Σάββατο 23 Μαΐου 2026

Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιώς ενημερώνει: «ΟΥΦΟΛΟΓΙΑ». ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΟΣΗΡΟΥ ΚΑΙ ΑΠΑΤΗΛΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ

 

Μητροπολίτης Πειραιώς: «ΟΥΦΟΛΟΓΙΑ». ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΟΣΗΡΟΥ ΚΑΙ ΑΠΑΤΗΛΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ.



ΚΥΡΙΑΚΗ 24 ΜΑΪΟΥ 2026 ΤΩΝ 318 ΘΕΟΦΟΡΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Α΄ ΟΙΚ. ΣΥΝΟΔΟΥ (Ιω. ιζ΄ 1-13)) (Πρ. κ΄ 16-18,28-36)

 

   " Ο Λόγος του Θεού στον Λαό του Θεού".

Πίστεως θησαυρίσματα

        «Εφανέρωσά σου το όνομα τοις ανθρώποις ους δέδωκάς μοι εκ του κόσμου».                                            

 

   Για αιώνες ολόκληρους οι άνθρωποι τελούσαν υπό πλήρη άγνοια για τον αληθινό Θεό. Στην προσπάθειά τους να ικανοποιήσουν εσωτερικές αναζητήσεις, στρέφονταν στη λατρεία των ειδώλων, η οποία χαρακτηριζόταν σαφώς από την ματαιότητα. Κανένας άνθρωπος δεν μπορούσε να δώσει πληροφορίες για τον αληθινό Θεό. Όπως άλλωστε μάς πληροφορεί ο Ευαγγελιστής Ιωάννης «Θεόν ουδείς εώρακεν πώποτε». Έτσι ο αληθινός Θεός γίνεται άνθρωπος για να δώσει τη δυνατότητα της αυθεντικής θεογνωσίας.

  Ο Σαρκωθείς Υιός και Λόγος του Θεού, στην αρχιερατική του προσευχή, που έγινε, όπως είναι γνωστό. λίγο πριν από το Πάθος, αναφέρθηκε και στο έργο του για την αποκάλυψη του Θεού στους ανθρώπους. Είπε χαρακτηριστικά: «Πάτερ, εφανέρωσά σου το όνομα τοις ανθρώποις». Εδώ φαίνεται πως στο πρόσωπο του Χριστού αποκαλύπτεται ο Θεός και δίνει τη δυνατότητα στον άνθρωπο να τον πλησιάσει και να ενωθεί μαζί του.

 

Οι Απόστολοι

   Ο Κύριος κατά την επί γης παρουσία του όταν κήρυττε και θαυματουργούσε, είχε πάντοτε μαζί του τους μαθητές και αποστόλους του. Εκείνοι όταν κλήθηκαν από τον Ιησού «αφέντες άπαντα ηκολούθησαν αυτώ». Τους δόθηκε έτσι ευκαιρία να μυηθούν στο βάθος της διδασκαλίας και του έργου του. Σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις, όπως φανερώνει η γραφίδα των Ευαγγελιστών, έγιναν δέκτες μεγάλων αποκαλύψεων.

  Με αυτό τον τρόπο κατέστησαν ικανοί να κηρύξουν το Ευαγγέλιο και την αλήθεια του εις πάντα τα έθνη. Με αυτό τον τρόπο έγιναν συνεργοί του Θεού στην αναγγελία του θελήματός του, μεταβαίνοντας μάλιστα από τόπο σε τόπο και φθάνοντας στα πέρατα της οικουμένης. Ως εφόδια είχαν την στερεά πίστη τους, η οποία γινόταν μέσο για να διαδοθεί και να μεταλαμπαδευτεί το αναστάσιμο μήνυμα σ’ όλο τον κόσμο. Με τον τρόπο αυτό η αλήθεια κρατήθηκε ανόθευτη από τις πλάνες και τις επιδράσεις των αιρετικών διδασκαλιών.

 

Οι Πατέρες

   Για τη διάδοση του σημαντικού αυτού μηνύματος που τόσο ανόθευτα πρόσφεραν οι απόστολοι στον τότε κουρασμένο κόσμο, τη σκυτάλη πήραν αργότερα οι άγιοι και θεοφόροι Πατέρες, οι οποίοι αφού με τη ζωή και το έργο τους άφησαν τον εαυτό τους να γίνει δοχείο της θείας Χάριτος, διατράνωσαν με τους πολύμοχθους αγώνες τους το θαρραλέο αναστάσιμο μήνυμα του Ευαγγελίου και το διαφύλαξαν από τις πλάνες των αιρέσεων. Έτσι η Εκκλησία μας σήμερα «εβδόμη Κυριακή από του Πάσχα, την εν Νικαία πρώτην Οικουμενικήν Σύνοδον εορτάζει των τριακοσίων δέκα και οκτώ θεοφόρων Πατέρων”.

   Ήταν τότε που ο Άρειος με τις πλάνες του επεχείρησε να κτυπήσει την Εκκλησία, αμφισβητώντας τη Θεότητα του Κυρίου μας και τορπίλλιζε τη δυνατότητα του ανθρώπου να σωθεί. Οι 318 Πατέρες που τιμά σήμερα η Εκκλησία μας, πρωτοστάτησαν σε ένα αγώνα που κορυφώθηκε με τη σύγκληση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου στην Νίκαια της Βυθηνίας, προκειμένου η Ορθοδοξία μας να λάμπει σήμερα και να μας προσφέρει τις αστείρευτες πηγές της αλήθειας της. Δικαίως τιμήθηκε με τον πιο λαμπρό τρόπο η επέτειος της συμπλήρωσης των 1700 χρόνων από την διακήρυξη των αληθειών της και τη διασφάλιση ανόθευτης της ορθόδοξης πίστης μας.

   Αγαπητοί αδελφοί, η πίστη που μας παρέδωσε ο Κύριός μας αλλά και οι απόστολοι και οι πατέρες της Εκκλησίας μας, είναι ό,τι πιο πολύτιμο μπορούμε να έχουμε σαν πυξίδα στη ζωή μας. Έχουμε λοιπόν χρέος να ακολουθήσουμε τις δικές τους φωτεινές πυξίδες, οι οποίες μας φωτίζουν το δρόμο προς τις ευλογημένες κορυφογραμμές, όπου ο άνθρωπος μπορεί να γεύεται των αιωνίων καρπών της θεογνωσίας Αυτή την ευλογημένη πορεία ακολούθησε και ο Κυριακός ο εν Ευρύχου, ο οποίος καταλείπει με το άγιο παράδειγμά του παρακαταθήκες αιώνιες και αληθινές.

   Η αλήθεια της πίστεως μας είναι επομένως ο πιο πολύτιμος θησαυρός, τον οποίο επιβάλλεται να εγκολπωθούμε στη ζωή μας. Καλούμαστε σήμερα αδελφοί μου, να διαφυλάξουμε αλώβητο στην καρδιά μας το «πίστεως θησαύρισμα», που παραλάβαμε από τους πατέρες και τους αγίους μας, ως την πολυτιμότερη παρακαταθήκη στη ζωή μας.

Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Α΄ Οἰκουμ. Συνόδου – Εὐαγγελικὸ καί Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 24 Μαΐου 2026

 

Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 24 Μαΐου 2026, Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Α΄ Οἰκουμ. Συνόδου (Ἰωάν. ιζ΄ 1-13)

Ταῦτα ἐλάλησεν ὁ Ἰη­σοῦς, καὶ ἐπῆρε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐ­ρανὸν καὶ εἶπε· πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τὸν υἱόν, ἵνα καὶ ὁ υἱός σου δοξάσῃ σε, 2 καθὼς ἔδωκας αὐτῷ ἐξ­ουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον. 3 αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν. 4 ἐγώ σε ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς, τὸ ἔργον ἐτελείωσα ὃ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω· 5 καὶ νῦν δόξασόν με σύ, πάτερ, παρὰ σεαυτῷ τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοί. 6 Ἐφανέρωσά σου τὸ ὄνο­μα τοῖς ἀνθρώποις οὓς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου. σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας, καὶ τὸν λόγον σου τετηρήκασι. 

7 νῦν ἔγνωκαν ὅτι πάντα ὅσα δέδωκάς μοι παρὰ σοῦ ἐστιν· 8 ὅτι τὰ ρήματα ἃ δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, καὶ αὐτοὶ ἔλαβον, καὶ ἔγνωσαν ἀληθῶς ὅτι παρὰ σοῦ ἐξῆλ­θον, καὶ ἐπίστευσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας. 9 Ἐγὼ περὶ αὐτῶν ἐρωτῶ· οὐ περὶ τοῦ κόσμου ἐρωτῶ, ἀλλὰ περὶ ὧν δέδωκάς μοι, ὅτι σοί εἰσι, 10 καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστι καὶ τὰ σὰ ἐμά, καὶ δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς. 

11 καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ οὗτοι ἐν τῷ κόσμῳ εἰσί, καὶ ἐγὼ πρὸς σὲ ἔρχομαι. πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου ᾧ δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς. 12 ὅτε ἤμην μετ’ αὐτῶν ἐν τῷ κόσμῳ, ἐγὼ ἐτήρουν αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου· οὓς δέδωκάς μοι ἐφύλαξα, καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἀπώ­λε­το εἰ μὴ ὁ υἱὸς τῆς ἀπω­λεί­ας, ἵνα ἡ γραφὴ πληρω­θῇ. 13 νῦν δὲ πρὸς σὲ ἔρχομαι, καὶ ταῦτα λαλῶ ἐν τῷ κό­σμῳ ἵνα ἔχωσι τὴν χαρὰν τὴν ἐμὴν πεπληρωμένην ἐν αὐτοῖς.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

Αὐτά εἶπε ὁ Ἰησοῦς στούς μαθητές του κι ἔπειτα σήκωσε τά μάτια του στόν οὐρανό καί εἶπε: Πά­τερ, ἦλθε ἡ ὥρα πού ἡ σοφία σου ὅρισε γιά νά πάθω καί νά θυσιασθῶ. Δέξου τή θυσία τοῦ Πάθους μου καί δόξασε τόν Υἱό σου καί ὡς πρός τήν ἀνθρώπινη φύση του· γιά νά σέ δοξάσει καί ὁ Υἱός σου μέ τήν ἀπο­λύ­τρω­ση καί τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, ἡ ὁποία θά ὁλο­­­κληρωθεῖ μέ τή θυσία του αὐτή καί μέ τήν αἰώνια ἀρ­χι­­ε­­ρατική μεσιτεία του πού θά ἀκολουθήσει μετά ἀπ’ αὐτή. 2 Δόξασε τόν Υἱό σου σύμφωνα μέ τήν ἐξουσία πού τοῦ ἔδωσες πάνω σ’ ὅλη τήν ἀνθρωπότητα, γιά νά δώσει ζωή αἰώνια ὡς αἰώνιος ἀρχιερέας καθισμένος στά δεξιά σου σ’ ὅλο τό πλῆθος ἐκεῖνο πού τοῦ ἔδωσες καί οἱ ὁποῖοι πίστεψαν σ’ αὐτόν. 3 Αὐτή εἶναι ἡ αἰώνια ζωή, τό νά γνωρίζουν οἱ ἄν­θρωποι συ­νεχῶς ὅλο καί περισσότερο ἐσένα, τόν μό­­νο ἀληθινό Θεό, καί τόν Ἰησοῦ Χριστό, τόν ὁποῖο ἀπέ­στειλες στόν κόσμο, ἔχοντας ζωντανή ἐπικοινωνία μέ σένα καί ἀπο­­λαμ­βάνοντας τίς ἄπειρες τελειότητές σου. 4 Ἐγώ γνωστοποίησα τό ὄνομά σου στούς ἀνθρώ­πους καί ὑπάκουσα τελείως στό θέλημά σου, κι ἔτσι σέ δόξα­σα πάνω στή γῆ. Καί μέ τή θυσία μου, τήν ὁποία θά προ­σφέρω σέ λίγο πάνω στό σταυ­ρό, ὁλο­κλήρωσα τε­λεί­ως τό ἔργο πού μοῦ ἔδωσες νά ἐπι­τελέσω. 5 Καί τώρα πού ἡ ἐπίγεια ἀποστολή μου τελείωσε, ἀνά­δει­ξέ με μέ τήν Ἀνάσταση καί τήν Ἀνάληψή μου αἰώνιο ἀρχιερέα καί δόξασέ με καί ὡς ἄνθρωπο ἐσύ, Πάτερ, δίπλα σου, μέ τή δόξα πού εἶχα κοντά σου προτοῦ νά δη­μιουργηθεῖ ὁ κόσμος. 6 Φανέρωσα τό ὄνομά σου κι ἔκανα γνωστές τίς ἄπει­ρες τελειότητές σου στούς ἀνθρώπους πού ἀπέ­σπα­σες ἀπό τούς κόλπους τοῦ κόσμου καί τούς ἔδω­σες σέ μένα. Ἡ πρόθεσή τους ἦταν ἀγαθή καί γι’ αὐτό ἦταν δι­­κοί σου. Ἐσύ τούς ἔδωσες σέ μένα, κι αὐτοί τή­ρησαν τό λόγο σου, τόν ὁποῖο τούς ἀποκάλυψα.

 7 Τώρα ἔμαθαν τελειότερα καί πείσθηκαν ὅτι ἡ διδασκα­λία μου καί τά ἔργα μου καί ὅλα γενικότερα ὅσα μοῦ ἔδω­σες προέρχονται ἀπό σένα. 8 Καί ἀπόδειξη ὅτι ἔλαβαν τήν πληροφορία καί τή γνώση αὐτή εἶναι: ὅτι τούς λόγους πού μοῦ ἔδω­­σες γιά νά τούς ἀποκαλύψω στούς ἀνθρώπους, ἐγώ τούς παρέδωσα σ’ αὐτούς μέ τή δι­­­­δα­­­­σκαλία μου, καί αὐ­τοί τούς πα­­ρέ­­­­­­λαβαν καί τούς ἀποδέχθηκαν. Καί ἀπέ­κτη­σαν πράγματι τή βεβαιότητα καί τήν πεποίθηση ὅτι γεννήθηκα καί βγῆ­κα ἀπό τούς κόλπους σου, καί πίστεψαν ὅτι ἐσύ μέ ἀπέ­­­στει­λες στόν κόσμο. 9 Ἐγώ, πού τόσο ἐργάστηκα γιά νά τούς ὁδηγήσω στήν ἀληθινή αὐτή γνώση καί πίστη, σέ παρακαλῶ γι’ αὐ­τούς ὡς μέγας ἀρχιερέας καί μεσίτης. Δέν σέ πα­ρα­­κα­­λῶ τή στιγμή αὐτή γιά τόν κόσμο τῆς ἀπιστίας καί τῆς ἁμαρτίας, ἀλλά σέ παρακαλῶ γιά κείνους πού μοῦ ἔδω­­­­­σες· διότι, ἐνῶ μοῦ τούς ἔδωσες, δέν παύουν νά εἶ­­ναι δικοί σου. 10 Καί ὅλα ὅσα ἀνήκουν σέ μένα δικά σου εἶναι, ὅπως καί τά δικά σου εἶναι δικά μου. Κι αὐτοί λοιπόν δικοί σου ἦταν καί ἔγιναν δικοί μου· ἀλλά καί ὡς δικοί μου ἐξα­κολουθοῦν νά εἶναι δικοί σου. Κι ἐγώ ἔχω δοξασθεῖ ἀπό αὐτούς, διότι ἀναγνώρισαν τή θεϊκή μου φύση καί πίστεψαν σέ μένα.

 11 Ἐγώ βέβαια δέν θά εἶμαι πλέον στόν κόσμο, ὅπως μέχρι τώ­ρα, μέ τή σωματική μου παρουσία, γιά νά τούς ἐν­θαρ­­­­­ρύνω καί νά τούς ἐνισχύω μ’ αὐτή. Αὐτοί ὅμως θά εἶναι στόν κόσμο, διότι δέν ἐπιτέλεσαν ἀκόμη τήν ἀπο­­­στολή τους. Ἐγώ ἔρχομαι σέ σένα. Πάτερ ἅγιε, φύ­­­λαξέ τους μέ τήν πατρική σου προστασία καί δύνα­μη, τήν ὁποία ἔδωσες καί σέ μένα· ἔτσι ὥστε νά πα­ρα­­­μείνουν ἑνωμένοι μαζί μου καί μεταξύ τους καί νά εἶ­­­­­ναι μέ τήν ἀγάπη καί τήν ὁμοφροσύνη ἕνα πνευματικό σῶμα, ὅπως εἴμαστε ἕνα κι ἐμεῖς πού ἔχουμε τήν ἴδια οὐ­­­σία καί φύση. 12 Ὅταν ἤμουν μαζί τους στόν κόσμο, ἐγώ τούς φύλαγα μέ τήν πατρική καί ἰσχυρή προστασία σου. Αὐτούς πού μοῦ ἔδωσες τούς φύλαξα, καί κανείς ἀπ’ αὐτούς δέν χάθηκε παρά μόνο ὁ υἱός τῆς ἀπωλείας, ὁ προδότης Ἰούδας, ὁ ὁποῖος χάθηκε κι ἔτσι ἐκπληρώθηκαν καί ἐπαληθεύθηκαν οἱ προφητεῖες τῆς Ἁγίας Γραφῆς. 13 Τώρα ὅμως ἔρχομαι σέ σένα. Καί τά λέω αὐτά μπροστά τους, ἐνῶ βρίσκομαι ἀκό­μη στόν κόσμο αὐτόν, γιά νά τʼ ἀκούσουν κι αὐτοί, ὥστε, ἔχοντας τή βε­βαιότητα ὅτι ἐσύ πλέον θά τούς προστατεύεις, νά ἔχουν μέσα τους τέλεια τή χαρά πού αἰσθάνομαι τώρα κι ἐγώ διότι ἐπανέρχομαι κοντά σου.

Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 24 Μαΐου 2026, τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Α΄ Οἰκ. Συνόδου (Πράξ. κ΄ 16-18, 28-36)

16 ἔκρινε γὰρ ὁ Παῦλος παραπλεῦσαι τὴν Ἔφεσον, ὅπως μὴ γένηται αὐτῷ χρο­νοτριβῆσαι ἐν τῇ Ἀσίᾳ· ἔσπευδε γάρ, εἰ δυνατὸν ἦν αὐτῷ, τὴν ἡμέραν τῆς πεν­τηκοστῆς γενέσθαι εἰς Ἱεροσόλυμα. 17 Ἀπὸ δὲ τῆς Μιλήτου πέμ­ψας εἰς Ἔφεσον μετε­κα­λέ­­σατο τοὺς πρεσβυτέρους τῆς ἐκκλησίας. 18 ὡς δὲ παρεγένοντο πρὸς αὐτόν, εἶπεν αὐτοῖς· ὑμεῖς ἐπίστασθε, ἀπὸ πρώτης ἡμέρας ἀφ᾿ ἧς ἐπέβην εἰς τὴν Ἀσίαν, πῶς μεθ᾿ ὑμῶν τὸν πάντα χρόνον ἐγε­νόμην, 

28 προσέχετε οὖν ἑαυτοῖς καὶ παντὶ τῷ ποιμνίῳ ἐν ᾧ ὑμᾶς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἔθετο ἐπισκόπους, ποιμαίνειν τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ, ἣν περιεποιή­σατο διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος. 29 ἐγὼ γὰρ οἶδα τοῦτο, ὅτι εἰσελεύσονται μετὰ τὴν ἄφιξίν μου λύκοι βαρεῖς εἰς ὑμᾶς μὴ φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου· 30 καὶ ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀ­­­­­να­­­­­­­­στήσονται ἄνδρες λα­λοῦντες διεστραμμένα τοῦ ἀποσπᾶν τοὺς μαθητὰς ὀ­­πί­σω αὐτῶν. 31 διὸ γρηγορεῖτε, μνημονεύοντες ὅτι τριετίαν νύκτα καὶ ἡμέραν οὐκ ἐπαυσάμην μετὰ δακρύων νουθετῶν ἕνα ἕκαστον. 32 καὶ τὰ νῦν παρατίθεμαι ὑμᾶς, ἀδελφοί, τῷ Θεῷ καὶ τῷ λόγῳ τῆς χάριτος αὐτοῦ τῷ δυναμένῳ ἐποικοδομῆσαι καὶ δοῦναι ὑμῖν κληρονομίαν ἐν τοῖς ἡγιασμένοις πᾶσιν. 33 ἀργυρίου ἢ χρυσίου ἢ ἱματισμοῦ οὐδενὸς ἐπεθύ­μησα· 34 αὐτοὶ γινώσκετε ὅτι ταῖς χρείαις μου καὶ τοῖς οὖσι μετ᾿ ἐμοῦ ὑπηρέτησαν αἱ χεῖρες αὗται. 35 πάντα ὑπέδειξα ὑμῖν ὅτι οὕτω κοπιῶντας δεῖ ἀν­τι­λαμβάνεσθαι τῶν ἀσθε­νούντων, μνημονεύειν τε τὸν λόγον τοῦ Κυρίου Ἰη­σοῦ, ὅτι αὐτὸς εἶπε· μακάριόν ἐστι μᾶλλον διδόναι ἢ λαμβάνειν. 36 καὶ ταῦτα εἰπών, θεὶς τὰ γόνατα αὐτοῦ σὺν πᾶσιν αὐτοῖς προσηύξατο.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

16 Πλεύσαμε κατευθείαν στή Μίλητο, διότι ὁ Παῦ­λος ἀπο­­φά­σισε νά παρακάμψει μέ τό πλοῖο τήν Ἔφεσο καί νά μήν ἀποβιβασθεῖ σ’ αὐτήν, γιά νά μήν τοῦ συμβεῖ ν’ ἀργοπορήσει στήν Ἀσία. Διότι βιαζόταν νά εἶναι στά Ἱεροσόλυμα, ἐάν τοῦ ἦταν δυνατό, τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. 17 Ἀπό τή Μίλητο λοιπόν ἔστειλε ἀνθρώπους στήν Ἔφεσο καί κάλεσε τούς πρεσβυτέρους τῆς Ἐκκλησίας νά ἔλθουν νά τόν συναντήσουν. 18 Κι ὅταν ἦλθαν κοντά του, τούς εἶπε: Ἐσεῖς γνωρίζετε καλά πῶς συμπεριφέρθηκα ἀπέναντί σας ὅλο τό χρονικό διάστημα τῆς ἐδῶ παραμονῆς μου ἀπό τήν πρώ­τη μέρα πού πάτησα τό πόδι μου στήν Ἀσία.

28 Προσέχετε λοιπόν τόν ἑαυτό σας, πῶς θά συμ­πε­ριφέρεσθε καί τί θά διδάσκετε. Προσέχετε καί ὅλο τό πνευματικό σας ποίμνιο, στό ὁποῖο τό Ἅγιον Πνεῦ­μα σᾶς τοποθέτησε ἐπισκόπους γιά νά ποιμαίνετε τήν Ἐκ­κλησία τοῦ Θεοῦ, τήν ὁποία ὁ Κύριος ἔσωσε καί κατέστησε κτῆμα του μέ τό δικό του αἷμα. 29 Προσέχετε, διότι ἐγώ τό γνωρίζω, μετά τήν ἀναχώ­ρη­σή μου θά εἰσβάλουν ἀνάμεσά σας ψευδοδιδάσκα­λοι καί πλάνοι σάν ἄγριοι καί σκληροί λύκοι πού θά διαρπάζουν ἀλύπητα τό ποίμνιο βλά­πτο­ντας καί ἀφα­νί­­ζοντας τίς ψυχές τῶν λογικῶν προβά­των. 30 Ἀκόμη κι ἀπό σᾶς τούς ἴδιους θά ἐμφανιστοῦν ἄν­θρω­­ποι πού θά διδάσκουν διδασκαλίες οἱ ὁποῖες θά δια­­στρέφουν τήν ἀλήθεια, γιά νά ἀποσποῦν τούς μα­θη­τές ἀπό τόν εὐθύ δρόμο τῆς ἀλήθειας, νά τούς παρα­σύρουν πίσω τους καί νά τούς κάνουν ὀπαδούς τους. 31 Γι’ αὐτό νά προσέχετε καί νά εἶστε ἄγρυπνοι, ἔ­χο­ντας ὡς παράδειγμα ἐμένα· καί νά θυμάστε ὅτι γιά μιά τριετία συνεχῶς νύχτα καί μέρα δέν σταμάτη­σα νά νουθετῶ μέ δάκρυα τόν καθένα σας ξεχωριστά. 32 Καί τώρα σᾶς ἐμπιστεύομαι, ἀδελφοί, στό Θεό καί στό λόγο πού ἡ χάρη του μᾶς ἀποκάλυψε. Αὐτός ὁ λόγος του θά σᾶς προφυλάξει ἀπό κάθε πλάνη καί διαστροφή. Σᾶς ἐμπιστεύομαι στό Θεό, ὁ ὁποῖος μπορεῖ νά συνεχίσει τήν οἰκοδομή σας καί νά σᾶς δώσει κληρο­νο­μιά τόν οὐρανό μαζί μέ ὅλους αὐτούς πού προόδευσαν στόν ἁγιασμό πού τούς χάρισε ὁ Ἰησοῦς Χριστός. 33 Ἀσήμι ἤ χρυσάφι ἤ ρουχισμό, τίποτε ἀπό αὐτά δέν ἐπιθύμησα. 34 Ἐσεῖς οἱ ἴδιοι γνωρίζετε ὅτι γιά τίς ἀνάγκες τίς δικές μου καί γιά τίς ἀνάγκες ἐκείνων πού ἦταν μαζί μου ὑπη­ρέ­τησαν τά ροζιασμένα αὐτά χέρια. 35 Μέ κάθε τρόπο σᾶς ἔδωσα τό παράδειγμα ὅτι πρέπει νά ἐργάζεσθε ἔτσι σκληρά γιά νά προλαβαίνετε κά­θε σκαν­­­­­δα­λισμό τῶν ἀδύναμων ἀδελφῶν, καί νά τούς βο­η­­θᾶτε νά γίνουν δυνατοί πνευματικά. Ἀλλά καί νά θυ­­­μά­­­­­­­­­­στε τά λόγια τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, πού εἶχε πεῖ: Εἶναι καλύτερο νά δίνει κανείς παρά νά παίρ­νει, ἀκόμη καί ὅταν δικαιοῦται νά πάρει. Αὐτό καθιστᾶ τόν ἄν­­θρωπο περισσότερο εὐτυχή. 36 Κι ἀφοῦ τά εἶπε αὐτά, γονάτισε καί προσευχήθηκε μαζί μέ ὅλους αὐτούς.



Σάββατο 16 Μαΐου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ 17 ΜΑΪΟΥ 2026 ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ (Ιω. θ΄ 1-38) (Πρ. ιστ΄16-34)

 '

'' Ο Λόγος του Θεού στον Λαό του Θεού"

Το φως της ζωής

«Ενίψατο, και ήλθε βλέπων»

 Γεννήθηκε η ταλαιπωρημένη εκείνη ύπαρξη χωρίς να απολαμβάνει το θείο δώρο της όρασης. Άκουε μόνο για τις ομορφιές της φύσεως και η δοκιμασία του ήταν μεγαλύτερη γιατί αδυνατούσε να έχει και θέαση εικόνων και πραγμάτων. Δεν μπορούσε να κοιτάξει ούτε το διπλανό του και η ζωή του ήταν ανυπόφορη, βυθισμένη στην κυριολεξία στο σκοτάδι και στην δυστυχία.

  Ο άνθρωπος αυτός, βέβαια, βίωνε οδυνηρά τη στέρηση της σωματικής όρασης. Πολύ όμως πιο τραγική ήταν σίγουρα η θέση των Φαρισαίων, οι οποίοι ήταν βυθισμένοι στο πνευματικό σκοτάδι, στο εφιαλτικό έρεβος της υποκρισίας τους. Είχαν ερμητικά κλειστά τα μάτια της ψυχής τους. Στην περίπτωσή τους ίσχυε ο λόγος του Ευαγγελιστή Ιωάννη, ο οποίος διαπιστώνει: «Το φως ελήλυθεν εις τον κόσμον, και ηγάπησαν μάλλον οι άνθρωποι το σκότος ή το φως».

Έβλεπε ψυχικά

  Με την απουσία της σωματικής του όρασης ο τυφλός δεν μπορούσε να έχει αντίληψη των πραγμάτων. Ωστόσο, εκείνο που τελικά αποδείχθηκε στην πράξη ήταν ότι το φως των ματιών της ψυχής του τον βοηθούσε να κατανοεί βαθύτερα πραγματικότητες της ζωής. Αυτό συνέτεινε στο να κατανοήσει ότι αυτός που τον θεράπευσε δεν ήταν κάποιος θαυματοποιός. Ήταν «προφήτης». Πίστευε για τον Κύριο που τον θεράπευσε ότι ήταν «θεοσεβής». Ότι «πράττει το θέλημα του Θεού» και ότι «αν δεν ήταν απεσταλμένος από τον Θεό, δεν θα μπορούσε να κάνει απολύτως τίποτε, ούτε θαύματα ούτε οποιοδήποτε καλό».

Οι υγιείς…τυφλοί

   Οι κατά τα άλλα υγιείς Φαρισαίοι, συλλαμβάνονταν σχεδόν κατά κανόνα να κρατούν ερμητικά κλειστά τα μάτια της ψυχής τους. Οι όχι αγαθές προθέσεις και διαθέσεις τους, τούς άφηναν να προσπερνούν αδιάφορα μπροστά στην αλήθεια και το αγαθό.            Δυστυχώς και στις δικές μας μέρες είναι πολλοί εκείνοι που αρνούνται επίμονα να δεχθούν την αλήθεια της Εκκλησίας και κλείνονται στο εγώ τους. Δεν διαθέτουν την όραση της ψυχής για να αντικρίσουν την αλήθεια.

   Έρχεται και σήμερα ο Χριστός για να μάς απαλλάξει από την «τυφλότητα» μας. Την παθογένεια που μάς προσβάλλει και δεν μας επιτρέπει να βλέπουμε καθαρά τις εικόνες της ζωής και της αλήθειας της.

    Ωστόσο, μάς αφήνει αδιάφορους η παρουσία του. Προτιμούμε να ζούμε στο σκοτάδι και να αρνούμαστε το αληθινό φως. Το λυτρωτικό του έργο δεν άγγιζε μόνο τους ανθρώπους μιας εποχής, αλλά επεκτείνεται στους αιώνες και το φως του καταυγάζει όλους και όλα. Αρκεί να το δεχθούμε στη ζωή μας και να του προσφέρουμε κατάλυμα στην καρδιά μας.

Αγαπητοί αδελφοί, ο τυφλός πίστεψε στον Χριστό και ομολόγησε την Θεότητά του. Άφησε ανοικτή την ύπαρξή του για να δεχθεί τις ευεργετικές του ενέργειες και να βρει το φως του. Η σωματική τυφλότητα αφήνει κάποιους συνανθρώπους μας να έχουν τη δική τους δοκιμασία στη ζωή. Τα συμπτώματα όμως της ψυχικής τύφλωσης είναι πολύ πιο φοβερά, γιατί δεν αφήνουν τον άνθρωπο να δεχθεί μέσα του την χαρά της αληθινής ζωής. 

   Τον σπρώχνουν να ασφυκτιά στις αναθυμιάσεις του θανάτου. Είναι χαρακτηριστικό αυτό που έλεγε στους ψαλμούς του ο Δαβίδ: «Κύριε, φώτισον τους οφθαλμούς μου μήποτε υπνώσω εις θάνατον». Η εμπιστοσύνη στην αγάπη του Χριστού ανοίγει φωτεινούς ορίζοντες στη ζωή μας. Ισχυρό παράδειγμα οι πέντε άγιοι ιεράρχες Χύτρων, τη σύναξη των οποίων τιμά σήμερα η Εκκλησία μας. 

   Οι αγιασμένες υπάρξεις τους ακτινοβολούν στο Ορθόδοξο χριστιανικό στερέωμα. Ας εμπιστευθούμε, λοιπόν, τον εαυτό μας στις αγκάλες του Χριστού, ώστε να πορευόμαστε μέσα από την ακτινοβολία του φωτός της θείας παρουσίας του. Γένοιτο.

Χριστάκης Ευσταθίου, θεολόγος

Κυριακὴ τoῦ Τυφλοῦ – Εὐαγγελικὸ καί Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 17 Μαΐου 2026

 

Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 17 Μαΐου 2026, Κυριακὴ τoῦ Τυφλοῦ (Ἰωάν. θ΄ 1-38)

Καὶ παράγων εἶδεν ἄν­θρω­πον τυφλὸν ἐκ γε­νε­τῆς. 2 καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· ραβ­βί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ; 3 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γο­νεῖς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἵνα φανε­ρωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θε­οῦ ἐν αὐτῷ. 4 ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι. 5 ὅταν ἐν τῷ κόσμῳ ὦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου. 6 ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσε χα­-μαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέ­χρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ 7 καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. ἀπῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων.

 

 8 Οἱ οὖν γείτονες καὶ οἱ θεωροῦντες αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι τυφλὸς ἦν, ἔλεγον· οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ προσαιτῶν; 9 ἄλλοι ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν· ἄλλοι δὲ ὅτι ὅμοιος αὐτῷ ἐστιν. ἐκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ἐγώ εἰμι. 10 ἔλεγον οὖν αὐτῷ· πῶς ἀνεῴχθησάν σου οἱ ὀφθαλ­μοί; 11 ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶ­πεν· ἄνθρωπος λεγόμενος Ἰησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλ­μοὺς καὶ εἶπέ μοι· ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι· ἀπελ­θὼν δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλε­ψα. 12 εἶπον οὖν αὐτῷ· ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος; λέγει· οὐκ οἶ­δα. 13 Ἄγουσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς Φαρισαίους, τόν ποτε τυφλόν. 14 ἦν δὲ σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς.

 

 

 15 πάλιν οὖν ἠρώτων αὐ­τὸν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πῶς ἀνέβλεψεν. ὁ δὲ εἶπεν αὐ­τοῖς· πηλὸν ἐπέθηκέ μου ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ἐνιψάμην, καὶ βλέπω. 16 ἔλεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές· οὗτος ὁ ἄν­θρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ. ἄλλοι ἔλεγον· πῶς δύ­­­­­­­­­­­­­­­­­­ναται ἄνθρωπος ἁ­μαρ­­τωλὸς τοιαῦτα σημεῖα ποι­­εῖν; καὶ σχίσμα ἦν ἐν αὐ­τοῖς. 17 λέγουσι τῷ τυφλῷ πάλιν· σὺ τί λέγεις περὶ αὐ­τοῦ, ὅτι ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; ὁ δὲ εἶπεν ὅτι προφήτης ἐστίν. 18 οὐκ ἐπίστευσαν οὖν οἱ Ἰουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι τυφλὸς ἦν καὶ ἀνέβλεψεν, ἕως ὅτου ἐφώνησαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέ­ψαντος 19 καὶ ἠρώτησαν αὐτοὺς λέγοντες· οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ὑμῶν, ὃν ὑμεῖς λέγετε ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη; πῶς οὖν ἄρτι βλέπει; 20 ἀπεκρίθησαν δὲ αὐτοῖς οἱ γονεῖς αὐτοῦ καὶ εἶπον· οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ἡμῶν καὶ ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη· 21 πῶς δὲ νῦν βλέπει οὐκ οἴδαμεν, ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμεῖς οὐκ οἴδαμεν· αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε, αὐτὸς περὶ ἑαυτοῦ λαλήσει. 22 ταῦτα εἶπον οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς Ἰουδαίους· ἤδη γὰρ συν­ετέθειντο οἱ Ἰουδαῖοι ἵνα, ἐάν τις αὐτὸν ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γέ­νη­ται. 23 διὰ τοῦτο οἱ γονεῖς αὐ­-τοῦ εἶπον ὅτι ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε. 24 ἐφώνησαν οὖν ἐκ δευτέρου τὸν ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλός, καὶ εἶπον αὐτῷ· δὸς δόξαν τῷ Θεῷ· ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν. 25 ἀπεκρίθη οὖν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· εἰ ἁμαρτωλός ἐστιν οὐκ οἶδα· ἓν οἶδα, ὅτι τυφλὸς ὢν ἄρτι βλέπω. 26 εἶπον δὲ αὐτῷ πάλιν· τί ἐποίησέ σοι; πῶς ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; 27 ἀπεκρίθη αὐτοῖς· εἶπον ὑμῖν ἤδη, καὶ οὐκ ἠκούσα­τε· τί πάλιν θέλετε ἀκούειν; μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε αὐτοῦ μαθηταὶ γενέσθαι; 28 ἐλοιδόρησαν αὐτὸν καὶ εἶπον· σὺ εἶ μαθητὴς ἐκεί­νου· ἡμεῖς δὲ τοῦ Μωϋ­σέως ἐσμὲν μαθηταί. 29 ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωϋ­σεῖ λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦ­τον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν. 30 ἀπεκρίθη ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἐν γὰρ τούτῳ θαυμαστόν ἐστιν, ὅ­τι ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστί, καὶ ἀνέῳξέ μου τοὺς ὀφθαλμούς. 31 οἴδαμεν δὲ ὅτι ἁμαρτω­λῶν ὁ Θεὸς οὐκ ἀκούει, ἀλλ’ ἐάν τις θεοσεβὴς ᾖ καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιῇ, τούτου ἀκούει. 32 ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκού­σθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλ­μοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου.

 33 εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν. 34 ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· ἐν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεν­νήθης ὅλος, καὶ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς; καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω. 35 Ἤκουσεν ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω, καὶ εὑ­ρὼν αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· σὺ πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ; 36 ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶ-πε· καὶ τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν; 37 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λα­λῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν. 38 ὁ δὲ ἔφη· πιστεύω, Κύριε· καὶ προσεκύνησεν αὐ­τῷ.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

Καθώς ὁ Ἰησοῦς περνοῦσε ἀπό τό κέντρο τῆς πόλε­ως, εἶδε ἕναν ἄνθρωπο πού εἶχε γεννηθεῖ τυφλός. 2 Τότε οἱ μαθητές του τόν ρώτησαν: Διδάσκαλε, ποιός ἁμάρτησε γιά νά γεννηθεῖ ὁ ἄν­θρω­­πος αὐτός τυφλός; Ἁμάρ­τησε ὁ ἴδιος, ὅταν ἦταν ἀκόμη μέσα στήν κοι­λιά τῆς μητέρας του, ἤ ἁμάρ­τησαν οἱ γονεῖς του καί τιμω­ρεῖ­ται αὐτός γιά τίς ἁμαρτίες τους; 3 Κι ὁ Ἰησοῦς τούς ἀπάντησε: Οὔτε αὐτός ἁμάρτησε, οὔτε οἱ γονεῖς του. Ἀλλά γεννήθηκε τυφλός γιά νά φα­­νε­­­ρω­θοῦν μέ τήν ὑπερφυσική θεραπεία τῶν ματιῶν του τά ἔργα πού ἐπιτελεῖ ἡ δύναμη καί ἡ ἀγα­θό­­τητα τοῦ Θε­οῦ. 4 Ἐγώ, ὅσο ζῶ στή ζωή αὐτή, πρέπει νά ἐρ­γά­ζομαι γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου τά ἔργα τοῦ Θεοῦ, πού μέ ἔστειλε στόν κόσμο. Ἔρχεται ὅμως ἡ μέλλουσα ζω­ή, καί ὅπως στή διάρκεια τῆς νύχτας στα­μα­­­τοῦν τά ἔρ­­γα τους οἱ ἄνθρωποι, ἔτσι καί τότε κα­νείς πιά δέν θά μπορεῖ νά ἐργάζεται γιά νά ὁλο­κληρώσει τήν ἀπο­­­στο­­λή του. Δέν πρέπει λοιπόν οὔτε στιγ­­μή νά χά­νω.

 

 5 Ἐφόσον εἶμαι στόν κόσμο, εἶμαι φῶς τοῦ κόσμου μέ τή διδασκαλία καί τά θαύματά μου. 6 Κι ἀφοῦ εἶπε αὐτά, ἔφτυσε κάτω καί ἔκανε πηλό, καί ἔχρισε μ’ αὐτόν τά μάτια τοῦ τυφλοῦ. 7 Καί δοκιμάζοντας τήν πίστη τοῦ τυφλοῦ τοῦ εἶπε: Πήγαινε, νίψου στή στέρνα τοῦ Σιλωάμ, ὄνομα ἑβραϊκό πού μεταφράζεται «ἀπεσταλμένος». Ὕστερα λοιπόν ἀπό τήν ἐντολή αὐτή τοῦ Ἰησοῦ πῆγε ὁ τυφλός ἐκεῖ καί νίφτη­κε, καί ἦλθε στό σπίτι του μέ μάτια ὑγιή. 8 Τότε οἱ γείτονες κι ὅσοι τόν ἔβλεπαν προηγουμένως ὅτι ἦταν τυφλός, ἔλεγαν: Δέν εἶναι αὐτός πού κα­­θόταν καί ζητοῦσε ἀπό τούς διαβάτες ἐλεημοσύνη; 9 Μερικοί ἔλεγαν: Αὐτός εἶναι. Ἄλλοι ὅμως ἔλεγαν ὅτι δέν εἶναι αὐτός, ἀλλά κάποιος ἄλλος πού τοῦ μοιάζει. Ὁ ἴδιος ἔλεγε ὅτι ἐγώ εἶμαι ὁ τυφλός πού παλιότε­­ρα ζητοῦσα ἐλεημοσύνη. 10 Μετά λοιπόν ἀπό τή βεβαίωση αὐτή τοῦ τυφλοῦ τόν ρώ­τησαν ἐκεῖνοι: Πῶς θεραπεύθηκαν τά μάτια σου; 11 Κι ἐκεῖνος τούς ἀπάντησε: Ἕνας ἄνθρωπος πού ὀνο­­­μάζεται Ἰησοῦς ἔκανε πηλό καί μοῦ ἄλειψε μ’ αὐτόν τά μάτια καί μοῦ εἶπε: Πήγαινε στήν κολυμβήθρα τοῦ Σι­λωάμ καί νίψου. Πῆγα λοιπόν ἐκεῖ καί νίφτηκα, καί βρῆ­κα τό φῶς μου. 12 Μετά ἀπό τήν πληροφορία αὐτή τοῦ τυφλοῦ πού εἶχε θεραπευθεῖ τοῦ εἶπαν οἱ Ἰουδαῖοι: Ποῦ εἶναι ἐκεῖ­νος; Δέν ξέρω, τούς ἀπάντησε. 13 Τόν ὁδήγησαν τότε στούς Φαρισαίους, αὐτόν πού ἦταν κάποτε τυφλός καί εἶχε ἤδη θεραπευθεῖ ὁριστικά. 14 Ἡ ἡμέρα μάλιστα πού ἔφτιαξε ὁ Ἰησοῦς τόν πηλό καί τοῦ ἄνοιξε τά μάτια ἦταν Σάββατο.

 

 15 Ὅταν λοιπόν τόν ὁδήγησαν στούς Φαρισαίους, ἄρ­χι­­σαν κι αὐτοί νά τόν ἀνακρίνουν καί νά τόν ρωτοῦν πά­­λι πῶς θεραπεύθηκε καί βρῆκε τό φῶς του. Κι ἐκεῖ­­­­νος τούς εἶπε: Αὐτός πού μέ θεράπευσε μοῦ ἔβαλε πη­­­λό πάνω στά μάτια μου καί μετά ἐγώ πλύθηκα καί βλέ­­­­­πω. 16 Μερικοί ἀπό τούς Φαρισαίους ἔλεγαν: Αὐ­τός ὁ ἄν­θρω­πος δέν μπορεῖ νά εἶναι σταλμένος ἀπό τόν Θεό, διότι δέν τηρεῖ τήν ἀργία τοῦ Σαββάτου. Ἄλλοι ἔλεγαν: Πῶς εἶ­ναι δυνατόν ἕνας ἄνθρωπος ἁμαρτωλός νά κάνει τέτοια ἀποδεικτικά καί σημαδιακά θαύματα; Καί δια­φω­νοῦ­σαν μεταξύ τους. 17 Κι ἐπειδή ἡ διαφωνία τους συνεχιζόταν, ἄρχισαν πάλι νά ἐξετάζουν τόν τυφλό, καί τόν ρώτησαν: Ἐσύ τί λές γιά τόν ἄνθρωπο αὐτό; Πρέπει νά ἀκουστεῖ καί ἡ δι­κή σου γνώμη· διότι τά δικά σου μάτια θεράπευσε ἐκεῖ­νος κι ἐσύ περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλον γνωρίζεις τά περι­στατικά τῆς θεραπείας σου. Κι αὐτός τούς ἀπά­ντη­­σε: Ἐγώ λέω ὅτι εἶναι προφήτης. 18 Μετά λοιπόν ἀπό τόν χαρακτηρισμό αὐτό πού ἔδωσε γιά τόν Ἰησοῦ ὁ τυφ­λός πού θεραπεύθηκε, οἱ Ἰουδαῖοι δυ­σαρεστήθηκαν. Δέν ἐννοοῦσαν νά πιστέψουν ὅτι αὐ­τός ἦταν τυφλός καί ἀπέκτησε πραγ­ματικά τό φῶς του· ὥσπου ἀποφάσισαν νά καλέσουν τούς γονεῖς τοῦ ἀν­θρώ­που αὐτοῦ πού ἀπέκτησε τό φῶς του. 19 Καί τούς ρώτησαν: Αὐτός εἶναι ὁ γιός σας, πού ἐπι­μέ­­νετε νά βεβαιώνετε ὅτι γεννήθηκε τυφλός; Πῶς λοιπόν, ἀφοῦ γεννήθηκε τυφλός, τώρα βλέπει; 20 Οἱ γονεῖς του τότε τούς ἀποκρίθηκαν: Γνωρίζουμε κα­­λά ὅτι αὐτός εἶναι ὁ γιός μας καί ὅτι γεννήθηκε τυφλός. 21 Πῶς ὅμως τώρα βλέπει δέν ξέρουμε. Ἤ ποιός τοῦ θεράπευσε καί τοῦ ἄνοιξε τά μάτια, ἐμεῖς δέν ξέρουμε. Αὐτός δέν εἶναι μικρό παιδί, ἔχει ὥριμη ἡλικία, καί συ­νε­πῶς ἀντιλήφθηκε πῶς καί ἀπό ποιόν ἔγινε ἡ θεραπεία του. Αὐτόν λοιπόν ρω­τῆ­στε, αὐτός μπορεῖ νά μιλήσει γιά τόν ἑαυτό του καί θά σᾶς πεῖ τί τοῦ συνέβη. 22 Καί μίλησαν μέ τόν τρόπο αὐτό οἱ γονεῖς τοῦ τυ­φλοῦ, ἐπειδή φοβοῦνταν τούς Ἰουδαίους ἄρχοντες. Δι­ό­­τι αὐτοί πρίν ἀπό πολύ καιρό εἶ­­­χαν συμ­φω­νήσει νά ἀποκηρυχθεῖ, νά ἀφορισθεῖ καί νά ἀπο­δι­ωχθεῖ ἀπό τή συναγωγή ὅποιος θά τολμοῦσε νά ὁμο­λο­γήσει ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Μεσσίας. 23 Ἐπειδή λοιπόν φοβοῦνταν οἱ γονεῖς του μήπως ἀπο­δι­ωχθοῦν κι αὐτοί ἀπό τή συναγωγή, γι’ αὐτό εἶ­παν ὅτι ἔχει ὥριμη ἡλικία ὁ γιός μας, αὐτόν ρωτῆστε. 24 Ἀφοῦ λοιπόν οἱ Ἰουδαῖοι δέν μπόρεσαν νά πλη­ρο­φο­­­ρηθοῦν τίποτε ἀπό τούς γονεῖς τοῦ τυφλοῦ γιά νά δι­­­α­­­­­ψεύσουν τή θεραπεία του ἤ γιά νά κατακρίνουν τόν Ἰησοῦ, κάλεσαν γιά δεύτερη φορά τόν ἄνθρωπο πού ἦταν τυφλός καί τοῦ εἶπαν: Δόξασε τόν Θεό ὁμο­­­­­­­­­­­λο­γώντας ὅτι πλανήθηκες καί ἀναγνωρίζοντας τήν ἀλή­­­­­­­­­­­θεια γι’ αὐτόν πού σέ θεράπευσε. Ἐμεῖς λόγῳ τῆς θέ­­­­σεως καί τοῦ ἀξιώματός μας ξέρουμε καλά ὅτι ὁ ἄν­θρω­­­­­­­­­­­­πος αὐτός πού καταλύει τήν ἀργία τοῦ Σαβ­βά­του εἶ­­­­ναι ἁμαρτωλός. 25 Ἐκεῖνος τότε τούς ἀπάντησε: Ἐάν ὁ ἄν­θρωπος αὐ­τός εἶναι ἁμαρτωλός δέν τό ξέρω, καί γι’ αὐτό ἀπο­φεύ­γω νά ἐκ­φράσω γνώμη γι’ αὐτό. Ξέρω ὅμως καλά ἕνα πράγμα, ὅτι δηλαδή ἐνῶ λίγο πιό πρίν ἤμουν τυφλός, τώ­ρα βλέ­πω. 26 Ἐπειδή ὅμως ἡ νέα αὐτή βεβαίωση τοῦ πρώην τυ­φλοῦ δέν τούς ἄρεσε, τοῦ εἶπαν πά­λι: Τί σοῦ ἔκανε; Πῶς σέ θεράπευσε καί πῶς σοῦ ἄνοιξε τά μάτια; 27 Μόλις πρίν ἀπό λίγο σᾶς τό εἶπα, τούς ἀπάντησε, καί δέν θελήσατε νά προσέξετε καί νά παραδε­χθεῖ­τε ὅ,τι σᾶς εἶπα. Γιατί τώρα θέλετε νά ἀκούσετε πάλι τά ἴδι­­α; Μήπως θέλετε κι ἐσεῖς νά γίνετε μαθητές του; 28 Τότε τοῦ μίλησαν ὑβριστικά καί περιφρονητι­κά καί τοῦ εἶπαν: Ἐσύ εἶσαι μαθητής ἐκείνου. Ἐμεῖς ὅμως εἴμα­στε μαθητές τοῦ Μωυσῆ. 29 Ἐμεῖς, πού εἴμαστε σπουδασμένοι καί ἀναγνω­ρι­σμέ­­νοι ἄρχοντες τοῦ ἔθνους, ξέρουμε ὅτι ὁ Θεός ἔχει μιλήσει στό Μωυσῆ καί σέ κανέναν ἄλλον. Αὐτός μᾶς εἶναι ἄγνωστος καί δέν ξέρουμε ἀπό ποῦ εἶναι καί ἀπό ποῦ στάλθηκε. 30 Τότε αὐτός τούς ἀπάντησε: Ἀλλά αὐτό ἀκριβῶς τό γεγονός προκαλεῖ θαυμασμό καί ἔκ­πλη­ξη! Ὅτι δηλαδή ἐσεῖς δέν ξέρετε τόν ἄνθρωπο αὐτό ἐάν ἔχει σταλεῖ ἀπό τόν Θεό καί ἀπό ποῦ εἶναι, καί ὅμως αὐτός ὁ ἄγνωστος σέ σᾶς μοῦ ἄνοιξε τά μάτια. 31 Εἶναι ὅμως γνωστό καί τό ξέρουμε ὅλοι ὅτι ὁ Θεός δέν ἀκούει τούς ἁμαρτωλούς. Ἀλλά ἐάν κάποιος σέβεται τόν Θεό καί ἐφαρμόζει τό θέλημά του, αὐτόν ὁ Θεός τόν ἀκούει. 32 Ἀπό τότε πού ἔγινε ὁ κόσμος δέν ἀκούστηκε ποτέ νά ἔχει θεραπεύσει κανείς μάτια ἀνθρώπου πού νά ἔχει γεννη­θεῖ τυφλός. Πρώτη φορά ἔγινε τέτοιο θαῦμα, καί αὐτός πού τό ἔκανε πρέπει νά ἔχει θεϊκή ἀποστολή. 33 Ἐάν ὁ ἄνθρωπος αὐτός δέν ἦταν ἀπεσταλμένος ἀπό τόν Θεό, δέν θά μποροῦσε νά κάνει τίποτε, οὔτε τό παραμικρό θαῦμα. 34 Τοῦ ἀποκρίθηκαν τότε ἐκεῖνοι: Ἐσύ γεννήθηκες βουτηγμένος ὁλόκληρος στήν ἁμαρτία, ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπό τήν τύφλωση πού εἶχες ἀπ’ τήν κοιλιά τῆς μητέρας σου. Καί σύ ὁ ἄθλιος καί ἁμαρτωλός κάνεις τό δάσκαλο σέ μᾶς, πού εἴμαστε οἱ πιό σπουδαγμένοι ἀπ’ ὅλους τούς Ἰουδαίους; Καί τόν πέταξαν ἔξω ἀπ’ τόν τόπο πού συ­­νεδρί­α­­­­­­ζαν, σκοπεύοντας νά τόν ἀφορίσουν καί νά τοῦ ἀπα­γο­­­ρεύσουν νά συμμετέχει πλέον στίς λατρευτικές τελετές τοῦ ναοῦ. 35 Στό μεταξύ ἄκουσε ὁ Ἰησοῦς ὅτι τόν πέταξαν ἔξω γιά τήν παρρησία μέ τήν ὁποία διεκήρυττε τήν ἀλήθεια, καί ἀφοῦ τόν βρῆκε, τοῦ εἶπε: Ἐσύ, ἀντίθετα μέ τούς ἄπι­­στους Ἰουδαίους, πιστεύεις στόν Υἱό τοῦ Θεοῦ;

 36 Κι ἐκεῖνος τοῦ ἀποκρίθηκε: Καί ποιός εἶναι αὐτός, Κύριε, γιά νά τόν πιστέψω; 37 Τοῦ εἶπε τότε ὁ Ἰησοῦς: Μά τόν ἔχεις κιόλας δεῖ μέ τά μάτια σου. Αὐτός πού μιλάει αὐτή τή στιγμή μαζί σου, αὐτός εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ. 38 Τότε ἐκεῖνος εἶπε: Πιστεύω, Κύριε. Καί τόν προσκύνησε ὡς Υἱό τοῦ Θεοῦ καί Κύριο.

 

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Πραξ. ιστ΄16-34

16 Ἐγένετο δὲ πορευομένων ἡμῶν εἰς προσευχὴν παιδίσκην τινὰ ἔχουσαν πνεῦμα πύθωνος ἀπαντῆσαι ἡμῖν, ἥτις ἐργασίαν πολλὴν παρεῖχε τοῖς κυρίοις αὐτῆς μαντευομένη. 17 αὕτη κατακολουθήσασα τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Σίλᾳ ἔκραζε λέγουσα· Οὗτοι οἱ ἄνθρωποι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου εἰσίν, οἵτινες καταγγέλλουσιν ἡμῖν ὁδὸν σωτηρίας. 18 τοῦτο δὲ ἐποίει ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας. διαπονηθεὶς δὲ ὁ Παῦλος καὶ ἐπιστρέψας τῷ πνεύματι εἶπε· Παραγγέλλω σοι ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐξελθεῖν ἀπ’ αὐτῆς. καὶ ἐξῆλθεν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ. 19 Ἰδόντες δὲ οἱ κύριοι αὐτῆς ὅτι ἐξῆλθεν ἡ ἐλπὶς τῆς ἐργασίας αὐτῶν, ἐπιλαβόμενοι τὸν Παῦλον καὶ τὸν Σίλαν εἵλκυσαν εἰς τὴν ἀγορὰν ἐπὶ τοὺς ἄρχοντας, 20 καὶ προσαγαγόντες αὐτοὺς τοῖς στρατηγοῖς εἶπον· Οὗτοι οἱ ἄνθρωποι ἐκταράσσουσιν ἡμῶν τὴν πόλιν Ἰουδαῖοι ὑπάρχοντες, 21 καὶ καταγγέλλουσιν ἔθη ἃ οὐκ ἔξεστιν ἡμῖν παραδέχεσθαι οὐδὲ ποιεῖν Ρωμαίοις οὖσι. 22 καὶ συνεπέστη ὁ ὄχλος κατ’ αὐτῶν. καὶ οἱ στρατηγοὶ περιρρήξαντες αὐτῶν τὰ ἱμάτια ἐκέλευον ῥαβδίζειν, 23 πολλάς τε ἐπιθέντες αὐτοῖς πληγὰς ἔβαλον εἰς φυλακήν, παραγγείλαντες τῷ δεσμοφύλακι ἀσφαλῶς τηρεῖν αὐτούς· 24 ὃς παραγγελίαν τοιαύτην εἰληφὼς ἔβαλεν αὐτοὺς εἰς τὴν ἐσωτέραν φυλακὴν καὶ τοὺς πόδας αὐτῶν ἠσφαλίσατο εἰς τὸ ξύλον. 25 Κατὰ δὲ τὸ μεσονύκτιον Παῦλος καὶ Σίλας προσευχόμενοι ὕμνουν τὸν Θεόν· ἐπηκροῶντο δὲ αὐτῶν οἱ δέσμιοι. 26 ἄφνω δὲ σεισμὸς ἐγένετο μέγας, ὥστε σαλευθῆναι τὰ θεμέλια τοῦ δεσμωτηρίου, ἀνεῴχθησάν τε παραχρῆμα αἱ θύραι πᾶσαι καὶ πάντων τὰ δεσμὰ ἀνέθη. 27 ἔξυπνος δὲ γενόμενος ὁ δεσμοφύλαξ καὶ ἰδὼν ἀνεῳγμένας τὰς θύρας τῆς φυλακῆς, σπασάμενος μάχαιραν ἔμελλεν ἑαυτὸν ἀναιρεῖν, νομίζων ἐκπεφευγέναι τοὺς δεσμίους. 28 ἐφώνησε δὲ φωνῇ μεγάλῃ ὁ Παῦλος λέγων· Μηδὲν πράξῃς σεαυτῷ κακόν· ἅπαντες γάρ ἐσμεν ἐνθάδε. 29 αἰτήσας δὲ φῶτα εἰσεπήδησε, καὶ ἔντρομος γενόμενος προσέπεσε τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Σίλᾳ, 30 καὶ προαγαγὼν αὐτοὺς ἔξω ἔφη· Κύριοι, τί με δεῖ ποιεῖν ἵνα σωθῶ; 31 οἱ δὲ εἶπον· Πίστευσον ἐπὶ τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ σωθήσῃ σὺ καὶ ὁ οἶκός σου. 32 καὶ ἐλάλησαν αὐτῷ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου καὶ πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ. 33 καὶ παραλαβὼν αὐτοὺς ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ τῆς νυκτὸς ἔλουσεν ἀπὸ τῶν πληγῶν, καὶ ἐβαπτίσθη αὐτὸς καὶ οἱ αὐτοῦ πάντες παραχρῆμα, 34 ἀναγαγών τε αὐτοὺς εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ παρέθηκε τράπεζαν, καὶ ἠγαλλιάσατο πανοικὶ πεπιστευκὼς τῷ Θεῷ.

Νεοελληνική Απόδοση

16 Καποτε δε, όταν ημείς επηγαίναμε στον τόπον της προσευχής, μας συνήντησε στον δρόμον μια νεαρά δούλη, που είχε πονηρόν, μαντικόν πνεύμα μέσα της και έδιδε διαφόρους μαντείας επί μέσα της και έδιδε διαφόρους μαντείας επί πληρωμή. Αυτή με τας μαντείας που έδινε, απέδιδε πολλά κέρδη στους κυρίους της. 17 Αυτή, λοιπόν, ηκολούθησε από κοντά τον Παύλον και τον Σιλαν και έκραζε λέγουσα· “αυτοί οι άνθρωποι είναι δούλοι του Θεού του υψίστου, οι οποίοι μας κάνουν γνωστόν τον δρόμον της σωτηρίας”. 18 Αυτό δε έκανε επί πολλάς ημέρας (διότι το πανούργον πονηρόν πνεύμα ήθελε ν’ αποκτήση έτσι την εμπιστοσύνην και εκείνων, που θα επίστευαν στον Χριστόν). Ενοχληθείς δε και οργισθείς ο Παύλος από την πανούργον αυτήν μαρτυρίαν εγύρισε προς την παιδίσκην, που τον ακολουθούσε, και είπε στο πονηρόν πνεύμα· “σε διατάσσω, εν ονόματι του Ιησού Χριστού, να εξέλθης από αυτήν”. Και πράγματι το πονηρόν πνεύμα εβγήκε αμέσως την στιγμήν εκείνην. 19 Οι κύριοι όμως αυτής όταν είδαν, ότι έφυγε η ελπίς της προσοδοφόρου εργασίας των, συνέλαβαν τον Παύλον και τον Σιλαν και τους έφεραν εις την αγοράν προς τους άρχοντας. 20 Και αφού τους ωδήγησαν εμπρός στους στρατηγούς, είπαν· “αυτοί οι άνθρωποι, που είναι Ιουδαίοι, αναστατώνουν τον πόλιν μας· 21 και κηρύττουν θρησκευτικά έθιμα, τα οποία δεν επιτρέπεται ημείς οι Ρωμαίοι να τα παραδεχώμεθα και να τα τηρούμεν”. 22 Και συνεκεντρώθη ο όχλος εναντίον των. Οι στρατηγοί τότε έσχισαν τα ιμάτια των Αποστόλων και διέταξαν τους ραβδούχους να τους ραβδίσουν. 23 Αφού δε τους κατέφεραν πολλά κτυπήματα, τους έβαλαν εις την φυλακήν παραγγείλαντες στον δεσμοφύλακα να τους φρουρή με κάθε ασφάλειαν. 24 Αυτός δε, επειδή έλαβε μίαν τέτοιαν αυστηράν εντολήν, έρριψε αυτούς στο βαθύτερον κελλί των φυλακών και έδεσε τα πόδια των εις ένα ειδικόν ξύλον, ώστε να τους είναι αδύνατος κάθε κίνησις. 25 Κατά το μεσονύκτιον όμως ο Παύλος και ο Σιλας προσηύχοντο και έψαλλαν ύμνους προς τον Θεόν. Τους ήκουον δε με προσοχήν οι φυλακισμένοι. 26 Και αίφνης έγινε μεγάλος σεισμός, ώστε εκλονίσθησαν τα θεμέλια της φυλακής. Ανοίχτηκαν δε αμέσως μόναι των όλαι αι θύραι και όλων των φυλακισμένων τα δεσμά έπεσαν. 27 Καθώς δε εξύπνησε ο δεσμοφύλαξ από τον σεισμόν και είδε αναικτάς τας θύρας της φυλακής, ανέσυρε μάχαιραν και ητοιμάζετο να αυτοκτονήση, διότι ενόμισεν ότι είχαν δραπετεύσει οι φυλακισμένοι. 28 Ο Παύλος όμως εφώναξε με μεγάλην φωνήν λέγων· “μη κάμης κανένα κακόν κατά του εαυτού σου· διότι όλοι ανεξαιρέτως οι φυλακισμένοι είμεθα εδώ”. 29 Αφού δε εζήτησε φώτα ο δεσμοφύλαξ, εισώρμησε εις την φυλακήν και είδε, όπως του είχε πει ο Παύλος, όλους τους φυλακισμένους εκεί, εκατάλαβε αμέσως το θαύμα, εκυριεύθηκε από τρόμον και έπεσε εις τα πόδια του Παύλου και του Σιλα. 30 Και αφού τους έβγαλε έξω από το βαθύ κελλί, εις την αυλήν της φυλακής, τους είπε· “κύριοι, τι πρέπει να κάμω, δια να εύρω και εγώ την σωτηρίαν;” 31 Και εκείνοι του είπαν· “πίστευσε συ στον Κυριον Ιησούν Χριστόν και θα σωθής συ και όλο σου το σπίτι”. 32 Και εκήρυξαν εις αυτόν τον λόγον του Κυρίου και εις όλους όσοι ήσαν στο σπίτι του. 33 Και αφού τους επήρε εκείνην την ώραν της νυκτός, τους έλουσε από τα αίματα των πληγών των. Και αμέσως εβαπτίσθηκε αυτός και όλοι οι δικοί του. 34 Και αφού τους ανέβασε στο σπίτι του, παρέθεσε τράπεζαν φαγητών και εδοκίμασε μεγάλην χαράν μαζή με όλην την οικογένειάν του, επειδή ακριβώς είχε πιστεύσει στον Θεόν.

       *******************************************

 

ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ

1. Τὰ ὄργανα τοῦ διαβόλου
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος μὲ τοὺς συν­εργούς του βρέθηκαν στοὺς Φιλίππους τῆς Μακεδονίας. Κήρυξαν τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ βάπτισαν τοὺς πρώτους Χριστιανούς, μεταξὺ τῶν ὁποίων πρώτη τὴν ἁγία Λυδία. Κάποια ἡμέρα τοὺς συνάντησε ἐκεῖ μία νεαρὴ δούλη, ἡ ὁποία εἶχε «πνεῦμα πύθωνος», δηλαδὴ μαντικό, δαιμονικὸ πνεῦμα, καὶ ἀπέφερε πολλὰ κέρδη στὰ ἀφεντικά της μὲ τὶς μαντεῖες ποὺ ἔκανε. Βλέποντας τώρα τοὺς Ἀποστόλους, ἄρχισε νὰ τοὺς ἀκολουθεῖ καὶ νὰ διαλαλεῖ ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἶναι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου καὶ μᾶς δείχνουν τὸν δρόμο τῆς σωτηρίας. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ὁ διάβολος ἤθελε νὰ ἀποσπάσει τὴν ἐμπιστοσύνη τῶν ἀνθρώπων καὶ κατόπιν νὰ τοὺς παρασύρει στὴν πλάνη. Γι᾿ αὐτὸ ὁ ἀπόστολος Παῦλος στράφηκε πρὸς τὴ μάντισσα καὶ διέταξε τὸ πονηρὸ πνεῦμα νὰ φύγει ἀπὸ αὐτήν. Τὴν ἴδια στιγμὴ ἐκεῖνο, μὲ τὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ, ἐξῆλθε.
Δυστυχῶς καὶ στὴ δική μας ἐποχὴ ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ καταφεύγουν σὲ μάγισσες, χαρτορίχτρες, καφετζοῦδες, ἀστρολόγους, πνευματιστὲς καὶ ἄλλους παρόμοιους, οἱ ὁποῖοι ἐπικαλοῦνται δαιμονικὰ πνεύματα. Ἀνυποψίαστοι οἱ ἄνθρωποι κάνουν τὸ ὀλέθριο λάθος νὰ ζητοῦν βοήθεια ἀπὸ τὰ ὄργανα αὐτὰ τῶν δαιμόνων, γιὰ νὰ μάθουν δῆθεν τὸ μέλλον, ἢ νὰ βροῦν λύση στὰ προβλήματά τους, ἢ νὰ ἐπικοινωνήσουν τάχα μὲ τοὺς κεκοιμημένους τους, προσ­φέροντας μάλιστα ἀκριβὰ ἀνταλλάγματα. Πέρα ἀπὸ τὰ χρήματα, τὸ κυριότερο, ἐκχωροῦν δικαιώματα στὰ ἀκάθαρτα πνεύματα νὰ ἐξουσιάζουν τὴν ψυχή τους. Ἂς μὴν παίζουμε μὲ τὴ φωτιά! Ἂς μὴ δεχόμαστε ὡς «εὐεργέτη» μας τὸν διάβολο! Μόνο τὰ ἱερὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας προστατεύουν, ἁγιάζουν καὶ σώζουν τὸν ἄνθρωπο καὶ ὄχι τὰ ὄργανα τοῦ διαβόλου!
2. Δοξολογία γιὰ ὅλα
Τὰ ἀφεντικὰ τῆς δούλης, βλέποντας ὅτι ἔχασαν πλέον τὸ μέσο τοῦ πλουτισμοῦ τους, συκοφάντησαν τοὺς Ἀποστόλους στοὺς στρατηγοὺς τῆς πόλεως καὶ ξεσήκωσαν ἐναντίον τους τὸν λαό. Οἱ στρατηγοί, ἀφοῦ μαστίγωσαν καὶ χτύπησαν ἐπὶ πολλὴ ὥρα τὸν Παῦ­λο καὶ τὸν Σίλα, τοὺς ἔριξαν στὴν πιὸ βαθιὰ φυλακὴ καὶ τοὺς ἔδεσαν σφιχτά, ὥστε νὰ μὴν μποροῦν οὔτε στὸ ἐλάχιστο νὰ μετακινηθοῦν. Ἐκεῖ λοιπόν, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς νύχτας, στὶς ἄθλιες αὐτὲς συνθῆκες καὶ μετὰ ἀπὸ τὴ φρικτὴ ταλαιπωρία τῶν βασανι­στηρίων οἱ Ἀπόστολοι ξεσποῦν· ὄχι σὲ ἐ­πα­νάσταση, μὲ φωνές, βρισιὲς καὶ κα­­τάρες. Ξεσποῦν σὲ προσευχή, καὶ ὄχι σὲ ἁπλὴ προσευχή· σὲ δοξολογία· σὲ ἕναν ὑπέροχο ὕμνο δοξολογίας. Δὲν τοὺς κατέβαλε ἡ νύστα, γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Δὲν τοὺς λύγισε ὁ πόνος, οὔτε τοὺς ἔφερε σὲ ἀδιέξοδο ὁ φόβος. «Ἀλλ᾿ αὐτὰ δὴ ταῦτα πολλῷ μᾶλλον ἦν τὰ διεγείροντα αὐτούς, καὶ ἡδονῆς πληροῦντα πολ­λῆς» (PG 60, 257). Ἀλλὰ ἀκριβῶς αὐτὰ ἦταν ποὺ τοὺς ξεσήκωναν πολὺ περισσότερο καὶ τοὺς γέμιζαν μὲ πνευματικὴ εὐφροσύνη.
Ὁποιαδήποτε δοκιμασία, ὅσο δυσάρεστη κι ἂν εἶναι, δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἐμποδίζει ἀπὸ τὴν προσευχὴ καὶ μάλιστα ἀπὸ τὴ δοξολογία. Ἂς δοξάζουμε τὸν Θεὸ γιὰ ὅ,τι ἐπιτρέπει στὴ ζωή μας. Ἂς Τὸν δοξάζουμε, ἀκόμη καὶ μέσα στὶς θλίψεις καὶ στὰ προβλήματα. «Ἐν παντὶ εὐχαριστεῖτε» (Α΄ Θεσ. ε΄ 18), μᾶς προτρέπει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Γιὰ ὅλα νὰ εὐχαριστεῖτε τὸν Θεό· τόσο γιὰ τὰ εὐχάριστα, ὅσο καὶ γιὰ τὰ δυσάρεστα. Διότι ὅλα εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς φροντίδας του. Ὅλα εἶναι καρπὸς τῆς ἴδιας θεϊκῆς ἀγάπης.
3. Τὸ σημαντικότερο ἐρώτημα
Τὴ στιγμὴ ποὺ οἱ δύο Ἀπόστολοι δοξολογοῦσαν τὸν Θεό, ἔγινε μεγάλος σεισμός, ὁ ὁποῖος συντάραξε συθέμελα τὴ φυλακή. Ἄνοιξαν ὅλες οἱ πόρτες καὶ λύθηκαν ὅλα τὰ δεσμὰ τῶν κρατουμένων. Ὁ δεσμοφύλακας, φοβούμενος ὅτι εἶχαν δραπετεύσει οἱ φυλακισμένοι, ἐπιχείρησε νὰ αὐτοκτονήσει. Τὸν ἀπέτρεψε ὁ ἀπόστολος Παῦλος διαβεβαιώνοντάς τον ὅτι δὲν εἶχε φύγει κανείς. Ὁ δεσμοφύλακας τότε συνετρίβη, ἔπεσε στὰ πόδια τῶν Ἀποστόλων καὶ τοὺς ἀπηύθυνε τὸ ἐρώτημα: «Κύριοι, τί με δεῖ ποιεῖν ἵνα σωθῶ;» Τί πρέπει νὰ κάνω γιὰ νὰ κερδίσω τὴ σωτηρία; Οἱ Ἀπόστολοι τὸν προέτρεψαν νὰ πιστέψει στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, κατήχησαν κατόπιν τὸν ἴδιο καὶ τὴν οἰκογένειά του καὶ τοὺς βάπτισαν.
Τὸ ἐρώτημα τοῦ δεσμοφύλακα εἶναι ὅ,τι σημαντικότερο μπορεῖ νὰ ἀπασχολήσει τὸν ἄνθρωπο κατὰ τὸ σύντομο πέρασμά του ἀπὸ τὴ γῆ: «Τί πρέπει νὰ κάνω γιὰ νὰ σωθῶ;» Ἡ δὲ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα αὐτὸ δὲν εἶναι μόνο γενική, ἀλλὰ ἔχει καὶ προσωπικὸ χαρακτήρα γιὰ τὸν καθένα. Ἀνάμεσα λοιπὸν στὰ πολλὰ ζητήματα ποὺ ἀπασχολοῦν καθημερινὰ τὴ σκέψη μας, στὰ προβλήματα ποὺ καλούμαστε νὰ ἐπιλύσουμε, στὰ ἐρωτήματα γιὰ τὰ ὁποῖα ἀναζητοῦμε ἀπαντήσεις, τὸ πρώτιστο, τὸ κυριότερο καὶ πιὸ σπουδαῖο ποὺ πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολεῖ εἶναι τὸ ζήτημα τῆς σωτηρίας μας. «Τί πρέπει νὰ κάνω γιὰ νὰ σωθῶ;» Δὲν ὑπάρχει κρισιμότερο ἐρώτημα. Διότι δὲν ἀφορᾶ μόνο στὴν ἐπίγεια ζωή μας, ἀλλὰ κυρίως στὴν πορεία μας πρὸς τὴν αἰωνιότητα. Ἂς ἀνταποκρινόμαστε σὲ ὅ,τι ὁ Κύριος περιμένει ἀπὸ ἐμᾶς, γιὰ νὰ μᾶς τὴ χαρίσει.
       *******************************************

Τρίτη 12 Μαΐου 2026

Ο Πειραιάς υποδέχθηκε την τιμία χείρα του Αγίου Δημητρίου Γκαγκαστάθη

 ipodoxi gkagkastathi pirea 1

Πειραιάς - Ιάσονας Ντικούλης


Με τη δέουσα μεγαλοπρέπεια και τις προβλεπόμενες εκκλησιαστικές τιμές, η πόλη και η Ιερά Μητρόπολη Πειραιώς υποδέχθηκαν σήμερα, Τρίτη 12 Μαΐου 2026, την Τιμία Χείρα του Αγίου Δημητρίου Γκαγκαστάθη.

Το ιερό σέβασμα έφτασε στο Πειραιά στο πλαίσιο των εορταστικών εκδηλώσεων «ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΕΙΑ 2026» του Μητροπολιτικού Ιερού Ναού Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Πειραιώς.

Την Τιμία Χείρα μετέφερε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Τρίκκης κ. Χρυσόστομος, ενώ την υποδέχθηκαν στα πρόπυλα του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιώς ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιώς κ. Σεραφείμ, συμπαραστατούμενος από τον Θεοφιλέστατο Επίσκοπο Αχελώου κ. Νήφωνα.

Μετά την τέλεση της δέησης, σχηματίστηκε λιτανευτική πομπή προς τον Μητροπολιτικό Ναό, όπου πραγματοποιήθηκε πανηγυρική Δοξολογία.

Στην ακολουθία χοροστάτησε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Τρίκκης, συγχοροστατούντων του Μητροπολίτου Πειραιώς και του Επισκόπου Αχελώου.

Τους Αρχιερείς πλαισίωσαν ο Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος της Ι.Μ. Πειραιώς, Πρωτοπρεσβύτερος π. Ιωάννης Παναγιώτου, ο Ιεροκήρυκας της Ι.Μ. Τρίκκης π. Αχίλλειος Τσούτσουρας, καθώς και πλειάδα ιερέων.

Στην προσλαλιά του, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιώς κ. Σεραφείμ εξέφρασε τη βαθιά του ευγνωμοσύνη προς τον Μητροπολίτη Τρίκκης για τη μεγάλη ευλογία της μετακομιδής του ιερού λειψάνου.

Παραλλήλισε μάλιστα τον βίο του Αγίου Δημητρίου με εκείνον του πολιούχου του Πειραιά, Αγίου Σπυρίδωνος, σημειώνοντας πως αμφότεροι υπήρξαν συλλειτουργοί των Αγίων Αγγέλων.

Ανέφερε χαρακτηριστικά πως «η αγάπη του στους Αρχιστρατήγους Μιχαήλ και Γαβριήλ ήταν εκείνη που τον διέσωσε» από όσους επεδίωκαν τον φυσικό του εξοντωτισμό.

Ο Σεβασμιώτατος υπογράμμισε πως το έργο της Χάριτος συνεχίζεται αδιαλείπτως μέσα στον λαό του Θεού, αναδεικνύοντας νέους Αγίους.

Κλείνοντας, υπενθύμισε ότι ο Άγιος Δημήτριος Γκαγκαστάθης υπήρξε πολύτεκνος ιερέας και πατέρας εννέα θυγατέρων, ευχόμενος η βιοτή του να αποτελεί πρότυπο και πηγή έμπνευσης για τη σύγχρονη ιερατική πορεία.

Από την πλευρά του, ο Μητροπολίτης Τρίκκης κ. Χρυσόστομος τόνισε: «Είναι μεγάλη ευλογία να ξεκινούν τα φετινά "ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΕΙΑ" με την έλευση της χειρός του Αγίου Δημητρίου, του εκ Πλατάνου Τρικάλων καταγομένου».

Ευχαρίστησε επίσης τον Μητροπολίτη Πειραιώς, υπενθυμίζοντας τη συμβολή του ως Συνοδικού Μητροπολίτου στη διαδικασία αγιοκατατάξεως του Αγίου από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Η Τιμία Χείρα θα παραμείνει για προσκύνημα στον Μητροπολιτικό Ναό έως τις 23 Μαΐου 2026.

Την ημέρα εκείνη, θα πραγματοποιηθεί η υποδοχή της Τιμίας Κάρας του Αγίου Γερβασίου από την Ιερά Μητρόπολη Πατρών, την οποία θα κομίσει ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πατρών κ. Χρυσόστομος.

ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ ΓΙΑ ΤΟ ΣΧΕΤΙΚΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ

Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιώς ενημερώνει: «ΟΥΦΟΛΟΓΙΑ». ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΟΣΗΡΟΥ ΚΑΙ ΑΠΑΤΗΛΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ

  Μητροπολίτης Πειραιώς: «ΟΥΦΟΛΟΓΙΑ». ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΟΣΗΡΟΥ ΚΑΙ ΑΠΑΤΗΛΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ.