Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 16 Φεβρουαρίου 2025, τοῦ Ἀσώτου (Λουκ. ιε΄ 11-32)
Eἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς. καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας. καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον. καὶ μετ᾿ οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν, καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως. δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὸς κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι. καὶ πορευθεὶς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους. καὶ ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι, καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ. εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλλυμαι! ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου· οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου. καὶ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ. ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ υἱός· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου. εἶπε δὲ ὁ πατὴρ πρὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ· ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ἐνδύσατε αὐτόν, καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, καὶ ἐνέγκαντες τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν θύσατε, καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν, ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη. καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι. Ἦν δὲ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ πρεσβύτερος ἐν ἀγρῷ· καὶ ὡς ἐρχόμενος ἤγγισε τῇ οἰκίᾳ, ἤκουσε συμφωνίας καὶ χορῶν, καὶ προσκαλεσάμενος ἕνα τῶν παίδων ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἥκει καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν. ὠργίσθη δὲ καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν. ὁ οὖν πατὴρ αὐτοῦ ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτόν. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε τῷ πατρί· ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ· ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· τέκνον, σὺ πάντοτε μετ᾿ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν· εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη.
Νεοελληνική Απόδοση
11 Είπε δε ακόμη και την εξής παραβολήν· “ένας άνθρωπος είχε δύο υιούς. 12 Και είπε ο νεώτερος από αυτούς στον πατέρα· πατέρα, δος μου το μερίδιο της περιουσίας που μου ανήκει. Και ο πατέρας εμοίρασε εις αυτούς την περιουσίαν του. 13 Και ύστερα από ολίγας ημέρας ο νεώτερος υιός εμάζευσεν όλα ανεξαιρέτως όσα του είχε δώσει ο πατέρας και εταξίδεψε εις μακρυνήν χώραν. Και εκεί εσπατάλησε την περιουσίαν του ζων ένα βίον άσωτον, παραλυμένον και ασυλλόγιστον. 14 Οταν δε εξώδευσε όλα όσα είχε, έπεσε μεγάλη πείνα εις την χώραν εκείνην και αυτός ήρχισε να στερήται και να πεινά. 15 Και από την πείναν πλέον ζαλισμένος επήγε και προσκολλήθηκε σαν δούλος εις ένα από τους κατοίκους της χώρας εκείνης. Και αυτός τον έστειλε εις τα χωράφια του, να βόσκη χοίρους. 16 Και επιθυμούσε να γεμίση την κοιλίαν του από τα ξυλοκέρατα, που έτρωγαν οι χοίροι, αλλά κανείς δεν του έδιδε, διότι οι υπηρέται τα προώριζαν δια τους χοίρους. 17 Καποιαν όμως ημέραν συνήλθεν από την ζάλην και το κατάντημα της αμαρτωλής ζωής του και είπε· Ποσοι μισθωτοί του πατέρα μου έχουν με το παραπάνω ψωμιά και φαγητά, εγώ δε χάνομαι από την πείναν; 18 Και αμέσως επήρε την απόφασιν της επιστροφής και είπε· Θα σηκωθώ, θα υπάγω προς τον πατέρα μου και θα του πω· πατέρα μου, ημάρτησα στον ουρανόν εμπρός στον Θεόν και τους αγγέλους του· ημάρτησα και ενώπιόν σου, διότι περιφρόνησα την πατρικήν σου αγάπην και δεν ελογάριασα την λύπην, που θα σου προξενούσα με την φυγήν μου. 19 Δεν είμαι πλέον άξιος να ονομασθώ υιός σου και να φέρω το τιμημένο όνομά σου· κάμε με σαν ένα από τους υπηρέτας σου. 20 Και έθεσε εις εφαρμογήν την καλήν του απόφασιν. Εσηκώθη και ήλθε προς τον πατέρα του. Ενώ δε ακόμη ευρίσκετο εις μακρυνήν απόστασιν, ο πατέρας του, που από καιρόν τώρα τον επερίμενε και παρατηρούσε πάντοτε με λαχτάρα στον δρόμον, τον είδε και τον εσπλαγχνίσθη, έτρεξε εις προϋπάντησίν του, έπεσε με στοργήν απέραντον στον τράχηλον του παιδιού του, το αγκαλιασε και το εγέμισε φιλήματα. 21 Συντετριμμένος ο υιός από την απέραντον αυτήν στοργήν είπε στον πατέρα του· Πατέρα, ημάρτησα στον ουρανόν και ενώπιόν σου και δεν είμαι άξιος να ονομασθώ υιός σου. 22 Ο δε πατέρας τον διέκοψε, εστράφη προς τους δούλους, που είχαν μαζευθή εκεί, και είπε· Βγάλτε την πιο καλή φορεσιά και ενδύσατέ τον, και δώστε του το δακτυλίδι εις τα χέρια, σαν αυτό που φορούν οι ελεύθεροι και οι κύριοι. Δώστε του υποδήματα εις τα πόδια, δια να μη περπατή ξυπόλητος όπως οι δούλοι. 23 Και φέρτε το θρεφτό μοσχάρι, σφάξτε το και ετοιμάστε το πιο πλούσιο τραπέζι, δια να πανηγυρίσωμε το εξαιρετικά χαρμόσυνο αυτό γεγονός. Και αφού φάμε, ας ευφρανθούμε όλοι. 24 Διότι ο υιός μου αυτός ήτο νεκρός και αναστήθηκε, χαμένος ήτο και ευρέθηκε. Και ήρχισαν να ευφραίνωνται. (Αγγελοι και δίκαιοι καλούνται από τον Θεόν να χαρούν και να ευφρανθούν, όταν ένας αμαρτωλός, που εγκατέλειψε τον Θεόν και εσπατάλησε τα θεία δώρα εις την αμαρτίαν και εβυθίσθη στον εξευτελισμόν και την κοινήν περιφρόνησιν, μετανοήση ειλικρινώς, επανέλθη προς τον Πατέρα και ξαναπάρη την υιοθεσίαν και την πρώτην του θέσιν). 25 Αλλά ο μεγαλύτερος υιός ευρίσκετο στο χωράφι και καθώς την ώραν που ήρχετο επλησίασε στο σπίτι, ήκουσε μουσικά όργανα και τραγούδια και χορούς. 26 Και αφού εκάλεσε ένα από τους υπηρέτας, τον ηρώτησε τι άραγε είναι αυτά που γίνονται. 27 Εκείνος δε του είπε ότι· Ηλθε ο αδελφός σου και ο πατέρας σου έσφαξε το θρεπτό μοσχάρι, διότι με μεγάλην χαράν τον είδε και τον υπεδέχθη υγιή. 28 Εθύμωσε δε αυτός και δεν ήθελε να εισέλθη στο σπίτι και να παρακαθίση στο χαρμόσυνο τραπέζι. Οταν ο πατέρας επληροφορήθη αυτό, εβγήκε έξω προς τον μεγαλύτερον υιόν και με στοργήν πολλήν τον παρακαλούσε. 29 Εκείνος όμως πικραμένος απεκρίθη με δυσφορίαν μεγάλην και του είπε· Ιδού τόσα χρόνια σε υπηρετώ και ποτέ δεν κατεπάτησα την εντολή σου. Και όμως εις εμέ δεν έδωσές ποτέ ένα κατσίκι, δια να εφρανθώ με τους φίλους μου. 30 Οταν δε ήλθε το παιδί σου αυτό, που κατέφαγε το βιο σου με πόρνας, έσφαξες προς χάριν του το θρεπτό μοσχάρι. 31 Είπε δε εις αυτόν ο πατέρας· Παιδί μου, συ πάντοτε είσαι μαζή μου και όλα τα υπάρχοντά μου είναι δικά σου και ποτέ από τίποτε δεν σε εστέρησα. 32 Επρεπε δε και συ να ευρανθής και να χαρής, διότι ο αδελφός σου αυτός ήτο νεκρός και αναστήθηκε, χαμένος και ξαναβρέθηκε”. (Αγανακτούσαν οι υψηλόφρονες Φαρισαίοι, όταν έβλεπαν τον Κυριον να δέχεται με στοργήν τους μετανοούντας αμαρτωλούς και να τους ανακηρύσση πολίτας της βασιλείας του. Εγωπαθείς και ιδιοτελείς, καθώς ήσαν οι Φαρισαίοι και οι όμοιοι με αυτούς, τυπικώς μόνον και εξωτερικώς τιμώντες τον Θεόν, απεξένωσαν τον ευατόν των από την αγάπην του Θεού και από την χαρμόσυνον επικοινωνίαν με τους πολίτας της βασιλείας των ουρανών).
***************************************************
ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
1. Τέλεια στέρηση
Ἡ θαυμάσια καὶ διδακτικότατη παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου, ποὺ ἀκούσαμε στὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή, μᾶς παρουσιάζει πολὺ γλαφυρὰ τὴν πορεία ἑνὸς νέου, ὁ ὁποῖος ζήτησε ἀπὸ τὸν πατέρα του τὸ μερίδιο τῆς περιουσίας του κι ἔφυγε σὲ χώρα μακρινή, ὅπου ἔκανε ἁμαρτωλὴ ζωή. Ὅταν ξόδεψε μὲ ἀσωτίες τὴν περιουσία του, «ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὸς κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι». Δηλαδή, ἔπεσε μεγάλη πείνα στὴ χώρα ἐκείνη καὶ ἄρχισε νὰ στερεῖται ἀκόμη καὶ τὰ ἀπαραίτητα. Πῆγε τότε νὰ ἐργασθεῖ ὡς χοιροβοσκός. Ἦταν τέτοια ἡ στέρηση καὶ ἡ πείνα του, ποὺ προσπαθοῦσε νὰ χορτάσει ἀκόμη καὶ μὲ ξυλοκέρατα, τὴν τροφὴ τῶν χοίρων.
Ἐκεῖ ὁδηγεῖ ἡ ἁμαρτία τὸν ἄνθρωπο· στὴν τέλεια στέρηση, στὸν λιμό, στὴν ἀχόρταγη πείνα, στὸ ἀπλήρωτο κενό, στὸ ἀπόλυτο ἄδειασμα, στὴν πλήρη ἔνδεια. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει τὴν ψευδαίσθηση ὅτι μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ θὰ ἀπολαύσει τὰ πάντα, θὰ βρεῖ τὴν εὐτυχία του. Αὐτὸ ὅμως ποὺ ὀνειρεύεται ὡς εὐτυχία, αὐτὸ γίνεται ἡ αἰτία τῆς δυστυχίας του. Στερεῖται κάθε θεία παρηγοριά, κάθε ἀγαθό. Ψάχνει νὰ καλύψει τὸ κενὸ μὲ ὑποκατάστατα, μὲ «ξυλοκέρατα». Μάταια ὅμως· χωρὶς τὸν Θεὸ δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει, διότι Ἐκεῖνος εἶναι ὁ χορηγὸς τῆς ζωῆς καὶ κάθε ἀγαθοῦ. Πεινᾶ, ἐξαθλιώνεται, ἀρρωσταίνει, νεκρώνεται. Ἔτσι καταντᾶ ὁ ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος· ἕνας στερημένος φτωχός, ἕνας αἰχμάλωτος ἐπαίτης.
2. Ἀνάσταση ψυχῆς
Κάποια στιγμὴ ὁ νεότερος γιὸς συνῆλθε, κατανόησε τὴν ἐξαθλίωσή του, θυμήθηκε τὴ χαρὰ καὶ τὴν πληρότητα ποὺ ἀπολάμβανε κοντὰ στὸν πατέρα του. Γι᾿ αὐτὸ πῆρε τὴ μεγάλη ἀπόφαση νὰ ἐπιστρέψει. Ὄχι γιὰ νὰ ζητήσει τὴ θέση ποὺ εἶχε πρίν, ὡς υἱός, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἐργασθεῖ ἔστω ὡς μισθωτὸς ὑπηρέτης. Καθὼς ὅμως ἐπέστρεφε, καὶ ἐνῶ περίμενε νὰ συναντήσει ἕναν πατέρα σκληρὸ καὶ ἀμείλικτο, βρῆκε ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο· μιὰ μεγάλη ζεστὴ ἀγκαλιά, γεμάτη κατανόηση καὶ ἀγάπη. Ὁ πατέρας τὸν εἶδε ἀπὸ μακριὰ καὶ ἔτρεξε νὰ τὸν προϋπαντήσει· τὸν ἀγκάλιασε καὶ τὸν καταφιλοῦσε μὲ στοργή. Πρὶν προλάβει ν᾿ ἀπολογηθεῖ ὁ νέος, ὁ πατέρας παρήγγειλε στοὺς δούλους νὰ τὸν ντύσουν μὲ τὴν πιὸ ἐπίσημη φορεσιά, νὰ τοῦ φορέσουν δακτυλίδι στὸ χέρι, ὑποδήματα στὰ πόδια, νὰ σφάξουν τὸ καλύτερο μοσχάρι καὶ νὰ χαροῦν, διότι ὁ υἱός του «νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη». Ἔστησε ἔτσι μεγάλο πανηγύρι γιὰ τὴν ἀνάσταση τοῦ πρώην νεκροῦ παιδιοῦ του· γιὰ τὴν εὕρεση ἐκείνου ποὺ εἶχε χαθεῖ.
Θαυμάζουμε ἀσφαλῶς τὴν εἰλικρινὴ μετάνοια τοῦ πρώην ἄσωτου υἱοῦ, ὁ ὁποῖος ἦταν πνευματικὰ νεκρός, ἀλλὰ μὲ τὴ μετάνοια ἀναστήθηκε. Αὐτὸ εἶναι τελικὰ ἡ μετάνοια· ἡ ἀνάσταση τῆς νεκρωμένης ἀπὸ τὴν ἁμαρτία ψυχῆς. Ἡ μετάνοια ὁδηγεῖ καὶ πάλι τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν πνευματικὸ θάνατο στὴ ζωή. Δὲν εἶναι τυχαῖο τὸ ὅτι ὁ Κύριος στὴ διήγησή του δύο φορὲς ἀναφέρει ὅτι ὁ νέος αὐτὸς ἦταν νεκρὸς καὶ ἀναστήθηκε. Θέλει νὰ τονίσει τὴ μεγάλη ἀλλαγὴ ποὺ συμβαίνει στὸν ἁμαρτωλὸ ἄνθρωπο, ὅταν ἐπιστρέφει στὸν σπλαχνικὸ Θεὸ Πατέρα· ὅταν σπεύδει νὰ ἐξομολογηθεῖ μὲ εἰλικρίνεια τὶς ἁμαρτίες του ἐνώπιον τοῦ Πνευματικοῦ. Ὅπως μετὰ τὸν χειμώνα ἀκολουθεῖ ἡ ἄνοιξη καὶ ἀλλάζει ἡ ὄψη τῆς γῆς, ἀντίστοιχα μὲ τὴ μετάνοια ἀνθίζει μέσα στὴν ψυχὴ τοῦ πρώην ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου ἡ ζωή. Ἀνασταίνεται!
3. Ἕνας ἄλλος ἄσωτος
Ἄρχισε λοιπὸν τὸ πανηγύρι στὸ σπίτι. Συμμετεῖχαν ὅλοι σὲ αὐτό, ἐκτὸς ἀπὸ ἕναν· ἀπὸ τὸν πρεσβύτερο υἱό, ὁ ὁποῖος θύμωσε, ἐπειδὴ ὁ πατέρας συγχώρησε τὸν νεότερο, ποὺ ἐπέστρεψε ἀπὸ τὴ χώρα τῆς ἁμαρτίας. Φέρθηκε μὲ φθόνο καὶ σκληρότητα ὁ μεγαλύτερος, κι ἐνῶ πάντοτε ἔτρωγε στὸ πλούσιο τραπέζι τοῦ πατέρα, τὸν κατηγόρησε τώρα ὅτι ποτὲ δὲν ἔδωσε στὸν ἴδιο ἕνα ἐρίφιο γιὰ νὰ χαρεῖ μὲ τοὺς φίλους του. Ἐνῶ ζοῦσε ὅλα τὰ χρόνια μέσα στὸ πατρικὸ σπίτι, δίπλα στὸν πατέρα, ἦταν ὡστόσο πολὺ μακριὰ ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἀγάπης του.
Ὑπάρχει κάποτε ὁ κίνδυνος κι ἐμεῖς, καὶ ἰδιαιτέρως οἱ ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας, νὰ φερθοῦμε ἀντίστοιχα. Νὰ μὴν ἐκτιμήσουμε αὐτὰ ποὺ μᾶς ἔχει χαρίσει ὁ Θεός. Νὰ νομίσουμε ὅτι τὰ ἀξίζουμε, ἢ ὅτι ἀξίζουμε περισσότερα ἀπὸ ὅσα μᾶς ἔχει δώσει. Νὰ ζοῦμε μέσα στὴν Ἐκκλησία, μέσα στὸν ἅγιο Οἶκο τοῦ οὐράνιου Πατέρα, καὶ ὅμως ἡ καρδιά μας νὰ ἀπέχει πολὺ ἀπὸ Ἐκεῖνον, ἐξαιτίας τοῦ ἐγωισμοῦ καὶ τῆς ὑπερηφάνειάς μας.
Τὸ Τριώδιο εἶναι μιὰ καλὴ εὐκαιρία γιὰ νὰ ἐπιστρέψουμε στὸν Πατέρα μας, εἴτε ἀποστατήσαμε στὶς χῶρες τῆς ἁμαρτίας, εἴτε τυφλωθήκαμε ἀπὸ τὸν ἐγωισμὸ μέσα στὸ ἴδιο μας τὸ σπίτι. Ἡ ἀγκαλιὰ τοῦ Θεοῦ, ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία, εἶναι ἀνοιχτὴ καὶ μᾶς περιμένει. Ὅλοι χωροῦμε μέσα σ’ αὐτήν, ἀρκεῖ νὰ μετανοήσουμε. Τότε ἡ πατρικὴ ἀγάπη μᾶς ἀνασταίνει καὶ ἀπολαμβάνουμε τὰ ἀγαθὰ τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
***************************************************
Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 16 Φεβρουαρίου 2025, τοῦ Ἀσώτου (Α΄ Κορ. ς΄ 12-20)
12 Πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐ πάντα συμφέρει· πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐκ ἐγὼ ἐξουσιασθήσομαι ὑπό τινος. 13 τὰ βρώματα τῇ κοιλίᾳ καὶ ἡ κοιλία τοῖς βρώμασιν· ὁ δὲ Θεὸς καὶ ταύτην καὶ ταῦτα καταργήσει. τὸ δὲ σῶμα οὐ τῇ πορνείᾳ, ἀλλὰ τῷ Κυρίῳ, καὶ ὁ Κύριος τῷ σώματι· 14 ὁ δὲ Θεὸς καὶ τὸν Κύριον ἤγειρε καὶ ἡμᾶς ἐξεγερεῖ διὰ τῆς δυνάμεως αὐτοῦ. 15 οὐκ οἴδατε ὅτι τὰ σώματα ὑμῶν μέλη Χριστοῦ ἐστιν; ἄρας οὖν τὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ ποιήσω πόρνης μέλη; μὴ γένοιτο. 16 ἢ οὐκ οἴδατε ὅτι ὁ κολλώμενος τῇ πόρνῃ ἓν σῶμά ἐστιν; ἔσονται γάρ, φησίν, οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν· 17 ὁ δὲ κολλώμενος τῷ Κυρίῳ ἓν πνεῦμά ἐστι. 18 φεύγετε τὴν πορνείαν. πᾶν ἁμάρτημα ὃ ἐὰν ποιήσῃ ἄνθρωπος ἐκτὸς τοῦ σώματός ἐστιν, ὁ δὲ πορνεύων εἰς τὸ ἴδιον σῶμα ἁμαρτάνει. 19 ἢ οὐκ οἴδατε ὅτι τὸ σῶμα ὑμῶν ναὸς τοῦ ἐν ὑμῖν Ἁγίου Πνεύματός ἐστιν, οὗ ἔχετε ἀπὸ Θεοῦ, καὶ οὐκ ἐστὲ ἑαυτῶν; 20 ἠγοράσθητε γὰρ τιμῆς· δοξάσατε δὴ τὸν Θεὸν ἐν τῷ σώματι ὑμῶν καὶ ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν, ἅτινά ἐστι τοῦ Θεοῦ.
ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ
12 Ἄς ἐπανέλθω τώρα στό ἠθικό ζήτημα. Ὅλα ἔχω ἐξουσία νά τά κάνω, δέν συμφέρουν ὅμως ὅλα. Ὅλα εἶναι στήν ἐξουσία μου, ἀλλά ἐγώ δέν θά ἐξουσιαστῶ καί δέν θά γίνω δοῦλος σέ τίποτε. 13 Τά φαγητά ἔχουν γίνει γιά τήν κοιλιά, καί ἡ κοιλιά γιά τά φαγητά. Ὁ Θεός ὅμως θά καταργήσει στήν ἄλλη ζωή κι αὐτή κι ἐκεῖνα. Μπορεῖτε λοιπόν νά τρῶτε ὅ,τι ἐπιθυμεῖτε, ἀρκεῖ μόνο νά μή γίνεστε δοῦλοι τοῦ φαγητοῦ καί τῆς κοιλιᾶς. Δέν ἰσχύει ὅμως τό ἴδιο καί μέ τή γενετήσια ἐπιθυμία. Διότι τό σῶμα δέν ἔχει γίνει γιά τήν πορνεία ἀλλά γιά τόν Κύριο, γιά νά τοῦ ἀνήκει ὡς μέλος του. Καί ὁ Κύριος εἶναι γιά τό σῶμα, γιά νά κατοικεῖ σ’ αὐτό. 14 Καί δέν ἔχει σημασία πού τό σῶμα διαλύεται μέ τό θάνατο. Ὁ Θεός καί τόν Κύριο ἀνέστησε καί ὅλους ἐμᾶς θά ἀναστήσει μέ τή δύναμή του.
15 Ναί· τό σῶμα δέν ἔγινε γιά τήν πορνεία, ἀλλά γιά τόν Κύριο. Δέν ξέρετε ὅτι τά σώματά σας εἶναι μέλη τοῦ Χριστοῦ; Νά ἀποσπάσω λοιπόν τά μέλη τοῦ Χριστοῦ καί νά τά κάνω μέλη πόρνης; Ποτέ μή συμβεῖ νά τό κάνω αὐτό. 16 Ἤ δέν ξέρετε ὅτι ἐκεῖνος πού συνδέεται στενά καί προσκολλᾶται στήν πόρνη εἶναι ἕνα σῶμα μ’ αὐτήν; Διότι λέει ἡ Γραφή: Θά γίνουν οἱ δύο μία σάρκα. 17 Ἐκεῖνος ὅμως πού προσκολλᾶται στόν Κύριο, γεμίζει ὁλόκληρος καί διευθύνεται ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Κυρίου καί γίνεται ἕνα πνεῦμα μ’ αὐτόν. 18 Φεύγετε μακριά ἀπό τήν πορνεία. Κάθε ἁμάρτημα πού τυχόν θά κάνει ὁ ἄνθρωπος, δέν βλάπτει τόσο ἄμεσα καί κατευθείαν τό σῶμα. Ἐκεῖνος ὅμως πού πορ-νεύει, ἁμαρτάνει στό ἴδιο του τό σῶμα, διότι μέ τήν παράνομη μείξη μολύνει ἄμεσα καί πληγώνει αὐτή τή ρίζα τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἀνθρώπων καί συντελεῖ στή διάλυση τῆς οἰκογένειας. 19 Ἤ δέν ξέρετε ὅτι τό σῶμα σας εἶναι ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τό ὁποῖο κατοικεῖ μέσα σας καί τό ἔχετε λάβει ἀπό τόν Θεό, καί συνεπῶς δέν ἀνήκετε στόν ἑαυτό σας; 20 Ναί· δέν ὁρίζετε τόν ἑαυτό σας. Διότι ἐξαγορασθήκατε μέ τίμημα βαρύ, μέ τό ἀτίμητο αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Ἀποφεύγετε λοιπόν κάθε αἰσχρή πράξη πού γίνεται μέ τό σῶμα· καί ἀποδιώκετε κάθε πονηρή σκέψη καί ἐπιθυμία ἀπό τό πνεῦμα σας. Καί ἔτσι νά δοξάζετε τόν Θεό μέ τό σῶμα σας καί μέ τό πνεῦμα σας, τά ὁποῖα ἀνήκουν στό Θεό.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου