Σάββατο 7 Μαΐου 2022

 

Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων 

 Εὐαγγελικὸ καί Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 8 Μαΐου 2022.

Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 8 Μαΐου 2022, Κυριακή τῶν Μυροφόρων (Μαρκ. ιε΄ 43-ις΄ 8)

43 ἐλθὼν Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας, εὐσχήμων βου­λευτής, ὃς καὶ αὐτὸς ἦν προσδεχόμενος τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, τολμήσας εἰσῆλθε πρὸς Πιλᾶτον καὶ ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. 44 ὁ δὲ Πιλᾶτος ἐθαύμασεν εἰ ἤδη τέθνηκε, καὶ προσκαλεσάμενος τὸν κεντυρίωνα ἐπηρώτησεν αὐτὸν εἰ πάλαι ἀπέθανε· 45 καὶ γνοὺς ἀπὸ τοῦ κεντυρίωνος ἐδωρήσατο τὸ σῶμα τῷ Ἰωσήφ. 46 καὶ ἀγοράσας σινδόνα καὶ καθελὼν αὐτὸν ἐνείλη­σε τῇ σινδόνι καὶ κατέθηκεν αὐτὸν ἐν μνημείῳ, ὃ ἦν λελατομημένον ἐκ πέτρας, καὶ προσεκύλισε λίθον ἐπὶ τὴν θύραν τοῦ μνημείου. 47 ἡ δὲ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ­ καὶ Μαρία Ἰωσῆ ἐθεώ­ρουν ποῦ τίθεται. 

ις΄ 1 Καὶ διαγενομένου τοῦ σαββάτου Μαρία ἡ Μαγ­δαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καὶ Σαλώμη ἠ­­­γόρασαν ἀρώματα ἵνα ἐλ­θοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτόν. 2 καὶ λίαν πρωῒ τῆς μιᾶς σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον, ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου. 3 καὶ ἔλεγον πρὸς ἑαυτάς· τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου; 4 καὶ ἀναβλέψασαι θεωροῦ­σιν ὅτι ἀποκεκύλισται ὁ λίθος· ἦν γὰρ μέγας σφόδρα.

 5 καὶ εἰσελθοῦσαι εἰς τὸ μνη­­μεῖον εἶδον νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς δεξι­οῖς, περιβεβλημένον στολὴν λευ­κήν, καὶ ἐξεθαμβήθησαν. 6 ὁ δὲ λέγει αὐταῖς· μὴ ἐκθαμβεῖσθε· Ἰησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον· ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε· ἴδε ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν. 7 ἀλλ᾿ ὑπάγετε εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ καὶ τῷ Πέ­τρῳ ὅτι προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν· ἐκεῖ αὐτὸν ὄ­­­ψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν. 8 καὶ ἐξελθοῦσαι ἔφυγον ἀπὸ τοῦ μνημείου· εἶχε δὲ αὐτὰς τρόμος καὶ ἔκστασις, καὶ οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον· ἐφοβοῦντο γάρ.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

43 ἦλθε ὁ Ἰωσήφ πού καταγόταν ἀπ’ τήν πόλη Ἀρι­μα­­θαία, ἕνα σεβαστό καί ἐπίσημο μέλος τοῦ ἰουδαϊκοῦ συ­ν­εδρίου, πού εἶχε πιστέψει κι αὐτός στό κήρυγμα τοῦ Ἰησοῦ γιά τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί περίμενε τή βα­σι­λεία αὐτή χωρίς νά κλονισθεῖ ἡ ἐλπίδα του ἀπό τό θά­νατο τοῦ Ἰησοῦ· αὐτός λοιπόν τόλμησε καί παρουσιά­στηκε στόν Πιλάτο καί ζήτησε τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. 44 Ὁ Πιλάτος μάλιστα ἔμεινε ἔκπληκτος κι ἀπόρησε πού τόσο γρήγορα εἶχε κιόλας πεθάνει ὁ Ἰησοῦς. Κι ἀφοῦ προσκάλεσε τόν ἑκατόνταρχο, τόν ρώτησε ἐάν εἶχε ὥρα πολλή πού πέθανε. 45 Κι ὅταν ἔμαθε ἀπό τόν ἑκατόνταρχο ὅτι πραγματικά πέθανε ὁ Ἰησοῦς, χάρισε τό σῶμα του στόν Ἰωσήφ. 46 Κι ἐκεῖνος, ἀφοῦ ἀγόρασε καινούργιο καί ἀμετα­χεί­ριστο σεντόνι καί κατέβασε τόν Ἰησοῦ ἀπό τόν σταυρό, τύλιξε τό σῶμα του στό σεντόνι καί τόν ἔβαλε κάτω σ’ ἕνα μνημεῖο, τό ὁποῖο ἦταν σκαλισμένο μέσα στό βράχο· καί κύλισε ἕνα μεγάλο λίθο πάνω στό στόμιο τοῦ μνημείου κλείνοντας ἔτσι τήν εἴσοδο τοῦ μνημείου. 47 Στό μεταξύ ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή καί ἡ Μαρία τοῦ Ἰωσῆ παρακολουθοῦσαν προσεκτικά καί μέ πολύ ἐνδια­φέ­ρον ποῦ τοποθετήθηκε τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ.

ις΄ 1 Αφοῦ πέρασε τό Σάββατο, ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή καί ἡ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰακώβου καί ἡ Σαλώμη ἀγόρασαν τό βράδυ τοῦ Σαββάτου ἀρώματα, γιά νά ἔλθουν τό πρωί στόν τάφο καί νά ἀλείψουν τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. 2 Καί πολύ πρωί τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος ἔρχονται στό μνημεῖο τήν ὥρα πού ὁ ἥλιος ἄρχισε νά διαλύει τό πρωινό σκοτάδι, καθώς πῆρε ν’ ἀνατέλλει κάτω ἀπ’ τόν ὁρίζοντα. 3 Κι ἔλεγαν μεταξύ τους: Ποιός θά μᾶς κυλίσει τή μεγάλη πέτρα μακριά ἀπό τήν εἴσοδο τοῦ μνημείου; 4 Μόλις ὅμως ἔστρεψαν τά μάτια τους πρός τά ἐκεῖ, εἶ­δαν ὅτι εἶχε μετατοπισθεῖ ἡ πέτρα μακριά ἀπ’ τό μνη­μεῖο. Καί τά ἔλεγαν αὐτά μεταξύ τους, διότι ἡ πέτρα αὐτή ἦταν πολύ μεγάλη καί δέν ἦταν εὔκολο νά μετακινηθεῖ.

 5 Κι ἀφοῦ μπῆκαν στό μνημεῖο, εἶδαν ἕνα νέο πού κα­θόταν στά δεξιά τοῦ μνημείου καί ἦταν ντυμένος μέ λευ­κή στολή, καί γέμισαν μέ τρόμο καί κατάπληξη. 6 Αὐτός ὅμως τούς εἶπε: Μήν τρομάζετε καί μή φοβάστε. Ξέρω ποιόν ζητᾶτε. Ζητᾶτε τόν Ἰησοῦ τόν Ναζαρηνό τόν ἐσταυρωμένο. Ἀναστήθηκε. Δέν εἶναι ἐδῶ. Νά, εἶ­ναι ἀδειανό τό μέρος πού τόν ἔβαλαν. 7 Ἀλλά πηγαίνετε καί πέστε στούς μαθητές του καί ἰδι­αι­τέρως στόν Πέτρο, πού ἔχει ἀνάγκη παρηγοριᾶς καί βε­βαιώσεως ὅτι συγχωρήθηκε γιά τήν ἄρνησή του, ὅτι πηγαίνει πρίν ἀπό σᾶς στή Γαλιλαία καί σᾶς πε­ρι­μένει ἐκεῖ. Ἐκεῖ θά τόν δεῖτε, ὅπως σᾶς τό εἶπε πρίν σταυ­ρω­θεῖ. 8 Ἐκεῖνες τότε βγῆκαν κι ἔφυγαν ἀπό τό μνημεῖο. Ἦταν μά­λιστα γεμάτες τρόμο καί ἔκσταση. Δέν εἶπαν ὅμως τί­­ποτε σέ κανένα, διότι ἦταν φοβισμένες.

Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 8 Μαΐου 2022, Κυριακή τῶν Μυροφόρων (Α΄ Ἰωάν. α΄ 1-7)

Ο ἦν ἀπ᾿ ἀρχῆς, ὃ ἀκη­κό­α­μεν, ὃ ἑωρά­καμεν τοῖς ὀφθ­αλ­μοῖς ἡμῶν, ὃ ἐθεασάμεθα καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν, περὶ τοῦ λόγου τῆς ζωῆς· – καὶ ἡ ζωὴ ἐφανε­ρώθη, καὶ ἑωράκαμεν καὶ μαρτυροῦμεν καὶ ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον, ἥτις ἦν πρὸς τὸν πατέρα καὶ ἐφανερώθη ἡμῖν· – ὃ ἑ­ω­ράκαμεν καὶ ἀκηκό­αμεν, ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν, ἵνα καὶ ὑμεῖς κοινωνίαν ἔχητε μεθ’ ἡμῶν· καὶ ἡ κοινωνία δὲ ἡ ἡμετέρα μετὰ τοῦ πατρὸς καὶ μετὰ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. καὶ ταῦτα γράφομεν ὑμῖν, ἵνα ἡ χαρὰ ἡμῶν ᾖ πεπλη­ρωμένη. Καὶ αὕτη ἐστὶν ἡ ἐπαγγελία ἣν ἀκηκόαμεν ἀπ᾿ αὐτοῦ καὶ ἀναγγέλλομεν ὑμῖν, ὅτι ὁ Θεὸς φῶς ἐστι καὶ σκοτία ἐν αὐτῷ οὐκ ἔστιν οὐδεμία. ἐὰν εἴπωμεν ὅτι κοινωνίαν ἔχομεν μετ᾿ αὐτοῦ καὶ ἐν τῷ σκότει περιπατῶμεν, ψευδόμεθα καὶ οὐ ποιοῦμεν τὴν ἀλήθειαν· ἐὰν δὲ ἐν τῷ φωτὶ περιπα­τῶμεν, ὡς αὐτός ἐστιν ἐν τῷ φωτί, κοινωνίαν ἔχομεν μετ᾿ ἀλλήλων, καὶ τὸ αἷμα Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ καθαρίζει ἡμᾶς ἀπὸ πάσης ἁμαρτίας.

Ὁ ἀετὸς τῆς Θεολογίας

Ἡ σημερινὴ Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων συμπίπτει μὲ τὴν ἑορτὴ τοῦ ἁγίου ἐνδόξου ἀποστόλου καὶ εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου· τοῦ ἀετοῦ τῆς Θεο­λο­γίας· τοῦ πρώτου καὶ μεγαλύτερου Θεο­λόγου ὅλων τῶν αἰώνων, ὁ ὁποῖος δὲν διδάχθηκε τὴ Θεολογία σὲ κάποια πανεπιστημιακὴ Σχολή, ἀλλὰ ἔλαβε τὸ χάρισμα αὐτὸ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο, κον­τὰ στὸν Ὁποῖο ἔζησε ἐπὶ τρία χρόνια καὶ τὸν Ὁποῖο εἶδε καὶ ἄκουσε καὶ ψη­λάφησε μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια, ὅπως βεβαιώνει στὴν ἀποστολικὴ περικοπὴ ποὺ ἀ­κού­σαμε σήμερα.

1. Αἰσθητὸς ὁ Θεὸς

Δίνουμε τὴ μαρτυρία μας, ἐμεῖς οἱ Ἀπόστολοι, γι᾿ αὐτὸ ποὺ ὑπῆρχε ἐξαρχῆς καὶ τὸ ὁποῖο γνωρίσαμε μὲ τὴν προσωπική μας πείρα. «Ὃ ἀκηκόαμεν, ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὃ ἐθεασάμεθα καὶ αἱ χεῖ­ρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν». Αὐτὸ δηλαδὴ ποὺ ἀκούσαμε μὲ τὰ αὐτιά μας, αὐτὸ ποὺ εἴδαμε μὲ τὰ ἴδια μας τὰ μάτια, καὶ μάλιστα τὸ εἴδαμε καλά, αὐτὸ ποὺ ψηλάφησαν τὰ χέρια μας· σᾶς κηρύττουμε δηλαδὴ γιὰ τὸν ἐνυπό­στατο Λόγο, ὁ Ὁποῖος ἔχει μέσα του ζωή, τὴν ὁ­ποία μεταδίδει καὶ στοὺς ἄλλους. Ἀλλὰ ἡ ἐνυπόστατη ζωή, ποὺ εἶναι ὁ Χριστός, φανερώθηκε στὸν κόσμο: ἔγινε ἄνθρωπος.

«Καὶ ἑωράκαμεν καὶ μαρτυροῦμεν». Δηλαδή, τὴ ζωὴ αὐτὴ τὴν ἔχουμε δεῖ μὲ τὰ μάτια μας, ἐπαναλαμβάνει ὁ θεῖος Ἀπόστολος, καὶ δίνουμε μαρτυρία γι᾿ αὐτή. Σᾶς ἀναγγέλλουμε τὸν Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁ­ποῖ­ος ὑπῆρχε πάντοτε δίπλα στὸν Πατέρα, ἑ­νωμένος μ᾿ Ἐκεῖνον, καὶ φανερώθηκε ὡς ἄνθρωπος σ᾿ ἐμᾶς τοὺς Ἀποστόλους. «Ὃ ἑωράκαμεν καὶ ἀ­κηκόαμεν, ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν». Σᾶς ἀ­ναγ­γέλλουμε λοιπὸν αὐτὸ ποὺ εἴδαμε καὶ ἀκούσαμε ὡς αὐτόπτες καὶ αὐτήκοοι μάρ­τυρες, γιὰ νὰ ἔχετε κοινωνία καὶ στενὸ σύνδεσμο μαζί μας. Διότι ἐκεῖνος ποὺ ἔχει κοινωνία μαζί μας, ἔχει κοινωνία καὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ μὲ τὸν Υἱό του Ἰησοῦ Χριστό.

Κάνει ὁπωσδήποτε ἐντύπωση τὸ ὅτι ὁ εὐ­αγ­γελιστὴς Ἰωάννης ἐπαναλαμβάνει τέσ­σε­ρις φο­ρὲς μέσα σὲ λίγους μόλις στίχους ὅτι οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι εἶχαν προσωπικὴ ­πείρα τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θε­οῦ. Γι᾿ αὐτὸ στὸ κήρυγμά τους καὶ στὰ συγγράμματά τους ἐξιστοροῦσαν αὐτὰ ποὺ ἔζησαν κοντὰ στὸν Χριστό. Κήρυτταν τὰ θαύ­ματα ποὺ εἶδαν, τὶς διδασκαλίες ποὺ ἄ­κου­σαν, τὸν Θεὸ ποὺ ψηλάφησαν, τὴν ἀ­λή­­θεια ποὺ γνώρισαν. Δὲν κατέγραψαν φαν­τασίες καὶ ψεύδη, ἀλ­λὰ τὴν προσωπι­κὴ μαρ­τυρία τους ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ ἀληθι­νὸς Θεός.

Οἱ Ἀπόστολοι εἶδαν καὶ πίστεψαν. Ἐμεῖς πιστεύουμε χωρὶς νὰ ἔχουμε δεῖ μὲ τὰ σω­μα­τικά μας μάτια. Μελετώντας ὅμως τὰ ἱε­ρὰ κείμενά τους, πιστεύοντας τὴν προσω­πι­κὴ μαρτυρία τους καὶ ζώντας μέσα στὸν ἱε­ρὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας μας γίνεται καὶ σὲ μᾶς αἰσθητὸς ὁ Θεός. Τὸν βλέπουμε, Τὸν ἀ­κοῦμε μὲ τὶς πνευματικὲς αἰσθήσεις τῆς ψυ­χῆς μας. Ψηλαφοῦμε τὴν παρουσία του δί­πλα μας. Ἂς ἀνοίγουμε λοιπὸν τὴν καρδιά μας στὴν ἀδιάψευστη μαρτυρία τῶν ἁγίων Ἀ­πο­στόλων, ποὺ ἀπαράλλακτη διαφυλάσσει αἰῶνες τώρα ἡ Ἐκκλησία μας, καὶ τότε θὰ ζοῦ­με κι ἐμεῖς μέσα στὴ διαρκὴ παρουσία τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ.

2. Κοινωνία ἀγάπης

Αὐτὰ σᾶς τὰ γράφουμε, γιὰ νὰ εἶναι τέλεια ἡ χαρά μας, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπὸ τὴν κοινωνία μας μὲ τὸν Θεὸ καὶ με­τα­ξύ μας, συνεχίζει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰω­­άν­νης. Αὐτὴ δὲ εἶναι ἡ ὑπόσχεση ποὺ ἔχουμε ἀκούσει ἀπὸ τὸν Κύριο καὶ σᾶς τὴν ἀναγγέλλουμε, ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι Φῶς ποὺ ἀκτινοβολεῖ ἁγιότητα καὶ ἀλήθεια, καὶ δὲν ὑπάρχει μέσα του καμία σκιὰ σκότους ἄγνοιας καὶ ἁμαρτίας.

Ἂν λοιπὸν ποῦμε ὅτι ἔχουμε στενὴ σχέ­ση καὶ κοινωνία μὲ τὸν Θεό, ἐνῶ τὰ ἔργα μας εἶναι σκοτεινὰ καὶ ἁμαρτωλά, λέμε ψέματα, διότι οἱ πράξεις μας δὲν συμ­φω­νοῦν μὲ τὴν ἀλήθεια. «Ἐὰν δὲ ἐν τῷ φωτὶ περιπατῶμεν, ὡς αὐτός ἐστιν ἐν τῷ φωτί, κοινωνίαν ἔχομεν μετ᾿ ἀλλήλων»· ἂν ἀν­τίθετα ζοῦμε μέσα στὸ φῶς κι ἔχουμε φω­τεινὴ καὶ ἐνάρετη ζωή, ὅ­πως ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος εἶναι μέσα στὸ φῶς, τότε θὰ ἔχουμε στενὴ σχέση καὶ κοινωνία μεταξύ μας, ἡ δὲ θυσία τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ θὰ μᾶς καθαρίζει ἀπὸ κάθε ἁ­μαρτία.

Θὰ περιμέναμε ἴσως νὰ μᾶς πεῖ ὁ θεῖος Ἀπόστολος ὅτι, ὅταν ζοῦμε καθαρὴ καὶ ἁγία ζωή, ὅταν τὰ ἔργα μας εἶναι φωτεινά, ἔχουμε κοινωνία μὲ τὸν Θεό. Ἀντὶ γι᾿ αὐτὸ ὅμως μᾶς λέει ὅτι τότε ἔχουμε κοινωνία μὲ τοὺς ἀδελφούς μας. Τὸ ἀναφέρει δὲ αὐτό, διότι ἡ ἑνότητά μας μὲ τοὺς ἄλλους, ἡ ἀγάπη μας πρὸς αὐτοὺς γίνεται αἰτία νὰ ἑνωθοῦμε τελικὰ καὶ μὲ τὸν Θεό. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἀντίστροφο συμβαίνει: ἡ ἀγάπη μας πρὸς τὸν Θεὸ καλλιεργεῖ καὶ τὴν ἀγάπη πρὸς τοὺς ἀδελφούς μας. Αὐτὴ τὴ διπλὴ ἀγάπη βίωσε καὶ αὐτὴ δίδαξε ὁ Εὐαγγελιστὴς τῆς ἀγάπης. Αὐτὴ τὴν ἀγάπη ἂς βιώνουμε κι ἐμεῖς, πρὸς τὸν Θεὸ καὶ πρὸς τοὺς συνανθρώπους μας, γιὰ νὰ πορευόμαστε αἰώνια μέσα στὸ Φῶς τοῦ ἀναστημένου Κυρίου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: