ΣΑΣ ΠΕΡΙΜΕΜΕΝΟΥΜΕ ΜΕ ΠΟΛΥ ΧΑΡΑ!

Σάββατο 21 Μαρτίου 2026

Κυριακὴ Δ΄ Νηστειῶν – Εὐαγγελικὸ καί Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 22 Μαρτίου 2026

 

Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 22 Μαρτίου 2026, Κυριακὴ Δ΄ Νηστειῶν (Μάρκ. θ΄ 17-31)

17 καὶ ἀποκριθεὶς εἷς ἐκ τοῦ ὄχλου εἶπε· διδάσκαλε, ἤνεγκα τὸν υἱόν μου πρός σε, ἔχοντα πνεῦμα ἄλαλον. 18 καὶ ὅπου ἂν αὐτὸν κατα­λάβῃ, ρήσσει αὐτόν, καὶ ἀ­­­φρίζει καὶ τρίζει τοὺς ὀδόντας αὐτοῦ, καὶ ξηραίνεται· καὶ εἶπον τοῖς μαθηταῖς σου ἵνα αὐτὸ ἐκβάλωσι, καὶ οὐκ ἴσχυσαν. 19 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς αὐτῷ λέγει· ὦ γενεὰ ἄπιστος, ἕως πότε πρὸς ὑμᾶς ἔσομαι; ἕ­­ως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν; φέ­­ρετε αὐτὸν πρός με. καὶ ἤν­εγκαν αὐτὸν πρὸς αὐτόν. 20 καὶ ἰδὼν αὐτὸν εὐθέως τὸ πνεῦμα ἐσπάραξεν αὐτόν, καὶ πεσὼν ἐπὶ τῆς γῆς ἐκυλίετο ἀφρίζων. 21 καὶ ἐπηρώτησε τὸν πατέρα αὐτοῦ· πόσος χρόνος ἐστίν, ὡς τοῦτο γέγονεν αὐτῷ; ὁ δὲ εἶπε· παιδιόθεν. 22 καὶ πολλάκις αὐτὸν καὶ εἰς πῦρ ἔβαλε καὶ εἰς ὕδατα, ἵνα ἀπολέσῃ αὐτόν· ἀλλ᾿ εἴ τι δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν σπλαγχνισθεὶς ἐφ᾿ ἡμᾶς. 23 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ τὸ εἰ δύνασαι ­πιστεῦσαι, πάν­­τα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι. 24 καὶ εὐθέως κράξας ὁ πα­τὴρ τοῦ παιδίου μετὰ δακρύων ἔλεγε· πιστεύω, Κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ. 25 ἰδὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἐ­­πισυντρέχει ὄχλος, ἐπετί­μη­σε τῷ πνεύματι τῷ ἀκα­θάρτῳ λέγων αὐτῷ· τὸ πνεῦμα τὸ ἄλαλον καὶ κωφόν, ἐγώ σοι ἐπιτάσσω, ἔξελθε ἐξ αὐτοῦ καὶ μηκέτι εἰσέλθῃς εἰς αὐτόν. 26 καὶ κρᾶξαν καὶ πολλὰ σπαράξαν αὐτὸν ἐξῆλθε, καὶ ἐγένετο ὡσεὶ νεκρός, ὥστε πολλοὺς λέγειν ὅτι ἀπέθανεν. 27 ὁ δὲ Ἰησοῦς κρατήσας αὐτὸν τῆς χειρὸς ἤγειρεν αὐτόν, καὶ ἀνέστη. 28 Καὶ εἰσελθόντα αὐτὸν εἰς οἶκον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐπηρώτων αὐτὸν κατ᾿ ἰδίαν, ὅτι ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό. 29 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· τοῦτο τὸ γένος ἐν οὐδενὶ δύναται ἐξελθεῖν εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ. 30 Καὶ ἐκεῖθεν ἐξελθόντες παρεπορεύοντο διὰ τῆς Γαλιλαίας, καὶ οὐκ ἤθελεν ἵνα τις γνῷ· 31 ἐδίδασκε γὰρ τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ καὶ ἔλεγεν αὐ­τ­οῖς ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, καὶ ἀποκτενοῦ­­­σιν αὐτόν, καὶ ἀποκτανθεὶς τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

17 Τότε ἕνας μέσα ἀπ’ τό πλῆθος τοῦ ἀποκρίθηκε: Διδάσκαλε, σοῦ ἔφερα τόν γιό μου πού ἔχει καταληφθεῖ ἀπό δαιμονικό πνεῦμα, πού τοῦ πῆρε καί τή λαλιά. 18 Καί σ’ ὅποιο μέρος τόν πιάσει, τόν ρίχνει κάτω, κι ἀφρί­ζει καί τρίζει τά δόντια του καί μένει ξερός κι ἀναί­σθητος. Εἶπα στούς μαθητές σου νά τό βγάλουν, ἀλλά δέν μπόρεσαν. 19 Τότε ὁ Ἰησοῦς τοῦ ἀποκρίθηκε: Ὤ γενιά πού τόσα θαύματα εἶδες καί εἶσαι ἀκόμη ἄπιστη! Ἕως πότε θά εἶμαι μαζί σας; Ἕως πότε θά σᾶς ἀνέχομαι; Φέρτε τόν μου ἐδῶ. Καί τόν ἔφεραν κοντά του. 20 Κι ὅταν τό πονηρό πνεῦμα εἶδε τόν Ἰησοῦ, ἀμέσως τάραξε μέ σπασμούς τόν νέο, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ ἔπεσε κάτω στή γῆ, κυλιόταν κι ἔβγαζε ἀφρούς ἀπ’ τό στόμα του. 21 Τότε ρώτησε ὁ Κύριος τόν πατέρα τοῦ παιδιοῦ: Πό­σος καιρός εἶναι ἀπό τότε πού τοῦ συμβαίνει αὐτό; Κι ἐκεῖνος τοῦ ἀπάντησε: Ἀπό μικρό παιδί. 22 Πολλές φορές μάλιστα τόν ἔριξε καί στή φωτιά καί στά νερά γιά νά τοῦ πάρει τή ζωή. Ἀλλά ἐάν μπορεῖς νά κάνεις κάτι, λυπήσου μας καί βοήθησέ μας. 23 Ὁ Ἰησοῦς τότε τοῦ εἶπε τό ἑξῆς: Ἐσύ ἐάν μπορεῖς νά πιστέψεις, ὅλα εἶναι δυνατά σ’ ἐκεῖνον πού πιστεύει. 24 Κι ἀμέσως φώναξε δυνατά ὁ πατέρας τοῦ παιδιοῦ μέ δάκρυα καί εἶπε: Πιστεύω, Κύριε, ὅτι ἔχεις τή δύναμη νά μέ βοηθήσεις. Βοήθησέ με ν’ ἀπαλλαγῶ ἀπ’ τήν ὀλιγοπιστία μου καί ἀναπλήρωσε ἐσύ τήν ἔλλειψη τῆς πίστεώς μου. 25 Ὅταν λοιπόν εἶδε ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἔτρεχε ἐκεῖ καί μα­ζευ­όταν πολύς λαός, πρόσταξε αὐστηρά τό ἀ­κά­θαρ­το δαι­μονικό πνεῦμα καί τοῦ εἶπε: Πνεῦμα ἄλα­λο καί κου­φό, ἐγώ σέ διατάζω, βγές ἀπ’ αὐτόν καί μήν ξα­να­μπεῖς ποτέ πιά μέσα του. 26 Τότε τό πονηρό πνεῦμα, ἀφοῦ κραύγασε δυνατά καί συντάραξε τό παιδί, βγῆκε. Κι ὁ νέος ἔγινε σάν νεκρός, ὥστε πολλοί νά λένε ὅτι πέθανε. 27 Ὁ Ἰησοῦς ὅμως τόν ἔπιασε ἀπ’ τό χέρι καί τόν σήκωσε· κι ἐκεῖνος στάθηκε ὄρθιος. 28 Ὅταν κατόπιν ὁ Κύριος μπῆκε σέ κάποιο σπίτι, τόν ρω­τοῦ­σαν ἰδιαιτέρως οἱ μαθητές του: Γιατί ἐμεῖς δέν μπορέσαμε νά βγάλουμε τό πονηρό πνεῦμα; 29 Κι ἐκεῖνος τούς ἀπάντησε: Αὐτό τό εἶδος τοῦ δαιμονίου δέν βγαίνει μέ τίποτε ἄλλο παρά μέ προσευχή πού συνο­δεύεται μέ νηστεία, ὥστε ἡ προσευχή νά γί­νεται μέ διάνοια ὅσο τό δυνατόν ἐλαφρότερη καί περισσότερο προσηλωμένη στόν Θεό. 30 Κι ἀφοῦ βγῆκαν ἀπό ἐκεῖ, προχωροῦσαν ἀθό­ρυ­βα διασχίζοντας τή Γαλιλαία, ἀκολουθώντας τή δυτική ὄχθη τοῦ Ἰορδάνου. Καί δέν ἤθελε νά μάθει κανείς ὅτι περνοῦσαν ἀπό ἐκεῖ. 31 Διότι ἤθελε νά μένει μόνος του μαζί μέ τούς μαθητές του, τούς ὁποίους συστηματικά πλέον δίδασκε καί τούς ἔλεγε ὅτι ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Μεσσίας, θά πα­ρα­δοθεῖ μετά ἀπό λίγο στά χέρια ἀνθρώπων, κι αὐ­τοί θά τόν θανατώσουν. Κι ἀφοῦ πεθάνει, τήν τρίτη ἡμέρα ἀπό τό θάνατό του θά ἀναστηθεῖ.


****************************************

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Εβρ. στ΄ 13-20

13 Τῷ γὰρ Ἀβραὰμ ἐπαγγειλάμενος ὁ Θεός, ἐπεὶ κατ’ οὐδενὸς εἶχε μείζονος ὀμόσαι, ὤμοσε καθ’ ἑαυτοῦ 14 λέγων· ἦ μὴν εὐλογῶν εὐλογήσω σε καὶ πληθύνων πληθυνῶ σε· 15 καὶ οὕτω μακροθυμήσας ἐπέτυχε τῆς ἐπαγγελίας· 16 ἄνθρωποι μὲν κατὰ τοῦ μείζονος ὀμνύουσι, καὶ πάσης αὐτοῖς ἀντιλογίας πέρας εἰς βεβαίωσιν ὁ ὅρκος· 17 ἐν ᾧ περισσότερον βουλόμενος ὁ Θεὸς ἐπιδεῖξαι τοῖς κληρονόμοις τῆς ἐπαγγελίας τὸ ἀμετάθετον τῆς βουλῆς αὐτοῦ, ἐμεσίτευσεν ὅρκῳ, 18 ἵνα διὰ δύο πραγμάτων ἀμεταθέτων, ἐν οἷς ἀδύνατον ψεύσασθαι Θεόν, ἰσχυρὰν παράκλησιν ἔχωμεν οἱ καταφυγόντες κρατῆσαι τῆς προκειμένης ἐλπίδος· 19 ἣν ὡς ἄγκυραν ἔχομεν τῆς ψυχῆς ἀσφαλῆ τε καὶ βεβαίαν καὶ εἰσερχομένην εἰς τὸ ἐσώτερον τοῦ καταπετάσματος, 20 ὅπου πρόδρομος ὑπὲρ ἡμῶν εἰσῆλθεν Ἰησοῦς, κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδὲκ ἀρχιερεὺς γενόμενος εἰς τὸν αἰῶνα.

Νεοελληνική Απόδοση

13 Εις δε τον Αβραάμ, όταν είχε δώσει ο Θεός τας μεγάλας υποσχέσεις, επειδή δεν είχε κανένα μεγαλύτερόν του-εφ’ όσον αυτός είναι ο μόνος απειροτέλειος-δια να ορκισθή και να βεβαιώση έτσι κατά τον απόλυτον τρόπον τον Αβραάμ, ότι ασφαλώς και βεβαίως θα τας εκπληρώση, ωρκίσθη στον εαυτόν του 14 λέγων· “αληθώς και βεβαίως θα σε ευλογήσω πλουσίως και θα αυξήσω εις πλήθος πολύ και αναρίθμητον τους απογόνους σου”. 15 Και έτσι ο Αβραάμ επίστευσεν στον Θεόν, επερίμενε με ακλόνητον αναμονήν, και επέτυχε την εκπλήρωσιν της υποσχέσεως, (διότι αφ’ ενός μεν απέκτησε υιόν εκ της Σαρρας, τον Ισαάκ, γενάρχην και αρχηγόν έθνους, εφ’ ετέρου δε από την χώραν των πνευμάτων είδε την ενανθρώπησιν του Υιού του Θεού, του ευλογημένου Σωτήρος των ανθρώπων). 16 Διότι οι άνθρωποι ορκίζονται συνήθως στον Θεόν, τον μεγαλύτερον από όλους, και δίδεται όρκος, δια να σταματήση κάθε αντιλογία μεταξύ των και δια να επιβεβαιωθούν επισήμως τα λεγόμενα. 17 Δι’ αυτό και ο Θεός, επειδή ήθελε με μεγαλυτέραν βεβαιότητα να δείξη στους κληρονόμους των υποσχέσεών του το αμετάκλητον και αμετακίνητον της αποφάσεως του, συγκατέβη να χρησιμοποιήση ως μέσον επιβεβαιώσεως τον όρκον. 18 Και έτσι με δύο πράγματα, τα οποία είναι αμετάκλητα και αμετακίνητα, δηλαδή με την υπόσχεσίν του και τον όρκον του, εις τα οποία είναι εντελώς αδύνατον να ψευσθή ποτέ ο Θεός, να έχωμεν την βεβαιότητα και το στήριγμα να κρατήσωμεν την ελπίδα, η οποία μας έχει προσφερθή. 19 Αυτήν δε την ελπίδα την έχομεν σαν άγκυραν της ψυχής ασφαλή και σταθεράν, η οποία εισέρχεται και μας κρατεί σταθερά ηνωμένους προς τον ουρανόν, τον οποίον ουρανόν εσυμβόλιζε το εκείθεν από το παραπέτασμα της σκηνής του μαρτυρίου τμήμα, τα Αγια των Αγίων. 20 Εις τον ουρανόν δε πρωτοπόρος χάρις ημών εισήλθεν ο Ιησούς, γενόμενος αρχιερεύς κατά τον τύπον του Μελχισεδεκ, όχι προσωρινός, αλλά αιώνιος.

                                                 ****************************************

ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ

1. Οἱ ἐπαγγελίες τοῦ Θεοῦ
Ἡ ἀποστολικὴ περικοπὴ τῆς Δ΄ Κυριακῆς τῶν Νηστειῶν προβάλλει ἐνώπιόν μας τὴν ὑπέροχη μορφὴ τοῦ Ἀβραάμ. Τὸν γενάρχη τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, στὸν ὁποῖο ὁ Κύριος ἔδωσε σημαντικὲς ἐπαγγελίες. Τοῦ ὑποσχέθηκε ὅτι θὰ χαρίσει σ᾿ αὐτὸν καὶ στοὺς ἀπογόνους του τὴ γῆ Χαναάν, ὅτι θὰ τὸν ἀναδείξει γενάρχη ἑνὸς μεγάλου ἔθνους, οἱ ἀπόγονοί του θὰ εἶναι ἀμέτρητοι, σὰν τὴν ἄμμο τῆς γῆς καὶ σὰν τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ὅτι ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους του θὰ προέλθουν βασιλεῖς. Μάλιστα ὁ Θεός, γιὰ νὰ δώσει κύρος στὶς ἐπαγγελίες του, ὁρκίσθηκε ὅτι θὰ τὶς ­πραγματοποιήσει, ὅπως ἀκούσαμε στὴν περικοπή. Ὁ Ἀβραὰμ πίστεψε στὶς ὑποσχέσεις αὐτὲς καὶ ἔκανε ὅ,τι τοῦ ζήτησε ὁ Ὕψιστος.
Οἱ ἐπαγγελίες τοῦ Θεοῦ δὲν φαίνονταν ἀρχικὰ νὰ ἐκπληρώνονται. Ἀντίθετα ἔδειχναν νὰ διαψεύδονται, νὰ ναυαγοῦν. Τὰ χρόνια περνοῦσαν. Ὁ Ἀβραὰμ εἶχε φθάσει σὲ βαθὺ γῆρας καὶ δὲν εἶχε οὔτε ἕνα παιδί. Καὶ ὅταν ἀργότερα τοῦ χάρισε ὁ Θεὸς τὸν Ἰσαάκ, τοῦ ζήτησε κατόπιν νὰ τὸν θυσιάσει, θέλοντας νὰ δοκιμάσει τὴν πίστη του, χωρὶς τελικὰ νὰ τὸν ἀφήσει νὰ πράξει κάτι τέτοιο. Ἔπειτα ἀπὸ χρόνια, ὡστόσο, πραγματοποιήθηκαν ὅλες οἱ ὑποσχέσεις τοῦ Κυρίου. Διότι ὁ Θεὸς ­ἐκπληρώνει πάντοτε μὲ ­ἀκρίβεια τὶς ἐπαγγελίες του.
Σὲ ὅλους μας ὁ Κύριος ἔχει δώσει ὑποσχέσεις μέσα ἀπὸ τὸν αἰώνιο λόγο του, τὴν Ἁγία Γραφή. Μᾶς ὑπόσχεται, γιὰ παράδειγμα, ὅτι εἶναι πάντοτε δίπλα μας, ὅτι προνοεῖ Ἐκεῖνος γιὰ ἐμᾶς, ὅτι δὲν θὰ μᾶς λείψει τίποτα, ὅτι θὰ μᾶς χαρίσει τὴν αἰώνια Βασιλεία του. Πράγματι δὲν ἀθετεῖ τοὺς λόγους του. «Ὃ ἐπήγγελται δυνατός ἐστι καὶ ποιῆσαι» (Ρωμ. δ΄ 21). Ἔχει τὴ δύναμη νὰ πραγματοποιήσει ὅ,τι μᾶς ἔχει ὑποσχεθεῖ. Κι ἂν κάποτε φαίνεται νὰ καθυστερεῖ, δὲν ἀναιρεῖ τὶς ὑποσχέσεις του.
2. Πρότυπο ὑπομονῆς
Ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια βέβαια, μέχρι νὰ ἐκπληρωθοῦν οἱ ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ, ὁ Ἀβραὰμ ἔκανε ὑπομονή. «Μακροθυμήσας ἐπέτυχε τῆς ἐπαγγελίας», ἀκούσαμε στὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα. Ὁ Κύριος δηλαδὴ εἶδε τὴν ὑπομονή του καὶ τὸν εὐλόγησε πολὺ πλούσια. Τοῦ χάρισε ἀναρί­θμητους ἀπογόνους. Κατὰ σάρκα ἀπόγονοί του εἶναι μὲν οἱ Ἑβραῖοι. Μάλιστα ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους του προῆλθε ὡς ἄνθρωπος ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός. Πνευματικοὶ ἀπόγονοί του ὅμως εἴμαστε ὅλοι οἱ πιστοὶ Χριστιανοί. Διότι ὁ Ἀβραὰμ εἶναι ὁ γενάρχης τῆς πίστεως. Τὸν ὁδήγησε μάλιστα ὁ Θεὸς στὴν οὐράνια Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας. Τοῦ χάρισε τὴ Βασιλεία του, τὴν αἰώνια μακαριότητα τοῦ Παραδείσου.
Τὸ θαυμάσιο παράδειγμα τοῦ Ἀβραὰμ μᾶς διδάσκει τὴν ὑπομονή, τὴν καρτερική, τὴν ἀγόγγυστη, τὴν ἀδιαμαρτύρητη ὑπομονή. Τὴν ὑπομονή, ἀκόμη κι ὅταν οἱ μῆνες καὶ τὰ χρόνια περνοῦν καὶ δὲν διαφαίνεται κάποια λύση στὸ πρόβλημά μας, ἢ ἡ πραγματοποίηση τῶν προσδοκιῶν μας. Γιὰ τὸν σημερινὸ ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος εἶναι μαθημένος νὰ ἔχει ὅ,τι θέλει, ὅταν τὸ θέλει, ἡ ὑπομονὴ μοιάζει κάποτε μὲ μαρτύριο. Αὐτὴ ὅμως εἶναι ἡ ἀσφαλὴς ὁδός, ποὺ ὁδηγεῖ στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖ, ὅπου μᾶς περιμένει ὁ Ἀβραὰμ καὶ ὅλοι οἱ δίκαιοι καὶ οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ ὁποῖοι πορεύθηκαν στὴ ζωή τους τὴν ἀνηφορικὴ ὁδὸ τῆς ὑπομονῆς.
3. Ἄγκυρα ἐλπίδας
Ὁ θεόπνευστος Ἀπόστολος μᾶς ἐπισημαίνει ἐπίσης ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς ἔδωσε τὶς ἐπαγγελίες του, ὥστε ἐμεῖς ποὺ καταφεύγουμε σ᾿ Ἐκεῖνον νὰ ἔχουμε θάρρος καὶ σταθερὴ τὴν ἐλπίδα τῆς ἀποκτήσεως τῶν οὐράνιων ἀγαθῶν. Αὐτὴ τὴν ἐλπίδα «ὡς ἄγκυραν ἔχομεν τῆς ψυχῆς ἀσφαλῆ τε καὶ βεβαίαν». Αὐτὴ τὴν ἐλπίδα ἔχουμε σὰν ἄγκυρα τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία μᾶς ἀσφαλίζει ἀπὸ τοὺς κινδύνους καὶ εἶναι σταθερή, ἀμετακίνητη. Ἡ ἄγκυρα αὐτὴ εἰσέρχεται «εἰς τὸ ἐσώτερον τοῦ καταπετάσματος». Εἶναι στερεωμένη δηλαδὴ στὸν ἱερότερο χῶρο τοῦ οὐρανοῦ, στὸν θρόνο τοῦ Κυρίου. Ἡ ἐλπίδα μας λοιπὸν μοιάζει μὲ μιὰ ἄγκυρα, ποὺ δὲν εἶναι γαν­τζωμένη στὴν ἄμμο ἢ σὲ ἀσταθὴ πυθμένα, ἀλλὰ εἶναι στερεωμένη στὸν οὐρανό. Τὴν κρατεῖ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος. Ἐκεῖνος εἶναι τελικὰ ἡ ἐλπίδα μας· ὁ πάνσοφος, ὁ παν­τοδύναμος, ὁ πανάγαθος Θεός.
Ἑπομένως ἂς ἔχουμε τὴν ἐλπίδα μας στὸν οὐρανό, στηριγμένη στὸν Κύριο. Ὥστε, ὄχι ἁπλῶς νὰ μένουμε ἀτάραχοι, ἀκόμη καὶ ὅταν τὰ κύματα τῶν δοκιμασιῶν εἶναι ἀλλεπάλληλα, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν παρούσα ἀκόμη ζωὴ νὰ προγευόμαστε τὴν ἐκπλήρωση τῶν ἐπαγγελιῶν τοῦ Θεοῦ. «Ἐν τῷ κόσμῳ ἔτι ὄντας διὰ τῆς ἐλπίδος ἤδη ἐν τῷ οὐρανῷ ἐσμεν» (ΕΠΕ 24, 476), τονίζει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Μέσω τῆς ἐλπίδας βρισκόμαστε ἤδη ἀπὸ τώρα στὸν οὐρανό. Μὲ τὴν ἐλπίδα μας στηριγμένη στὸν Κύριο θὰ διαπλέουμε τὸ πέλαγος τοῦ παρόντος βίου, ἔχοντας τὴ βεβαιότητα ὅτι Ἐκεῖνος θὰ μᾶς ὁδηγήσει στὸ ἀκύμαντο λιμάνι τοῦ οὐρανοῦ, στὴ χαρὰ τῆς Βασιλείας του.


                                                                    ****************************************

Δεν υπάρχουν σχόλια: