Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ιω. θ΄ 1-38
1 Καὶ παράγων εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς· 2 καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· Ραββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ; 3 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· Οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ. 4 ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι. 5 ὅταν ἐν τῷ κόσμῳ ὦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου. 6 ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσεν χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ 7 καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. ἀπῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων. 8 Οἱ οὖν γείτονες καὶ οἱ θεωροῦντες αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι τυφλὸς ἦν, ἔλεγον· Οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ προσαιτῶν; 9 ἄλλοι ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν· ἄλλοι δὲ ὅτι ὅμοιος αὐτῷ ἐστιν. ἐκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ἐγώ εἰμι. 10 ἔλεγον οὖν αὐτῷ· Πῶς ἀνεῴχθησάν σου οἱ ὀφθαλμοί; 11 ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· Ἄνθρωπος λεγόμενος Ἰησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶπέ μοι· ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι· ἀπελθὼν δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψα. 12 εἶπον οὖν αὐτῷ· Ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος; λέγει· Οὐκ οἶδα. 13 Ἄγουσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς Φαρισαίους, τόν ποτε τυφλόν. 14 ἦν δὲ σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς. 15 πάλιν οὖν ἠρώτων αὐτὸν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πῶς ἀνέβλεψεν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Πηλὸν ἐπέθηκέ μου ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ἐνιψάμην, καὶ βλέπω. 16 ἔλεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές· Οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ. ἄλλοι ἔλεγον· Πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς τοιαῦτα σημεῖα ποιεῖν; καὶ σχίσμα ἦν ἐν αὐτοῖς. 17 λέγουσι τῷ τυφλῷ πάλιν· Σὺ τί λέγεις περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; ὁ δὲ εἶπεν ὅτι προφήτης ἐστίν. 18 οὐκ ἐπίστευον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι τυφλὸς ἦν καὶ ἀνέβλεψεν, ἕως ὅτου ἐφώνησαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέψαντος 19 καὶ ἠρώτησαν αὐτοὺς λέγοντες· Οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ὑμῶν, ὃν ὑμεῖς λέγετε ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη; πῶς οὖν ἄρτι βλέπει; 20 ἀπεκρίθησαν δὲ αὐτοῖς οἱ γονεῖς αὐτοῦ καὶ εἶπον· Οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ἡμῶν καὶ ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη· 21 πῶς δὲ νῦν βλέπει οὐκ οἴδαμεν, ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμεῖς οὐκ οἴδαμεν· αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε, αὐτὸς περὶ ἑαυτοῦ λαλήσει. 22 ταῦτα εἶπον οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς Ἰουδαίους· ἤδη γὰρ συνετέθειντο οἱ Ἰουδαῖοι ἵνα, ἐάν τις ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται. 23 διὰ τοῦτο οἱ γονεῖς αὐτοῦ εἶπον ὅτι ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε. 24 Ἐφώνησαν οὖν ἐκ δευτέρου τὸν ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλὸς, καὶ εἶπον αὐτῷ· Δὸς δόξαν τῷ Θεῷ· ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν. 25 ἀπεκρίθη οὖν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· Εἰ ἁμαρτωλός ἐστιν οὐκ οἶδα· ἓν οἶδα, ὅτι τυφλὸς ὢν ἄρτι βλέπω. 26 εἶπον δὲ αὐτῷ πάλιν· Τί ἐποίησέ σοι; πῶς ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; 27 ἀπεκρίθη αὐτοῖς· Εἶπον ὑμῖν ἤδη, καὶ οὐκ ἠκούσατε· τί πάλιν θέλετε ἀκούειν; μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε αὐτοῦ μαθηταὶ γενέσθαι; 28 ἐλοιδόρησαν αὐτὸν καὶ εἶπον· Σὺ εἶ μαθητὴς ἐκείνου· ἡμεῖς δὲ τοῦ Μωϋσέως ἐσμὲν μαθηταί. 29 ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωϋσεῖ λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν. 30 ἀπεκρίθη ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Ἐν γὰρ τούτῳ θαυμαστόν ἐστιν, ὅτι ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστί, καὶ ἀνέῳξέ μου τοὺς ὀφθαλμούς. 31 οἴδαμεν δὲ ὅτι ἁμαρτωλῶν ὁ Θεὸς οὐκ ἀκούει, ἀλλ’ ἐάν τις θεοσεβὴς ᾖ καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιῇ, τούτου ἀκούει. 32 ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου· 33 εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν. 34 ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· Ἐν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεννήθης ὅλος, καὶ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς; καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω. 35 Ἤκουσεν Ἰησοῦς ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω, καὶ εὑρὼν αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· Σὺ πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ; 36 ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπε· Καὶ τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν; 37 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν. 38 ὁ δὲ ἔφη· Πιστεύω, Κύριε· καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ.
Νεοελληνική Απόδοση
1 Και καθώς επερνούσεν ο Κυριος κάποιον δρόμον της πόλεως, είδε ένα τυφλόν εκ γενετής. 2 Και τον ηρώτησαν οι μαθηταί του, λέγοντες· “Διδάσκαλε, ποιός ημάρτησε, αυτός η οι γονείς του, δια να γεννηθή τυφλός; (Το πρώτο είναι αδύνατον, το δεύτερον είναι άδικον. Τοτε διατί εγεννήθη τυφλός;)” 3 Απήντησεν ο Ιησούς· “ούτε αυτός ημάρτησε ούτε οι γονείς του. Αλλά εγεννήθη τυφλός, δια να φανερωθούν, με την θαυματουργικήν θεραπείαν, τα έργα του Θεού. 4 Εγώ πρέπει να εργάζωμαι τα έργα του Θεού, ο οποίος με έστειλεν στον κόσμον, έως ότου είναι ημέρα. Ερχεται η νύκτα δηλαδή η εκδημία από τον κόσμον αυτόν, κατά την οποίαν κανείς πλέον από τους ανθρώπους δεν ημπορεί να πραγματοποιή έργα. 5 Εγώ, εφ’ όσον ευρίσκομαι στον κόσμον, είμαι φως του κόσμου με την διδασκαλίαν μου, με τα θαύματά μου, με την ζωήν μου”. 6 Αφού δε είπε αυτά έπτυσε κάτω, έκαμε πηλόν και έβαλε τον πηλόν στους οφθαλμούς του τυφλού 7 και του είπε· “πήγαινε και νίψου εις την δεξαμενήν του Σιλωάμ”-αυτό το όνομα μεταφράζεται εις την ελληνικήν απεσταλμένος. Επήγε τότε εκείνος και ενίφθη και ήλθε στο σπίτι του βλέπων. 8 Οι γείτονες, λοιπόν, και όσοι τον έβλεπαν προηγουμένως ότι ήτο τυφλός, έλεγαν· “δεν είναι αυτός, που εκάθητο και εζητούσε ελεημοσύνην;” 9 Αλλοι έλεγαν ότι “αυτός είναι”. Αλλοι δε ότι “κάποιος άλλος , όμοιος με αυτόν είναι”. Εκείνος όμως έλεγεν ότι “εγώ είμαι, ο τέως τυφλός”. 10 Τοτε τον ερωτούσαν εκείνοι “πως ανοίχθησαν και εθεραπεύθηκαν τα μάτια σου;” 11 Απεκρίθη εκείνος και είπεν· “ένας άνθρωπος, λεγόμενος Ιησούς, έκαμε πηλόν, μου άλειψε τους οφθαλμούς και μου είπε· Πηγαινε στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ και νίψου. Επήγα, ενίφθηκα και απέκτησα το φως μου”. 12 Του είπαν· “που είναι εκείνος;” Τους λέγει· “δεν ξέρω”. 13 Οδηγούν τότε τον τέως τυφλόν προς τους Φαρισαίους. 14 Ητο δε Σαββατον, όταν ο Ιησούς έκαμε τον πηλόν και άνοιξε τα μάτια του τυφλού. 15 Οι Φαρισαίοι τον ηρώτησαν και αυτοί πάλιν, πως απέκτησεν το φως του. Εκείνος δε τους είπεν· “ένας άνθρωπος έβαλε πηλόν επάνω εις τα μάτια μου και εγώ ενίφθηκα και τώρα βλέπω”. 16 Ελεγαν, λοιπόν, μερικοί από τους Φαρισαίους· “αυτός ο άνθρωπος δεν είναι από τον Θεόν, διότι δεν τηρεί την αργίαν του Σαββάτου”. Αλλοι έλεγαν· “πως είναι δυνατόν ένας αμαρτωλός άνθρωπος να κάνη τέτοια καταπληκτικά θαύματα;” Διχογνωμία και διαίρεσις έγινε μεταξύ των. 17 Λεγουν πάλιν στον τυφλόν· “συ τι λέγεις δια τον άνθρωπον αυτόν; Ζητούμεν την γνώμην σου, διότι τους ιδικούς σου οφθαλμούς άνοιξε”. Εκείνος απήντησεν· “λέγω, ότι είναι προφήτης”. 18 Δεν επίστευσαν οι Ιουδαίοι δι’ αυτόν ότι ήτο τυφλός και εθεραπεύθη, έως ότου εκάλεσαν τους γονείς του 19 και τους ηρώτησαν, λέγοντες· “αυτός είναι ο υιός σας, δια τον οποίον σεις λέγετε ότι εγεννήθη τυφλός; Πως λοιπόν τώρα βλέπει;” 20 Απήντησαν δε οι γονείς αυτού και τους είπαν· “ξέρομεν καλά ότι αυτός είναι ο υιός μας και ότι εγεννήθη τυφλός. 21 Πως όμως τώρα βλέπει δεν ξέρομεν, η ποιός του άνοιξε τα μάτια ημείς δεν γνωρίζομεν. Αυτός ηλικίαν έχει, ερωτήσατέ τον, και αυτός δια τον ευατόν του θα σας ομιλήση”. (Δεν υπερασπίζονται οι γονείς τον Χριστόν, τον οποίον άλωστε και δεν είχαν ιδεί, αλλ’ ούτε και τον κατηγορούν. Αφίνουν τον υιόν των, καθό ενήλικον και αρκετά ικανόν να υπερασπισθή τον ευεργέτην του). 22 Ωμίλησαν δε έτσι οι γονείς του, διότι εφοβούντο τους Ιουδαίους· επειδή από καιρόν είχαν συμφωνήσει και αποφασίσει οι άρχοντες των Εβραίων να διωχθή και να μη γίνη δεκτός εις την συναγωγήν, όποιος θα ωμολογούσε ότι αυτός που κάνει τα θαύματα είναι ο Χριστός. 23 Δια τούτο και οι γονείς του τυφλού είπαν ότι “ο υιός μας ηλικίαν έχει, ερωτήσατέ τον”. 24 Εκάλεσαν τότε δευτέραν φοράν τον άνθρωπον, που ήτο τυφλός και του είπαν· “δόξασε τον Θεόν, ο οποίος σε εθεράπευσε, αλλά φυλάξου από τον άνθρωπον αυτόν, τον οποίον προηγουμένως ωνόμασες προφήτην. Ημείς που μελετώμεν το θέλημα του Θεού, γνωρίζομεν καλά και διαβεβαιώνομεν ότι αυτός ο άνθρωπος είναι αμαρτωλός”. 25 Απήντησε τότε εκείνος και τους είπε· “εάν είναι αμαρτωλός, δεν ηξεύρω, ένα μόνον ηξεύρω καλά· ότι ενώ ήμουν τυφλός, τώρα βλέπω”. 26 Είπαν δε πάλιν εις αυτόν· “τι σου έκαμε; Πως σου εθεράπευσε τα μάτια;” 27 Απήντησεν εις αυτούς· “προ ολίγου σας είπα και δεν το επροσέξατε· διατί θέλετε πάλιν να ακούσετε τα ίδια; Μηπως και σεις θέλετε να γίνετε μαθηταί του;” 28 Τον ύβρισαν τότε και με περιφρόνησιν του είπαν· “συ είσαι μαθητής εκείνου. Ημείς όμως είμεθα μαθηταί του Μωϋσέως. 29 Ημείς οι μορφωμένοι και άρχοντες του λαού, ξέρομεν ότι στον Μωϋσέα ωμίλησεν ο Θεός. Αυτός δε μας είναι άγνωστος και δεν γνωρίζομεν από που είνα και από που έρχεται”. 30 Απήντησεν ο άνθρωπος και τους είπεν· “εδώ είναι το παράδοξον· ότι σεις δεν ξέρετε από που είναι, εάν είναι από τον Θεόν η όχι, και όμως μου άνοιξε τα μάτια να βλέπω. 31 Ξερομε δε όλοι πολύ καλά, ότι ο Θεός αμαρτωλούς δεν ακούει, αλλά αν κανείς είναι θεοσεβής και το θέλημα του Θεού πράττη αυτόν ο Θεός ακούει. 32 Από τότε δε που υπάρχει ο κόσμος έως σήμερα δεν έχει ακουσθή ποτέ ότι εθεράπευσε κάποιος άνθρωπος τους οφθαλμούς τυφλού εκ γενετής. 33 Εάν αυτός δεν ήτο σταλμένος από τον Θεόν, δεν θα ημπορούσε να κάνη ούτε το παραμικρόν θαύμα”. 34 Γεμάτοι αγανάκτησιν εκείνοι του απήντησαν· “εκ γενετής συ είσαι ζυμωμένος ολόκληρος με τας αμαρτίας και συ τολμάς να διδάσκης ημάς;” Και τον έβγαλαν έξω από τον τόπον της συνεδριάσεώς των. 35 Ηκουσεν ο Ιησούς ότι τον έβγαλαν έξω και όταν τον ευρήκε, του είπε· “συ παρ’ όλα όσα λέγουν οι άρχοντες των Εβραίων, πιστεύεις στον Υιόν του Θεού;” 36 Απήντησεν εκείνος και είπεν· “και ποιός είναι, Κυριε, δια πιστεύσω εις αυτόν;” 37 Του είπε δε ο Ιησούς· “και τον είδες και αυτός που ομιλεί μαζή σου εκείνος είναι”. 38 Αυτός δε, φωτισθείς από χάριν Θεού, είπε· “πιστεύω με όλην μου την ψυχήν, Κυριε”· και επροσκύνησε αυτόν ως απεσταλμένος πράγματι από τον Θεόν.
***************************************************
ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
1. Πνευματικὸ σκοτάδι
Ἕνα παράδοξο θαῦμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ μᾶς περιέγραψε τὸ σημερινὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο: Κάποιο Σάββατο ὁ Κύριος ἔφτιαξε λίγη λάσπη μὲ τὸ σάλιο του, ἄλειψε τὰ μάτια ἑνὸς ἐκ γενετῆς τυφλοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ εἶπε νὰ πλυθεῖ στὴν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ· ἔτσι ὁ ἀσθενὴς ἀπέκτησε ὑγιεῖς ὀφθαλμούς, βρῆκε τὸ φῶς του. Δημιουργήθηκε ὅμως ἀναστάτωση σὲ ὅσους τὸν συναντοῦσαν τώρα ὑγιή. Τὸν ὁδήγησαν λοιπὸν στοὺς Φαρισαίους. Στὶς ἐρωτήσεις τους ὁ θεραπευμένος τυφλὸς περιέγραψε τὸ θαῦμα ποὺ τοῦ ἔκανε ὁ Ἰησοῦς. «Οὐκ ἐπίστευσαν οὖν οἱ Ἰουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι τυφλὸς ἦν καὶ ἀνέβλεψεν». Οἱ Ἰουδαῖοι δυσαρεστήθηκαν. Ἔβλεπαν χειροπιαστὸ θαῦμα μπροστά τους, ὡστόσο δὲν μποροῦσαν νὰ τὸ πιστέψουν. Κάλεσαν μάλιστα σὲ ἀνάκριση τοὺς γονεῖς τοῦ πρώην τυφλοῦ καὶ ἀνέκριναν ἐκ νέου τὸν ἴδιο. Παρέμειναν ὅμως ἀμετάπειστοι, κατηγορώντας τὸν Κύριο ὅτι εἶχε καταλύσει τὴν ἀργία τοῦ Σαββάτου.
Κάνει ἀσφαλῶς ἐντύπωση ἡ ἐμμονὴ τῶν Φαρισαίων νὰ ἀρνοῦνται ἕνα ὀφθαλμοφανὲς θαῦμα. Ἀντίστοιχη ἐμμονὴ ἔχουν καὶ ὅσοι σὲ κάθε ἐποχὴ ἀρνοῦνται νὰ πιστέψουν στὸν Χριστὸ ἐξαιτίας τοῦ ἐγωισμοῦ τους. Δὲν τοὺς λείπουν οἱ ἀποδείξεις καὶ τὰ στοιχεῖα· ἡ διάθεση λείπει, ἡ θέληση. Ὁ Θεὸς «τετύφλωκεν αὐτῶν τοὺς ὀφθαλμούς» (Ἰω. ιβ΄ 40). Ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν, τοὺς ἀφαίρεσε τὴν πνευματικὴ ὅραση. Ἀκόμη καὶ θαύματα νὰ δοῦν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, προτιμοῦν νὰ παραμείνουν στὸ πνευματικὸ σκοτάδι.
2. Θαρρετὴ ὁμολογία
Εἶναι θαυμαστὴ ἡ παρρησία, μὲ τὴν ὁποία ὁ θεραπευμένος ἀνάπηρος ἀποκρίθηκε στὶς ἐπανειλημμένες ἐρωτήσεις τῶν Φαρισαίων. Ἀφοῦ ὀνόμασε τὸν Χριστὸ προφήτη, τοὺς ἤλεγξε γιὰ τὴν πεισματικὴ ἐμμονή τους καὶ κατέληξε στὴ θριαμβευτικὴ ὁμολογία του: «Εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν». Ἐὰν ὁ Ἰησοῦς δὲν ἦταν ἀπεσταλμένος τοῦ Θεοῦ, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἐπιτελέσει οὔτε τὸ παραμικρὸ θαῦμα.
Μᾶς διδάσκει ἡ θαρρετὴ ὁμολογία τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ. Χωρὶς νὰ λογαριάζει τὶς συνέπειες, ὄρθωσε τὸ ἀνάστημά του καὶ ὁμολόγησε τὴν ἀλήθεια. Τέτοιο φρόνημα ὁμολογίας ὀφείλουμε νὰ ἔχουμε οἱ Χριστιανοί. Καλούμαστε νὰ ὁμολογοῦμε τὴν πίστη μας στὸν Κύριο καὶ σὲ ὅσα πρεσβεύει ἡ Ἐκκλησία μας μὲ παρρησία, χωρὶς νὰ ὑπολογίζουμε τὸ κόστος. Νὰ ὁμολογοῦμε ὄχι μόνο μὲ τὰ λόγια μας, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴ ζωή μας· μὲ τὶς καθημερινὲς ἐπιλογές μας. Νὰ φερόμαστε ὡς Χριστιανοὶ ὄχι μόνο ὅταν περιβαλλόμαστε ἀπὸ ἀνθρώπους τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ὅπου καὶ ἂν βρισκόμαστε· τὸ ἴδιο ἀκέραιοι καὶ ξεκάθαροι στὶς ἀρχές μας. Ἡ ζωή μας νὰ εἶναι μιὰ διαρκὴς ὁμολογία πίστεως· ἕνα ζωντανὸ Εὐαγγέλιο.
3. Ἐπίσκεψη στὸ περιθώριο
Οἱ Φαρισαῖοι, βλέποντας ὅτι δὲν μποροῦσαν νὰ ἀντικρούσουν τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ πρώην τυφλοῦ, τὸν ἔβγαλαν ἔξω ἀπὸ τὴν αἴθουσα τῆς συνεδριάσεώς τους. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Ὁποῖος πληροφορήθηκε τὴν ἐξέλιξη αὐτή, τὸν συνάντησε καὶ τὸν ρώτησε: «Ἐσὺ πιστεύεις στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ;» «Ποιός εἶναι, Κύριε, γιὰ νὰ Τὸν πιστέψω;», ἀποκρίθηκε ἐκεῖνος. «Τὸν βλέπεις μὲ τὰ μάτια σου. Εἶναι Αὐτὸς ποὺ σοῦ ὁμιλεῖ τὴ στιγμὴ αὐτή», τοῦ εἶπε ὁ Χριστός. Ἐκεῖνος δὲ ἀποκρίθηκε: «Πιστεύω, Κύριε», καὶ Τὸν προσκύνησε. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς τέθηκε στὸ περιθώριο καὶ δέχθηκε τὴν ἀπόρριψη τῶν ἀνθρώπων, τότε τὸν συνάντησε ὁ Χριστὸς καὶ τοῦ χάρισε νέα, ἀσυγκρίτως ἀνώτερη ἀποκάλυψη ἀπὸ αὐτὴν τοῦ αἰσθητοῦ φωτός. Τοῦ φανέρωσε ὅτι ὁ Ἴδιος εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ.
Ἡ ὁμολογία τῆς πίστεώς μας κάποτε κοστίζει, ἔχει ἐπιπτώσεις. Μπορεῖ νὰ μᾶς ἀποκλείσει ἀπὸ ἐνδεχόμενη ἐπαγγελματικὴ ἐξέλιξη. Ἴσως ἔχει καὶ οἰκονομικὲς συνέπειες. Αὐτὸ τὸ βλέπουμε ἔντονα στὶς ἡμέρες μας μὲ τὸ φαινόμενο τῆς «κουλτούρας ἀκυρώσεως». Φιμώνεται κάθε λόγος γιὰ ἀρχὲς καὶ ἰδανικά. Τίθεται στὸ περιθώριο ἢ διαπομπεύεται δημόσια, ὅποιος τολμήσει ν᾿ ἀντιταχθεῖ στὴν πολιτικὴ ὀρθότητα· ὅποιος διανοηθεῖ ν᾿ ἀντισταθεῖ στὴ σύγχρονη τυραννία τῆς «Νέας ἐποχῆς» καὶ σὲ ὅ,τι αὐτὴ ἐπιβάλλει.
Ὅποιος ὅμως ἔχει τὴ γενναιότητα καὶ τὸν ἡρωισμὸ νὰ ὁμολογήσει τὴν πίστη του καὶ νὰ μείνει σταθερὸς στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, δέχεται τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Κυρίου. Ζεῖ ἐναργῶς τὴν παρουσία του. Ἀποκαλύπτεται στὴν καρδιά του ὁ ἀληθινὸς Θεός. Μπορεῖ τότε νὰ ἀναφωνεῖ: «Κύριος ἐμοὶ βοηθός, καὶ οὐ φοβηθήσομαι τί ποιήσει μοι ἄνθρωπος» (Ψαλ. ριζ΄ [117] 6). Ὁ Κύριος εἶναι βοηθός μου καὶ προστάτης μου. Δὲν θὰ φοβηθῶ, ὅ,τι καὶ ἂν μοῦ κάνουν οἱ ἄνθρωποι.
***************************************************

Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 25 Μαΐου 2025, τοῦ Τιμίου Προδρόμου (Β΄Κορ. δ΄ 6-15)
6 ὅτι ὁ Θεὸς ὁ εἰπὼν ἐκ σκότους φῶς λάμψαι, ὃς ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρὸς φωτισμὸν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ. 7 Ἔχομεν δὲ τὸν θησαυρὸν τοῦτον ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν, ἵνα ἡ ὑπερβολὴ τῆς δυνάμεως ᾖ τοῦ Θεοῦ καὶ μὴ ἐξ ἡμῶν, 8 ἐν παντὶ θλιβόμενοι ἀλλ᾿ οὐ στενοχωρούμενοι, ἀπορούμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἐξαπορούμενοι, 9 διωκόμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἐγκαταλειπόμενοι, καταβαλλόμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἀπολλύμενοι, 10 πάντοτε τὴν νέκρωσιν τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι περιφέροντες, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι ἡμῶν φανερωθῇ. 11 ἀεὶ γὰρ ἡμεῖς οἱ ζῶντες εἰς θάνατον παραδιδόμεθα διὰ Ἰησοῦν, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ φανερωθῇ ἐν τῇ θνητῇ σαρκὶ ἡμῶν. 12 ὥστε ὁ μὲν θάνατος ἐν ἡμῖν ἐνεργεῖται, ἡ δὲ ζωὴ ἐν ὑμῖν. 13 ἔχοντες δὲ τὸ αὐτὸ πνεῦμα τῆς πίστεως κατὰ τὸ γεγραμμένον, ἐπίστευσα, διὸ ἐλάλησα, καὶ ἡμεῖς πιστεύομεν, διὸ καὶ λαλοῦμεν, 14 εἰδότες ὅτι ὁ ἐγείρας τὸν Κύριον Ἰησοῦν καὶ ἡμᾶς διὰ Ἰησοῦ ἐγερεῖ καὶ παραστήσει σὺν ὑμῖν. 15 τὰ γὰρ πάντα δι᾿ ὑμᾶς, ἵνα ἡ χάρις πλεονάσασα διὰ τῶν πλειόνων τὴν εὐχαριστίαν περισσεύσῃ εἰς τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ.
ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ
6 Καί κηρύττουμε ἀποκλειστικά καί μόνο γιά τή δόξα τοῦ Χριστοῦ, διότι ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος στή δημιουργία τοῦ κόσμου διέταξε ἀπό τό σκοτάδι νά λάμψει τό φῶς, αὐτός καί τώρα ἔλαμψε στίς καρδιές μας, ὄχι μόνο γιά νά φωτισθοῦμε ἐμεῖς, ἀλλά καί γιά νά μεταδοθεῖ μέσα ἀπό μᾶς ὁ φωτισμός πού προέρχεται ἀπό τή γνώση τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία φανερώθηκε μέσα ἀπό τό πρόσωπο τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Ἰησοῦ Χριστοῦ. 7 Ἔχουμε λοιπόν τό θησαυρό τῆς φωτιστικῆς καί ἔνδοξης αὐτῆς γνώσεως μέσα στά σώματά μας, πού εἶναι εὔθραυστα καί χωματένια, γιά νά ἀποδεικνύεται ὅτι τό ὑπερβολικό μεγαλεῖο τῆς δυνάμεως πού ὑπερνικᾶ τά ἐμπόδια καί τούς κινδύνους μας, εἶναι τοῦ Θεοῦ καί δέν προέρχεται ἀπό ἐμᾶς τούς ἀσθενικούς καί ἀδύναμους. 8 Κι ἔτσι συμβαίνει νά θλιβόμαστε σέ κάθε τόπο καί περίσταση, ἀλλ’ ὅμως οἱ ἐξωτερικές αὐτές δυσκολίες δέν μᾶς δημιουργοῦν ἐσωτερικό ἀδιέξοδο καί στενοχώρια ἀγωνιώδη. Φθάνουμε σέ ἀπορία, χωρίς ὅμως καί νά ἀπελπιζόμαστε ἤ νά στερηθοῦμε τελείως κάθε μέσο καί δυνατότητα σωτηρίας. 9 Μᾶς καταδιώκουν οἱ ἄνθρωποι, ἀλλά δέν μᾶς ἐγκαταλείπει ποτέ ὁ Θεός. Φαίνεται ὅτι μᾶς κατανικοῦν καί μᾶς ρίχνουν κάτω στή γῆ σάν τούς παλαιστές, ἀλλά δέν χανόμαστε. 10 Διαρκῶς καί κάθε μέρα περιφέρουμε στίς περιοδεῖες μας τό σῶμα μας κυκλωμένο ἀπό τόν ἔσχατο κίνδυνο νά πεθάνουμε, ὅπως πέθανε ὁ Κύριος Ἰησοῦς, ἀλλά αὐτό γίνεται γιά νά φανερωθεῖ στόν κόσμο μέ τή διάσωση τοῦ σώματός μας ἀπό τούς καθημερινούς κινδύνους ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἐξακολουθεῖ νά ζεῖ. 11 Διότι πάντοτε ἐμεῖς, πού παρά τούς τόσους κινδύνους ζοῦμε, παραδιδόμαστε σέ θάνατο γιά τή δόξα τοῦ Χριστοῦ, γιά νά φανερωθεῖ μέ τή θνητή σάρκα μας καί ἡ δύναμη τῆς ζωῆς τοῦ Ἰησοῦ, πού παρεμβαίνει καί προλαβαίνει τό θάνατό μας. 12 Κι ἔτσι, ἐνῶ ἐμεῖς ὑποφέρουμε τούς κινδύνους τοῦ θανάτου, ἐσεῖς ἀντιθέτως καρπώνεστε τήν πνευματική ζωή πού προέρχεται ἀπό τήν ἐπικίνδυνη δράση μας. 13 Παρόλους ὅμως αὐτούς τούς κινδύνους, ἐπειδή ἔχουμε τό ἴδιο Ἅγιον Πνεῦμα πού μᾶς στηρίζει στήν πίστη, ὅπως παλιότερα εἶχε καί ὁ Δαβίδ σύμφωνα μ’ αὐτό πού εἶναι γραμμένο στούς ψαλμούς· «πίστεψα, γι’ αὐτό καί μίλησα», ἔτσι κι ἐμεῖς πιστεύουμε, καί γι’ αὐτό καί θαρραλέα ὁμολογοῦμε καί κηρύττουμε τόν λόγο τῆς πίστεώς μας. 14 Καί γνωρίζουμε ὅτι ὁ Θεός, πού ἀνέστησε τόν Κύριο Ἰησοῦ, θά ἀναστήσει κι ἐμᾶς διαμέσου τοῦ Ἰησοῦ καί θά μᾶς παρουσιάσει ἔνδοξους στό βῆμα του μαζί μέ σᾶς. 15 Ναί, μαζί μέ σᾶς. Διότι ὅλα γιά σᾶς γίνονται· ἔτσι ὥστε ἡ εὐεργεσία πού μᾶς κάνει ὁ Θεός σώζοντάς μας ἀπό τούς κινδύνους γιά χάρη σας, νά πλεονάσει καί νά γίνει εὐεργεσία καί χάρη ὄχι μόνο σέ μᾶς ἀλλά καί σ’ ὅλους ἐσᾶς. Κι ἔτσι αὐτοί πού εὐεργετοῦνται θά εἶναι περισσότεροι, ὥστε καί ἡ εὐχαριστία πρός τόν Θεό νά πλεονάσει καί νά περισσεύσει, γιά νά δοξάζεται τό ὄνομά του.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου