ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ ΜΕ ΠΟΛΥ ΜΕΓΑΛΗ ΧΑΡΑ ΣΤΗΝ ΠΟΙΟ ΟΜΟΡΦΗ ΓΙΟΡΤΗ!!!

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2020

 

Το χρονικό του 1940!

«…Ανήμερα της Παναγίας, Αυγούστου 15, όο λαός των βουνών και των ψαράδων της Ελλάδας, πήγε με πολλά καράβια να προσκυνήσει τη μητέρα του Θεού σ’ ένα νησί στο Αρχιπέλαγο. Ήταν συνήθεια σαν τέτοια μέρα να πηγαίνει στο νησί μαζί με τα καράβια κι ένα πολεμικό. Έφτασε στο νησί το πολεμικό καράβι, έριξε άγκυρα και στάρισε τις παντιέρες του. Τότες ο κακός γείτονας που ήθελε να βάλει σε μπελά τους Έλληνες, κρυμμένος μες τη θάλασσα, έριξε τορπίλα και βούλιαζε το πολεμικό, σκότωσε κάμποσους κι απ’ τους ναύτες. Έριξε και στα καράβια των προσκυνητάδων, και πολύς θρήνος θα γινόταν ανάμεσα σε γυναίκες και παιδιά, αν δεν τύχαινε ένας μώλος του λιμανιού, όπου πήγαν και σκάσανε οι τορπίλες.

Τότες ο λαός των Ελλήνων θύμωσε, θύμωσε κι η Παναγία, όμως είπαν, «Ας κάμουμε πως δε βλέπουμε, να μείνουμε σε ειρήνη».

[…] -Ε! λέγανε οι ξένοι άνθρωποι που βλέπανε τα γινόμενα, τί θα κάμη τόσο μικρός λαός με τόσον μεγάλο γείτονα; Θα γονατίση σε μια μέρα!

Μα ο λαός πίστευε πως θα τον βοηθήση η προσβλημένη Παναγία.

– Καλά, περιμένετε να δήτε. Περιμένετε ύστερα από ένα μήνα, τα εισέδυα της Θεοτόκου!

Οι μητέρες στέλναν τους γιους τους να πολεμήσουνε και λέγαν:

-Να μη γυρίσετε αν δεν ρίξετε τον αντίχριστο στη θάλασσα.

Οι εκκλησίες δώσανε τα αναθήματα των πιστών, χρυσά καραβάκια και αγγέλους και ασημένια χέρια, κι οι γραμματικοί που γράφανε πριν βιβλία για τα δεινά του πολέμου, στείλανε μήνυμα στις άλλες χώρες και είπανε πως τέτοιο άδικο δεν ξαναστάθηκε, λοιπόν θα υπερασπίσουμε τη γης μας και την ελευθερία μας. Πέρασε μια μέρα και οι βάρβαροι που λέγαν πως με τα φουσάτα τους θα πατήσουν τη χώρα., δεν μπόρεσαν να μπουν.

Πέρασε κι άλλη μέρα και πάλι δεν μπόρεσαν, επειδή στα περάσματα των βουνών είχαν φτάσει οι Έλληνες και τους πολεμούσαν. Πέρασαν έτσι πολλές μέρες, ο λαός έβλεπε οράματα με αρχαγγέλους και μαυροντυμένες γυναίκες, κι έλεγε ο ένας στον άλλο: Περιμένετε τα εισόδια της Θεοτόκου. Και όταν ξημέρωσε η μέ¬ρα αυτή, μεγάλη χαρά ήρθε στους Έλληνες. Ήρθε μήνυμα πως οι βοσκοί και οι ψαράδες που ξεσηκώθηκαν να σταματήσουν τους βαρβάρους, τους κυνήγησαν μες τη χώρα τους και τους πήραν πολλά λάφυρα, άρματα και φυσέκια, και μια μεγάλη πολιτεία, την Κορυτσά. Τα γυναικόπαιδα κουβαλούσαν στους πολεμιστές βόλια και θροφές και κατρακυλούσαν πάνω στους οχτρούς πέτρες και τούς σκότωναν. Όσοι οχτροί γλύτωσαν, πήραν τ’ άγρια βουνά και τους φάγανε οι λύκοι.

Τότε έγινε μεγάλος εορτασμός στη χώρα των Ελλήνων. Οι καμπάνες των εκκλησιών χτυπούσαν χαρμόσυνα τρεις μέρες, και τα σπίτια βάλανε σημαίες, και ο Αρχιεπίσκοπος φόρεσε άμφια καμωμένα με ασήμι, και γύρω του έβαλε μαυροφορεμένους αρχιμανδρίτες και δοζάσανε το Θεό. Ο λαός έψελνε «Τη Υπερμάχω Στρατηγώ», και οι γυναίκες κλάψανε σιωπηλά όταν μνημόνεψαν τους σκοτωμένους πολεμιστές…».

(Πηγή: Τόμος «28 Οκτωβρίου 1940», εκδ. ΕΥΘΥΝΗ, κείμενα της Μεθορίου/ 5, 1996).

Πηγή:ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ





 

Τι είναι η Πατρίδα μας;



 

Η Ελληνική Σημαία!

Η Ελληνική Σημαία είναι το εθνικό σύμβολο του κράτους των Ελλήνων, αποτελούμενη από έναν Σταυρό στην επάνω αριστερή της πλευρά και εννέα εναλλασσόμενες οριζόντιες γραμμές, πέντε κυανές και τέσσερις λευκές. Σύμβολα υπήρχαν από τους αρχαίους χρόνους στις ελληνικές πόλεις – κράτη, γεγονός που συναντάται σε όλους τους λαούς του κόσμου. 

 Το άρθρο αυτό έχει σκοπό να επεξηγήσει ορισμένα βασικά ζητήματα περί της ελληνικής σημαίας, η οποία ανά διαστήματα έχει δεχθεί ύβρεις και βεβηλώσεις, δυστυχώς ακόμη κι από Έλληνες.


 Η πρώτη επίσημη επαναστατική ελληνική σημαία του αναγεννώμενου ελληνικού Κράτους θεσμοθετήθηκε την 1η Ιανουαρίου 1822, στην Α’ Εθνοσυνέλευση στην Πιάδα Επιδαύρου, οριζόμενη από το ΡΔ’ άρθρο του προσωρινού πολιτεύματος της Ελλάδος, η οποία συμβολίζει «την Πάρεδρον του Θεού Σοφίαν, την Ελευθερίαν και την Πατρίδα», φέροντας ως σύμβολο τον σταυρό και ως χρώματα το κυανό και το λευκό. 

 Στις 15 Μαρτίου 1822 στην Κόρινθο, το εκτελεστικό σώμα με το διάταγμα 540 προσδιόρισε τις λεπτομέρειες της απόφασης αυτής.
 Κατά καιρούς λοιπόν, έχουν ακουστεί πολλές ερμηνείες κυρίως για τα χρώματα της σημαίας, αλλά και του σταυρού. Η επικρατούσα άποψη είναι πως οι εννέα γραμμές αποτελούν από μία συλλαβή για την φράση «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Η ΘΑΝΑΤΟΣ», και ότι τα χρώματα συμβολίζουν την αγνότητα του σκοπού της επανάστασης (λευκό) και την ουράνια θεϊκή δύναμη και παρέμβαση (κυανό) που ενίσχυσε και βοήθησε τους Έλληνες στον άνισο αυτόν, αλλά δίκαιο αγώνα. Άλλες εκδοχές είναι πως τα χρώματα συμβολίζουν τον ουρανό και τον αφρό της θάλασσας, την κυανή ναυτική βάρκα και την λευκή φουστανέλα ή τους κυματισμούς της θάλασσας. 

 Υπάρχει επίσης η πεποίθηση, ότι η ελληνική σημαία είναι εμπνευσμένη από τον αρχηγό του στόλου Ιωάννη Σταθά, ο οποίος μαζί με τον υπαρχηγό Νικοτσάρα πραγματοποίησαν επιδρομές στα παράλια του Β. Αιγαίου το 1807, και έφεραν μαζί τους μια σημαία με κυανό πεδίο και κατάλευκο σταυρό. Έχει ακουστεί ακόμα η γνώμη ότι τα χρώματα επιλέχθηκαν από την βαυαρική σημαία, επί βαυαροκρατίας. Σαφώς, η άποψη αυτή επ’ ουδενί δεν μπορεί να ισχύει, αφού η απόφαση που προσδιόριζε τα εθνικά χρώματα είχε παρθεί πολλά χρόνια πριν, στην Α’ Εθνοσυνέλευση.


Όσον αφορά τον σταυρό, φυσικά και συμβολίζει τον Χριστιανισμό, όπως μαρτυρούν άλλωστε και οι προσωπικές σημαίες των επαναστατών, που εκτός από τον σταυρό, πολλές έφεραν και μορφές Αγίων, παρ’ όλο που ορισμένες σύγχρονες απόψεις ένθεν κι ένθεν θέλουν να συμβολίζει τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα ή να προέρχεται από απλούς σταυρούς, που αποτελούσαν αρχαία ελληνικά εμβλήματα. Άλλωστε, ο Θ. Κολοκοτρώνης στον λόγο του στην Πνύκα ανέφερε πως «όταν επιάσαμε τα άρματα είπαμε πρώτα υπέρ πίστεως και έπειτα υπέρ πατρίδος», γεγονός που πιστοποιεί τα λεγόμενά μας.

 Γενικά για την σημαία, υπάρχει η άποψη πως η δομή με τις επαναλαμβανόμενες γραμμές, ακόμα και εκείνη με τον σταυρό σε όλη της την έκταση, είναι αντιγραφή από την αμερικανική σημαία και από την αγγλική ή και σημαίες άλλων κρατών, επίσημες και μη, αντίστοιχα. Η αλήθεια είναι πως υπάρχουν μεγάλες ομοιότητες, και ίσως να ισχυριστεί κανείς, ότι εφ’ όσον τότε οι «μεγάλες δυνάμεις» βοήθησαν στον αγώνα, να επηρεαστήκαμε από αυτές στα εθνικά μας σύμβολα. Όλα αυτά είναι εύλογα, όμως πιστεύω πως θα πρέπει να ερευνήσουμε τα βαθύτερα αίτια της επιλογής της ελληνικής σημαίας, διενεργώντας μία έρευνα από ιστορικής απόψεως.

 Αρχικά τα χρώματα και η δομή με τις γραμμές της ελληνικής σημαίας είναι ίδια με τις σημαίες των αριστοκρατικών βυζαντινών οίκων των Αγελάστων, των Μαλεϊνών και των Καλλέργηδων, οι οποίοι πίστευαν πως κατάγονταν από τον Αυτοκράτορα Νικηφόρο Β’ Φωκά, ενώ σε σχέση με τον σταυρό ομοιάζουν με αυτές των Ραγκαβέ και της ναυτικής σημαίας των Παλαιολόγων, αλλά είναι απολύτως ίδια με εκείνη των Δουκών. Επίσης, λέγεται πως η επιλογή των χρωμάτων ίσως να έγινε λόγω των κυανόλευκων σημαιών του Μ. Αλεξάνδρου ή της ενδυμασίας των βυζαντινών αξιωματούχων, ενώ υπάρχει και η εκδοχή ότι τα χρώματα και το σχήμα πάρθηκαν από την σημαία του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, την οποία έφερε κατά την άλωση της Πόλης (βλ. σχετική εικόνα). 

 Όμως, πιο αληθείς φαίνονται οι περιπτώσεις, η ελληνική σημαία να προήλθε από τους βυζαντινούς χρόνους. Πιο συγκεκριμένα, η ελληνική σημαία με τις γραμμές είναι ίδια με το φλάμμουλο (σημαία) του δρουγγού (στρατιωτική μονάδα μεγέθους τάγματος) των Ελλαδικών, ενώ η αντικατασταθείσα απ’ αυτήν, όπως προαναφέραμε με των Δουκών.


 Οι λόγοι που επιλέχθηκαν αυτές οι δύο σημαίες, η πρώτη του ναυτικού και η δεύτερη της ξηράς, δεν είναι καθόλου τυχαίοι. Το φλάμμουλο του δρουγγού των Ελλαδικών, αφορούσε τον βυζαντινό στόλο, που είχε ως πεδία δράσης του, κυρίως το Ελλαδικό θέμα, και τις περιοχές της Θεσσαλονίκης, του Στρυμόνος και της Κρήτης. 

 Το Ελλαδικό θέμα, περιελάμβανε γεωγραφικά την Στερεά Ελλάδα, την Πελοπόννησο και την Θεσσαλία, το οποίο αντιστοιχούσε εν πολλοίς στα απελευθερωμένα εδάφη της Ελλάδος κατά το έτος 1822 (Στερεά Ελλάδα, Πελοπόννησος, Κυκλάδες). Επομένως, φαίνεται ξεκάθαρα πως οι Έλληνες επέλεξαν για ναυτική τους σημαία, μία ναυτική βυζαντινή σημαία.



 

    Στη Σημαία!

 (από τα παλιά μας αναγνωστικά).



Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2020

 

O μεγαλομάρτυς Δημήτριος ο Μυροβλύτης!

Ο Άγιος Δημήτριος, από τους ενδοξότερους και δημοφιλέστερους Αγίους της Ορθοδοξίας, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 280 μ.Χ., κατά τους χρόνους που βασίλευε ο μεγάλος διώκτης του Χριστιανισμού, ο Διοκλητιανός. Γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, σε νεαρή ηλικία κατατάχθηκε στο ρωμαϊκό στρατό και έφτασε μέχρι το βαθμό του χιλιάρχου, δηλαδή συνταγματάρχης, σε ηλικία 22 μόλις ετών. Ήταν από τη φύση του φιλομαθής, ερευνητικός άνθρωπος που έψαχνε το υψηλό και αληθινό, το οποίο βρήκε στη χριστιανική πίστη, στην Ορθοδοξία.


Έγινε διαπρύσιος κήρυκας του Ευαγγελίου σχηματίζοντας ένα κύκλο νεαρών μαθητών, τους οποίους δίδασκε την Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη), στις υπόγειες κατακόμβες πλησίον των δημοσίων λουτρών της πόλεως. Κατά τη διάρκεια μιας από αυτές τις συναθροίσεις (303 μ.Χ.), συνέλαβαν τον «μακαριότατο Δημήτριο εκ γένους των περιδόξων» οι στρατιώτες του Γαλέριου, με την κατηγορία ότι συμμετέχει ενεργά στις χριστιανικές συγκεντρώσεις και τον οδήγησαν ενώπιον του αυτοκράτορος Μαξιμιανού, ο οποίος παρεπιδημούσε στη Θεσσαλονίκη.

Όταν ο Άγιος πλησίασε τον αυτοκράτορα, αυτός του ζήτησε να απαρνηθεί την πίστη του. Ο θαρραλέος μάρτυρας και ακλόνητος τη πίστη ομολόγησε «Τω Χριστώ μου πιστεύω μόνον». Εξοργισμένος ο λυσσαλέος και μανιώδης Μαξιμιανός από τη στάση του μάρτυρος, διέταξε τη φυλάκισή του.

Στη φυλακή βρισκόταν και ένας νεαρός Χριστιανός, ο Νέστορας (είναι Άγιος και τιμάται στις 27 Οκτωβρίου),ο οποίος θα αντιμετώπιζε σε μονομαχία τον φοβερό μονομάχο της εποχής, το Λυαίο. Πριν να διεξαχθεί η μάχη, ο Νέστορας πλησίασε το Δημήτριο και του ζήτησε τη βοήθειά του. Ο Δημήτριος του έδωσε την ευχή του, με αποτέλεσμα ο Νέστορας να νικήσει το φοβερό Λυαίο, που κανένας δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα μαζί του. Αυτό όμως προκάλεσε την οργή του αυτοκράτορος. Έτσι, διέταξε όπως θανατωθούν και οι δύο, ο Δημήτριος και ο Νέστορας.

Ο Άγιος είναι ο πολιούχος της Θεσσαλονίκης, όπου η ημέρα της μνήμης του είναι επίσημη αργία για όλη την πόλη.

Ένα από τα πολλά θαύματα του Αγίου είναι και το ακόλουθο. Το 1823 μ.Χ. οι Τούρκοι, οι οποίο βρίσκονταν αμπαρωμένοι στην Ακρόπολη της Αθήνας ετοίμαζαν τα πυρομαχικά τους για να χτυπήσουν με τα κανόνια τους, τους Έλληνες που βρίσκονταν στο ναό του Αγίου Δημητρίου. Τότε ο Άγιος Δημήτριος έκανε το θαύμα του για να σωθούν οι Χριστιανοί. Η πυρίτιδα έσκασε στα χέρια των Τούρκων καταστρέφοντας και τμήμα του μνημείου του Παρθενώνα. Για να θυμούνται αυτό το θαύμα, ο ναός ονομάστηκε από τότε Άγιος Δημήτριος Λουμπαρδιάρης, από την λουμπάρδα δηλαδή το κανόνι των Τούρκων που καταστράφηκε.

                          ΠΗΓΗ:ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ





 

Ο Άγιος Δημήτριος ως πρότυπο Κατηχητή και Ιεραποστόλου!


Η αναγκαιότητα του κηρύγματος για τη ζωή της εκκλησίας θεμελιώνεται στο παράδειγμα του Κυρίου και των Αποστόλων. Η εντολή του Χριστού προς τους μαθητές Του μετά την Ανάσταση «Πορευθέντες εις τον κόσμον άπαντα κηρύξατε το ευαγγέλιον πάση τη κτίσει» (Μκ. 16,15) είναι σαφής.

Ο άγιος μεγαλομάρτυς Δημήτριος γεννήθηκε περί το 280 – 284 μ.Χ. και μαρτύρησε επί των αυτοκρατόρων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού το 303 μ.Χ.. Αποτέλεσε για την εποχή του την έμπρακτη εφαρμογή της Κυριακής εντολής «Πορευθέντες κηρύξατε το ευαγγέλιον πάση τη κτίσει» (Μκ. 16,15). Κατανοώντας ο ίδιος την αξία της κατήχησης και διάδοσης του μηνύματος του ευαγγελίου για την κοινωνία στην οποία ζούσε ανέλαβε έντονη ιεραποστολική δράση. Με το λόγο του προσέφερε οσμή γνώσεως σε όλους όσοι επιθυμούσαν την κατήχηση τους. Σε μια εποχή πλούσια σε ψεύτικους Θεούς και αρκετά δύσκολη για το χριστιανισμό, ο «σοφώτατος εν διδαχαίς» (Δοξαστικό Αίνων) άγιος Δημήτριος κήρυττε και μαρτυρούσε την πραγματική πίστη στο πρόσωπο του Χριστού ως τον μόνο αληθινό Θεό βυθίζοντας «των ειδώλων την πλάνην, εις χάος»(κάθισμα εορτής). Τολμούσε να κηρύξει μια απαγορευμένη για την εποχή εκείνη πίστη αδιαφορώντας για το αν θα τον καταγγείλουν στις αρχές η για το αν τελικά συλληφθεί. Ακολουθώντας πιστά την προτροπή του αποστόλου Παύλου «κήρυξον τον λόγον, επίστηθι ευκαίρως ακαίρως, έλεγξον, επιτίμησον, παρακάλεσον, εν πάση μακροθυμία και διδαχή» (Β΄ Τιμ. 4,2) κήρυττε, “απτοήτω γλώσση”, το μυστήριο της παρουσίας του Χριστού μέσα στον κόσμο, βοηθώντας με αυτό τον τρόπο πολλούς ανθρώπους να επιστρέψουν από την λατρεία των ειδώλων στην αληθινή πίστη του Χριστού.


Στην «Χαλκευτική» στοά της αρχαίας αγοράς της Θεσσαλονίκης, κοντά στον σημερινό ναό της Παναγίας των Χαλκέων, συγκέντρωνε τους νέους της εποχής του και τους δίδασκε όλα όσα χρειάζονταν για την πίστη τους στο Θεό ώστε και εκείνοι αργότερα να δώσουν την δική τους μαρτυρία μέσα στον κόσμο. Γι αυτό και η στοά ονομάζονταν «Καταφυγή», απόδειξη της πνευματικής της σπουδαιότητας ως λιμάνι ευσεβείας.

Το προσωπικό παράδειγμα ζωής αποτελούσε τον τρόπο διδασκαλίας του αγίου. Δίδασκε την οδό της ευσεβείας και με τον τρόπο αυτό με σταθερότητα, σοβαρότητα και συναίσθηση της ευθύνης οδηγούσε τους νέους στον ναό και στην σταδιακή επαφή τους με τη λατρεία.

Ο άγιος Δημήτριος κάτω από τις πιο δυσμενείς και αντίξοες εξωτερικές συνθήκες κατάφερε λόγω και έργω να παρουσιάσει πνευματικό δυναμισμό και τέτοιο ακτινοβόλο μεγαλείο ώστε να θεωρείται σήμερα πρότυπο για οποιοδήποτε επιθυμεί να ασκήσει κατηχητικό-ιεραποστολικό έργο. Η έντονη ιεραποστολική δράση του αγίου Δημητρίου στην πόλη της Θεσσαλονίκης αποτελούσε ιερό καθήκον του σύμφωνα με την σαφή εντολή του Κυρίου προ της Αναλήψεώς Του: «έσεσθέ μου μάρτυρες εν τε Ιερουσαλήμ και εν πάση τη Ιουδαία και Σαμαρεία και έως εσχάτου της γης» (Πρξ. 1,8).

Εκεί στην «Χαλκευτική» στοά ήταν που συνελήφθη για να οδηγηθεί στον Μαξιμιανό και να δώσει την μαρτυρία του Χριστού που θα τον οδηγούσε και στο μαρτύριο για το Χριστό. Έτσι αποδείχθηκε πως ο βίος του αγίου Δημητρίου ήταν Χριστομίμητος γι αυτό και αξιώθηκε «λόγχη τρωθέντα, πλευράν ως ο Δεσπότης» (Μεγαλυνάριο).

Ο Θεσσαλονικεύς και Μακεδόνας άγιος Δημήτριος, ένας από τους ενδοξότερους και λαοφιλέστερους αγίους της Ορθοδοξίας, δίδαξε και διδάσκει πάντοτε πολλαπλώς, με την ζωή του, το μαρτύριό του και την μνήμη του. Ο βίος και το μαρτύριο του αγίου Δημητρίου αποτελούν ιδιαίτερη ιεραποστολική πρόσκληση και πρόκληση για όλους τους σημερινούς χριστιανούς. Ο άγιος μας υπενθυμίζει πως το κήρυγμα και η κατήχηση των νέων αποτελεί ιερό καθήκον και βασικό στοιχείο της ταυτότητας της Εκκλησίας. Ο κάθε χριστιανός καλείται να αναλάβει την ευθύνη του έργου για τη διάδοση του λόγου του Θεού και για την πνευματική οικοδομή και παράκληση των ανθρώπων. Άλλωστε μια Εκκλησία χωρίς ιεραποστολή είναι τελικά μια Εκκλησία χωρίς αποστολή. Ο σύγχρονος άνθρωπος κουρασμένος από τα κηρύγματα χωρίς βάθος και νόημα, αναζητά να διδαχθεί μέσα από το παράδειγμα της ζωής του κήρυκα. Συνεπώς ο κάθε βαπτισμένος χριστιανός καλείται, ακολουθώντας το παράδειγμα του αγίου Δημητρίου, να είναι απόστολος του Χριστού μέσα στον κόσμο και στη κοινωνία που ζει με μαρτυρία κυρίως την προσωπική ζωή και τα έργα αγάπης ως απόδειξη της εν Χριστώ ανακαίνισης των πάντων. Ο επανευαγγελισμός των ανθρώπων που ζούνε μέσα στις σύγχρονες εκκοσμικευμένες κοινωνίες, αποτελεί χρέος του καθενός από εμάς ξεχωριστά ως μαθητές Χριστού και μιμητές του αγίου Δημητρίου. Καλούμαστε λοιπόν με αφορμή την εορτή του αγίου Δημητρίου, να συνεχίσουμε την «λειτουργία μετά την Λειτουργία» και να δίνουμε καθημερινά την μαρτυρία περί της αληθείας της πίστεως ενώπιον του Θεού και των ανθρώπων.

                     ΠΗΓΗ:ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ


 

ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ: Το σκήνωμα του Θαυματουργού στη Θεσσαλονίκη!

 Την πρώτη πληροφορία για την ανάβλυση του μύρου βρίσκουμε στον Ιωάννη Καμενιάτη, ο οποίος εξιστόρησε την άλωση της Θεσσαλονίκης από τους Σαρακηνούς το 904. Αυτός για πρώτη φορά αποκαλεί τον Άγιο Δημήτριο «μυροβλύτην».

Γράφει ο Καμενιάτης: «Αυτόν γαρ αυχεί Θεσσαλονίκη τον Παύλον έχειν της ευσεβείας διδάσκαλον το σκεύος της εκλογής, μετ εκείνον δε τον μέγαν εν μάρτυσι και αξιοθαύμαστον εν αθλοφόροις Δημήτριον τόνΜυροβλύτην, πολύν αγώνα υπέρ της ευσεβείας καταβαλόμενον», (διότι γι αυτόν τον λόγο είναι περήφανη η Θεσσαλονίκη, επειδή έχει τον Παύλο, το σκεύος εκλογής, διδάσκαλο της ευσέβειας, και μετά τον Παύλο τον μεγάλο μεταξύ των μαρτύρων και αξιοθαύμαστο μεταξύ των αθλοφόρων, τον Δημήτριο τον Μυροβλύτη, ο οποίος και αυτός αγωνίσθηκε πολύ και κοπίασε για την ευσέβεια).

Ο Κωνσταντίνος Ακροπολίτης (Μέγας Λογοθέτης από το 1296 ως το 1321, γνωστός συναξαριστής, ρήτορας, και επιστολογράφος) στον λόγο του «εις τόνΜεγαλομάρτυρα και μυροβλύτην Δημήτριον» περιγράφοντας ένα θαύμα θεραπείας οφθαλμών διά του μύρου, αποκαλεί τον Άγιο «μυροβλύτην». Γράφει ο Ακροπολίτης: «σπεύδοιμι δε προς την του Μεγάλου Δημητρίου πόλιν όση μοι δύναμις, ως αν εκείσε γενόμενος παρά τε τον ναόν αφικοίμην και τη τιμία προσεπιρριφείην σορώ και τω θείωτούς οφθαλμούς επιχρισαίμην μύρωκαί την οπτικήν απολάβοιμι, πέποιθα γαρ ως πάραυτά μοι τας όψεις ο μυροβλύτης ιάσαιτο. Και ο μυροβλύτης «αλλά δεύρό μοι του ίππου επίβηθι προς βραχύ και προς ολίγον δια ναπαύθητι», (βιάζομαι να πάω στην πόλη του μεγάλου Δημητρίου με όση δύναμη έχω, φτάνοντας δε στον ναό και προσπίπτοντας στην τιμία σορό επάλειψα τα μάτια μου με το θείο μύρο και απέκτησα την όρασή μου. Είχα πιστέψει πως αμέσως ο μυροβλύτης θα μου χάριζε την όρασή μου. Και ο μυροβλύτης μου είπε: «έλα ανέβα πάνω στο άλογό μου για λίγο και ξεκουρά σου λιγάκι»).

 

 


Επίσης ο Ισίδωρος Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης (1342-1396) ονομάζει τόνΆγιο Δημήτριο «μυρορρόα»: «αλλ ου τούτο μόνον ικανόν, αγαπητοί, έως αν ημίν μη προσή και βίος επαινετός και ευώδης και ο Δημήτριος οσφραινόμενος ήδεται μυρορρόας», (αλλά μόνον αυτό δεν είναι αρκετό αγαπητοί, αν δεν μας παρουσιάσει και ζωή αξιέπαινη και ευώδη, από την οποία οσφραινόμενος ο Δημήτριος μυροβλύζει ευχάριστα).

Αλλά και ο Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Γαβριήλ (1397-1416) στις ομιλίες του ονομάζει τον Άγιο μυροβλύτη. «Συ, δε, μάρτυς, μέγιστε του Χριστού, μυροβλύτα Δημήτριε», (Εσύ δε μεγαλομάρτυρα του Χριστού, μυροβλύτα Δημήτριε). Ο ίδιος επίσης λίγο παρακάτω γράφει: «Διά ταύτα και ημείς υπόθεσιν μεγίστων προθέντες τον θαυματουργόν και μυροβλύτην Δημήτριον» (γι αυτό κι εμείς ως μεγάλη υπόθεση προβάλουμε τον θαυματουργό και μυροβλύτη Δημήτριο).

Από μία επιγραφή του 1284 μ.Χ. πάνω σε λευκόμάρμαρο, η oποία βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη δίπλα στην πύλη του τζαμιού Εσκί Σεράι (ναός του Προφήτη Ηλία) που δημοσιεύθηκε από τους Ευθ. Τσιγαρίδα Κάτια Λοβέρδου-Τσιγαρίδα και σήμερα βρίσκεται στο Ναό του Αγίου Γεωργίου (Ροτόντα), πληροφορούμαστε ότι ο ανακαινιζόμενος ναός του τρισμάκαρος «έχει εντός τον μέγα μυροβλύτη».

Τέλος, να πούμε πως πολλοί εγκωμιαστές επιγράφουν τους λόγους και τα εγκώμιά τους αποκαλώντας τον μεγαλομάρτυρα Άγιο Δημήτριο «μυροβλύτη». Στην λειτουργική επίσης ζωή και παράδοση της Εκκλησίας μας μετά τον 10ο αιώνα ο Άγιος Δημήτριος μνημονεύεται ως «μεγαλομάρτυς και μυροβλύτης».

Από τη μελέτη των πηγών, των κανόνων, των ύμνων, των τροπαρίων και γενικά της λειτουργικής και λατρευτικής παράδοσης, προκύπτει ότι η ανάβλυση του μύρου γινόταν είτε από το πηγάδι , είτε από τον τάφο, είτε από τη λάρνακα και το κιβώριο, είτε από τη λογχισμένη πλευρά, είτε από το σώμα και τη σορό του μάρτυρα, ως την αστείρευτη πηγή. Τα μύρα αυτά ήταν «αείρροα», σχημάτιζαν «ποταμόν» που διαπότιζε όχι μόνο την πόλη αλλά και «πάσαν την γην» με αποτέλεσμα να καταγγέλλεται στην οικουμένη ότι το μύρο είναι «αμοιβή της αγνείας» του μάρτυρα και δείγμα «αληθούς αφθαρσίας». Επίσης «το αίμα Δημητρίου» που έρρευσε από τη λογχισμένη πλευρά μεταβάλλεται σε «μύρον κοινόν αναβλύζον εξ αυτής και παρέχον τοις πιστοίς ιάματα» (το αίμα του Δημητρίου που έρρευσε από την πλευρά του μεταβάλλεται σε κοινό που μπορούν να το πάρουν όλοι μύρο που αναβλύζει από αυτήν (την πληγή) και παρέχει θεραπείες στους πιστούς), ενώ η ευωδία του εκδιώκει τους δαίμονες. Η σορός των αγίων λειψάνων ανέκαθεν, αναφέρει ο άγιος Συμεών αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, αποτελεί «πηγή ακενώτων δωρεών που αναβλύζει αβύσσους ιαμάτων προς ανακούφιση όσων δοκιμάζονται», διότι αναδεικνύεται πάντα «θεραπευτήριο όσων πάσχουν, θεραπεία των ασθενών, παρηγοριά για όσους στενοχωριούνται, κοινό και σωτήριο καταφύγιο» όλων των ανθρώπων όχι μόνο των πολιτών αυτής της πόλης αλλά «και των ξένων». (Επιγραφή ψηφιδωτού δεξιού πεσσού ιερού βήματος 7ου αι.).





Βιώνοντας ο υμνογράφος την ευεργεσία που λαμβάνει κανείς από τις πρεσβείες του Αγίου, που ενώθηκε με την πηγή του μύρου που είναι ο Χριστός, κι απαθανατίζοντας επιγραμματικά την ορθόδοξη θεολογική θεώρηση των αγίων ως μελών της Εκκλησίας, αποκαλύπτει ότι ο Χριστός, η κεφαλή και η δόξα της Εκκλησίας, αυτός είναι το μύρο. «Το μύρον Χριστός εν τη ψυχή σου, Δημήτριε, ρεύσαν νοητώς, ως χείλεσι σοίς μέλεσι, μύρου πηγήν εξέχεε, της χάριτος του Πνεύματος σεπτόν δεικνύων σε σκήνωμα». Ο Χριστός, που είναι το αιώνιο μύρο, έρρευσε στην καρδιά σου, Δημήτριε. Κι αυτό το μύρο, ο Χριστός, ξεχείλιζε.

Ο στενός καί αδιάρρηκτος δεσμός μέ τόν Κύριο τόν ταυτίζει μαζί του, ώστε τελικά καί τό αίμα τού Μάρτυρα νά γίνεται μύρο. Ακούει ο ποιητής τόν Μεγαλομάρτυρα νά απευθύνεται μέ περιπάθεια πρός τόν Κύριο:

«Εγώ φησιν ο ερώμενος, εγώ, Νυμφίε, σπεύδω οπίσω σου οσμή γάρ μύρων σου πάντων τών μύρων υπέρκειται, ήτις ημών τό αίμα μύρον ειργάσατο». Πληγωμένος από τόν έρωτά σου, Νυμφίε μου, λέει ο άγιος, τρέχω ξοπίσω σου. Τό άρωμα τών δικών Σου μύρων ξεπερνά κάθε μύρο. Κι είναι αυτό πού μέ αλλοιώνει, ώστε καί τό αίμα μου μετέβαλε σέ μύρο.

Σέ άλλο τροπάριο απηχεί η έννοια τού χωρίου τής Β΄ πρός Κορινθίους Επιστολής (2, 15) ότι ο χριστιανός έχοντας μέσα του τόν Χριστό, μέ τή διδασκαλία καί τά μυστήρια, γίνεται «ευωδία Χριστού».

Τέλος, ο 132ος Ψαλμός τού Δαυίδ, όπου γίνεται λόγος γιά τό μύρο πού ευωδίαζε κατά τή στέψη τού Ααρών καί συμβόλιζε τήν ενότητα τού λαού τού Θεού, δίνει αφορμή στόν άγιο πατριάρχη Φιλόθεο νά διατυπώσει μία θεμελιώδη εκκλησιολογική αλήθεια. Απευθυνόμενος πρός τόν μυροβλύτη άγιο λέγει: «Ως μύρον μέν έφησε Δαυίδ ο θείος, εν Πνεύματι, τήν ένωσιν, ένδοξε, τών αδελφών τήν τερπνήν τά δέ μύρα σου, σοφέ, τήν νέαν κτίσιν συνάγει πρός ένωσιν, μύρου τού κρείττονος». Η μνήμη τού Μυροβλύτη, πού συνάγει όλους τούς χριστιανούς, είναι ένα δυνατό μάθημα πρός όλα τά μέλη τής νέας κτίσης, τής Εκκλησίας. Προτρέπει νά διατηρήσουμε τήν ενότητα τού Πνεύματος, νά μείνουμε ενωμένοι στή μία, αγία, καθολική καί αποστολική Εκκλησία, όπου αναβλύζει τό ανώτερο, τό «κρείττον» μύρο, ο Ιησούς Χριστός.

Η ευλογία τού μύρου τού Αγίου Δημητρίου είναι εμφανής σέ όσους προστρέχουν στή χάρη τού μεγαλομάρτυρος καί στήν εποχή μας. Καθημερινά οι ιερείς καί οι συνεργάτες τού Ναού γίνονται μάρτυρες τών θαυμαστών επεμβάσεων καί θεραπειών πού επιτελούνται μέ τό άγιο μύρο σέ όλο τόν κόσμο. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς γράφει χαρακτηριστικά πώς ο Ναός τού αγίου Δημητρίου στή Θεσσαλονίκη γίνεται «παράδεισος άλλος, ού πηγήν μύρων εκτρέχουσα τό τής γής ποτίζει άπαν πρόσωπον» καί τόν «κόσμον όλον ποταμιδόν καταρδεύει» (παράδεισος τού οποίου η πηγή τών μύρων πού τρέχει ποτίζει όλο τό πρόσωπο τής γής καί σάν ποτάμι καταρδεύει όλο τόν κόσμο).

Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο «Το Μύρο του Αγίου Δημητρίου Ιστορία και σύγχρονα Θαύματα» του Πρωτ/ρου Γεωργίου Θεοδωρή

Απολυτίκιον
Ήχος γ’.
Μέγαν εύρατο εv τοις κιvδυvοις, σε υπέρμαχοv, η οικουμένη, Αθλοφόρε τα έθνη τροπούμενον. Ως ούν Λυαίου καθείλες την έπαρσιν, εν τω σταδίω θαρρύvας τον Νέστορα, ούτως Άγιε, Μεγαλομάρτυς Δημήτριε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.

                              ΠΗΓΗ:ΒΗΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Για το απολυτίκιο του Αγίου Δημητρίου πατήστε στο παρακάτω σύνδεσμο:

https://youtu.be/fqmGJIqc4pE


 











ΕΝΑΡΞΗ ΝΕΑΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΤΗΣ ΕΝΟΡΙΑΣ ΜΑΣ

  ΕΝΑΡΞΗ ΝΕΑΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΤΗΣ ΕΝΟΡΙΑΣ ΜΑΣ   ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΔΡΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΜΙΚΡΟΥΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΥΣ ΣΤΗΝ ΕΝΟΡΙΑΣ ΜΑ...