Σάββατο 5 Απριλίου 2025

Όσιος Σάββας ο Νέος ο εν Καλύμνω

 

Σάββα τοις πάλαι αμιλληθείς Αγίοις.

Συν τούτοις δεδόξασαι θαύμασι πλείστοις.


Ο θεόφρων πατήρ ημων Σάββας ο νέος ο εν Καλύμνω, γεννήθηκε το έτος 1862 μ.Χ. στην Ηρακλείτσα (αναφέρεται και η Γάνου Χώρα της περιφέρειας Αβδίμ) της Ανατολικής Θράκης, από πτωχούς γονείς, τον Κωνσταντίνο, που ασκούσε το επάγγελμα του μικροπωλητού και τη Σμαραγδή. Ήταν μοναχοπαίδι και κατά το βάπτισμα έλαβε το όνομα Βασίλειος. Από μικρή ηλικία ήταν πιστός και ευσεβής, αλλά και ένθερμος εραστής της αγγελικής μοναχικής ζωής. Αφού τελείωσε τα εγκύκλια μαθήματα και φύλαξε τον εαυτό του καθαρό από κάθε μολυσμό, δεν συνέχισε τις σπουδές του στο γυμνάσιο, είτε διότι δεν είχε τη δύναμη ο πατέρας του, είτε διότι ο ίδιος ο Βασίλειος δεν είχε διάθεση περαιτέρω μορφώσεως. Κατόπιν τούτου, οι γονείς του του άνοιξαν ένα μικρό κατάστημα. Ο Βασίλειος, άγοντας το 12ο έτος της ηλικίας του, διαπίστωνε καθημερινά, ότι το επάγγελμα που ασκούσε δεν ήταν στη φύση του. Έπρεπε, λοιπόν, να κόψει το δεσμό που του δημιουργούσε αυτό με τον υλικό κόσμο και να προχωρήσει στο πέλαγος της χάριτος του Θεού. Ήθελε να ζήσει για τον Χριστό και μόνο. Η μητέρα του, μόλις πληροφορήθηκε τους πόθους του τον βεβαίωσε ότι «αν το κάνεις αυτό θ΄ αποθάνω».


Στην απαλή ηλικία των 12 ετών αντιμετωπίζει τον μέγα τούτο προβληματισμό. Η έλξη του Θεού είναι ισχυρότατη, όπως και η κλίση του. Το «φύγε και σώζου» κυριάρχησε και έτσι, μία ημέρα ιστορική, αλλά και λαμπρή, έβαλε το κλειδί του καταστήματος κάτω από μία πέτρα και κατέβηκε στο λιμάνι για να πραγματοποιήσει την απόφασή του. Ως ελάφι, τώρα, κατευθύνεται προς το ευωδες περιβόλι της Παναγίας, το Άγιον Όρος. Εκεί, εγκαταβιώνει στη Σκήτη της Αγίας Άννης, όπου και απολαμβάνει τους πρώτους καρπούς των ιερών πόθων του. (Κατ΄άλλη γνώμη, που στηρίζεται σε διηγήσεις, πρώτα πήγε στα Ιεροσόλυμα). Στη Σκήτη αυτή δέχθηκε το βάρος της μοναστικής δοκιμασίας επί 12 έτη (κατ΄άλλους επί 6 έτη) και ασκήθηκε στο έργο της αγιογραφίας και της βυζαντινής μουσικής.


Μετά από προσευχή παίρνει την απόφαση να πάει στα Ιεροσόλυμα. Διέρχεται από την γενέτειρά του, επισκεπτόμενος δε τους γονείς του, αναγνωρίζεται από κάποιο σημάδι του μετώπου του. Ο πειρασμός θερμαίνεται και πάλι. Πάλι εμπόδια από τη μητέρα του. Φεύγει ο ακτήμων με τη βοήθεια πλουσίου ανδρογύνου, που πηγαίνει στους Αγίους Τόπους. Ως χρόνος αφίξεώς του στα Ιεροσόλυμα αναφέρεται το έτος 1887 μ.Χ., σε έγγραφο του Αρχιγραμματέως του ομωνύμου Πατριαρχείου. Αφού προσκύνησε με δέος και ευλάβεια τους Αγίους Τόπους, εισέρχεται στην ιστορική Μονή του Χοτζεβά και γίνεται αδελφός αυτής.


Μετά τριετή ενάρετο και οσιακό βίο στη Μονή αυτή κείρεται το έτος 1890 μ.Χ. μοναχός. Οπλισμένος με την αγιαστική χάρη και θωρακισμένος με την αήττητη πανοπλία του αγγελικού σχήματος, το 1894 μ.Χ. αποστέλλεται από τον Καθηγούμενο της Μονής στο Άγιον Όρος για να ασκηθεί στην Ιερά Σκήτη της Αγίας Άννης, υπό την καθοδήγηση του αειμνήστου Αρχιμανδρίτου Ανθίμου, στην αγιογραφία, προφανώς να ειδικευθεί στην τέχνη. Επανέρχεται μετά 3ετίαν στην Ιερά Μονή Χοτζεβά και το 1902 μ.Χ. προχειρίζεται σε διάκονο και το επόμενο έτος σε πρεσβύτερο. Διατελεί επί ένα έτος (1906 μ.Χ.) εφημέριος της Θεολογικής Σχολής του Τιμίου Σταυρού, όπου γνωρίζεται με τον Χρυσόστομο Παπαδόπουλο, τον μετέπειτα καθηγητή του Πανεπιστημίου και Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Ο Χρυσόστομος Παπαδόπουλος ως Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, αποφαινόμενος περί του Αγίου Σάββα, πριν ακόμα κοιμηθεί και αναγνωρισθεί η αγιότητά του, έλεγε στον Καλύμνιο φίλο του Γεράσιμο Ζερβό: «Να ξέρεις, Γεράσιμε, ότι ο πατήρ Σάββας είναι άγιος άνθρωπος». Το 1907 μ.Χ. επανέρχεται στην Ιερά Μονή Χοτζεβά και ασχολείται, παράλληλα προς την έντονη πνευματική ενάσκησή του, με το ευλογημένο εργόχειρο της αγιογραφίας.


Το 1916 μ.Χ., ύστερα από 26 χρόνια περίπου παραμονής στους Αγίους Τόπους επέστρεψε στην Ελλάδα. Έτσι σφραγίζει μια ωραία ασκητική ζωή, πλήρη πνευματικής καρποφορίας. Έφυγε από την έρημο του Ιορδάνου, όπου ζούσε «ως υψιπέτης αετός», τρεφόμενος ως πτηνό με μια κουταλιά βρεγμένο σιτάρι την ημέρα και νερό από τον ποταμό, διότι οι Άραβες πολεμούσαν τον ευλογημένο ερημικό βίο. Ευρισκόμενος στην Ελλάδα αναζητεί νέα γη ασκήσεως. Κατά το έτος της επιστροφής του, φαίνεται ότι μετέβη στη νήσο Πάτμο. Αφού παραμένει εκεί επί 2 έτη, πηγαίνει στο Άγιον Όρος, απ' όπου κατέρχεται στην Αθήνα για να αγοράσει υλικά αγιογραφίας. Κατά το διάστημα αυτό και μέχρι μεταβάσεώς του στην Αίγινα φαίνεται ότι μετέβη στο ξερονήσι Παραμπόλα και στην Ύδρα.


Στην Αθήνα συναντά υποτακτικό του Αγίου Νεκταρίου (βλέπε 9 Νοεμβρίου), ο οποίος τον πληροφορεί ότι τον αναζητεί. Απ' αυτό συνάγεται ότι οι δύο Άγιοι είχαν προηγούμενη γνωριμία. Από την Αθήνα, λοιπόν, πηγαίνει στην Αίγινα, όπου διακονεί τον Άγιο Νεκτάριο μέχρι την κοίμησή του. Η μετά του Αγίου Νεκταρίου συγκαταβίωσή του συνέβαλε πολύ στην περαιτέρω πνευματική πρόοδο του Οσίου. Εγνώρισε την αυστηρά άσκηση του Αγίου Νεκταρίου, τους πολέμους των μικρών ανθρώπων, αλλά και την αναμφισβήτητη αρετή του, την παροιμιώδη ταπείνωση και απλότητά του. Είδε τη θεία κοίμησή του, η οποία βεβαίωσε την ευαρέσκεια προς αυτόν του Παναγάθου Θεού με τα έκδηλα σημεία του Αγίου Μύρου και της ευωδίας, αλλά κυρίως της θαυματουργικής χάριτος. Στην Αίγινα παραμένει μέχρι το έτος 1926 μ.Χ. Αναχωρεί για την Αθήνα, διότι στη Μονή προσέρχεται πολύς κόσμος και ο θόρυβος τον κουράζει. Στην Αθήνα συναντά τον Γεράσιμο Ζερβό, ο οποίος τον φιλοξενει στο σπίτι του και τον πείθει τελικά να μεταβεί στην Κάλυμνο.


Το ίδιο έτος (1926 μ.Χ.) φθάνει στην Κάλυμνο, όπου μετά από κάποια έρευνα - περιπλάνηση εγκαταβιώνει οριστικά στην Ιερά Μονή Αγίων Πάντων. Σ΄αυτή τη Μονή, της οποίας τυγχάνει κτήτορας, ειχε ασκητεύσει και ο ενάρετος και διορατικός Ιερομόναχος π. Ιερόθεος Κουρούνης. Ο θεσπέσιος αυτός λειτουργός του Υψίστου, προ της κοιμήσεώς του, παρηγορώντας τις λυπημένες αδελφές είπεν: «μετ' ολίγον θα έλθη εδώ ανώτερός μου». Και πράγματι επαληθεύθηκαν τα λόγια του. Ο π. Σάββας, ευθύς μετά την εγκατάστασή του στην Ιερά Μονή των Αγίων Πάντων, κτίζει με τη βοήθεια του Γεράσιμου Ζερβού τα επάνω κελλιά και αρχίζει μία έντονη πνευματική ζωή. Αγιογραφεί, τελεί τα Θεία Μυστήρια και τις Ιερές Ακολουθίες, εξομολογεί, διδάσκει με το στόμα και το παράδειγμά του και βοηθεί χήρες, ορφανά και φτωχούς. Ζει με ταπείνωση, άσκηση και προσφορά, ώστε το αγγελικό παράδειγμά του να ενθυμούνται με δάκρυα και συγκίνηση όσοι τον εγνώρισαν. Πάντοτε δε θα επικαλούνται με πίστη τη χάρη του στις ποικίλες δοκιμασίες της ζωής τους. Πρόθυμος όταν ζούσε, προθυμότατος μετά την κοίμησή του.


Ηταν επιεικής και εύσπλαχνος στις αμαρτίες των άλλων, δεν ανεχόταν τη βλασφημία και την κατάκριση. Αυτά τα δύο πολύ τον τάρασσαν. Η σκληρά άσκησή του του χάρισε την ευωδία του σώματός του, αλλά και την ασθένεια. Το πέρασμά του ηταν ευώδες. Αυτή η ευωδία θα εξέλθει και από το μνήμα του κατά την εκταφή του. Όπως σ΄όλους τους ανθρώπους του Θεού, έτσι και από τον π. Σάββα δεν έλλειψε «ο σκόλοψ τη σαρκί». Υπέφερε από προστάτη και σοβαρά κοιλιακή πάθηση. Για τον προστάτη έκανε εγχείρηση και θεραπεύτηκε. Όταν του έλεγαν να πάει στην Αθήνα να θεραπευθεί και για το κοιλιακό νόσημα, απαντούσε: «Αυτό, παιδί μου, θα μας σώση, τίποτε άλλο δεν κάναμε. Αυτό είναι το καλό που θα μας πάει στον Παράδεισο. Ο Θεός είναι μεγάλος». Ο π. Σάββας αγαπούσε όλους τους ανθρώπους και κατέβαλλε προσπάθεια για τη μετάνοιά τους και επιστροφή τους στον Χριστό. Η αγάπη του ηταν ειλικρινής και πηγαία. Ηταν δε αφιλοχρήματος. Ουδέποτε κρατούσε χρήματα. Από την αγιογραφία και τα μυστήρια ό,τι ελάμβανε τα έδινε στους πτωχούς, στις χήρες και τα ορφανά. Η ζωή του ήταν μία συνεχής κατάσταση αγίας υπακοής. Ενδεικτικό αυτού είναι και η υπακοή του να δεχθεί κατά την περίοδο σοβαράς ασθενείας, ο ακρότατος αυτός ασκητής (στο Άγιον Όρος κατ' εντολή του γέροντά του) τον Δεκαπενταύγουστο κρέας πετεινού. Ο μακάριος, για κάθε πνευματικό πρόβλημα ελάμβανε άνωθεν την πληροφορία και έτσι βάδιζε επί του ασφαλούς. Είχε πολλούς πειρασμούς και χάλασε πολλές παγίδες του διαβόλου. Κάποτε, και συγκεκριμένα μία Καθαρά Δευτέρα, για να μη τελέσει τις ακολουθίες του, τον έκλεισε επί τρεις ημέρες στο κελλί του. Ήταν χαριτωμένος και ευλογημένος από τον Κύριο. Πράος, ανεξίκακος, άδολος, υπάκουος και πονετικός.


Δόξασε τον άγγελο στη γη και τον άνθρωπο στους ουρανούς. Ήταν άγγελος και άνθρωπος και αντιστρόφως. Κατά τον τρόπο αυτό εκπλήρωσε τις ημέρες της επί γης πορείας του μέχρι της 7ης Απριλίου 1948 μ.Χ., ότε παρέδωκε την αγία του ψυχή στον Κύριο. Περί το τέλος της ζωής του βρίσκεται σε άκρα περισυλλογή και ιερά κατάνυξη. Επί τρεις ημέρες δεν δέχθηκε κανέναν. Βρίσκοταν πλέον στο στάδιο της ιεράς μεταστάσεώς του. Έδωσε τις τελευταίες συμβουλές και ζήτησε την εν Χριστώ αγάπη και υπακοή. Όταν ο επιθανάτιος ρόγχος τον κατέλαβε και επί μακρόν συνεχίζετο, ξαφνικά λαμβάνει δυνάμεις, ενώνει τα μικρά ευλογημένα χέρια του και χειροκροτεί επανειλημμένα, ενώ από τα χείλη του εξέρχονται οι τελευταίες ιερές φράσεις: «Ο Κύριος, ο Κύριος, ο Κύριος». Ήταν η βεβαίωση της θείας μεταφυσικής πορείας του. Ήταν το κύκνειο άσμα της θεοφιλούς ζωής του. Την ώρα εκείνη λίγες μόνο μοναχές περιέβαλαν μία αγία μορφή, έναν θαυμάσιο αγωνιστή της πίστεως και της ευσεβείας, έναν οικιστή του Παραδείσου. Ο ουρανός γνώρισε τη μετάστασή του και πανηγύριζε. Έτσι, η γη χάρισε στον ουρανό τον άγιο αυτό βλαστό της και ο ουρανός αποδέχθηκε την ιερά αυτή προσφορά. Είθε και εμείς, μιμούμενοι, κατά το δυνατόν, τις αρετές του Αγίου Σάββα του νέου, του θαυματουργού, αλλά και με τις πρεσβείες του να αξιωθούμε της Ουρανίου Βασιλείας.


Μετά από δέκα έτη, έγινε η ανακομιδή των αγίων και χαριτόβρυτων λειψάνων του, στις 7 Απριλίου 1957 μ.Χ., προεξάρχοντος του μακαριστού Μητροπολίτου Λέρου, Καλύμνου και Αστυπάλαιας κυρού Ισιδώρου, ενώπιον πλήθους λαού. Ένα πυκνό νέφος θείας ευωδίας κάλυψε ολόκληρη την περιοχή και το νέο για το θεϊκό σημείο έκανε αμέσως το γύρο του νησιού. Το ιερό λείψανο του Οσίου μεταφέρθηκε σε λάρνακα, στο παρεκκλήσι του Αγίου Σάββα του Ηγιασμένου.


Η επίσημη Αγιοκατάταξη του Οσίου Πατρός ημών Σάββα του Νέου έγινε διά Πατριαρχικής Συνοδικής Πράξεως της 19ης Φεβρουαρίου 1992 μ.Χ.

Ἀπολυτίκιον

Γόνος γέγονας Γάνου και χώρας Μέγα καύχημα νήσου Καλύμνου παμμακάριστε Σάββα, πατήρ ημών και γαρ οδόν διελθών της ασκήσεως του ακροτάτου τέλους επέτυχες. Διό πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ σωθήναι τας ψυχάς ημών.


Έτερον Ἀπολυτίκιον

Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.

Της Καλύμνου το κλέος και θείον έφορον και των πάλαι Οσίων τον ισοστάσιον, ευφημήσωμεν πιστοί Σάββα τον Όσιον, ότι δεδόξασται λαμπρώς, ως θεράπων του Χριστού, θαυμάτων τη ενεργεία, και διανέμει τοις πάσι, παρά Θεού χάριν και έλεος.


Κοντάκιον

Ήχος β’. Τοις των αιμάτων σου

Των Καλυμνίων θερμώς προϊστάμενος, ως δοξασθείς τη του Πνεύματος χάριτι, παρέχεις τοις χρήζουσι πάντοτε, την σην ταχείαν εν πάσι βοήθειαν. διό σε υμνούμεν Σάββα, Όσιε.


Έτερον Κοντάκιον

Ήχος γ’. Η Παρθένος σήμερον.

Εορτάζει σήμερον, των Καλυμνίων η νήσος, την αγίαν μνήμην σου, αγγαλομένη καρδία̇ έσχε γαρ, ως θεοδώρητον όντως πλούτον, σκήνός σου, το θεοδόξαστον Πάτερ Σάββα, ώ προστρέχουσα εν πίστει, ρώσιν λαμβάνει, ψυχής και σώματος.


Μεγαλυνάριον

Φύλαττε και σκέπε την σην Μονήν, την πιστώς τιμώσαν, το σον λείψανον το σεπτόν, και ναυτιλλομένοις και πάσι Καλυμνίοις, ω Σάββα θεοφόρε, βοήθει πάντοτε.


Ὁ Οἶκος

Αγγαλιάται εν χαρά, Χριστού η Εκκλησία, ορώσά σου την εκ Θεού, τιμήν και δόξαν την πολλήν, και εύκλειαν την θαυμαστήν, ηγλαϊσμένε Πάτερ Σάββα̇ συ γαρ εν τοις χαλεποίς τούτοις καιροίς, εν μέσω γενεάς σκολιάς και διεστραμμένης, άμπεμπτος, αληθινός, ακέραιος, άκακος και όσιος ευρέθης, αμέμπτως εν τοις δικαιώμασι του Κυρίου πορευόμενος, και των πάλαι Αγίων, την αγίαν εχαρακτήρισας ζωήν̇ διο Κάλυμνος η νήσος, των θεοσδότων του καλών πλουσίως απολαύουσα, το ιερόν σου λείψανον, ως κιβωτόν αγιασμού εθησαύρισεν ̇ ώ πανευλαβώς σπεύδουσα, πάσαν καρπούται εξ αυτού ωφέλειαν, και αεί λαμβάνει τα αιτήματα, και ρώσιν ψυχής και σώματος.


ΚΥΡΙΑΚΗ 6 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2025 – E΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (ΜΑΡΙΑΣ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΙΑΣ) (Μαρκ. ι΄ 32-45) (Εβρ. θ΄ 11-14)

 


"Ο Λόγος του Θεού στον Λαό του Θεού".

Ευλογημένη συνοδοιπορία

“Ιδού αναβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα”

Μια βδομάδα πριν από τη θριαμβευτική είσοδο στα Ιεροσόλυμα, η Εκκλησία μας παρουσιάζει τον Ιησού να προλέγει στους μαθητές του το πάθος και τα κακά τα οποία πρόκειται να υπομείνει για τη σωτηρία της ανθρωπότητας.     Κατά καιρούς ο Ιησούς και ιδίως ύστερα από κάθε χαρά, δεν παρέλειπε να υπενθυμίζει στους μαθητές του, ότι «ο Υιός του ανθρώπου παραδοθήσεται εις χείρας ανθρώπων αμαρτωλών και αποκτενούσιν αυτόν».

Σκοπός αυτής της υπομνήσεως ήταν η ψυχική προετοιμασία τους για τις ώρες της μεγάλης δοκιμασίας, της εγκαταλείψεως, της μοναξιάς όχι μόνο στην ίδια τη ζωή του Ιησού, αλλά και στη συνέχεια στη δική τους ζωής.  Και όπως έδειξε το μέλλον, είχαν ανάγκη οι μαθητές μιας τέτοιας προετοιμασίας, αφού όλοι πέρασαν από το καμίνι του πόνου και του μαρτυρίου, της θλίψεως και των δοκιμασιών.

«Αναβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα»

Σ’ αυτές τις τρεις λέξεις συμπυκνώνεται ολόκληρη η ζωή του Χριστιανού. Άνοδος είναι η ζωή μας, όπως η άνοδος του Χριστού στα Ιεροσόλυμα. Όπως ο Χριστός ανεβαίνει στα Ιεροσόλυμα έτσι και κάθε Χριστιανός ακολουθώντας τα βήματα του Θεανθρώπου πρέπει να ανεβαίνει και συνεχώς μ’ αυτή τη σκέψη να ζει, ότι σκοπός του είναι η είσοδος στην άνω Ιερουσαλήμ της Χάριτος.  Είναι κοπιώδης και μαρτυρική η άνοδος αυτή, όπως ακριβώς ήταν τότε του Χριστού.  Έχει απαραίτητη υποχρέωση την άρση του προσωπικού Σταυρού, χωρίς τον οποίο δεν μπορεί να εισέλθει ο άνθρωπος την πύλη της ουρανίου Βασιλείας. Στην αντίληψη του κόσμου ανεβαίνει όποιος εξουσιάζει, όποιος κατακτά, όποιος κερδίζει, όποιος πλουτίζει, όποιος κυβερνά.  Στην αντίληψη του Θεού ανεβαίνει όποιος διακονεί, όποιος διαμοιράζει, όποιος χάνει, όποιος ελεεί, όποιος υπηρετεί. Η πνευματική άνοδος στα μάτια του κόσμου φαίνεται αδυναμία.  Μέσα όμως στη σωματική αδυναμία κρύβεται η δύναμη του Θεού.  «Η γάρ δύναμίς μου εν ασθενεία τελειούται», διεμήνυσε με νόημα ο Θεός στον Απόστολο Παύλο.

Τα άνω ζητείτε

Συνεχώς η Εκκλησία μάς προτρέπει και μάς παρακινεί στην ουρανοδρόμο πορεία.  «Τα άνω ζητείτε ου ο Χριστός εστιν εν δεξιά του Θεού καθήμενος, τα άνω φρονείτε μη τα επί της γης».  Αν θέλουμε όμως να ανεβαίνουμε, πρέπει να μην παραλείπουμε να προσδενόμαστε συνεχώς με το άρμα της ταπείνωσης.  Εκείνος είπε, άλλωστε, ότι «ο ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται».  Να γίνουμε υπηρέτες και διάκονοι των συνανθρώπων μας, κυρίως δε των κατωτέρων μας.  Στην θεία άνοδο προπορεύεται ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός.  Ας ακολουθήσουμε τα ίχνη του. «Συμπορευθώμεν αυτώ και συσταυρωθώμεν και νεκρωθώμεν δι’ αυτόν ταις του βίου ηδοναίς ίνα και συζήσωμεν αυτώ».  Όποιοι ακολουθήσουν τον Χριστό στη ζωή τους έχουν βέβαια την υπόσχεσή του: «και συνανυψώ υμάς εις την άνω Ιερουσαλήμ εν τη Βασιλεία των ουρανών».

Αγαπητοί μου αδελφοί, σκοπός της ζωής μας είναι η κατάκτηση της Βασιλείας του Θεού. Ο πόθος μας τότε θα γίνει πραγματικότητα, αν ακολουθήσουμε πιστά την πορεία του Χριστού. Είναι ανηφορική και γεμάτη θλίψεις «η οδός του Κυρίου», οδηγεί όμως στην λαμπρηφόρο και ζωηφόρο Ανάσταση.  Θεμελιώδεις πνευματικοί σταθμοί αυτής της ουρανοδρόμου πορείας είναι η θυσία και η ταπείνωση.  Θέλουμε να γίνουμε μεγάλοι και πρώτοι;  Ας γίνουμε πρώτα μικροί και τελευταίοι, σύμφωνα με την υπόδειξη του Κυρίου μας. Τότε η ύπαρξή μας καταξιώνεται στα αιώνια και τα αυθεντικά. Γένοιτο.

 

Χριστάκης Ευσταθίου,

Θεολόγος

Κυριακὴ E΄ Νηστειῶν – Εὐαγγελικὸ καί Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 6 Απριλίου 2025

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Μαρκ. ι΄ 32-45


32 Ἦσαν δὲ ἐν τῇ ὁδῷ ἀναβαίνοντες εἰς Ἱεροσόλυμα· καὶ ἦν προάγων αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἐθαμβοῦντο, καὶ ἀκολουθοῦντες ἐφοβοῦντο. καὶ παραλαβὼν πάλιν τοὺς δώδεκα ἤρξατο αὐτοῖς λέγειν τὰ μέλλοντα αὐτῷ συμβαίνειν, 33 ὅτι Ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδοθήσεται τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ γραμματεῦσι, καὶ κατακρινοῦσιν αὐτὸν θανάτῳ καὶ παραδώσουσιν αὐτὸν τοῖς ἔθνεσι, 34 καὶ ἐμπαίξουσιν αὐτῷ καὶ μαστιγώσουσιν αὐτὸν καὶ ἐμπτύσουσιν αὐτῷ καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτὸν, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται. 35 Καὶ προσπορεύονται αὐτῷ Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης υἱοὶ Ζεβεδαίου λέγοντες· Διδάσκαλε, θέλομεν ἵνα ὃ ἐὰν αἰτήσωμεν ποιήσῃς ἡμῖν. 36 ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Τί θέλετε ποιῆσαί με ὑμῖν; 37 οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· Δὸς ἡμῖν ἵνα εἷς ἐκ δεξιῶν καὶ εἷς ἐξ εὐωνύμων σου καθίσωμεν ἐν τῇ δόξῃ σου. 38 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε. δύνασθε πιεῖν τὸ ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθῆναι; 39 οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· Δυνάμεθα. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Τὸ μὲν ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω πίεσθε, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθήσεσθε· 40 τὸ δὲ καθίσαι ἐκ δεξιῶν μου καὶ ἐξ εὐωνύμων οὐκ ἔστιν ἐμὸν δοῦναι, ἀλλ’ οἷς ἡτοίμασται. 41 καὶ ἀκούσαντες οἱ δέκα ἤρξαντο ἀγανακτεῖν περὶ Ἰακώβου καὶ Ἰωάννου. 42 ὁ δὲ Ἰησοῦς προσκαλεσάμενος αὐτοὺς λέγει αὐτοῖς· Οἴδατε ὅτι οἱ δοκοῦντες ἄρχειν τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν αὐτῶν καὶ οἱ μεγάλοι αὐτῶν κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν. 43 οὐχ οὕτω δὲ ἔσται ἐν ὑμῖν, ἀλλ’ ὃς ἐὰν θέλῃ γενέσθαι μέγας ἐν ὑμῖν, ἔσται ὑμῶν διάκονος, 44 καὶ ὃς ἐὰν θέλῃ ὑμῶν γενέσθαι πρῶτος, ἔσται πάντων δοῦλος· 45 καὶ γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν.


Νεοελληνική Απόδοση


32 Ανέβαιναν δε τον δρόμον που ωδηγούσε προς τα Ιεροσόλυμα, και ο Ιησούς επροπορεύετο από αυτούς. Και οι μαθηταί καθώς έβλεπαν τον διδάσκαλον να προχωρή προς το μαρτύριον κατελήφθησαν από θάμβος (εμπρός στο μεγαλείο της θυσίας που ακτινοβολούσε η μορφή του”. Και καθώς με σεβασμόν τον ακολουθούσαν, εφοβούντο δι’ όσα έμελλον να γίνουν εις Ιεροσόλυμα. Επήρε πάλιν τους δώδεκα ο Κυριος και ήρχισε να λέγη εις αυτούς όσα έμελλον να του συμβούν. 33 Ελεγε δηλαδή ότι “ιδού αναβαίνομεν εις τα Ιεροσόλυμα και ο υιός του ανθρώπου θα παραδοθή στους αρχιερείς και στους γραμματείς και θα τον καταδικάσουν εις θάνατον, και θα τον παραδώσουν στους ειδωλολάτρας στρατιώτας της Ρωμης. 34 Και θα τον εμπαίξουν και θα τον μαστιγώσουν και θα τον φτύσουν και θα τον θανατώσουν, και την τρίτην ημέραν θα αναστηθή”. 35 Και έρχονται προς αυτόν ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης, τα παιδιά του Ζεβεδαίου, και λέγουν· “διδάσκαλε, θέλομεν να μας κάμης αυτό που θα ζητήσωμεν”. 36 Αυτός δε τους είπε· “τι θέλετε να σας κάμω;” 37 Εκείνοι απήντησαν· “όταν ως ένδοξος βασιλεύς καθίσης στον βασιλικόν θρόνον της Ιερουσαλήμ, δος μας να καθίσωμεν ένας εκ δεξιών σου και ένας εξ αριστερών σου”. 38 Ο δε Ιησούς τους είπεν· “δεν ξέρετε τι ζητείτε. Ημπορείτε να πίετε το ποτήριον του πόνου και του μαρτυρίου, το οποίον εγώ πίνω, και να βαπτισθήτε το βάπτισμα του αίματος, το οποίον εγώ βαπτίζομαι;” 39 Εκείνοι δε χωρίς καλά-καλά να σκεφθούν, του είπαν· “ημπορούμεν”. Ο δε Ιησούς είπεν εις αυτούς· “το μεν ποτήριον του μαρτυρίου, το οποίον εγώ έντος ολίγου πίνω, θα το πίετε και το βάπτισμα της οδύνης και του αίματος και της θυσίας, το οποίον εγώ έντος ολίγου θα βαπτισθώ, θα το βαπτισθήτε. (Διότι και σεις θα δοκιμάσετε οδύνας και διωγμούς εξ αιτίας της πίστεώς σας εις εμέ). 40 Το να καθίσετε όμως εκ δεξιών μου και εξ αριστερών μου δεν είναι εις την εξουσίαν μου να το δώσω εις όποιον απλώς μου το ζητήσει, αλλά θα δοθή στους αξίους, εις αυτούς δηλαδή που θα ζήσουν σύμφωνα με το Ευαγγέλιον και θα αγωνισθούν, δια τους οποίους άλωστε και έχει ετοιμασθή”. 41 Οι άλλοι δέκα, όταν ήκουσαν αυτά, ήρχισαν να αγανακτούν δια την φιλόδοξον αυτήν συμπεριφοράν του Ιακώβου και του Ιωάννου. 42 Ο δε Ιησούς τους εκάλεσε κοντά του και τους είπε· “ξέρετε, ότι αυτοί που προβάλλονται σαν άρχοντες των εθνών, συμπεριφέρονται προς τους λαούς σαν να ήσαν απόλυτοι κύριοι αυτών. Και εκείνοι που κατέχουν ανάμεσα στους ανθρώπους μεγάλα αξιώματα, κάνουν κακήν χρήσιν της εξουσίας των και καταδυναστεύουν αυτούς, σαν να τους έχουν δούλους των. 43 Δεν πρέπει όμως τέτοια εγωϊστική τάσις και συμπεριφορά να παρατηρήται ματαξύ σας. Αλλ’ όποιος θέλει να αναδειχθή μέγας μεταξύ σας, πρέπει να γίνη υπηρέτης σας, που να σας εξυπηρετή με αγάπην. 44 Και όποιος από σας θέλει να γίνη πρώτος, πρέπει να γίνη δούλος όλων και να συμπεριφέρεται με την ταπεινοφροσύνην και την υπομονήν και υπακοήν του δούλου. 45 Διότι και ο υιός του ανθρώπου δεν ήλθε να εξυπηρετηθή από τους ανθρώπους, αλλά να τους εξυπηρετήση και να δώση την ψυχήν αυτού λύτρον και αντάλλαγμα, δια να ελευθερωθούν πολλοί από την ενόχην της αμαρτίας και τον αιώνιον θάνατον”.

Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 6 Απριλίου 2025, Ε΄ Νηστειῶν – Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας (Ἑβρ. θ΄ 11-14)


11 Χριστὸς δὲ παραγενόμενος ἀρχιερεὺς τῶν μελλόντων ἀγαθῶν διὰ τῆς μείζονος καὶ τελειοτέρας σκηνῆς, οὐ χειροποιήτου, τοῦτ’ ἔστιν οὐ ταύτης τῆς κτίσεως, 12 οὐδὲ δι’ αἵματος τράγων καὶ μόσχων, διὰ δὲ τοῦ ἰδίου αἵματος εἰσῆλθεν ἐφάπαξ εἰς τὰ Ἅγια, αἰωνίαν λύτρωσιν εὑράμενος. 13 εἰ γὰρ τὸ αἷμα ταύ­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­ρων καὶ τράγων καὶ σποδὸς ­­­­­­δα­­­­­­­­­­­­­­­­μάλεως ραντίζουσα τοὺς κεκοινωμένους ἁγιάζει πρὸς τὴν τῆς σαρκὸς καθαρότητα, 14 πόσῳ μᾶλλον τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ὃς διὰ Πνεύματος αἰωνίου ἑαυτὸν προσήνεγκεν ἄμωμον τῷ Θεῷ, καθαριεῖ τὴν συνείδησιν ὑμῶν ἀπὸ νεκρῶν ἔργων εἰς τὸ λατρεύειν Θεῷ ζῶντι;


ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ


11 Ἀντίθετα ὁ Χριστός ἦλθε ὡς ἀρχιερεύς τῶν μελ­λο­ντι­κῶν ἀγαθῶν, τῶν ἀγαθῶν δηλαδή τῆς Καινῆς Διαθήκης. Καί εἰσῆλθε στά ἐπουράνια Ἅγια τῶν Ἁγίων μέσα ἀπό μιά ἀνώτερη καί τελειότερη σκηνή, πού δέν κατασκευάστηκε ἀπό χέρια ἀνθρώπων. Δηλαδή δέν εἰσῆλθε μέσα ἀπό μιά ἐπίγεια σκηνή, ὅπως ἦταν ἡ Σκηνή τοῦ Μαρτυρίου, ἀλλά δεδομένου ὅτι τό σῶμα του ἦταν ἡ σκηνή καί κατοικία τοῦ Θεοῦ Λόγου, ἀσυγκρίτως ἀνώτερη καί τελειότερη, εἰσῆλθε μέσα ἀπό τή σκηνή αὐτή τοῦ σώματός του. Ἀκριβῶς μάλιστα τό σῶμα του αὐτό, ἐπειδή συνελήφθη ἐκ Πνεύματος Ἁγίου, δέν προερχόταν ἀπό τήν κτίση αὐτή, ἀλλά ἀπό νέα πνευματική κτίση. 12 Οὔτε χρησιμοποίησε ὁ Χριστός ὡς θυσία τό αἷμα τρά­γων καί μόσχων, ὅπως οἱ ἀρχιερεῖς τῶν Ἰουδαίων. Ἀλ­λά μέ τό δικό του αἷμα μπῆκε μιά γιά πάντα στά ἐπου­ρά­νια Ἅγια καί ἐξασφάλισε γιά μᾶς ἀπολύτρωση ὄχι προ­σωρινή ἀλλά αἰώνια. 13 Διότι, ἐάν τό αἷμα τῶν ταύρων καί τῶν τράγων καί τό ράντισμα μέ τό νερό καί τή στάχτη τοῦ δαμαλιοῦ πού κατακαιγόταν στό θυσιαστήριο δίνει στούς θρησκευτικά μολυσμένους καί ἀκάθαρτους ἕναν ἐξωτερικό καθαρμό καί ἐξαγνίζει τό σῶμα τους, προκειμένου νά μποροῦν νά μετέχουν στή λατρεία, 14 πόσο μᾶλλον τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος μέ τό αἰώνιο Πνεῦμα πού κατοικοῦσε μέσα του πρόσφερε στό Θεό ὡς θυσία τόν ἑαυτό του ὁλοκληρωτικά καθαρό καί ἐλεύθερο ἀπό κάθε ρύπο ἁμαρτίας, θά καθαρίσει τή συνείδησή σας ἀπό τά ἔργα τῆς ἁμαρτίας πού φέρνουν στήν ψυχή νέκρωση, καί θά σᾶς ἀξιώσει νά λατρεύετε ἀξίως τόν ζωντανό Θεό;


Σάββατο 29 Μαρτίου 2025

ΚΥΡΙΑΚΗ 30 ΜΑΡΤΙΟΥ 2025 – Δ΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΟΣ (Μαρκ. θ΄ 17-31) (Εβρ. στ΄ 13-20)

 


                 "Ο Λόγος του Θεού στον Λαό του Θεού"
 

 

Κλίμακες αιώνιας ανάβασης


«Έρωτι και πυρί θείας αγάπης πυρπολούμενος»


Αληθινό πρότυπο ζωής, αυθεντικής πίστης και αιώνιας μαρτυρίας, είναι ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακας, τη μνήμη του οποίου όρισε να τιμά η Εκκλησία μας τη Δ΄ Κυριακή των Νηστειών. Το πνευματικό αυτό ανάστημα, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένας ταπεινός ασκητής. Έπλεε όμως μέσα στο πέλαγος της θείας Χάριτος. Ήταν ο κατ’ εξοχήν ασκητής του θεοβάδιστου όρους Σινά.


Το ανάστημα του


Για το σημερινό άνθρωπο και τους σύγχρονους ρυθμούς της ζωής, ίσως η προβολή ενός ασκητή, του εκτοπίσματος του Ιωάννη της Κλίμακας, να φαντάζει ως κάτι το παράδοξο και «τρελό». Πώς μπορεί να εναρμονίζονται τα βαθύτερα μηνύματα που εκπέμπει η ασκητική αυτή μορφή με το σύγχρονο τρόπο ζωής;, Με τη μετάνοια και τα δάκρυα, με τη νηστεία και την πνευματική άσκηση, δείχνει μια πορεία εντελώς αντίθετη απ’ εκείνη που υπαγορεύει το δήθεν σύγχρονο και εξελιγμένο πνεύμα της εποχής;


 Μέσα από τις αυθεντικές πηγές της Ορθόδοξης Παράδοσης, η ασκητική ζωή δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η υπέρβαση του ατομισμού, ο εν χάριτι Θεού αγώνας για να καταστεί ο άνθρωπος χριστοειδής και χαριτωμένη ύπαρξη, στην πιο τιμημένη μορφή της. Το ορθόδοξο ήθος είναι στη βαθύτερη ουσία του ασκητικό, γιατί ισορροπεί στη σωστή αξιολόγηση και ιεράρχηση των πραγμάτων. Επειδή η πνευματική ωριμότητα και τελείωση δεν είναι τελικά καρπός των προσπαθειών του ανθρώπου αλλά κατ’ εξοχήν δωρεά του Αγίου Πνεύματος. 

 Γι’ αυτό και η άσκηση αυτή καθ’ εαυτή ποτέ δεν αποβαίνει σκοπός, αλλά το μέσο που οδηγεί στην απόκτηση της δωρεάς και της χάρης του Θεού. Αυτό φαίνεται και από το περιεχόμενο του περίφημου έργου του Ιωάννη, που το ονόμασε «Κλίμακα». Με τον αγώνα και την πνευματική άσκηση, σκαλί-σκαλί και βήμα-βήμα, ο άνθρωπος εγκολπώνεται την αρετή και αποτάσσεται την κακία.


Το περιεχόμενο της «Κλίμακας» είναι τόσο ψυχωφελές, που αναδεικνύεται σε αληθινή πυξίδα ζωής. Είναι ένα από τα ωραιότερα και πιο ψυχοφελή συγγράμματα που βγήκαν από ανθρώπινη γραφίδα. Με ύφος λιτό και σοβαρό, αποφθεγματικό και στοχαστικό, που έχει όμως μέσα του ένα δυναμισμό και μια ανείπωτη γλυκύτητα που γοητεύει και συναρπάζει, κατηχεί, οδηγεί, στηρίζει, ηλεκτρίζει την ψυχή των πιστών. Τους βοηθά να ατενίσουν προς τα πάνω και ν’ ανέβουν την κλίμακα των αρετών, της αγιότητας και της θέωσης. «Ανεβαίνετε, ανεβαίνετε, αδελφοί, αναβάσεις προθύμως εν τη καρδία διατιθέμενοι … είπερ η αγάπη εστίν ο Θεός».


Προσευχή


Στην καρδιά της άσκησης ως τρόπου ζωής, ξεπροβάλλει η δύναμη της προσευχής. Το προνόμιο του ανθρώπου να προσεύχεται, να καταξιώνεται, να συνομιλεί και να επικοινωνεί με το Δημιουργό του, είναι από τα πιο ισχυρά που διαθέτει. Ακριβώς, από το Συναξάρι του αγίου Ιωάννη της Κλίμακας, μαθαίνουμε ότι πρωτίστως ήταν άνθρωπος της προσευχής. Ήταν ο αδιαλείπτως προσευχόμενος. 

 Ο «έρωτι και πυρί θείας αγάπης πυρπολούμενος», όπως χαρακτηριστικά τον περιγράφει το λειτουργικό βιβλίο του Τριωδίου. Είναι ο ενσαρκωτής της τέλειας προσευχής, την οποία από μόνος του διδάχθηκε στην πράξη, αποτυπώνοντας τις θείες εμπειρίες του στην Κλίμακα.


Ειδικότερα, για την προσευχή ο Ιωάννης αναφέρεται στο 28ο κεφάλαιο της Κλίμακας και την ανεβάζει στα ανώτερα στάδια της τελείωσης του ανθρώπου.  Δεν θα μπορούσε κιόλας να ήταν διαφορετικά, αφού, όπως ο ίδιος επισημαίνει, «προσευχή εστί ένωσις ανθρώπου και Θεού». 

 Η προσευχή είναι «πυρ… άγιο και επουράνιο», που εδρεύει στην καρδιά του ανθρώπου, αλλά η φλόγα της ανάβει από τον ουρανό. Η φωτιά αυτή της προσευχής κατακαίει και εξαγνίζει την καρδιά του ανθρώπου, η οποία στη συνέχεια γίνεται ευλογημένος δέκτης της θείας έλλαμψης και κάθαρσης.

  Τότε ο νους, ο λογισμός και η διάθεση αδρανούν προς την φορά της αμαρτίας και τα πάθη και οι κακίες υποχωρούν και ξεριζώνονται.


Εξάλλου, στη σημερινή ευαγγελική περικοπή βλέπουμε και τον πατέρα του δαιμονισμένου εκείνου παιδιού να ζητεί τη βοήθεια του Χριστού. Αισθάνεται μέσα του την αγάπη του Κυρίου. Αυτή φλέγει και πυρπολεί την καρδιά του. Η πίστη και η εμπιστοσύνη που δείχνει στον Χριστό είναι υποδειγματική. 

 Ξεπερνά τα οποιαδήποτε εμπόδια και δυσκολίες. Και βέβαια, ο λόγος του Κυρίου «ει δύνασαι πιστεύσαι, πάντα δυνατά τω πιστεύοντι», απευθυνόταν όχι μόνο στον πατέρα του παιδιού, αλλά και σε όλους μας. Η ζωντανή πίστη είναι ο αγλαής καρπός της άσκησης και της προσευχής, στην οποία παραπέμπει η προσωπικότητα του Ιωάννη της Κλίμακας.


Αγαπητοί αδελφοί, η αληθινή πίστη που εισάγει τον άνθρωπο στο χώρο της θείας θαυματουργίας, όπως αποκρυσταλλώνει στο μήνυμα της η σημερινή ευαγγελική περικοπή, είναι στοιχείο που απουσιάζει από τη ζωή του σημερινού ανθρώπου.

  Επειδή συμβαίνει αυτό, τον βλέπουμε να ακολουθεί μια πορεία αυτοθεοποίησης, που τον σπρώχνει στην καταστροφή. Το ισχυρό παράδειγμα του πατέρα, που η πίστη του οδήγησε στη θαυματουργή θεραπεία του παιδιού του,  αλλά και του Ιωάννη που μέσα από την «Κλίμακά» του ξεδιπλώνει τους πνευματικούς και αγλαείς αναβαθμούς, που εκτοξεύουν τον άνθρωπο σε πνευματικά ύψη, με φόντο την προσευχή, ας σφραγίσει και την δική μας πορεία στη ζωή. 

Σε μια καταξίωση ουράνιας και αιώνιας εμβέλειας.


 


Χριστάκης Ευσταθίου,


Θεολόγος


 

Κυριακὴ Δ΄ Νηστειῶν – Εὐαγγελικὸ kαί Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 30 Μαρτίου 2025

 


Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 30 Μαρτίου 2025, Κυριακή Δ΄ Νηστειῶν – Ἰωάννου τῆς Κλίμακος (Μάρκ. θ΄ 17-31)


Tῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἄνθρωπός τις προσῆλθε τῷ Ἰησοῦ, γονυ­πετῶν αὐτῷ καὶ λέγων δι­δά­σκα­λε, ἤνεγκα τὸν υἱόν μου πρός σε, ἔχοντα πνεῦμα ἄλαλον. καὶ ὅπου ἂν αὐτὸν καταλάβῃ, ρήσσει αὐτόν, καὶ ἀφρίζει καὶ τρίζει τοὺς ὀδόντας αὐτοῦ, καὶ ξηραίνεται καὶ εἶπον τοῖς μαθηταῖς σου ἵνα αὐτὸ ἐκβάλωσι, καὶ οὐκ ἴσχυσαν. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς αὐ­­τῷ λέγει ὦ γενεὰ ἄπιστος, ἕως πό­τε πρὸς ὑμᾶς ἔσομαι; ἕως πότε ἀνέξο­μαι ὑμῶν; φέρετε αὐτὸν πρός με. καὶ ἤνεγκαν αὐτὸν πρὸς αὐτόν. καὶ ἰδὼν αὐτὸν εὐθέως τὸ πνεῦμα ἐ­­σ­πά­ραξεν αὐτόν, καὶ πεσὼν ἐπὶ τῆς γῆς ἐκυλίετο ἀφρίζων. καὶ ἐπηρώτησε τὸν πατέρα αὐτοῦ πόσος χρόνος ἐστίν, ὡς τοῦτο γέγονεν αὐτῷ; ὁ δὲ εἶ­πε παιδιόθεν. καὶ πολλάκις αὐτὸν καὶ εἰς πῦρ ἔβαλε καὶ εἰς ὕδατα, ἵνα ἀπο­­λέσῃ αὐτόν ἀλλ᾿ εἴ τι δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν σπλαγχνισθεὶς ἐφ᾿ ἡ­μᾶς. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ τὸ εἰ δύ­νασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι. καὶ εὐθέως κράξας ὁ πατὴρ τοῦ παιδίου μετὰ δακρύων ἔ­λεγε πιστεύω, Κύριε βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ. ἰδὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἐ­πι­συν­τρέχει ὄχλος, ἐπετίμησε τῷ πνεύ­μα­τι τῷ ἀκαθάρτῳ λέγων αὐτῷ τὸ πνεῦμα τὸ ἄλαλον καὶ κωφόν, ἐγώ σοι ἐπιτάσσω, ἔξελθε ἐξ αὐτοῦ καὶ μηκέτι εἰσέλθῃς εἰς αὐτόν. καὶ κρᾶξαν καὶ πολλὰ σπαράξαν αὐτὸν ἐξῆλθε, καὶ ἐγένετο ὡσεὶ νεκρός, ὥσ­τε πολλοὺς λέγειν ὅτι ἀπέθανεν. ὁ δὲ Ἰησοῦς κρατήσας αὐτὸν τῆς χει­ρὸς ἤγειρεν αὐτόν, καὶ ἀνέστη. Καὶ εἰσ­ελθόντα αὐτὸν εἰς οἶκον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐπηρώτων αὐτὸν κατ᾿ ἰδίαν, ὅτι ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό. καὶ εἶπεν αὐτοῖς τοῦτο τὸ γένος ἐν οὐδενὶ δύναται ἐξελθεῖν εἰ μὴ ἐν προσ­ευχῇ καὶ νηστείᾳ. Καὶ ἐκεῖθεν ἐξελ­θόντες παρεπορεύοντο διὰ τῆς Γα­­­λι­λαίας, καὶ οὐκ ἤθελεν ἵνα τις γνῷ ἐδίδασκε γὰρ τοὺς μαθητὰς αὐ­τοῦ καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρας ἀν­θρώπων, καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ ἀποκτανθεὶς τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀνα­στήσεται.

Νεοελληνική Απόδοση

17 Και λαβών τον λόγον ένας από το πλήθος είπε· “Διδάσκαλε, έφερα προς σε το παιδί μου, που έχει καταληφθή από πονηρόν πνεύμα, το οποίον του έχει αφαιρέσει την λαλιάν. 18 Και εις όποιον τόπον το καταλάβει, το συγκλονίζει και το ρίπτει κάτω και το κάνει να αφρίζη, να τρίζη τα δόντια του και να μένη ξηρόν και αναίσθητον. Και είπα στους μαθητάς σου να διώξουν αυτό το πονηρόν πνεύμα, και δεν ημπόρεσαν”. 19 Ο δε Ιησούς απεκρίθη εις αυτόν και είπε· “ω γενεά, που μένεις ακόμη άπιστος, παρ’ όλα τα θαύματα που έχεις ιδή· έως πότε θα είμαι μαζή σας; Εως πότε θα σας ανέχωμαι; Φερτε αυτόν σε μένα”. Και έφεραν πράγματι το δαιμονιζόμενο παιδί. 20 Και το πνεύμα το πονηρόν, μόλις είδε τον Ιησούν, αμέσως συνεκλόνισε με σπασμούς τον νέον, ο οποίος αφού έπεσε εις την γην, εκυλίετο και έβγαζε αφρούς. 21 Και ηρώτησε ο Κυριος τον πατέρα του νέου· “πόσος καιρός είναι από τότε που συνέβη αυτό;” Και εκείνος είπε· “από την παιδικήν του ηλικίαν. 22 Και πολλές φορές τον έρριξεν εις την φωτιά και εις τα νερά, δια να τον εξοντώση. Αλλ’ εάν ημπορής να κάμης τίποτε, σπλαγχνίσου μας και βοήθησέ μας”. 23 Ο δε Ιησούς του είπε τούτο· “εάν συ ημπορής να πιστεύσης, τότε όλα είναι κατορθωτά στον πιστεύοντα”. 24 Και αμέσως πατήρ του παιδίου με δάκρυα εις τα μάτια έκραξε και είπε· “πιστεύω, Κυριε, βοήθησέ με να ελευθερωθώ από την ολιγοπιστίαν και να αποκτήσω ζωντανήν πίστιν”. 25 Επειδή δε ο Ιησούς είδε ότι λαός έτρεχε από τα διάφορα μέρη και εμαζεύετο εκεί, επέπληξε το ακάθαρτον πνεύμα και του είπε· “το πνεύμα το άλαλον και το κωφόν, εγώ σε διατάσσω, έβγα από αυτόν και ποτέ πλέον να μη ξαναεισέλθης εις αυτόν”. 26 Και το πνεύμα το πονηρόν αφού έκραξε και συνεκλόνισε παρά πολύ τον νέον, εβγήκε. Και έμεινε ο νέος σαν πεθαμένος, ώστε πολλοί να λέγουν ότι απέθανε. 27 Ο δε Ιησούς τον επιασε από το χέρι, τον εσήκωσε και εκείνος εστάθη όρθιος. 28 Οταν δε εισήλθεν ο Κυριος εις ένα σπίτι, οι μαθηταί του τον ερωτούσαν ιδιαιτέρως· “διατί ημείς δεν ημπορέσαμεν να διώξωμε το ακάθαρτον πνεύμα;” 29 Και εκείνος τους είπεν· “αυτό το γένος των δαιμονίων με τίποτε άλλο δεν διώχνεται, παρά μόνον με προσευχήν και νηστείαν”. 30 Και αφού ανεχώρησαν από εκεί, επροχωρούσαν από απόμερους δρόμους δια μέσου της Γαλιλαίας και δεν ήθελε να μάθη κανείς δια την διάβασίν του αυτήν. 31 Και τούτο, διότι εδίδασκε τους μαθητάς του ιδιαιτέρως και τους επληροφορούσε, ότι ο υιός του ανθρώπου παραδίδεται εις χέρια μοχθηρών ανθρώπων, οι οποίοι και θα τον θανατώσουν, και αφού θανατωθή, την τρίτην ημέραν θα αναστηθή.

***************************************************   

ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ


1. Τὰ παιδιά μας στὸν Χριστὸ


Ἡ εὐαγγελικὴ περικοπὴ ποὺ ἀκούσαμε σήμερα, μᾶς περιέγραψε τὸ δράμα ἑνὸς βασανισμένου πατέρα, ὁ ὁποῖος ὁδήγησε τὸ παιδί του στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ γιὰ νὰ ζητήσει βοήθεια. Ὁ γιός του εἶχε καταληφθεῖ ἀπὸ δαιμονικὸ πνεῦμα. Τὸ δαιμόνιο, ποὺ ἦταν ἰδιαίτερα σκληρὸ καὶ εἶχε κυριεύσει τὸν νέο ἀπὸ μικρὸ παιδί, τὸν ἔκανε νὰ ἀφρίζει, νὰ τρίζει τὰ δόντια του καὶ τὸν ἄφηνε ἀναίσθητο. Ὁ Κύριος ζήτησε νὰ ὁδηγήσουν τὸν νέο κοντά Του: «φέρετε αὐτὸν πρός με». Ὅταν τὸν πλησίασαν στὸν Χριστό, τὸ πονηρὸ πνεῦμα ἄρχισε νὰ ταράζει μὲ σπασμοὺς τὸν νέο, τὸν ἔκανε νὰ πέσει κάτω, νὰ κυλιέται στὴ γῆ καὶ νὰ βγάζει ἀφροὺς ἀπὸ τὸ στόμα του.


Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὁ ἀνθρωποκτόνος διάβολος δὲν ταλαιπωροῦσε μόνο τὸν συγκεκριμένο νέο τῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς. Σὲ κάθε ἐποχή, καὶ ἰδιαίτερα στὴ σημερινὴ ἀποστατημένη κοινωνία μας, ἀσκεῖ ἔντονη ἐπιρροὴ στοὺς νέους. Ὄχι ἀπαραίτητα μὲ δαιμονισμό, ὅπως ἐκεῖνο τὸν νέο, ἀλλὰ μὲ ποικίλους πειρασμούς. Τοὺς πολιορκεῖ ἀσταμάτητα· τοὺς παρασύρει «παιδιόθεν», ἀπὸ τὴ μικρή τους ἀκόμη ἡλικία, στὸν βοῦρκο τῆς ἁμαρτίας· τοὺς βυθίζει στὴν ἀνηθικότητα. Ὅσα παιδιὰ μεγαλώνουν μακριὰ ἀπὸ τὴ Χάρι τοῦ Χριστοῦ καὶ τὰ ἱερὰ Μυστήρια, εἶναι πολὺ εὐάλωτα στοὺς πειρασμοὺς αὐτούς.


Ἡ προτροπὴ λοιπὸν τοῦ Κυρίου, «φέ­ρετε αὐτὸν πρός με», ἀπευθύνεται καὶ στοὺς γονεῖς κάθε ἐποχῆς, παρακινώντας τους νὰ ὁδηγοῦν σ᾿ Ἐκεῖνον τὰ παιδιά τους. Πιὸ πρακτικὰ αὐτὸ σημαίνει νὰ τὰ ὁδηγοῦν στὴν Ἐκκλησία, στὸ Κατηχητικὸ Σχολεῖο, στὴ χριστιανικὴ κατασκήνωση, στὰ ἱερὰ Μυστήρια, ὥστε ἡ Χάρις τοῦ Κυρίου νὰ τὰ προστατεύει, νὰ τὰ διαφυλάσσει ἀπὸ τὰ «πεπυρωμένα βέλη τοῦ πονηροῦ» (Ἐφ. ϛ΄ 16), νὰ τὰ ἐξαγιάζει.


2. Ὁ ἀπόλυτος Ἐξουσιαστὴς


Ὁ Κύριος ἀνταποκρίθηκε στὴν ἱκεσία τοῦ πονεμένου πατέρα καὶ ἐλευθέρωσε τὸν νέο ἀπὸ τὴν ἐπήρεια τοῦ δαίμονα μ’ ἕνα του πρόσταγμα: «τὸ πνεῦμα τὸ ἄλαλον καὶ κωφόν, ἐγώ σοι ἐπιτάσσω, ἔξελθε ἐξ αὐτοῦ καὶ μηκέτι εἰσέλθῃς εἰς αὐτόν». Πνεῦμα ἄλαλο καὶ κουφό, ἐγὼ σὲ διατάζω, βγὲς ἀπὸ αὐτὸν καὶ μὴν ξαναμπεῖς ποτὲ πλέον μέσα του. Τότε τὸ πονηρὸ πνεῦμα, ἀφοῦ κραύγασε δυνατὰ καὶ συντάραξε τὸν νέο, ἐξῆλθε. Ἡ περιγραφὴ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελιστῆ συγκλονίζει. Φανερώνει τὴν ἀπόλυτη ἐξουσία τοῦ Κυρίου. Τὸ ρῆμα «ἐπιτάσσω», αὐτὸ ἀκριβῶς δηλώνει, τὴν πλήρη κυριαρχία τοῦ Χριστοῦ στὰ δαιμονικὰ πνεύματα. Ὁ δαίμονας δὲν ἀντιστάθηκε, ἀλλὰ ὑπάκουσε στὸ πρόσταγμα τοῦ Κυρίου καὶ ἐγκατέλειψε ἀμέσως τὸ θύμα του.


Αὐτὴ εἶναι ἡ δύναμη τοῦ Κυρίου. «Μετὰ σοῦ ἡ ἀρχὴ ἐν ἡμέρᾳ τῆς δυνάμεώς σου» (Ψαλ. ρθ΄ [109] 3), προφητεύει αἰῶνες προηγουμένως ὁ βασιλιὰς Δαβίδ. Ἡ ἐξουσία ποὺ θὰ ἀσκήσεις, Κύριε, ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῆς ἐμφανίσεώς σου εἶναι χαρακτηριστικὸ τῆς ἴδιας τῆς θεϊκῆς σου φύσεως. Γι᾿ αὐτὸ στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ὑποτάσσεται κάθε ἄλλη ἐξουσία. Μπροστά Του δὲν ἔχει καμιὰ δύναμη ὁ διάβολος. Ὁ ἀληθινὸς Χριστιανὸς δὲν φοβᾶται τὶς δυνάμεις τοῦ διαβόλου, τὰ μάγια, τὶς βασκανίες, οὔτε σκιάζεται ἀπὸ τὶς ἀπειλὲς τοῦ πονηροῦ. Ἀρκεῖ νὰ ζεῖ πνευματικά, νὰ ἔχει ζωντανὴ σχέση μὲ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, τὸν ἀπόλυτο Ἐξουσιαστὴ τῶν «ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων» (Φιλιπ. β΄ 10).


3. Μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία


Οἱ Μαθητὲς πλησίασαν ἀργότερα τὸν Κύριο καὶ Τὸν ρώτησαν γιατί οἱ ἴδιοι δὲν εἶχαν μπορέσει νωρίτερα νὰ βγάλουν τὸ δαιμονικὸ πνεῦμα ἀπὸ τὸν νέο. Ὁ δὲ Ἰησοῦς Χριστὸς ἀποκρίθηκε ὅτι εἰδικὰ αὐτὸ τὸ εἶδος τῶν σκληρῶν δαιμόνων, σὰν κι αὐτὸ ποὺ εἶχε κυριεύσει τὸν νέο, δὲν βγαίνει μὲ ἄλλον τρόπο, παρὰ μόνο μὲ προσευχὴ ποὺ συνοδεύεται ἀπὸ νηστεία: «Τοῦτο τὸ γένος ἐν οὐδενὶ δύναται ἐξελθεῖν εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ».


Ὁ Κύριος μᾶς παραθέτει ἐδῶ δύο πνευματικὰ ὅπλα γιὰ τὸν ἀόρατο πόλεμο ἐναν­τίον τοῦ διαβόλου καὶ τῶν παγίδων του· αὐτὰ εἶναι ἡ προσευχὴ καὶ ἡ νηστεία. Ἔχει μάλιστα σημασία τὸ ὅτι μαζὶ τὰ ἀνέφερε ὁ Χριστός. Καὶ αὐτό, διότι ἡ προσευχὴ συνδέεται ἄμεσα μὲ τὴ νηστεία. Ἡ νηστεία, ὁ περιορισμὸς τῆς ὑλικῆς τροφῆς, ἀνυψώνει, κάνει διαυγέστερη τὴν προσευχή, ἡ δὲ προσευχὴ τρέφει τὴν ψυχὴ τοῦ πιστοῦ, ὅπως ἐπισημαίνει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης, τὸν ὁποῖο ἰδιαιτέρως τιμοῦμε σήμερα: «προσευχή ἐστι τροφὴ ψυχῆς» («Κλῖμαξ», Λόγος ΚΗ΄, α΄). Στερούμαστε δηλαδὴ μὲ τὴ νηστεία κάποιες ὑλικὲς τροφές, γιὰ νὰ τραφεῖ τελικὰ ἡ ψυχή μας μὲ τὴν προσευχή, ὥστε νὰ ἑνωθοῦμε μὲ τὸν Θεό. Πόσο δυνατὸς γίνεται ὁ πιστὸς ποὺ συνδυάζει τὴν προσευχὴ μὲ τὴ νηστεία! Εἶναι ἄτρωτος ἀπὸ τὶς ἐπιθέσεις τοῦ πονηροῦ, εὐκίνητος στὸν πνευματικό του ἀγώνα, ἔμπλεος θείας Χάριτος.


Ἡ ἁγία καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ εἶναι περίοδος προσευχῆς καὶ νηστείας. Ἂς ἐπιμελούμαστε τὰ μέσα αὐτὰ ποὺ μᾶς ὑπέδειξε σήμερα ὁ Κύριος. Ἂς εἴμαστε πρόθυμοι στὴν προσευχὴ καὶ ἀγωνιστικοὶ στὴ νηστεία, ὥστε νὰ γευόμαστε διαρκῶς τὴν πνευματικὴ τροφὴ καὶ τρυφὴ τῆς παρουσίας τοῦ Κυρίου.


Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 30 Μαρτίου 2025, Δ΄ Νηστειῶν – Ἰωάννου τῆς Κλίμακος (Ἑβρ. ς΄ 13-20)


13 Τῷ γὰρ Ἀβραὰμ ἐπαγγει­λάμενος ὁ Θεός, ἐπεὶ κατ’ οὐδενὸς εἶχε μείζονος ὀμόσαι, ὤμοσε καθ’ ἑαυ­τοῦ, 14 λέγων· ἦ μὴν εὐλογῶν εὐλογήσω σε καὶ πληθύνων πληθυνῶ σε· 15 καὶ οὕτω μακροθυμήσας ἐπέτυχε τῆς ἐπαγγελίας. 16 ἄνθρωποι μὲν γὰρ κατὰ τοῦ μείζονος ὀμνύουσι, καὶ πάσης αὐτοῖς ἀντιλογίας πέρας εἰς βεβαίωσιν ὁ ὅρ­κος· 17 ἐν ᾧ περισσότερον βουλόμενος ὁ Θεὸς ἐπιδεῖξαι τοῖς κληρονόμοις τῆς ἐπαγ­γελίας τὸ ἀμετάθετον τῆς βουλῆς αὐτοῦ, ἐμεσίτευσεν ὅρκῳ, 18 ἵνα διὰ δύο πραγμάτων ἀμεταθέτων, ἐν οἷς ἀ­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­δύνατον ψεύσασθαι Θε­όν, ἰσχυρὰν παράκλησιν ἔ­χο­μεν οἱ καταφυγόντες κρα­­τῆ­σαι τῆς προκειμένης ἐλπί­δος· 19 ἣν ὡς ἄγκυραν ἔχομεν τῆς ψυχῆς ἀσφαλῆ τε καὶ βεβαίαν καὶ εἰσερχομένην εἰς τὸ ἐσώτερον τοῦ καταπετάσματος, 20 ὅπου πρόδρομος ὑπὲρ ἡμῶν εἰσῆλθεν Ἰησοῦς, κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδὲκ ἀρχιερεὺς γενόμενος εἰς τὸν αἰῶνα.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

13 Οἱ ἐπαγγελίες τοῦ Θεοῦ θά πραγματοποιηθοῦν ὁπω­σδήποτε. Διότι ὅταν ἔδωσε ὁ Θεός τίς ἐπαγγελίες στόν Ἀβραάμ, ὁρκίστηκε ὅτι θά τίς πραγματοποιήσει. Κι ἐπειδή δέν εἶχε κανέναν ἀνώτερό του ὁ Θεός νά ὁρ­κι­­­στεῖ σ’ αὐτόν, ὁρκίστηκε στόν ἑαυτό του 14 καί εἶπε: Σοῦ ὑπόσχομαι ἀληθινά ὅτι θά σέ εὐλο­γή­σω πολύ πλούσια καί θά πληθύνω πάρα πολύ τούς ἀπο­γόνους σου. 15 Ἔτσι πῆρε ὁ Ἀβραάμ τήν ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ. Κι ἀφοῦ περίμενε μέ ὑπομονή πολλά χρόνια, πέτυχε τήν ἐκπλήρωση τῆς εὐλογίας πού τοῦ ὑποσχέθηκε ὁ Θεός, ὡς πρός τό σημεῖο πού ἀναφερόταν στήν ἐπίγεια ζωή του. Ἀπέκτησε δηλαδή ἀπό τή Σάρρα παιδί, ἀπό τό ὁποῖο πληθύνθηκαν οἱ ἀπόγονοι τοῦ πατριάρχη κι ἔγιναν ἕνα μεγάλο ἔθνος. 16 Ὁ Θεός ὁρκίστηκε στόν ἑαυτό του. Οἱ ἄνθρωποι βέβαια ὁρκίζονται στό Θεό, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀνώτερος ἀπ’ ὅλους. Καί δίνουν ὅρκο οἱ ἄνθρωποι, γιά νά στα­ματήσουν κάθε ἀντίρρηση καί ἀμφισβήτηση μεταξύ τους καί γιά νά ἐπιβεβαιώσουν τήν ἀλήθεια τῶν λόγων τους. 17 Ἐπειδή λοιπόν μέ τόν ὅρκο ἀποκλείεται κάθε ἀμ­φι­βολία καί ἐπειδή ὁ Θεός ἤθελε νά δείξει καθαρά καί μέ μεγαλύτερη βεβαιότητα σ’ ἐκείνους πού θά κλη­ρο­νομοῦσαν τίς ἐπαγγελίες του ὅτι ἦταν ἀμετάκλητη καί ἀμε­τάθετη ἡ ἀπόφασή του νά πραγματοποιήσει τά ὅσα ὑπο­σχέθηκε, γι’ αὐτό δέχθηκε ἀπό ἄκρα συγκατάβαση καί ἀγαθότητα νά μεσολαβήσει ὅρκος στά λόγια του. 18 Καί δέχθηκε τή μεσολάβηση τοῦ ὅρκου, ὥστε μέ δύο πράγματα στερεά καί ἀμετακίνητα, δηλαδή μέ τήν ὑπό­σχεσή του καί μέ τόν ὅρκο του, στά ὁποῖα εἶ­ναι ἀπο­λύτως ἀδύνατο νά πεῖ ψέματα ὁ Θεός, νά ἔ­­χου­με ἐμεῖς πού καταφύγαμε σ’ αὐτόν μεγάλη ἐνθάρρυνση καί προτροπή καί στήριγμα προκειμένου νά κρατήσουμε δυνατά τήν ἐλπίδα πού βρίσκεται μπροστά μας. 19 Αὐτή τήν ἐλπίδα τήν ἔχουμε σάν ἄγκυρα τῆς ψυχῆς. Αὐτή μᾶς ἀσφαλίζει ἀπό τούς πνευματικούς κινδύνους καί εἶναι σταθερή καί ἀμετακίνητη καί εἰσέρχεται στόν οὐ­ρανό, τόν ὁποῖο εἰκονίζει ὁ ἱερός τόπος τῆς σκηνῆς καί τοῦ ναοῦ πού ἐκτεινόταν πιό μέσα ἀπό τό καταπέτα­σμα καί λεγόταν Ἅγια Ἁγίων. 20 Ἐκεῖ, στόν οὐρανό, ὡς πρόδρομος μπῆκε ὁ Ἰησοῦς πρίν ἀπό μᾶς καί γιά χάρη μας, γιά νά μᾶς ἀνοίξει τό δρόμο καί γιά νά μᾶς ἑτοιμάσει τόπο. Καί ἔτσι ἀνα­δεί­χθηκε ἀρχιερέας ὄχι προσωρινός ἀλλά αἰώνιος, «κατά τήν τάξη Μελχισεδέκ».

Η Σιωπή Προ Της Κραυγής

 

 

Μάξιμος Παφίλης, Επίσκοπος Μελιτηνής

Στέκομαι στο κατώφλι της σιωπής, εκεί που οι λέξεις δεν έχουν σχήμα και η καρδιά πάλλεται σαν φυλακισμένο πουλί. Είναι μια σιωπή βαριά, γεμάτη από την υπόγεια βοή των αβύσσων, μια σιωπή που κυοφορεί την κραυγή ή την εξομολόγηση. Εδώ, μέσα σε βαριές σκέψεις, η θεολογία δεν είναι σύστημα, αλλά ανάσα, πηγή κρυμμένη κάτω από τους βράχους της καθημερινότητας, νερό που κυλά αθόρυβα διαβρώνοντας την πέτρα της λογικής. Η πίστη δεν είναι βεβαιότητα, αλλά τραύμα ανοιχτό, η αμφιβολία όχι άρνηση, μα η σκιά που ορίζει το φως. Η γλώσσα ψάχνει τον δρόμο της ανάμεσα στην αυστηρή γεωμετρία της πέτρας και την ακαθόριστη ρευστότητα του ονείρου, προσπαθώντας να ψιθυρίσει το άρρητο, να αγγίξει το μυστήριο που μας περιβάλλει σαν αόρατος μανδύας, υφασμένος από νήματα γνώσης και άγνοιας. Η πραγματικότητα σπάει σαν παλιό αγγείο, αποκαλύπτοντας τις χρυσές ραφές όπου η θεία παρουσία συγκρατεί τα θραύσματα.

Στην ευαγγελική περικοπή της Κυριακής Δ΄ Νηστειών, στην κοιλάδα που σφύζει από τον πυρετό της ανθρώπινης οδύνης, ένας πατέρας σέρνει τον γιο του. Όχι απλώς έναν γιο, αλλά ένα σώμα σπαρασσόμενο, έναν καθρέφτη της πτώσης μας, όπου «πνεῦμα ἄλαλον» (Μαρκ. 9,17) έχει στήσει τον θρόνο του. Η περιγραφή είναι γυμνή, σχεδόν κλινική στη φρίκη της: «καὶ ὅπου ἂν αὐτὸν καταλάβῃ, ῥήσσει αὐτόν, καὶ ἀφρίζει καὶ τρίζει τοὺς ὀδόντας αὐτοῦ, καὶ ξηραίνεται» (Μαρκ. 9,18). Είναι η εικόνα της ανθρωπότητας δέσμιας δυνάμεων που δεν κατανοεί, ριγμένη «καὶ εἰς πῦρ... καὶ εἰς ὕδατα, ἵνα ἀπολέσῃ αὐτόν» (Μαρκ. 9,22). Ο πόνος εδώ δεν είναι μεταφορά, είναι σάρκα που αφρίζει, δόντια που τρίζουν, ζωή που στερεύει. Και οι μαθητές; Αυτοί που κλήθηκαν, που είδαν, που άκουσαν; Στέκονται αμήχανοι, ανίκανοι. «Καὶ εἶπον τοῖς μαθηταῖς σου ἵνα αὐτὸ ἐκβάλωσι, καὶ οὐκ ἴσχυσαν» (Μαρκ. 9,18). Η δύναμή τους, η εξουσία που τους δόθηκε, παραμένει ανενεργή. Η πίστη τους, ίσως, μια σημαία τυλιγμένη στον ιστό της, άχρηστη μέσα στην καταιγίδα. Πόσο μακριά φαντάζει τώρα το όρος της Μεταμόρφωσης, εκεί όπου το φως ήταν εκτυφλωτικό και η θεία δόξα απτή. Η αντίθεση είναι σπαρακτική: η λάμψη του Θαβώρ και η σκοτεινή κοιλάδα του δαίμονα. Δύο κόσμοι ταυτόχρονοι, αλληλοδιεισδυόμενοι, μα φαινομενικά ασύμβατοι. Η ανθρώπινη αδυναμία γίνεται κραυγαλέα μπροστά στο δαιμονικό κράτος, σαν ένα πλοίο ακυβέρνητο που συντρίβεται στα βράχια μιας άγνωστης ακτής.

Και τότε, κατεβαίνει Εκείνος. Η παρουσία Του δεν αναγγέλλεται με σάλπιγγες, αλλά η ατμόσφαιρα πυκνώνει, ο χρόνος μοιάζει να διαστέλλεται. Η κραυγή Του δεν απευθύνεται στο δαιμόνιο, αλλά στην ίδια την ανθρώπινη κατάσταση, στην έλλειψη βαθιάς εμπιστοσύνης: «ὦ γενεὰ ἄπιστος, ἕως πότε πρὸς ὑμᾶς ἔσομαι; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν;» (Μαρκ. 9,19). Δεν είναι οργή, αλλά θλίψη θεϊκή, ο στεναγμός του Δημιουργού για την πλάση που λησμονεί την πηγή της. Και μέσα σ' αυτή την πυκνή πραγματικότητα, η απάντηση του πατέρα έρχεται σαν ρωγμή στο αδιαπέραστο τείχος της απελπισίας: «πιστεύω, κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ» (Μαρκ. 9,24). Τι συγκλονιστική ομολογία! Η πίστη και η απιστία αγκαλιασμένες, όχι ως αντίθετα, αλλά ως οι δύο όψεις της τραυματισμένης ανθρώπινης καρδιάς που ποθεί τον Θεό, αλλά σκοντάφτει διαρκώς στην ίδια της την αδυναμία. Είναι η προσευχή του καθενός μας στα βάθη της νύχτας, ο ψίθυρος που παλεύει με τη βουή του κόσμου. Η θεραπεία που ακολουθεί είναι αναπάντεχα απλή. Μια προσταγή: «τὸ πνεῦμα τὸ ἄλαλον καὶ κωφόν, ἐγώ σοι ἐπιτάσσω, ἔξελθε ἐξ αὐτοῦ καὶ μηκέτι εἰσέλθῃς εἰς αὐτόν» (Μαρκ. 9,25). Και το κακό φεύγει, «κράξαν καὶ πολλὰ σπαράξαν» (Μαρκ. 9,26), αφήνοντας πίσω του ένα σώμα «ὡσεὶ νεκρός» (Μαρκ. 9,26). Ο θάνατος προηγείται της ανάστασης, η σιγή της νέας ζωής. Ο Άγιος Θεοφύλακτος Βουλγαρίας επισημαίνει την ευσέβεια αλλά και τον φόβο των μαθητών, που δεν τολμούν να ρωτήσουν δημοσίως, φοβούμενοι μήπως έχασαν τη χάρη και κριθούν από τον κόσμο, αλλά πλησιάζουν τον Διδάσκαλο «κατ᾿ ἰδίαν» (Ὅρα δὲ καὶ τὴν εὐλάβειαν αὐτῶν, πῶς κατ᾿ ἰδίαν αὐτῷ προσέρχονται ).[1]

Στην ιδιωτικότητα του οίκου, μακριά από τον όχλο, έρχεται η ερώτηση των μαθητών, φορτισμένη με την απορία και ίσως την ταπείνωση της αποτυχίας τους: «ὅτι ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό;» (Μαρκ. 9,28). Η απάντηση του Ιησού αποκαλύπτει έναν άλλο νόμο, μια άλλη πραγματικότητα, κρυμμένη κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων: «τοῦτο τὸ γένος ἐν οὐδενὶ δύναται ἐξελθεῖν εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ» (Μαρκ. 9,29). Εδώ δεν πρόκειται για μαγικές φόρμουλες ή τελετουργικές πράξεις. Η προσευχή δεν είναι απλή επίκληση, αλλά η διαρκής, καρδιακή στροφή της ύπαρξης προς τον Θεό, η νοερά εγρήγορση που φυλάττει τις πύλες της καρδιάς. Είναι η αναπνοή της ψυχής που συντονίζεται με τον παλμό του Πνεύματος, μια συνεχής άσκηση παρουσίας μέσα στην απουσία. Η νηστεία, από την άλλη, δεν μπορεί είναι απλή αποχή από τροφές, αλλά η συνειδητή άσκηση της εγκράτειας, η τιθάσευση όχι μόνο του σώματος, αλλά και του λογισμού, των παθών, της ίδιας της επιθυμίας για κυριαρχία και αυτονομία. Είναι η εκούσια στέρηση που δημιουργεί χώρο για τον Άλλον, για τον Θεό και τον πλησίον.

Σε αυτό το σημείο, η ανάλυση του θεολόγου Charles Lambert Coghlan ρίχνει φως στην βαθύτερη αιτία της αδυναμίας των μαθητών. Στον σχολιασμό του, συγκεντρώνει επιμελώς διάφορες στιγμές όπου ο Χριστός απευθύνεται στην πνευματική κατάσταση των μαθητών Του, επισημαίνοντας την επαναλαμβανόμενη μομφή για την ανεπαρκή τους πίστη. Παρατηρεί πώς ο Ιησούς τους αποκαλεί «ολιγόπιστους» (Αγγλ. O ye of little faith) κατά τη διάρκεια της τρικυμίας, πώς ελέγχει τον Πέτρο για την αμφιβολία του πάνω στα νερά, και πώς, στην προκειμένη περίπτωση της θεραπείας του δαιμονισμένου νέου, χρησιμοποιεί την ακόμα πιο έντονη φράση: «Ω, γενεά άπιστε...» (Αγγλ. O faithless generation...). Ο Coghlan τονίζει ότι αυτή η έλλειψη πίστης δεν είναι μεμονωμένο περιστατικό, αλλά ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο, όπου ο Χριστός διαρκώς προσπαθεί να θεραπεύσει, προειδοποιώντας τους μάλιστα, όπως αναφέρει η προς Εβραίους επιστολή που παραθέτει, να προσέχουν μήπως υπάρξει μέσα τους «μία κακή καρδιά απιστίας, ώστε να απομακρυνθούν από τον ζώντα Θεό» (Αγγλ. an evil heart of unbelief, in departing from the living God). [2] Αυτή η "απιστία" ή "ολιγοπιστία" δεν είναι απλώς διανοητική αμφιβολία, αλλά μια βαθύτερη κατάσταση της καρδιάς, ένας ύφαλος αόρατος κάτω από την ήρεμη επιφάνεια της θάλασσας, πάνω στον οποίο συντρίβεται το πλοίο της θείας ενέργειας που ζητά να περάσει. Είναι ένας φόβος που παραλύει την ψυχή και εμποδίζει τη Θεία Χάρη να ενεργήσει πλήρως μέσω αυτών. Είναι ακριβώς αυτό το εσωτερικό εμπόδιο, αυτή η πνευματική ανωριμότητα, που καθιστά τους μαθητές ανίκανους να αντιμετωπίσουν "τοῦτο τὸ γένος". Θα λέγαμε ότι η προσευχή και η νηστεία δεν είναι απλώς εργαλεία, αλλά η ίδια η οδός για την καλλιέργεια αυτής της απούσας, βαθιάς πίστης, η επίμονη αξίνα που σκάβει το σκληρό χώμα της ψυχής, ανοίγοντας αυλάκια για να δεχτούν τη βροχή της Χάριτος. Είναι η άσκηση που δυναμώνει την καρδιά, την καθαρίζει από τον φόβο και την απιστία, και την καθιστά δεκτική στην πληρότητα της θείας δύναμης. Και τότε, ίσως η ψυχή να θυμίζει σκαμμένο χωράφι μετά τη βροχή. Σκοτεινή και υγρή, αλλά έτοιμη, ενδεχομένως, να δεχτεί τον σπόρο της ανανέωσης, πρόσφορη για καρποφορία...

Αμέσως μετά την αποκάλυψη αυτής της πνευματικής αρχής, ο Χριστός οδηγεί τους μαθητές Του σε μια άλλη, ακόμη πιο σκοτεινή αποκάλυψη. Φεύγοντας από εκεί, «παρεπορεύοντο διὰ τῆς Γαλιλαίας, καὶ οὐκ ἤθελεν ἵνα τις γνῷ» (Μαρκ. 9,30). Η σιωπή και η απόκρυψη συνοδεύουν τώρα τη διδασκαλία για το Πάθος, «ἐδίδασκε γὰρ τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ ἀποκτανθεὶς τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται» (Μαρκ. 9,31). Η θεραπεία του δαιμονισμένου νέου, μια πράξη θεϊκής εξουσίας και ελέους, πλαισιώνεται τώρα από την προαναγγελία της υπέρτατης αδυναμίας, της παράδοσης, του θανάτου. Η δύναμη που εκβάλλει δαιμόνια είναι η ίδια που θα παραδοθεί αμαχητί. Είναι η σοφία του Θεού που κρύβεται στην «μωρία» του Σταυρού. Οι μαθητές, όμως, «ἠγνόουν τὸ ῥῆμα, καὶ ἐφοβοῦντο αὐτὸν ἐπερωτῆσαι» (Μαρκ. 9,32). Η λογική τους, γαλουχημένη με προσδοκίες επίγειας δόξας, αδυνατεί να συλλάβει το μυστήριο του πάσχοντος Μεσσία. Ο φόβος τους εμποδίζει να ρωτήσουν, να πλησιάσουν το άκρον άωτον της θείας συγκατάβασης. Εδώ διαφαίνεται το βάρος της κοινότητας, του Εκκλησιαστικού σώματος που καλείται να ακολουθήσει τον Χριστό σε αυτή την οδό του Πάθους, κουβαλώντας ο καθένας τον δικό του σταυρό, μα όλοι μαζί κοινωνοί του ίδιου Μυστηρίου. Η Εκκλησία ως το ζωντανό, πάσχον σώμα, όπου η Λειτουργική εμπειρία γίνεται βίωση του Πάθους και της Ανάστασης, σκηνή ιερής ανταλλαγής μεταξύ Θεού και ανθρώπου. Ο δρόμος προς τη Θέωση περνά αναπόφευκτα μέσα από τη νέκρωση, όπως ο σπόρος πρέπει να θαφτεί στη γη για να φέρει καρπό, μια αργή ανάδυση από το σκοτεινό χώμα προς έναν ήλιο που ακόμη δεν φαίνεται.

Και μένουμε πάλι με την ηχώ της κραυγής του πατέρα: «πιστεύω, κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ». Η αγωνία αυτή δεν τελειώνει με το θαύμα. Συνεχίζεται μέσα μας, στην καθημερινή άσκηση της προσευχής και της νηστείας, στην προσπάθεια να κρατήσουμε την καρδιά ανοιχτή προς τον Ερχόμενο. Η αμφιβολία δεν εξαλείφεται, αλλά μεταμορφώνεται σε δέος μπροστά στο Μυστήριο. Η πίστη δεν γίνεται ακλόνητη βεβαιότητα, αλλά διαρκής κίνηση εμπιστοσύνης προς Εκείνον που κατέβηκε στην κοιλάδα μας, που άγγιξε τη νέκρωσή μας και μας σήκωσε. Το πρόσωπο του Χριστού, η γέφυρα μεταξύ άκτιστου και κτιστού, παραμένει το κέντρο όπου συγκλίνουν οι αντιθέσεις, όπου η δύναμη εκφράζεται στην αδυναμία και η ζωή πηγάζει από τον θάνατο. Η πνοή του Πνεύματος ζωογονεί τα πάντα, ακόμα και τις πιο σκοτεινές γωνιές της ψυχής, καλώντας μας σε μια μεταμόρφωση που ξεκινά εδώ και τώρα, αλλά ολοκληρώνεται πέρα από τα τείχη του χρόνου. Στον μακρινό εσχατολογικό ορίζοντα, αχνοφέγγει η θέωση, όχι ως κατάκτηση, αλλά ως η καυτή έλξη προς την ένωση, η πληγή της θείας αγάπης στην καρδιά της κτίσης, σαν ένα μακρινό αστέρι που καθοδηγεί τον ταξιδιώτη μέσα στην απέραντη νύχτα. Η σιωπή επιστρέφει, όχι πια βαριά και απειλητική, αλλά γόνιμη, γεμάτη από την υπόσχεση της παρουσίας Του, μια σιωπή όπου ο λόγος γίνεται καρδιακός παλμός.

Επιτρέπεται η αναδημοσίευση με την προϋπόθεση αναφοράς του ονόματος του συγγραφέα, Επισκόπου Μελιτηνής Μαξίμου Παφίλη.

Φωτογραφία: Duccio di Buoninsegna, Η εμφάνιση στη Γαλιλαία, περ. 1308–1311, τέμπερα σε ξύλο, Συλλογή Frick, Νέα Υόρκη.

[1] Θεοφύλακτος Βουλγαρίας, Ta heuriskomena panta [Τα ευρισκόμενα πάντα], Patrologiae Cursus Completus: Series Graeca, επιμ. Jacques-Paul Migne, τ. 123 (Paris: J.-P. Migne, 1864), 587.

[2] Charles Lambert Coghlan, A scriptural commentary on the Book of Genesis and the Gospel according to st. Matthew, the text, with marginal references in the words of Scripture, τομ. 2 (London: James Duncan, 1832), 114.

ΠΗΓΗ:ΡΟΜΦΑΙΑ


Δευτέρα 24 Μαρτίου 2025

Εόρτιο μήνυμα Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πειραιώς κ. Σεραφείμ για τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου.

Εόρτιο μήνυμα Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πειραιώς κ. Σεραφείμ για τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. 

ΕΟΡΤΙΟ ΜΗΝΥΜΑ

ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ

ΠΕΙΡΑΙΩΣ, ΦΑΛΗΡΟΥ, ΔΡΑΠΕΤΣΩΝΑΣ & ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΡΕΝΤΗ
 

κ.κ.Σ Ε Ρ Α Φ Ε Ι Μ

ΕΠΙ ΤΗι ΕΟΡΤΗι ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ 2025

 

 Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

Σήμερα γιορτάζουμε τὴν ἀπαρχὴ τῆς σωτηρίας μας, τὴν φανέρωση καὶ τὴν ὑλοποίηση τοῦ σχεδίου τῆς θείας Οἰκονομίας γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Σήμερα ἡ Παρθένος Μαριὰμ δέχεται ἐπίσκεψη ἀρχαγγελική. Ὁ παμέγγιστος Γαβριὴλ κατέρχεται στὴν κόρη φέρνοντας μήνυμα χαρᾶς ἀπὸ τὸ Θεό, γιὰ Ἐκείνη καὶ γιὰ ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος. Σήμερα ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ θὰ σαρκωθεῖ, θὰ κατοικήσει στὴν μήτρα τῆς Παρθένου, θὰ λάβει τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ θὰ τὴν ἀποκαταστήσει καὶ θὰ τὴν ἁγιάσει. Ἡ Παναγία θὰ γεννήσει τὸν Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἐνώπιον τοῦ φόβου καὶ τῆς ἀπορίας τῆς κόρης ὁ Γαβριὴλ τοποθετεῖ τὴν ἀποκάλυψη τοῦ σχεδίου τοῦ Θεοῦ˙ τὸ Πνεύμα τὸ Ἅγιο θὰ τὴν ἐπισκεφθεῖ καὶ ἡ δύναμις τοῦ Ὑψίστου θὰ τὴν ἐπισκιάσει. Καὶ ἡ συνετὴ καὶ φρόνιμη Μαριὰμ θὰ πεισθεῖ, θὰ ἀναγνωρίσει στὰ λόγια τοῦ Ἀγγέλου τὴν ἀλήθεια καὶ τὴ χάρη καὶ ἔτσι θὰ ἀποδεχθεῖ τὸ ρόλο καὶ τὴν ἀποστολή Της: «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου».

Ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς μᾶς παραδίδει τὸ γεγονὸς ἐξιστορώντας τὰ ὅσα διημείφθησαν μεταξὺ τοῦ Ἀρχαγγέλου καὶ τῆς Παρθένου. Ἡ Ἐκκλησία ἔλαβε τοῦτο τὸ κείμενο καὶ τὸ παρέδωσε στοὺς Πατέρες καὶ στοὺς Ὑμνωδούς Της. Καὶ ἐκεῖνοι τὸ διάβασαν ξανὰ καὶ ξανά, τὸ αἰσθάνθηκαν, τὸ βίωσαν, τὸ ἔβαλαν μέσα στὴν ψυχή τους, ψηλάφισαν τὴν ἀλήθεια του καὶ ἔπειτα τὸ παρέδωσαν στὴ λατρευτικὴ σύναξη τῶν πιστῶν μὲ λέξεις καινές, μὲ λόγια ἔμμετρα, μὲ στίχους ἐμπνευσμένους, μὲ ποιήματα μεγαλειώδη. Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ κατέστησε τοὺς  Ὑμνογράφους Πατέρες αὐτόπτες μάρτυρες τῆς συναντήσεως τοῦ Γαβριὴλ καὶ τῆς Μαριάμ. Γι’ αὐτὸ μὲ τόλμη καὶ ἔμπνευση οἱ ὕμνοι τῆς Ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ συμπληρώνουν τὸν Εὐαγγελικὸ λόγο καὶ αὐξάνουν τὴν χαρὰ στὶς ψυχὲς ὅλων ἐμᾶς ποὺ βρισκόμαστε σήμερα στὸ Ναὸ καὶ ἔχουμε τὴν εὐλογία νὰ εὐφραινόμαστε ἀκούγοντας τὰ θεόπνευστα μέλη.

Χαρακτηριστικὸς εἶναι ὁ κανόνας τῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Στὸ ὑμνογραφικὸ αὐτὸ κείμενο ἐξελίσσεται ἕνας ποιητικὸς διάλογος μεταξὺ τοῦ Ἀρχαγγέλου καὶ τῆς Παρθένου. Τὸ ἐπίκεντρο τῆς συζήτησης εἶναι τὸ ἐρώτημα ποὺ συναντοῦμε στὸ κείμενο τοῦ Λουκά: «Πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω;».

Σὲ τούτους τοὺς ἑορταστικοὺς ὕμνους ὁ διάλογος ἐπεκτείνεται μὲ τρόπο δραματικὸ καὶ συνάμα ἀποκαλυπτικό. Στὸ ἕνα τροπάριο μιλᾶ ὁ Γαβριὴλ καὶ στὸ ἐπόμενο ἀποκρίνεται ἡ Μαριάμ. Λόγια πειστικά, εὔλογες ἀπορίες, σκέψεις καὶ συναισθήματα κατακλύζουν τὸ κείμενο. Καὶ μέσα ἀπὸ τὸ λόγο καὶ τὸν ἀντίλογο φανερώνεται σὲ ὅλη τὴν ἐκτασή του τὸ σχέδιο τῆς θείας Οἰκονομίας, ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ἡ θεολογία τῆς ἐνσάρκωσης, ἀλλὰ καὶ ἡ σωφροσύνη καὶ ἡ καθαρότητα τῆς Παναγίας.

Σᾶς προτρέπω ἀγαπητά μου παιδιὰ νὰ στραφοῦμε πρὸς κάποιους χαρακτηριστικοὺς ὕμνους αὐτοῦ τοῦ Κανόνος τῆς Ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, γιατὶ σὲ πολλὰ ἔχουμε νὰ ὠφεληθοῦμε. Κυρίως προτείνω νὰ προσέξουμε τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποίο ἡ Κυρία Θεοτόκος ἐξετάζει τὸν Ἀρχάγγελο γιὰ νὰ βεβαιωθεῖ γιὰ τὴν ἀλήθεια τῶν λεγομένων ἀπὸ Αὐτὸν.

Ἔχουμε, φρονοῦμε, μεγάλη ἀνάγκη τῶν κριτηρίων αὐτῆς τῆς ἐξέτασης εἰδικὰ στὶς μέρες μας. Ζοῦμε σὲ μιὰ ἐποχὴ ἀκροτήτων. Οἱ ἄνθρωποι ἐνὼ εἶμαστε συχνὰ δύσπιστοι, ὑπάρχουν στιγμὲς καὶ δὲν εἶναι λίγες ποὺ γινόμαστε τρομερὰ εὐκολόπιστοι. Δὲν ξέρουμε πὼς νὰ διακρίνουμε τὴν ἀλήθεια ἀπὸ τὸ ψέμα. Μοιάζουμε σὰν νὰ ἔχουμε παραιτηθεῖ ἀπὸ αὐτὴ τὴν προσπάθεια. Ἀποτέλεσμα τούτης τῆς διπολικῆς στάσης εἶναι νὰ δυσκολευόμαστε ὑπερβολικὰ μὲ τοὺς ἀνθρώπους γύρω μας. Ἄλλοτε νὰ ἀμφισβητοῦμε, νὰ πονηρευόμαστε, νὰ κατακρίνουμε, νὰ πληγώνουμε, νὰ ἀδικοῦμε κι ἄλλοτε νὰ ματαιοπονοῦμε, νὰ ξεγελιόμαστε, νὰ ἀπογοητευόμαστε καὶ νὰ χάνουμε τὴν ἐλπίδα μας. Μὰ ἡ Παναγία μὲ λόγο γλυκὺ καὶ συνάμα ἰσχυρὸ ζητᾶ τὴν ἀλήθεια, παραδίδοντας καὶ σὲ μᾶς κριτήρια πίστης.

Ἂς δοῦμε μὲ ποῖο τρόπο ἡ Μαριὰμ ἐκφράζει τὴν ἀπορία της πρὸς τὸν οὐράνιο ἐπισκέπτη

 

Γνωσθήτω μοι Ἄγγελε,

τῶν σῶν ῥημάτων ἡ δύναμις,

πῶς ἔσται ὃ εἴρηκας; λέγε σαφέστατα,

πῶς συλλήψομαι, Παρθένος οὖσα Κόρη;

πῶς δὲ καὶ γενήσομαι,

Μήτηρ τοῦ Κτίστου μου;

 

Γνωσθήτω μοι Ἄγγελε, δηλαδή, ἐξήγησέ μου. Πές μου μὲ σαφήνεια πὼς θὰ συλλάβω ἀφοῦ εἶμαι Παρθένος. Τὰ λόγια ἔχουν τόλμη καὶ δύναμη. Ξέρει ἡ κόρη σὲ ποιὸν ἀπευθύνεται.

Ἡ ἴδια τὸν ἀποκαλεῖ  Ἄγγελο, μὰ δὲν διστάζει νὰ πεῖ αὐτὸ ποὺ σκέφτεται καὶ τὴν προβληματίζει. Δὲν θέλει νὰ ξεγελαστεῖ καὶ γνωρίζει πὼς τοῦτο δὲν εἶναι δύσκολο. Αὐτὸ φανερώνουν οἱ ἐπόμενοι στίχοι ποὺ βγαίνουν ἀπὸ τὸ στόμα τῆς Μαριάμ.

 

Ἡ ἐμὴ Προμήτωρ δεξαμένη,

τὴν γνώμην τοῦ ὄφεως τρυφῆς,

τῆς θείας ἐξωστράκισται·

διὸ περ κἀγὼ δέδοικα,

τὸν ἀσπασμὸν τὸν ξένον σου,

εὐλαβουμένη τὸν ὄλισθον.

 

Θυμάται ἡ κόρη τὴν προμήτορα Εὔα, τὴν πρώτη γυναῖκα ἡ ὁποία ξεγελάστηκε ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ ὄφεως. Κι ἐκεῖνος εἶχε ἀπρόσμενα ἐμφανιστεῖ μπροστά της κομίζοντας μήνυμα θελκτικό. Ἀθανασία καὶ θέωση ὑποσχέθηκε στὸν ἄνθρωπο προτρέποντας πρὸς τὴν παρακοή. Καὶ ἡ δύστυχη Εὔα πίστεψε τὸ ψέμα καὶ ἐξορίσθηκε ἀπὸ τὴν τρυφὴ τοῦ Παραδείσου. Οἱ ὁμοιότητες τῶν δύο συναντήσεων εἶναι μεγάλες καὶ ἐξηγοῦν τὸ φόβο τῆς Παναγίας, ἡ ὁποία δὲν θέλει καὶ ἐκείνη μὲ τὴ σειρά της νὰ ξεγελασθεῖ.

Ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριὴλ κατανοεῖ πὼς ἡ Μαριὰμ φοβάται ὅτι πίσω ἀπὸ τὰ λόγια Του κρύβεται κάποιος πειρασμός. Ὅμως δὲν στεναχωρεῖται ἐπειδὴ τὸν ὑποψιάζεται γιὰ δόλο. Ἀντίθετα χαίρεται καὶ γι’ αὐτὸ Τῆς λέει:

 

Δολίως με φθέγγεσθαι,

διαλογίζῃ ὡς ἔοικε·

καὶ χαίρω θεώμενος, τὴν σὴν ἀσφάλειαν,

θάρσει Δέσποινα·

Θεοῦ γὰρ βουλομένου, ῥᾳδίως περαίνεται,

καὶ τὰ παράδοξα.

 

Χαίρεται λοιπὸν ὁ Ἀρχάγγελος καὶ δίνει θάρρος στὴν κόρη θυμίζοντάς Της πὼς ὅταν θέλει ὁ Θεὸς  καὶ τὰ παράδοξα εὔκολα γίνονται.

Καὶ οἱ λόγοι τοῦ Γαβριὴλ κινοῦν τὴν Μαριὰμ νὰ στρέψει τὸ νοῦ της στὶς προσδοκίες τοῦ γένους Της, χωρὶς ὅμως νὰ ἐγκαταλείπει τὰ ἐρωτήματά της.

 

Ἐξέλιπεν Ἄρχων ἐξ Ἰούδα,

ὁ χρόνος ἐφέστηκε λοιπόν,

καθ’ ὃν ἀναφανήσεται,

ἡ τῶν ἐθνῶν ἐλπὶς ὁ Χριστός,

σὺ δὲ πῶς τοῦτον τέξομαι,

Παρθένος οὖσα, σαφήνισον.

 

Ἀναρωτιέται ἡ κόρη ποὺ ζεῖ τὴν τραγικότητα τῶν καιρῶν της μήπως ἦρθε ὁ χρόνος νὰ ἐμφανιστεῖ μεταξὺ τῶν Ἰουδαίων ἄρχοντας καὶ βασιλέας. Ὁ λαὸς τῆς ἀναμένει μέσα σὲ ταλαιπωρίες καὶ πόνους πολλοὺς τὸν ἐρχομό τοῦ Μεσσία. Ἡ Μαριὰμ περιμένει κι Ἐκείνη καὶ ἐλπίζει καὶ ἐπιθυμεῖ. Τὴν ἴδια στιγμὴ ὅμως ἡ Παναγία ἐπειδὴ θὰ καταστεῖ μητέρα ὅλων τῶν ἀνθρώπων ἀποκαλύπτει μὲ γνώση μυστική, πὼς ὁ ἄρχοντας αὐτὸς ποὺ θὰ γεννηθεῖ ἀπὸ τὴν μήτρα της θὰ γίνει ταυτόχρονα καὶ ἡ ἐλπίδα τῶν ἐθνῶν. Καὶ ἐνὼ προφητεύει μὲ τοὺς λόγους της, πάλι ἐπιστρέφει στὰ ἐρωτήματα πρὸς τὸν Ἄγγελο καὶ ἀπαιτεῖ διασαφήνιση.

Κι ὁ Ἀρχάγγελος προσπαθεῖ νὰ μαρτυρήσει τὴν ἀλήθεια τοῦ μηνύματος ποὺ μεταφέρει. Μοιάζει νὰ στεναχωρείται μάλιστα ἀπὸ τὸ ὅτι ἡ Μαριὰμ θυμήθηκε τὴν δολιότητα τοῦ ὄφι καὶ γι’ αὐτὸ ἀποκρίνεται μεταξύ ἄλλων καὶ τὰ ἐξῆς:

 

Θεοῦ παραστάτης ἀπεστάλην,

τὴν θείαν μηνύσων σοι βουλήν,

τὶ με φοβῇ Πανάμωμε,

τὸν μᾶλλόν σε φοβούμενον,

τὶ εὐλαβῇ με Δέσποινα,

τὸν σὲ σεπτῶς εὐλαβούμενον;

 

Ἄγγελος τοῦ Θεοῦ τῆς λέει πὼς εἶναι, τὸν ὁποῖο δὲν πρέπει νὰ φοβάται. Κι εἶναι πολὺ συγκινητικὸ πὼς ὁ Παμμέγιστος Γαβριὴλ ὁμολογεῖ πὼς ἐκεῖνος φοβάται τὴν Κόρη καὶ τὴν εὐλαβείται γιατὶ ξέρει πὼς ἐνώπιόν Του στέκεται Ἐκεῖνη ποὺ εἶναι «Τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ, καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ».

Ἔπειτα ἡ Παναγία θὰ στραφεῖ πρὸς τοὺς Προφήτες γιὰ νὰ ἐπαληθεύσει τοὺς λόγους τοῦ Ἀγγέλου.

 

Ἱεράν τινα Παρθένον, τεξομένην ἀκήκοα,

τοῦ Προφήτου πάλαι,

τὸν Ἐμμανουὴλ προθεσπίσαντος,

ἐπιποθῶ δὲ τοῦ γνῶναι, πῶς Θεότητος,

τὴν ἀνάκρασιν,

φύσις βροτῶν ὑποστήσεται;

 

Ὁ Προφήτης Ἡσαΐας εἶχε μιλήσει γιὰ τὴν Παρθένο ποὺ θὰ γεννοῦσε τὸν Ἐμμανουήλ. Κι ἡ Μαριὰμ ἔφερε στὴ μνήμη της τοὺς λόγους αὐτοὺς ποὺ συμφωνοῦν μὲ τὸ μήνυμα τοῦ Ἀγγέλου. Καὶ ἔπειτα θυμάται κι ἄλλα θαυμαστὰ καὶ ἐξαίσια ποὺ ὁ Θεὸς ἐνήργησε μέσα στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία. Κι ἔτσι μετὰ ἀπὸ ἔρευνα ἀπαιτητική, μετὰ ἀπὸ ἐξέταση αὐστηρή, μετὰ ἀπὸ πάλη μὲ δυνάμεις ὑπέρτερες τοῦ ἀνθρώπου, ἡ Μαριάμ ἀποδέχεται τὴ γνησιότητα τοῦ μηνύματος τοῦ Ἀρχαγγέλου.

 

Ῥημάτων σου,

τὴν φωνὴν Γαβριήλ, τὴν χαρμόσυνον,

δεξαμένη, εὐφροσύνης ἐνθέου πεπλήρωμαι·

χαρὰν γὰρ μηνύεις,

καὶ χαρὰν καταγγέλλεις τὴν ἄληκτον.

 

Ἡ Παναγία δέχεται τὸ εὐφρόσυνο μήνυμα ποὺ ἡ φωνὴ τοῦ Ἀρχαγγέλου κόμισε καὶ ἡ ὕπαρξή της γέμισε θεϊκὴ χαρά, ἡ ὁποία εἶναι ἄληκτος, δὲν ἔχει τέλος.

Καὶ μαζί μὲ τὴν Παρθένο χαιρόμαστε καὶ ἐμεῖς. Πρῶτα γιατὶ ὁ Χριστὸς σαρκώνεται γιὰ τὴ σωτηρία μας. Ἔπειτα γιατὶ στὸ πρόσωπο τῆς Ἀγνῆς Μητέρας Του βρίσκουμε κριτήρια γιὰ νὰ καλλιεργήσουμε καὶ ἐμεῖς τὴν ἀρετὴ τῆς ἐμπιστοσύνης.

Ἡ ἐμπιστοσύνη καλλιεργεῖται μᾶς ἀποκαλύπτει ἡ Παναγία ὅταν ἀναζητοῦμε μὲ θάρρος καὶ ἐπιμονὴ τὴν ἀλήθεια. Ὅταν ρωτοῦμε καὶ διαλεγόμαστε, ὅταν ἐξετάζουμε καὶ ἀπορροῦμε. Ὅταν χρησιμοποιοῦμε τὸ λόγο καὶ τὴ διάνοια ποὺ μᾶς χάρισε ὁ Θεὸς μὲ τὴν κατ’ εἰκόνα δημιουργία μας. Τότε ὁ ἄνθρωπος ἀνοίγεται στὴν πίστη καὶ μετέχει στὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ.

Ἡ ἐμπιστοσύνη στηρίζεται μᾶς διδάσκει ἡ Παναγία ὅταν λογαριάζουμε τὴν ἱστορία. Ὅταν μαθαίνουμε ἀπὸ τὰ παθήματα τῶν προγενεστέρων. Ὅταν δεχόμαστε τὴν ἐμπειρία, τὴ σοφία καὶ τὸν προφητικὸ λόγο τῶν προγόνων μας. Ὅταν τιμοῦμε τοῦς κόπους, τοὺς ἀγῶνες καὶ τὶς θυσίες τῶν πατέρων μας. Τότε ὁ ἄνθρωπος στερεώνει τὴ πίστη μὲ θεμέλια βαθιὰ καὶ ἀρραγή.

Ἡ ἐμπιστοσύνη καρποφορεῖ μᾶς πληροφορεῖ ἡ Παναγία ὅταν αἰσθανθοῦμε τὴν χαρὰ τοῦ Θεοῦ ἐντὸς μας. Ὅταν ἀντέξουμε τοὺς φόβους μας. Ὅταν συμφιλιωθοῦμε μὲ τὴν ἀλήθεια. Ὅταν ἀγαπήσουμε τὸ Θεὸ μὲ ὅλη μας τὴν καρδιά, μὲ ὅλη μας τὴ ψυχή, μὲ ὅλη μας τὴ διάνοια, μὲ ὅλη μας τὴ δύναμη. Τότε ὁ ἄνθρωπος ἀναγνωρίζει τὰ τοῦ Θεοῦ μηνύματα καὶ συγκατατίθεται νὰ κατοικήσει ἑντός του ἡ θεία Χάρις.

Εὐχόμαστε ἀγαπητά μου παιδιά,

νὰ ἑνωθοῦμε σήμερα ὅλοι μὲ τὸ πρόσωπο τῆς Παρθένου Μαρίας, γιὰ νὰ ἀκούσουμε τὸν χαιρετισμὸ τοῦ Ἀγγέλου, γιὰ νὰ δεχθοῦμε τὸν οὐράνιο ἀσπασμό, γιὰ νὰ μᾶς ἐπισκιάσει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο καὶ γιὰ νὰ ἀξιωθοῦμε νὰ μορφωθεῖ ὁ Χριστὸς μέσα στὴν ταπεινή μας ψυχή.

Χρόνια πολλὰ γιά τήν ἐπέτειο τῆς Ἐθνικῆς μας Παλιγγενεσίας καί  αἰωνία ἡ μνήμη τῶν ἡρώων καί μαρτύρων τοῦ 1821!

 

Μετά πατρικῶν εὐχῶν

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΣΑΣ

+ ὁ Πειραιῶς ΣΕΡΑΦΕΙΜ

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου: η χαρμόσυνη είδηση περί Ενανθρωπήσεως του Λόγου του Θεού για τη Σωτηρία της ανθρωπότητας!

 
Κωνσταντίνος Ζαγγανάς, Θεολόγος

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου είναι μία από τις Δεσποτοθεομητορικές εορτές της Χριστιανοσύνης σε ανάμνηση της χαρμόσυνης αναγγελίας από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ προς την Παρθένο Μαρία ότι πρόκειται να γεννήσει τον Υιό του Θεού. Η Ορθόδοξος Εκκλησία τιμά την εορτή αυτή στις 25 Μαρτίου, ημερομηνία που στον ελληνικό χώρο συμπίπτει και με τον εορτασμό της Εθνικής Παλιγγενεσίας. Είναι εορτή Δεσποτική επειδή αναφέρεται στον Δεσπότη Χριστό, ο οποίος συνελήφθη στην γαστέρα της Θεοτόκου, και Θεομητορική εορτή επειδή αναφέρεται στο πρόσωπο εκείνο που συνετέλεσε στη σύλληψη και την Ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού, δηλαδή την Παναγία.

Αποτελείται από δύο επιμέρους λέξεις η λέξη Ευαγγελισμός, από το ευ και το αγγελία και δηλώνει την καλή είδηση, την καλή αγγελία. Πρόκειται για την πληροφορία που έδωσε ο Αρχάγγελος Γαβριήλ ότι ο Λόγος του Θεού θα ενανθρωπήσει για τη σωτηρία του ανθρώπου. Πρόκειται για την εκπλήρωση της υπόσχεσης του Θεού, που δόθηκε μετά την πτώση του Αδάμ και της Εύας (Γεν.γ’,15),η οποία λέγεται πρωτευαγγέλιο. Γι’ αυτόν τον λόγο η πληροφορία αυτή της Ενανθρωπήσεως του Λόγου του Θεού είναι η μεγαλύτερη και σπουδαιότερη είδηση μέσα στην πορεία της ιστορίας. Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου είναι η αρχή όλων των Δεσποτικών εορτών. Στο απολυτίκιο της εορτής ψάλλουμε: «σήμερον της σωτηρίας ημών το κεφάλαιον και του απ’ αιώνος μυστηρίου η φανέρωσις». Δηλαδή σήμερα είναι η αρχή της σωτηρίας μας με το να φανερωθεί σε αγγέλους και ανθρώπους το μυστικό σχέδιο που υπήρχε ανέκαθεν στον νου του Θεού, για να σώσει τον άνθρωπο, το οποίο ήταν η ενανθρώπηση του Υιού Του, του δευτέρου Προσώπου της Αγίας Τριάδος, του Ιησού Χριστού. Όλο το περιεχόμενο της εορτής αυτής αναφέρεται στο γεγονός κατά το οποίο ο Αρχάγγελος Γαβριήλ επισκέφθηκε με εντολή Θεού την Παναγία και την πληροφόρησε ότι έφθασε ο καιρός της σαρκώσεως του Λόγου του Θεού,και ότι αυτή θα γίνει η μητέρα του(Λουκ.α’,26-56).Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ είναι ο άγγελος εκείνος με τον οποίο συνδέονται όλα τα γεγονότα που έχουν σχέση με την Ενανθρώπηση του Χριστού. Απεκάλεσε την Παναγία «κεχαριτωμένη» ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, λέγοντάς της:«Χαίρε κεχαριτωμένη,ο Κύριος μετα σου, ευλογημένη συ εν γυναιξί» (Λουκ.α’.28-29), δηλαδή να χαρείς, εσύ που έχεις γεμίσει από την Χάρη και τα χαρίσματα του Θεού και ο Θεός να είναι μαζί σου και είσαι η πιο ευλογημένη απ’ όλες τις γυναίκες, γιατί θα γεννήσεις τον Σωτήρα του κόσμου. Και από τη στιγμή που η Μαριάμ είπε το «ιδού η δούλη Κυρίου…»,είμαι η δούλη του Κυρίου, ας γίνει το θέλημά Του, ήρθε μέσα της το Άγιο Πνεύμα και άρχισε η σύλληψη και η αύξηση του Θεανθρώπου Χριστού.


Σύμφωνα με τον ευαγγελιστή Λουκά (α’.26-38),ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου συνέβη έξι μήνες μετά από τη θαυμαστή σύλληψη του Ιωάννη του Προδρόμου από την Ελισάβετ, τη γυναίκα του Ζαχαρία. Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ στάλθηκε από τον Θεό προς την Παρθένο Μαριάμ (Μαρία) για να της ανακοινώσει ότι θα φέρει στον κόσμο τον Υιό του Θεού. Εκείνη την περίοδο η Μαρία, η μονάκριβη κόρη του Ιωακείμ και της Άννης, ζούσε στη Ναζαρέτ της Γαλλιλαίας και ήταν μνηστευμένη με τον ξυλουργό Ιωσήφ. Τότε ξαφνικά μπροστά της εμφανίστηκε ο Αρχάγγελος Γαβριήλ και της απυήθηνε τον χαιρετισμό: «Χαίρε κεχαριτωμένη ο Κύριος μετά σου». Μετά απ’ αυτό όπως ήταν λογικό η νεαρή γυναίκα αναστατώθηκε, αλλά ο Αρχάγγελος την καθησύχασε αμέσως λέγοντάς της:«μη φοβού Μαριάμ, εύρες γαρ χάριν παρά Τω Θεώ. Και ιδού σύλληψη εν γαστρί και τέκη υιόν και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν. Ούτος έσται μέγας και υιός υψίστου κληθήσεται,και δώσει αυτώ Κύριος ο Θεός τον θρόνον αυτού του πατρός αυτού, και βασιλεύσει επί τον οίκον Ιακώβ εις τους αιώνας, και της βασιλείας αυτού ουκ έσταιτέλος.

Έπειτα μόλις συνήλθε η Μαρία από το ξάφνιασμα αυτό, ρώτησε τον Αρχάγγελο γεμάτη απορία, πώς θα συλλάβει αφού δεν γνωρίζει τον άνδρα. Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ ευθύς αμέσως της αποκρίθηκε ότι Πνεύμα Άγιο θα σε επισκεφθεί και θα σε περιβάλει και η δύναμη του Υψίστου Θεού θα σε σκεπάσει και θα σε προστατέψει. Γι’αυτό και το παιδί που θα γεννηθεί από σένα θα είναι άγιο και αναμάρτητο. Να και η Ελισάβετ, η συγγενής σου θα γεννήσει και αυτή ένα γιό στα γεράματά της, επειδή τίποτα δεν είναι αδύνατο για τον Θεό.-Είμαι η δούλη του Κυρίου. Ας γίνει αυτό που θέλει και διατάξει ο Κύριος.



Λίγο μετά απ ‘αυτό το γεγονός, δηλαδή τον Ευαγγελισμό η Μαρία πήγε σε μία ορεινή πόλη της Ιουδαίας όπου έμειναν ο Ζαχαρίας και η Ελισάβετ. Μπήκε στο σπίτι τους και μόλις χαιρέτησε η Ελισάβετ αισθάνθηκε το παιδί να σκυρτάει μέσα στα σπλάγχνα της. Τότε την φώτισε το Άγιο Πνεύμα και φώναξε με χαρά-ευλογημένη ναείσαι ανάμεσα στις γυναίκες και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου. Έμεινε μαζί της περίπου τρείς μήνες και γύρισε έπειτα στο σπίτι της. Όπως είπαμε και παραπάνω ,πιο αναλυτικά ,της είπε ο Αρχάγγελος Γαβριήλ της Μαρίαςκαι για τη θαυμαστή σύλληψη του Ιωάννου του Προδρόμου από την Ελισάβετ, που συνέβη όντας μεγάλης ηλικίας το ανδρόγυνο, όταν επεμβαίνει η Χάρις του Θεού. Έπειτα απάντησε ταπεινά η σεμνή κόρη «ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου, και απήλθεν απ ‘ αυτής ο άγγελος».(Λουκ.1,28-38).Ιδού λοιπόν, η δούλη του Κυρίου. Ας γίνει το θέλημα του Κυρίου. Και καθώς ο Αρχάγγελος Γαβριήλ έφυγε ,συντελέστηκε το μεγαλύτερο μυστήριο της ανθρωπότητας με τρόπο υπερφυσικό η Παρθένος συνέλαβε στην άχραντη κοιλιά της, τον Υιό και Λόγο του Θεού. Εκείνον που με την εκούσια θυσία του επάνω στον Σταυρό, έσωσε το ανθρώπινο γένος από τον αιώνιο θάνατο και την καταστροφή στην οποία είχε οδηγηθεί μετά την πτώση των πρωτοπλάστων από τον παράδεισο και την εμφάνιση της αμαρτίας στον κόσμο.Όπως μας πληροφορεί ο άγιος Λουκάς ο ιατρός ,ο αρχιεπίσκοπος της Κριμαίας και της Συμφερουπόλεως: κανείς ποτέ από τη δημιουργία του κόσμου και μέχρι τη συντέλειά του, δεν γεννήθηκε και δεν θα γεννηθεί κατά τον τρόπο, κατά τον οποίο γεννήθηκε ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός. Κανείς ποτέ δεν γεννήθηκε χωρίς άνδρα. Κανείς δεν γεννήθηκε και δε θα γεννηθεί με την επέλευση του Αγίου Πνεύματος. Σε κανέναν ποτέ δεν κατοίκησε το Άγιο Πνεύμα με τέτοια ολοκληρωμένη πληρότητα, με την οποία εγκατοίκησε στην Παναγία Παρθένο Μαρία. Κανέναν δεν επισκίασε η δύναμη του Υψίστου και τα μητρικά σπλάγχνα καμιάς γυναίκας δεν αγίασε, με τέτοια πληρότητα και δύναμη,όπως τα σπλάγχνα της Υπεραγίας Παρθένου Μαρίας .

Στη συνέχεια, όπως μας ενημερώνει ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, η Παναγία έχει το πλήρωμα της Χάριτος, εκ του πληρώματος των Χαρίτων του Υιού της,προ της συλλήψεως, κατά την σύλληψη και μετά την σύλληψη. Προ της συλλήψεως το πλήρωμα της Χάριτος ήταν τέλειο, κατά την σύλληψη ήταν τελειότερο, και μετά την σύλληψη ήταν τελειότατο.

Με αυτόν τον τρόπο η Παναγία ήταν παρθένος κατά το σώμα και παρθένος κατά την ψυχή. Και αυτή η σωματική της παρθενία είναι ανώτερη και τελειότερη από την ψυχική παρθενία των αγίων, που επιτυγχάνεται με την ενέργεια του Παναγίου Πνεύματος. Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας λένε πως, αν ο Θεός προσέφερε ως υπέρτατο δώρο στην ανθρωπότητα τον Υιό Του για τη σωτηρία της, η ανθρωπότητα πρόσφερε στον Πλάστη της το ωραιότερο δώρο, την Παρθένο Μαρία, καθώς με τη γεμάτη ταπείνωση συγκατάθεσή της έγινε δυνατόν να σαρκωθεί στην αγία παρθενική μήτρα της ο άναρχος, ο άπειρος, ο ακατάληπτος και απερίγραπτος (απεριόριστος) Θεός «διά την ημετέραν σωτηρίαν». Έτσι, η Παρθένος έγινε συνεργός στο έργο της απολυτρώσεως. Ήταν μέρος της υπέρτατης δωρεάς του Θεού για τον πεσόντα άνθρωπο και με την πάναγνη ζωή της υποδεικνύει στους ανθρώπους να θεωθούν κατά Χάρη. Σύμφωνα με τον άγιο Αθανάσιο ,τον μέγα στύλο της Ορθοδόξου. Εκκλησίας, «Αυτός γαρ ενηνθρώπησεν, ίνα ημείς θεοποιηθώμεν», δηλαδή ο Θεός έγινε άνθρωπος, για να γίνει ο άνθρωπος Θεός κατά Χάριν. Το θεομητορικό θαύμα, η «άσπιλος, αμόλυντος, άφθορος, άχραντος, αγνή, Παρθένος» ανυμνείτε με θριαμβική χαρά από την Ορθόδοξη Εκκλησία ως «Παναγία» και «Κεχαριτωμένη», γιατί όντας παρθένος χώρεσε και έτεκε τον Αχώρητο και μετά τον τόκο της έμεινε πάλι παρθένος, μεσίτρια ανάμεσα στον Χριστό και τον άνθρωπο, γέφυρα ανάμεσα ουρανού και γης.Στην πάναγνη σάρκα της Υπεραγίας Θεοτόκου ενώνονται οι δύο φύσεις, η θεία και η ανθρώπινη, σε ένα πρόσωπο, το πρόσωπο του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, που με την Ενανθρώπησή Του γεφυρώνεται η άβυσσος ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο, γιατί είναι ταυτόχρονα και Θεός και άνθρωπος. Οι αρχές της εορτής του Ευαγγελισμού δεν είναι επ’ ακριβώς γνωστές. Το γεγονός ότι η αγία Ελένη, η μητέρα του μέγα αυτοκράτορα της βυζαντινής αυτοκρατορίας Κωνσταντίνου και μετέπειτα αγίου της Ορθοδόξου Εκκλησίας αγίου Κωνσταντίνου, έχτισε στη Ναζαρέτ εκκλησία, βασιλική, στην οποία περιλαμβάνονταν κατά παράδοση ο οίκος της Θεοτόκου όπου αυτή δέχθηκε τον Ευαγγελισμό, επέδρασε ίσως στη σύσταση τοπικής εορτής. Οι πρώτες μαρτυρίες περί αυτής ευρίσκονται στον άγιο Πρόκλο, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως,το 430 μ.Χ, και στο Πασχάλιον Χρονικόν 624 μ.Χ, όπου χαρακτηρίζεται ως συσταθείσα στις 25 Μαρτίου από τους Θεοφόρους δασκάλους. Η μεγαλοπρεπής πανήγυρη του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου ετελείτο από τους Βυζαντινούς στον ιερό ναό των Χαλκοπρατείων, όπου παρίσταντο και οι αυτοκράτορες.

Η Παναγία όπως με την υπακοή της στα «υπερφυή και υπερνούν» του Αρχαγγέλου Γαβριήλ συνέπραξε τότε στη σωτηρία μας ,έτσι και σήμερα στέκεται με την ίδια ταπείνωση ανάμεσα στον μεσίτη Χριστό και τους ανθρώπους και επαναλαμβάνει «ιδού η δούλη Κυρίου». Έτσι βοηθεί και σώζει αυτούς που με πίστη καταφεύγουν σε αυτήν και την επικαλούνται και την τιμούν με ευλάβεια. Η Ενανθρώπηση του Θεού, που ανήγγειλε την ημέρα του Ευαγγελισμού «άγγελος πρωτοστάτης» στην αγνή κόρη Μαρία, είναι η μεγαλύτερη ανατροπή στον γήινο κόσμο, διότι με αυτήν πραγματοποιήθηκε το θαύμα των θαυμάτων και « του απ’ αιώνος μυστηρίου η φανέρωσις».

Μετά από αυτό το γεγονός της Ενανθρώπησης ,η Παναγία είναι το μοναδικό μεθόριο μεταξύ κτιστής και άκτιστης φύσεως όπως μας μαρτυρεί ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, είναι η χώρα του αχωρήτου. Όπως χαρακτηριστικά μας λέγει, η Παρθένος Μαρία έγινε η «νέα Εύα» δι’ αυτής γεννήθηκε ο «νέος Αδάμ», αναδημιουργήθηκε η πλάση, γεννήθηκε μία νέα ανθρωπότητα, ένας καινός άνθρωπος, ο καινός εν Χριστώ άνθρωπος .Και η κτίση έγινε «κόσμος» αληθινός, απέκτησε μία καινούργια σημασία, ενώθηκε η θεότητα με την ανθρωπότητα .

Την Παναγία θα υμνήσουν στο μέλλον μετά τον Θεό όλοι οι πιστοί. Αυτή είναι η αιτία κάθε καλού και η προστάτρια και πρόξενος των αιωνίων αγαθών. Είναι η αρχή των Αποστόλων και το εδραίωμα των μαρτύρων. Είναι η δόξα της γής και η τερπνότητα των ουρανίων. Είναι το στολίδι όλης της κτίσεως. Από αυτήν ας λάβουμε ελπίδα και εμείς και με τις δικές της αδιάκοπες προσευχές για όλους μας ας έρθει η δόξα και η χαρά εκείνου που γεννήθηκε από τον Πατέρα πρίν από τους αιώνες και σαρκώθηκε από την Παναγία μας. Στον Ιησού Χριστό ανήκει κάθε δόξα και τιμή και προσκύνηση στους αιώνες των αιώνων.

ΠΗΓΗ:ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ

Σάββατο 22 Μαρτίου 2025

ΚΥΡΙΑΚΗ 23 ΜΑΡΤΙΟΥ 2025 – Γ΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΩΣ (Μαρκ. η΄ 34-θ΄1) (Εβρ. δ΄ 14-ε΄ 6)

 


"Ο Λόγος του Θεού στον Λαό του Θεού"


Ο αυθεντικός άνθρωπος

«Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού, και ακολουθείτω μοι»

«Όποιος θέλει να με ακολουθήσει, ας απαρνηθεί τον εαυτό του και να σηκώσει το σταυρό του».  Ο λόγος αυτός του Χριστού,  έρχεται να λειτουργήσει ανατρεπτικά στους παραλογισμούς της σημερινής εποχής. Και αυτό γιατί ο Χριστός μάς προσκαλεί να ακολουθήσουμε μια εντελώς αντίστροφη πορεία απ’ εκείνη που συνήθως σπρώχνεται ο άνθρωπος με τις χρεοκοπημένες ορθολογιστικές προσεγγίσεις του, οι οποίες βλέπουμε να τον αφήνουν τελικά έρμαιο των πιο ψυχρών και απαίσιων μορφών δουλείας.

 Πρόκειται για την περίπτωση που ο άνθρωπος συλλαμβάνεται να αιχμαλωτίζεται μέσα από τα ίδια τα έργα του. Επιβεβαιώνεται αυτό από τη σημερινή φάση της τρομοκρατίας, η οποία σκορπά τον πανικό σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, αλλά και από  τις λογής κρίσεις, οι οποίες ξεδιπλώνονται και σε πολλές άλλες φάσεις. Είναι πρωτίστως ηθική η κρίση, με όλα τα φοβερά συνεπακόλουθα που προβάλλονται καθημερινά μέσα από την ειδησεογραφία, έμπλεης στις ωσμώσεις του θανάτου και των τραγικών αδιεξόδων.

Δεσμά δουλείας

Είναι αναμφισβήτητη διαπίστωση ότι πολλές φορές ο άνθρωπος αφήνει τον εαυτό του να εγκλωβίζεται ειδικότερα στα ψυχρά γρανάζια της φιλαυτίας και του εγωισμού. Με την αμαρτία,  κλείνει την καρδιά του και παραδίδεται στον εγωκεντρισμό και την θεοποίηση του εαυτού του.

   Η κρίση που γνωρίζει σήμερα η ανθρωπότητα, η οποία, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, δεν φέρει μόνο οικονομικό μανδύα, δεν είναι τίποτε άλλο παρά προϊόν μιας αυτοκαταστροφικής πορείας που ακολουθεί. Σε μια τέτοια κατεύθυνση αναδεικνύεται τελικά η εξουσιαστική επιβολή των ισχυρών και ο εξευτελισμός των αδυνάτων. Προάγεται ένας πολιτισμός, ο οποίος στο τέλος βλέπουμε να δομείται στο βάθρο της θυσίας του ανθρωπίνου προσώπου εν ονόματι της εδραίωσης και ευημερίας ψυχρών οικονομικών δεικτών. 
 
Το μεταναστευτικό, μέσα από τις τραγικές εικόνες που αποκαλύπτονται καθημερινά και την ψυχρή στάση των ισχυρών της γης απέναντι σ’ ένα ανθρωπιστικό πρόβλημα, αποτελεί δείκτη της πτωματικής κατάστασης του ίδιου του πολιτισμού, όταν αυτός δομείται απούσης της Χάρης του Θεού.

  Η υποδούλωση του ανθρώπου σε όλα τα επίπεδα της ζωής του, καταντά σίγουρα ένα ανυπόφορο μαρτύριο. Αντίθετα, η προτροπή του Χριστού να απαρνηθούμε τον εαυτό μας, να σηκώσουμε το σταυρό μας και να τον ακολουθήσουμε, συνιστά άρνηση της δουλείας αυτής και εισαγωγή του ανθρώπου στο χώρο της αληθινής ελευθερίας.
 
 Στην πραγματικότητα, ο Χριστός με τα συνταρακτικά αυτά λόγια του, μάς προσκαλεί σε μια πορεία, μέσα από την οποία ο άνθρωπος καταξιώνεται ως πραγματικά ελεύθερη προσωπικότητα. Μάς καλεί να ελευθερωθούμε από τη δουλεία του κακού εαυτού μας, εκείνου που κυριαρχείται από τον εγωισμό και την φιλαυτία, και ν’ ανακαλύψουμε το αυθεντικό πρόσωπό μας που φέρει στο βάθος του τη σφραγίδα της εικόνας του Θεού.

Ακριβώς, εδώ θα πρέπει να τονισθεί ότι η δύναμη του Θεού είναι η αγάπη του. Την προσφέρει αφειδώλευτα στην εικόνα του, που είναι ο άνθρωπος. Είναι γι’ αυτό που η ύπαρξή μας καταξιώνεται μόνο στη βάση της προσφοράς, της διακονίας και της θυσίας. Υπάρχουμε για να προσφέρουμε και όχι να αρπάζουμε και να ρημάζουμε. Αυτό, άλλωστε, είναι και το νόημα του «σταυρού», τον οποίο ο Θεός με την αγάπη του τοποθέτησε ως θεμέλιο της ύπαρξής μας και κέντρο της ζωής μας.

Ζωηφόρος δύναμη

 Η μητέρα μας Εκκλησία, με την καθιέρωση της Κυριακής της Σταυροπροσκυνήσεως, προβάλλει ενώπιον μας το σταυρό, ως σύμβολο δύναμης, ελπίδας και ζωής. Μάς θυμίζει ότι η σωτήρια πορεία που μπορούμε ν’ ακολουθήσουμε, ο δρόμος που οδηγεί στη συνάντησή μας με τον αναστημένο Χριστό, περνά μέσα από το σταύρωμα. Η σταύρωση αυτή αποκωδικοποιείται στη ζωή του ανθρώπου ως ζωηφόρος θάνατος και σταυρόμορφη ανάσταση, ξεδιπλώνοντας έτσι την αυθεντικότητα και το βαθύτερο νόημά της.

Η προτροπή του Χριστού να τον ακολουθήσουμε, απαρνούμενοι τον εαυτό μας και σηκώνοντας το σταυρό μας, αποτελεί ένα ισχυρό δείκτη  για ν’ ανακαλύψουμε τον αληθινό πλούτο και την αρχοντιά στη ζωή μας. Να νιώσουμε τι σημαίνει μαθητεία κοντά στον Χριστό. 

 Οι συνθήκες εξαθλίωσης που επιβάλλουν οι λογής κοσμοκράτορες της σύγχρονης εποχής, μπορεί να σκορπούν ανάμεσα σε ανθρώπους την ανέχεια, τη δυστυχία και την εξαθλίωση, ο άνθρωπος όμως κοντά στον Χριστό, αρνούμενος τον εαυτό του που κυριαρχείται από την αμαρτία και σηκώνοντας το σταυρό του, είναι σε θέση να αισθάνεται την πιο αληθινή αρχοντιά που κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να υφαρπάξει ή να αποδομήσει.

Αγαπητοί αδελφοί, κάθε ένας από εμάς που αισθάνεται την ανάγκη ν’ αποδράσει από τα ψυχρά γρανάζια μιας ανυπόφορης δουλείας, στην οποία μάς εγκλωβίζουν σύγχρονα συστήματα και μοντέλα, δεν έχει παρά να αποτολμήσει να καταστήσει βίωμα ζωής την προτροπή του Χριστού. 
 
Να αρνηθεί τον φίλαυτο εαυτό του και να σηκώσει το σταυρό του, στο βάθος του οποίου αναδύεται η αυθεντικότητα της αγάπης.  Η αυταπάρνηση αυτή σηματοδοτείται από την έξοδο από το εγώ και την εναπόθεση του εαυτού μας με απόλυτη εμπιστοσύνη στην αγάπη του Θεού. Σ’ αυτή τη διάσταση είναι δυνατό ο άνθρωπος να ανακαλύψει τον αληθινό πλούτο στη ζωή του που συνδέεται με την αιώνια προοπτική του ως αληθινής εικόνας του Θεού.

 Ο Σταυρός του Χριστού, αποτελεί την ασφαλέστερη πυξίδα της ζωής μας. Ας συνδέσουμε, λοιπόν, την πορεία της ζωής μας με την χάρη του.

 

Χριστάκης Ευσταθίου,

Θεολόγος