Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 11 Μαΐου 2025, Κυριακὴ τοῦ Παραλύτου (Ἰωάν. ε΄ 1-15).
1 Μετὰ ταῦτα ἦν ἡ ἑορτὴ τῶν Ἰουδαίων, καὶ ἀνέβη ὁ Ἰησοῦς εἰς Ἱεροσόλυμα. 2 ἔστι δὲ ἐν τοῖς Ἱεροσολύμοις ἐπὶ τῇ προβατικῇ κολυμβήθρα, ἡ ἐπιλεγομένη Ἑβραϊστὶ Βηθεσδά, πέντε στοὰς ἔχουσα. 3 ἐν ταύταις κατέκειτο πλῆθος τῶν ἀσθενούντων, τυφλῶν, χωλῶν, ξηρῶν, ἐκδεχομένων τὴν τοῦ ὕδατος κίνησιν. 4 ἄγγελος γὰρ κατὰ καιρὸν κατέβαινεν ἐν τῇ κολυμβήθρᾳ, καὶ ἐταράσσετο τὸ ὕδωρ· ὁ οὖν πρῶτος ἐμβὰς μετὰ τὴν ταραχὴν τοῦ ὕδατος ὑγιὴς ἐγίνετο ᾧ δήποτε κατείχετο νοσήματι. 5 ἦν δέ τις ἄνθρωπος ἐκεῖ τριάκοντα καὶ ὀκτὼ ἔτη ἔχων ἐν τῇ ἀσθενείᾳ αὐτοῦ. 6 τοῦτον ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς κατακείμενον, καὶ γνοὺς ὅτι πολὺν ἤδη χρόνον ἔχει, λέγει αὐτῷ· Θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι; 7 ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ἀσθενῶν· Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, ἵνα ὅταν ταραχθῇ τὸ ὕδωρ, βάλῃ με εἰς τὴν κολυμβήθραν· ἐν ᾧ δὲ ἔρχομαι ἐγὼ, ἄλλος πρὸ ἐμοῦ καταβαίνει. 8 λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Ἔγειρε, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει. 9 καὶ εὐθέως ἐγένετο ὑγιὴς ὁ ἄνθρωπος, καὶ ἦρε τὸν κράβαττον αὐτοῦ καὶ περιεπάτει. ἦν δὲ σάββατον ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ. 10 ἔλεγον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι τῷ τεθεραπευμένῳ· Σάββατόν ἐστιν· οὐκ ἔξεστί σοι ἆραι τὸν κράβαττον. 11 ἀπεκρίθη αὐτοῖς· Ὁ ποιήσας με ὑγιῆ, ἐκεῖνός μοι εἶπεν· ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει. 12 ἠρώτησαν οὖν αὐτόν· Τίς ἐστιν ὁ ἄνθρωπος ὁ εἰπών σοι, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει; 13 ὁ δὲ ἰαθεὶς οὐκ ᾔδει τίς ἐστιν· ὁ γὰρ Ἰησοῦς ἐξένευσεν ὄχλου ὄντος ἐν τῷ τόπῳ. 14 μετὰ ταῦτα εὑρίσκει αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς ἐν τῷ ἱερῷ καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ἴδε ὑγιὴς γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται. 15 ἀπῆλθεν ὁ ἄνθρωπος καὶ ἀνήγγειλε τοῖς Ἰουδαίοις ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ ποιήσας αὐτὸν ὑγιῆ.
Νεοελληνική Απόδοση
1 Επειτα από αυτά ήλθεν η εορτή των Ιουδαίων και ανέβη ο Ιησούς εις τα Ιεροσόλυμα. 2 Εκεί δε εις τα Ιεροσόλυμα, κοντά εις την προβατικήν πύλην του τείχους, υπήρχε μία δεξαμενή νερού, η οποία εις την Εβραϊκήν γλώσσαν είχε το όνομα Βηθεσθά. Γυρω από αυτήν ήσαν και πέντε υπόστεγα. 3 Εις αυτά τα υπόστεγα ευρίσκετο πολύ πλήθος από αρρώστους, τυφλοί, χωλοί, άνθρωποι με ακίνητο και σαν ξερό κάποιο μέλος του σώματός των και οι οποίοι όλοι επερίμεναν να κινηθή το νερό. 4 Διότι κατά καιρούς κατέβαινε άγγελος εις αυτήν την κολυβήθρα και ανεταράσσετο το νερό. Ο πρώτος, λοιπόν, που θα έμπαινε μετά την ταραχήν του νερού, εθεραπεύετο, από οποιοδήποτε νόσημα και αν κατείχετο. 5 Υπήρχε δε εκεί ένας άνθρωπος, ο οποίος ήτο ασθενής τριάντα οκτώ χρόνια. 6 Οταν τον είδε ο Ιησούς να κατάκειται, και σαν Θεός που ήτο εγνώρισε ότι πολύν καιρόν είναι άρρωστος, του λέγει· “θέλεις να γίνης υγιής;” 7 Απεκρίθη ο ασθενής· “θέλω, Κυριε, αλλά δεν έχω άνθρωπον, ώστε όταν ταραχθή το νερό νε με ρίψη εις την κολυμβήθραν. Ενώ δε εγώ σύρομαι προς αυτήν, άλλος πριν από μένα κατεβαίνει εις την κολυμβήθραν”. 8 Λεγει εις αυτόν ο Ιησούς· “σήκω επάνω, πάρε το κραββάτι σου και περιπάτει”. 9 Και αμέσως έγινε υγιής ο άνθρωπος, επήρε το κρεββάτι του και ήρχισε να περιπατή, όπως όλοι οι υγιείς. Ητο δε Σαββατον κατά την ημέραν εκείνην. 10 Ελεγαν, λοιπόν, οι Ιουδαίοι στον θεραπευθέντα· “σήμερα είναι Σαββατον. Και δεν σου επιτρέπεται να σηκώνης το κρεββάτι σου”. 11 Απήντησε εις αυτούς· “εκείνος, που με θαύμα μου έδωσε την υγείαν μου, μου είπε· Παρε το κρεββάτι σου, και περιπάτει”. 12 Ηρώτησαν, λοιπόν, αυτόν· “ποίος είναι ο άνθρωπος, που σου είπε· “πάρε το κρεββάτι σου και περιπάτει;” 13 Ο θεραπευθείς όμως δεν εγνώριζε ποιός είναι, διότι ο Ιησούς είχε απομακρυνθή μέσα στον όχλον, που ευρίσκετο στον τόπον εκείνον. 14 Επειτα από αυτά τον ευρήκε ο Ιησούς εις την αυλήν του ναού και του είπε· “πρόσεξε· έγινες υγιής· μην αμαρτάνης πλέον, δια να μη σου συμβή κάτι το χειρότερον”. 15 Εφυγε τότε ο άνθρωπος από τον ναόν, επήγε στους Ιουδαίους και τους ανήγγειλε, ότι αυτός που τον έκαμε υγιή είναι ο Ιησούς. (Θα έπρεπε από λόγους και μόνον ευγνωμοσύνης να είχε κινηθή ο τέως παράλυτος, δια να γνωστοποιήση στους Ιουδαίους, ότι ο Ιησούς του είχε δώσει την υγείαν ).
***************************************************
ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
1. Πνευματικὴ κολυμβήθρα
Ὁ Κύριος βρίσκεται στὰ Ἱεροσόλυμα, κοντὰ στὴν Προβατικὴ Πύλη τῆς πόλεως. Ἐκεῖ ὑπῆρχε μιὰ κολυμβήθρα, μιὰ δεξαμενή, ποὺ λεγόταν Βηθεσδά. Γύρω της, κάτω ἀπὸ πέντε θολωτὰ ὑπόστεγα, παρέμεναν ξαπλωμένοι πλῆθος ἀσθενῶν ἀνθρώπων. Περίμεναν ἐκεῖ, διότι κάθε τόσο κατέβαινε Ἄγγελος Κυρίου, ὅπως ἀκούσαμε στὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο, ἀνατάρασσε τὸ νερὸ τῆς κολυμβήθρας καὶ τότε μὲ θαυμαστὸ τρόπο τὸ νερὸ γινόταν ἰαματικό. Ὅποιος ἔπεφτε πρῶτος σὲ αὐτὸ θεραπευόταν, ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἀσθένεια κι ἂν ὑπέφερε.
Τὸ ἐντυπωσιακὸ αὐτὸ θαῦμα προτυπώνει, κατὰ τοὺς ἱεροὺς ἑρμηνευτές, τὸ ἱερὸ μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος, τὸ ὁποῖο ἐπίσης τελεῖται μέσα σὲ κολυμβήθρα. Στὴ Βηθεσδὰ τὸ θαῦμα γινόταν ἔπειτα ἀπὸ ἐπέμβαση Ἀγγέλου. Θεραπευόταν δὲ ἀπὸ τὶς σωματικές του ἀσθένειες, μόνο ὅποιος ἔπεφτε πρῶτος μέσα στὸ νερό. Τὸ ἅγιο Βάπτισμα, ὡστόσο, εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνώτερο σὲ ἀξία καὶ Χάρι. Τελεῖται ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεό, διὰ τοῦ ἱερέως. Σὲ αὐτὸ ὄχι μόνο ὁ πρῶτος, ἀλλὰ «κἂν ἡ οἰκουμένη πᾶσα ἔλθῃ, ἡ χάρις οὐκ ἀναλίσκεται» (PG 59, 204), ἐπισημαίνει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Ἀκόμη καὶ ἂν ἔλθει ὅλη ἡ οἰκουμένη, ἡ Χάρις τοῦ Μυστηρίου δὲν ἐξαντλεῖται. Ἐπιπλέον στὸ ἅγιο Βάπτισμα δὲν χαρίζεται ὁπωσδήποτε σωματικὴ ὑγεία, μιὰ παράταση ζωῆς, ἀλλὰ βεβαίως ἐξασφαλίζεται σωτηρία αἰώνια· ἀνακαινίζεται ὅλος ὁ ἄνθρωπος.
Νέα Βηθεσδὰ λοιπὸν εἶναι ἡ κολυμβήθρα τοῦ Βαπτίσματος. Μέσῳ αὐτῆς παρέχεται τὸ ἀνεξάντλητο ἔλεος τοῦ Θεοῦ σὲ κάθε ἄνθρωπο. Γι᾿ αὐτό, ὅσες φορὲς εἴμαστε παρόντες στὴ Βάπτιση κάποιου συνανθρώπου μας, ἂς μετέχουμε μὲ σεμνότητα, ἀναλογιζόμενοι τὸ θαῦμα ποὺ ἐπιτελεῖ τὴν ὥρα ἐκείνη ὁ Θεός.
2. Στὸν Ναὸ
Ἐκεῖ, στὰ ὑπόστεγα τῆς Βηθεσδά, ὁ Κύριος συνάντησε ἕναν ἀσθενή, ποὺ ἦταν τριάντα ὀκτὼ χρόνια παράλυτος. Τριάντα ὀκτὼ χρόνια πόνου, ὑπομονῆς καὶ ἐλπίδας. Προσπαθοῦσε μόνος του νὰ πέσει πρῶτος στὸ νερό, ἀλλὰ πάντοτε κάποιος ἄλλος προλάβαινε πρὶν ἀπὸ αὐτόν. Ὁ φιλάνθρωπος Κύριος, ἀφοῦ τὸν ρώτησε ἂν ἤθελε νὰ γίνει ὑγιής, κατόπιν μὲ θεϊκὴ ἐξουσία τοῦ εἶπε: «Ἔγειρε, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει». Σήκω ἐπάνω, πάρε τὸ κρεβάτι στὸν ὦμο σου καὶ περπάτα. Κι ἐκεῖνος ἀμέσως ἔγινε ὑγιὴς κι ἄρχισε νὰ περπατᾶ.
Ἔπειτα ἀπὸ κάποιον καιρὸ ὁ Κύριος τὸν συνάντησε πάλι. Αὐτὴ τὴ φορὰ τὸν βρῆκε «ἐν τῷ ἱερῷ»· στὸν ἱερὸ χῶρο τοῦ Ναοῦ. Ἔχει ἰδιαίτερη σημασία ἡ λεπτομέρεια αὐτή. Τί ζητοῦσε, ἀλήθεια, στὸν Ναό; Εἶχε πάει νὰ προσευχηθεῖ, νὰ ἐκφράσει τὴ βαθιὰ εὐγνωμοσύνη του στὸν Θεὸ γιὰ τὸ θαῦμα ποὺ τοῦ ἔκανε. «Οὐ γὰρ ἐχώρησεν εἰς ἀγορὰς καὶ περιπάτους, οὐδὲ τρυφῇ καὶ ἀνέσει ἔδωκεν αὐτόν, ἀλλ᾿ ἐν τῷ ἱερῷ διῆγε» (PG 59, 212), σχολιάζει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος. Δὲν προτίμησε τὸν περίπατο στὴν ἀγορά, οὔτε παρασύρθηκε σὲ τρυφὴ καὶ ἀνέσεις, ἀλλὰ πῆγε στὸν Ναό.
Μᾶς διδάσκει ἡ εὐγνωμοσύνη αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Διότι κι ἐμεῖς ἔχουμε γευθεῖ πλούσιες τὶς εὐεργεσίες τοῦ πανάγαθου Θεοῦ. Μᾶς ἔφερε ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία στὴν ὕπαρξη. Μᾶς συντηρεῖ καὶ μᾶς κατευθύνει πρὸς τὸ αἰώνιο συμφέρον μας. Τὸ δὲ σημαντικότερο, μᾶς ἔβαλε στὴν ἀγκαλιὰ τῆς Ἐκκλησίας του καὶ μᾶς φανέρωσε τὴν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου του. Ἂς εἴμαστε, συνεπῶς, εὐγνώμονες πρὸς τὸν Κύριο, εὐχαριστώντας Τον «ὑπὲρ τῶν φανερῶν καὶ ἀφανῶν εὐεργεσιῶν τῶν εἰς ἡμᾶς γεγενημένων» (Εὐχὴ τῆς θείας Λειτουργίας)· γιὰ ὅλες τὶς φανερὲς καὶ ἀφανεῖς εὐεργεσίες ποὺ μᾶς ἔχει χαρίσει.
3. Ἡ αἰτία τῆς ἀσθένειας
Ἐκεῖ, στὸν Ναὸ ὁ Κύριος εἶπε τώρα στὸν πρώην ἀσθενὴ μία μόνο φράση: «Ἴδε ὑγιὴς γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται». Βλέπεις, τώρα ἔχεις γίνει ὑγιής. Πρόσεξε ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα νὰ μὴν ἁμαρτάνεις, γιὰ νὰ μὴν πάθεις τίποτα χειρότερο. Αὐτὸς ὁ λόγος τοῦ Κυρίου δείχνει ὅτι ἡ πολυώδυνη ἀσθένεια τοῦ συγκεκριμένου ἀνθρώπου ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς ἁμαρτωλῆς ζωῆς του. Εἶχε ἀσθενήσει ἡ ψυχή του, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ παραλύσει καὶ τὸ σῶμα του. Ἂν δὲ ὁ Κύριος δὲν τὸν θεράπευε, ὄχι μόνο τριάντα ὀκτὼ χρόνια, ἀλλὰ παντοτινὰ θὰ βασανιζόταν.
Πολλὲς ἀσθένειες, ὄχι ὅλες, εἶναι συνέπειες ἁμαρτιῶν. Γι᾿ αὐτὸ τὸ πιὸ ἀποτελεσματικὸ φάρμακο γιὰ τὴν πρόληψή τους εἶναι ἡ ἀποχὴ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ἡ ἐγκράτεια, ἡ θεάρεστη ζωή. Ὅταν ὁ πιστὸς ζεῖ σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολὲς τοῦ Κυρίου, τότε, ἀκόμη κι ἂν ἐπέλθει κάποτε ἡ φυσικὴ φθορὰ τοῦ σώματος, ἡ ψυχὴ παραμένει θαλερὴ καὶ σφύζει ἀπὸ ὑγεία καὶ ζωή. Ὅπως τὰ λουλούδια· ἀναπτύσσονται καὶ μοσχοβολοῦν μόνο κάτω ἀπὸ τὶς ζωογόνες ἀκτίνες τοῦ ἥλιου· στὸ σκοτάδι ἀρρωσταίνουν καὶ μαραίνονται. Ἂν θέλουμε λοιπὸν νὰ διαφυλαχθοῦμε ἀπὸ ἐπικίνδυνες πνευματικὲς ἀσθένειες, ἴσως καὶ ἀπὸ σωματικές, ἂς ἀπευθύνουμε στὸν ἑαυτό μας τὰ λόγια τοῦ Κυρίου· «μηκέτι ἁμάρτανε». Διότι ἡ ἁμαρτία εἶναι ἡ πιὸ ὀδυνηρὴ ἀσθένεια.
***************************************************
Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 11 Μαΐου 2025, Κυριακὴ τοῦ Παραλύτου (Πράξ. θ΄ 32-42)
32 Ἐγένετο δὲ Πέτρον διερχόμενον διὰ πάντων κατελθεῖν καὶ πρὸς τοὺς ἁγίους τοὺς κατοικοῦντας Λύδδαν. 33 εὗρε δὲ ἐκεῖ ἄνθρωπόν τινα Αἰνέαν ὀνόματι, ἐξ ἐτῶν ὀκτὼ κατακείμενον ἐπὶ κραβάττῳ, ὃς ἦν παραλελυμένος. 34 καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ Πέτρος· Αἰνέα, ἰᾶταί σε Ἰησοῦς ὁ Χριστός· ἀνάστηθι καὶ στρῶσον σεαυτῷ. καὶ εὐθέως ἀνέστη. 35 καὶ εἶδον αὐτὸν πάντες οἱ κατοικοῦντες Λύδδαν καὶ τὸν Σάρωνα, οἵτινες ἐπέστρεψαν ἐπὶ τὸν Κύριον. 36 Ἐν Ἰόππῃ δέ τις ἦν μαθήτρια ὀνόματι Ταβιθά, ἣ διερμηνευομένη λέγεται Δορκάς· αὕτη ἦν πλήρης ἀγαθῶν ἔργων καὶ ἐλεημοσυνῶν ὧν ἐποίει. 37 ἐγένετο δὲ ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἀσθενήσασαν αὐτὴν ἀποθανεῖν· λούσαντες δὲ αὐτὴν ἔθηκαν ἐν ὑπερῴῳ. 38 ἐγγὺς δὲ οὔσης Λύδδης τῇ Ἰόππῃ οἱ μαθηταὶ ἀκούσαντες ὅτι Πέτρος ἐστὶν ἐν αὐτῇ, ἀπέστειλαν δύο ἄνδρας πρὸς αὐτὸν παρακαλοῦντες μὴ ὀκνῆσαι διελθεῖν ἕως αὐτῶν. 39 ἀναστὰς δὲ Πέτρος συνῆλθεν αὐτοῖς· ὃν παραγενόμενον ἀνήγαγον εἰς τὸ ὑπερῷον, καὶ παρέστησαν αὐτῷ πᾶσαι αἱ χῆραι κλαίουσαι καὶ ἐπιδεικνύμεναι χιτῶνας καὶ ἱμάτια ὅσα ἐποίει μετ᾿ αὐτῶν οὖσα ἡ Δορκάς. 40 ἐκβαλὼν δὲ ἔξω πάντας ὁ Πέτρος θεὶς τὰ γόνατα προσηύξατο, καὶ ἐπιστρέψας πρὸς τὸ σῶμα εἶπε· Ταβιθά, ἀνάστηθι. ἡ δὲ ἤνοιξε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῆς, καὶ ἰδοῦσα τὸν Πέτρον ἀνεκάθισε. 41 δοὺς δὲ αὐτῇ χεῖρα ἀνέστησεν αὐτήν, φωνήσας δὲ τοὺς ἁγίους καὶ τὰς χήρας παρέστησεν αὐτὴν ζῶσαν. 42 γνωστὸν δὲ ἐγένετο καθ᾿ ὅλης τῆς Ἰόππης, καὶ πολλοὶ ἐπίστευσαν ἐπὶ τὸν Κύριον.
ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ
32 Καθώς ὁ Πέτρος περιόδευε σ’ ὅλα αὐτά τά μέρη, κάποια μέρα κατέβηκε καί στούς Χριστιανούς πού κατοικοῦσαν στή Λύδδα. 33 Ἐκεῖ συνάντησε κάποιον ἄνθρωπο πού λεγόταν Αἰνέας καί ἦταν ὀκτώ χρόνια κατάκοιτος πάνω σ’ ἕνα κρεβάτι, διότι ἦταν παράλυτος. 34 Κι ὁ Πέτρος τοῦ εἶπε: Αἰνέα, ὁ Ἰησοῦς, πού εἶναι ὁ χρισμένος ἀπό τόν Θεό Μεσσίας, σέ γιατρεύει ἀπό τήν παραλυσία σου. Σήκω καί στρῶσε μόνος σου τό κρεβάτι σου. Κι αὐτός ἀμέσως σηκώθηκε. 35 Καί τόν εἶδαν ὅλοι ὅσοι κατοικοῦσαν στή Λύδδα καί στήν πεδιάδα τοῦ Σάρωνα. Κι ἔτσι, καθοδηγημένοι ἀπό τό θαῦμα αὐτό, ἐπέστρεψαν στόν Κύριο Ἰησοῦ, ἀφοῦ τόν πίστεψαν καί τόν ἀναγνώρισαν Θεό καί Σωτήρα τους. 36 Στήν Ἰόππη πάλι ὑπῆρχε κάποια μαθήτρια τοῦ Κυρίου πού λεγόταν Ταβιθά. Τό ὄνομα αὐτό μεταφράζεται μέ τή λέξη Δορκάδα, δηλαδή ζαρκάδι. Αὐτή ἦταν γεμάτη ἀπό ἀγαθοεργίες καί ἐλεημοσύνες πού ἔκανε συνεχῶς. 37 Τίς ἡμέρες ἐκεῖνες ὅμως συνέβη νά ἀρρωστήσει καί νά πεθάνει. Κι ἀφοῦ τήν ἔλουσαν καί τήν ἑτοίμασαν, τήν ἔβαλαν στό πάνω διαμέρισμα τῆς οἰκίας. 38 Καθώς λοιπόν ἡ πόλη Λύδδα ἦταν κοντά στήν Ἰόππη, σάν ἄκουσαν οἱ μαθητές ὅτι ὁ Πέτρος εἶναι στήν πόλη αὐτή, τοῦ ἔστειλαν δύο ἄνδρες καί τόν παρακαλοῦσαν νά πάει σ’ αὐτούς ὅσο γίνεται πιό γρήγορα. 39 Πράγματι ὁ Πέτρος σηκώθηκε καί πῆγε μαζί μέ τούς δύο αὐτούς ἀπεσταλμένους. Μόλις ἔφτασε στήν Ἰόππη, τόν ἀνέβασαν στό ἀνώγειο. Κι ἐκεῖ παρουσιάστηκαν μπροστά του ὅλες οἱ χῆρες κλαίγοντας γιά τό θάνατο αὐτῆς πού τίς προστάτευε. Καί ὡς δείγματα τῆς προστασίας της ἔδειχναν στόν Πέτρο τούς χιτῶνες καί τά πανωφόρια πού εἶχε φτιάξει γι’ αὐτούς ἡ Δορκάδα ὅσο ζοῦσε μαζί τους. 40 Ἀφοῦ λοιπόν ὁ Πέτρος τούς ἔβγαλε ὅλους ἔξω ἀπό τό ἀνώγειο πού ἦταν ἡ νεκρή, γονάτισε καί προσευχήθηκε. Κατόπιν στράφηκε στό νεκρό σῶμα καί εἶπε: Ταβιθά, σήκω ἐπάνω. Κι αὐτή ἄνοιξε τά μάτια της, κι ὅταν εἶδε τόν Πέτρο, ὅπως ἦταν ξαπλωμένη, ἀνασηκώθηκε καθιστή στό κρεβάτι της. 41 Τότε τῆς ἔδωσε ὁ Πέτρος τό χέρι του καί τήν σήκωσε ὄρθια. Ὕστερα φώναξε τούς Χριστιανούς καί ἰδιαιτέρως τίς χῆρες καί τούς τήν παρουσίασε ζωντανή. 42 Τό θαῦμα αὐτό ἔγινε γνωστό σ’ ὅλη τήν πόλη τῆς Ἰόππης, καί πολλοί πίστεψαν στόν Κύριο.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου