Σάββατο 1 Μαρτίου 2025

Ο Αλβανίας Αναστάσιος ως μάρτυς της Αναστάσεως του Χριστού

 anastasios2Του Μιχαήλ Γ. Τρίτου
Καθηγητού Α.Π.Θ.

 Ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος υπήρξε σε όλη του τη ζωή «μάρτυς της Αναστάσεως του Χριστού» (Πραξ.α’,22).

Η Ανάσταση ήταν γι’ αυτόν ο άξονας περιστροφής της ζωής του, το κέντρο βάρους των δραστηριοτήτων του, η μεγάλη δύναμη που στήριξε την πολυκύμαντη ζωή του. Σε κάθε ευκαιρία επαναλάμβανε το χωρίο του Αποστόλου Παύλου «του γνώναι Αυτόν και την δύναμιν της Αναστάσεως Αυτού» (Φιλιπ.3,10).

Το μήνυμα της Αναστάσεως ήταν γι’ αυτόν αλήθεια οντολογικής σημασίας που συνιστά την ουσία και τη δύναμη της χριστιανικής πίστεως.

Με το «Χριστός Ανέστη» άρχισε τις πρώτες προσπάθειες για την ανασυγκρότηση της μαρτυρικής Εκκλησίας της Αλβανίας.

Με το «Χριστός Ανέστη» περιόδευσε πόλεις και χωριά της χώρας, στηρίζοντας την αντοχή, την πίστη, την καρτερία του λαού και την πορεία του στο μέλλον.

Με το «Χριστός Ανέστη» επισφράγισε την αγιασμένη του ζωή στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» των Αθηνών.

Είναι πολύ χαρακτηριστικά τα όσα γράφει στον πρόλογο του βιβλίου του «Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός», εκδόσεις Μαϊστρος, Αθήνα 2007. «Ήταν μεσοκαλόκαιρο του 1991, όταν έφθασα για πρώτη φορά στην Αλβανία.

Από το αεροδρόμιο κατευθυνθήκαμε με τη μικρή ομάδα πιστών στον σχεδόν ερειπωμένο καθεδρικό ναό των Τιράνων, που επί δεκαετίες χρησιμοποιήθηκε ως γυμναστήριο.

Από την πρώτη στιγμή ως Πατριαρχικός Έξαρχος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, θέλησα να πω το πιο ουσιαστικό μήνυμα για την ανασύσταση της διαλυμένης Εκκλησίας. Πήραμε όλοι ένα κερί. Ρώτησα, πως λέγεται αλβανικά το Χριστός Ανέστη; Άναψα το κερί αναβοώντας: Κρίστι ουνγκιάλ! Διαδοχικά άναψαν τα κεριά των λίγων πιστών, που αποκρίθηκαν: Βερτέτ ουνγκιάλ! Αληθώς Ανέστη! Και τα μάτια γέμισαν δάκρυα και φως».

Η γιορτή της Αναστάσεως του πρόσφερε τη μοναδική ευκαιρία να διατυπώσει περίτρανα το μεγαλείο της πασχάλιας εμπειρίας και τη βεβαιότητα ότι μετά τη μακρά περίοδο των διωγμών, της σταυρώσεως και του ενταφιασμού της Εκκλησίας της Αλβανίας, η χριστιανική πίστη θριαμβεύει και οι χριστιανοί πορεύονται στο φως της Αναστάσεως, ψάλλοντας το «Χριστός Ανέστη»!

Κινούμενος μέσα σ’ αυτά τα αναστάσιμα πλαίσια μετέφερε την ονομαστική του γιορτή από την 21η Ιανουαρίου, γιορτή του αγίου Αναστασίου του Πέρσου, την Κυριακή του Πάσχα.

Στην Ανάσταση αφιέρωσε τον μεγαλοπρεπή καθεδρικό ναό των Τιράνων, το ναό του Αργυροκάστρου, της Κορυτσάς και του Πόγραδετς.

Ανάσταση ονόμασε τη Θεολογική Ακαδημία του Δυρραχίου και του μηνιαίου περιοδικού της Αρχιεπισκοπής. Όλες του οι δραστηριότητες καταυγάζονταν από το ανέσπερο φως της Αναστάσεως.

Ιδιαίτερα τόνιζε την υπαρξιακή διάσταση της Αναστάσεως και τις ανθρωπολογικές της προεκτάσεις. Επεσήμαινε το τραγικό αδιέξοδο του συγχρόνου ανθρώπου που ζει έξω από τη θαλπωρή της Αναστάσεως. Μιλούσε για το αναστάσιμο ήθος που μεταμορφώνει το σκληρό πρόσωπο της καθημερινότητας.

«Άνθρωποι που πίστεψαν στον Αναστάντα Χριστό μπόρεσαν με τη δύναμή του να μεταμορφώσουν την έχθρα σε συμφιλίωση, το μίσος σε αγάπη, τον πόνο σε χαρά, την ταπείνωση σε θρίαμβο, την άνευ νοήματος καθημερινότητα σε δημιουργία. Όταν η αναστάσιμη βεβαιότητα ατονεί, τότε η κοινότητά μας, έστω και αν ονομάζεται χριστιανική, εκφυλίζεται».

Σε μια άλλη ομιλία του είχε πει τα εξής περισπούδαστα: «Χρειαζόμεθα φως στη καρδιά μας και στα πρόσωπά μας, στις σχέσεις μας με τους άλλους, στις σχέσεις μεταξύ των λαών. Πασχαλινό, ανέσπερο φως, που χαρίζει νόημα, ελπίδα, πλούτο αγάπης και δύναμη Θεού …» Και «Αντί να μένουμε στο σκοτάδι, ας ανάψουμε μια πασχαλινή λαμπάδα για τους γύρω μας. Αντί να περιγράφουμε το σκοτάδι, ας ανάψουμε πολλές πασχαλινές λαμπάδες στην κοινωνία μας».

Βασικό θέμα στα αναστάσιμα κηρύγματά του αποτελούσε η υπέρβαση και απομυθοποίηση του θανάτου. Είναι αλήθεια ότι ο θάνατος αποτελεί την οδυνηρότερη εμπειρία της ζωής, το πιο σταθερό της δεδομένο και την πιο συγκλονιστική οριακή της κατάσταση. Αυτό το μεγάλο πρόβλημα απασχολεί τον άνθρωπο από την πρώτη στιγμή που αποκτά συνείδηση της υπάρξεώς του και τον συνοδεύει ως σκέψη μέχρι την τελευταία ώρα της παραμονής του στη ζωή. Να τον αποφύγει είναι αδύνατο.

Να μειώσει τη σημασία του παράλογο. Να παρακάμψει την παρουσία του απραγματοποίητο. Παραμένει πάντα απέναντί μας. Μορφή πελώρια και αδυσώπητη.

Τόνιζε για το θέμα αυτό ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος: «Τον θάνατο τον συναντάμε καθημερινά με τις ασθένειες, με την απώλεια αγαπημένων μας προσώπων, με τους τραγικούς χωρισμούς. Σε αυτό το φοβερό σύνορο μόνο η πίστη στον αναστάντα Χριστό ανοίγει τον κλειστό ορίζοντα και δίνει την παρηγοριά και τη δυνατότητα να διατηρούμε κοινωνία με όσους έφυγαν με την προσευχή, την αγάπη, την ειρηνική σιωπή. Η μνήμη θανάτου γίνεται μνήμη αναστάσεως. μας αποδεσμεύει από την αγωνία και την ταραχή».

Και αλλού έλεγε: «Δύο κατεξοχήν υπαρξιακά προβλήματα βασανίζουν τον άνθρωπο. το πρώτο ότι θα πεθάνει. το δεύτερο, πως θα ξαναζήσει. Και τα δύο βρίσκουν νόημα και λύση μέσα στο φως της Αναστάσεως του Χριστού, ο οποίος είναι ο Νικητής του θανάτου, η ζωή του κόσμου. Η Ανάταση δίνει φως και ζωή στο μέλλον του ανθρωπίνου γένους, μεταπλάθει την κτίση». Και καταλήγει: «Ας αντλήσουμε δύναμη από τη σημερινή γιορτή. Για να αντιμετωπίσουμε τη σκιά του θανάτου, που συχνά πλανιέται γύρω μας και μέσα μας».

Όπου βρισκόταν και με όποιον συναναστρεφόταν ακτινοβολούσε την πείρα και την χαρά της Αναστάσεως. «Χαράς τα πάντα πεπλήρωται της Αναστάσεως την πείραν ειληφότα», όπως ψέλνουμε στους αίνους του τρίτου ήχου. Η χαρά της Αναστάσεως για τον Αναστάσιο δεν ήταν ένας στείρος συναισθηματισμός ούτε μια λυρική ευφροσύνη, αλλά ένα μέτρο ζωής πραγματικά μοναδικό, η πιο προσιτή φανέρωση της χαράς και της βεβαιότητας της σωτηρίας.

Τα δύσκολα πρώτα χρόνια στην Αλβανία τα αντιμετώπισε με αναστάσιμη πνοή. Θυμάμαι την ομιλία του το Πάσχα του 1993 όταν με παλλόμενη φωνή από την εξέδρα του ναού του Ευαγγελισμού τόνιζε στο πλήθος των πιστών: «Όποιος ζει με πασχαλινή πνοή δονείται από πίστη στη ζωή. από τη βεβαιότητα ότι η ζωή είναι πιο δυνατή από το θάνατο. ότι το τέρμα της υπάρξεως τού ανθρώπου δεν είναι το σβήσιμο, αλλά η ανάσταση. ότι οι πράξεις και οι ενέργειές μας έχουν αποφασιστική σημασία. και ότι η ανθρώπινη ζωή κλείνει μέσα της αιωνιότητα και απεραντοσύνη».

Ο αείμνηστος Πρωθιεράρχης δεν έβλεπε την ανάσταση του Χριστού ως ένα απλό ιστορικό γεγονός, αλλά ως προσωπική γνώση του Χριστού και συμμετοχή στη σταυροαναστάσιμη αγάπη. Και δικαιολογημένα, γιατί η Ανάσταση δεν είναι μόνο ιστορία, αλλά μαρτυρία. Δεν είναι μνήμη, αλλά δύναμη. Δεν είναι γνώση, αλλά ζωή.

Σε ένα εξαιρετικό άρθρο του στην εφημερίδα «Καθημερινή» 7 Μαϊου 1983 με τίτλο «Συμμέτοχοι στην Ανάσταση» έγραψε τα εξής περισπούδαστα: «Το πανηγύρι αυτό της πίστεως δεν βιώνεται με αόριστες γενικές γνώσεις περί Αναστάσεως, αλλά με προσωπική συνάντηση του αναστημένου Κυρίου μέσα στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, που είναι το κατ’ εξοχήν πασχάλιο δείπνο της Εκκλησίας μας.

Στη Θεία Λειτουργία ζούμε συνειδητά το Πάσχα, αυτό το εκπληκτικό «πέρασμα» σε μια άλλη πραγματικότητα. Γι’ αυτό και η τέλεση της Θείας Ευχαριστίας αποτελεί την καρδιά της ζωής της Εκκλησίας. Δεν πρόκειται για μια ηθικολογική συνάντηση, για μια συγκινησιακή εκτόνωση. Κάθε Θεία Λειτουργία μεταφέρει στο «σήμερα» το Πάσχα του Κυρίου. Ενεργοποιεί τη δύναμη της σταυρικής θυσίας και της Αναστάσεως. Μεταφέρει τις συνέπειές της στην ύπαρξή μας – την προσωπική και την πανανθρώπινη».

Ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος ήδη βρίσκεται στην ατέρμονη αιωνιότητα «όπου ήχος καθαρός εορταζόντων». Μετέχει «εκτυπώτερον» της αναστάσιμής φωτοχυσίας. Απολαμβάνει «άλλης βιωτής της αιωνίου απαρχήν» και αναμένει την δικαία κρίση του Κυρίου της δόξης για όσα υπέρ της αγίας Εκκλησίας έπραξε. Σε μιας προσφέρει την πασχάλια εμπειρία του ως τη μόνη διέξοδο για την υπέρβαση της πνευματικής νύχτας μου μας κυκλώνει. Μιλάει για «δύναμη αντιστάσεως στην παρακμή. Δύναμη δημιουργίας για μια κοινωνία αλληλεγγύης και αγάπης. με περισσότερο φως, πασχαλινό φως»!

Δεν υπάρχουν σχόλια: