ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ ΜΕ ΠΟΛΥ ΜΕΓΑΛΗ ΧΑΡΑ ΣΤΗΝ ΠΟΙΟ ΟΜΟΡΦΗ ΓΙΟΡΤΗ!!!

Σάββατο 29 Ιανουαρίου 2022

 

Πως φτάνουμε στην αγάπη προς τον Θεό;

 Να θυμάσαι πάντα πως η αγάπη προς τον Θεό είναι η ύψιστη δωρεά του Αγίου Πνεύματος. Το μόνο που μπορεί να κάνει ο άνθρωπος είναι να ετοιμάσει τον εαυτό του με την καθαρότητα…

Πως φτάνουμε στην αγάπη προς τον Θεό;

Να αγαπάς τον Θεό έτσι όπως Εκείνος μας πρόσταξε να τον αγαπάμε και όχι όπως τον αγαπούν τάχα οι πλανεμένοι ονειροπόλοι.

Μην επιδιώκεις εκστάσεις, μην προξενείς στον εαυτό σου νευρική έξαψη, μη φλογίζεις την καρδιά σου με φλόγα σαρκική, με τη φλόγα του αίματος σου. Θυσία ευπρόσδεκτη από τον Θεό είναι η ταπείνωση της καρδιάς και η συντριβή του πνεύματος.

Αποστρέφεται ο κύριος τη θυσία που του προσφέρεται με αυτοπεποίθηση με υπερηφάνεια έστω κι αν πρόκειται για Ολοκαύτωμα.

Η υπερηφάνεια ταράζει τα νεύρα, θερμαίνει το αίμα, διεγείρει τη φαντασία συντηρεί τη ζωή της πτώσεως. Η ταπείνωση γαληνεύει τα νεύρα, κατευνάζει την κυκλοφορία του αίματος, καταπαύει την ονειροπόληση, τερματίζει τη ζωή της πτώσεως, δίνει τη ζωή που έφερε ο Ιησούς Χριστός.

«Η υπακοή είναι για τον Κύριο καλύτερη από κάθε θυσία και η υποταγή στο θέλημα του ανώτερη από το λίπος των κριαριών» είπε ο προφήτης Σαμουήλ στον βασιλιά Σαούλ, που τόλμησε να προσφέρει στον Θεό θυσία ανάρμοστη.

Αν λοιπόν θέλεις να προσφέρεις στον Θεό τη θυσία της αγάπης μην την προσφέρεις αυθαίρετα και αλόγιστα, να την πρόσθεση με ταπείνωση όταν και όπου όρισε ο Θεός. Ο πνευματικός τόπος που μας δόθηκε εντολή να προσθέσουμε πνευματικές θυσίες είναι η ταπείνωση.

Θέλεις να διδαχθείς την αγάπη προς τον Θεό; Με επιμέλεια να μελετάς το Ευαγγέλιο τις εντολές του κυρίου και να προσπαθείς να τις εφαρμόζεις στην πράξη, αποκτώντας έτσι σιγά σιγά τις ευαγγελικές αρετές και κάνοντάς τες έξεις σου, ιδιότητες της ψυχής σου.

Χαρακτηριστικό του ανθρώπου που αγαπά είναι η ακριβής εκπλήρωση του θελήματος του αγαπημένου του προσώπου.

Με την σταθερή απομάκρυνση από το κακό και την οικείωση των ευαγγελικών αρετών φτάνουμε στην αγάπη προς τον Θεό. Με τον ίδιο τρόπο παραμένουμε σε αυτή την αγάπη: «Αν τηρήσετε τις εντολές μου, θα μείνετε πιστοί στην αγάπη μου» είπε ο Σωτήρας.

Η τελειότητα της αγάπης βρίσκεται στην ένωση με τον Θεό. Η πρόοδος στην αγάπη συνοδεύεται από ανέκφραστη πνευματική παρηγοριά, γλυκύτητα και φώτιση. Αλλά στην αρχή του αγώνα του ο μαθητής της αγάπης πρέπει να πολεμήσει σκληρά με τον ίδιο του τον εαυτό, με τη βαριά αρρωστημένη φύση του.

Το κακό λόγο του προπατορικού αμαρτήματος έγινε στοιχείο της φύσεώς μας, έγινε νόμος γι αυτή τη μεταπτωτική φύση, νόμος που αντιστρατεύεται τον νόμο του Θεού, τον νόμο της Αγίας αγάπης.

Να θυμάσαι πάντα πως η αγάπη προς τον Θεό είναι η ύψιστη δωρεά του Αγίου Πνεύματος. Το μόνο που μπορεί να κάνει ο άνθρωπος είναι να ετοιμάσει τον εαυτό του με την καθαρότητα και την ταπεινοφροσύνη, για να δεχθεί αυτή τη δωρεά, με την οποία αλλοιώνονται ο νους, η καρδιά και το σώμα.

Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ

ΠΗΓΗ:ΒΗΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ





 

Ανακομιδή Ιερών Λειψάνων του Αγίου Ιερομάρτυρος Ιγνατίου του Θεοφόρου.

 Η Εκκλησία μας τιμά σήμερα, 29 Ιανουαρίου, της Ανακομιδή των Ιερών Λειψάνων του Αγίου Ιγνατίου. Ο Άγιος Ιερομάρτυς Ιγνάτιος (τιμάται 20 Δεκεμβρίου) ήταν διάδοχος των Αποστόλων και χρημάτισε δεύτερος Επίσκοπος Αντιοχείας.

Υπήρξε, μαζί με τον Επίσκοπο της Εκκλησίας της Σμύρνης Πολύκαρπο, μαθητής του Ευαγγελιστή Ιωάννη του Θεολόγου. Μαρτύρησε επί αυτοκράτορα Τραϊανού (98 – 117 μ.Χ.) στη Ρώμη, κατασπαραχθείς από τα θηρία.

Μετά το φρικτό μαρτύριο του Αγίου, κάποιοι Χριστιανοί μάζεψαν από τον ιππόδρομο τα εναπομείναντα άγια λείψανά του και τα μετέφεραν στην Αντιόχεια. Η Σύναξη αυτού ετελείτο στην Μεγάλη Εκκλησία.

Ιερά Λείψανα: Η Κάρα του Αγίου βρίσκεται στη Μητρόπολη Βεροίας.
Αποτμήματα του Ιερού Λειψάνου του Αγίου βρίσκονται στις Μονές Μεγ. Λαύρας Αγίου Όρους, Βαρνάκοβας Ναυπακτίας και Νταού Πεντέλης, στην Λαύρα Αγίου Αλεξάνδρου Νέβσκι Αγίας Πετρουπόλεως και στο Ναό του Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων Βενετίας.

Εορτολόγιο: Βαρσιμαίος, Βαρσάμης, Βαρσαμία, Βαρσάμω, Βαλσάμω, Βαλσαμία

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’.
Καί τρόπων μέτοχος, καί θρόνων διάδοχος, τῶν Ἀποστόλων γενόμενος, τήν πρᾶξιν εὗρες θεόπνευστε, εἰς θεωρίας ἐπίβασιν· διά τοῦτο τόν λόγον τῆς ἀληθείας ὀρθοτομῶν, καί τῇ πίστει ἐνήθλησας μέχρις αἵματος, Ἱερομάρτυς Ἰγνάτιε· Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν.

Έτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς θησαυρὸν πλουτοποιῶν δωρημάτων, τὴν τῶν λειψάνων σου μυρίπνοον θήκην, τὴ ποίμνη σου μετήγαγον ἐκ Ρώμης εὐσεβῶς, ἧσπερ τὴν ἐπάνοδον, ἑορτάζοντες ποθῶ, χάριν ἀρυόμεθα, πολλαπλῶν ἰαμάτων, τοὺς σοὺς ἀγῶνας μέλποντες ἀεί, Ἱερομάρτυς Ἰγνάτιε ἔνδοξε.

Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐξ ἑῴας σήμερον ἐξανατείλας, καί τήν κτίσιν ἅπασαν, καταλαμπρύνας διδαχαῖς, τῷ Μαρτυρίῳ κεκόσμηται, ὁ Θεοφόρος καί θεῖος Ἰγνάτιος.

Ὁ Οἶκος
Ἱερεμίαν ὁ Θεὸς ἐκ μήτρας ἁγιάσας, καὶ πρὸ τοῦ γεννηθῆναι γινώσκων ὡς προγνώστης, δοχεῖον ἔσεσθαι αὐτὸν Πνεύματος Ἁγίου, ἐμπιπλᾷ τοῦτον εὐθύς, ἐκ νεαρᾶς βιώσεως, καὶ Προφήτην τοῦτον, καὶ κήρυκα πᾶσιν ἀποστέλλει, προαγγέλλειν τὴν ἁγίαν ἐπὶ τῆς γῆς αὐτοῦ παρουσίαν. Τεχθεὶς οὖν ὁ αὐτὸς Θεὸς ἐκ Παρθένου, πρός τὸ κήρυγμα ἐλθών, εὗρεν ἐκ βρέφους, ἄξιον αὐτοῦ τῆς χάριτος ὑποφήτην, τὸν θεοφόρον καὶ θεῖον Ἰγνάτιον.



ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΣΥΝΔΕΣΜΟ;
https://youtu.be/wlPfRs6OO2Q

ΠΗΓΗ:ΒΗΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

 

«Τι έστιν άνθρωπος» κατά τους Τρεις Ιεράρχες

Του Σεβ. Μητροπολίτου Μάνης κ. Χρυσοστόμου Γ'


Τό ἐρώτημα «τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος» φέρει πανάρχαιο καί ἐπίκαιρο χαρακτῆρα. Πάντοτε καί κάθε ἄνθρωπος ἐρωτᾶ: Τί εἶμαι; Ἀπό ποῦ προέρχομαι; Ποῦ πηγαίνω; Ποῖος ὁ σκοπός τῆς ζωῆς μου; Σ' αὐτά τά εὔλογα ἐρωτήματα, τά τόσο θεμελιώδη καί οὐσιαστικά, οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες στοχάστηκαν, φιλοσόφησαν, θεολόγησαν, ἔγραψαν καί κήρυξαν. Τό θέμα «ἄνθρωπος» τούς ἀπασχόλησε τά μέγιστα.

Δέν ἦσαν, βέβαια, οἱ Μέγας Βασίλειος, Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος καί Γρηγόριος ὁ Θεολόγος κάποιοι ἁπλῶς κληρικοί ἀλλά ὑπῆρξαν καί οἱ τρεῖς τους σπουδαῖες προσωπικότητες, μέ λιπαρά παιδεία ἑλληνική καί χριστιανική. Κυρίως ὅμως, ὁ κατά Χριστόν βίος τους λάμπει στό πνευματικό στερέωμα καί ὁ λόγος τους ἔχει πλέον ἐκκλησιαστικό κῦρος ἀνά τούς αἰῶνες. Εἶναι καί παραμένουν πατέρες καί οἰκουμενικοί διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας.

*

Εἶναι γνωστόν, ὅτι κατά τήν βιβλική γραμματεία, ὁ ἄνθρωπος ἐπλάσθη «κατ' εἰκόνα καί καθ' ὁμοίωσιν Θεοῦ» (Γεν. 1,16) καί ἀκριβῶς σ' αὐτή τήν ἀρχή στηρίχθηκαν οἱ θεοφόροι τρεῖς ἱεράρχες γιά νά μᾶς δώσουν τήν σκέψη τους.

Ὁ οὐρανοφάντωρ (= ὁ λάμπων μέχρις οὐρανοῦ καί ἀποκαλύπτων τά θεῖα μυστήρια τοῦ οὐρανοῦ) Βασίλειος, «τά τῶν ἀνθρώπων ἤθη κατεκόσμησε» μέ τό ὅλον του ἔργο καί κυρίως μέ τήν πόλη τῆς ἀγάπης τήν ὁποία δημιούργησε κοντά στήν Καισάρεια καί στήν ὁποία «νόσος φιλοσοφεῖται καί συμφορά μακαρίζεται καί τό συμπαθές δοκιμάζεται», ὡς ἔλεγε στόν «Ἐπιτάφιον» ὁ ἐπιστήθιος φίλος του Γρηγόριος. Προσέτι, ὁ Μεγ. Βασίλειος μίλησε γιά τήν ἐκρίζωση τῶν παθών τοῦ ἀνθρώπου, γιά τήν μετάνοια, τήν νηστεία, τήν ταπεινοφροσύνη καί ἔφθασε στά ὕψη γράφοντας γιά τήν δυναμική τῆς θεοπτίας τοῦ ἀνθρώπου μέ τήν δύναμη τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Αὐτό τό τελευταῖο εἶναι τό ἐξόχως σημαντικό τῆς προσφορᾶς του ἀκριβῶς διότι ἐξυψώνει τόν ἄνθρωπο πού ἔχει καθαρθεῖ, ὥστε νά μπορεῖ νά εἰσέρχεται στά ἄδυτα καί «ἀπόρρητα» τῆς πνευματικῆς κατά Θεόν ζωῆς. Θά πεῖ ὁ σοφός Ἱεράρχης: Ἐφ' ὅσον διά τοῦ «κατ' εἰκόνα» ἔχει ἐνσφραγισθεῖ μέσα στόν ἄνθρωπο τό «θεοειδές», τό «καθ' ὁμοίωσιν» φανερώνει τό δυναμικό τῆς ψυχῆς, δηλαδή τήν δυνατότητα πρός τήν θέωσι. Ὡραιότατα γράφει ὁ Μέγας Βασίλειος: «Ἐάν δέ (=ὁ ἄνθρωπος) πρός τήν θειοτέραν ἀπονεύσῃ μερίδα καί τάς τοῦ Πνεύματος ὑποδέξηται χάριτας (=ἐνεργείας), τότε γίνεται τῶν θειοτέρων καταπληκτικός, ὅσον αὐτοῦ τῇ φύσει σύμμετρον... Ὁ μέντοι τῇ θεότητι τοῦ Πνεύματος ἀνακραθείς νοῦς, οὗτος ἤδη τῶν μεγάλων ἐστί θεωρημάτων ἐποπτικός καί καθορᾷ τά θεῖα κάλλη, τοσοῦτον μέντοι ὅσον ἡ χάρις ἐνδίδωσι καί ἡ κατασκευή αὐτοῦ ὑποδέχεται» (Ἐπιστολή 233, 1, P.G. 32, 865).

*

Ὁ ἄλλος φωστήρ τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Ἱερός Χρυσόστομος, ὁ πρύτανις αὐτός τοῦ θείου κηρύγματος γιά τό θέμα «ἄνθρωπος» μελετᾶ, ἐρευνᾶ τήν Ἁγία Γραφή, θεολογεῖ καί διδάσκει: «Ἄνθρωπος ἐστι, τό μέγα ζῶον καί θαυμαστόν, καί τῆς κτίσεως ἀπάσης τῷ Θεῷ τιμιώτερον, δι' ὅν οὐρανός καί γῆ καί θάλαττα καί τό λοιπόν ἅπαν τῆς κτίσεως σῶμα» (PG 54, 587α). Καί προχωρεῖ βαθύτερα: «Ἄνθρωπος γάρ ἐστιν, οὐχ ὅστις ἁπλῶς, χεῖρας καί πόδας ἔχει ἀνθρώπου, οὐδ' ὅστις ἐστί λογικός μόνον, ἀλλ' ὅστις εὐσέβειαν καί ἀρετήν μετά παρρησίας ἀσκεῖ» (PG 49, 232α).

Εἰδικότερα, ὁ ἱερός πατήρ, ἀναφέρεται στόν ἀληθινό, τόν ἀναγεννημένο ἄνθρωπο, «τόν τῆς ἀρετῆς ἄνθρωπον» καί ἀφοῦ ἐρωτήσει ὁ ἴδιος ὅτι: «Ὅταν γάρ ἴδω σε ἀλόγως βιοῦντα, πῶς σε καλέσω ἄνθρωπον, ἀλλ' οὐχί βοῦν; Ὅταν ἴδω σε ἁρπάζοντα, πῶς σε καλέσω ἄνθρωπον, ἀλλ' οὐχί λύκον; Ὅταν ἴδω σε πορνεύοντα, πῶς σε καλέσω ἄνθρωπον; ἀλλ' οὐχί χοῖρον; Ὅταν ἴδω σε δολερόν, πῶς σε καλέσω ἄνθρωπον, ἀλλ' οὐχί ὄφιν... Ὅταν ἴδω σε ἀπειθῆ καί ἀσύνετον, πῶς σε καλέσω ἄνθρωπον, ἀλλ' οὐχί λίθον; Ἔλαβες εὐγένειαν παρά Θεοῦ, τί προδίδως τήν ἀρετήν τῆς φύσεως; Τί ποιεῖς;» (PG 55, 500-501α), στή συνέχεια ἀπαντᾶ καί καταθέτει: «Ὁ μέν γάρ ἄνθρωπος ἔργον Θεοῦ, ἡ δέ πλάνη ἔργον τοῦ διαβόλου» (PG 61, 282δ καί PG 63, 578). Γι' αὐτό καί δίνει ἰδιαίτερη σημασία στήν ὅλη ἀγωγή τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν νεαρή ἡλικία. Ἡ ὁμιλία του «περί κενοδοξίας καί ὅπως δεῖ τούς γονέας ἀνατρέφειν τά τέκνα» εἶναι λίαν χαρακτηριστική. Τό μήνυμά του εἶναι διαχρονικό: «Διά πάντων ἔνεστι παιδεύειν» (PG 57, 364β) καί σέ δυναμικό λόγο του λέγει: «παιδεία μετάληψις ἁγιότητος ἐστι» (PG 63, 205γ).

*

Ἐπί πλέον, στά γραπτά καί στούς λόγους, τοῦ τρίτου μεγάλου ἁγίου ἀνδρός, τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου εὑρίσκουμε ὑψηλά νοήματα γιά τόν ἄνθρωπο. Γράφει πολύ χαρακτηριστικά: «Ὁ τεχνίτης Λόγος (τοῦ Θεοῦ) ἀπό τά δύο, δηλαδή τήν ἀόρατο καί τήν ὁρατή φύση, δημιουργεῖ ἕνα ζωντανό πλάσμα, δηλαδή τόν ἄνθρωπο˙ καί ἀφοῦ ἔλαβε τό σῶμα ἀπό τήν ὕλη, πού εἶχε ἤδη δημιουργηθεῖ καί ἀφοῦ ἔβαλε μέσα σ' αὐτό πνοή ἀπό τόν ἑαυτό του..., τόν τοποθετεῖ ἐπάνω στή γῆ τρόπον τινά, ὡς ἕνα δεύτερο κόσμο, μεγάλο μέσα στό μικρό, ὡς ἕνα ἄλλο ἄγγελο, μικτόν προσκυνητήν (λάτρην), ἐπιτηρητή τῆς ὁρατῆς κτίσεως, μυημένο στά μυστικά τῆς ἀοράτου (μόνον διά τοῦ νοῦ ἀντιληπτῆς), βασιλέα τῶν ἐπιγείων, ἀλλ' ὑπήκοο στήν ἄνω βασιλεία, ἐπίγειο καί οὐράνιο, πρόσκαιρο καί ἀθάνατο, ὁρατό καί ἀόρατο, εὑρισκόμενον στό μέσον μεταξύ μεγαλείου καί ταπεινῆς θέσεως˙ τόν ἴδιον πνεῦμα καί σάρκα˙ ἕνα ζωντανό ὄν, τό ὁποῖον ἐδῶ (στόν κόσμο αὐτό) διακυβερνᾶται, ἀλλ' ἀλλοῦ κατευθύνεται (ἀποδημεῖ), καί, πρᾶγμα πού ἀποτελεῖ τό ἄκρον ἄωτον τοῦ μυστηρίου, φθάνει στήν θέωση μέ τήν ροπή (τάση) πρός τόν Θεόν» (PG 36, 321 ἑπ.).

Τῷ ὄντι, ὁ ἅγιος Γρηγόριος φιλοσόφησε καί θεολόγησε γιά τήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη. Μάλιστα ἔθεσε ὡς βασικό μέλημα τοῦ ἀληθοῦς ἀνθρώπου τήν ἀπόκτηση τῆς ἀρετῆς. Βέβαια, ἡ ἰδέα τῆς ἀρετῆς ἦταν γνωστή στόν ἀρχαῖο ἑλληνικό πολιτισμό, ἀλλά στόν ἐξαιρετικά πεπαιδευμένο καί καλλιεργημένο Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας εὑρῆκε σέ ὕψιστο βαθμό τήν θέση της καί τήν δύναμη τῆς πραγμάτωσής της. Ὁ Χριστιανισμός, αὐτό τό σπουδαῖο ἐπιτυγχάνει. Δέν ἀφήνει μετέωρο τόν ἄνθρωπο στήν πνευματική του ἀνάβαση. Δέν φιλοσοφεῖ μόνον γιά νά φιλοσοφεῖ. Ὁ ἄνθρωπος, θά πεῖ, ὁ ἅγιος Γρηγόριος καθίσταται ὄντως ἄνθρωπος μόνον ὅταν θέτει τά πάθη του ὑπό τήν ἡγεμονία τοῦ λόγου ἀλλά ἑνός λόγου «πού θά φωτίζεται ἀπό τόν ἐνανθρωπήσαντα Λόγον». Ἔτσι ἐξηγεῖται ὁ «φιλόσοφος βίος», δηλαδή ἡ κατά Χριστόν ζωή καί φωτίζεται ἡ ἀνθρωπολογία του.

*

Κατ' ἀκολουθίαν τῶν ἀνωτέρω, προβάλλει ἐπιτακτική ἡ ἀνάγκη καί σήμερα, μέσα στήν τόση ἠθική παρακμή καί κατάπτωση νά γίνει μία παλινόρθωση τῆς ἐννοίας τοῦ ἀνθρώπου. Πρέπει νά καταδειχθεῖ ἡ «δόξα τοῦ Θεοῦ, ὁ ζῶν ἄνθρωπος, ὁ ἐπίγειος καί οὐράνιος, ὁ πρόσκαιρος καί ἀθάνατος». Ἔτσι, τό τελειότερον δημιούργημα τοῦ Θεοῦ ἔχει ἀξία, θέση καί προορισμό. Γι' αὐτό ἀπαιτεῖται σεβασμός καί τιμή. Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες, ἐν προκειμένῳ, μᾶς ἔδειξαν «τί ἔστιν ἄνθρωπος».


ΠΗΓΗ:ROMFEA.GR

Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2022

 

Πίστη και Επιστήμη κατά τον Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο.


Του Αρχιμ. Επιφανίου Οικονόμου, Ιεροκήρυκος


Στις μέρες μας, με αφορμή την πανδημία, παρατηρείται, ως μη όφειλε, οξεία αντιπαράθεση μερίδας του εκκλησιαστικού σώματος και μερίδας της επιστημονικής κοινότητας.

Το πρώτο, παίζοντας εν ου παικτοίς, επιχειρεί να διαβάλει την επιστήμη και να αναγάγει τους τρόπους και τα μέσα που προτείνει, για την αντιμετώπιση της υγειονομικής κρίσης, σε μείζονα πνευματικά ζητήματα, επιδιώκοντας να περιχαρακώσει μία μερίδα πιστών σε μεσαιωνικού τύπου «πνευματικά» οχυρά, που δεν τιμούν την ελευθερία και την αρχοντιά της Ορθόδοξης πίστης.

Η δεύτερη, μη σεβόμενη το δικαίωμα του λαού να θρησκεύεται και να εμπιστεύεται πρωτίστως την Χάρη του Θεού, διαβάλλει και λοιδορεί την πίστη και την Μυστηριακή εμπειρία, πιστεύοντας ότι, με τον τρόπο αυτό θα κατοχυρώσει πιο εύκολα την αυθεντία της.

Σε αμφότερες τις μειοψηφικές, ευτυχώς, αλλά τόσο ζημιογόνες τάσεις, απευθύνθηκε πολλάκις ο Μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, απάνθισμα των απόψεων του οποίου θυμίζουμε σήμερα, ως ταπεινή κατάθεση ευγνωμοσύνης στην μνήμη του, δεκατέσσερα χρόνια μετά τον θάνατό του.

Ο Χριστόδουλος ήταν απολύτως ξεκάθαρος στους διακριτούς ρόλους πίστης και επιστήμης.

Μιλώντας σε επιστημονικό συνέδριο περί των μεταμοσχεύσεων, παρατήρησε ότι «στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας δεν συγχέουμε την επιστήμη με την Πίστη και τη Θρησκεία.  Θα μπορούσα να πω, παραλλάσσοντας τον λόγο του Κυρίου ότι εφαρμόζουμε το «απόδοτε τα της επιστήμης στην επιστήμη και τα του Θεού στον Θεό». Η Εκκλησία μας, κατά τους αιώνες της γέννησης και ανάπτυξης της σύγχρονης επιστήμης, όχι μόνο δεν αντετάχθη στις ανακαλύψεις της, αλλά οι ίδιοι οι κληρικοί της μετέφρασαν στα ελληνικά τα νέα επιστημονικά δεδομένα και ήσαν οι διδάχοι του Γένους τους πολύ δύσκολους γι’ αυτό καιρούς της σκλαβιάς στους Οθωμανούς… Στη δική μας Εκκλησία δεν θα βρείτε περιπτώσεις καταδικών, όπως αυτές του Τζιορντάνο Μπρούνο ή του Γαλιλαίου. Αντίθετα, θα βρείτε σε εξωνάρθηκες ιστορημένους τους Αριστοτέλη και Πλάτωνα, Σόλωνα και Θουκυδίδη…

Από την πλευρά μας, χαιρόμαστε για τις επιτυχίες και για την πρόοδο της επιστήμης και της τεχνολογίας και δεν διστάζουμε να αξιοποιήσουμε τα επιτεύγματά τους».

Παράλληλα, δεν διαπραγματεύτηκε το δικαίωμα να «εκφράζουμε τις απόψεις μας επί θεμάτων που κατά τη γνώμη μας θίγουν τον άνθρωπο, ως εικόνα του Θεού, και τα δικαιώματά του στη ζωή».

Απευθυνόμενος σε σπουδαστές της Θεολογίας, μίλησε για τον τρόπο που η Εκκλησία αντιλαμβάνεται την επιστήμη και τον κοινό κίνδυνο που αντιμετωπίζουν πιστοί και άθεοι: «εάν επιχειρήσει τις να αναμείξη την πίστιν ή την αθεΐαν με την επιστήμην και την λογικήν θα διαπράξει μέγα λάθος. Η Ορθόδοξος Θεολογία απέφυγε την σύγκρουσίν της με την επιστήμην λόγω της διπλής γνωσιολογικής μεθοδολογίας των ορθοδόξων Πατέρων, η οποία θεμελιούται εις την οντολογική διάκρισιν μεταξύ κτιστού και ακτίστου. Διό και η Ορθόδοξη Θεολογία αντιμετωπίζει την επιστήμην με σεβασμόν μεν, αλλ’ εντός των ορίων και των δυνατοτήτων της. Την θεωρεί δώρον Θεού: «Αυτός έδωκεν ανθρώποις επιστήμην ενδοξάζεσθαι εν τοις θαυμασίοις Αυτού» (Σοφία Σειράχ, 38,6). Ως τοιούτον δώρον την αποδέχεται εν ευχαριστία προς τον Θείον Δωρεοδότην, διαλέγεται μετ’ αυτής άνευ φόβου, χρησιμοποιεί τα πορίσματα και τους καρπούς αυτής εις βοήθειαν του ανθρώπου».

Απευθυνόμενος σ’ εκείνους που παραποιούν και ερμηνεύουν κατά το δοκούν και όχι κατά την ερμηνεία της Εκκλησίας τους Αγίους Πατέρες, για να θωρακίσουν τον αρνητισμό τους, δαιμονοποιώντας κάθε νέο επιστημονικό επίτευγμα, ήταν κατηγορηματικός: «διαφωνώ με εκείνους που υποστηρίζουν ότι επειδή οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας δεν μίλησαν για την Επιστήμη και την Έρευνα των ημερών μας ή είδαν ορισμένα θέματα επιστημονικά με τις γνώσεις της εποχής τους, σημαίνει ότι εμείς ή δεν μπορούμε να ομιλήσουμε επ’ αυτών ή ότι πρέπει να επιμένουμε στις επιστημονικές αντιλήψεις τους. Οι άγιοι Πατέρες μάς έδωσαν την ευφυΐα, τους Κανόνες της ζωής, μάς παρέδωσαν το υπόδειγμα της αγάπης και προ πάντων μάς δίδαξαν τη διάκριση στη ζωή μας. Με βάση αυτά τα δεδομένα πορευόμαστε και ανοιγόμαστε στο πέλαγος της προσωπικής και κοινωνικής ζωής. Γιατί η Εκκλησία πορεύεται, δεν έχει στατικό χαρακτήρα. Αν συνέβαινε αυτό, θα ήταν απολίθωμα και δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί στα καθήκοντά της, ούτε να επικοινωνήσει με το ποίμνιό Της».

Τέλος, στέλνει σαφές μήνυμα και στην μερίδα εκείνη των επιστημόνων που ασεβούν στο δικαίωμα των ανθρώπων να πιστεύουν στην σωστική Χάρη του Θεού: «Η Εκκλησία δεν φοβάται την μόρφωση και την επιστήμη. Άλλωστε, στην ιστορία Της έχουμε έξοχα πνεύματα της επιστήμης που εξέφραζαν την βαθύτατη θρησκευτικότητά τους. Να θυμίσω αυτό το γνωστό λόγιον, το οποίο λέει ότι «ολίγη επιστήμη απομακρύνει από τον Θεό. Πολλή επιστήμη προσπλησιάζει εις Αυτόν». Όσο ο άνθρωπος μετράει το σύμπαν, όσο μπαίνει στα μυστήρια του κόσμου, τόσο πιο πολύ αναγνωρίζει την ύπαρξη του Θεού. Η ημιμάθεια είναι αυτή που κάνει πολλές φορές τον άνθρωπο να νομίζει ότι τα ξέρει όλα και, επομένως, να αμφισβητεί Αυτόν Τούτον τον Θεόν».

Αιωνία του η μνήμη!

ΠΗΓΗ:ROMFEA.GR

 

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς: Με ποιoν τρόπο νικούν οι Χριστιανοί;

 Αυτός ο κόσμος είναι πεδίο μάχης στο οποίο συνέχεια δίδεται ο αγώνας για τον Χριστός και ενάντια στο Χριστό.

Εκείνοι που είναι από τον Θεό παλεύουν για τον Χριστό και νικούν εκείνους που είναι ενάντια στον Χριστό, τους νικούν με τον Χριστό-Θεό που είναι μέσα τους. Αυτός είναι στους ανθρώπινους κόσμους μας ο μόνος Νικητής της αμαρτίας, του θανάτου και του διαβόλου.

Ο,τιδήποτε προέρχεται απ” αυτά και εργάζεται γι” αυτά, είτε αυτό είναι επιστήμη, ή πολιτισμός, ή θρησκεία, ή τέχνη, ή φιλοσοφία, ή κάθε άλλη ανθρώπινη δραστηριότητα έχει νικηθεί από τον Χριστό.

Οι σκλάβοι των αντιχριστιανικών ιδεών (και είναι πάντα του αντιχρίστου) είναι ποικίλοι και πολυάριθμοι, και μ” όλα τα μέσα μάχονται ενάντια στον Χριστό.

Πράγματι, «ότι ουκ έστιν η πάλη προς αίμα και σάρκα, αλλά προς τας αρχάς, προς τας εξουσίας, προς τους κοσμοκράτορας του σκότους του αιώνος τούτου, προς τα πνευματικά της πονηρίας εν τοις επουρανίοις» (Εφεσ. Στ΄ 12).

Η πανοπλία της πάλης μας είναι οι ευαγγελικές αρετές: η μακροθυμία, η αγάπη προς τους εχθρούς, η προσευχή, η νηστεία, η αλήθεια, το δίκαιο, η καλωσύνη, η πραότητα, η ταπεινοφροσύνη και άλλα (βλ. Εφεσ. Στ΄, 13-18).

Παλεύοντας με τούτα τα όπλα, εμείς πάντα «υπερνικώμεν» με τη βοήθεια του Κυρίου Χριστού, ο οποίος μας αγαπά (Ρωμ. η΄, 37). Γι” αυτό ο άγιος Θεολόγος ευαγγελίζεται: «Υμείς εκ του Θεού εστε, τεκνία, και νενικήκατε αυτούς, ότι μείζων εστίν ο εν υμίν ή ο εν τω κόσμω».

π. Ιουστίνου Πόποβιτς, Ερμηνεία των Επιστολών του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, εκδόσεις εν Πλώ.ΒΗΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ




 

ΤΑ ΧΕΙΛΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ: ΠΗΓΗ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΘΕΙΟΥ.

Ὁ ὅσιος Ἐφραίμ ο Σύρος ἀποτελεῖ μεγάλο Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας  καί ἕναν ἀπό τούς Γέροντες τῆς ἐρήμου πού συμπεριλήφθηκε στό γνωστό Γεροντικό ἤ ἄλλιῶς Ἀποφθέγματα Πατέρων. Δέν εἶναι τυχαῖο μάλιστα ὅτι πέραν ἑνός συγκεκριμένου γεγονότος μέ μία γυναίκα πού βάλθηκε νά τόν παρασύρει στήν πορνεία, τά δύο ἄλλα ἀπό τά σημειούμενα γι’ αὐτόν στό Γεροντικό κάνουν λόγο γιά τή μεγάλη χάρη πού τόν εἶχε πλημμυρίσει ὥστε ἡ διδαχή του νά εἶναι κυριολεκτικῶς λόγος Θεοῦ.

Ὅπως μάλιστα λέγεται: «Εἶδε κάποιος ἀπό τούς ἁγίους, σέ ὅραμα, ἕνα τάγμα Ἀγγέλων νά κατεβαίνη ἀπό τόν οὐρανό, μέ πρόσταγμα Θεοῦ, κρατῶντας στά χέρια κεφαλίδα, ἤγουν τόμο γραμμένο ἀπό μέσα καί ἀπ’ ἔξω. Καί ἔλεγαν μεταξύ τους: “Ποιός πρέπει νά τό παραλάβη αὐτό;”. Καί ἄλλοι μέν ἔλεγαν: “Αὐτός ἐδῶ”. Ἄλλοι δέ ἔλεγαν ἄλλον. Ἀποκρίθηκαν δέ καί εἶπαν: “Ἀληθινά, ἅγιοι εἶναι καί δίκαιοι. Ἀλλά αὐτό κανείς δέν μπορεῖ νά τό παραλάβη παρά ὁ Ἐφραίμ”. Καί βλέπει ὁ γέρων ὅτι στόν Ἐφραίμ παρέδωσαν τήν κεφαλίδα. Καί ἔχοντας σηκωθῆ πρωί, ἄκουσε σάν νά ἀνάβρυζε πηγή ἀπό τό στόμα τοῦ Ἐφραίμ, ὀπού ἄρθρωνε λόγια. Καί κατάλαβε ὅτι ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα προέρχονταν ὅσα ἔβγαιναν ἀπό τά χείλη τοῦ Ἐφραίμ».

Τό ἁγιοπνευματικό στοιχεῖο τῶν λόγων τοῦ ἁγίου Ἐφραίμ μᾶς ὁδηγεῖ νά καταλάβουμε ἀφενός ὅτι ὁ λόγος του «μένει εἰς τόν αἰῶνα», ἔχει δηλαδή αἰώνιο χαρακτήρα, διότι ἀκριβῶς δέν ἐκφράζει δικές του ἰδέες ἤ ἀπόψεις, ἀλλά τόν ἴδιο τόν λόγο τοῦ Θεοῦ - ὅ,τι ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ τοῦ ἔδινε γιά νά πεῖ, ἀφετέρου ὅτι ἀκριβῶς γι’ αὐτό δέν μποροῦμε νά τόν παρέλθουμε μέ ἐλαφριά καρδιά. Σ’ ἕναν κόσμο μάλιστα πού ἀκούγονται μύρια ὅσα, ἀνόητα καί εὐτελῆ και σάπια καί πολλάκις δαιμονικά, τέτοιος λόγος λειτουργεῖ προσανατολιστικά ὥστε νά μᾶς καθοδηγεῖ σ’ ἐκεῖνο πού συνιστᾶ τό νόημα τῆς ζωῆς μας: τή σχέση μας μέ τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό.

 Κι ἐπίσης νά θυμηθοῦμε ὅτι ἕνας τέτοιος λόγος, καρπός τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ κατά τό ψαλμικό «Κύριε, τά χείλη μου ἀνοίξεις καί τό στόμα μου ἀναγγελεῖ τήν αἴνεσίν σου», χαρακτηρίζει τόν τέλειο χριστιανό, ὅσο περίεργα καί παράδοξα κι ἄν ἀκούγεται τοῦτο. Τό σημειώνει μέ ἔμμεσο τρόπο ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ὁ ἀδελφόθεος στήν ἐπιστολή του στήν Καινή Διαθήκη: «εἴ τις ἐν λόγῳ οὐ πταίει, οὗτος τέλειος ἀνήρ, δυνατός χαλιναγωγῆσαι καί ὅλον τό σῶμα» (ὅποιος δέν φταίει στά λόγια αὐτός εἶναι ὁ τέλειος ἄνθρωπος, πού παίρνει τή δύναμη νά χαλιναγωγήσει καί ὅλο τό σῶμα του) - καί ποιός δέν φταίει στά λόγια ἐκτός ἀπό ἐκεῖνον πού παραμερίζει ὅ,τι δικό του ἐμπαθές καί ἐγωϊστικό, προκειμένου νά ἀκουστεῖ δι’ αὐτοῦ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ; Ἀλλά τήν ἴδια ἀλήθεια μέ ἐξαιρετικά ἔντονο τρόπο τονίζει καί ὁ ὅσιος Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ, ἀναλύοντας στήν πραγματικότητα τή στάση ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἁγίου Γέροντά του ὁσίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἄθω. Ὁ ἅγιος Σιλουανός ἦταν ἐκεῖνος πού θέτοντας τό ἐρώτημα γιά τό πῶς μιλοῦν οἱ τέλειοι χριστιανοί καί μή παίρνοντας ἀπάντηση ἀκόμη καί ἀπό σπουδαίους καί προχωρημένους ἀσκητές ἀπάντησε ὁ ἴδιος: «Οἱ ἅγιοι δέν μιλοῦν ἀπό τον ἑαυτό τους, ἀλλά μέ ὅ,τι τούς ἀποκαλύπτει τό Ἅγιον Πνεῦμα».

Τέλειος λοιπόν, μέσα στό πλαίσιο τῆς «ἀτέλεστης τελειότητος» τῶν ἀνθρωπίνων, ὁ ὅσιος Ἐφραίμ καί αὐτόν σήμερα μᾶς προβάλλει ἡ Ἐκκλησία μας. «Ταῖς αὐτοῦ πρεσβείαις Κύριος ὁ Θεός ἐλεήσαι καί ἡμᾶς».

ΠΗΓΗ:Ι.Ν.ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ Ν.ΚΑΛΛΙΠΟΛΕΩΣ


 

    Ο πατέρας μας!


28 Ιανουαρίου το 2008..

Έφυγε από αυτή τη ζωή ο

Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος !!

Αξέχαστος !!

 Αγαπητός !!

Αιώνα του η μνήμη !!!

ΕΝΑΡΞΗ ΝΕΑΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΤΗΣ ΕΝΟΡΙΑΣ ΜΑΣ

  ΕΝΑΡΞΗ ΝΕΑΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΤΗΣ ΕΝΟΡΙΑΣ ΜΑΣ   ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΔΡΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΜΙΚΡΟΥΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΥΣ ΣΤΗΝ ΕΝΟΡΙΑΣ ΜΑ...