν ψυχή. Ἄλλωστε, «χάριτι Θεοῦ» προχωροῦμε καί «ἐν χάριτι ἐνδυναμούμεθα» (Β' Τιμ. 2,1) καί «χάριτί ἐσμεν σεσωσμένοι» (Ἐφεσ. 2,5).

Ἄς ἀφήσουμε, λοιπόν, ὁλόκληρη τήν ζωή μας στά χέρια τοῦ Θεοῦ καί Ἐκεῖνος ὡς Πανάγαθος, Πανοικτίρμων, Μακρόθυμος καί Πολυέλεος, θά κατανικήσει τά ψυχολογικά προβλήματα.

Μετά πολλῶν πατρικῶν εὐχῶν

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

 † Ο ΜΑΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ Γ’

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026

Άγιος Χαράλαμπος: Ο ηρωικός Ιερομάρτυς του Χριστού

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού.

 

Oι ποταμοί αιμάτων των Χριστιανών Μαρτύρων προέρχονται από όλες τα γένη, τις φυλές και τις κοινωνικές τάξεις.

Το νέφος των Μαρτύρων της Εκκλησίας μας περιλαμβάνει ηρωικά πρόσωπα ευγενών και άσημων, αρχόντων και αρχομένων, πλουσίων και φτωχών, κληρικών και λαϊκών, νέων και γερόντων, ως ηχηρή απάντηση σε όλους εκείνους τους κακεντρεχείς και ανιστόρητους, οι οποίοι θέλουν τον Χριστιανισμό να είναι τάχα δημιούργημα επιμέρους ομάδας.

Μια ομάδα Μαρτύρων είναι και οι ιερομάρτυρες, οι οποίοι όντες κληρικοί, έδωσαν τη μαρτυρία τους για το Χριστό και την επισφράγισαν με τη ζωή τους. Ένας από αυτούς υπήρξε και ο άγιος Χαράλαμπος, μια ιδιαιτέρως ηρωική μορφή της Εκκλησίας μας. Γεννήθηκε περί το 90 μ. Χ. στη Μαγνησία, πιθανότατα, της Θεσσαλίας, κατ’ άλλους στην Μαγνησία της Μ. Ασίας. Οι ευσεβείς γονείς του τον ανέθρεψαν χριστιανικά, με κίνδυνο της ζωής τους, διότι η ιδιότητα του χριστιανού θεωρούνταν έγκλημα για το ρωμαϊκό κράτος και οι Χριστιανοί διώκονταν απηνώς.

Περί το 130 μπήκε στις τάξεις του κλήρου. Ως πρεσβύτερος της Εκκλησίας της Μαγνησίας ανάλαβε τεράστιο αγώνα για τη διάδοση της νέας πίστεως. Έκθετε τον εαυτό τους σε κίνδυνο προκειμένου να αποσπάσει ανθρώπους από την σκοτεινή ειδωλολατρία και να τους οδηγήσει στο φως του Χριστού. Κήρυττε φλογερούς λόγους σωτηρίας και στηλίτευε δημόσια την πλάνη των δαιμονικών ειδώλων. Ευτύχησε να ζήσει 113 χρόνια. Έζησε κατά τον ταραχώδη δεύτερο αιώνα και βίωσε τους σκληρούς και απάνθρωπους διωγμούς των Χριστιανών. Αλλά για τον ίδιο ευδόκησε ο Θεός να δοκιμάσει τον μαρτυρικό θάνατο στα βαθιά του γεράματα.

Βλέποντας το μαρτύριο χιλιάδων ηρωικών Χριστιανών, ποθούσε και ό ίδιος να αξιωθεί να χύσει το αίμα του για το Χριστό και την αλήθεια Του. Στα τέλη της ζωής του, αυτοκράτορας στη Ρώμη ήταν ο ασεβής και χριστιανομάχος Σεβήρος (193-211 μ. Χ.).

Συνέχισε και αυτός την παράδοση των προκατόχων του. Μισούσε θανάσιμα τους Χριστιανούς και θεωρούσε καθήκον του να τους εξολοθρεύσει. Για τούτο και ανανέωσε με διάταγμά του το γενικό διωγμό τους σε όλη την αυτοκρατορία. Όποιος υπήκοος αρνιόταν να τιμήσει τους ειδωλολατρικούς «θεούς» και τους καταφρονούσε συλλαμβάνονταν, βασανίζονταν φρικτά και πέθαινε επονείδιστο θάνατο.

Διοικητής της Μαγνησίας ήταν κάποιος σκληρός και φανατικός ειδωλολάτρης ονόματι Λουκιανός. Εφαρμόζοντας με περισσό φανατισμό την αυτοκρατορική διαταγή, έτρεχε σε κάθε μέρος μανιασμένος, ανακαλύπτοντας Χριστιανούς, τους οποίους υπέβαλλε σε σκληρά και απάνθρωπα βασανιστήρια, προκειμένου να τους μεταστρέψει ξανά στη λατρεία των ειδώλων. Τους οδηγούσε στα στάδια, όπου τους εξολόθρευε δημόσια για παραδειγματισμό.

 

Μεταξύ αυτών ήταν και ο σεβάσμιος γέρων και πρεσβύτερος Χαράλαμπος. Είχε πληροφορηθεί για τη δράση του και γι’ αυτό διέταξε να τον φέρουν σιδηροδέσμιο μπροστά του. Ήταν ήδη υπέργηρος 113 ετών. Ο σκληρόψυχος ηγεμόνας τον κοίταξε με βλοσυρό βλέμμα και τον ρώτησε απειλητικά: «Γιατί γέροντα καταφρονείς τις διαταγές του αυτοκράτορα; Γιατί αρνείσαι τους θεούς μας;».

Ο Χαράλαμπος, γαλήνιος και πράος του απάντησε πως πάνω από τις πρόσκαιρες ανθρώπινες βασιλείες στέκει ο αιώνιος Βασιλιάς των Ουρανών, ο Χριστός, ο αληθινός Θεός, ο σωτήρας του κόσμου και πως οι «θεοί» του ήταν ψεύτικοι, ανθρώπινες επινοήσεις, πίσω από τις οποίους κρύβονται οι δαίμονες, για να αποσπάσουν τους ανθρώπους από τη σωτηρία.

Η ηρωική ομολογία του αγίου κληρικού εξόργισε τον Λουκιανό. Άφριζε και μούγκριζε σαν άγριο θηρίο. Χωρίς να σεβαστεί τα βαθιά του γεράματα, τον παρέδωσε σε ανελέητα βασανιστήρια. Οι απάνθρωποι ειδωλολάτρες δήμιοι αφού τον έγδυσαν, άρχισαν να τον γδέρνουν ζωντανό! Εκείνος, υπέμεινε με αφάνταστη καρτερία τους ανείπωτους πόνους και ευχαριστούσε το Θεό για την τιμή που του έκανε να χύσει το αίμα του για Εκείνον! Το μαρτύριο κρατούσε ώρες και ο άγιος γέροντας άντεχε και συνέχιζε με μεγαλύτερη δύναμη να ευχαριστεί το Θεό. Τότε συνέβη το απροσδόκητο.

Δύο από τους σκληρούς βασανιστές του, ο Πορφύριος και ο Βάπτος, βλέποντας τον ηρωισμό και την ανεξικακία του Μάρτυρα, μεταστράφηκαν στον Χριστιανισμό, πέταξαν τα μαχαίρια και φώναξαν: «Είμαστε και εμείς Χριστιανοί», με αποτέλεσμα να αποκεφαλιστούν επί τόπου. Κατόπιν δύο γυναίκες ξεπήδησαν από το πλήθος που παρακολουθούσε τα βασανιστήρια του Μάρτυρα, ομολόγησαν και εκείνες ότι είναι Χριστιανές και στεφανώθηκαν με το στέφανο του μαρτυρίου!

Αλλά οι ώρες περνούσαν και τα εργαλεία άρχισαν να στομώνουν ανεξήγητα και δεν κατόρθωσαν οι δήμιοί του να τον σκοτώσουν. Μεταφέρθηκε στο σπίτι του, όπου συνέρρεαν χιλιάδες χριστιανοί να ασπασθούν τις πληγές του! Αλλά και πάλι τον συνέλαβαν, του έμπηξαν καρφιά στην πλάτη και τον έσυραν ως την Αντιόχεια. Εκεί υπέστη το τελειωτικό του μαρτύριο. Ο τοπικός διοικητής Κρίσπος διέταξε να τον ρίξουν στη φωτιά! Ο άγιος και πάλι ευχαριστούσε και δοξολογούσε το Θεό μέσα στις φονικές φλόγες, παραδίδοντας την αγία του ψυχή στο Χριστό, που τόσο αγάπησε και υπηρέτησε με συνέπεια σε όλη του τη ζωή!

Τα τίμια λείψανά του περιμάζεψαν με σεβασμό οι Χριστιανοί, με επικεφαλής την

Γαλήνη, κόρη του αυτοκράτορα, η οποία βλέποντας τον ηρωισμό του αγίου είχε γίνει

και αυτή Χριστιανή. Η μνήμη του εορτάζεται στις 10 Φεβρουαρίου. Πλήθος ναών είναι αφιερωμένοι στη χάρη του και οι πιστοί επικαλούνται τη βοήθειά του, θεωρώντας τον ως έναν από τους πιο θαυματουργούς αγίους. Τρανταχτό παράδειγμα η θαυματουργική διάσωση της πόλεως των Φιλιατρών από τη μανία των γερμανικών στρατευμάτων το 1943.

Αυτοί είναι οι άγιοι της Εκκλησίας μας, αληθινοί ήρωες και ολοκληρωμένες προσωπικότητες, οι οποίοι νίκησαν τον αμαρτωλό και πτωτικό κόσμο με τη μαρτυρία τους, την οποία επισφράγισαν με το τίμιο αίμα τους. «Αύτη εστὶν η νίκη η νικήσασα τον κόσμον, η πίστις ημών» (Α΄Ιωάν.5,4), κατά τον ευαγγελιστή της αγάπης Ιωάννη!

Advertisement

 

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ 8 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2026 – ΙΖ΄ ΛΟΥΚΑ ΤΟΥ ΦΙΛΕΥΣΠΛΑΧΝΟΥ ΠΑΤΕΡΑ (Λουκ. ιε΄11-32) (Α’ Κορ. στ΄12-20)(Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ).

 

                                   "Ο Λόγος του Θεού στον Λαό του Θεού".

 Τα φιλάνθρωπα σπλάχνα

                            «Νεκρός ήν και ανέζησε…»                                                                                                                                         

  Η γνωστή και τόσο ζωντανή παραβολή του Ασώτου Υιού που πιο σωστά αναφέρεται και ως του Φιλεύσπλαχνου Πατέρα, αναδεικνύει μέσα από το περιεχόμενό της τα φιλάνθρωπα σπλάχνα του Θεού, στα οποία μπορεί ν’ αναπαυθεί ο άνθρωπος όσο κι αν έχει ξεπέσει, όσο χαμηλά κι αν έχει βρεθεί. Η στάση του νεώτερου υιού αλλά κυρίως του Πατέρα, δίνουν τη δυνατότητα στον άνθρωπο να εντρυφήσει μέσα από το χρυσορυχείο του ευαγγελικού λόγου και να αντλήσει βαθύτερα μηνύματα.

Η ανταρσία

  Το σκηνικό που φανερώνει την ανταρσία του νεώτερου γιου κινείται στο επίπεδο μιας λογικής, στη βάση της οποίας ο άνθρωπος αναζητεί και ψάχνει την ελευθερία του σε καταστάσεις που ο ίδιος δεν υποπτεύεται ότι μπορούν να τον εκβάλουν στην πιο αβάστακτη δουλεία και ανυπόφορη σκλαβιά.

  Δεν υπολόγισε ο νεώτερος γιος ότι η ουσία των πραγμάτων δεν βρίσκεται στην όποια περιουσία απαιτούσε, αλλά στην ίδια την κοινωνία που βρισκόταν με τον πατέρα του και την οποία τόσο αυθαίρετα επιθυμούσε να διακόψει.

 Στην πραγματικότητα, ο νέος αυτός δεν βίωνε την αληθινή σχέση αγάπης με τον πατέρα του, αλλά στο βάθος της έβαζε το υλικό συμφέρον. Αν ήταν ειλικρινής, στην παρούσα φάση της ζωής του, από τη στιγμή που ζητούσε να απομακρυνθεί από τη ζεστή αγκαλιά του πατέρα του, δεν θα έπρεπε να αποβλέπει στην περιουσία του. 

  Βλέπουμε ακριβώς εδώ ότι ο άνθρωπος όταν προσκολλάται στα υλικά αγαθά, πόσο αφήνει τον εαυτό του να αναποδογυρίζεται ως ύπαρξη και κατ’ επέκταση να διαταράσσει την αρμονική σχέση που θα μπορούσε να έχει με τους γύρω του. Τρέφει την ψευδαίσθηση ότι το νόημα της ζωής μπορεί να το ιχνηλατήσει μέσα από μια αυτονόμηση του εαυτού του, η οποία στο τέλος, δυστυχώς, τον απανθρωπίζει.

Η αγάπη ως υπέρβαση

 Είναι εκπληκτικό το γεγονός  ότι παρά τις ανθρώπινες παρενέργειες, οι οποίες εκδηλώνονται σ’ όλο το φάσμα της ανθρώπινης ζωής, αυτές σε καμιά περίπτωση δεν είναι ικανές να ακυρώσουν ή έστω ν’ αναστρέψουν το μεγαλείο της θείας αγάπης.

 Η αγάπη του Πατέρα απλώνεται με ένα μοναδικό μεγαλείο, ακόμα και στη φάση που αποκαλύπτεται το έσχατο σημείο κατάπτωσης του άσωτου υιού. Πάντα υπομένει, πάντα περιμένει, πάντα προσκαλεί με ολάνοικτες τις αγκάλες.

  Η αγάπη του Πατέρα προσφέρει κοινωνία στον νεώτερο υιό και μάλιστα στις χειρότερες φάσεις της ζωής του και τη στιγμή που όλοι τον είχαν άσπλαχνα εγκαταλείψει και τον άφησαν να βιώνει την πιο οδυνηρή μοναξιά. Ποτέ ο Πατέρας δεν είχε χάσει την αίσθηση της υιοθεσίας. Όσο κι αν η ανταρσία του υιού την τορπίλιζε, ο Πατέρας εξακολουθούσε το ίδιο και ακόμα πιο πολύ να τον αισθάνεται παιδί του. Γι’ αυτό πάντοτε προσδοκούσε και προσέβλεπε στην ευλογημένη ώρα της μεγάλης επιστροφής του. Και όταν επιστρέφει, τον αγκαλιάζει και τον καταφιλεί.

  Τα οποιαδήποτε λόγια δεν είναι ικανά να φανερώσουν το βάθος της αγάπης του Πατέρα. Το ίδιο το παιδί μπροστά σ’ αυτό το μεγαλείο της αγάπης, αισθάνεται τη δική του αναξιότητα. Κατάλαβε τι είχε χάσει με την ανταρσία του και πόσα κερδίζει με την επιστροφή του. Περιορίζεται να ζητήσει μια θέση «ως εις των μισθίων» του Πατέρα. Δεν θέλει να ζητήσει τίποτε για τον εαυτό του.

  Γι’ αυτό και ο Πατέρας του τα δίνει όλα. Το μεγάλο πανηγύρι της  ζωής στήνεται πάντοτε στο ισχυρό βάθρο της αγάπης, της θεϊκής συγγνώμης, της αληθινής κοινωνίας των προσώπων. Ο μόσχος ο σιτευτός γίνεται η εν Χριστώ σωτηρία για όλους τους ανθρώπους.

Αγαπητοί αδελφοί, τα μηνύματα της ωραιότατης αυτής παραβολής που ξεδιπλώνει μπροστά μας η μητέρα μας Εκκλησία, μπορούν να διαπερνούν την ύπαρξη του ανθρώπου και να τον προσανατολίζουν στις πιο ασφαλείς σταθερές στη ζωή του.

  Ιδιαίτερα η αίσθηση ότι η θεϊκή συγγνώμη και αγάπη, αφήνει ανοικτές τις αγκάλες του Θεού για να μας δέχεται πάντοτε σε όποια θέση κι αν βρεθούμε, όσο κι αν έχουμε εκπέσει. Μπορούμε και εμείς, όπως ο μικρότερος υιός, να έλθουμε «εις εαυτόν» και να προσανατολίσουμε τη ζωή μας εκεί όπου η αγάπη του Θεού θα σκεπάζει όλη τη ζωή μας.

Χριστάκης Ευσταθίου, Θεολόγος.

Κυριακὴ τοῦ Ἀσώτου – Εὐαγγελικὸ και Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 8 Φεβρουαρίου 2026

 

Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 8 Φεβρουαρίου 2026, Κυριακὴ τοῦ Ἀσώτου (Λουκ. ιε΄ 11-32)

Eἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς. καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας. καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον. καὶ μετ᾿ οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν, καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως. δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὸς κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι. καὶ πορευθεὶς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους. καὶ ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι, καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ. εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλλυμαι! ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου· οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου. καὶ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ. ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼν ἐ­­­­πέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ υἱός· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου. εἶπε δὲ ὁ πατὴρ πρὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ· ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ἐνδύσατε αὐτόν, καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, καὶ ἐνέγκαντες τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν θύσατε, καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν, ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη. καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι. ῏Ην δὲ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ πρεσβύτερος ἐν ἀγρῷ· καὶ ὡς ἐρχόμενος ἤγγισε τῇ οἰκίᾳ, ἤκουσε συμφωνίας καὶ χορῶν, καὶ προσκαλεσάμενος ἕνα τῶν παίδων ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἥκει καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν. ὠργίσθη δὲ καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν. ὁ οὖν πατὴρ αὐτοῦ ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτόν. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε τῷ πατρί· ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ· ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· τέκνον, σὺ πάντοτε μετ᾿ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν· εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

11 Καί γιά νά κάνει σαφέστερη καί περισσότερο κατανοητή τήν ἀλήθεια αὐτή, εἶπε καί τήν ἑξῆς παραβολή: Ἕνας ἄνθρωπος, ὁ Θεός δηλαδή, εἶχε δύο γιούς. 12 Ὁ μικρότερος γιός εἰκο­νί­ζει τόν ἀποστάτη ἁμαρτω­λό, πού φεύγει ἀπό τήν ὑπακοή καί τήν προστασία τοῦ ἐπ­ουρανίου Πατρός. Εἶπε λοιπόν ὁ μικρότερος γιός στόν πατέρα του: Πατέρα, δῶσ’ μου τό μερίδιο τῆς περιουσίας πού μοῦ ἀνήκει. Καί ὁ πατέρας μοίρασε καί στούς δυό γιούς τήν περιουσία. Ὁ Θεός δηλαδή καί στόν ἁμαρ­τωλό πού θέ­λει νά ζεῖ μακριά ἀπ’ αὐτόν δίνει τά μέ­­σα τῆς συντηρήσεώς του καί ὅλα ἐκεῖνα τά πνευματικά καί ὑλικά χαρίσματα πού θά τόν ἔκαναν πνευματικά εὐτυ­χισμένο, ἐάν αὐτός δέν τά κατασπαταλοῦσε. 13 Ὕστερα ἀπό λίγες μέρες ὁ νεότερος γιός μά­ζεψε ὅλα ὅσα τοῦ ἔδωσε ὁ πατέρας του καί ταξίδεψε σέ χώ­­ρα μακρινή. Ἐκεῖ διασκόρπισε τήν περιουσία του κά­­­νο­­­ντας μιά ζωή ἄσωτη καί ἀκόλαστη. Ἔτσι καί κάθε ἁμαρτωλός ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν του χωρίζεται ἀπό τόν Θεό καί ὁδηγεῖται πολύ μακριά ἀπ’ αὐτόν. Καί μέ τήν κατάχρηση τῶν χαρισμάτων πού τοῦ ἔδωσε ὁ ἐπου­ρά­­νιος Πατήρ ἐξα­χρει­ώ­νε­ται καί διαφθείρεται. 14 Ὅταν ὁ νεότερος γιός ξόδεψε ὅλα ὅσα εἶχε, ἔ­πεσε με­­γάλη πείνα στή χώρα ἐκείνη, κι αὐτός ἄρχι­σε νά στε­ρεῖ­ται. Κάθε ἁμαρτωλός δηλαδή δέν ἔ­­­χει ἀπεριόριστες ἀ­πο­λαύσεις. Ἀργά ἤ γρήγορα θά αἰ­­­­­σθαν­θεῖ τήν ἀθλι­ό­­τητα καί τό κενό πού δημιουργεῖ στήν καρδιά του ἡ ἄσω­τη ζωή καί ἡ στέρηση τῆς θείας παρη­γοριᾶς.
15 Καί ὁ ἄσωτος γιός ἐξαιτίας τῶν στερήσεων καί τῆς πείνας του πῆγε σ’ ἕναν ἀπό τούς πολίτες ἐκείνης τῆς χώρας, ὁ ὁποῖος τόν προσέλαβε ὡς δοῦλο. Καί τόν ἔστειλε στά χωράφια του νά βόσκει χοίρους, ζῶα δη­­λαδή ἀκάθαρτα, πού προκαλοῦσαν τήν ἀηδία καί τήν ἀποστροφή σ’ ἕναν Ἰουδαῖο, ὅπως ἦταν ὁ νεότερος γιός. Σέ τί ἐξευτελισμό καταντᾶ καί πόσο χάνει τήν ἀξι­­­­­­ο­­πρέπειά του ὁ ταλαίπωρος ἁμαρτωλός! 16 Καί ἐπιθυμοῦσε ὁ νεότερος γιός νά γεμίσει τήν κοιλιά του μέ τά ξυλοκέρατα πού ἔτρωγαν οἱ χοῖροι. Μά κανείς δέν τοῦ ἔδινε, διότι οἱ ὑπηρέτες πού ἔκαναν τή διανομή παρατηροῦσαν μέ προσοχή νά μή μείνουν χωρίς τροφή οἱ χοῖροι. 17 Σέ κάποια ὅμως στιγμή αὐτός ἦλθε στόν ἑαυτό του ἀπό τή μέθη καί τήν τρέλα τῆς ἁμαρτίας καί εἶπε: Πόσοι μισθωτοί ἐργάτες τοῦ πατέρα μου ἔχουν ἄφθονο καί πε­ρίσσιο ψωμί, ἐνῶ ἐγώ κινδυνεύω νά πεθάνω ἀπό τήν πείνα! Τό πρῶτο βῆμα δηλαδή τῆς μετανοίας τοῦ ἁμαρ­τωλοῦ εἶναι ἡ συναίσθηση τῆς ἀθλιότητός του. 18 Μετά τή συναίσθηση αὐτή ἀκολουθεῖ ἡ σωτηριώ­δης ἀπόφαση. Θά σηκωθῶ, λέει ὁ ἄσωτος, καί θά πάω στόν πατέρα μου καί θά τοῦ πῶ: Πατέρα, ἁμάρτησα στόν οὐρανό. (Διότι ἐκεῖ οἱ ἄγγελοι ἐκτελοῦν μέ εὐλά­βεια τό θεῖο θέλημα, καί ὅπως ὑπακοῦν αὐτοί, ἔτσι ἀξι­­ώνουν καί ὅλα τά κτίσματα νά ὑπακοῦν σ’ αὐτό, καί λυ­­ποῦνται γιά τήν ἀποστασία κάθε ἀνθρώπου). Ἁμάρ­τησα καί σέ σένα, διότι περιφρόνησα τή στοργή σου καί δέν λογάριασα τή λύπη πού δοκίμαζες ὅταν ἔφευ­γα μακριά σου. 19 Δέν εἶμαι πλέον ἄξιος νά ὀνομάζομαι γιός σου. Δέν ζητῶ νά προ­σ­λη­φθῶ οὔτε ὡς μόνιμος δοῦλος σου παραμένοντας διαρκῶς στό σπίτι σου. Κά­νε με σάν ἕναν ἀπό τούς μισθωτούς ἐργάτες σου. 20 Καί ἡ σωτηριώδης ἀπόφαση ἄρχισε νά ἐνεργοποι­εῖ­­ται. Ὁ ἄσωτος σηκώθηκε καί ξεκίνησε νά πάει στόν πα­­τέρα του. Κι ἐνῶ βρισκόταν ἀκόμη μακριά, τόν εἶδε ὁ πατέ­ρας του καί τόν σπλαχνίσθηκε. Ἔτρεξε τότε γιά νά τόν προ­ϋπαντήσει, ἔπεσε στόν τράχηλό του, τόν ἀγκά­λια­σε σφιχτά καί τόν καταφιλοῦσε μέ στοργή. Ὁ Θεός δη­λαδή ὄχι μόνο δέχεται τόν ἁμαρτωλό πού μετανοεῖ καί ἐπιστρέφει κοντά του, ἀλλά καί προτοῦ ἀκόμη πλη­­σι­άσει ὁ ἁμαρτωλός, σπεύδει νά τόν ἀνα­ζη­τή­σει, καί τόν ἀγκαλιάζει μέ στοργή. 21 Ἐνῶ λοιπόν ὁ Πατέρας ἔδειξε τέτοια στοργή κι ἐνῶ ἀκολούθησε μιά τόσο θερμή συνδιαλλαγή, ὁ γιός συ-ν­τε­­τριμμένος ἔκανε τήν ἐξομολόγησή του λέγοντας: Πατέρα, ἁμάρτησα στόν οὐρανό καί σέ σένα καί δέν εἶμαι πλέον ἄξιος νά ὀνομάζομαι γιός σου. 22 Ὁ πατέρας τότε τόν διέκοψε καί εἶπε στούς δούλους του: Βγάλτε ἔξω τήν πιό καλή φορεσιά ἀπ’ ὅσες ἔχουμε, σάν αὐτή πού φοροῦσε πρίν φύγει ἀπ’ τό σπίτι μου. Κι ἐπειδή αὐτός, στήν κατάσταση πού εἶναι, θά ντρέπεται νά τήν φορέσει, ντύστε τον ἐσεῖς, γιά νά μήν εἶναι πλέον γυμνός καί κουρελιάρης. Καί δῶστε του δαχτυλίδι νά τό φοράει στό χέρι του, ὅπως φοροῦν οἱ κύριοι καί οἱ ἐλεύθεροι. Δῶστε του καί ὑποδήματα στά πόδια του, γιά νά μήν περπατᾶ ξυπόλυτος ὅπως οἱ σκλάβοι. Τόν ἀποκαθιστῶ δηλαδή ὁλοκληρω­τικά στή θέση καί στά δικαιώματα πού εἶχε πρίν ἀσω­τεύ­σει. 23 Καί φέρτε καί σφάξτε ἐκεῖνο ἀπό τά μοσχάρια πού τό τρέφουμε ξεχωριστά γιά κάποια χαρμόσυνη καί ἐξαι­ρε­τική περίσταση. Ἄς φᾶμε λοιπόν, ἄς χαροῦμε καί ἄς πανηγυρίσουμε μέ τραγούδια καί μέ χορούς, 24 διότι ὁ γιός μου αὐτός μέχρι πρίν ἀπό λίγο ἦταν νεκρός, καί ἀναστήθηκε· ἦταν χαμένος, καί βρέθηκε. Καί ἄρχισαν νά εὐφραίνονται. 25 Ὁ μεγαλύτερος ὅμως γιός, μέ τόν ὁποῖο ἔμοιαζαν οἱ Φαρισαῖοι, ἦταν στό χωράφι. Καί καθώς ἐρ­χόταν καί πλησίαζε στό σπίτι, ἄκουσε ὄργανα καί τραγούδια καί χορούς. 26 Κάλεσε λοιπόν ἕναν ἀπό τούς ὑπηρέτες πού στεκό­ταν ἀπ’ ἔξω, καί ρωτοῦσε νά μάθει τί συμβαίνει, τί τάχα νά σήμαιναν ὅλα αὐτά. 27 Κι αὐτός τοῦ εἶπε: Γύρισε ὁ ἀδελφός σου, καί ὁ πατέρας σου ἔσφαξε τό καλοθρεμμένο μοσχάρι, διότι τοῦ γύρισε πάλι πίσω γερός καί ὑγιής. 28 Ὁ μεγαλύτερος ὅμως γιός θύμωσε καί δέν ἤθελε νά μπεῖ στό σπίτι. (Ἔτσι συμπεριφέρονταν καί οἱ Φαρισαῖοι, πού σκανδαλίζονταν ὅταν ἔβλεπαν τόν Κύριο νά συναναστρέφεται καί νά διδάσκει τούς ἁμαρτωλούς). Ὁ πατέρας του λοιπόν βγῆκε ἔξω καί τόν παρακαλοῦσε μέ τήν ἴδια στοργή πού δέχθηκε τό νεότερο γιό του. 29 Ἀλλά ὁ μεγαλύτερος γιός ἀποκρίθηκε στόν πατέρα του: Τόσα χρόνια εἶμαι στή δούλεψή σου καί ποτέ δέν παράκουσα κάποια προσταγή σου· καί παρόλα αὐτά δέν μοῦ ἔδωσες ποτέ οὔτε ἕνα κατσικάκι γιά νά διασκεδάσω μέ τούς φίλους μου. (Πόσο πλανᾶται ὁ με­γα­λύτερος γιός! Ἐάν ὑπῆρξε τόσο πειθαρχικός στόν πατέρα του, πῶς τώρα τόν παρακούει μέ τέτοιο πεῖσμα; Καί πότε ζήτησε κατσικάκι ἀπό τόν πατέρα του, κι ἐκεῖνος δέν τοῦ ἔδωσε;). 30 Ὅταν ὅμως ἦλθε ὁ προκομμένος αὐτός γιός σου, πού κατασπατάλησε τήν περιουσία σου μέ πόρνες, ἔσφαξες γι’ αὐτόν τό καλύτερο μοσχάρι πού τό εἴχα­με θρε­φτάρι. (Ὁ μεγαλύτερος γιός μεταχειρίστη­κε τήν ἀλαζονική γλώσσα τῶν Φαρισαίων, πού περιφρο­νοῦ­σαν τούς ἁ­μαρτω­λούς καί νόμιζαν ὅτι μόνο αὐτοί ἦταν δίκαιοι καί γι’ αὐτό εἶχαν ἀποκλειστικά δικαιώματα στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ). 31 Ὁ πατέρας τότε τοῦ ἀπάντησε: Παιδί μου, ἐσύ εἶ­σαι πάντοτε μαζί μου. Κι ὅλα ὅσα ἔχω, δικά σου εἶ­ναι. 32 Ἔπρεπε λοιπόν κι ἐσύ νά εὐφρανθεῖς καί νά χαρεῖς, διότι ὁ ἀδελφός σου αὐτός, γιά τόν ὁποῖο μέ τόση περιφρόνηση μιλᾶς, ἦταν νεκρός, καί ἀναστήθηκε. Ἦταν χαμένος, καί βρέθηκε.


Αποστολικό Ανάγνωσμα: Α΄ Κορ. στ΄ 12-20

12 Πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ’ οὐ πάντα συμφέρει· πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ’ οὐκ ἐγὼ ἐξουσιασθήσομαι ὑπό τινος. 13 τὰ βρώματα τῇ κοιλίᾳ, καὶ ἡ κοιλία τοῖς βρώμασιν· ὁ δὲ Θεὸς καὶ ταύτην καὶ ταῦτα καταργήσει. τὸ δὲ σῶμα οὐ τῇ πορνείᾳ, ἀλλὰ τῷ Κυρίῳ, καὶ ὁ Κύριος τῷ σώματι· 14 ὁ δὲ Θεὸς καὶ τὸν Κύριον ἤγειρε καὶ ἡμᾶς ἐξεγερεῖ διὰ τῆς δυνάμεως αὐτοῦ. 15 οὐκ οἴδατε ὅτι τὰ σώματα ὑμῶν μέλη Χριστοῦ ἐστιν; ἄρας οὖν τὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ ποιήσω πόρνης μέλη; μὴ γένοιτο. 16 ἢ οὐκ οἴδατε ὅτι ὁ κολλώμενος τῇ πόρνῃ ἓν σῶμά ἐστιν; ἔσονται γάρ, φησίν, οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν· 17 ὁ δὲ κολλώμενος τῷ Κυρίῳ ἓν πνεῦμά ἐστι. 18 φεύγετε τὴν πορνείαν. πᾶν ἁμάρτημα ὃ ἐὰν ποιήσῃ ἄνθρωπος ἐκτὸς τοῦ σώματός ἐστιν, ὁ δὲ πορνεύων εἰς τὸ ἴδιον σῶμα ἁμαρτάνει. 19 ἢ οὐκ οἴδατε ὅτι τὸ σῶμα ὑμῶν ναὸς τοῦ ἐν ὑμῖν ἁγίου Πνεύματός ἐστιν, οὗ ἔχετε ἀπὸ Θεοῦ, καὶ οὐκ ἐστὲ ἑαυτῶν; 20 ἠγοράσθητε γὰρ τιμῆς· δοξάσατε δὴ τὸν Θεὸν ἐν τῷ σώματι ὑμῶν καὶ ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν ἅτινά ἐστι τοῦ Θεοῦ.

Νεοελληνική Απόδοση

12 Όλα μου επιτρέπεται να τα κάμω, όπως π.χ. να τρώγω και να πίνω χωρίς διακρίσεις, αλλά δεν είναι συμφέρον να πράττω όλα. Όλα μου επιτρέπονται, αλλ’ εγώ δεν θα εξουσιασθώ και δεν θα υποδουλωθώ εις τίποτε. 13 Τα φαγητά είναι δια την κοιλίαν και η κοιλία δια τα φαγητά. Ο δε Θεός θα καταργήση και αυτά και εκείνην εις την μέλλουσαν ανάστασιν των σωμάτων. Δεν είναι η τροφή, που μας κάνει αμαρτωλούς ενώπιον του Θεού. Αυτό όμως δεν ισχύει προκειμένου περί της ηθικής καθαρότητος, διότι το σώμα δεν έχει γίνει δια την πορνείαν και τας σαρκικάς επιθυμίας, αλλά δια τον Κύριον, που είναι κεφαλή του πνευματικού σώματος της Εκκλησίας· και ο Κύριος είναι δια το σώμα, δια να κατοική εις αυτό και το αγιάζη. 14 Αφού δε ο Θεός και τον Κύριον ανέστησεν εκ νεκρών, και ημάς όλους, που αποθνήσκομεν και το σώμα μας διαλύεται, θα μας αναστήση εκ νεκρών με την παντοδυναμίαν του. 15 Δεν γνωρίζετε ότι τα σώματά σας είναι μέλη του Χριστού, (ο οποίος είναι κεφαλή του σώματος της Εκκλησίας); Να αποτραβήξω, λοιπόν, και να πάρω τα μέλη του Χριστού και να τα κάνω μέλη πόρνης; Μη γένοιτο. 16 Η δεν γνωρίζετε, ότι εκείνος ο οποίος προσκολλάται και ενώνεται με την πόρνην είναι ένα σώμα με αυτήν; Διότι αυτό λέγει η Γραφή· “θα γίνουν, λέγει, οι δύο, άνδρας και γυναίκα, μια σάρκα, εν σώμα”. 17 Εκείνος όμως που προσκολλάται και ενώνεται με τον Κύριον, γίνεται κατά μυστηριώδη τρόπον ένα πνεύμα με αυτόν, γεμίζει ολόκληρος και αγιάζεται από αυτόν. 18 Αποφεύγετε πάντοτε με όλην σας την δύναμιν τον μολυσμόν της πορνείας. Κάθε άλλο αμάρτημα, που ήθελε πράξει ο άνθρωπος, είναι αμάρτημα που διαπράττεται έξω από το σώμα και δεν το βλάπτει αμέσως και κατ’ ευθείαν τόσον πολύ. Ενώ εκείνος που πορνεύει, αμαρτάνει εναντίον αυτού τούτου του σώματος, το οποίον και μολύνει και βλάπτει κατά τρόπον άμεσον και ταχύν. 19 Η δεν γνωρίζετε ότι το σώμα σας είναι ναός του Αγίου Πνεύματος, που κατοικεί μέσα σας, και το έχετε λάβει από τον Θεόν και άρα δεν ανήκετε στον εαυτόν σας; 20 Διότι έχετε εξαγορασθή με πολύτιμον τίμημα, δηλαδή με το ανεκτίμητον αίμα του Χριστού. Αποφεύγετε, λοιπόν, κάθε σαρκικήν εκτροπήν, που μολύνει το σώμα, και δοξάσατε τον Θεόν με όλην σας την προσωπικότητα, με το σώμα σας και με το πνεύμα σας, τα οποία είναι του Θεού.

                                             *****************************************

ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ

1. Ἐξουσιαστὴς καὶ ὄχι δοῦλος

Κυριακὴ τοῦ Ἀσώτου ὀνομάζεται ἡ σημερινὴ Κυριακή, καθὼς παίρνει τὴν ὀνομασία της ἀπὸ τὴ θαυμάσια παραβολὴ τοῦ ἄσωτου υἱοῦ ποὺ ἀναγινώσκεται στὸ Εὐαγγέλιο τῆς θείας Λειτουργίας. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἀποστολικὴ περικοπὴ τῆς ἡμέρας ἔχει πολὺ δυνατὰ νοήματα. Μεταξὺ ἄλλων ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐπισημαίνει στοὺς Κορινθίους τὸν ὕπουλο κίνδυνο τῆς ὑποδουλώσεως στὶς ἐπιθυμίες. «Πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐκ ἐγὼ ἐξουσιασθήσομαι ὑπό τινος», γράφει. Δηλαδή, ὅλα ἔχω ἐξουσία νὰ τὰ κάνω, ἀλλὰ ἐγὼ δὲν θὰ ἐξουσιασθῶ καὶ δὲν θὰ γίνω δοῦλος σὲ τίποτα ἀπὸ αὐτά.

Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὁ Θεὸς ἔχει δώσει στὸν ἄνθρωπο τὴν ἐξουσία νὰ διαχειρίζεται τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ ποὺ τοῦ ἔχει χαρίσει. Νὰ ἐπιλέγει σύμφωνα μὲ τὶς ἀνάγ­κες του αὐτὰ ποὺ ἐπιθυμεῖ, αὐτὰ ποὺ χρειάζεται. Εἶναι κύριος τῶν ἀγαθῶν καὶ ὅλης τῆς κτίσεως ποὺ τὸν περιβάλλει. Ἐδῶ ὅμως ἐλλοχεύει ὁ μεγάλος κίνδυνος: Ἂν ὁ ἄνθρωπος δὲν κάνει συνετὴ χρήση τῶν ἀγαθῶν τοῦ Θεοῦ, κινδυνεύει νὰ ὑποδουλωθεῖ σὲ αὐτά· ἀκόμη καὶ ὅταν αὐτὰ δὲν εἶναι ἁμαρτωλά, ἀλλὰ ἀπαραίτητα στὴν καθημερινὴ ζωή. Γιὰ παράδειγμα τὸ φαγητό, τὰ χρήματα, ἡ τεχνολογία καὶ πολλὰ ἄλλα. Κινδυνεύει τελικὰ νὰ αἰχμαλωτισθεῖ, καὶ ἀπὸ ἐξουσιαστὴς νὰ γίνει δέσμιος τῶν παθῶν, ἀπὸ ἐλεύθερος νὰ καταντήσει δοῦλος.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος σχολιάζει σχετικά· «Κύριος εἶ τοῦ φαγεῖν. Οἰκοῦν μένε κύριος ὢν καὶ σκόπει μὴ γένῃ δοῦλος τούτου τοῦ πάθους» (PG 61, 139). Ἔχεις τὴν ἐξουσία νὰ τραφεῖς, γράφει. Λοιπόν, νὰ παραμένεις κύριος τῆς τροφῆς καὶ πρόσεχε νὰ μὴ γίνεις δοῦλος τοῦ πάθους τῆς γαστριμαργίας. Ἂς προσέχουμε λοιπὸν νὰ κάνουμε χρήση τῶν ἀγαθῶν τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι κατάχρηση. Διότι κάθε τὶ περιττὸ καὶ ὑπερβολικὸ ἀποβαίνει ἐπιζήμιο γιὰ ἐμᾶς. Καὶ τότε ἀπὸ ἐξουσιαστὲς κινδυνεύουμε νὰ γίνουμε δοῦλοι.

2. Ναὸς τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ

Στὴ συνέχεια τῆς περικοπῆς ὁ ἀπόστολος Παῦλος κάνει ἰδιαίτερη ἀναφορὰ στὸ ἀνθρώπινο σῶμα. Ἀναδεικνύει τὴν ἀξία του, θέλοντας νὰ ἀποτρέψει τοὺς Κορινθίους ἀπὸ τὰ ἁμαρτήματα τῆς σαρκός. Ἀφοῦ ἔχει σημειώσει νωρίτερα ὅτι «ναὸς Θεοῦ ἐστε» (Α΄ Κορ. γ΄ 16), τώρα ἀναφέρει ὅτι «τὰ σώματα ὑμῶν μέλη Χριστοῦ ἐστι». Τὰ σώματά σας εἶναι μέλη τοῦ Χριστοῦ. Ἐπιπλέον γράφει στὴ συνέχεια ὅτι «τὸ σῶμα ὑμῶν ναὸς τοῦ ἐν ὑμῖν Ἁγίου Πνεύματός ἐστιν». Τὸ σῶμα σας εἶναι ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ Ὁποῖο κατοικεῖ μέσα σας. Ὁ θεόπνευστος Ἀπόστολος ἐπανειλημμένα προβάλλει τὴν ἱερότητα τοῦ ἀνθρώπινου σώματος, ἐπισημαίνοντας μάλιστα ὅτι εἶναι κατοικητήριο καὶ ναὸς τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Εἶναι πραγματικὰ ἀσύλληπτη ἡ ἀξία ποὺ δίνει ὁ Θεὸς στὸν ὅλο ἄνθρωπο· ὄχι μόνο στὴν ψυχή, ἀλλὰ καὶ στὸ σῶμα.

Στὶς ἡμέρες μας πολλοὶ ἄνθρωποι ἀντιλαμβάνονται μὲ λανθασμένο τρόπο τὴν ἀξία τοῦ σώματος. Ὄχι ἁπλῶς τὸ φροντίζουν, κάποτε σὲ ὑπερβολικὸ βα­θμό, γιὰ νὰ εἶναι ὄμορφο, δυνατὸ καὶ ὑγιές, ἀλλὰ φθάνουν στὸ σημεῖο σχεδὸν νὰ τὸ θεοποιοῦν. Τὸ χρησιμοποιοῦν ὡς μέσο ἐξυπηρετήσεως τῶν παθῶν. Θεωροῦν ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἀξία τοῦ σώματος. Τελικὰ ὅμως μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ τὸ ἀπαξιώνουν καὶ τὸ εὐτελίζουν. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος σήμερα μᾶς τόνισε ὅτι τὸ ἀνθρώπινο σῶμα ἔχει πολὺ μεγάλη ἀξία. Ἡ δὲ ἀξία του ἔγκειται στὸ ὅτι εἶναι ναὸς τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἕνας ἱερὸς χῶρος, μέσα στὸν ὁποῖο διαμένει καὶ ἐνεργεῖ ὁ Θεός.

3. Ἡ δοξολογία τοῦ ἀνθρώπου

Ὡς συμπέρασμα τῶν ὅσων προηγήθηκαν, ὁ ἀπόστολος Παῦλος δίνει μιὰ σημαντικὴ προτροπὴ στὸ τέλος τῆς περικοπῆς: «Δοξάσατε δὴ τὸν Θεὸν ἐν τῷ σώματι ὑμῶν καὶ ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν, ἅτινά ἐστι τοῦ Θεοῦ». Δηλαδή, δοξάστε τὸν Θεὸ μὲ τὸ σῶμα σας καὶ μὲ τὸ πνεῦμα σας, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν σ᾿ Ἐκεῖνον. Ἀφοῦ ὑπογράμμισε νωρίτερα ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ναὸς τοῦ Θεοῦ, τώρα μᾶς παρακινεῖ νὰ ἀναπέμπουμε δοξολογία πρὸς τὸν Θεὸ στὸν πνευματικὸ αὐτὸ ναό.

Πιὸ πρακτικὰ αὐτὸ σημαίνει νὰ δοξάζουμε τὸν Θεὸ μὲ τὰ λόγια ποὺ ἐκφέρει τὸ στόμα μας· μὲ τὶς σκέψεις ποὺ καλλιεργεῖ ὁ νοῦς μας· μὲ τὶς ἐπιθυμίες ποὺ κρύβει ἡ καρδιά μας· μὲ τὴν ἐλεημοσύνη ποὺ προσφέρουν τὰ χέρια μας· μὲ τὴν ἁγνότητα τῶν ματιῶν μας· μὲ τὰ κεκλιμένα γόνατά μας κατὰ τὴν ἱερὴ ὥρα τῆς προσευχῆς. Ὁ ὅλος ἄνθρωπος, μὲ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα, ὀφείλει νὰ δοξάζει τὸν Θεό· νὰ ἀναπέμπει αἶνο πρὸς Ἐκεῖνον· νὰ προσφέρει θυσία μυστικὴ μέσα στὸν πνευματικὸ ναὸ τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος· νὰ λατρεύει τὸν Τριαδικὸ Θεὸ μὲ ὅλη τὴν ὕπαρξή του.

                                                      *****************************************

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

Η Υπαπαντή του Κυρίου μας Ιησού Χριστού - Ακούστε παιδιά!

 


Η παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου - Ακούστε παιδιά!

 


ΥΜΝΟΙ ΥΠΑΠΑΝΤΗΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ


 
  





Αφιέρωμα στην Εορτή της Υπαπαντής του Κυρίου – «ΕΙΔΟΝ ΟΙ ΟΦΘΑΛΜΟΙ ΜΟΥ ΤΟ ΣΩΤΗΡΙΟΝ ΣΟΥ» (Λουκ.2,31)

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

Η μεγάλη θεομητορική και συνάμα δεσποτική εορτή της Υπαπαντής του Κυρίου είναι ένας ακόμη σημαντικός εορτολογικός σταθμός του ενιαυτού στην Εκκλησία μας. Κατ’ αυτήν εορτάζεται το γεγονός της εισόδου του Χριστού στον ιουδαϊκό Ναό της Ιερουσαλήμ και της ευλογίας Του από τον άγιο Συμεών και την σεβάσμια γερόντισσα και προφήτιδα Άννα. Αυτή η τυπική νομική επίσκεψη του Κυρίου μας στο Ναό του Θεού ενέχει πολύ μεγάλη θεολογική σημασία για την Εκκλησία μας, διότι όπως θα δούμε, εκεί αναγγέλλεται για πρώτη φορά δημόσια η πολυπόθητη για το ανθρώπινο γένος έλευση του Λυτρωτή και ειπώθηκαν από τους προαναφερόμενους δικαίους, Συμεών και Άννα, ύψιστης αξίας προφητικά λόγια, τα οποία φανερώνουν περίτρανα την θεία καταγωγή και τη σωτήρια αποστολή του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού στον κόσμο. Γι’ αυτό οι Ορθόδοξοι πιστοί πανηγυρίζουμε λαμπρά αυτή την ιερή ημέρα.

Η εορτή της Υπαπαντής είναι πολύ παλιά και ανάγεται στους χρόνους ίσως και νωρίτερα του 5ου αιώνα. Καθιερώθηκε κατ’ αρχήν στη Δύση για να αντικαταστήσει τη βάρβαρη και παγανιστική εορτή του προς τιμήν απαίσιου τραγόμορφου θεού των δασών Silvanus, αντίστοιχου του Πάνα της αρχαιοελληνικής θρησκείας, προκειμένου να σταματήσουν τα αισχρά όργια των λατρευτών του ψευτοθεού.

Σύμφωνα με τη μωσαϊκή θρησκεία όφειλαν οι γονείς να οδηγήσουν στο Ναό και να αφιερώσουν στο Θεό κάθε νεογέννητο παιδί την τεσσαρακοστή ημέρα από τη γέννησή του (Έξοδ.13,1). Για τους πιστούς Ιουδαίους η γέννηση παιδιών θεωρούνταν θείο δώρο και γι’ αυτό φρόντιζαν να ευχαριστήσουν το Θεό, μετά τον καθαρισμό της λεχώνας μητέρας, μετά από σαράντα ημέρες, όπως προέβλεπε η μωσαϊκή νομοθεσία, «όταν αναπληρωθώσιν αι ημέραι καθάρσεως αυτής εφ’ υιώ ή επί θυγατρί, προσοίσει αμνόν άμωμον, εις ολοκαύτωμα, και νεοσσόν περιστεράς ή τρυγόνα περί αμαρτίας επί την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου» (Λευιτ.12.6).

Το ίδιο έκαμαν και οι άγιοι γονείς του Κυρίου μας. Ως ευσεβείς τηρητές της ιουδαϊκής θρησκείας τηρούσαν επακριβώς όλες τις νομικές διατάξεις. Ο απόστολος Παύλος μας βεβαιώνει πως «εξαπέστειλεν ο Θεός τον υιόν αυτού γενόμενον υπό γυναικός, γενόμενον υπό νόμον, ίνα τους υπό νόμον εξαγοράση» (Γαλ.4,4), διότι «ώφειλε κατά πάντα τοις αδελφοίς ομοιωθήναι» (Εβρ.2,17). Κάθε λεπτομέρεια της ζωής του Κυρίου έχει μεγάλη θεολογική και σωτηριολογική σημασία, διότι αποδεικνύει την πραγματική ενανθρώπησή Του και κατά συνέπεια τη βεβαία σωτηρία μας!

Ο ευαγγελιστής Λουκάς διέσωσε στο Ευαγγέλιό του το γεγονός της εισόδου του νηπίου Ιησού στο Ναό της Ιερουσαλήμ. «Και ότε επλήσθησαν αι ημέραι του καθαρισμού αυτών κατά τον νόμον Μωϋσέως, ανήγαγον αυτόν εις Ιεροσόλυμα παραστήσαι τω Κυρίω… Και ιδού ην ανθρωπος εν Ιερουσολύμοις ω όνομα Συμεών, και ο άνθρωπος ούτος ην δίκαιος και ευλαβής, προσδεχόμενος παράκλησιν του Ισραήλ, και Πνεύμα ην Άγιον επ’ αυτόν΄ και ην αυτώ κεχρισμένον υπό του Πνεύματος του Αγίου μη ιδείν θάνατον πριν ίδη τον Χριστόν Κυρίου. Και ήλθεν εν τω Πνεύματι εις το ιερόν΄ και εν τω εισαγαγείν τους γονείς το παιδίον Ιησούν του ποιήσαι αυτούς κατά το ειθισμένον του νόμου περί αυτού, και αυτός εδέξατο αυτόν εις τας αγκάλας αυτού και ευλόγησε τον Θεόν και είπε: νυν απολύεις τον δούλον σου, δέσποτα, κατά το ρήμα σου εν ειρήνη, ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου, ο ητοίμασας κατά πρόσωπον πάντων των λαών, φως εις αποκάλυψιν εθνών και δόξαν λαού σας Ισραήλ. Και ην Ιωσήφ και η μήτηρ αυτού θαυμάζοντες επί λαλουμένοις περί αυτού. Και ευλόγησεν αυτούς Συμεών και είπε προς Μαριάμ την μητέρα αυτού΄ ιδού ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ και εις σημείον αντιλεγόμενον. Και σου δε αυτής την ψυχήν διελεύσεται ρομφαία, όπως αν αποκαλυφθώσιν εκ πολλών καρδιών διαλογισμοί» (Λουκ.2,22-35).

Πρέπει να έχουμε κατά νουν ότι ο Ναός της Ιερουσαλήμ ήταν για τους ευσεβείς Ιουδαίους τόπος ιερός και άγιος, διότι πίστευαν πως εκεί κατοικούσε ο Ύψιστος Θεός. Η προσέγγισή τους εκεί γέμιζε την ψυχή τους με βαθιά ευλάβεια. Μόλις περνούσαν τις μεγαλόπρεπες πύλες του εντοιχισμένου περιβόλου, τους καταλάμβανε δέος και τρόμος. Πατούσαν τον τόπο της παρουσίας του απόλυτα απρόσιτου Θεού! Ο Ναός της Ιερουσαλήμ ήταν ταυτόσημος με την ιουδαϊκή θρησκεία και σημείο αναφοράς κάθε πιστού Ιουδαίου. Χωρίς αυτόν δε μπορούσε να λειτουργήσει η ιουδαϊκή θρησκεία και γι’ αυτό όταν καταστράφηκε το 70 μ.Χ. από τα ρωμαϊκά στρατεύματα κατοχής, τέθηκε το ερώτημα αν μπορούσε να υπάρξει η θρησκεία χωρίς αυτόν, τόσο μεγάλη σημασία είχε για τους Ιουδαίους.

Ο Ναός ήταν ο τόπος ηρεμίας και παρηγοριάς όλων των ευσεβών Ιουδαίων, οι οποίοι απαυδισμένοι από την αφάνταστη ασέβεια και ηθική κατάπτωση της εποχής των, περίμεναν την από Θεού λύτρωση. Ανέβαιναν στο λόφο Σιών, που ήταν κτισμένος ο Ναός και προσευχόταν με κατάνυξη και συντριβή για την αποστασία του λαού και παρακαλούσαν, με δάκρυα, την συντόμευση του χρόνου της ελεύσεως του Μεσσία. Ορισμένοι μάλιστα είχαν εγκατασταθεί μόνιμα στα πολυάριθμα παρακείμενα κτίσματα και ζούσαν με προσευχή και νηστεία, την αναμονή του Σωτήρα.

Δύο από αυτούς ήταν ο δίκαιος Συμεών και η αγία γερόντισσα Άννα. Ο Συμεών, λόγω αγιότητας, ήταν πλημμυρισμένος από το Άγιο Πνεύμα και είχε την θεία πληροφορία πως δεν θα πέθαινε πριν δει το Μεσσία. Πράγματι, ο φωτισμένος άγιος γέρων, με την έμπνευση του Θεού Παρακλήτου, αναγνώρισε στο πρόσωπο του νηπίου, που έφερε στο Ναό η αγία Οικογένεια, τον αναμενόμενο Λυτρωτή και αποκάλυψε για πρώτη φορά δημόσια, ενώπιον πλήθους προσκυνητών, ότι ο αναμενόμενος Μεσσίας ήρθε! Πήρε στις αδύναμες γεροντικές του αγκάλες το Θείο Βρέφος και με δάκρυα ανείπωτης χαράς ύψωσε τα μάτια τους στον ουρανό και ύμνησε το Θεό, ο Οποίος πραγματοποίησε την υπόσχεσή Του να στείλει στον κόσμο το Λυτρωτή, που ανήγγειλε μέσω των προφητών Του.

Ανέπεμψε τη γνωστή σε όλους μας τελευταία καταγραμμένη ωδή της Καινής Διαθήκης, «Νυν απολύεις τον δούλον Σου Δέσποτα…», την οποία καταχωρήσαμε στο κείμενο του Λουκά. Η ωδή αυτή έχει τεράστια θεολογική σημασία. Σύμφωνα με τους Πατέρες της Εκκλησίας μας, ο Συμεών απευθύνεται στο Θεό Παράκλητο, Οποίος τον είχε διαβεβαιώσει για τον ερχομό του Σωτήρα. Μόνο αυτό το γραφικό χωρίο θα αρκούσε να αποδείξει την πραγματικότητα της θείας υποστάσεώς Του σε όσους κακόβουλα και πλανεμένα Την αρνούνται. Τον αποκαλεί Δέσποτα, αποκλείοντας κάθε υπόνοια ότι το Άγιο Πνεύμα δεν είναι πρόσωπο. Αποδεικνύεται περίτρανα η υπέρτατη συμβολή Του στη διαδικασία της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους. Η σάρκωση του Θεού Λόγου είναι, κατά κύριο λόγο, έργο του Παναγίου Πνεύματος (Λουκ.1,35. Ματθ.1, 21).

Ο άγιος γέρων ζητεί από το Θεό, αν θέλει, τον πάρει πια από τη ζωή αυτή, διότι ικανοποιήθηκε η μεγάλη προσδοκία του. Ο λόγος του Θεού, που έτρεφε με θέρμη περίσσια στην ψυχή του βγήκε αληθινός και πραγματοποιήθηκε. Ευτύχησε να δει με τα γεροντικά του μάτια τη νέα εποχή της σωτηρίας και της χάριτος, ως αποτέλεσμα της αγάπης του Θεού για τον άνθρωπο και ολόκληρη τη δημιουργία Του. Ζητεί να απολυθεί από αυτόν τον μάταιο κόσμο ειρηνικά, διότι το άγχος και η ταραχή, που προκαλεί στο βίο η αμαρτία, παραμερίζονται. Αποζητά το θάνατο, διότι προαισθάνεται ότι επίκειται ο θάνατος του θανάτου του. Ότι, δια του Χριστού, ο θάνατος είναι πια πέρασμα προς την αιωνιότητα.

Μια άλλη σημαντική παράμετρος της ωδής του Συμεών είναι η επισήμανση της παγκοσμιότητας της σωτηρίας. Αποκαλεί το «σωτήριον», δηλαδή το Μεσσία, ετοιμασμένον «κατά πρόσωπον πάντων των λαών» και «φως εις αποκάλυψιν εθνών» (Λουκ.2,32). Ο δίκαιος γέρων, υπό θεία έμπνευση υπερέβη τις μικροεθικιστικές ιουδαϊκές αντιλήψεις και κατανόησε την καθολική σωτηρία του ανθρωπίνου γένους. Ο ενανθρωπήσας Θεός Λόγος ήρθε στον κόσμο να σώσει ολόκληρη την ανθρωπότητα και όχι να ιδρύσει εγκόσμια ιουδαϊκή βασιλεία.

Ο άγιος Συμεών, όταν τελείωσε την ευχαριστήρια ωδή του, ευλόγησε την αγία Οικογένεια και είπε στη Θεοτόκο: «ιδού ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ και εις σημείον αντιλεγόμενον, και σου δε αυτής την ψυχήν διελεύσεται ρομφαία΄ όπως αν αποκαλυφθώσιν εκ πολλών καρδιών διαλογισμοί» (Λουκ.2,34), προφητεύοντας την αιώνια διαμάχη για το θείο πρόσωπο του Χριστού και βέβαια την μητρική πίκρα της Παναγίας μας εξαιτίας του Θείου Πάθους του Υιού Της.

Το ίδιο ομιλούσε και η αγία προφήτις Άννα. «Αύτη προβεβηκύια εν ημέραις πολλαίς, ζήσασα έτη μετά ανδρός επτά από της παρθενίας αυτής και αύτη χήρα ως ετών ογδοήκοντα τεσσάρων, η ουκ αφίστατο από του ιερού νηστείαις και δεήσεσι λατρεύουσα νύκτα και ημέραν» (Λουκ.2,36). Μόλις είδε το Θείο Βρέφος στις αγκάλες του Συμεώνος, «επιστάσα ανθωμολογείτο τω Κυρίω και ελάλει περί αυτού πάσι τοις προσδεχομένοις λύτρωσιν εν Ιερουσαλήμ». (Λουκ.2,38). Έχει και αυτή η λεπτομέρεια μεγάλη σημασία. Η γυναίκα στον αρχαίο προχριστιανικό κόσμο ήταν ολότελα απαξιωμένη. Εδώ, στο πρόσωπο της γηραιάς προφήτιδας, καταξιώνεται και πάλι η παραγκωνισμένη προσωπικότητα της γυναίκας. Η αγία Άννα στέκεται επάξια δίπλα στο Συμεών και καταδεικνύει προφητικά τη χαραυγή της λυτρώσεως του κόσμου, δια του Χριστού.

Η μεγάλη εορτή της Υπαπαντής του Κυρίου είναι μια καλή ευκαιρία για όλους τους πιστούς να δοξάσουμε για μια ακόμα φορά τον Ενανθρωπήσαντα Υιό και Λόγο του Θεού, ο Οποίος χάρις στην άμετρη φιλανθρωπία Του, άφησε τα δυσθεώρητα ύψη του ουράνιου θρόνου Του και έγινε άνθρωπος, για να σώσει το ανθρώπινο γένος από τα φοβερά δεσμά της αμαρτίας και τον πικρό θάνατο. Χάρις στη σωτηρία μας, Αυτός που «τα σύμπαντα εν τη δρακί περιέχων», καταδέχθηκε να αναπαυθεί στις γεροντικές αγκάλες του δικαίου Συμεών και να λάβει ευλογία από αυτόν Εκείνος που ευλογεί, συντηρεί και δίνει ζωή σε ολάκερη τη δημιουργία. Τόσο μεγάλο είναι το μέγεθος της θείας φιλανθρωπίας.

Αυτό θα πρέπει να μας δίνει τη βεβαιότητα πως «ουκ έστιν εν άλλω ουδενί η σωτηρία», όπως διακήρυξε με περισσό θάρρος ο απόστολος Πέτρος, παρά μονάχα στο θεανδρικό πρόσωπο του Σωτήρα Χριστού μας, του Οποίου «ουδέ όνομα εστιν έτερον υπό τον ουρανόν το δεδομένον εν ανθρώποις εν ω δει σωθήναι ημάς» (Πράξ.4,12). Να μην αναζητούμε άλλους ψεύτικους και αναποτελεσματικούς σωτήρες, διότι μόνος Αυτός, ετοιμάσθηκε από τη θεία βουλή, λυτρωτής «πάντων των λαών» και «φως εις αποκάλυψιν εθνών» (Λουκ.2,31-32).