ΣΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ ΜΕ ΠΟΛΥ ΜΕΓΑΛΗ ΧΑΡΑ ΣΤΗΝ ΓΙΟΡΤΗ ΠΟΥ ΕΤΟΙΜΑΣΑΝ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΣ!

Σάββατο 16 Μαΐου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ 17 ΜΑΪΟΥ 2026 ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ (Ιω. θ΄ 1-38) (Πρ. ιστ΄16-34)

 '

'' Ο Λόγος του Θεού στον Λαό του Θεού"

Το φως της ζωής

«Ενίψατο, και ήλθε βλέπων»

 Γεννήθηκε η ταλαιπωρημένη εκείνη ύπαρξη χωρίς να απολαμβάνει το θείο δώρο της όρασης. Άκουε μόνο για τις ομορφιές της φύσεως και η δοκιμασία του ήταν μεγαλύτερη γιατί αδυνατούσε να έχει και θέαση εικόνων και πραγμάτων. Δεν μπορούσε να κοιτάξει ούτε το διπλανό του και η ζωή του ήταν ανυπόφορη, βυθισμένη στην κυριολεξία στο σκοτάδι και στην δυστυχία.

  Ο άνθρωπος αυτός, βέβαια, βίωνε οδυνηρά τη στέρηση της σωματικής όρασης. Πολύ όμως πιο τραγική ήταν σίγουρα η θέση των Φαρισαίων, οι οποίοι ήταν βυθισμένοι στο πνευματικό σκοτάδι, στο εφιαλτικό έρεβος της υποκρισίας τους. Είχαν ερμητικά κλειστά τα μάτια της ψυχής τους. Στην περίπτωσή τους ίσχυε ο λόγος του Ευαγγελιστή Ιωάννη, ο οποίος διαπιστώνει: «Το φως ελήλυθεν εις τον κόσμον, και ηγάπησαν μάλλον οι άνθρωποι το σκότος ή το φως».

Έβλεπε ψυχικά

  Με την απουσία της σωματικής του όρασης ο τυφλός δεν μπορούσε να έχει αντίληψη των πραγμάτων. Ωστόσο, εκείνο που τελικά αποδείχθηκε στην πράξη ήταν ότι το φως των ματιών της ψυχής του τον βοηθούσε να κατανοεί βαθύτερα πραγματικότητες της ζωής. Αυτό συνέτεινε στο να κατανοήσει ότι αυτός που τον θεράπευσε δεν ήταν κάποιος θαυματοποιός. Ήταν «προφήτης». Πίστευε για τον Κύριο που τον θεράπευσε ότι ήταν «θεοσεβής». Ότι «πράττει το θέλημα του Θεού» και ότι «αν δεν ήταν απεσταλμένος από τον Θεό, δεν θα μπορούσε να κάνει απολύτως τίποτε, ούτε θαύματα ούτε οποιοδήποτε καλό».

Οι υγιείς…τυφλοί

   Οι κατά τα άλλα υγιείς Φαρισαίοι, συλλαμβάνονταν σχεδόν κατά κανόνα να κρατούν ερμητικά κλειστά τα μάτια της ψυχής τους. Οι όχι αγαθές προθέσεις και διαθέσεις τους, τούς άφηναν να προσπερνούν αδιάφορα μπροστά στην αλήθεια και το αγαθό.            Δυστυχώς και στις δικές μας μέρες είναι πολλοί εκείνοι που αρνούνται επίμονα να δεχθούν την αλήθεια της Εκκλησίας και κλείνονται στο εγώ τους. Δεν διαθέτουν την όραση της ψυχής για να αντικρίσουν την αλήθεια.

   Έρχεται και σήμερα ο Χριστός για να μάς απαλλάξει από την «τυφλότητα» μας. Την παθογένεια που μάς προσβάλλει και δεν μας επιτρέπει να βλέπουμε καθαρά τις εικόνες της ζωής και της αλήθειας της.

    Ωστόσο, μάς αφήνει αδιάφορους η παρουσία του. Προτιμούμε να ζούμε στο σκοτάδι και να αρνούμαστε το αληθινό φως. Το λυτρωτικό του έργο δεν άγγιζε μόνο τους ανθρώπους μιας εποχής, αλλά επεκτείνεται στους αιώνες και το φως του καταυγάζει όλους και όλα. Αρκεί να το δεχθούμε στη ζωή μας και να του προσφέρουμε κατάλυμα στην καρδιά μας.

Αγαπητοί αδελφοί, ο τυφλός πίστεψε στον Χριστό και ομολόγησε την Θεότητά του. Άφησε ανοικτή την ύπαρξή του για να δεχθεί τις ευεργετικές του ενέργειες και να βρει το φως του. Η σωματική τυφλότητα αφήνει κάποιους συνανθρώπους μας να έχουν τη δική τους δοκιμασία στη ζωή. Τα συμπτώματα όμως της ψυχικής τύφλωσης είναι πολύ πιο φοβερά, γιατί δεν αφήνουν τον άνθρωπο να δεχθεί μέσα του την χαρά της αληθινής ζωής. 

   Τον σπρώχνουν να ασφυκτιά στις αναθυμιάσεις του θανάτου. Είναι χαρακτηριστικό αυτό που έλεγε στους ψαλμούς του ο Δαβίδ: «Κύριε, φώτισον τους οφθαλμούς μου μήποτε υπνώσω εις θάνατον». Η εμπιστοσύνη στην αγάπη του Χριστού ανοίγει φωτεινούς ορίζοντες στη ζωή μας. Ισχυρό παράδειγμα οι πέντε άγιοι ιεράρχες Χύτρων, τη σύναξη των οποίων τιμά σήμερα η Εκκλησία μας. 

   Οι αγιασμένες υπάρξεις τους ακτινοβολούν στο Ορθόδοξο χριστιανικό στερέωμα. Ας εμπιστευθούμε, λοιπόν, τον εαυτό μας στις αγκάλες του Χριστού, ώστε να πορευόμαστε μέσα από την ακτινοβολία του φωτός της θείας παρουσίας του. Γένοιτο.

Χριστάκης Ευσταθίου, θεολόγος

Κυριακὴ τoῦ Τυφλοῦ – Εὐαγγελικὸ καί Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 17 Μαΐου 2026

 

Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 17 Μαΐου 2026, Κυριακὴ τoῦ Τυφλοῦ (Ἰωάν. θ΄ 1-38)

Καὶ παράγων εἶδεν ἄν­θρω­πον τυφλὸν ἐκ γε­νε­τῆς. 2 καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· ραβ­βί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ; 3 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γο­νεῖς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἵνα φανε­ρωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θε­οῦ ἐν αὐτῷ. 4 ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι. 5 ὅταν ἐν τῷ κόσμῳ ὦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου. 6 ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσε χα­-μαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέ­χρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ 7 καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. ἀπῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων.

 

 8 Οἱ οὖν γείτονες καὶ οἱ θεωροῦντες αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι τυφλὸς ἦν, ἔλεγον· οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ προσαιτῶν; 9 ἄλλοι ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν· ἄλλοι δὲ ὅτι ὅμοιος αὐτῷ ἐστιν. ἐκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ἐγώ εἰμι. 10 ἔλεγον οὖν αὐτῷ· πῶς ἀνεῴχθησάν σου οἱ ὀφθαλ­μοί; 11 ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶ­πεν· ἄνθρωπος λεγόμενος Ἰησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλ­μοὺς καὶ εἶπέ μοι· ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι· ἀπελ­θὼν δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλε­ψα. 12 εἶπον οὖν αὐτῷ· ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος; λέγει· οὐκ οἶ­δα. 13 Ἄγουσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς Φαρισαίους, τόν ποτε τυφλόν. 14 ἦν δὲ σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς.

 

 

 15 πάλιν οὖν ἠρώτων αὐ­τὸν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πῶς ἀνέβλεψεν. ὁ δὲ εἶπεν αὐ­τοῖς· πηλὸν ἐπέθηκέ μου ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ἐνιψάμην, καὶ βλέπω. 16 ἔλεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές· οὗτος ὁ ἄν­θρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ. ἄλλοι ἔλεγον· πῶς δύ­­­­­­­­­­­­­­­­­­ναται ἄνθρωπος ἁ­μαρ­­τωλὸς τοιαῦτα σημεῖα ποι­­εῖν; καὶ σχίσμα ἦν ἐν αὐ­τοῖς. 17 λέγουσι τῷ τυφλῷ πάλιν· σὺ τί λέγεις περὶ αὐ­τοῦ, ὅτι ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; ὁ δὲ εἶπεν ὅτι προφήτης ἐστίν. 18 οὐκ ἐπίστευσαν οὖν οἱ Ἰουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι τυφλὸς ἦν καὶ ἀνέβλεψεν, ἕως ὅτου ἐφώνησαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέ­ψαντος 19 καὶ ἠρώτησαν αὐτοὺς λέγοντες· οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ὑμῶν, ὃν ὑμεῖς λέγετε ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη; πῶς οὖν ἄρτι βλέπει; 20 ἀπεκρίθησαν δὲ αὐτοῖς οἱ γονεῖς αὐτοῦ καὶ εἶπον· οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ἡμῶν καὶ ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη· 21 πῶς δὲ νῦν βλέπει οὐκ οἴδαμεν, ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμεῖς οὐκ οἴδαμεν· αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε, αὐτὸς περὶ ἑαυτοῦ λαλήσει. 22 ταῦτα εἶπον οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς Ἰουδαίους· ἤδη γὰρ συν­ετέθειντο οἱ Ἰουδαῖοι ἵνα, ἐάν τις αὐτὸν ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γέ­νη­ται. 23 διὰ τοῦτο οἱ γονεῖς αὐ­-τοῦ εἶπον ὅτι ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε. 24 ἐφώνησαν οὖν ἐκ δευτέρου τὸν ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλός, καὶ εἶπον αὐτῷ· δὸς δόξαν τῷ Θεῷ· ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν. 25 ἀπεκρίθη οὖν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· εἰ ἁμαρτωλός ἐστιν οὐκ οἶδα· ἓν οἶδα, ὅτι τυφλὸς ὢν ἄρτι βλέπω. 26 εἶπον δὲ αὐτῷ πάλιν· τί ἐποίησέ σοι; πῶς ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; 27 ἀπεκρίθη αὐτοῖς· εἶπον ὑμῖν ἤδη, καὶ οὐκ ἠκούσα­τε· τί πάλιν θέλετε ἀκούειν; μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε αὐτοῦ μαθηταὶ γενέσθαι; 28 ἐλοιδόρησαν αὐτὸν καὶ εἶπον· σὺ εἶ μαθητὴς ἐκεί­νου· ἡμεῖς δὲ τοῦ Μωϋ­σέως ἐσμὲν μαθηταί. 29 ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωϋ­σεῖ λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦ­τον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν. 30 ἀπεκρίθη ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἐν γὰρ τούτῳ θαυμαστόν ἐστιν, ὅ­τι ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστί, καὶ ἀνέῳξέ μου τοὺς ὀφθαλμούς. 31 οἴδαμεν δὲ ὅτι ἁμαρτω­λῶν ὁ Θεὸς οὐκ ἀκούει, ἀλλ’ ἐάν τις θεοσεβὴς ᾖ καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιῇ, τούτου ἀκούει. 32 ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκού­σθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλ­μοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου.

 33 εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν. 34 ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· ἐν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεν­νήθης ὅλος, καὶ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς; καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω. 35 Ἤκουσεν ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω, καὶ εὑ­ρὼν αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· σὺ πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ; 36 ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶ-πε· καὶ τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν; 37 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λα­λῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν. 38 ὁ δὲ ἔφη· πιστεύω, Κύριε· καὶ προσεκύνησεν αὐ­τῷ.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

Καθώς ὁ Ἰησοῦς περνοῦσε ἀπό τό κέντρο τῆς πόλε­ως, εἶδε ἕναν ἄνθρωπο πού εἶχε γεννηθεῖ τυφλός. 2 Τότε οἱ μαθητές του τόν ρώτησαν: Διδάσκαλε, ποιός ἁμάρτησε γιά νά γεννηθεῖ ὁ ἄν­θρω­­πος αὐτός τυφλός; Ἁμάρ­τησε ὁ ἴδιος, ὅταν ἦταν ἀκόμη μέσα στήν κοι­λιά τῆς μητέρας του, ἤ ἁμάρ­τησαν οἱ γονεῖς του καί τιμω­ρεῖ­ται αὐτός γιά τίς ἁμαρτίες τους; 3 Κι ὁ Ἰησοῦς τούς ἀπάντησε: Οὔτε αὐτός ἁμάρτησε, οὔτε οἱ γονεῖς του. Ἀλλά γεννήθηκε τυφλός γιά νά φα­­νε­­­ρω­θοῦν μέ τήν ὑπερφυσική θεραπεία τῶν ματιῶν του τά ἔργα πού ἐπιτελεῖ ἡ δύναμη καί ἡ ἀγα­θό­­τητα τοῦ Θε­οῦ. 4 Ἐγώ, ὅσο ζῶ στή ζωή αὐτή, πρέπει νά ἐρ­γά­ζομαι γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου τά ἔργα τοῦ Θεοῦ, πού μέ ἔστειλε στόν κόσμο. Ἔρχεται ὅμως ἡ μέλλουσα ζω­ή, καί ὅπως στή διάρκεια τῆς νύχτας στα­μα­­­τοῦν τά ἔρ­­γα τους οἱ ἄνθρωποι, ἔτσι καί τότε κα­νείς πιά δέν θά μπορεῖ νά ἐργάζεται γιά νά ὁλο­κληρώσει τήν ἀπο­­­στο­­λή του. Δέν πρέπει λοιπόν οὔτε στιγ­­μή νά χά­νω.

 

 5 Ἐφόσον εἶμαι στόν κόσμο, εἶμαι φῶς τοῦ κόσμου μέ τή διδασκαλία καί τά θαύματά μου. 6 Κι ἀφοῦ εἶπε αὐτά, ἔφτυσε κάτω καί ἔκανε πηλό, καί ἔχρισε μ’ αὐτόν τά μάτια τοῦ τυφλοῦ. 7 Καί δοκιμάζοντας τήν πίστη τοῦ τυφλοῦ τοῦ εἶπε: Πήγαινε, νίψου στή στέρνα τοῦ Σιλωάμ, ὄνομα ἑβραϊκό πού μεταφράζεται «ἀπεσταλμένος». Ὕστερα λοιπόν ἀπό τήν ἐντολή αὐτή τοῦ Ἰησοῦ πῆγε ὁ τυφλός ἐκεῖ καί νίφτη­κε, καί ἦλθε στό σπίτι του μέ μάτια ὑγιή. 8 Τότε οἱ γείτονες κι ὅσοι τόν ἔβλεπαν προηγουμένως ὅτι ἦταν τυφλός, ἔλεγαν: Δέν εἶναι αὐτός πού κα­­θόταν καί ζητοῦσε ἀπό τούς διαβάτες ἐλεημοσύνη; 9 Μερικοί ἔλεγαν: Αὐτός εἶναι. Ἄλλοι ὅμως ἔλεγαν ὅτι δέν εἶναι αὐτός, ἀλλά κάποιος ἄλλος πού τοῦ μοιάζει. Ὁ ἴδιος ἔλεγε ὅτι ἐγώ εἶμαι ὁ τυφλός πού παλιότε­­ρα ζητοῦσα ἐλεημοσύνη. 10 Μετά λοιπόν ἀπό τή βεβαίωση αὐτή τοῦ τυφλοῦ τόν ρώ­τησαν ἐκεῖνοι: Πῶς θεραπεύθηκαν τά μάτια σου; 11 Κι ἐκεῖνος τούς ἀπάντησε: Ἕνας ἄνθρωπος πού ὀνο­­­μάζεται Ἰησοῦς ἔκανε πηλό καί μοῦ ἄλειψε μ’ αὐτόν τά μάτια καί μοῦ εἶπε: Πήγαινε στήν κολυμβήθρα τοῦ Σι­λωάμ καί νίψου. Πῆγα λοιπόν ἐκεῖ καί νίφτηκα, καί βρῆ­κα τό φῶς μου. 12 Μετά ἀπό τήν πληροφορία αὐτή τοῦ τυφλοῦ πού εἶχε θεραπευθεῖ τοῦ εἶπαν οἱ Ἰουδαῖοι: Ποῦ εἶναι ἐκεῖ­νος; Δέν ξέρω, τούς ἀπάντησε. 13 Τόν ὁδήγησαν τότε στούς Φαρισαίους, αὐτόν πού ἦταν κάποτε τυφλός καί εἶχε ἤδη θεραπευθεῖ ὁριστικά. 14 Ἡ ἡμέρα μάλιστα πού ἔφτιαξε ὁ Ἰησοῦς τόν πηλό καί τοῦ ἄνοιξε τά μάτια ἦταν Σάββατο.

 

 15 Ὅταν λοιπόν τόν ὁδήγησαν στούς Φαρισαίους, ἄρ­χι­­σαν κι αὐτοί νά τόν ἀνακρίνουν καί νά τόν ρωτοῦν πά­­λι πῶς θεραπεύθηκε καί βρῆκε τό φῶς του. Κι ἐκεῖ­­­­νος τούς εἶπε: Αὐτός πού μέ θεράπευσε μοῦ ἔβαλε πη­­­λό πάνω στά μάτια μου καί μετά ἐγώ πλύθηκα καί βλέ­­­­­πω. 16 Μερικοί ἀπό τούς Φαρισαίους ἔλεγαν: Αὐ­τός ὁ ἄν­θρω­πος δέν μπορεῖ νά εἶναι σταλμένος ἀπό τόν Θεό, διότι δέν τηρεῖ τήν ἀργία τοῦ Σαββάτου. Ἄλλοι ἔλεγαν: Πῶς εἶ­ναι δυνατόν ἕνας ἄνθρωπος ἁμαρτωλός νά κάνει τέτοια ἀποδεικτικά καί σημαδιακά θαύματα; Καί δια­φω­νοῦ­σαν μεταξύ τους. 17 Κι ἐπειδή ἡ διαφωνία τους συνεχιζόταν, ἄρχισαν πάλι νά ἐξετάζουν τόν τυφλό, καί τόν ρώτησαν: Ἐσύ τί λές γιά τόν ἄνθρωπο αὐτό; Πρέπει νά ἀκουστεῖ καί ἡ δι­κή σου γνώμη· διότι τά δικά σου μάτια θεράπευσε ἐκεῖ­νος κι ἐσύ περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλον γνωρίζεις τά περι­στατικά τῆς θεραπείας σου. Κι αὐτός τούς ἀπά­ντη­­σε: Ἐγώ λέω ὅτι εἶναι προφήτης. 18 Μετά λοιπόν ἀπό τόν χαρακτηρισμό αὐτό πού ἔδωσε γιά τόν Ἰησοῦ ὁ τυφ­λός πού θεραπεύθηκε, οἱ Ἰουδαῖοι δυ­σαρεστήθηκαν. Δέν ἐννοοῦσαν νά πιστέψουν ὅτι αὐ­τός ἦταν τυφλός καί ἀπέκτησε πραγ­ματικά τό φῶς του· ὥσπου ἀποφάσισαν νά καλέσουν τούς γονεῖς τοῦ ἀν­θρώ­που αὐτοῦ πού ἀπέκτησε τό φῶς του. 19 Καί τούς ρώτησαν: Αὐτός εἶναι ὁ γιός σας, πού ἐπι­μέ­­νετε νά βεβαιώνετε ὅτι γεννήθηκε τυφλός; Πῶς λοιπόν, ἀφοῦ γεννήθηκε τυφλός, τώρα βλέπει; 20 Οἱ γονεῖς του τότε τούς ἀποκρίθηκαν: Γνωρίζουμε κα­­λά ὅτι αὐτός εἶναι ὁ γιός μας καί ὅτι γεννήθηκε τυφλός. 21 Πῶς ὅμως τώρα βλέπει δέν ξέρουμε. Ἤ ποιός τοῦ θεράπευσε καί τοῦ ἄνοιξε τά μάτια, ἐμεῖς δέν ξέρουμε. Αὐτός δέν εἶναι μικρό παιδί, ἔχει ὥριμη ἡλικία, καί συ­νε­πῶς ἀντιλήφθηκε πῶς καί ἀπό ποιόν ἔγινε ἡ θεραπεία του. Αὐτόν λοιπόν ρω­τῆ­στε, αὐτός μπορεῖ νά μιλήσει γιά τόν ἑαυτό του καί θά σᾶς πεῖ τί τοῦ συνέβη. 22 Καί μίλησαν μέ τόν τρόπο αὐτό οἱ γονεῖς τοῦ τυ­φλοῦ, ἐπειδή φοβοῦνταν τούς Ἰουδαίους ἄρχοντες. Δι­ό­­τι αὐτοί πρίν ἀπό πολύ καιρό εἶ­­­χαν συμ­φω­νήσει νά ἀποκηρυχθεῖ, νά ἀφορισθεῖ καί νά ἀπο­δι­ωχθεῖ ἀπό τή συναγωγή ὅποιος θά τολμοῦσε νά ὁμο­λο­γήσει ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Μεσσίας. 23 Ἐπειδή λοιπόν φοβοῦνταν οἱ γονεῖς του μήπως ἀπο­δι­ωχθοῦν κι αὐτοί ἀπό τή συναγωγή, γι’ αὐτό εἶ­παν ὅτι ἔχει ὥριμη ἡλικία ὁ γιός μας, αὐτόν ρωτῆστε. 24 Ἀφοῦ λοιπόν οἱ Ἰουδαῖοι δέν μπόρεσαν νά πλη­ρο­φο­­­ρηθοῦν τίποτε ἀπό τούς γονεῖς τοῦ τυφλοῦ γιά νά δι­­­α­­­­­ψεύσουν τή θεραπεία του ἤ γιά νά κατακρίνουν τόν Ἰησοῦ, κάλεσαν γιά δεύτερη φορά τόν ἄνθρωπο πού ἦταν τυφλός καί τοῦ εἶπαν: Δόξασε τόν Θεό ὁμο­­­­­­­­­­­λο­γώντας ὅτι πλανήθηκες καί ἀναγνωρίζοντας τήν ἀλή­­­­­­­­­­­θεια γι’ αὐτόν πού σέ θεράπευσε. Ἐμεῖς λόγῳ τῆς θέ­­­­σεως καί τοῦ ἀξιώματός μας ξέρουμε καλά ὅτι ὁ ἄν­θρω­­­­­­­­­­­­πος αὐτός πού καταλύει τήν ἀργία τοῦ Σαβ­βά­του εἶ­­­­ναι ἁμαρτωλός. 25 Ἐκεῖνος τότε τούς ἀπάντησε: Ἐάν ὁ ἄν­θρωπος αὐ­τός εἶναι ἁμαρτωλός δέν τό ξέρω, καί γι’ αὐτό ἀπο­φεύ­γω νά ἐκ­φράσω γνώμη γι’ αὐτό. Ξέρω ὅμως καλά ἕνα πράγμα, ὅτι δηλαδή ἐνῶ λίγο πιό πρίν ἤμουν τυφλός, τώ­ρα βλέ­πω. 26 Ἐπειδή ὅμως ἡ νέα αὐτή βεβαίωση τοῦ πρώην τυ­φλοῦ δέν τούς ἄρεσε, τοῦ εἶπαν πά­λι: Τί σοῦ ἔκανε; Πῶς σέ θεράπευσε καί πῶς σοῦ ἄνοιξε τά μάτια; 27 Μόλις πρίν ἀπό λίγο σᾶς τό εἶπα, τούς ἀπάντησε, καί δέν θελήσατε νά προσέξετε καί νά παραδε­χθεῖ­τε ὅ,τι σᾶς εἶπα. Γιατί τώρα θέλετε νά ἀκούσετε πάλι τά ἴδι­­α; Μήπως θέλετε κι ἐσεῖς νά γίνετε μαθητές του; 28 Τότε τοῦ μίλησαν ὑβριστικά καί περιφρονητι­κά καί τοῦ εἶπαν: Ἐσύ εἶσαι μαθητής ἐκείνου. Ἐμεῖς ὅμως εἴμα­στε μαθητές τοῦ Μωυσῆ. 29 Ἐμεῖς, πού εἴμαστε σπουδασμένοι καί ἀναγνω­ρι­σμέ­­νοι ἄρχοντες τοῦ ἔθνους, ξέρουμε ὅτι ὁ Θεός ἔχει μιλήσει στό Μωυσῆ καί σέ κανέναν ἄλλον. Αὐτός μᾶς εἶναι ἄγνωστος καί δέν ξέρουμε ἀπό ποῦ εἶναι καί ἀπό ποῦ στάλθηκε. 30 Τότε αὐτός τούς ἀπάντησε: Ἀλλά αὐτό ἀκριβῶς τό γεγονός προκαλεῖ θαυμασμό καί ἔκ­πλη­ξη! Ὅτι δηλαδή ἐσεῖς δέν ξέρετε τόν ἄνθρωπο αὐτό ἐάν ἔχει σταλεῖ ἀπό τόν Θεό καί ἀπό ποῦ εἶναι, καί ὅμως αὐτός ὁ ἄγνωστος σέ σᾶς μοῦ ἄνοιξε τά μάτια. 31 Εἶναι ὅμως γνωστό καί τό ξέρουμε ὅλοι ὅτι ὁ Θεός δέν ἀκούει τούς ἁμαρτωλούς. Ἀλλά ἐάν κάποιος σέβεται τόν Θεό καί ἐφαρμόζει τό θέλημά του, αὐτόν ὁ Θεός τόν ἀκούει. 32 Ἀπό τότε πού ἔγινε ὁ κόσμος δέν ἀκούστηκε ποτέ νά ἔχει θεραπεύσει κανείς μάτια ἀνθρώπου πού νά ἔχει γεννη­θεῖ τυφλός. Πρώτη φορά ἔγινε τέτοιο θαῦμα, καί αὐτός πού τό ἔκανε πρέπει νά ἔχει θεϊκή ἀποστολή. 33 Ἐάν ὁ ἄνθρωπος αὐτός δέν ἦταν ἀπεσταλμένος ἀπό τόν Θεό, δέν θά μποροῦσε νά κάνει τίποτε, οὔτε τό παραμικρό θαῦμα. 34 Τοῦ ἀποκρίθηκαν τότε ἐκεῖνοι: Ἐσύ γεννήθηκες βουτηγμένος ὁλόκληρος στήν ἁμαρτία, ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπό τήν τύφλωση πού εἶχες ἀπ’ τήν κοιλιά τῆς μητέρας σου. Καί σύ ὁ ἄθλιος καί ἁμαρτωλός κάνεις τό δάσκαλο σέ μᾶς, πού εἴμαστε οἱ πιό σπουδαγμένοι ἀπ’ ὅλους τούς Ἰουδαίους; Καί τόν πέταξαν ἔξω ἀπ’ τόν τόπο πού συ­­νεδρί­α­­­­­­ζαν, σκοπεύοντας νά τόν ἀφορίσουν καί νά τοῦ ἀπα­γο­­­ρεύσουν νά συμμετέχει πλέον στίς λατρευτικές τελετές τοῦ ναοῦ. 35 Στό μεταξύ ἄκουσε ὁ Ἰησοῦς ὅτι τόν πέταξαν ἔξω γιά τήν παρρησία μέ τήν ὁποία διεκήρυττε τήν ἀλήθεια, καί ἀφοῦ τόν βρῆκε, τοῦ εἶπε: Ἐσύ, ἀντίθετα μέ τούς ἄπι­­στους Ἰουδαίους, πιστεύεις στόν Υἱό τοῦ Θεοῦ;

 36 Κι ἐκεῖνος τοῦ ἀποκρίθηκε: Καί ποιός εἶναι αὐτός, Κύριε, γιά νά τόν πιστέψω; 37 Τοῦ εἶπε τότε ὁ Ἰησοῦς: Μά τόν ἔχεις κιόλας δεῖ μέ τά μάτια σου. Αὐτός πού μιλάει αὐτή τή στιγμή μαζί σου, αὐτός εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ. 38 Τότε ἐκεῖνος εἶπε: Πιστεύω, Κύριε. Καί τόν προσκύνησε ὡς Υἱό τοῦ Θεοῦ καί Κύριο.

 

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Πραξ. ιστ΄16-34

16 Ἐγένετο δὲ πορευομένων ἡμῶν εἰς προσευχὴν παιδίσκην τινὰ ἔχουσαν πνεῦμα πύθωνος ἀπαντῆσαι ἡμῖν, ἥτις ἐργασίαν πολλὴν παρεῖχε τοῖς κυρίοις αὐτῆς μαντευομένη. 17 αὕτη κατακολουθήσασα τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Σίλᾳ ἔκραζε λέγουσα· Οὗτοι οἱ ἄνθρωποι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου εἰσίν, οἵτινες καταγγέλλουσιν ἡμῖν ὁδὸν σωτηρίας. 18 τοῦτο δὲ ἐποίει ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας. διαπονηθεὶς δὲ ὁ Παῦλος καὶ ἐπιστρέψας τῷ πνεύματι εἶπε· Παραγγέλλω σοι ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐξελθεῖν ἀπ’ αὐτῆς. καὶ ἐξῆλθεν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ. 19 Ἰδόντες δὲ οἱ κύριοι αὐτῆς ὅτι ἐξῆλθεν ἡ ἐλπὶς τῆς ἐργασίας αὐτῶν, ἐπιλαβόμενοι τὸν Παῦλον καὶ τὸν Σίλαν εἵλκυσαν εἰς τὴν ἀγορὰν ἐπὶ τοὺς ἄρχοντας, 20 καὶ προσαγαγόντες αὐτοὺς τοῖς στρατηγοῖς εἶπον· Οὗτοι οἱ ἄνθρωποι ἐκταράσσουσιν ἡμῶν τὴν πόλιν Ἰουδαῖοι ὑπάρχοντες, 21 καὶ καταγγέλλουσιν ἔθη ἃ οὐκ ἔξεστιν ἡμῖν παραδέχεσθαι οὐδὲ ποιεῖν Ρωμαίοις οὖσι. 22 καὶ συνεπέστη ὁ ὄχλος κατ’ αὐτῶν. καὶ οἱ στρατηγοὶ περιρρήξαντες αὐτῶν τὰ ἱμάτια ἐκέλευον ῥαβδίζειν, 23 πολλάς τε ἐπιθέντες αὐτοῖς πληγὰς ἔβαλον εἰς φυλακήν, παραγγείλαντες τῷ δεσμοφύλακι ἀσφαλῶς τηρεῖν αὐτούς· 24 ὃς παραγγελίαν τοιαύτην εἰληφὼς ἔβαλεν αὐτοὺς εἰς τὴν ἐσωτέραν φυλακὴν καὶ τοὺς πόδας αὐτῶν ἠσφαλίσατο εἰς τὸ ξύλον. 25 Κατὰ δὲ τὸ μεσονύκτιον Παῦλος καὶ Σίλας προσευχόμενοι ὕμνουν τὸν Θεόν· ἐπηκροῶντο δὲ αὐτῶν οἱ δέσμιοι. 26 ἄφνω δὲ σεισμὸς ἐγένετο μέγας, ὥστε σαλευθῆναι τὰ θεμέλια τοῦ δεσμωτηρίου, ἀνεῴχθησάν τε παραχρῆμα αἱ θύραι πᾶσαι καὶ πάντων τὰ δεσμὰ ἀνέθη. 27 ἔξυπνος δὲ γενόμενος ὁ δεσμοφύλαξ καὶ ἰδὼν ἀνεῳγμένας τὰς θύρας τῆς φυλακῆς, σπασάμενος μάχαιραν ἔμελλεν ἑαυτὸν ἀναιρεῖν, νομίζων ἐκπεφευγέναι τοὺς δεσμίους. 28 ἐφώνησε δὲ φωνῇ μεγάλῃ ὁ Παῦλος λέγων· Μηδὲν πράξῃς σεαυτῷ κακόν· ἅπαντες γάρ ἐσμεν ἐνθάδε. 29 αἰτήσας δὲ φῶτα εἰσεπήδησε, καὶ ἔντρομος γενόμενος προσέπεσε τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Σίλᾳ, 30 καὶ προαγαγὼν αὐτοὺς ἔξω ἔφη· Κύριοι, τί με δεῖ ποιεῖν ἵνα σωθῶ; 31 οἱ δὲ εἶπον· Πίστευσον ἐπὶ τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ σωθήσῃ σὺ καὶ ὁ οἶκός σου. 32 καὶ ἐλάλησαν αὐτῷ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου καὶ πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ. 33 καὶ παραλαβὼν αὐτοὺς ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ τῆς νυκτὸς ἔλουσεν ἀπὸ τῶν πληγῶν, καὶ ἐβαπτίσθη αὐτὸς καὶ οἱ αὐτοῦ πάντες παραχρῆμα, 34 ἀναγαγών τε αὐτοὺς εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ παρέθηκε τράπεζαν, καὶ ἠγαλλιάσατο πανοικὶ πεπιστευκὼς τῷ Θεῷ.

Νεοελληνική Απόδοση

16 Καποτε δε, όταν ημείς επηγαίναμε στον τόπον της προσευχής, μας συνήντησε στον δρόμον μια νεαρά δούλη, που είχε πονηρόν, μαντικόν πνεύμα μέσα της και έδιδε διαφόρους μαντείας επί μέσα της και έδιδε διαφόρους μαντείας επί πληρωμή. Αυτή με τας μαντείας που έδινε, απέδιδε πολλά κέρδη στους κυρίους της. 17 Αυτή, λοιπόν, ηκολούθησε από κοντά τον Παύλον και τον Σιλαν και έκραζε λέγουσα· “αυτοί οι άνθρωποι είναι δούλοι του Θεού του υψίστου, οι οποίοι μας κάνουν γνωστόν τον δρόμον της σωτηρίας”. 18 Αυτό δε έκανε επί πολλάς ημέρας (διότι το πανούργον πονηρόν πνεύμα ήθελε ν’ αποκτήση έτσι την εμπιστοσύνην και εκείνων, που θα επίστευαν στον Χριστόν). Ενοχληθείς δε και οργισθείς ο Παύλος από την πανούργον αυτήν μαρτυρίαν εγύρισε προς την παιδίσκην, που τον ακολουθούσε, και είπε στο πονηρόν πνεύμα· “σε διατάσσω, εν ονόματι του Ιησού Χριστού, να εξέλθης από αυτήν”. Και πράγματι το πονηρόν πνεύμα εβγήκε αμέσως την στιγμήν εκείνην. 19 Οι κύριοι όμως αυτής όταν είδαν, ότι έφυγε η ελπίς της προσοδοφόρου εργασίας των, συνέλαβαν τον Παύλον και τον Σιλαν και τους έφεραν εις την αγοράν προς τους άρχοντας. 20 Και αφού τους ωδήγησαν εμπρός στους στρατηγούς, είπαν· “αυτοί οι άνθρωποι, που είναι Ιουδαίοι, αναστατώνουν τον πόλιν μας· 21 και κηρύττουν θρησκευτικά έθιμα, τα οποία δεν επιτρέπεται ημείς οι Ρωμαίοι να τα παραδεχώμεθα και να τα τηρούμεν”. 22 Και συνεκεντρώθη ο όχλος εναντίον των. Οι στρατηγοί τότε έσχισαν τα ιμάτια των Αποστόλων και διέταξαν τους ραβδούχους να τους ραβδίσουν. 23 Αφού δε τους κατέφεραν πολλά κτυπήματα, τους έβαλαν εις την φυλακήν παραγγείλαντες στον δεσμοφύλακα να τους φρουρή με κάθε ασφάλειαν. 24 Αυτός δε, επειδή έλαβε μίαν τέτοιαν αυστηράν εντολήν, έρριψε αυτούς στο βαθύτερον κελλί των φυλακών και έδεσε τα πόδια των εις ένα ειδικόν ξύλον, ώστε να τους είναι αδύνατος κάθε κίνησις. 25 Κατά το μεσονύκτιον όμως ο Παύλος και ο Σιλας προσηύχοντο και έψαλλαν ύμνους προς τον Θεόν. Τους ήκουον δε με προσοχήν οι φυλακισμένοι. 26 Και αίφνης έγινε μεγάλος σεισμός, ώστε εκλονίσθησαν τα θεμέλια της φυλακής. Ανοίχτηκαν δε αμέσως μόναι των όλαι αι θύραι και όλων των φυλακισμένων τα δεσμά έπεσαν. 27 Καθώς δε εξύπνησε ο δεσμοφύλαξ από τον σεισμόν και είδε αναικτάς τας θύρας της φυλακής, ανέσυρε μάχαιραν και ητοιμάζετο να αυτοκτονήση, διότι ενόμισεν ότι είχαν δραπετεύσει οι φυλακισμένοι. 28 Ο Παύλος όμως εφώναξε με μεγάλην φωνήν λέγων· “μη κάμης κανένα κακόν κατά του εαυτού σου· διότι όλοι ανεξαιρέτως οι φυλακισμένοι είμεθα εδώ”. 29 Αφού δε εζήτησε φώτα ο δεσμοφύλαξ, εισώρμησε εις την φυλακήν και είδε, όπως του είχε πει ο Παύλος, όλους τους φυλακισμένους εκεί, εκατάλαβε αμέσως το θαύμα, εκυριεύθηκε από τρόμον και έπεσε εις τα πόδια του Παύλου και του Σιλα. 30 Και αφού τους έβγαλε έξω από το βαθύ κελλί, εις την αυλήν της φυλακής, τους είπε· “κύριοι, τι πρέπει να κάμω, δια να εύρω και εγώ την σωτηρίαν;” 31 Και εκείνοι του είπαν· “πίστευσε συ στον Κυριον Ιησούν Χριστόν και θα σωθής συ και όλο σου το σπίτι”. 32 Και εκήρυξαν εις αυτόν τον λόγον του Κυρίου και εις όλους όσοι ήσαν στο σπίτι του. 33 Και αφού τους επήρε εκείνην την ώραν της νυκτός, τους έλουσε από τα αίματα των πληγών των. Και αμέσως εβαπτίσθηκε αυτός και όλοι οι δικοί του. 34 Και αφού τους ανέβασε στο σπίτι του, παρέθεσε τράπεζαν φαγητών και εδοκίμασε μεγάλην χαράν μαζή με όλην την οικογένειάν του, επειδή ακριβώς είχε πιστεύσει στον Θεόν.

       *******************************************

 

ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ

1. Τὰ ὄργανα τοῦ διαβόλου
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος μὲ τοὺς συν­εργούς του βρέθηκαν στοὺς Φιλίππους τῆς Μακεδονίας. Κήρυξαν τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ βάπτισαν τοὺς πρώτους Χριστιανούς, μεταξὺ τῶν ὁποίων πρώτη τὴν ἁγία Λυδία. Κάποια ἡμέρα τοὺς συνάντησε ἐκεῖ μία νεαρὴ δούλη, ἡ ὁποία εἶχε «πνεῦμα πύθωνος», δηλαδὴ μαντικό, δαιμονικὸ πνεῦμα, καὶ ἀπέφερε πολλὰ κέρδη στὰ ἀφεντικά της μὲ τὶς μαντεῖες ποὺ ἔκανε. Βλέποντας τώρα τοὺς Ἀποστόλους, ἄρχισε νὰ τοὺς ἀκολουθεῖ καὶ νὰ διαλαλεῖ ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἶναι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου καὶ μᾶς δείχνουν τὸν δρόμο τῆς σωτηρίας. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ὁ διάβολος ἤθελε νὰ ἀποσπάσει τὴν ἐμπιστοσύνη τῶν ἀνθρώπων καὶ κατόπιν νὰ τοὺς παρασύρει στὴν πλάνη. Γι᾿ αὐτὸ ὁ ἀπόστολος Παῦλος στράφηκε πρὸς τὴ μάντισσα καὶ διέταξε τὸ πονηρὸ πνεῦμα νὰ φύγει ἀπὸ αὐτήν. Τὴν ἴδια στιγμὴ ἐκεῖνο, μὲ τὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ, ἐξῆλθε.
Δυστυχῶς καὶ στὴ δική μας ἐποχὴ ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ καταφεύγουν σὲ μάγισσες, χαρτορίχτρες, καφετζοῦδες, ἀστρολόγους, πνευματιστὲς καὶ ἄλλους παρόμοιους, οἱ ὁποῖοι ἐπικαλοῦνται δαιμονικὰ πνεύματα. Ἀνυποψίαστοι οἱ ἄνθρωποι κάνουν τὸ ὀλέθριο λάθος νὰ ζητοῦν βοήθεια ἀπὸ τὰ ὄργανα αὐτὰ τῶν δαιμόνων, γιὰ νὰ μάθουν δῆθεν τὸ μέλλον, ἢ νὰ βροῦν λύση στὰ προβλήματά τους, ἢ νὰ ἐπικοινωνήσουν τάχα μὲ τοὺς κεκοιμημένους τους, προσ­φέροντας μάλιστα ἀκριβὰ ἀνταλλάγματα. Πέρα ἀπὸ τὰ χρήματα, τὸ κυριότερο, ἐκχωροῦν δικαιώματα στὰ ἀκάθαρτα πνεύματα νὰ ἐξουσιάζουν τὴν ψυχή τους. Ἂς μὴν παίζουμε μὲ τὴ φωτιά! Ἂς μὴ δεχόμαστε ὡς «εὐεργέτη» μας τὸν διάβολο! Μόνο τὰ ἱερὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας προστατεύουν, ἁγιάζουν καὶ σώζουν τὸν ἄνθρωπο καὶ ὄχι τὰ ὄργανα τοῦ διαβόλου!
2. Δοξολογία γιὰ ὅλα
Τὰ ἀφεντικὰ τῆς δούλης, βλέποντας ὅτι ἔχασαν πλέον τὸ μέσο τοῦ πλουτισμοῦ τους, συκοφάντησαν τοὺς Ἀποστόλους στοὺς στρατηγοὺς τῆς πόλεως καὶ ξεσήκωσαν ἐναντίον τους τὸν λαό. Οἱ στρατηγοί, ἀφοῦ μαστίγωσαν καὶ χτύπησαν ἐπὶ πολλὴ ὥρα τὸν Παῦ­λο καὶ τὸν Σίλα, τοὺς ἔριξαν στὴν πιὸ βαθιὰ φυλακὴ καὶ τοὺς ἔδεσαν σφιχτά, ὥστε νὰ μὴν μποροῦν οὔτε στὸ ἐλάχιστο νὰ μετακινηθοῦν. Ἐκεῖ λοιπόν, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς νύχτας, στὶς ἄθλιες αὐτὲς συνθῆκες καὶ μετὰ ἀπὸ τὴ φρικτὴ ταλαιπωρία τῶν βασανι­στηρίων οἱ Ἀπόστολοι ξεσποῦν· ὄχι σὲ ἐ­πα­νάσταση, μὲ φωνές, βρισιὲς καὶ κα­­τάρες. Ξεσποῦν σὲ προσευχή, καὶ ὄχι σὲ ἁπλὴ προσευχή· σὲ δοξολογία· σὲ ἕναν ὑπέροχο ὕμνο δοξολογίας. Δὲν τοὺς κατέβαλε ἡ νύστα, γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Δὲν τοὺς λύγισε ὁ πόνος, οὔτε τοὺς ἔφερε σὲ ἀδιέξοδο ὁ φόβος. «Ἀλλ᾿ αὐτὰ δὴ ταῦτα πολλῷ μᾶλλον ἦν τὰ διεγείροντα αὐτούς, καὶ ἡδονῆς πληροῦντα πολ­λῆς» (PG 60, 257). Ἀλλὰ ἀκριβῶς αὐτὰ ἦταν ποὺ τοὺς ξεσήκωναν πολὺ περισσότερο καὶ τοὺς γέμιζαν μὲ πνευματικὴ εὐφροσύνη.
Ὁποιαδήποτε δοκιμασία, ὅσο δυσάρεστη κι ἂν εἶναι, δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἐμποδίζει ἀπὸ τὴν προσευχὴ καὶ μάλιστα ἀπὸ τὴ δοξολογία. Ἂς δοξάζουμε τὸν Θεὸ γιὰ ὅ,τι ἐπιτρέπει στὴ ζωή μας. Ἂς Τὸν δοξάζουμε, ἀκόμη καὶ μέσα στὶς θλίψεις καὶ στὰ προβλήματα. «Ἐν παντὶ εὐχαριστεῖτε» (Α΄ Θεσ. ε΄ 18), μᾶς προτρέπει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Γιὰ ὅλα νὰ εὐχαριστεῖτε τὸν Θεό· τόσο γιὰ τὰ εὐχάριστα, ὅσο καὶ γιὰ τὰ δυσάρεστα. Διότι ὅλα εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς φροντίδας του. Ὅλα εἶναι καρπὸς τῆς ἴδιας θεϊκῆς ἀγάπης.
3. Τὸ σημαντικότερο ἐρώτημα
Τὴ στιγμὴ ποὺ οἱ δύο Ἀπόστολοι δοξολογοῦσαν τὸν Θεό, ἔγινε μεγάλος σεισμός, ὁ ὁποῖος συντάραξε συθέμελα τὴ φυλακή. Ἄνοιξαν ὅλες οἱ πόρτες καὶ λύθηκαν ὅλα τὰ δεσμὰ τῶν κρατουμένων. Ὁ δεσμοφύλακας, φοβούμενος ὅτι εἶχαν δραπετεύσει οἱ φυλακισμένοι, ἐπιχείρησε νὰ αὐτοκτονήσει. Τὸν ἀπέτρεψε ὁ ἀπόστολος Παῦλος διαβεβαιώνοντάς τον ὅτι δὲν εἶχε φύγει κανείς. Ὁ δεσμοφύλακας τότε συνετρίβη, ἔπεσε στὰ πόδια τῶν Ἀποστόλων καὶ τοὺς ἀπηύθυνε τὸ ἐρώτημα: «Κύριοι, τί με δεῖ ποιεῖν ἵνα σωθῶ;» Τί πρέπει νὰ κάνω γιὰ νὰ κερδίσω τὴ σωτηρία; Οἱ Ἀπόστολοι τὸν προέτρεψαν νὰ πιστέψει στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, κατήχησαν κατόπιν τὸν ἴδιο καὶ τὴν οἰκογένειά του καὶ τοὺς βάπτισαν.
Τὸ ἐρώτημα τοῦ δεσμοφύλακα εἶναι ὅ,τι σημαντικότερο μπορεῖ νὰ ἀπασχολήσει τὸν ἄνθρωπο κατὰ τὸ σύντομο πέρασμά του ἀπὸ τὴ γῆ: «Τί πρέπει νὰ κάνω γιὰ νὰ σωθῶ;» Ἡ δὲ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα αὐτὸ δὲν εἶναι μόνο γενική, ἀλλὰ ἔχει καὶ προσωπικὸ χαρακτήρα γιὰ τὸν καθένα. Ἀνάμεσα λοιπὸν στὰ πολλὰ ζητήματα ποὺ ἀπασχολοῦν καθημερινὰ τὴ σκέψη μας, στὰ προβλήματα ποὺ καλούμαστε νὰ ἐπιλύσουμε, στὰ ἐρωτήματα γιὰ τὰ ὁποῖα ἀναζητοῦμε ἀπαντήσεις, τὸ πρώτιστο, τὸ κυριότερο καὶ πιὸ σπουδαῖο ποὺ πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολεῖ εἶναι τὸ ζήτημα τῆς σωτηρίας μας. «Τί πρέπει νὰ κάνω γιὰ νὰ σωθῶ;» Δὲν ὑπάρχει κρισιμότερο ἐρώτημα. Διότι δὲν ἀφορᾶ μόνο στὴν ἐπίγεια ζωή μας, ἀλλὰ κυρίως στὴν πορεία μας πρὸς τὴν αἰωνιότητα. Ἂς ἀνταποκρινόμαστε σὲ ὅ,τι ὁ Κύριος περιμένει ἀπὸ ἐμᾶς, γιὰ νὰ μᾶς τὴ χαρίσει.
       *******************************************

Τετάρτη 13 Μαΐου 2026

Μητροπολίτης Πειραιώς: ΣΧΟΛΙΟ ΣΤΗΝ ΣΥΜΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ «ΠΑΠΑ» ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΓΓΛΙΚΑΝΗΣ «ΠΡΙΜΑΤΟΥ».

 

Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιώς ενημερώνει:

ΣΧΟΛΙΟ ΣΤΗΝ ΣΥΜΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ «ΠΑΠΑ» ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΓΓΛΙΚΑΝΗΣ «ΠΡΙΜΑΤΟΥ»


 

Τρίτη 12 Μαΐου 2026

Ο Πειραιάς υποδέχθηκε την τιμία χείρα του Αγίου Δημητρίου Γκαγκαστάθη

 ipodoxi gkagkastathi pirea 1

Πειραιάς - Ιάσονας Ντικούλης


Με τη δέουσα μεγαλοπρέπεια και τις προβλεπόμενες εκκλησιαστικές τιμές, η πόλη και η Ιερά Μητρόπολη Πειραιώς υποδέχθηκαν σήμερα, Τρίτη 12 Μαΐου 2026, την Τιμία Χείρα του Αγίου Δημητρίου Γκαγκαστάθη.

Το ιερό σέβασμα έφτασε στο Πειραιά στο πλαίσιο των εορταστικών εκδηλώσεων «ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΕΙΑ 2026» του Μητροπολιτικού Ιερού Ναού Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Πειραιώς.

Την Τιμία Χείρα μετέφερε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Τρίκκης κ. Χρυσόστομος, ενώ την υποδέχθηκαν στα πρόπυλα του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιώς ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιώς κ. Σεραφείμ, συμπαραστατούμενος από τον Θεοφιλέστατο Επίσκοπο Αχελώου κ. Νήφωνα.

Μετά την τέλεση της δέησης, σχηματίστηκε λιτανευτική πομπή προς τον Μητροπολιτικό Ναό, όπου πραγματοποιήθηκε πανηγυρική Δοξολογία.

Στην ακολουθία χοροστάτησε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Τρίκκης, συγχοροστατούντων του Μητροπολίτου Πειραιώς και του Επισκόπου Αχελώου.

Τους Αρχιερείς πλαισίωσαν ο Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος της Ι.Μ. Πειραιώς, Πρωτοπρεσβύτερος π. Ιωάννης Παναγιώτου, ο Ιεροκήρυκας της Ι.Μ. Τρίκκης π. Αχίλλειος Τσούτσουρας, καθώς και πλειάδα ιερέων.

Στην προσλαλιά του, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιώς κ. Σεραφείμ εξέφρασε τη βαθιά του ευγνωμοσύνη προς τον Μητροπολίτη Τρίκκης για τη μεγάλη ευλογία της μετακομιδής του ιερού λειψάνου.

Παραλλήλισε μάλιστα τον βίο του Αγίου Δημητρίου με εκείνον του πολιούχου του Πειραιά, Αγίου Σπυρίδωνος, σημειώνοντας πως αμφότεροι υπήρξαν συλλειτουργοί των Αγίων Αγγέλων.

Ανέφερε χαρακτηριστικά πως «η αγάπη του στους Αρχιστρατήγους Μιχαήλ και Γαβριήλ ήταν εκείνη που τον διέσωσε» από όσους επεδίωκαν τον φυσικό του εξοντωτισμό.

Ο Σεβασμιώτατος υπογράμμισε πως το έργο της Χάριτος συνεχίζεται αδιαλείπτως μέσα στον λαό του Θεού, αναδεικνύοντας νέους Αγίους.

Κλείνοντας, υπενθύμισε ότι ο Άγιος Δημήτριος Γκαγκαστάθης υπήρξε πολύτεκνος ιερέας και πατέρας εννέα θυγατέρων, ευχόμενος η βιοτή του να αποτελεί πρότυπο και πηγή έμπνευσης για τη σύγχρονη ιερατική πορεία.

Από την πλευρά του, ο Μητροπολίτης Τρίκκης κ. Χρυσόστομος τόνισε: «Είναι μεγάλη ευλογία να ξεκινούν τα φετινά "ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΕΙΑ" με την έλευση της χειρός του Αγίου Δημητρίου, του εκ Πλατάνου Τρικάλων καταγομένου».

Ευχαρίστησε επίσης τον Μητροπολίτη Πειραιώς, υπενθυμίζοντας τη συμβολή του ως Συνοδικού Μητροπολίτου στη διαδικασία αγιοκατατάξεως του Αγίου από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Η Τιμία Χείρα θα παραμείνει για προσκύνημα στον Μητροπολιτικό Ναό έως τις 23 Μαΐου 2026.

Την ημέρα εκείνη, θα πραγματοποιηθεί η υποδοχή της Τιμίας Κάρας του Αγίου Γερβασίου από την Ιερά Μητρόπολη Πατρών, την οποία θα κομίσει ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πατρών κ. Χρυσόστομος.

ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ ΓΙΑ ΤΟ ΣΧΕΤΙΚΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ

Αρχιερατικό Συλλείτουργο στις κατασκηνώσεις της Ι.Μ. Πειραιώς

 Αρχιερατικό Συλλείτουργο στις κατασκηνώσεις της Ι.Μ. Πειραιώς

Μέσα σε αναστάσιμο κλίμα και παρουσία πλήθους πιστών τελέστηκε σήμερα, Κυριακή της Σαμαρείτιδος, 10 Μαΐου 2026, Αρχιερατικό Συλλείτουργο στον Ιερό Ναό Αγίων Θεοδώρων, στις κατασκηνώσεις της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς στην Παιανία.

Στον κατάμεστο από νωρίς το πρωί Ιερό Ναό τελέστηκε Αρχιερατικό Συλλείτουργο, προεξάρχοντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Πειραιώς κ. Σεραφείμ και συλλειτουργούντος του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Αχελώου κ. Νήφωνος.

Κατά τη διάρκεια του κηρύγματός του, ο Σεβασμιώτατος αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στα βαθιά και ουσιώδη μηνύματα που μας προσφέρει η ευαγγελική περικοπή που περιγράφει τη συνάντηση του Κυρίου με τη Σαμαρείτισσα στο φρέαρ του Ιακώβ.

Αρχικά ο Σεβασμιώτατος δοξολόγησε τον Πανάγιο Θεό μας και εξέφρασε τις ευχαριστίες του για το γεγονός της συναντήσεως όλων «σε αυτόν τον όμορφο χώρο που μας χάρισε η αγάπη» του αειμνήστου γέροντος Μητροπολίτου πρώην Πειραιώς κυρού Καλλινίκου «και η μεγάλη δωρεά» του αειμνήστου Μητροπολίτου Σισανίου και Σιατίστης κυρού Πολυκάρπου Λιώση.

Σε άλλο σημείο τόνισε: «Δοξάζουμε τον Κύριο για αυτή τη μεγάλη δωρεά, του να αποτελούμε όλοι μέλη του Σώματός Του και να απολαμβάνουμε αυτή την κοινωνία με τον Θεό και ανάμεσά μας», είπε χαρακτηριστικά ο Σεβασμιώτατος, υπογραμμίζοντας πως «είμαστε εδώ, σε ένα τόπο που είναι δικός μας. Ανήκει σε όλους μας. Είναι η προέκταση των Ενοριών μας και της Αγίας μας Εκκλησίας».

Στη συνέχεια αναφερόμενος στην ευαγγελική περικοπή της ημέρας, σημείωσε πως «μπορούμε να αντλήσουμε ένα πλήθος ιερών νοημάτων και ιερών παροτρύνσεων», επισημαίνοντας χαρακτηριστικά: «Τι να πρωτοθαυμάσει κανείς; Την απαλή αγάπη του Κυρίου; Την κατάλυση όλων των στερεοτύπων και των διαιρέσεων και διακρίσεων; Την ύψωση της γυναίκας ως συνομιλητού του Θεού σε μια εποχή βαθιάς πνευματικής συγχύσεως και απολύτου αποδιώξεως του γυναικείου φύλου; Την αποκάλυψη του Θεού ότι είναι Πνεύμα που λατρεύεται ‘’εν πνεύματι και αληθεία’’; Την απαλή θεραπεία της αμαρτωλής εκείνης τέως Σαμαρείτιδος γυναικός και νυν παγκοσμίου ιεραποστόλου και μάρτυρος της Εκκλησίας, της Αγίας Ενδόξου Φωτεινής; Την υπέρβαση της εκζητήσεως των χοϊκών πραγμάτων από την ιδία;».

«Ο Κύριος, υπερβαίνοντας τις διαιρέσεις και διακρίσεις, της είπε: αν ήξερες ποιος είναι αυτός που σου μιλάει, εσύ θα ζητούσες νερό να πιεις». «Νερό αθάνατο, που όποιος πιει δεν ξαναδιψάει ποτέ», είπε ακολούθως, σημειώνοντας πως η Σαμαρείτιδα γυναίκα «ζητούσε την προσωπική της εξυπηρέτηση».

«Ζήτησε την αποφυγή του κόπου να πηγαίνει και να έρχεται και να κουβαλάει το νερό». «Και εμείς το ίδιο περίπου δεν ζητάμε από τον Θεό; Πολλές φορές ζητάμε την υγεία μας, ζητάμε την πρόοδο των παιδιών μας, ζητάμε την καλή πορεία της εργασίας μας, ζητάμε την επιτυχία μας, ζητάμε την ευτυχία μας και το καλό μας. Είναι παράλογο αυτό; Όχι ασφαλώς», ανέφερε ο Σεβασμιώτατος, υπογραμμίζοντας, όμως παράλληλα, πως «δεν είναι, όπως απεδείχθη από τη συνομιλία του Κυρίου με τη Σαμαρείτιδα, ο σκοπός ο μέγιστος που πρέπει να συνέχει και να συγκροτεί τα αιτήματά μας προς τον Θεό», υπογράμμισε ο Σεβασμιώτατος.

«Θαυμάζει κανείς αυτή την ευγένεια του Κυρίου», είπε σε άλλο σημείο του κηρύγματός του ο Σεβασμιώτατος, εξηγώντας πως «Αυτός είναι ο Θεός: ο πράος ο ταπεινός τη καρδία. Ευγενής, Κύριος».

«Με πόση ευγένεια της μιλάει, για να της δείξει βήμα – βήμα το πρόβλημά της και να τη βοηθήσει να φτάσει στο μέγιστο και ύψιστο αγαθό που έφτασε. Να ζητήσει μόνο Εκείνον και μέσα από Εκείνον τα πάντα», πρόσθεσε.

Στη συνέχεια σημειώνοντας πως ο Κύριος δεν καταδίκασε τη Σαμαρείτιδα γυναίκα, «όπως τυχόν μπορεί να κάναμε εμείς οι δήθεν δίκαιοι, οι δήθεν άγιοι» για το γεγονός ότι δεν είχε πραγματικούς συζύγους, επεσήμανε το μέγεθος της ευγένειας, της στοργής και της καλοσύνης που «έχει ο Πανάγιος Θεός. Αβόλιστος ωκεανός Θείου ελέους και οικτιρμών. Και η Σαμαρείτιδα συγκλονίστηκε από το πώς ένας ξένος άνθρωπος Ιουδαίος, ξέρει και τα βύθια και μύχια της υπάρξεώς της», όπως χαρακτηριστικά είπε.

«Ξεχνάει την προσωπική της εξυπηρέτηση, ξεχνάει το αίτημά της».

«Ξεχνάει τους κόπους να πηγαίνει και να έρχεται κουβαλώντας τη στάμνα με το νερό», πρόσθεσε ο Σεβασμιώτατος, επισημαίνοντας παράλληλα πως ο Κύριος αποκαλύπτει στη γυναίκα αυτή «το ‘’είναι’’ του Θεού».

«Της αποκαλύπτει ότι ο Θεός είναι Πνεύμα που δεν κατοικεί σε χειροποίητα πράγματα, αλλά μόνο μέσα σε πνεύμα, σε ψυχές. Εκεί λατρεύεται ‘’εν πνεύματι και αληθεία’’. Δηλαδή της αποκαλύπτει το Τρισυπόστατο του Παναγίου Θεού. Ότι η αληθινή λατρεία του Θεού γίνεται δια του Αγίου Πνεύματος και της αληθείας που είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Ο Θεός λατρεύεται δια της Ορθοδόξου πίστεως, για αυτό η πίστις είναι ο πολυτιμότερος θησαυρός της υπάρξεως και της εν πνεύματι Χάριτος του Παναγίου Θεού. Της Χάριτος που μεταβάλλει το ψωμί και το κρασί σε Σώμα και Αίμα Χριστού».

«Ερχόμεθα στον Ναό και σηκώνουμε τα μάτια μας και τις καρδιές μας στον Κύριο, όχι για να μας γεμίσει ένα καλάθι με δώρα», «αλλά για να μας δώσει τον εαυτόν Του. Να μας χαρίσει το πάντιμον και μεγαλοπρεπές Πρόσωπόν Του, να μας δωρίσει το ‘’είναι’’ Του. Να μας κάνει κατά Χάριν υιούς και θυγατέρες της Βασιλείας Του», είπε στη συνέχεια, υπογραμμίζοντας πως «το πρώτιστο είναι να ζητήσουμε Εκείνον. Εκείνον που είναι ο θησαυρός που περιέχει τα πάντα. Αυτό είναι το μήνυμα της σημερινής ευαγγελικής περικοπής και η Αγία Φωτεινή μας δείχνει το δρόμο. Ζήτησε το νερό που όποιος το πιει δεν ξαναδιψάει. Έφτασε στην επίγνωση ότι αυτός που της μιλάει είναι ο Κύριος, ο αναμενόμενος Μεσσίας. Παρατάει τα αιτήματά της και τη στάμνα της εκεί και τρέχει να κηρύξει τον Χριστό».

«Πρέπει να ζητούμε Εκείνον τον αιώνιο Κύριο που είναι η πηγή των Χαρίτων και των ευλογιών και όλα τα άλλα θα μας χαριστούν από την αγάπη Του», είπε ολοκληρώνοντας το κήρυγμά του ο Σεβασμιώτατος, επισημαίνοντας πως «η Χάρις δεν είναι κήρυγμα, δεν είναι εξιστόρηση. Είναι ζωή, είναι μετοχή, είναι εμπειρία και καλούμεθα αυτήν την εμπειρία να τη ζήσουμε, αποθέμενοι τα πάθη, τις κακίες, τα ψεύδη, τις ανισορροπίες και τις αστάθειες», έκλεισε τον λόγο του ο Μητροπολίτης Πειραιώς.

Μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας, το Γραφείο Νεότητος παρέθεσε πρωινό για όλους.

Λίγο αργότερα ξεκίνησε για τα παιδιά των Κατηχητικών Συντροφιών ένα υπέροχο πρόγραμμα αθλητικών δράσεων και κατασκηνωτικών παιχνιδιών στους χώρους της κατασκήνωσης.

Τα παιδιά είχαν την ευκαιρία να γνωρίσουν μέσα από το παιχνίδι τους χώρους της κατασκήνωσης αλλά και στιγμές από το καθημερινό πρόγραμμα και τις δραστηριότητες που πραγματοποιούνται στις περιόδους.

Την ίδια ώρα οι γονείς ταξίδευαν μέσα από φωτογραφίες και βίντεο στην ιστορία, τη ζωή, το έργο και την εξέλιξη της Κατασκήνωσης της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς.

Μετά το πέρας των δραστηριοτήτων, την ευθύνη των οποίων είχαν οι αρχηγοί των κατασκηνωτικών περιόδων της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς, πραγματοποιήθηκε η απονομή των κυπέλλων για το διενοριακό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου, που πραγματοποιήθηκε για ακόμη μία χρονιά.

Η απονομή πραγματοποιήθηκε απο τον Θεοφιλέστατο Επίσκοπο Αχελώου κ.κ.Νήφων, Πρωτοσύγκελλο και Διευθυντή του Γραφείου Νεότητος της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς.

Η ημέρα έκλεισε με μεσημεριανό γεύμα για όλους, κατασκηνωτικά τραγούδια και παραδοσιακούς χορούς.

Αποχαιρετώντας την όμορφη αυτή ημέρα, ο Σεβασμιώτατος ευχαρίστησε τόσο τον Θεοφιλέστατο Επίσκοπο Αχελώου κ. Νήφωνα, βοηθό Επίσκοπο και Πρωτοσύγκελλο της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς, όσο και τον Πρωτοπρ. Ιωάννη Παναγιώτου, Γενικό Αρχιερατικό Επίτροπο της τοπικής Εκκλησίας, για την άρτια οργάνωση της όλης δράσεως.

ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ ΓΙΑ ΤΟ ΣΧΕΤΙΚΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ

 


 

Σάββατο 9 Μαΐου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ 10 ΜΑΪΟΥ 2026 ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ (Ιω. δ΄ 5-42) (Πραξ. ια΄ 19-30)

 

" Ο Λόγος του Θεού στον Λαό του Θεού¨


Στους ορίζοντες της αλήθειας

«Πνεῦμα ὁ Θεός, καί τούς προσκυνοῦντας αὐτόν ἐν πνεύματι καί ἀληθεία δεῖ προσκυνεῖν»

 Η ανακάλυψη του βαθύτερου νοήματος της ζωής περνά μέσα από την αλήθεια της Εκκλησίας, όπως μάς την αποκαλύπτει ο ίδιος ο Κύριος. Η σημερινή ευαγγελική περικοπή μάς βάζει ακριβώς μπροστά από αυτή τη μεγάλη πρόκληση. Να ανοίξουμε τον εαυτό μας, να τον καταστήσουμε διάφανο, για να δεχθεί τη μεγάλη αλήθεια της ζωής, η οποία είναι εκείνη που σώζει και ανεβάζει τον άνθρωπο στις πιο ψηλές πνευματικές κορυφογραμμές.

 Χρονικά και εορτολογικά βρισκόμαστε στο μέσο περίπου της πορείας μας προς την Πεντηκοστή. Είναι ίσως η πιο κατάλληλη στιγμή για να γίνουμε κοινωνοί της αποκάλυψης που ο ίδιος ο Κύριος κάνει στη συνάντηση του με τη Σαμαρείτιδα.

   Ότι δηλαδή ο ίδιος είναι το «ύδωρ το ζων, το αλλόμενον εις ζωήν αιώνιον». Μια αλήθεια, η οποία επιβάλλεται να αγγίξει υπαρκτικά τον άνθρωπο και να τον ανυψώσει,  να τον μεταρσιώσει πνευματικά.

Χριστοειδής ανύψωση

   Ο Χριστός, στο πρόσωπο της γυναίκας εκείνης, της Σαμαρείτιδας – η οποία ήταν και αλλοεθνής και κουβαλούσε κοινωνικά και εθνικά στίγματα – συναντά τον κάθε άνθρωπο, τον καθένα από μας ξεχωριστά. Μάς αποκαλύπτει συγκλονιστικές αλήθειες. Δεν είναι απλά μια περίπτωση ενός Ιουδαίου που συζητά με μια Σαμαρείτισσα. Είναι ο Υιός του Θεού, ο Σωτήρας του κόσμου που επικοινωνεί με όλους. Ακόμα και με τους πιο περιφρονημένους του κόσμου, για να προσφέρει αφειδώλευτα την αγάπη και την Χάρη του.


   Η αλήθεια του, που είναι η ίδια η ζωή, ρέει από την παρουσία του ως ύδωρ ζων που ξεδιψά πραγματικά τον κάθε άνθρωπο, όσο κουρασμένος, όσο ταλαιπωρημένος και αν αυτός είναι. Καταξιώνει τον καθένα μας ως «πρόσωπο», με την ιδιαίτερη αξία και πνευματική αρχοντιά του. Αγγίζει όμως πιο πολύ το σημερινό άνθρωπο που περιπλανάται από αδιέξοδο σε αδιέξοδο και βρίσκεται μονίμως αποπροσανατολισμένος, χωρίς την πυξίδα της ζωής, που είναι ο ίδιος ο Χριστός και η Εκκλησία του. Η ισχυρή βεβαιότητα που έχουμε από την ευαγγελική αλήθεια είναι ότι ο Χριστός περιμένει σε κάθε στιγμή της ζωής μας για να μάς συναντήσει.

  Σύμφωνα με την Αποκάλυψη «ιδού έστηκα επί την θύραν και κρούω». Μας καλεί όλους και τον καθένα ξεχωριστά, προσωπικά. «Τα ίδια πρόβατα φωνεί κατ΄ όνομα», για να γίνουμε δέκτες της προσφοράς της θεϊκής του αγάπης.

Στο πηγάδι της ζωής

Ο Χριστός κάθεται στο πηγάδι του Ιακώβ και συζητεί με τη Σαμαρείτιδα, την άγνωστη, τη στιγματισμένη και ανώνυμη μέχρι τότε εκείνη γυναίκα. Της ζητά νερό. Ο Κύριος ζητά από όλους μας να κάνουμε κάποιες κινήσεις, ενέργειες. Ζητά την αντιπροσφορά της δικής μας αγάπης για να αποτολμήσουμε την έξοδο από το εγώ και τον ατομικισμό μας.

Ιδιαίτερα μάλιστα σήμερα που έχουμε εγκαταλείψει άσπλαχνα τον εαυτό μας στα ασφυκτικά γρανάζια της εγωκεντρικότητας, η ανταπόκρισή μας στην πρόσκληση του Κυρίου να συναντηθούμε μαζί του και να ξεδιψάσουμε από την αλήθεια του, είναι άκρως σημαντική, σωτήρια.

Το ύδωρ το ζων

  Όπως και εμείς πολλές φορές σήμερα, έτσι και η Σαμαρείτισσα τότε λειτούργησε στην αρχή περισσότερο νοησιαρχικά, όταν ο Χριστός της ζήτησε νερό που αντλούσε από το βαθύ πηγάδι. Το μυαλό υπέβαλλε ότι ο Ιουδαίος είναι εχθρός και σε καμιά περίπτωση δεν άξιζε της οποιασδήποτε προσφοράς.

  Ο Χριστός όμως θέλει να γκρεμίσει τα οποιαδήποτε ανθρώπινα τείχη ανεγείρονται για να εμποδίζουν την πρόσβαση στην αλήθεια. Θέλει να της προσφέρει το αληθινό φως της ζωής. Μέσω του διαλόγου που ανοίγει μαζί της, δίνει τη δυνατότητα στη γυναίκα να συναισθανθεί την ψυχική της κατάσταση, την αμαρτωλότητά της. Έτσι οδηγείται στο γκρέμισμα του τείχους του εγωισμού που ήταν μέχρι τότε αδιαπέραστο. Σε σημείο μάλιστα που βλέπει τώρα καθαρά, με τα μάτια της ψυχής της. Αναγνωρίζει, λοιπόν, τις προφητικές ικανότητες του συνομιλητή της. Καταξιώνεται περαιτέρω να γίνει δέκτης της πιο μεγάλης αποκάλυψης: της Θεότητας του Κυρίου. «Εγώ ειμί ο λαλών σοι».

Αγαπητοί αδελφοί, ο Χριστός αυτό που μας ζητά είναι ν’ ανοίξουμε την καρδιά μας για να δεχόμαστε την αγάπη του. Όταν την ύπαρξή μας καταυγάζει η θεία παρουσία τότε αισθανόμαστε την ανάγκη να λατρεύουμε αληθινά τον Θεό. Η αληθινή λατρεία, όπως μας διαβεβαιώνει ο Χριστός είναι η «εν Πνεύματι και αληθεία».

  Είναι η γεύση ότι η ύπαρξη μας ανακαινίζεται από την παρουσία της αγάπης του. Μεταβάλλεται σε Χριστοειδή, με όλη την πνευματική ακτινοβολία που εκπέμπει. Ειδικότερα με τη συμμετοχή μας στο Ευχαριστιακό Δείπνο, μπορούμε ν’ αναφωνούμε με βεβαιότητα: «Είδομεν το φως το αληθινόν».                  

Χριστάκης Ευσταθίου,

Θεολόγος

Κυριακὴ τῆς Σαμαρείτιδος – Εὐαγγελικὸ καί Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 10 Μαΐου 2026

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ιω. δ΄ 5-42

5 ἔρχεται οὖν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχὰρ, πλησίον τοῦ χωρίου ὃ ἔδωκεν Ἰακὼβ Ἰωσὴφ τῷ υἱῷ αὐτοῦ. 6 ἦν δὲ ἐκεῖ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. ὁ οὖν Ἰησοῦς κεκοπιακὼς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας ἐκαθέζετο οὕτως ἐπὶ τῇ πηγῇ· ὥρα ἦν ὡσεὶ ἕκτη. 7 ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ἀντλῆσαι ὕδωρ. λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Δός μοι πιεῖν. 8 οἱ γὰρ μαθηταὶ αὐτοῦ ἀπεληλύθεισαν εἰς τὴν πόλιν, ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. 9 λέγει οὖν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις· Πῶς σὺ Ἰουδαῖος ὢν παρ’ ἐμοῦ πιεῖν αἰτεῖς, οὔσης γυναικὸς Σαμαρείτιδος; οὐ γὰρ συγχρῶνται Ἰουδαῖοι Σαμαρείταις. 10 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· Εἰ ᾔδεις τὴν δωρεὰν τοῦ Θεοῦ καὶ τίς ἐστιν ὁ λέγων σοι, δός μοι πιεῖν, σὺ ἂν ᾔτησας αὐτὸν, καὶ ἔδωκεν ἄν σοι ὕδωρ ζῶν. 11 λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, οὔτε ἄντλημα ἔχεις, καὶ τὸ φρέαρ ἐστὶ βαθύ· πόθεν οὖν ἔχεις τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν; 12 μὴ σὺ μείζων εἶ τοῦ πατρὸς ἡμῶν Ἰακώβ, ὃς ἔδωκεν ἡμῖν τὸ φρέαρ, καὶ αὐτὸς ἐξ αὐτοῦ ἔπιε καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ καὶ τὰ θρέμματα αὐτοῦ; 13 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· Πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου διψήσει πάλιν· 


14 ὃς δ’ ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσει εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλὰ τὸ ὕδωρ ὃ δώσω αὐτῷ, γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον. 15 λέγει πρὸς αὐτὸν ἡ γυνή· Κύριε, δός μοι τοῦτο τὸ ὕδωρ, ἵνα μὴ διψῶ μηδὲ ἔρχομαι ἐνθάδε ἀντλεῖν. 16 λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Ὕπαγε φώνησον τὸν ἄνδρα σου καὶ ἐλθὲ ἐνθάδε. 17 ἀπεκρίθη ἡ γυνὴ καὶ εἶπεν· Οὐκ ἔχω ἄνδρα. λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Καλῶς εἶπας ὅτι ἄνδρα οὐκ ἔχω· 18 πέντε γὰρ ἄνδρας ἔσχες, καὶ νῦν ὃν ἔχεις οὐκ ἔστι σου ἀνήρ· τοῦτο ἀληθὲς εἴρηκας. 19 λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, θεωρῶ ὅτι προφήτης εἶ σύ. 20 οἱ πατέρες ἡμῶν ἐν τῷ ὄρει τούτῳ προσεκύνησαν· καὶ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἐν Ἱεροσολύμοις ἐστὶν ὁ τόπος ὅπου δεῖ προσκυνεῖν. 21 λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Γύναι, πίστευσόν μοι ὅτι ἔρχεται ὥρα ὅτε οὔτε ἐν τῷ ὄρει τούτῳ οὔτε ἐν Ἱεροσολύμοις προσκυνήσετε τῷ πατρί. 22 ὑμεῖς προσκυνεῖτε ὃ οὐκ οἴδατε, ἡμεῖς προσκυνοῦμεν ὃ οἴδαμεν· ὅτι ἡ σωτηρία ἐκ τῶν Ἰουδαίων ἐστίν.

 23 ἀλλ’ ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ προσκυνήσουσι τῷ πατρὶ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ· καὶ γὰρ ὁ πατὴρ τοιούτους ζητεῖ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτόν. 24 πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν. 25 λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Οἶδα ὅτι Μεσσίας ἔρχεται ὁ λεγόμενος Χριστός· ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, ἀναγγελεῖ ἡμῖν πάντα. 26 λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Ἐγώ εἰμι, ὁ λαλῶν σοι. 27 καὶ ἐπὶ τούτῳ ἦλθαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καὶ ἐθαύμασαν ὅτι μετὰ γυναικὸς ἐλάλει· οὐδεὶς μέντοι εἶπε, τί ζητεῖς ἤ τί λαλεῖς μετ’ αὐτῆς; 28 Ἀφῆκεν οὖν τὴν ὑδρίαν αὐτῆς ἡ γυνὴ καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν πόλιν, καὶ λέγει τοῖς ἀνθρώποις· 29 Δεῦτε ἴδετε ἄνθρωπον ὃς εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα· μήτι οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός; 30 ἐξῆλθον οὖν ἐκ τῆς πόλεως καὶ ἤρχοντο πρὸς αὐτόν. 31 Ἐν δὲ τῷ μεταξὺ ἠρώτων αὐτὸν οἱ μαθηταὶ λέγοντες· Ραββί, φάγε. 32 ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Ἐγὼ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἣν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε. 


33 ἔλεγον οὖν οἱ μαθηταὶ πρὸς ἀλλήλους· Μή τις ἤνεγκεν αὐτῷ φαγεῖν; 34 λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με καὶ τελειώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον. 35 οὐχ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἔτι τετράμηνός ἐστι καὶ ὁ θερισμὸς ἔρχεται; ἰδοὺ λέγω ὑμῖν, ἐπάρατε τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν καὶ θεάσασθε τὰς χώρας, ὅτι λευκαί εἰσι πρὸς θερισμόν. ἤδη. 36 καὶ ὁ θερίζων μισθὸν λαμβάνει καὶ συνάγει καρπὸν εἰς ζωὴν αἰώνιον, ἵνα καὶ ὁ σπείρων ὁμοῦ χαίρῃ καὶ ὁ θερίζων. 37 ἐν γὰρ τούτῳ ὁ λόγος ἐστὶν ὁ ἀληθινὸς, ὅτι ἄλλος ἐστὶν ὁ σπείρων καὶ ἄλλος ὁ θερίζων. 38 ἐγὼ ἀπέστειλα ὑμᾶς θερίζειν ὃ οὐχ ὑμεῖς κεκοπιάκατε· ἄλλοι κεκοπιάκασι, καὶ ὑμεῖς εἰς τὸν κόπον αὐτῶν εἰσεληλύθατε. 39 Ἐκ δὲ τῆς πόλεως ἐκείνης πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτὸν τῶν Σαμαρειτῶν διὰ τὸν λόγον τῆς γυναικὸς, μαρτυρούσης ὅτι εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα. 40 ὡς οὖν ἦλθον πρὸς αὐτὸν οἱ Σαμαρεῖται, ἠρώτων αὐτὸν μεῖναι παρ’ αὐτοῖς· καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ δύο ἡμέρας. 41 καὶ πολλῷ πλείους ἐπίστευσαν διὰ τὸν λόγον αὐτοῦ, 42 τῇ τε γυναικὶ ἔλεγον ὅτι οὐκέτι διὰ τὴν σὴν λαλιὰν πιστεύομεν· αὐτοὶ γὰρ ἀκηκόαμεν, καὶ οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ σωτὴρ τοῦ κόσμου.

Νεοελληνική Απόδοση

5 Ερχεται, λοιπόν, εις πόλιν της Σαμαρείας, η οποία ελέγετο Συχάρ, πλησίον στο μέρος που είχε δώσει ο Ιακώβ στον υιόν του τον Ιωσήφ. 6 Υπήρχε δε εκεί το πηγάδι του Ιακώβ. Ο Ιησούς, λοιπόν, κουρασμένος καθώς ήτο από την οδοιπορίαν, εκάθισε με απλότητα κοντά στο πηγάδι. Η ώρα δε ήτο εξ από την ανατολήν του ηλίου, δηλαδή δώδεκα μεσημέρι. 7 Την ώραν εκείνην έρχεται μία γυναίκα από την Σαμάρειαν, να βγάλη νερό. Της είπε ο Ιησούς· “δος μου να πιώ”. 8 Διότι οι μαθηταί του, που θα εφρόντιζαν να βγάλουν νερό από το πηγάδι, είχαν υπάγει εις την πόλιν, δια να αγοράσουν τροφάς. 9 Λεγει τότε εις αυτόν η Σαμαρείτις· “πως συ, που είσαι Ιουδαίος, ζητείς νερό να πιής από εμέ, η οποία είμαι Σαμαρείτισσα;” Είπε δε αυτό, διότι οι Ιουδαίοι εμισούσαν και απεστρέφοντο τους Σαμαρείτας και δεν ήθελαν να έχουν καμμίαν επικοινωνίαν και σχέσιν με αυτούς. 10 Απήντησεν ο Ιησούς και της είπε· “εάν εγνώριζες την δωρεάν, την οποίαν ο Θεός δίδει στους ανθρώπους, και ποιός είναι αυτός που σου λέγει, δος μου να πιώ, συ θα εζητούσες από αυτόν και θα σου έδιδε πηγαίο νερό, που δεν στειρεύει ποτέ (τας ανεκτιμήτους δωρεάς του Αγίου Πνεύματος, που καθαρίζουν, δροσίζουν και ζωογονούν την ψυχήν και την κάμνουν να ανθίζη και να καρποφορή τον πλούτον των αρετών και των καλών έργων, τους πολυτίμους και ευαρέστους στον Θεόν πνευματικούς καρπούς)”. 11 Λεγει εις αυτόν η γυναίκα· “Κυριε, ούτε δοχείον έχεις, δια να βγάλης νερό, και το πηγάδι είναι βαθύ. Από που λοιπόν έχεις, και μάλιστα την ώρα αυτήν, το δροσερό νερό; 12 Μηπως συ είσαι ανώτερος από τον πατέρα μας τον Ιακώβ, ο οποίος έδωκε το πηγάδι εις ημάς, και από το νερό του οποίου έπιε και αυτός και τα παιδιά του και όλα τα ζώα που έβοσκε;” 13 Απήντησεν ο Ιησούς και της είπε· “καθένας, που πίνει από το νερό αυτό, θα διψάση πάλιν. 


14 Εκείνος όμως που θα πιή από το νερό, το οποίον εγώ θα του δώσω, δεν θα διψάση ποτέ, αλλά το νερό, που εγώ θα του δώσω, θα μεταβληθή μέσα του εις αστείρευτον πηγήν πνευματικού ύδατος, που θα αναβλύζη πάντοτε και θα του χαρίζη αιωνίαν ζωήν”. 15 Λεγει προς αυτόν η γυναίκα· “Κυριε, δος μου αυτό το νερό, για να μη διψώ και να μη έρχωμαι εδώ, να βγάζω νερό”. 16 Τοτε είπε προς αυτήν ο Ιησούς· “πήγαινε, φώναξε τον άνδρα σου και έλα εδώ μαζή με αυτόν”. 17 Απεκρίθη η γυναίκα και είπε· “δεν έχω άνδρα”. Λεγει εις αυτήν ο Ιησούς· “καλά είπες ότι, δεν έχω άνδρα. 18 Διότι πέντε συζύγους τον ένα κατόπιν του άλλου επήρες και τώρα αυτόν που έχεις δεν είναι νόμιμος σύζυγός σου· τούτο που είπες αληθινό είναι”. 19 Λεγει εις αυτόν η γυναίκα· “Κυριε, από όσα μου εφανέρωσες, βλέπω ότι συ είσαι προφήτης. Θα επωφεληθώ από αυτήν την ευκαιρίαν να σε ρωτήσω δι’ ένα πολύ σοβαρόν θρησκευτικόν ζήτημα. 20 Οι πατέρες μας ελάτρευσαν τον Θεόν στούτο εδώ το όρος, το Γαριζίν. Σεις όμως οι Ιουδαίοι λέγετε ότι εις τα Ιεροσόλυμα είναι ο τόπος, όπου πρέπει να λατρεύωμεν τον Θεόν”. 21 Λεγει εις αυτήν ο Ιησούς· “πίστευσέ με, γυναίκα, ότι έρχεται πολύ σύντομα καιρός, που ούτε στο όρος τούτο ούτε εις τα Ιεροσόλυμα μόνον θα λατρεύσετε τον ουράνιον Πατέρα. 22 Σεις οι Σαμαρείται, που έχετε απορρίψει τα περισσότερα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, προσκυνείτε εκείνο, το οποίον πολύ ολίγον γνωρίζετε. Ημείς οι Ιουδαίοι προσκυνούμεν εκείνο που περισσότερον από σας και από τους άλλους λαούς γνωρίζομεν. Διότι ο Μεσσίας, ο οποίος θα δώση την σωτηρίαν εις όλους τους λαούς, προέρχεται από τους Ιουδαίου. 23 Αλλά έρχεται πλέον ώρα, και μάλιστα τώρα ήλθε, οπότε οι γνήσιοι και πραγματικοί προσκυνηταί θα τιμήσουν και θα λατρεύσουν τον ουράνιον Πατέρα με το φωτισμένον και καθαρόν πλέον πνεύμα των και με λατρείαν όχι τυπικήν και συμβολικήν, αλλά αληθινήν και σαφή. Διότι και ο Πατήρ ζητεί τέτοιοι να είναι, φωτισμένοι τον νουν και καθαροί κατά την καρδίαν, αυτοί που θα τον λατρεύουν. 24 Ο Θεός είναι Πνεύμα, πανυπερτέλειον και πανταχού παρόν και δεν κατοικεί εις ωρισμένους μόνον τόπους. Και εκείνοι, οι οποίοι τον λατρεύουν πρέπει να τον προσκυνούν με όλην των την ψυχήν, με αφωσιωμένην την καρδίαν και την διάνοιάν των εις αυτόν, με φωτισμένην και αληθινήν γνώσιν περί αυτού και της λατρείας, που του ταιριάζει”. 25 Λεγει προς αυτόν η γυναίκα· “γνωρίζω ότι έρχεται ο Μεσσίας, που ελληνικά λέγεται Χριστός. Οταν έλθη εκείνος, θα μας τα αναγγείλη όλα”. 26 Λεγει εις αυτήν ο Ιησούς· “εγώ είμαι ο Χριστός, ο οποίος αυτήν την στιγμήν σου ομιλώ”. 27 Και αυτήν ακριβώς την ώρα ήλθαν οι μαθηταί του και ηπόρησαν, διότι ο διδάσκαλός των συνωμιλούσε με γυναίκα εις δημόσιον τόπον (πράγμα το οποίον απηγόρευαν οι ραββίνοι των Ιουδαίων). Αλλά κανείς δεν είπε· τι ζητείς από αυτήν η δια ποίον θέμα συζητείς μαζή της. 28 Η δε γυναίκα αφήκε από την μεγάλην της συγκίνησιν την στάμνα της στο πηγάδι και έφυγε δια την πόλιν, όπου και είπεν στους ανθρώπους· 29 “ελάτε να ιδήτε ένα άνθρωπον, ο οποίος μου είπε όλα όσα έχω κάμει. Μηπως αυτός είναι ο Χριστός;” 30 Εβγήκαν, λοιπόν, από την πόλιν οι άνθρωποι και ήρχοντο προς αυτόν. 31 Εν τω μεταξύ οι μαθηταί παρακαλούσαν τον διδάσκαλον και έλεγαν· “ραββί, φάγε”. 32 Αυτός δε απορροφημένος από το υψηλόν πνευματικόν έργον του και αδιάφορος δια το υλικόν φάγητον, τους είπε· “εγώ έχω φάγητον να φάγω, που σεις δεν το ξέρετε”. 


33 Ελεγαν τότε μεταξύ των οι μαθηταί· “μήπως του έφερε κανείς να φάγη;” 34 Λεγει εις αυτούς ο Ιησούς· “ιδικόν μου πολυτιμότατον φαγητόν είναι να πράττω το θέλημα Εκείνου, ο οποίος με έστειλε και να αποπερατώσω στον τέλειον βαθμόν και με τον τέλειον τρόπον το έργον του, δηλαδή την σωτηρία των ανθρώπων. 35 Δεν λέγετε σεις, ότι τετράμηνος είναι ακόμη και ο θερισμός έρχεται; Εκτός όμως από τον υλικόν θερισμόν, υπάρχει και ο πνευματικός. Ιδού σας λέγω, σηκώσατε τα μάτια σας και κυττάξατε τους Σαμαρείτας, που έρχονται, και τας άλλας χώρας και θα ιδήτε ότι είναι έτοιμοι πλέον δια τον θερισμόν, όπως, όταν από πράσινα σιτηρά ωριμάσουν και φαίνωνται λευκά τα στάχυα, είναι έτοιμα προς θερισμόν. 36 Και εκείνος, που θερίζει στον πνευματικόν αυτόν αγρόν, παίρνει τον μισθόν του και χαίρει, διότι προσκαλεί και συγκεντρώνει τους ανθρώπους δια την αιώνιον ζωήν. Ετσι και εις την πνευματικήν καλλιέργειαν και εκείνος που σπείρει, δηλαδή εγώ, χαίρει, όπως επίσης χαίρετε και σεις που θα θερίσετε. 37 Και εις την περίστασιν αυτήν εφαρμόζεται η αληθινή παροιμία, που λέγει ότι άλλος έχει σπείρει και άλλος θερίζει. Εγώ έσπειρα, σεις και οι διάδοχοί σας θα θερίσετε. 38 Εγώ σας έστειλα δια να θερίσετε εκείνο, δια το οποίον σεις δεν έχετε κοπιάσει. Αλλοι, εγώ και οι προ εμού προφήται, εκοπίασαν, και σεις έχετε εισέλθει στους κόπους των, δια να θερίσετε. 39 Από δε την πόλιν εκείνην πολλοί Σαμαρείται επίστευσαν εις αυτόν από τα λόγια της γυναικός εκείνης, που επεβεβαίωνε ότι μου είπε όλα όσα έκανα. 

40 Οταν, λοιπόν, ήλθον εις αυτόν οι Σαμαρείται, τον παρακαλούσαν να μείνη μαζή τους· και έμεινε εκεί δύο ημέρας. 41 Και από την διδασκαλίαν, που τους έκαμε, επίστευσαν πολύ περισσότεροι εις αυτόν. 42 Και εις την γυναίκα έλεγαν ότι “στον Ιησούν δεν πιστεύομεν πλέον από όσα συ μας είπες περί αυτού, αλλά διότι ημείς, οι ίδιοι τον έχομεν ακούσει και γνωρίζομεν καλά ότι πράγματι αυτός είναι ο Σωτήρ του κόσμου, ο Χριστός”.

***************************************************

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Πραξ. ια΄ 19-30

19 Οἱ μὲν οὖν διασπαρέντες ἀπὸ τῆς θλίψεως τῆς γενομένης ἐπὶ Στεφάνῳ διῆλθον ἕως Φοινίκης καὶ Κύπρου καὶ Ἀντιοχείας, μηδενὶ λαλοῦντες τὸν λόγον εἰ μὴ μόνον Ἰουδαίοις. 20 Ἦσαν δέ τινες ἐξ αὐτῶν ἄνδρες Κύπριοι καὶ Κυρηναῖοι οἵτινες εἰσελθόντες εἰς Ἀντιόχειαν ἐλάλουν πρὸς τοὺς Ἑλληνιστάς, εὐαγγελιζόμενοι τὸν Κύριον Ἰησοῦν. 21 καὶ ἦν χεὶρ Κυρίου μετ’ αὐτῶν, πολύς τε ἀριθμὸς πιστεύσας ἐπέστρεψεν ἐπὶ τὸν Κύριον. 22 Ἠκούσθη δὲ ὁ λόγος εἰς τὰ ὦτα τῆς ἐκκλησίας τῆς ἐν Ἱεροσολύμοις περὶ αὐτῶν, καὶ ἐξαπέστειλαν Βαρνάβαν διελθεῖν ἕως Ἀντιοχείας· 23 ὃς παραγενόμενος καὶ ἰδὼν τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ ἐχάρη, καὶ παρεκάλει πάντας τῇ προθέσει τῆς καρδίας προσμένειν τῷ Κυρίῳ, 24 ὅτι ἦν ἀνὴρ ἀγαθὸς καὶ πλήρης Πνεύματος ἁγίου καὶ πίστεως· καὶ προσετέθη ὄχλος ἱκανὸς τῷ Κυρίῳ. 25 ἐξῆλθε δὲ εἰς Ταρσὸν ὁ Βαρνάβας ἀναζητῆσαι Σαῦλον, καὶ εὑρὼν αὐτὸν ἤγαγεν αὐτὸν εἰς Ἀντιόχειαν. 26 ἐγένετο δὲ αὐτοὺς καὶ ἐνιαυτὸν ὅλον συναχθῆναι ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ καὶ διδάξαι ὄχλον ἱκανόν, χρηματίσαι τε πρῶτον ἐν Ἀντιοχείᾳ τοὺς μαθητὰς Χριστιανούς. 27 Ἐν ταύταις δὲ ταῖς ἡμέραις κατῆλθον ἀπὸ Ἱεροσολύμων προφῆται εἰς Ἀντιόχειαν· 28 ἀναστὰς δὲ εἷς ἐξ αὐτῶν ὀνόματι Ἄγαβος ἐσήμανε διὰ τοῦ Πνεύματος λιμὸν μέγαν μέλλειν ἔσεσθαι ἐφ’ ὅλην τὴν οἰκουμένην· ὅστις καὶ ἐγένετο ἐπὶ Κλαυδίου Καίσαρος. 29 τῶν δὲ μαθητῶν καθὼς εὐπορεῖτό τις, ὥρισαν ἕκαστος αὐτῶν εἰς διακονίαν πέμψαι τοῖς κατοικοῦσιν ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ ἀδελφοῖς· 30 ὃ καὶ ἐποίησαν ἀποστείλαντες πρὸς τοὺς πρεσβυτέρους διὰ χειρὸς Βαρνάβα καὶ Σαύλου.

Νεοελληνική Απόδοση

19 Προηγουμένως οι Χριστιανοί, που είχαν διασκορπισθή, ένεκα του διωγμού εξ αιτίας του Στεφάνου, επέρασαν έως την Φοινίκην και την Κυπρον και την Αντιόχειαν και δεν εκήρυτταν τον λόγον του Θεού, παρά μόνον στους Ιουδαίους, επειδή δεν είχαν εννοήσει ακόμη ότι το Ευαγγέλιον προωρίζετο και δια τους εθνικούς. 20 Μερικοί δε από αυτούς ήσαν Ιουδαίοι την καταγωγήν, γεννημένοι όμως εις την Κυπρον και την Κυρήνην της Λιβύης. Αυτοί, όταν ήλθαν εις την Αντιόχειαν, εδίδασκαν προς τους Ελληνιστάς Εβραίους, κηρύττοντες το Ευαγγέλιον της σωτηρίας δια του Ιησού Χριστού. 21 Και το χέρι του Κυρίου ήτο μαζή των και έτσι με την θείαν δύναμιν πολύς αριθμός από τους Ιουδαίους αυτούς ελληνιστάς επέστρεψεν στον Κυριον. 22 Εφθασε δε εις τα αυτιά της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων η πληροφορία αυτή δια την διάδοσιν του Ευαγγελίου και έστειλαν τον Βαρνάβαν να υπάγη έως την Αντιόχειαν. 23 Αυτός, όταν ήλθε και είδε την χάριν και την ευλογίαν αυτήν του Κυρίου, εχάρηκε παρά πολύ, παρακαλούσε δε και παρακινούσε όλους αυτούς, που είχαν πιστεύσει, να μένουν με όλην τους την καρδιά πιστοί και αφωσιωμένοι στον Κυριον. 24 Εδικίμασε δε αυτήν την πνευματικήν χαράν και αγαλλίασιν ο Βαρνάβας, διότι ήτο άνθρωπος αγαθός, γεμάτος Πνεύμα Αγιον και πίστιν. Από την διδασκαλίαν δε και το παράδειγμα του Βαρνάβα προσετέθη πολύς λαός εις την Εκκλησίαν του Κυρίου. 25 Επήγε δε ο Βαρνάβας εις Ταρσόν, δια να ζητήση τον Παύλον ως βοηθόν του. Και αφού τον ευρήκε, τον έφερε εις την Αντιόχειαν. 26 Επί ένα δε ολόκληρον έτος οι δύο αυτοί Απόστολοι συμετείχαν εις τας συγκεντρώσεις των πιστών της εκεί Εκκλησίας και εδίδασκαν πλήθος πολύ. Εκεί δε εις την Αντιόχειαν, δια πρώτη φοράν, ωνομάσθησαν οι μαθηταί του Χριστού, Χριστιανοί. 27 Κατά τας ημέρας δε αυτάς ήλθαν εις την Αντιόχειαν από τα Ιεροσόλυμα μερικοί προφήται. 28 Ενας δε από αυτούς, ονόματι Αγαβος, εσηκώθηκε και, φωτισμένος από το Πνεύμα το Αγιον, προανήγγειλε ότι έμελλε να γίνη μεγάλη πείνα εις όλην την οικουμένην. Αυτή δε η πείνα έγινε πράγματι επί της αυτοκρατορίας του Κλαυδίου Καίσαρος. 29 Ολοι δε οι Χριστιανοί, ανάλογα έκαστος με τας οικονομικάς του δυνατότητας, απεφάσισαν να στείλουν βοηθήματα δια την εξυπηρέτησιν των αδελφών, που κατοικούσαν εις την Ιουδαίαν. 30 Αυτό πράγματι και το έκαμαν και έστειλαν με τον Βαρνάβαν και τον Σαύλον τας εισφοράς των προς τους πρεσβυτέρους της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων.

***************************************************

ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ

1. Μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ

Ἡ σημερινὴ ἀποστολικὴ περικοπὴ ἀπὸ τὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων μᾶς μεταφέρει στὴν Ἀντιόχεια τῆς Συρίας. Ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, ὁ συγγραφέας τῶν Πράξεων, μᾶς πληροφορεῖ ὅτι μὲ τὸν διωγμὸ ποὺ ἀκολούθησε μετὰ τὸ μαρτύριο τοῦ πρωτομάρτυρος ἁγίου Στεφάνου, κάποιοι Χριστιανοὶ ἔφυγαν ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ πῆγαν στὴν Ἀντιόχεια. Ἐκεῖ κήρυτταν τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ στοὺς Ἰουδαίους ποὺ συναν­τοῦσαν. Τὸ δὲ κήρυγμά τους εἶχε πολλὴ καρποφορία, διότι «ἦν χεὶρ Κυρίου μετ᾿ αὐτῶν». Ἡ δύναμη τοῦ Χριστοῦ, ἡ Χάρις καὶ ἡ εὐλογία του ἦταν μαζί τους. Ὁ Κύριος ἄνοιγε τὶς καρδιὲς τῶν ἀκροατῶν καὶ φώτιζε τὴ διάνοιά τους, ὥστε νὰ ἀποδέχονται τὸ Εὐαγγέλιο. Μὲ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ πολλοὶ Ἰουδαῖοι πίστευαν καὶ γίνονταν μέλη τῆς Ἐκκλησίας.

Τὸ γεγονὸς αὐτό τονίζει μιὰ σημαντικὴ ἀλήθεια: ὅτι σὲ κάθε ἔργο μας, σὲ κάθε προσπάθεια καὶ ἐπιδίωξή μας, εἶναι ἀναγκαῖο νὰ ἔχουμε μαζί μας «τὸ χέρι», δηλαδὴ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Ἰδιαίτερα μάλιστα ὅταν πρόκειται γιὰ κάποιο πνευματικὸ ἔργο μέσα στὸν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας. Σὲ κάθε κήρυγμα, ὁμιλία, κατηχητικὴ σύναξη, ἀλλὰ καὶ σὲ κάθε πνευματικὸ λόγο ποὺ ἀπευθύνουμε σὲ κάποιο συνάνθρωπό μας, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ συνεργεῖ ὁ Κύριος. Ἡ δική του Χάρις θὰ φέρει τοὺς καρπούς. Ἐκεῖνος θὰ ἀλλοιώσει τὶς καρδιές. Ὁ Χριστὸς θὰ φωτίσει τὶς διάνοιες. Ἐκεῖνος θὰ ὁδηγήσει τὶς ψυχὲς στὴν ἀλήθεια. Ἂς Τὸν παρακαλοῦμε, λοιπόν, μὲ τὴν καρδιά μας: Κύριε, «ἔκτεινον τὴν χεῖρά σου τὴν ἀόρατον ἐξ ἁγίου κατοικητηρίου σου, καὶ εὐλόγησον πάντας ἡμᾶς» (Ἀκολουθία Ὄρθρου). Ἅπλωσε, Κύριε, τὸ ἀόρατο χέρι σου ἀπὸ τὸν ἅγιο τόπο, ὅπου κατοικεῖς, καὶ εὐλόγησε ὅλους μας.

2. Ἡ πιὸ αὐθεντικὴ μαρτυρία

Ἡ εἴδηση, ὅτι πολλοὶ Ἰουδαῖοι γίνονται μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ἔφθασε στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ οἱ Ἀπόστολοι ἔστειλαν τὸν Βαρνάβα στὴν Ἀντιόχεια γιὰ νὰ ἐξετάσει ὅσα συνέβαιναν ἐκεῖ. Ὅταν ἐκεῖνος ἔφθασε, «ἰδὼν τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ ἐ­χάρη». Δηλαδή, εἶδε τὴ Χάρι τοῦ Θεοῦ καὶ χάρηκε. Τί ἦταν ὅμως αὐτὸ ποὺ μαρτυροῦσε τὴ Χάρι τοῦ Θεοῦ στὴ νεοσύστατη Ἐκκλησία τῆς Ἀντιόχειας; Ἦταν κυρίως ἡ ζωὴ τῶν πιστῶν. Ὁ Βαρνάβας παρακολούθησε τὴ λατρεία τους, τὶς συν­άξεις τους, τὴ ζωή τους, τὴν ὅλη συμ­περιφορά τους καὶ εἶδε τὴ Χάρι τοῦ Θεοῦ νὰ ἀποτυπώνεται στὸν τρόπο ζωῆς τους, στὸν καθημερινὸ βίο τους, στὶς διαθέσεις τους, στὶς συνομιλίες τους, στὸν ζῆλο τους. Ἡ ζωὴ τῶν πιστῶν ἦταν ἡ μεγαλύτερη ἀπόδειξη τῆς ἐνέργειας τῆς θείας Χάριτος.
Τὸ γεγονὸς αὐτὸ μπορεῖ ὁπωσδήποτε νὰ ἀποτελέσει μιὰ καλὴ ἀφορμὴ προβληματισμοῦ γιὰ ὅλους μας: Στὴ δική μας ζωή, ἀλήθεια, ἀποτυπώνεται ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ; Οἱ διαθέσεις μας, ὁ τρόπος ὁμιλίας μας, ἡ ἀναστροφή μας στὸν ἐργασιακὸ χῶρο, ἡ παρουσία μας μέσα στὴν οἰκογένεια μαρτυροῦν χριστιανικὴ βιοτή; Ἢ μήπως, ἐνῶ πιστεύουμε θεωρητικὰ στὸ Εὐαγγέλιο, στὴν καθημερινότητά μας ἐπιλέγουμε ἄλλον τρόπο ζωῆς; Ἂς μὴ λησμονοῦμε ὅτι, ὅπως ἕνα δένδρο διακρίνεται ἀπὸ τοὺς καρπούς του, ἔτσι καὶ ὁ πιστὸς δὲν ξεχωρίζει τόσο ἀπὸ τὰ λόγια του, ὅσο ἀπὸ τὴ ζωή του. Στὴ ζωή του ἀποτυπώνεται τὸ Εὐαγ­γέλιο.
3. Στὸ περιθώριο

Ὁ Βαρνάβας, βλέποντας τὴ θαυμαστὴ ἐξάπλωση τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν ἀρι­θμητικὴ αὔξηση τῶν πιστῶν, «ἐξῆλθεν εἰς Ταρσὸν ἀναζητῆσαι Σαῦ­λον», σημειώνει ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς. Μετέβη, δηλαδή, στὴν Ταρσὸ γιὰ νὰ ἀναζητήσει τὸν Παῦλο καὶ νὰ τὸν καλέσει κοντά του στὸ ἔργο τῆς διδασκαλίας καὶ τῆς ἐνισχύσεως τῶν πιστῶν τῆς Ἀντιόχειας.
Ἡ κίνηση αὐτὴ τοῦ ἀποστόλου Βαρνάβα ἔχει μεγάλη σημασία. Φανερώνει τὴν ἀρετή του, τὴν πνευματικότητά του, τὸ ταπεινό του φρόνημα. Αἰσθανόταν ὅτι ὁ ἴδιος δὲν θὰ ἐπαρκοῦσε γιὰ νὰ καλύψει τὶς ἀνάγκες τῆς Ἐκκλησίας, ἀναγνώρισε τὴν ἀνεπάρκειά του καὶ ἔσπευσε νὰ ἀναζητήσει βοήθεια. Δὲν φοβήθηκε μήπως τὸν ἐπισκιάσει ὁ Παῦλος μὲ τὶς ἱκανότητές του. Ὁ Βαρνάβας «ἦλθεν ἐπὶ τὸν ἀθλητήν, ἐπὶ τὸν στρατηγόν, ἐπὶ τὸν μονομάχον, ἐπὶ τὸν λέοντα, ἐπὶ τὸν ταῦρον τὸν ἰσχυρόν» (PG 60, 192), σχολιάζει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Δὲν ἐνδιαφέρθηκε γιὰ τὴν προσωπικὴ προβολή του, ἀλλὰ γιὰ τὸ συμφέρον τῆς Ἐκκλησίας.

Μᾶς διδάσκει μὲ τὸ παράδειγμά του ὁ ἀπόστολος Βαρνάβας. Ἀσφαλῶς εἶναι δύσκολο νὰ ἀναγνωρίζουμε τὴν ἀνεπάρκειά μας καὶ νὰ ζητοῦμε βοήθεια ἀπὸ ἄλλους· νὰ προβάλλουμε τὶς ἱκανότητές τους, νὰ χαιρόμαστε μὲ τὶς ἐπιτυχίες τους, νὰ ἀναγνωρίζουμε ἴσως τὴν ἀνωτερότητά τους, νὰ μπαίνουμε κάποτε στὸ περιθώριο. Διότι πληγώνεται ὁ ἐγωισμός μας καὶ τὸ πάθος τῆς ζήλιας ἴσως μᾶς ἀναστατώνει. Ὅμως τὸ ταπεινὸ φρόνημα τοῦ Βαρνάβα ἀναπαύει τὸν Θεό. Εἶναι ἀπαραίτητο ἰδιαίτερα στὴ διακονία τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ πιστὸς ποὺ δέχεται κάποτε νὰ μπεῖ ἀκόμη καὶ στὸ περιθώριο, ἔχει τελικὰ τὸν Θεὸ κάτοικο τῆς καρδιᾶς του. Εἶναι «πλήρης Πνεύματος Ἁγίου», ὅπως ἦταν ὁ ἀπόστολος Βαρνάβας.

***************************************************