
Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 3 Μαΐου 2026, Κυριακὴ τοῦ Παραλύτου (Ἰωάν. ε΄ 1-15)
Μετὰ ταῦτα ἦν ἡ ἑορτὴ τῶν Ἰουδαίων, καὶ ἀνέβη ὁ Ἰησοῦς εἰς Ἱεροσόλυμα. 2 ἔστι δὲ ἐν τοῖς Ἱεροσολύμοις ἐπὶ τῇ προβατικῇ κολυμβήθρα, ἡ ἐπιλεγομένη Ἑβραϊστὶ Βηθεσδά, πέντε στοὰς ἔχουσα. 3 ἐν ταύταις κατέκειτο πλῆθος πολὺ τῶν ἀσθενούντων, τυφλῶν, χωλῶν, ξηρῶν, ἐκδεχομένων τὴν τοῦ ὕδατος κίνησιν. 4 ἄγγελος γὰρ κατὰ καιρὸν κατέβαινεν ἐν τῇ κολυμβήθρᾳ, καὶ ἐτάρασσε τὸ ὕδωρ· ὁ οὖν πρῶτος ἐμβὰς μετὰ τὴν ταραχὴν τοῦ ὕδατος ὑγιὴς ἐγίνετο ᾧ δήποτε κατείχετο νοσήματι.
5 ἦν δέ τις ἄνθρωπος ἐκεῖ τριάκοντα καὶ ὀκτὼ ἔτη ἔχων ἐν τῇ ἀσθενείᾳ αὐτοῦ. 6 τοῦτον ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς κατακείμενον, καὶ γνοὺς ὅτι πολὺν ἤδη χρόνον ἔχει, λέγει αὐτῷ· θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι; 7 ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ἀσθενῶν· Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, ἵνα ὅταν ταραχθῇ τὸ ὕδωρ, βάλῃ με εἰς τὴν κολυμβήθραν· ἐν ᾧ δὲ ἔρχομαι ἐγώ, ἄλλος πρὸ ἐμοῦ καταβαίνει. 8 λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἔγειρε, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει. 9 καὶ εὐθέως ἐγένετο ὑγιὴς ὁ ἄνθρωπος, καὶ ἦρε τὸν κράβαττον αὐτοῦ καὶ περιεπάτει. ἦν δὲ σάββατον ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ. 10 ἔλεγον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι τῷ τεθεραπευμένῳ· σάββατόν ἐστιν· οὐκ ἔξεστί σοι ἆραι τὸν κράβαττον. 11 ἀπεκρίθη αὐτοῖς· ὁ ποιήσας με ὑγιῆ, ἐκεῖνός μοι εἶπεν· ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει. 12 ἠρώτησαν οὖν αὐτόν· τίς ἐστιν ὁ ἄνθρωπος ὁ εἰπών σοι, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει;
13 ὁ δὲ ἰαθεὶς οὐκ ᾔδει τίς ἐστιν· ὁ γὰρ Ἰησοῦς ἐξένευσεν ὄχλου ὄντος ἐν τῷ τόπῳ. 14 μετὰ ταῦτα εὑρίσκει αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς ἐν τῷ ἱερῷ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἴδε ὑγιὴς γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται. 15 ἀπῆλθεν ὁ ἄνθρωπος καὶ ἀνήγγειλε τοῖς Ἰουδαίοις ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ ποιήσας αὐτὸν ὑγιῆ.
ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ
Ὕστερα ἀπ’ αὐτά ἦταν ἡ ἑορτή τῶν Ἰουδαίων, πιθανότατα ἡ ἑορτή τῶν Πουρίμ, πού ἔπεφτε περίπου ἕνα μήνα πρίν τό Πάσχα. Κατά τήν ἑορτή αὐτή ἀνέβηκε ὁ Ἰησοῦς στά Ἱεροσόλυμα. 2 Ἐκεῖ, στά Ἱεροσόλυμα, κοντά στήν προβατική πύλη τοῦ τείχους τῆς πόλεως ὑπάρχει κάποια λίμνη στήν ὁποία κολυμποῦσαν, καί ἡ ὁποία στήν ἑβραϊκή γλώσσα ὀνομαζόταν Βηθεσδά. Ἡ κολυμβήθρα αὐτή εἶχε τριγύρω της πέντε στοές, πέντε θολωτά ὑπόστεγα. 3 Σ’ αὐτά τά θολωτά ὑπόστεγα βρίσκονταν ξαπλωμένοι πάρα πολλοί ἄρρωστοι, τυφλοί, κουτσοί, ἄνθρωποι μέ κάποιο μέλος πιασμένο καί ἀναίσθητο ἤ ἀτροφικό· κι ὅλοι αὐτοί περίμεναν νά κινηθεῖ τό νερό τῆς κολυμβήθρας. 4 Διότι ἀπό καιρό σέ καιρό ἕνας ἄγγελος κατέβαινε στήν κολυμβήθρα καί ἀνατάραζε τά νερά της. Καί ὅποιος ἔμπαινε πρῶτος σ’ αὐτή μετά τήν ἀνατάραξη τοῦ νεροῦ, γινόταν ὑγιής, ὁποιαδήποτε κι ἄν ἦταν ἡ ἀρρώστια πού εἶχε.
5 Ὑπῆρχε λοιπόν ἐκεῖ ἀνάμεσα στό πλῆθος τῶν ἀρρώστων καί κάποιος ἄνθρωπος πού ἦταν ἄρρωστος τριάντα ὀκτώ ὁλόκληρα χρόνια. 6 Ὅταν τόν εἶδε ὁ Ἰησοῦς νά εἶναι ξαπλωμένος κάτω καί μέ τό θεῖο του βλέμμα διέκρινε ὅτι ἀπό πολύ καιρό εἶχε αὐτήν τήν ἀσθένεια, τοῦ εἶπε: Θέλεις νά γίνεις ὑγιής; Καί μέ τήν ἐρώτηση αὐτή ὁ Κύριος ἔδινε ἀφορμή στόν παράλυτο νά ζητήσει τή βοήθειά του. 7 Πράγματι λοιπόν ὁ ἄρρωστος τοῦ ἀποκρίθηκε: Κύριε, δέν ἔχω ἄνθρωπο νά μέ ρίξει στήν κολυμβήθρα ἀμέσως μόλις ἀναταραχθοῦν τά νερά της. Κι ἐνῶ προσπαθῶ νά πλησιάσω ἐγώ μόνος μου, προλαβαίνει ἄλλος καί κατεβαίνει στό νερό πρίν ἀπό μένα. 8 Τοῦ λέει ὁ Ἰησοῦς: Σήκω ἐπάνω, πάρε τό κρεβάτι σου στόν ὦμο σου καί περπάτα. 9 Κι ἀμέσως ὁ ἄνθρωπος ἔγινε καλά, πῆρε τό κρεβάτι του καί περπατοῦσε ἐλεύθερα. Ἦταν ὅμως Σάββατο ἡ ἡμέρα πού ἔγινε αὐτό. 10 Ἔλεγαν λοιπόν οἱ πρόκριτοι Ἰουδαῖοι στόν θεραπευμένο: Σήμερα εἶναι Σάββατο. Δέν ἐπιτρέπεται νά σηκώνεις καί νά μεταφέρεις τό κρεβάτι σου. 11 Αὐτός ὅμως τούς ἀποκρίθηκε: Ἐκεῖνος πού μέ ἔκανε καλά μέ θαῦμα καί θεϊκή δύναμη, αὐτός μοῦ εἶπε, πάρε τό κρεβάτι σου καί περπάτα. 12 Μετά λοιπόν ἀπό τήν ἀπάντηση αὐτή τόν ρώτησαν ἐκεῖνοι: Ποιός εἶναι ὁ ἄνθρωπος αὐτός πού σοῦ εἶπε, πάρε τό κρεβάτι σου καί περπάτα;
13 Ὁ θεραπευμένος ὅμως παράλυτος δέν ἤξερε ποιός εἶναι· διότι ὁ Ἰησοῦς εἶχε φύγει ἀπαρατήρητος καί εἶχε ἐξαφανιστεῖ. Καί ἦταν εὔκολο νά ἐξαφανιστεῖ, διότι ὑπῆρχε πολύς λαός στόν τόπο πού ἔγινε τό θαῦμα. 14 Ὕστερα ἀπό ἀρκετό καιρό τόν βρῆκε ὁ Ἰησοῦς στό ἱερό καί τοῦ εἶπε: Βλέπεις, τώρα ἔχεις γίνει ὑγιής. Πρόσεξε λοιπόν ἀπό δῶ καί πέρα νά μήν ἁμαρτάνεις πιά, γιά νά μή πάθεις τίποτε χειρότερο ἀπό τήν ἀσθένεια πού εἶχες, καί ἡ ὁποία σοῦ προκλήθηκε ἀπό τίς ἁμαρτίες σου. Πρόσεξε μήν πάθεις χειρότερη συμφορά στό σῶμα σου, καί χάσεις μαζί μέ τήν ὑγεία τοῦ σώματός σου καί τήν ψυχή σου. 15 Ἔφυγε τότε ὁ ἄνθρωπος ἀπό τό ἱερό καί, ἀφοῦ συνάντησε τούς Ἰουδαίους, τούς ἀνήγγειλε ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἦταν αὐτός πού τόν γιάτρεψε.

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Πραξ. θ΄ 32-42
32 Ἐγένετο δὲ Πέτρον διερχόμενον διὰ πάντων κατελθεῖν καὶ πρὸς τοὺς ἁγίους τοὺς κατοικοῦντας Λύδδαν. 33 εὗρε δὲ ἐκεῖ ἄνθρωπόν τινα Αἰνέαν ὀνόματι, ἐξ ἐτῶν ὀκτὼ κατακείμενον ἐπὶ κραβάττῳ, ὃς ἦν παραλελυμένος. 34 καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ Πέτρος· Αἰνέα, ἰᾶταί σε Ἰησοῦς ὁ Χριστός· ἀνάστηθι καὶ στρῶσον σεαυτῷ. καὶ εὐθέως ἀνέστη. 35 καὶ εἶδον αὐτὸν πάντες οἱ κατοικοῦντες Λύδδαν καὶ τὸν Σάρωνα, οἵτινες ἐπέστρεψαν ἐπὶ τὸν Κύριον. 36 Ἐν Ἰόππῃ δέ τις ἦν μαθήτρια ὀνόματι Ταβιθά, ἣ διερμηνευομένη λέγεται Δορκάς· αὕτη ἦν πλήρης ἀγαθῶν ἔργων καὶ ἐλεημοσυνῶν ὧν ἐποίει. 37 ἐγένετο δὲ ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἀσθενήσασαν αὐτὴν ἀποθανεῖν· λούσαντες δὲ αὐτὴν ἔθηκαν ἐν ὑπερῴῳ. 38 ἐγγὺς δὲ οὔσης Λύδδης τῇ Ἰόππῃ οἱ μαθηταὶ ἀκούσαντες ὅτι Πέτρος ἐστὶν ἐν αὐτῇ, ἀπέστειλαν δύο ἄνδρας πρὸς αὐτὸν παρακαλοῦντες μὴ ὀκνῆσαι διελθεῖν ἕως αὐτῶν. 39 ἀναστὰς δὲ Πέτρος συνῆλθεν αὐτοῖς· ὃν παραγενόμενον ἀνήγαγον εἰς τὸ ὑπερῷον, καὶ παρέστησαν αὐτῷ πᾶσαι αἱ χῆραι κλαίουσαι καὶ ἐπιδεικνύμεναι χιτῶνας καὶ ἱμάτια ὅσα ἐποίει μετ’ αὐτῶν οὖσα ἡ Δορκάς. 40 ἐκβαλὼν δὲ ἔξω πάντας ὁ Πέτρος καὶ θεὶς τὰ γόνατα προσηύξατο, καὶ ἐπιστρέψας πρὸς τὸ σῶμα εἶπε· Ταβιθά, ἀνάστηθι. ἡ δὲ ἤνοιξε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῆς, καὶ ἰδοῦσα τὸν Πέτρον ἀνεκάθισε. 41 δοὺς δὲ αὐτῇ χεῖρα ἀνέστησεν αὐτήν, φωνήσας δὲ τοὺς ἁγίους καὶ τὰς χήρας παρέστησεν αὐτὴν ζῶσαν. 42 γνωστὸν δὲ ἐγένετο καθ’ ὅλης τῆς Ἰόππης, καὶ πολλοὶ ἐπίστευσαν ἐπὶ τὸν Κύριον.
Νεοελληνική Απόδοση
32 Συνέβη δε, όταν ο Πετρος περιώδευε όλα αυτά τα μέρη, να κατεβή στους πιστούς, οι οποίοι κατοικούσαν εις την Λυδδαν. 33 Ευρήκε δε εκεί ένα άνθρωπον, ονόματι Αινέαν, ο οποίος κατέκειτο επί οκτώ έτη παράλυτος επάνω εις ένα κρεββάτι. 34 Και του είπεν ο Πετρος· “Αινέα, ο Ιησούς, ο Χριστός σε θεραπεύει από την ασθένειάν σου. Σηκω και στρώσε μόνος σου το κρεββάτι σου”. Και αμέσως εκείνος εσηκώθηκε υγιής. 35 Και τον είδαν όλοι, όσοι κατοικούσαν την Λυδδαν και την περιοχήν του Σαρωνος, οι οποίοι επίστευσαν και επέστρεψαν στον Κυριον, παρακινηθέντες από το θαύμα αυτό. 36 Εις δε την Ιόππην εζούσε μία μαθήτρια του Κυρίου, ονόματι Ταβιθά, της οποίας το όνομα εις την ελληνικήν σημαίνει Δορκάς. Αυτή ήτο γεμάτη από καλά έργα και ελεημοσύνας, τας οποίας έκανε συνεχώς. 37 Συνέβη όμως κατά τας ημέρας εκείνας να ασθενήση και να πεθάνη. Αφού δε, σύμφωνα με τα ιουδαϊκά έθιμα, την έλουσαν και την ετοίμασαν δια την ταφήν, την έβαλαν στο υπερώον. 38 Επειδή δε η Λυδδα ήτο κοντά εις την Ιόππην και οι μαθηταί είχαν ακούσει, ότι ο Πετρος ήταν εκεί, έστειλαν δύο άνδρας προς αυτόν και τον παρακαλούσαν να μη βραδύνη να έλθη μέχρις αυτών. 39 Πράγματι ο Πετρος εσηκώθηκε και επήγε μαζή με τους δύο απεσταλμένους. Οταν δε έφθασε, τον ανέβασαν στο υπερώον. Εκεί δε παρουσιάσθησαν εις αυτόν όλαι αι χήραι κλαίουσαι δια τον θάνατον της Ταβιθάς, και εδείκνυαν στον Πετρον χιτώνας και επανωφόρια, όσα έφκιανε, όταν ήτο εν ζωή η Δορκάς. 40 Ο Πετρος, αφού έβγαλε όλους έξω από το υπερώον, εγονάτισε και προσευχήθηκε. Επειτα εστράφη προς το σώμα και είπε· “Ταβιθά, σήκω”. Εκείνη δε άνοιξε αμέσως τα μάτια της και όταν είδε τον Πετρον ανασηκώθηκε στο κρεββάτι της. 41 Της έδωσε τότε το χέρι του ο Πετρος και την εσήκωσε. Και αφού εκάλεσε τους Χριστιανούς και μάλιστα τας χήρας, τους την παρουσίασε ζωντανήν. 42 Εγινε δε γνωστόν το θαύμα αυτό της αναστάσεως εις όλην την Ιόππην και πολλοί επίστευσαν στον Κυριον.
***************************************************
ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου