Τετάρτη 22 Απριλίου 2026

Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων – Εὐαγγελικὸ καί Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 26 Ἀπριλίου 2026

 

Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 26 Ἀπριλίου 2026, Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων (Μάρκ. ιε΄ 43 – ις΄ 8)

43 ἐλθὼν Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας, εὐσχήμων βου­λευτής, ὃς καὶ αὐτὸς ἦν προσδεχόμενος τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, τολμήσας εἰσῆλθε πρὸς Πιλᾶτον καὶ ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. 44 ὁ δὲ Πιλᾶτος ἐθαύμασεν εἰ ἤδη τέθνηκε, καὶ προσκαλεσάμενος τὸν κεντυρίωνα ἐπηρώτησεν αὐτὸν εἰ πάλαι ἀπέθανε· 

45 καὶ γνοὺς ἀπὸ τοῦ κεντυρίωνος ἐδωρήσατο τὸ σῶμα τῷ Ἰωσήφ. 46 καὶ ἀγοράσας σινδόνα καὶ καθελὼν αὐτὸν ἐνείλη­σε τῇ σινδόνι καὶ κατέθηκεν αὐτὸν ἐν μνημείῳ, ὃ ἦν λελατομημένον ἐκ πέτρας, καὶ προσεκύλισε λίθον ἐπὶ τὴν θύραν τοῦ μνημείου. 47 ἡ δὲ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ­ καὶ Μαρία Ἰωσῆ ἐθεώ­ρουν ποῦ τίθεται. 

ις΄ 1 Καὶ διαγενομένου τοῦ σαββάτου Μαρία ἡ Μαγ­δαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καὶ Σαλώμη ἠ­­­γόρασαν ἀρώματα ἵνα ἐλ­θοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτόν. 2 καὶ λίαν πρωῒ τῆς μιᾶς σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον, ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου. 3 καὶ ἔλεγον πρὸς ἑαυτάς· τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου; 4 καὶ ἀναβλέψασαι θεωροῦ­σιν ὅτι ἀποκεκύλισται ὁ λίθος· ἦν γὰρ μέγας σφόδρα.

 

 5 καὶ εἰσελθοῦσαι εἰς τὸ μνη­­μεῖον εἶδον νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς δεξι­οῖς, περιβεβλημένον στολὴν λευ­κήν, καὶ ἐξεθαμβήθησαν. 6 ὁ δὲ λέγει αὐταῖς· μὴ ἐκθαμβεῖσθε· Ἰησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον· ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε· ἴδε ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν. 

 

7 ἀλλ᾿ ὑπάγετε εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ καὶ τῷ Πέ­τρῳ ὅτι προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν· ἐκεῖ αὐτὸν ὄ­­­ψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν. 8 καὶ ἐξελθοῦσαι ἔφυγον ἀπὸ τοῦ μνημείου· εἶχε δὲ αὐτὰς τρόμος καὶ ἔκστασις, καὶ οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον· ἐφοβοῦντο γάρ.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

43 ἦλθε ὁ Ἰωσήφ πού καταγόταν ἀπ’ τήν πόλη Ἀρι­μα­­θαία, ἕνα σεβαστό καί ἐπίσημο μέλος τοῦ ἰουδαϊκοῦ συ­ν­εδρίου, πού εἶχε πιστέψει κι αὐτός στό κήρυγμα τοῦ Ἰησοῦ γιά τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί περίμενε τή βα­σι­λεία αὐτή χωρίς νά κλονισθεῖ ἡ ἐλπίδα του ἀπό τό θά­νατο τοῦ Ἰησοῦ· αὐτός λοιπόν τόλμησε καί παρουσιά­στηκε στόν Πιλάτο καί ζήτησε τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. 44 Ὁ Πιλάτος μάλιστα ἔμεινε ἔκπληκτος κι ἀπόρησε πού τόσο γρήγορα εἶχε κιόλας πεθάνει ὁ Ἰησοῦς. Κι ἀφοῦ προσκάλεσε τόν ἑκατόνταρχο, τόν ρώτησε ἐάν εἶχε ὥρα πολλή πού πέθανε. 

 

45 Κι ὅταν ἔμαθε ἀπό τόν ἑκατόνταρχο ὅτι πραγματικά πέθανε ὁ Ἰησοῦς, χάρισε τό σῶμα του στόν Ἰωσήφ. 46 Κι ἐκεῖνος, ἀφοῦ ἀγόρασε καινούργιο καί ἀμετα­χεί­ριστο σεντόνι καί κατέβασε τόν Ἰησοῦ ἀπό τόν σταυρό, τύλιξε τό σῶμα του στό σεντόνι καί τόν ἔβαλε κάτω σ’ ἕνα μνημεῖο, τό ὁποῖο ἦταν σκαλισμένο μέσα στό βράχο· καί κύλισε ἕνα μεγάλο λίθο πάνω στό στόμιο τοῦ μνημείου κλείνοντας ἔτσι τήν εἴσοδο τοῦ μνημείου.

 47 Στό μεταξύ ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή καί ἡ Μαρία τοῦ Ἰωσῆ παρακολουθοῦσαν προσεκτικά καί μέ πολύ ἐνδια­φέ­ρον ποῦ τοποθετήθηκε τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ.

ις΄ 1 Αφοῦ πέρασε τό Σάββατο, ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή καί ἡ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰακώβου καί ἡ Σαλώμη ἀγόρασαν τό βράδυ τοῦ Σαββάτου ἀρώματα, γιά νά ἔλθουν τό πρωί στόν τάφο καί νά ἀλείψουν τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. 2 Καί πολύ πρωί τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος ἔρχονται στό μνημεῖο τήν ὥρα πού ὁ ἥλιος ἄρχισε νά διαλύει τό πρωινό σκοτάδι, καθώς πῆρε ν’ ἀνατέλλει κάτω ἀπ’ τόν ὁρίζοντα.

 3 Κι ἔλεγαν μεταξύ τους: Ποιός θά μᾶς κυλίσει τή μεγάλη πέτρα μακριά ἀπό τήν εἴσοδο τοῦ μνημείου; 4 Μόλις ὅμως ἔστρεψαν τά μάτια τους πρός τά ἐκεῖ, εἶ­δαν ὅτι εἶχε μετατοπισθεῖ ἡ πέτρα μακριά ἀπ’ τό μνη­μεῖο. Καί τά ἔλεγαν αὐτά μεταξύ τους, διότι ἡ πέτρα αὐτή ἦταν πολύ μεγάλη καί δέν ἦταν εὔκολο νά μετακινηθεῖ. 5 Κι ἀφοῦ μπῆκαν στό μνημεῖο, εἶδαν ἕνα νέο πού κα­θόταν στά δεξιά τοῦ μνημείου καί ἦταν ντυμένος μέ λευ­κή στολή, καί γέμισαν μέ τρόμο καί κατάπληξη. 6 Αὐτός ὅμως τούς εἶπε: Μήν τρομάζετε καί μή φοβάστε. Ξέρω ποιόν ζητᾶτε. Ζητᾶτε τόν Ἰησοῦ τόν Ναζαρηνό τόν ἐσταυρωμένο. Ἀναστήθηκε. Δέν εἶναι ἐδῶ. Νά, εἶ­ναι ἀδειανό τό μέρος πού τόν ἔβαλαν. 

7 Ἀλλά πηγαίνετε καί πέστε στούς μαθητές του καί ἰδι­αι­τέρως στόν Πέτρο, πού ἔχει ἀνάγκη παρηγοριᾶς καί βε­βαιώσεως ὅτι συγχωρήθηκε γιά τήν ἄρνησή του, ὅτι πηγαίνει πρίν ἀπό σᾶς στή Γαλιλαία καί σᾶς πε­ρι­μένει ἐκεῖ. Ἐκεῖ θά τόν δεῖτε, ὅπως σᾶς τό εἶπε πρίν σταυ­ρω­θεῖ. 8 Ἐκεῖνες τότε βγῆκαν κι ἔφυγαν ἀπό τό μνημεῖο. Ἦταν μά­λιστα γεμάτες τρόμο καί ἔκσταση. Δέν εἶπαν ὅμως τί­­ποτε σέ κανένα, διότι ἦταν φοβισμένες.

 

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Πράξ. στ΄ 1-7

1 Ἐν δὲ ταῖς ἡμέραις ταύταις πληθυνόντων τῶν μαθητῶν ἐγένετο γογγυσμὸς τῶν Ἑλληνιστῶν πρὸς τοὺς Ἑβραίους, ὅτι παρεθεωροῦντο ἐν τῇ διακονίᾳ τῇ καθημερινῇ αἱ χῆραι αὐτῶν. 2 προσκαλεσάμενοι δὲ οἱ δώδεκα τὸ πλῆθος τῶν μαθητῶν εἶπον· Οὐκ ἀρεστόν ἐστιν ἡμᾶς καταλείψαντας τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ διακονεῖν τραπέζαις. 3 ἐπισκέψασθε οὖν, ἀδελφοί, ἄνδρας ἐξ ὑμῶν μαρτυρουμένους ἑπτὰ, πλήρεις Πνεύματος ἁγίου καὶ σοφίας, οὓς καταστήσομεν ἐπὶ τῆς χρείας ταύτης· 4 ἡμεῖς δὲ τῇ προσευχῇ καὶ τῇ διακονίᾳ τοῦ λόγου προσκαρτερήσομεν. 5 καὶ ἤρεσεν ὁ λόγος ἐνώπιον παντὸς τοῦ πλήθους· καὶ ἐξελέξαντο Στέφανον, ἄνδρα πλήρη πίστεως καὶ Πνεύματος ἁγίου, καὶ Φίλιππον καὶ Πρόχορον καὶ Νικάνορα καὶ Τίμωνα καὶ Παρμενᾶν καὶ Νικόλαον προσήλυτον Ἀντιοχέα, 6 οὓς ἔστησαν ἐνώπιον τῶν ἀποστόλων, καὶ προσευξάμενοι ἐπέθηκαν αὐτοῖς τὰς χεῖρας. 7 καὶ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ηὔξανε, καὶ ἐπληθύνετο ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν ἐν Ἱερουσαλὴμ σφόδρα, πολύς τε ὄχλος τῶν ἱερέων ὑπήκουον τῇ πίστει.

Νεοελληνική Απόδοση

1 Κατά τας ημέρας δε αυτάς, καθώς ηύξανε ο αριθμός των πιστών, οι Εβραίοι Χριστιανοί, οι οποίοι κατήγοντο από ξένας περιοχάς και ωμιλούσαν την ελληνικήν γλώσσαν και ελέγοντο Ελληνισταί, ήρχισαν να γογγύζουν και να παραπονούνται εναντίον των Εβραίων Χριστιανών της Ιουδαίας, διότι αι χήραι αυτών παρεμερίζοντο και παρημελούντο εις την καθημερινήν υπηρεσίαν της διανομής τροφών και βοηθημάτων. 2 Οι δώδεκα Απόστολοι τότε, αφού προσεκάλεσαν όλον το πλήθος των πιστών, είπαν· “δεν είναι ορθόν και αρεστόν στον Θεόν, να αφήσωμεν ημείς το κήρυγμα του θείου λόγου και να υπηρετούμεν εις τας τραπέζας του φαγητού. 3 Δι’ αυτό, αδελφοί, εξετάσατε με πολλήν προσοχήν και εκλέξατε ανάμεσα σας επτά άνδρας, οι οποίοι να έχουν καλήν μαρτυρίαν από όλους, να είναι δε γεμάτοι από Αγιον Πνεύμα και σοφίαν και τους οποίους ημείς θα εγκαταστήσωμεν δια την υπηρεσίαν αυτήν. 4 Ημείς δε θα επιμείνωμεν ακόμη περισσότερον και θα ασχοληθώμεν με μεγαλύτερον ζήλον εις την προσευχήν και την υπηρεσίαν του κηρύγματος”. 5 Και ήρεσεν ο λόγος αυτός εις όλον το πλήθος των πιστών. Και εξέλεξαν τον Στέφανον, άνδρα γεμάτον πίστιν και Πνεύμα Αγιον, και τον Φιλιππον και τον Πρόχορον και τον Νικάνορα και τον Τιμωνα και τον Παρμενάν και τον Νικόλαον, ο οποίος υπήρξεν ειδωλολάτρης από την Αντιόχειαν και πριν να πιστεύση στον Χριστόν είχε προσηλυτισθή εις την ιουδαϊκήν θρησκείαν. 6 Αυτούς, λοιπόν, τους παρουσίασαν μετά την εκλογήν των εμπρός στους Αποστόλους. Και οι Απόστολοι, αφού προσευχήθηκαν, έβαλαν επάνω εις αυτούς τας χείρας των, δια να τους μεταδοθή η ειδική δια το έργον των θεία χάρις. 7 Και το κήρυγμα του θείου λόγου ηπλώνετο και διεδίδετο και ο αριθμός των μαθητών εις την Ιερουσαλήμ ηύξανε και επληθύνετο παρά πολύ και πολύ πλήθος από τους Ιουδαίους εδέχοντο την νέαν πίστιν και υπετάσσοντο εις αυτήν.

                       ***************************************************

 

ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ

1. Νοσοκομεῖο τῶν πνευματικὰ ἀσθενῶν
   Ἡ ἀποστολικὴ περικοπὴ τῆς Κυριακῆς τῶν Μυροφόρων μᾶς παρουσιάζει τὴν ὀργάνωση τῆς πρώτης Ἐκκλησίας, μετὰ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου καὶ τὴν Πεντηκοστή. Μᾶς παρουσιάζει τὸ πρῶτο πρόβλημα ποὺ ἀνέκυψε στοὺς κόλπους της. Τὴν ἀφορμὴ ἔδωσαν οἱ Ἑλληνιστές, δηλαδὴ οἱ Ἰουδαῖοι ποὺ κατάγονταν ἀπὸ χῶρες ἐκτὸς τῆς Παλαιστίνης καὶ εἶχαν μητρικὴ γλώσσα τὴν ἑλληνική. Αὐτοὶ δυσφόρησαν, ἐπειδὴ οἱ Ἰουδαῖοι τῆς Παλαιστίνης τοὺς ἀδικοῦσαν στὴ διανομὴ τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν. Πιθανότατα νὰ ἦταν δικαιολογημένα τὰ παράπονά τους. Μὲ τὸν γογγυσμό τους ὅμως προκάλεσαν τὸ πρῶτο τραῦμα στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ.
 
  Βλέπουμε ὅτι ἀκόμη καὶ σὲ ἰδανικὲς κοινωνίες, ἀκόμη καὶ μέσα στὴν Ἐκκλησία, ἡ ζωὴ τῆς ὁποίας ρυθμίζεται μὲ βάση τὴν ἀγάπη καὶ τὴν αὐτοθυσία – πόσο μᾶλλον στοὺς χώρους ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας – πιθανῶς κάποτε νὰ δοθοῦν ἀφορμὲς γιὰ παράπονα. Μιὰ ἄδικη συμπεριφορά, γιὰ παράδειγμα, ἕνας ἀπότομος λόγος, μιὰ περιφρόνηση, μιὰ ἐμπαθὴς ἐπιδίωξη, προκαλοῦν εὔκολα τὸν σκανδαλισμό, τὴν γκρίνια, τὸν γογγυσμό. Πολλὲς φορὲς μάλιστα εἶναι πραγματικὲς οἱ ἀφορμές, ὄχι ἀβάσιμες.
   
   Ἂς μὴν εἴμαστε ὡστόσο μεμψίμοιροι, ἀγανακτώντας μὲ ὅ,τι ἀτελὲς βλέπουμε γύρω μας. Ἂς μὴν ἔχουμε διάθεση νὰ ἐπικρίνουμε τὰ πάντα. Ἀκόμη καὶ ὅταν ἀκοῦμε γιὰ πιθανὰ σκάνδαλα καὶ μέσα στὸν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας. Ἄλλωστε ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι κοινωνία ἀγγέλων, ἀλλὰ ἀνθρώπων, ἀπογόνων τοῦ παλαιοῦ Ἀδάμ. Δὲν εἶναι ὁ χῶρος τῶν ἀναμάρτητων, ἀλλὰ τὸ νοσοκομεῖο τῶν πνευματικὰ ἀσθενῶν. Ἐκεῖ εἰσέρχονται οἱ πιστοὶ γιὰ νὰ ὑποτάξουν τὰ πάθη τους καὶ νὰ θεραπευθοῦν. Εἶναι συνεπῶς ὁ χῶρος τῶν ἀγωνιζόμενων πιστῶν· ὁ ἱερὸς τόπος ὅπου ἐξαγιάζεται ὁ ἄνθρωπος.
 
2. Οἱ πνευματικὲς προϋποθέσεις
 
   Τὸ ζήτημα ἔφθασε στοὺς Ἀποστόλους, οἱ ὁποῖοι θεώρησαν ὅτι δὲν θὰ ἦταν καλὸ νὰ ἀσχοληθοῦν οἱ ἴδιοι μὲ τὴ διανομὴ τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν, παραμελώντας τὸ πνευματικό τους ἔργο. Γι᾿ αὐτὸ προέτρεψαν τοὺς πιστοὺς νὰ ἐκλέξουν μεταξύ τους ἑπτὰ ἄνδρες μὲ καλὴ μαρτυρία ἀπὸ ὅλους, «πλήρεις Πνεύματος Ἁγίου καὶ σοφίας»· γεμάτους ἀπὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ σύνεση, ὥστε νὰ ἀναλάβουν τὴν πρακτικὴ αὐτὴ ἐργασία.
 
  Κάνει ἐντύπωση ὅτι γιὰ τὴν ἐκλογὴ προσ­ώπων, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ ἀναλάβουν μιὰ πρακτικὴ διακονία μέσα στὴν Ἐκκλησία, οἱ Ἀπόστολοι θέτουν πνευματικὲς προϋποθέσεις: τὴν ἐξωτερικὴ καλὴ μαρτυρία, τὴν ἐνοίκηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὴ σύνεση. Αὐτὸ δείχνει ὅτι ὄχι μόνο οἱ ἱερεῖς, ἀλλὰ καὶ ὁ κάθε πιστὸς ποὺ ἀναλαμβάνει κάποια εὐθύνη στὸν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, γιὰ παράδειγμα ὁ ἐπίτροπος, ὁ νεωκόρος, ὁ ἱεροψάλτης, τὸ μέλος τοῦ φιλοπτώχου, πρέπει νὰ κοσμεῖται μὲ χαρίσματα πνευματικά. Νὰ ἔχει συναίσθηση τῆς ὑψηλῆς εὐθύνης ποὺ ἀναλαμβάνει γιὰ νὰ ὑπηρετήσει τὸν Χριστό. 
 
       Νὰ εἶναι ἀκέραιος, ἀξιόπιστος, ἐνάρετος. Νὰ ἔχει ἀνεπίληπτη ζωή.
    Νὰ εἶναι τίμιος καὶ συνετός, ὥστε νὰ προλαβαίνει τὶς παρεξ­ηγήσεις. Ἂς μὴ θεωρήσουμε, ἐπισημαίνει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ἔχει ἀναλάβει τὴ διακονία τοῦ κηρύγματος, δὲν ἀπαιτεῖται νὰ ἔχει σύνεση. Χρειάζεται, καὶ πολλὴ μάλιστα: «Μὴ γὰρ δὴ νομίσητε, ἐπειδὴ λόγον οὐκ ἐγκεχείρισται, ὅτι οὐ χρείαν ἔχει σοφίας ὁ τοιοῦτος· χρῄζει γάρ, καὶ πολλῆς» (PG 60, 115). Πρέπει, μὲ ἄλλα λόγια, νὰ κατοικεῖ μέσα του τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἐκεῖνο νὰ τοῦ χαρίζει τὸν φωτισμὸ καὶ τὴ διάκριση, ὥστε νὰ ἐπιτελεῖ τὰ καθήκοντά του θεάρεστα.
 
3. Ἡ ἀποστολὴ τῆς Ἐκκλησίας
 
   Οἱ πιστοὶ ἀποδέχθηκαν τὴν πρόταση τῶν Ἀποστόλων καὶ ἐξέλεξαν τοὺς ἑπτὰ διακόνους, τοὺς ὁποίους χειροθέτησαν οἱ Ἀπόστολοι καὶ προσευχήθηκαν νὰ τοὺς ἐνισχύσει ὁ Θεὸς στὴν εὐθύνη ποὺ ἀναλάμβαναν. 
    
   Θὰ μποροῦσαν πλέον οἱ Ἀπόστολοι νὰ ἀφοσιωθοῦν ἀπερίσπαστοι στὴν προσευχὴ καὶ τὴ διακονία τοῦ κηρύγματος. «Ἡμεῖς δὲ τῇ προσευχῇ καὶ τῇ διακονίᾳ τοῦ λόγου προσκαρτερήσομεν», εἶπαν. Ἡ φράση αὐτὴ μᾶς δείχνει ποιό εἶναι τὸ κύριο ἔργο τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι ἡ προσευχή, ἡ λατρεία δηλαδὴ τοῦ Θεοῦ, καὶ τὸ κήρυγμα, ἡ διδασκαλία τῶν ἀληθειῶν τῆς πίστεως.
   
   Ἡ Ἐκκλησία πάντοτε βέβαια φρόντιζε καὶ φροντίζει γιὰ τοὺς φτωχοὺς καὶ ἐνδεεῖς ἀδελφούς, μὲ ἐράνους καὶ φιλανθρωπικὲς δράσεις γιὰ τὴν ἐνίσχυσή τους. Μᾶς τὸ ζητεῖ αὐτὸ ὁ Θεός. Ἡ κύρια ἀποστολή της ὅμως δὲν εἶναι ἡ φιλανθρωπία, ἀλλὰ ἡ σωτηρία τῶν ψυχῶν, ἡ κοινωνία Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων. Μὲ τὴν προσευχὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴ λατρεία της ὁμιλεῖ ὁ λαὸς πρὸς τὸν Θεό. Μὲ τὸ κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας ὁμιλεῖ ὁ Θεὸς πρὸς τοὺς πιστούς. Μέσῳ τῆς Ἐκκλησίας κοινωνεῖ ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸν Θεὸ καὶ σώζεται. Αὐτὴ εἶναι ἡ κύρια εὐθύνη της.
 
     Ἑπομένως ὅλοι οἱ πιστοὶ καλούμαστε νὰ ὑπηρετοῦμε πρόθυμα στὶς διακο­νίες τῆς Ἐκκλησίας, γιὰ νὰ διευκολύνουμε τοὺς ποιμένες μας νὰ ἀσχολοῦνται μὲ τὴν κύρια ἀποστολή τους, ποὺ εἶναι ἡ λατρεία καὶ τὸ κήρυγμα. Νὰ τοὺς δίνουμε τὴ δυνα­τότητα νὰ καλλιεργοῦν πνευματικὰ τὶς ψυχές μας καὶ νὰ μᾶς φέρνουν σὲ κοινωνία μὲ τὸν Θεό.
 ***************************************************

Δεν υπάρχουν σχόλια: