Σάββατο 2 Απριλίου 2022

 ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ Δ΄ Νηστειῶν 

 Εὐαγγελικὸ καί 'Αποστολικό   Ἀνάγνωσμα

 Κυριακῆς 3 Ἀπριλίου 2022


Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 3 Ἀπριλίου 2022, Κυριακή Δ΄ Νηστειῶν – Ἰωάννου τῆς Κλίμακος (Μάρκ. θ΄ 17-31)

17 καὶ ἀποκριθεὶς εἷς ἐκ τοῦ ὄχλου εἶπε· διδάσκαλε, ἤνεγκα τὸν υἱόν μου πρός σε, ἔχοντα πνεῦμα ἄλαλον. 18 καὶ ὅπου ἂν αὐτὸν κατα­λάβῃ, ρήσσει αὐτόν, καὶ ἀ­­­φρίζει καὶ τρίζει τοὺς ὀδόντας αὐτοῦ, καὶ ξηραίνεται· καὶ εἶπον τοῖς μαθηταῖς σου ἵνα αὐτὸ ἐκβάλωσι, καὶ οὐκ ἴσχυσαν. 19 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς αὐτῷ λέγει· ὦ γενεὰ ἄπιστος, ἕως πότε πρὸς ὑμᾶς ἔσομαι; ἕ­­ως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν; φέ­­ρετε αὐτὸν πρός με. καὶ ἤν­εγκαν αὐτὸν πρὸς αὐτόν. 20 καὶ ἰδὼν αὐτὸν εὐθέως τὸ πνεῦμα ἐσπάραξεν αὐτόν, καὶ πεσὼν ἐπὶ τῆς γῆς ἐκυλίετο ἀφρίζων. 21 καὶ ἐπηρώτησε τὸν πατέρα αὐτοῦ· πόσος χρόνος ἐστίν, ὡς τοῦτο γέγονεν αὐτῷ; ὁ δὲ εἶπε· παιδιόθεν. 22 καὶ πολλάκις αὐτὸν καὶ εἰς πῦρ ἔβαλε καὶ εἰς ὕδατα, ἵνα ἀπολέσῃ αὐτόν· ἀλλ᾿ εἴ τι δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν σπλαγχνισθεὶς ἐφ᾿ ἡμᾶς. 23 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ τὸ εἰ δύνασαι ­πιστεῦσαι, πάν­­τα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι. 24 καὶ εὐθέως κράξας ὁ πα­τὴρ τοῦ παιδίου μετὰ δακρύων ἔλεγε· πιστεύω, Κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ. 25 ἰδὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἐ­­πισυντρέχει ὄχλος, ἐπετί­μη­σε τῷ πνεύματι τῷ ἀκα­θάρτῳ λέγων αὐτῷ· τὸ πνεῦμα τὸ ἄλαλον καὶ κωφόν, ἐγώ σοι ἐπιτάσσω, ἔξελθε ἐξ αὐτοῦ καὶ μηκέτι εἰσέλθῃς εἰς αὐτόν. 26 καὶ κρᾶξαν καὶ πολλὰ σπαράξαν αὐτὸν ἐξῆλθε, καὶ ἐγένετο ὡσεὶ νεκρός, ὥστε πολλοὺς λέγειν ὅτι ἀπέθανεν. 27 ὁ δὲ Ἰησοῦς κρατήσας αὐτὸν τῆς χειρὸς ἤγειρεν αὐτόν, καὶ ἀνέστη. 28 Καὶ εἰσελθόντα αὐτὸν εἰς οἶκον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐπηρώτων αὐτὸν κατ᾿ ἰδίαν, ὅτι ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό. 29 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· τοῦτο τὸ γένος ἐν οὐδενὶ δύναται ἐξελθεῖν εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ. 30 Καὶ ἐκεῖθεν ἐξελθόντες παρεπορεύοντο διὰ τῆς Γαλιλαίας, καὶ οὐκ ἤθελεν ἵνα τις γνῷ· 31 ἐδίδασκε γὰρ τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ καὶ ἔλεγεν αὐ­τ­οῖς ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, καὶ ἀποκτενοῦ­­­σιν αὐτόν, καὶ ἀποκτανθεὶς τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

17 Τότε ἕνας μέσα ἀπ’ τό πλῆθος τοῦ ἀποκρίθηκε: Διδάσκαλε, σοῦ ἔφερα τόν γιό μου πού ἔχει καταληφθεῖ ἀπό δαιμονικό πνεῦμα, πού τοῦ πῆρε καί τή λαλιά. 18 Καί σ’ ὅποιο μέρος τόν πιάσει, τόν ρίχνει κάτω, κι ἀφρί­ζει καί τρίζει τά δόντια του καί μένει ξερός κι ἀναί­σθητος. Εἶπα στούς μαθητές σου νά τό βγάλουν, ἀλλά δέν μπόρεσαν. 19 Τότε ὁ Ἰησοῦς τοῦ ἀποκρίθηκε: Ὤ γενιά πού τόσα θαύματα εἶδες καί εἶσαι ἀκόμη ἄπιστη! Ἕως πότε θά εἶμαι μαζί σας; Ἕως πότε θά σᾶς ἀνέχομαι; Φέρτε τόν μου ἐδῶ. Καί τόν ἔφεραν κοντά του. 20 Κι ὅταν τό πονηρό πνεῦμα εἶδε τόν Ἰησοῦ, ἀμέσως τάραξε μέ σπασμούς τόν νέο, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ ἔπεσε κάτω στή γῆ, κυλιόταν κι ἔβγαζε ἀφρούς ἀπ’ τό στόμα του. 21 Τότε ρώτησε ὁ Κύριος τόν πατέρα τοῦ παιδιοῦ: Πό­σος καιρός εἶναι ἀπό τότε πού τοῦ συμβαίνει αὐτό; Κι ἐκεῖνος τοῦ ἀπάντησε: Ἀπό μικρό παιδί. 22 Πολλές φορές μάλιστα τόν ἔριξε καί στή φωτιά καί στά νερά γιά νά τοῦ πάρει τή ζωή. Ἀλλά ἐάν μπορεῖς νά κάνεις κάτι, λυπήσου μας καί βοήθησέ μας. 23 Ὁ Ἰησοῦς τότε τοῦ εἶπε τό ἑξῆς: Ἐσύ ἐάν μπορεῖς νά πιστέψεις, ὅλα εἶναι δυνατά σ’ ἐκεῖνον πού πιστεύει. 24 Κι ἀμέσως φώναξε δυνατά ὁ πατέρας τοῦ παιδιοῦ μέ δάκρυα καί εἶπε: Πιστεύω, Κύριε, ὅτι ἔχεις τή δύναμη νά μέ βοηθήσεις. Βοήθησέ με ν’ ἀπαλλαγῶ ἀπ’ τήν ὀλιγοπιστία μου καί ἀναπλήρωσε ἐσύ τήν ἔλλειψη τῆς πίστεώς μου. 25 Ὅταν λοιπόν εἶδε ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἔτρεχε ἐκεῖ καί μα­ζευ­όταν πολύς λαός, πρόσταξε αὐστηρά τό ἀ­κά­θαρ­το δαι­μονικό πνεῦμα καί τοῦ εἶπε: Πνεῦμα ἄλα­λο καί κου­φό, ἐγώ σέ διατάζω, βγές ἀπ’ αὐτόν καί μήν ξα­να­μπεῖς ποτέ πιά μέσα του. 26 Τότε τό πονηρό πνεῦμα, ἀφοῦ κραύγασε δυνατά καί συντάραξε τό παιδί, βγῆκε. Κι ὁ νέος ἔγινε σάν νεκρός, ὥστε πολλοί νά λένε ὅτι πέθανε. 27 Ὁ Ἰησοῦς ὅμως τόν ἔπιασε ἀπ’ τό χέρι καί τόν σήκωσε· κι ἐκεῖνος στάθηκε ὄρθιος. 28 Ὅταν κατόπιν ὁ Κύριος μπῆκε σέ κάποιο σπίτι, τόν ρω­τοῦ­σαν ἰδιαιτέρως οἱ μαθητές του: Γιατί ἐμεῖς δέν μπορέσαμε νά βγάλουμε τό πονηρό πνεῦμα; 29 Κι ἐκεῖνος τούς ἀπάντησε: Αὐτό τό εἶδος τοῦ δαιμονίου δέν βγαίνει μέ τίποτε ἄλλο παρά μέ προσευχή πού συνο­δεύεται μέ νηστεία, ὥστε ἡ προσευχή νά γί­νεται μέ διάνοια ὅσο τό δυνατόν ἐλαφρότερη καί περισσότερο προσηλωμένη στόν Θεό. 30 Κι ἀφοῦ βγῆκαν ἀπό ἐκεῖ, προχωροῦσαν ἀθό­ρυ­βα διασχίζοντας τή Γαλιλαία, ἀκολουθώντας τή δυτική ὄχθη τοῦ Ἰορδάνου. Καί δέν ἤθελε νά μάθει κανείς ὅτι περνοῦσαν ἀπό ἐκεῖ. 31 Διότι ἤθελε νά μένει μόνος του μαζί μέ τούς μαθητές του, τούς ὁποίους συστηματικά πλέον δίδασκε καί τούς ἔλεγε ὅτι ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Μεσσίας, θά πα­ρα­δοθεῖ μετά ἀπό λίγο στά χέρια ἀνθρώπων, κι αὐ­τοί θά τόν θανατώσουν. Κι ἀφοῦ πεθάνει, τήν τρίτη ἡμέρα ἀπό τό θάνατό του θά ἀναστηθεῖ.


Πρὸς τὴ Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας.

Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 3 Ἀπριλίου 2022, Κυριακή Δ΄ Νηστειῶν – Ἰωάννου τῆς Κλίμακος (Ἑβρ. ς΄ 13-20)

Ἀδελφοί, τῷ Ἀβραὰμ ἐπαγγειλάμενος ὁ Θεός, ἐπεὶ κατ᾿ οὐδενὸς εἶχε μείζονος ὀμόσαι, ὤμοσε καθ᾿ ἑαυτοῦ, λέγων· ἦ μὴν εὐλογῶν εὐλο­γήσω σε καὶ πληθύνων πληθυνῶ σε· καὶ οὕτω μακροθυμήσας ἐπέτυχε τῆς ἐπαγγελίας. ἄνθρωποι μὲν γὰρ κατὰ τοῦ μείζονος ὀμνύουσι, καὶ πάσης αὐτοῖς ἀντιλογίας πέρας εἰς βεβαίωσιν ὁ ὅρκος· ἐν ᾧ περισσότερον βουλόμενος ὁ Θεὸς ἐπιδεῖξαι τοῖς κληρονόμοις τῆς ἐπαγγελίας τὸ ἀμετάθετον τῆς βουλῆς αὐτοῦ, ἐμεσίτευσεν ὅρκῳ, ἵνα διὰ δύο πραγμάτων ἀμεταθέτων, ἐν οἷς ἀδύνατον ψεύσασθαι Θεόν, ἰσχυρὰν παράκλησιν ἔχωμεν οἱ καταφυγόντες κρατῆσαι τῆς προκειμένης ἐλπίδος· ἣν ὡς ἄγκυραν ἔχομεν τῆς ψυχῆς ἀσφαλῆ τε καὶ βεβαίαν καὶ εἰσερχομένην εἰς τὸ ἐσώτερον τοῦ καταπετάσματος, ὅπου πρόδρομος ὑπὲρ ἡμῶν εἰσῆλθεν Ἰησοῦς, κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδὲκ ἀρχιερεὺς γενόμενος εἰς τὸν αἰῶνα.

Πρὸς τὴ Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας

Τὴ σημερινὴ Δ΄ Κυριακὴ τῆς ­Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἡ ἀποστολικὴ ­περικο­πὴ ποὺ ἀκούσαμε ἀπὸ τὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολὴ προβάλλει ἐνώπιόν μας τὸν μεγάλο Πατριάρχη Ἀβραάμ· τὸν γίγαν­τα αὐτὸ τῆς πίστεως, ὁ ὁποῖ­ος δέχθηκε τὶς μεγάλες ἐπαγγελίες τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ τὴν ὑπομονὴ ποὺ ἔκανε, τὶς εἶδε νὰ πραγματοποιοῦνται.

1. Ἡ ὁδὸς τῆς ὑπομονῆς

Ὁ Θεὸς ὑποσχέθηκε στὸν Ἀβραὰμ ὅτι θὰ χαρίσει σ᾿ αὐτὸν καὶ στοὺς ἀπογόνους του τὸν τόπο στὸν ὁποῖο κατοικοῦσε, καὶ ὁ ὁποῖος γι᾿ αὐτὸ τὸν λόγο ὀνομάσθηκε «Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας», τῆς ὑποσχέσεως δηλαδή. Μάλιστα προκει­μέ­νου νὰ τὸν βεβαιώσει γιὰ τὴν πρα­γματοποίηση τῆς ὑποσχέσεως αὐτῆς, ἔδωσε ὅρκο. Κι ἐπειδὴ δὲν εἶχε ­κανέναν ἀνώτε­ρό Του γιὰ νὰ ὁρκισθεῖ σ᾿ αὐτόν, ἐπικαλέσθηκε τὸν Ἑαυτό του. Ὁ Ἀβραὰμ πίστεψε ἀπόλυτα στὴν ἐπαγγελία τοῦ Θεοῦ καί, παρόλο ποὺ τὰ χρόνια περνοῦσαν χωρὶς νὰ ἀποκτᾶ ἀπογόνους, δὲν κλονίσθηκε· ἔκανε ὑπομονή. «Καὶ οὕτω μακροθυμήσας ἐπέτυχε τῆς ἐπαγγελίας». Ἔφθασε πλέον σὲ βαθὺ γῆρας καὶ συνέχισε νὰ περιμένει μὲ ὑπομονή, ὥσπου πέτυχε ἐν μέρει τὴν ἐκπλήρωση τῆς ὑποσχέσεως τοῦ Θεοῦ. Ἀπέκτη­σε δηλαδὴ ἀπὸ τὴ Σάρρα τὸν Ἰσαάκ, ἀπὸ τὸν ὁποῖο προῆλθε τὸν ἔθνος τῶν Ἑβραίων.

Ἡ ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ ὡστόσο δὲν ἀναφερόταν σὲ κάποια ἐπίγεια ­πατρί­δα. Ἡ ἐπίγεια «Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας» προ­τύ­πωνε τὴν οὐράνια πατρίδα, τὴν ἀληθι­νὴ «Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας», τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τὴν ὁποία χάρισε Ἐκεῖνος στὸν μεγάλο Πατριάρχη γιὰ τὴ θαυμα­στὴ ὑπομονὴ ποὺ ἐπέδειξε.

Τὴν ἴδια ὑπόσχεση ἔχει δώσει καὶ σ᾿ ἐμᾶς ὁ Κύριος. Ἡ ἴδια «Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας» μᾶς περιμένει, ἡ ἄληκτη μακαριότητα τοῦ Παραδείσου· ἡ αἰώνια εὐφροσύνη τοῦ Οὐρανοῦ· ἡ ἀνέσπερη ἡμέρα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Γιὰ νὰ τὴν κληρονομήσουμε ὅμως, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ κάνουμε κι ἐμεῖς ὑπομονὴ στὴν παρούσα ζωή: Νὰ ὑπομένουμε καρτερικὰ τὶς δυσκολίες ποὺ μᾶς βρίσκουν, τὶς δοκιμασίες ποὺ μᾶς ταλαιπωροῦν, τὶς θλίψεις ποὺ μᾶς παιδεύουν. Νὰ κάνουμε ὑπομονὴ μέσα στὴν οἰκογένεια, νὰ ἀντιμετωπίζουμε μὲ ὑπομονὴ τὶς ἀδικίες ἀπὸ τοὺς συναδέλφους, νὰ ὑπομένουμε τὴν ἐπίπονη ἀσθένεια ποὺ ἐπιτρέπει ὁ Θεός. Δὲν εἶναι πάντοτε εὔκολο αὐτό, εἶναι ὅμως σωτήριο. Διότι ἡ ὑπομονὴ εἶναι ὁ ἀσφαλέστερος δρόμος γιὰ νὰ φθάσουμε στὴν ἀληθινὴ «Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας», τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

2. Ἡ ἄγκυρα τῆς ἐλπίδας

Οἱ ἄνθρωποι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὁρ­κίζονταν στὸν Θεό, προκειμένου νὰ βε­βαιώσουν τὴν ἀλήθεια τῶν λόγων τους. Ἀντίστοιχα κι ὁ Θεός, γιὰ νὰ δείξει ὅτι ἦταν ἀμετάκλητες οἱ ὑποσχέσεις του, ἔδειξε συγκατάβαση καὶ δέχθηκε νὰ με­σολαβήσει ὅρκος στὰ λόγια του. Ἔτσι ὥστε μὲ τὰ δύο αὐτά, δηλαδὴ μὲ τὴν ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν ὅρκο του, «ἰσχυρὰν παράκλησιν ἔχωμεν οἱ καταφυγόντες κρατῆσαι τῆς προκειμένης ἐλπίδος· ἣν ὡς ἄγκυραν ἔχομεν τῆς ψυχῆς ἀσφαλῆ τε καὶ βεβαίαν». Νὰ παίρνουμε δηλαδὴ θάρρος καὶ δύναμη ἐμεῖς ποὺ καταφεύγουμε σ᾿ Αὐτὸν καὶ νὰ κρατοῦμε στέρεη τὴν ἐλπίδα μας ὅτι θὰ κληρονομήσουμε τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Αὐτὴ τὴν ἐλπίδα τὴν ἔχουμε σὰν στα­­θερὴ καὶ ἀμετακίνητη ἄγκυρα τῆς ψυ­χῆς, ἡ ὁποία εἰσέρχεται στὸ «ἐσώτε­ρον τοῦ καταπετάσματος», στὸν ἱερότερο χῶρο τοῦ Οὐρανοῦ, ἐκεῖ ὅπου εἰσῆλθε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ὡς πρόδρομος καὶ μεσίτης πρὶν ἀπὸ ἐμᾶς, γιὰ νὰ μᾶς ἀνοίξει τὸν δρόμο. Ἔτσι ἀναδείχθηκε ὁ Κύριος Ἀρχιερέας ὄχι προσωρινός, ἀλλὰ αἰώνιος σὰν τὸν Μελχισεδέκ.

Εἶναι πολὺ χαρακτηριστικὴ ἡ εἰκόνα ποὺ χρησιμοποιεῖ στὸ τέλος τῆς περι­κο­πῆς ὁ θεῖος Ἀπόστολος. Μᾶς λέει μὲ ἁπλὰ λόγια ὅτι ἡ παρούσα ζωή μας μοιάζει μὲ θαλάσσιο ταξίδι, ποὺ ἔχει προορισμό του τὸ ἀσφαλὲς λιμάνι τοῦ Οὐρανοῦ, τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Στὸ τα­ξίδι αὐτὸ ὑπάρχουν στιγμὲς ποὺ τὸ πλοῖο κλυδωνίζεται ἀπὸ τὰ κύματα, δηλαδὴ ἀπὸ τὶς ἀντιξοότητες καὶ τὶς δυσκολίες τῆς ζωῆς, ἀπὸ τοὺς πειρα­σμούς, καὶ τότε εἶναι ἀπαραίτητη στὸ πλοῖο ἡ ἄγκυρα. Γιὰ ἐμᾶς τοὺς πιστοὺς ἡ ἄγκυρα αὐτὴ εἶναι ἡ ἐλπίδα μας στὸν Κύριο καὶ στὶς ἀδιάψευστες ­ὑποσχέσεις του. Ἡ δὲ ἄγκυρα τῆς ἐλπίδας μας δὲν ἔχει τοποθετηθεῖ σὲ ἀσταθὴ θαλάσσιο πυθμένα, ἀλλὰ στὸ πιὸ στέρεο καὶ ἀκλόνη­το σημεῖο τοῦ Οὐρανοῦ, στὸν θρόνο τοῦ Κυρίου.

Στὸν Κύριο λοιπὸν ἂς εἶναι στερεωμέ­νη ἡ ἐλπίδα μας καὶ τότε, ὅσες θύελλες καὶ καταιγίδες κι ἂν συναντήσουμε, δὲν κινδυνεύουμε νὰ ναυαγήσουμε. Μὲ ἀσφάλεια θὰ διασχίζουμε τὸ πέλαγος τῆς ζωῆς, ἔχοντας τὴ βεβαιότητα ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς θὰ μᾶς ἀξιώσει νὰ φθάσουμε στὸν οὐράνιο προορισμό μας καὶ θὰ μᾶς χαρίσει τὰ ἀγαθὰ τῆς ἐπαγγελίας του, τὰ ἄφθαρτα ἀγαθὰ τοῦ Παραδείσου.



Δεν υπάρχουν σχόλια: