Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ 25 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2026 ΙΕ΄ ΛΟΥΚΑ (ΖΑΚΧΑΙΟΥ) (Λουκ. ιθ΄ 1-10) (Εβρ. ζ΄ 26-η΄ 2)

 

     "Ο Λόγος του Θεού στον Λαό του Θεού"

 

Η δύναμη της μετάνοιας

«Και εζήτει ιδείν τον Ιησούν τίς εστί…»

  Η πορεία διά μέσου της μετάνοιας καταξιώνει τον άνθρωπο σε πνευματικές κορυφογραμμές αιώνιας εμβέλειας. Ακριβώς, σ’ αυτή τη χρονική στιγμή η Εκκλησία προβάλλοντας το παράδειγμα του Ζακχαίου στέλνει το πιο ισχυρό μήνυμα στον άνθρωπο. Τόσο εκκωφαντικά δονημένο. Όσο και αν έχει πέσει στη ζωή του, όσο και αν βιώνει την τραγική οδύνη στο χώρο της αμαρτίας, η αγάπη του Κυρίου μας, απλώνεται σ’ ένα εύρος που δεν μάς επιτρέπει να αφήνουμε τον εαυτό μας να βυθίζεται στο σκοτάδι της απελπισίας.    

 Αντίθετα, η εκζήτηση της χάρης του Θεού, ανοίγει τους ορίζοντες της ελπίδας και της χαράς και μεταβάλλεται σε οδοδείκτη αληθινής ζωής. Αυτό έπραξε χωρίς αναστολές και ο Ζακχαίος, ο οποίος, ζητούσε μετά μανίας να ιδεί τον Ιησού.

Το ισχυρό παράδειγμα

 Γιατί όμως η Εκκλησία επιμένει να προβάλλει ως παράδειγμα την περίπτωση του Ζακχαίου; Είναι μέσα από αυτό που αποκρυπτογραφούνται μηνύματα ουράνιας ακτινοβολίας. Ο Ζακχαίος, δεν ήταν από τους ανθρώπους, απέναντι στον οποίο οι υπόλοιποι συνάνθρωποί του έτρεφαν εκτίμηση και σεβασμό. 

  Αντίθετα ήταν αξιοκατάκριτη ύπαρξη και πολύ μισητός στον απλό τον κόσμο. Χρησιμοποιούσε κάθε είδος αδικίας, εκμετάλλευσης, καταπίεσης, απάτης. Ήταν ο τύπος του ανθρώπου, ο οποίος κατέκλεβε τους άλλους και ιδιαίτερα τις χήρες και τα ορφανά. Τους ανθρώπους αυτούς συνήθως τούς έχουμε ξεγραμμένους, αλλά και καταδικασμένους στην οδό της απώλειας.

   Και όμως, αυτός ο αμαρτωλός άνθρωπος τολμούσε την υπέρβαση. Ζητούσε να δει τον Ιησού. Έκανε μάλιστα την αποφασιστική κίνηση ν’ ανέβει επί συκομορέα. Τι ήταν εκείνο που δημιούργησε μέσα του αυτή την επιθυμία, εκείνο τον διακαή αλλά και ευλογημένο πόθο; Οι αδικίες που διέπραττε καθημερινά τον είχαν χωρίσει τόσο από την αγάπη του Θεού όσο και από τους συνανθρώπους του.

 Αυτή η παγερή μοναξιά που βίωνε, όχι μόνο δεν τον οδήγησε στην απελπισία, αλλά τον βοήθησε να μαζευτεί στον εαυτό του, ν’ αποτολμήσει μια θαρραλέα κίνηση προς το «γνώθι σ’ αυτόν». Και είναι εδώ που συνίσταται και η τόλμη του. Άφησε μια ισχυρή δύναμη που αναδυόταν από τα βάθη της ψυχής του να ενεργοποιηθεί και ν’ αρχίσει να εισέρχεται στις τροχιές της θείας αγάπης και παρουσίας.

 Αυτή η δύναμη είναι η σφραγίδα της «εικόνας του Θεού» στον άνθρωπο που είναι τόσο βαθιά αλλά και ανεξίτηλα χαραγμένη μέσα μας. Ωστόσο, όταν αφήνουμε τον εαυτό μας να κυριεύεται από την αμαρτία, αμαυρώνεται και αναποδογυρίζεται αυτή η εσωτερική ομορφιά που μάς χάρισε η αγάπη του Θεού, με αποτέλεσμα να αισθανόμαστε την οδύνη της απουσίας του ως μια φοβερή τραγικότητα.

Η υπέρβαση

  Η υπέρβαση που αποτόλμησε ο Ζακχαίος να επιζητεί να ιδεί τον Ιησού, βρίσκει την αντιστοιχία της στην κίνηση που καλούμαστε να κάνουμε όλοι στη ζωή μας, ν’ αναζητούμε, σε όποια κατάσταση κι αν βρισκόμαστε, το Αρχέτυπό μας, που είναι ο Χριστός. 

   Είναι το πιο ελπιδοφόρο μήνυμα. Σε οποιαδήποτε κατάσταση και αν βρεθούμε, έχουμε τη δυνατότητα ν’ αναζητήσουμε τον Χριστό και να συναντηθούμε μαζί του, όπως τότε έπραξε ο Ζακχαίος, ο οποίος δεν δίστασε προκειμένου να επιτύχει τον ευγενή αυτό του στόχο να «ανέβη επί συκομορέαν».

 Και η ανάβαση επί συκομορέαν είναι μια ολόκληρη στάση ζωής. Ο Ζακχαίος δεν πτοείται μπροστά στα ανυπέρβλητα εμπόδια που υψώνονται μπροστά του: φυσικά, κοινωνικά και πνευματικά. Τα πνευματικά αφορούν στην αμαρτωλότητά του που τον κρατούσε σε απόσταση από την αγάπη του Θεού. Τα φυσικά αφορούσαν στο ότι ήταν μικρόσωμος. Τα κοινωνικά ήταν ακόμα πιο έντονα, αφού είχαν να κάνουν με μια έντονη προκατάληψη και στιγματισμό που απέρρεαν από το επάγγελμα του τελώνη που ασκούσε.

  Τίποτε όμως από τα πιο πάνω δεν αναστέλλει την μεγάλη επιθυμία του Ζακχαίου να δει τον Χριστό. Πλημμύριζε ολόκληρη η ύπαρξή του από χαρά που έβλεπε το Πρόσωπο του Κυρίου. Η Πατερική σοφία μάς διδάσκει ότι, όποιος θέλγεται από τη θέα του προσώπου βρίσκεται σε ανεπτυγμένη πνευματική κατάσταση. 

  Άλλωστε ο Παράδεισός μας, ο Χριστός, είναι η θέα του Προσώπου Του, που μάς χαρίζει την ατέλειωτη μακαριότητα. Είναι «ο των εορταζόντων ήχος ο ακατάπαυστος και η απέραντος ηδονή των καθορώντων τού Σού Προσώπου το κάλλος το άρρητον».

  Αγαπητοί αδελφοί, η οδός της εκζήτησης της θέας του Προσώπου του Χριστού, είναι η μόνη ασφαλής στη ζωή μας. Αυτό το δρόμο που ακολούθησε ο Ζακχαίος βάδισαν και όλοι οι άγιοι της Εκκλησίας μας, οι οποίοι κοσμούν το ευλογημένο στερέωμά της.

   Αυτό έπραξαν και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος και ο Αυξέντιος ο νεομάρτυρας, των οποίων τη μνήμη τιμούμε σήμερα. Έδωσαν τη δική τους μαρτυρία πίστεως και ζωής.  Άλλωστε και ο ίδιος ο Χριστός όταν υποδεικνύει στον Ζακχαίο «σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γάρ εν τω οίκω σου δει με μείναι», παραπέμπει ακριβώς στην «εικόνα του Θεού» μέσα μας και την θεϊκή συγγένεια μας μαζί του, κατά τρόπο που μάς ελκύει πάντοτε στην αναζήτησή του.

  Αυτό κι αν μάς καταξιώνει στις πιο σταθερές ουράνιες αναβάσεις και ευλογημένες κατακτήσεις που περικλείονται στην αιώνια αγάπη του. Η πρόκληση, λοιπόν, και στις δικές μας μέρες είναι τόσο ισχυρή για ν’ ακολουθήσουμε το παράδειγμα του Ζακχαίου και ν’ ανέβουμε «επί συκομορέαν» για να καταξιωθούμε κι εμείς ν’ ακούσουμε τον Κύριο να μάς λέει, με νόημα, να κατεβούμε για να ενοικήσει και στη δική μας καρδιά. Γένοιτο.

Χριστάκης Ευσταθίου,

Θεολόγος

Κυριακὴ ΙE΄ Λουκᾶ – Εὐαγγελικὸ καί Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 25 Ἰανουαρίου 2026

 

Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 25 Ἰανουαρίου 2026, Κυριακὴ ΙE΄ Λουκᾶ (Λουκ ιθ΄ 1-10)

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, διήρχετο ὁ ᾿Ιησοῦς τὴν ῾Ιεριχώ· καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι καλούμενος Ζακχαῖος, καὶ αὐτὸς ἦν ἀρχιτελώνης, καὶ οὗ­τος ἦν πλούσιος, καὶ ἐζήτει ἰδεῖν τὸν ᾿Ιησοῦν τίς ἐστι, καὶ οὐκ ἠδύνατο ἀπὸ τοῦ ὄχλου, ὅτι τῇ ἡλικίᾳ μι­κρὸς ἦν. καὶ προδρα­μὼν ἔμπροσ­θεν ἀνέβη ἐπὶ συκομορέαν, ἵνα ἴδῃ αὐτόν, ὅτι ἐ­κείνης ἤμελλε διέρχεσθαι. καὶ ὡς ἦλθεν ἐπὶ τὸν τόπον, ἀ­να­βλέψας ὁ ᾿Ιησοῦς εἶδεν αὐ­τὸν καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖ­ναι. καὶ σπεύσας κατέβη, καὶ ὑπεδέξατο αὐτὸν χαίρων. καὶ ἰδόν­τες πάντες διεγόγγυζον λέγοντες ὅτι παρὰ ἁ­μαρτωλῷ ἀνδρὶ εἰσῆλθε κα­τα­λῦσαι. σταθεὶς δὲ Ζακχαῖος εἶπε πρὸς τὸν Κύριον· ἰδοὺ τὰ ἡμίση τῶν ὑ­παρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς, καὶ εἴ τινός τι ἐ­συκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν. εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι σήμερον σωτηρία τῷ οἴ­κῳ τούτῳ ἐγένετο, καθότι καὶ αὐτὸς υἱὸς Ἀβραάμ ἐστιν. ἦλθε γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

Ἔπειτα ἀπό λίγο ὁ Ἰησοῦς μπῆκε στήν Ἱεριχώ, καί περνοῦσε μέσα ἀπό τήν πόλη. 2 Ἐκεῖ ὑπῆρχε ἕνας ἄνθρωπος πού ὀνο­μαζόταν Ζακ­χαῖ­ος. Αὐτός ἦταν ἀρχιτελώνης καί πολύ πλούσιος. 3 Καί προσπαθοῦσε νά δεῖ τόν Ἰησοῦ ποιός εἶναι, ἀλλά δέν μποροῦσε. Διότι ὑπῆρχε μεγάλη συρροή λαοῦ, καί αὐτός ἦταν κοντός στό ἀνάστημα καί σκεπαζόταν ἀπό τό πλῆθος. 4 Ἔτρεξε λοιπόν μπροστά ἀπό τό πλῆθος πού συνό­δευε τόν Ἰησοῦ καί ἀνέβηκε σάν νά ἦταν μικρό παιδί σέ μία συκομουριά γιά νά τόν δεῖ, διότι ἀπό τό δρόμο ἐκεῖ­νο στόν ὁποῖο βρισκόταν τό δέντρο αὐτό θά περ­νοῦ­σε ὁ Ἰησοῦς. 5 Ἀμέσως μόλις ἔφθασε ὁ Ἰησοῦς στό σημεῖο ἐκεῖνο, σήκωσε τά μάτια του καί τόν εἶδε· καί χωρίς νά τόν γνω­ρίζει ἀπό παλαιότερα τόν φώναξε μέ τό ὄνομά του καί τοῦ εἶπε: Ζακχαῖε, κατέβα γρήγορα, διότι σήμερα πρέπει νά μείνω στό σπίτι σου, σύμφωνα μέ τή θεία βουλή πού προετοιμάζει τή σωτηρία σου. 6 Τότε ὁ Ζακχαῖος κατέβηκε γρήγορα καί τόν ὑποδέ­χθηκε στό σπίτι του μέ χαρά. 7 Ὅλοι ὅμως, ὅταν εἶδαν ὅτι ὁ Ἰησοῦς προτίμησε τό σπί­τι τοῦ Ζακχαίου, μουρμούριζαν μεταξύ τους μέ ἀ-γανάκτηση καί σχολίαζαν περιφρονητικά τόν Ἰησοῦ λέγοντας ὅτι μπῆκε νά μεί­νει καί νά ἀναπαυθεῖ στό σπίτι ἑνός ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου. 8 Ὁ Ζακχαῖος ὅμως στάθηκε μπροστά στόν Κύριο καί τοῦ εἶπε: Ἰδού, Κύριε, τά μισά ἀπό τά ὑπάρχοντά μου τά δίνω ἐλεημοσύνη στούς φτωχούς, κι ἄν τυχόν ὡς τελώνης μεταχειρίστηκα συκοφαντίες, ψεύτικες καταγγελίες καί ἀναφορές γιά νά ἀδικήσω κάποιον σέ κάτι, τοῦ τό γυρίζω πίσω τετραπλάσιο. 9 Τότε ὁ Ἰησοῦς στράφηκε πρός αὐτόν καί εἶπε: Σήμερα μέ τήν ἐπίσκεψή μου στό σπίτι αὐτό ἦλθε ἡ σωτηρία τόσο στόν οἰκοδεσπότη ὅσο καί στούς δικούς του. Καί ἔπρεπε νά σωθεῖ καί ὁ ἀρχιτελώνης αὐ­τός, διότι κι αὐτός εἶναι γιός καί ἀπόγονος τοῦ Ἀβραάμ, ὅπως κι ἐσεῖς πού διαμαρτύρεσθε. Καί σ’ αὐτόν λοιπόν ἔδωσε ὁ Θεός τήν ὑπόσχεση τῆς σωτηρίας. 10 Ἔπρεπε λοιπόν νά συντελέσω στή σωτηρία αὐτή τοῦ Ζακχαίου, διότι ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἦλθε ἀπό τόν οὐ­ρανό στή γῆ γιά ν’ ἀναζητήσει καί νά σώσει ὅλη τήν ἀν­θρω­πό­τη­τα, πού σάν χαμένο πρόβατο κινδύνευε νά πεθάνει μέ­σα στήν ἁμαρτία.

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Εβρ. ζ΄ 26-η΄ 2

26 Τοιοῦτος γὰρ ἡμῖν ἔπρεπεν ἀρχιερεύς, ὅσιος, ἄκακος, ἀμίαντος, κεχωρισμένος ἀπὸ τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ ὑψηλότερος τῶν οὐρανῶν γενόμενος, 27 ὃς οὐκ ἔχει καθ’ ἡμέραν ἀνάγκην, ὥσπερ οἱ ἀρχιερεῖς, πρότερον ὑπὲρ τῶν ἰδίων ἁμαρτιῶν θυσίας ἀναφέρειν, ἔπειτα τῶν τοῦ λαοῦ· τοῦτο γὰρ ἐποίησεν ἐφάπαξ ἑαυτὸν ἀνενέγκας. 28 ὁ νόμος γὰρ ἀνθρώπους καθίστησιν ἀρχιερεῖς ἔχοντας ἀσθένειαν, ὁ λόγος δὲ τῆς ὁρκωμοσίας τῆς μετὰ τὸν νόμον υἱὸν εἰς τὸν αἰῶνα τετελειωμένον.

1 Κεφάλαιον δὲ ἐπὶ τοῖς λεγομένοις, τοιοῦτον ἔχομεν ἀρχιερέα, ὃς ἐκάθισεν ἐν δεξιᾷ τοῦ θρόνου τῆς μεγαλωσύνης ἐν τοῖς οὐρανοῖς, 2 τῶν ἁγίων λειτουργὸς καὶ τῆς σκηνῆς τῆς ἀληθινῆς, ἣν ἔπηξεν ὁ Κύριος, καὶ οὐκ ἄνθρωπος.

Νεοελληνική Απόδοση

26 Διότι τέτοιος τέλειος και αιώνιος Αρχιερεύς μας εχρειάζετο, όσιος, χωρίς κανένα ίχνος κακίας και πονηρίας, αμόλυντος από κάθε σπίλον αμαρτίας, χωρισμένος και εντελώς διάφορος με την αγιότητά του από τους αμαρτωλούς και ο οποίος έχει ανυψωθή πάρα πάνω από τους ουρανούς, εις τα δεξιά του Πατρός και Θεού, 27 και δεν έχει ανάγκην, όπως οι Αρχιερείς του Νομου, να προσφέρη πρώτον θυσίας δια τας ιδικάς του αμαρτίας και έπειτα δια τας αμαρτίας του λαού. Αφ’ ενός μεν διότι είναι απολύτως αναμάρτητος, αφ’ ετέρου δε διότι προσέφερε μίαν φοράν υπέρ του λαού την υψίστην λυτρωτικήν θυσίαν, θυσιάσας τον εαυτόν του επάνω στον σταυρόν. 28 Διότι ο Νομος του Μωϋσέως εγκαθιστά αρχιερείς, που και αυτοί σαν άνθρωποι έχουν ηθικήν ασθένειαν και ατέλειαν. Ο δε λόγος της ενόρκου υποσχέσεως του Θεού, που εδόθη μετά τον Νομον δια μέσου του προφήτου Δαυΐδ, εγκαθιστά αιώνιον αρχιερέα τον Υιόν του Θεού, ο οποίος τέλειος ως Θεός ανεδείχθη και ως άνθρωπος κατά πάντα τέλειος και μένει τέλειος στους αιώνας των αιώνων.

1 Το δε σημαντικώτερον και βασικωτάτης σπουδαιότητος από όσα μέχρι τώρα είπομεν είναι τούτο ότι έχομεν τέτοιον Αρχιερέα, ο οποίος εκάθισεν εις τα δεξιά του θρόνου της θείας μεγαλωσύνης επάνω στους ουρανούς 2 και έγινε λειτουργός εις τα Αγια του Ουρανού και εις την αληθινήν σκηνήν, την οποίαν εθεμελίωσε και κατεσκεύασεν ο Κυριος και όχι άνθρωπος.

                   ***************************************************

 

ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ

1. Κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Μεγάλου Ἀρχιερέα

Στὶς 25 Ἰανουαρίου ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει τὴ μνήμη ἑνὸς πολὺ μεγάλου Ἁγίου, σπουδαίου Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ στύλου τῆς Ὀρθοδοξίας, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου. Στὴν ἀποστολικὴ περικοπὴ ποὺ ἀναγινώσκεται πρὸς τιμήν του, ἀπὸ τὴν πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολή, παρουσιάζεται ἡ ἀσύγκριτη ἀνωτερότητα τοῦ Μεγάλου Ἀρχιερέα, Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, σὲ σχέση μὲ τοὺς ἀρχιερεῖς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ἀναφέρεται ὅτι ὁ Κύριος εἶναι «ὅσιος, ἄκακος, ἀμίαντος, κεχωρισμένος ἀπὸ τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ ὑψηλότερος τῶν οὐρανῶν γενόμενος»· εἶναι Ἅγιος, ἀπαλλαγμένος ἀπὸ κάθε κακία καὶ πονηρία, ἀμόλυντος, ἀπόλυτα ἀνέγγιχτος ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Ἀνυψώθηκε δὲ πάνω ἀπὸ τοὺς οὐρανούς, στὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ.

Ἐπιλέγεται εἰδικὰ σήμερα ἡ συγκεκριμένη περικοπὴ πρὸς τιμὴν τοῦ ἑορταζόμενου Ἁγίου, διότι τὸ παράδειγμα τοῦ αἰώνιου Ἀρχιερέα ἀκολούθησε καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Διετέλεσε Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως σὲ μία πολὺ κρίσιμη ἐποχὴ γιὰ τὴν Ἐκκλησία, κάτω ἀπὸ τὴν ἀπειλὴ δύο μεγάλων αἱρέσεων, τῶν Ἀρειανῶν καὶ τῶν Πνευματομάχων. Ὑπερασπίσθηκε μὲ σθένος τὸ ὀρθὸ δόγμα. Ὑπῆρξε πραγματικὰ «ὅσιος, ἄκακος, ἀμίαντος», κατὰ τὸ δυνατόν, ἱεράρχης δηλαδὴ τελείως ἀφοσιωμένος στὸν Θεό· «ὅσιος», χωρὶς δόλο καὶ πονηρία, μὲ ἐσωτερικὴ καθαρότητα καὶ σωφροσύνη· πλούσιος σὲ κοσμικὴ σοφία καὶ γνώση, ἀφοῦ εἶχε σπουδάσει στὰ σημαν­τικότερα πανεπιστήμια τῆς ἐποχῆς. Αὐτὸ ὅμως ποὺ πρωτίστως τὸν διέκρινε, ἦταν ἡ «κατὰ Θεὸν» σοφία, ἡ ἁγιότητα. Ἀκτινοβολοῦσε ἡ ἀρετὴ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου. Μὲ αὐτὴν κυρίως δίδασκε τοὺς πιστοὺς καὶ εἵλκυε στὴν Ἐκκλησία τοὺς αἱρετικοὺς καὶ τοὺς ἄπιστους.

Ἦταν ἐπίσης «κεχωρισμένος ἀπὸ τῶν ἁμαρτωλῶν», χωρισμένος ἀπὸ τὸν κόσμο τῆς ἁμαρτίας. Ἀναφέρεται ἀπὸ τοὺς βιογράφους του ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴ ποὺ σπούδαζε ὡς νέος στὸ πανεπιστήμιο τῆς Ἀθήνας μαζὶ μὲ τὸν ἀχώριστο φίλο του Βασίλειο τὸν Μέγα, ἦταν ἔντονες ἀκόμη οἱ ἐπιρροὲς τῆς εἰδωλολατρίας, εἰδικὰ στὶς παρέες τῶν νέων. Οἱ δύο Ἅγιοι ὅμως ἔμειναν τελείως ἀνεπηρέαστοι ἀπὸ τοὺς κινδύνους αὐτούς. Στὰ χρόνια τῆς παραμονῆς τους στὴν Ἀθήνα δὲν γνώριζαν ἄλλους δρόμους ἐκτὸς ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ὁδηγοῦσαν στὸ πανεπιστήμιο καὶ στὴν ἐκκλησία. Αὐτὴ τὴν καθαρότητα διατήρησε ὁ Γρηγόριος καὶ σὲ ὅλη τὴ μετέπειτα ζωή του.

Ἀναφέρεται καὶ ὡς «ὑψηλότερος τῶν οὐρανῶν γενόμενος». Μὲ τὴν πύρινη προσευχή του ἀνυψωνόταν στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ. «Διὰ τῆς προσευχῆς πρὸς τὸν Θεὸν ἐκδημοῦμεν» (ΒΕΠΕΣ 59, 216), τονίζει ὁ ἴδιος σὲ κάποιο λόγο του. Μὲ τὴν προσευχὴ ἀφήνουμε πίσω μας τὰ γήινα καὶ ἀποδημοῦμε, καταφεύγουμε πρὸς τὸν Θεό. Ἐκεῖ ζοῦσε ὁ Ἅγιος. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὑπῆρξε ὑπόδειγμα ἁγίου λειτουργοῦ, ἄξιου ἀρχιερέα.

2. Στὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ

Στὸ τέλος τῆς περικοπῆς ὁ θεόπνευστος Ἀπόστολος ἐπισημαίνει ἕνα ἀκόμη χαρακτηριστικὸ τοῦ μεγάλου Ἀρχιερέα Χριστοῦ. «Ἐκάθισεν ἐν δεξιᾷ τοῦ θρόνου τῆς μεγαλωσύνης ἐν τοῖς οὐρανοῖς», γράφει. Δηλαδή, κάθισε στὰ δεξιὰ τοῦ θρόνου τῆς θείας μεγαλειότητος στοὺς οὐρανούς, γιὰ νὰ δοξάζεται καὶ ὡς ἄνθρωπος, μετὰ τὴν προσφορὰ τῆς μεγάλης ἀρχιερατικῆς θυσίας του, τῆς σταυρικῆς θυσίας. Μὲ τὴν Ἀνάληψή του στοὺς οὐρανοὺς συνανυψώνει τὴν ἀνθρώπινη φύση. Ὁ Ἀρχιερέας Χριστὸς προσάγει στὸν οὐράνιο Πατέρα τοὺς πιστούς, ὡς μέλη τοῦ μυστικοῦ Σώματός του, τῆς Ἐκκλησίας του. Ἀνεβάζει στὸν δικό του βασιλικὸ θρόνο τοὺς ἐκλεκτούς του, ὅσους ζοῦν κατὰ τὸ θέλημά του. Τοὺς καθιστᾶ δὲ συμβασιλεῖς στὴν οὐράνια Βασιλεία του. Ὅπως ἄλλωσ­τε τὸ ἔχει ὑποσχεθεῖ: «Ὁ νικῶν, δώσω αὐτῷ καθίσαι μετ᾿ ἐμοῦ ἐν τῷ θρόνῳ μου» (Ἀποκ. γ΄ 21). Δηλαδή, σὲ ὅποιο νικήσει, θὰ δώσω ὡς ἀνταμοιβὴ νὰ καθίσει μαζί μου στὸν ἔνδοξο θρόνο μου. Ἀλήθεια, τί τιμὴ μᾶς ἔχει ἑτοιμάσει ὁ Κύριος!

Ἐκεῖ βρίσκονται καὶ οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκ­κλησίας μας. Ἐκεῖ, μέσα στὸν χορὸ τῶν Ἁγίων, στὸν θρόνο τοῦ Κυρίου, βρίσκεται καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Σ’ αὐτὸ τὸν θρόνο ἄλλωστε θέλησε νὰ βρεθεῖ. Δὲν τὸν εἵλκυσαν οἱ ἐ­πίγειες τιμές, οὔτε κι αὐτὸς ὁ ἀρχιεπισκοπικὸς θρόνος τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Γι᾿ αὐτὸ δὲν δίστασε νὰ παραιτηθεῖ ἀπὸ Ἀρχιεπίσκοπος καὶ ἀπὸ τὴν προεδρία τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὅταν διέκρινε τὸν φθόνο καὶ τὶς ραδιουργίες κάποιων ἐπισκόπων, ποὺ ἐπιβουλεύον­ταν τὴ θέση του καὶ τὸν συκοφάντησαν. Ἀποσύρθηκε κατόπιν στὴν ἀγαπημένη του ἡσυχία καὶ ἐπιδόθηκε ἐκ νέου στὴν προσευχή. Παραιτήθηκε ἀπὸ τὸν ἐπίγειο θρόνο· κέρδισε ὅμως τὸν οὐράνιο, στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἀπὸ ἐκεῖ πρεσβεύει γιὰ ἐμᾶς καὶ γιὰ ὅλη τὴ στρατευ­όμενη Ἐκκλησία. Εἴθε μὲ τὶς πρεσβεῖες του νὰ ἀκολουθήσουμε τὸ παράδειγμα τῆς ἁγίας ζωῆς του. Νὰ εἴμαστε δέ, κατὰ τὸ δυνατόν, «ὅσιοι, ἄκακοι, ἀμίαντοι, κεχωρισμένοι ἀπὸ τῶν ἁμαρτωλῶν», γιὰ νὰ ἀξιωθοῦμε νὰ βρεθοῦμε κι ἐμεῖς ἐκεῖ, στὸν θρόνο τοῦ Κυρίου, στὸν χορὸ τῶν Ἁγίων, στὴν αἰώνια χαρὰ τοῦ οὐρανοῦ.

                 ***************************************************

Αγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος: Ο Ουρανομύστης Πατέρας της Εκκλησίας μας

  ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ: ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΟ - Ιερός Ναός Αγίων Ταξιαρχών  Ιστιαίας

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

Οι Καππαδόκες Πατέρες έβαλαν τη δική τους σφραγίδα στην ανάπτυξη της Θεολογίας κατά τον 4ο μ. Χ. αιώνα στην Εκκλησία. Είναι στην ουσία οι θεμελιωτές του ορθόδοξου δόγματος και της αποκρυστάλλωσης της αυθεντικής διδασκαλίας της Εκκλησίας μας. Ένας από αυτούς υπήρξε ο άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, ο αποκαλούμενος και Θεολόγος.

Γεννήθηκε το 329 μ. Χ. στην Αριανζό της Καππαδοκίας, κοντά στην κωμόπολη Ναζιανζό, γι’ αυτό και πήρε την ονομασία Ναζιανζηνός. Οι γονείς του, Γρηγόριος και Νόννα ήταν ευγενείς γαιοκτήμονες. Ο πατέρας του ήταν πρώην ειδωλολάτρης ο οποίος είχε μεταστραφεί στον Χριστιανισμό και κατόπιν είχε χειροτονηθεί επίσκοπος Ναζιανζού. Ο νεαρός Γρηγόριος μεγάλωσε σε χριστιανικό περιβάλλον και από νωρίς φάνηκαν τα σπάνια χαρίσματά του.

Η οικονομική ευχέρεια των γονέων του επέτρεψε να λάβει μεγάλη μόρφωση. Άλλωστε και ο ίδιος αγαπούσε με πάθος τα γράμματα και τη μόρφωση. Σπούδασε στα καλλίτερα σχολεία της Καισάρειας και αργότερα, το 351, πήγε στην Αλεξάνδρεια και μετά στην Αθήνα να συμπληρώσει τις σπουδές του στη ρητορική και τη φιλοσοφία στις εκεί ονομαστές σχολές, έχοντας ως καθηγητές του τους ονομαστούς καθηγητές Ιμέριο και Προαιρέσιο και ως συμμαθητές του τον Μ. Βασίλειο και τον Ιουλιανό, τον μετέπειτα αυτοκράτορα. Η επίδοση των σπουδών του στην Αθήνα ήταν τέτοια, όπως και οι σπάνιες ικανότητές του, ώστε αναγορεύτηκε καθηγητής και δίδαξε εκεί ρητορική και φιλοσοφία για ένα χρόνο.

Κατόπιν επέστρεψε στην Ναζιανζό, όπου βαπτίστηκε χριστιανός από τον επίσκοπο πατέρα του. Τότε άρχισε να γράφει το πρώτο θεολογικό του έργο για το Άγιο Βάπτισμα. Το 360 μεταβαίνει, ύστερα από πρόσκληση του παλιού του φίλου Βασιλείου, στον Πόντο, να ασκητέψει μαζί του κοντά στον Ίρι ποταμό. Το 361, ύστερα από παράκληση του πατέρα του, γυρίζει στην πατρίδα του, όπου τον χειροτόνησε πρεσβύτερο, χωρίς τη θέλησή του, διότι ο Γρηγόριος ήθελε να ακολουθήσει τον μοναχικό βίο. Έφυγε για λίγο καιρό για την Αννεσόη, όπου ασκήτεψε για λίγο καιρό με τον Βασίλειο, ο οποίος τον ανάγκασε να γυρίσει και πάλι στην Ναζιανζό, όπου βρήκε την Εκκλησία διηρημένη εξαιτίας των αρειανών και τον πατέρα του κατηγορούμενο για αίρεση. Μέσα σε λίγο χρόνο κατόρθωσε να ενώσει και πάλι την Εκκλησία.

Τον ίδιο χρόνο είχε ανεβεί στο αυτοκρατορικό θρόνο ο Ιουλιανός (361-363), ο οποίος αποφάσισε να νεκραναστήσει την οριστικά νεκρή αρχαία ειδωλολατρική θρησκεία. Παράλληλα κήρυξε απηνή διωγμό κατά της Εκκλησίας. Ο Γρηγόριος άνοιξε αλληλογραφία με τον παλιό του φίλο αυτοκράτορα, αποδεικνύοντας πως οι πρακτικές του δεν είχαν καμιά σχέση με τον ελληνικό πολιτισμό, το οποίο δήθεν υπεράσπιζε ο θρησκόληπτος Ιουλιανός. Ο θάνατός του Αποστάτη αυτοκράτορα το 363 έκλεισε το θλιβερό αυτό κεφάλαιο της ιστορίας.

Αλλά μια νέα περιπέτεια αντιμετώπιζε η Εκκλησία, το αρειανισμό, τον οποίο υποστήριζε ο αρεινόφρων αυτοκράτορας Ουάλης. Ο Γρηγόριος δίνει μεγάλους αγώνες να διαφυλαχτεί η Ορθοδοξία στη Μ. Ασία. Το 370 ο Μ. Βασίλειος εκλέγεται επίσκοπος Καισαρείας και το 372 χειροτονεί τον Γρηγόριο επίσκοπο Σασίμων και πάλι χωρίς τη θέλησή του. Αλλά σύντομα μεταβαίνει στη Ναζιανζό και μετά το θάνατο του πατέρα του, το 374, αναλαμβάνει να ποιμάνει την χηρεύουσα επισκοπή. Το 375 αποσύρθηκε σε Μονή της Σελεύκειας ως το θάνατο του Βασιλείου το 379.

Την ίδια χρονιά η Σύνοδος των επισκόπων της Αντιόχειας αποφάσισε να στείλει στην Κωνσταντινούπολη τον Γρηγόριο για να αντιμετωπίσει τους αρειανούς, οι οποίοι είχαν καταλάβει όλους τους ναούς. Μετέτρεψε έναν οικίσκο σε ναό της Αγίας Αναστασίας και εκεί εκφώνησε τους περίφημους θεολογικούς του λόγους, κατατροπώνοντας τους αιρετικούς. Το 380 με απόφαση του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Α΄ εκλέχτηκε αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως και τον επόμενο χρόνο προήδρευσε της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου. Όταν κάποιοι επίσκοποι αμφισβήτησαν την κανονικότητα της εκλογής του στον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Βασιλεύουσας, με μια αξιοθαύμαστη πράξη, παραιτήθηκε και γύρισε στην πατρίδα του, όπου ποίμανε την επισκοπή της Ναζιανζού ως το 383. Εν τω μεταξύ κλονίστηκε σοβαρά η υγεία του και γι’ αυτό αποσύρθηκε σε οικογενειακό του κτήμα, όπου έζησε ειρηνικά με προσευχή, άσκηση, και νηστεία. Εκεί συνέγραψε τα περίφημα θεολογικά του συγγράμματά του και συνέθεσε τα, άφθαστου ποιητικής αξίας, ποιήματά του. Κοιμήθηκε ειρηνικά στις 25 Ιανουαρίου 391. Ανακηρύχτηκε άγιος, Πατέρας και οικουμενικός διδάσκαλος της Εκκλησίας μας. Η μνήμη του τιμάται στις 25 Ιανουαρίου, ημέρα της κοιμήσεώς του και στις 30 Ιανουαρίου μαζί με τους άλλους δύο Ιεράρχες, το Μ. Βασίλειο και τον Ι. Χρυσόστομο.

Ο άγιος Γρηγόριος ανήκει στους μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας μας και ταυτόχρονα στις μεγάλες προσωπικότητες της ιστορίας. Θαυμασμό προξενεί στους ιστορικούς η ευγένεια και το ψυχικό του μεγαλείο. Η μόρφωσή του, η πνευματική του καλλιέργεια, η ρητορική του δεινότητα σε συνδυασμό με την βαθιά πίστη του στο Θεό τον ανέδειξαν ως έναν από τους κορυφαίους θεολόγους και συγγραφείς της Εκκλησία μας. Είναι ο θεολόγος του Θεού Λόγου, ο οποίος διατύπωσε με τον πλέον σαφή τρόπο την περί Θεού πίστη της Εκκλησίας μας. Χάρις σ’ αυτόν κατατροπώθηκε η φρικτή και επικίνδυνη αίρεση του Αρείου, η οποία απειλούσε τη σώζουσα αλήθεια της Εκκλησίας. Αλλά και ως ποιητής ο άγιος Γρηγόριος υπήρξε απαράμιλλος. Ακόμα και ο πεζός λόγος του είναι ποίημα και γι’ αυτό κατοπινοί υμνογράφοι, όπως ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός, χρησιμοποίησαν αυτούσιους λόγους του στους ύμνους τους, όπως στους θεσπέσιους κανόνες των Χριστουγέννων και του Πάσχα!

Είναι τέλος εκείνος που κατόρθωσε να συνενώσει το ελληνικό πνεύμα με τη χριστιανική πίστη σε ένα καταπληκτικό σύνολο. Η σωζόμενη αλληλογραφία του με τον ανεδαφικό αποστάτη Ιουλιανό φανερώνει την ποιοτική διαφορά των δύο ανδρών. Ο μεν Γρηγόριος εκφράζει το γνήσιο και πραγματικό ελληνικό πνεύμα της προόδου και του σεβασμού της ετερότητας, ο δε θρησκομανής αυτοκράτορας εκφράζει τον παλιό ειδωλολατρικό κόσμο του φανατισμού, των εμμονών, της δεισιδαιμονίας και της μισαλλοδοξίας, η οποία εκφράστηκε με σκληρούς διωγμούς εναντίων της Εκκλησίας! Χαρακτηριστική είναι η φράση του προς τον Ιουλιανό «το ελληνίζειν εστί πολυσήμαντον», αποδεικνύοντας στον άλλοτε συμμαθητή και φίλο του Ιουλιανό ότι η αλλοπρόσαλλη πολιτική του απέχει παρασάγγας από τον Ελληνισμό, τον οποίο νόμιζε ότι υπηρετούσε! Η ιστορία αποφάνθηκε: τον μεν ονειροπαρμένο παγανιστή αυτοκράτορα τον καταδίκασε εσαεί ως αποστάτη και αποτυχημένο, τον δε Γρηγόριο τον ανέδειξε ως ύψιστη πνευματική προσωπικότητα, τον οποίο σεμνύνονται οι αιώνες!

25 Ιανουαρίου: Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος

 

Τη μνήμη του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου τιμά σήμερα, 25 Ιανουαρίου, η Εκκλησία μας.

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος γεννήθηκε το 329 μ.Χ. στην Αριανζό, κωμόπολη της Καππαδοκίας, από τον Γρηγόριο, επίσκοπο Ναζιανζού και την Νόννα. Έχει δύο αδέρφια: τον Καισάρειο και τη πασίγνωστη για την ευσέβειά της αδερφή Γοργονία.

 

Στη Ναζιανζό, διδάσκεται τη στοιχειώδη εκπαίδευση, ενώ τη μέση στη Καισάρεια, όπου γνωρίζεται με το συμμαθητή του Μέγα Βασίλειο. Έπειτα, πηγαίνει κοντά σε περίφημους διδασκάλους της ρητορικής στη Παλαιστίνη και στην Αλεξάνδρεια και, τέλος, στα Πανεπιστήμια της Αθήνας. Οι σπουδές του διήρκεσαν 13 ολόκληρα χρόνια (από 17 έως 30 ετών).

Μετά τις σπουδές στην Αθήνα ο Γρηγόριος επιστρέφει στη πατρίδα του μονολότι του πρόσφεραν έδρα Καθηγητή Πανεπιστημίου. Εκεί, ο πατέρας του, επίσκοπος Ναζιανζού, τον χειροτονεί πρεσβύτερο. Αλλά ο Άγιος Γρηγόριος προτιμά την ησυχία του αναχωρητηρίου στο Πόντο, κοντά στο φίλο του Βασίλειο, για περισσότερη άσκηση στη πνευματική ζωή.

Μετά, όμως, από θερμές παρακλήσεις των δικών του, επιστρέφει στην πατρίδα του και μπαίνει στην ενεργό δράση της Εκκλησίας. Στα 43 του χρόνια ο Θεός τον ανύψωσε στο επισκοπικό αξίωμα. Έδρα του ορίστηκε η περιοχή των Σασίμων την οποία ποτέ δεν ποίμανε λόγω των Αρειανών κατοίκων της.

Όμως, ο θάνατος έρχεται να πληγώσει τη ψυχή του, με αλλεπάλληλους θανάτους συγγενικών προσώπων. Πρώτα του αδερφού του Καισαρείου, έπειτα της αδερφής του Γοργονίας, μετά του πατέρα του και, τέλος, της μητέρας του Νόννας. Μετά απ’ αυτές τις θλίψεις, η θεία Πρόνοια τον φέρνει στην Κωνσταντινούπολη (378 μ.Χ.), όπου υπερασπίζεται με καταπληκτικό τρόπο την Ορθοδοξία και χτυπά καίρια τους Αρειανούς, που είχαν πλημμυρίσει την Κωνσταντινούπολη.

Η κατάσταση ήταν πολύ δύσκολη. Όλοι οι ναοί της Βασιλεύουσας ήταν στα χέρια των αιρετικών. Όμως ο Άγιος δεν απελπίζεται. Μετατρέπει ένα δωμάτιο στο σπίτι που τον φιλοξενούσαν σε ναό και του δίνει συμβολικό όνομα. Ονομάζει το ναό Αγία Αναστασία δείγμα ότι πίστευε στην ανάσταση της Ορθόδοξης Πίστης.

Οι αγώνες είναι επικίνδυνοι. Οι αιρετικοί ανεβασμένοι πάνω στις σκεπές των σπιτιών του πετούν πέτρες και έτσι ο Άγιος Γρηγόριος δοκιμάζεται πολύ. Στο ναό της Αγίας Αναστασίας εκφωνεί τους περίφημους πέντε θεολογικούς λόγους που του έδωσαν δίκαια τον τίτλο του Θεολόγου.

 

Μετά το σκληρό αυτό αγώνα, ο Μέγας Θεοδόσιος τον αναδεικνύει Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως (381 μ.Χ.). Η Β’ Οικουμενική Σύνοδος τον αναγνώρισε ως Πρόεδρό της. Όμως μια μερίδα επισκόπων τον αντιπολιτεύεται για ευτελή λόγο. Τότε ο Γρηγόριος, αηδιασμένος, δηλώνει τη παραίτησή του, αναχωρεί στη γενέτειρά του Αριανζό και τελειώνει με ειρήνη τη ζωή του, το 390 μ.Χ.

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος άφησε μεγάλο συγγραφικό έργο. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα φιλοσοφημένα 408 ποιήματά του 18.000 περίπου στίχων. Είναι από τα μεγαλύτερα πνεύματα του Χριστιανισμού και από τους λαμπρότερους αθλητές της ορθόδοξης πίστης.

Η τίμια κάρα του φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Βατοπεδίου, στο Άγιο Όρος.

Εορτολόγιο: Γρηγόρης, Γρηγόριος, Γόλης, Γρηγορία * Μαργαρίτης, Μαργαρίτα.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’.
Ὁ ποιμενικός αὐλός τῆς θεολογίας σου, τάς τῶν ῥητόρων ἐνίκησε σάλπιγγας· ὡς γάρ τά βάθη τοῦ Πνεύματος ἐκζητήσαντι, καί τά κάλλη τοῦ φθέγματος προσετέθη σοι. Ἀλλά πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, Πάτερ Γρηγόριε, σωθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν.

Κοντάκιον
Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον
Θεολόγῳ γλώττῃ σου, τάς συμπλοκάς τῶν ῥητόρων, διαλύσας ἔνδοξε, ὀρθοδοξίας χιτῶνα, ἄνωθεν, ἐξυφανθέντα τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἐστόλισας, ὅν καί φοροῦσα, σύν ἡμῖν κράζει, τοῖς σοῖς τέκνοις· Χαίροις Πάτερ, θεολογίας ὁ νοῦς ὁ ἀκρότατος.


 


Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ 18 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2026 ΙΒ΄ ΛΟΥΚΑ (ΔΕΚΑ ΛΕΠΡΩΝ) (Λουκ. ιζ΄ 12-19) (Εβρ. ιγ΄ 7-16)

 

"Ο Λόγος του Θεού στον Λαό του Θεού"

Ευχαριστιακές ενατενίσεις

«Και έπεσεν επί πρόσωπον παρά τους πόδας αυτού ευχαριστών αυτώ»

  Η σημερινή ευαγγελική περικοπή που αναφέρεται στη θεραπεία των δέκα λεπρών, δίνει την ευκαιρία να εντρυφήσουμε σε βαθύτερα μηνύματα που έχουν να κάνουν με στάσεις ζωής. Την περικοπή αυτή αντλούμε από τον ευαγγελιστή Λουκά, ο οποίος είναι ο μόνος που την αναφέρει. Ως ιατρός τη διατήρησε στη μνήμη του. Πληροφοριακά σημειώνουμε ότι είναι από τα τελευταία θαύματα του Κυρίου στην επί γης παρουσία του.

 Είναι ιδιαιτέρως αξιοσπούδαστη η συμπεριφορά των δέκα λεπρών. Ο πρώτος, ο αλλοεθνής Σαμαρείτης, ενσαρκώνει μια από τις πιο μεγάλες και τόσο λησμονημένες στις μέρες μας αρετές: την ευχαριστία που εκφράζεται και ως ευγνωμοσύνη. Οι άλλοι, οι εννέα, εκδηλώνουν από την άλλη μια συμπεριφορά, από τις πιο συνηθισμένες που διαχρονικά βλέπουμε: την αχαριστία που εκφράζεται και ως αγνωμοσύνη. Και οι δέκα έλαβαν μια μεγάλη δωρεά του Θεού. Την απαλλαγή από τη φοβερή αρρώστια της λέπρας. 

  Πόσο όμως διαφορετική είναι η συμπεριφορά του ενός και των άλλων εννέα; Ο Σαμαρείτης, ας ήταν ένας «σχισματικός», κατά τις αντιλήψεις τότε των Ιουδαίων. Όταν συνειδητοποιεί τη θαυμαστή ίασή του, παίρνει τα πόδια του και γυρνά πίσω. Τρέχει προς τον ευεργέτη του, τον Θεάνθρωπο Κύριο, για να του εκφράσει την απεριόριστη ευγνωμοσύνη του. Να τον δοξάσει και να τον ευχαριστήσει. Οι άλλοι, οι εννιά Ισραηλίτες, αδιαφορούν. Δέχονται την ευεργεσία, αλλά ξεχνούν τον ευεργέτη. Βλέπουν την αποκατάσταση της υγείας τους, όμως λησμονούν μια ιερή υποχρέωσή τους: Να εκφράσουν την ευγνωμοσύνη τους στο μεγάλο ιατρό. Να τον συναντήσουν για να εκστομίσουν ένα ειλικρινές «ευχαριστώ» που να βγαίνει εκ βάθους καρδίας για την θεραπεία που έτυχαν.

Αχάριστοι κι εμείς;

 Όπως οι δέκα λεπροί, έτσι κι εμείς γινόμαστε καθημερινά δέκτες της ανέκφραστης αγάπης και των απείρων ευεργεσιών και δωρεών του Θεού. Μας έφερε από την ανυπαρξία στην ύπαρξη, εκ του μη όντος στο είναι. Μας προίκισε με ένα πλήθος χαρισμάτων και δωρεών. Άνθρωπε, «τί έχεις, ο ουκ έλαβες;», αναρωτιέται ο απόστολος Παύλος. (Α΄ Κορ. δ, 7). Προνοεί και φροντίζει ακατάπαυστα για τον καθένα μας. Έστειλε τον Μονογενή Υιό Του να σταυρωθεί για τη δική μας σωτηρία. Μάς φανέρωσε με το Ευαγγέλιο το αιώνιο θέλημά του. Μας προσκάλεσε με το άγιο Βάπτισμα στο δρόμο της σωτηρίας. Μας τρέφει με την ουράνια Τροφή, το Σώμα και το Αίμα του.

   Φρουρεί το πολύτιμο δώρο της υγείας και μάς προφυλάσσει από τόσους κινδύνους. Για όλα αυτά που δίνει ο Θεός σε όλους μας και για πολλά άλλα που παρέχει ξεχωριστά στον καθένα μας, ποιά, άραγε, είναι η δική μας συμπεριφορά απέναντί του; Τον ευχαριστούμε; Του εκφράζουμε την ευγνωμοσύνη μας; Δυστυχώς, οι πολλοί στεκόμαστε ψυχροί και αδιάφοροι. 

  Κυριευμένοι από ένα παχυλό υλισμό, παύσαμε να σκεπτόμαστε τον μεγάλο Ευεργέτη. Να υψώνουμε ευγνώμονα τα μάτια μας προς τον ουρανό. Να υμνούμε το όνομά του τα άγιο. Να τον ευχαριστούμε για τα δώρα του. Να τον ευγνωμονούμε για την άπειρη αγάπη του. Από εγωισμό και μόνο προσπαθούμε να πείσουμε τους εαυτούς μας πως όλα αυτά τα δώρα του Θεού, οι μεγάλες ευεργεσίες του, είναι πράγματα φυσικά, τυχαία γεγονότα ή απότοκα των δικών μας ικανοτήτων.

   Ισχύει και για την εποχή μας ο προφητικός λόγος του αποστόλου Παύλου: «Εν εσχάταις ημέραις ενστήσονται καιροί χαλεποί, έσονται γαρ οι άνθρωποι… αχάριστοι» (Β΄ Τιμ. γ, 1-2).

Ευγνωμοσύνη, όχι αχαριστία

   Ευγνώμονες πάντοτε πρέπει να είμαστε προς τον Θεό και Πατέρα μας. Έχουμε χρέος να τον ευχαριστούμε και να τον δοξάζουμε για όλα αυτά που η αγάπη του μάς παρέχει. Και αυτό, βέβαια, όχι διότι ο Θεός έχει ανάγκη της ευγνωμοσύνης ή των ευχαριστιών μας, αφού δεν είναι δυνατόν ούτε και για την πιο ασήμαντη δωρεάν του να τον ευχαριστήσουμε επάξια, αλλά διότι με την ταπεινή και ευγνώμονα ευχαριστία εξευγενίζουμε την ψυχή μας. 

  Ενωνόμαστε με τον ευεργέτη μας Κύριο. Γινόμαστε σκεύη δεκτικά περισσοτέρων ευλογιών. Άξιοι της Βασιλείας του. Αυτό ακριβώς μάς διδάσκει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Η ευχαριστία εκείνω μεν (τω Θεώ) ουδέν προστίθησιν, ημάς δε οικειοτέρους αυτώ κατασκευάζει».

Αγαπητοί αδελφοί, δεν υπάρχει πιο απεχθής στάση, αμάρτημα βαρύ, θα λέγαμε, από την αχαριστία. Και όσο απεχθής συμπεριφορά είναι η αγνωμοσύνη, τόσο μεγάλη και αξιοζήλευτη αρετή είναι η ευγνωμοσύνη.

  Ευγνώμονες προς τον Κύριο ήταν πάντοτε στη ζωή τους και όλοι οι άγιοι της Εκκλησίας μας. Σήμερα τιμούμε τις μεγάλες μορφές του Αθανασίου και Κυρίλλου, πατριαρχών Αλεξανδρείας, οι οποίοι με την όλη βιωτή τους έδωσαν μαρτυρία αυθεντικής ευγνωμοσύνης προς τον Κύριο. Ειδικότερα, οι μεγάλες αυτές πατερικές μορφές άφησαν τη ζωή τους να εκπέμπει σε ευχαριστιακές συχνότητες με τον πιο αυθεντικό τρόπο. 

  Ας είμαστε, λοιπόν, πάντοτε ευγνώμονες προς τον Θεό και Πατέρα μας. Αλλά και προς τους συνανθρώπους μας. Ας αφήσουμε την ύπαρξη μας να εντρυφήσει στο μεγαλείο της ευχαριστιακής ζωής, σε μια ιερή προοπτική και σ’ ένα ευλογημένο ορίζοντα ανώτερης και ευλογημένης καταξίωσης.

Χριστάκης Ευσταθίου,

Θεολόγος

Κυριακὴ ΙΒ΄ Λουκᾶ – Εὐαγγελικὸ καί Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 18 Ἰανουαρίου 2026

 

Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 18 Ἰανουαρίου 2026, Κυριακὴ ΙΒ΄ Λουκᾶ (Λουκ. ιζ΄12-19)

12 καὶ εἰσερχομένου αὐτοῦ εἴς τινα κώμην ἀπήντησαν αὐτῷ δέκα λεπροὶ ἄνδρες, οἳ ἔστησαν πόρρωθεν, 13 καὶ αὐτοὶ ἦραν φωνὴν λέ­γοντες· Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐ­­­λέησον ἡμᾶς. 14 καὶ ἰδὼν εἶπεν αὐτοῖς· πορευθέντες ἐπιδείξατε ἑ­­­-αυ­­τοὺς τοῖς ἱερεῦσι. καὶ ἐγέ­νετο ἐν τῷ ὑπάγειν αὐ­τοὺς ἐκαθαρίσθησαν. 15 εἷς δὲ ἐξ αὐτῶν, ἰδὼν ὅτι ἰάθη, ὑπέστρεψε μετὰ φω­νῆς μεγάλης δοξάζων τὸν Θεόν, 16 καὶ ἔπεσεν ἐπὶ πρόσω­πον παρὰ τοὺς πόδας αὐ­τοῦ εὐχαριστῶν αὐτῷ· καὶ αὐτὸς ἦν Σαμαρείτης. 17 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· οὐχὶ οἱ δέκα ἐ­καθα­ρίσθησαν; οἱ δὲ ἐν­νέα ποῦ; 18 οὐχ εὑρέθησαν ὑποστρέ­ψαντες δοῦναι δόξαν τῷ Θεῷ εἰ μὴ ὁ ἀλλογενὴς οὗ­τος; 19 καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἀναστὰς πορεύου· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

12 Καί τήν ὥρα πού ἔμπαινε σέ κάποιο χωριό, τόν συ­ν­ά­­ντησαν δέκα λεπροί ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι στάθηκαν ἀπό μακριά, ἐπειδή σύμφωνα μέ τό νόμο κάθε λεπρός θεω­ροῦ­νταν ἀκάθαρτος καί δέν τοῦ ἐπιτρεπόταν νά πλησι­ά­σει κανέναν. 13 Κι αὐτοί ἄρχισαν νά τοῦ φωνάζουν δυνατά: Ἰη­σοῦ, Κύριε, σπλαχνίσου μας καί θεράπευσέ μας. 14 Βλέποντάς τους ἐκεῖνος τούς εἶπε: Πηγαίνετε καί δεῖξ­­τε τό σῶμα σας στούς ἱερεῖς, γιά νά βεβαιώσουν ἄν πράγματι θεραπευθήκατε, σύμφωνα μέ τή δι­ά­­ταξη τοῦ νόμου. Καί καθώς αὐτοί πήγαιναν νά ἐξεταστοῦν ἀπό τούς ἱερεῖς, καθαρίστηκαν ἀπό τή λέ­πρα. 15 Ἕνας ἀπ’ αὐτούς, μόλις εἶδε ὅτι θεραπεύθηκε, ἐπέ­στρε­ψε καί μέ δυνατή φωνή ἐκφράζοντας τή χαρά καί τήν εὐγνωμοσύνη του δόξαζε τόν Θεό πού τόν θεράπευσε διαμέσου τοῦ Ἰησοῦ. 16 Ἔπεσε τότε μέ τό πρόσωπο κάτω στή γῆ κοντά στά πόδια τοῦ Ἰησοῦ καί τόν εὐχαριστοῦσε. Καί αὐτός ἦταν Σαμαρείτης, δηλαδή σχισματικός καί λιγότερο φωτισμέ­νος ἀπό τούς Ἰουδαίους. Συνεπῶς κανείς δέν θά περίμενε νά δείξει αὐτός μιά τέτοια εὐγνωμοσύνη πού δέν ἔδειξαν οἱ ἄλλοι ἐννέα, πού ἦταν Ἰσραηλίτες. 17 Τότε ὁ Ἰησοῦς εἶπε: Δέν καθαρίστηκαν ἀπό τή λέπρα καί οἱ δέκα; Οἱ ἄλλοι ἐννέα ποῦ εἶναι; 18 Χάθηκαν νά γυρίσουν πίσω καί νά δοξάσουν τόν Θεό, παρά μόνο ὁ ξένος αὐτός, πού δέν ἀνήκει στό γνήσιο ἰουδαϊκό γένος; 19 Καί σ’ αὐτόν εἶπε: Σήκω καί πήγαινε. Ἡ πίστη σου σέ ἔσωσε. Δέν θεράπευσε μόνο τό σῶμα σου, ἀλλά ἀπο­τελεῖ καί καλή ἀρχή πού θά σέ ὁδηγήσει καί στήν πνευ­ματική σου σωτηρία.

 

 

Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 18 Ἰανουαρίου 2026, Ἀθανασίου καὶ Κυρίλλου Πατρ. Ἀλεξανδρείας (Ἑβρ. ιγ΄ 7-16)

Ἀδελφοί, μνημονεύετε τῶν ἡ­γου­­μένων ὑμῶν, οἵτινες ἐλάλη­σαν ὑμῖν τὸν λόγον τοῦ ­Θεοῦ, ὧν ἀναθεωροῦντες τὴν ἔκβασιν τῆς ἀναστροφῆς μιμεῖσθε τὴν πίστιν. Ἰησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐ­τὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας. διδαχαῖς ποικίλαις καὶ ξέναις μὴ παραφέρεσθε· καλὸν γὰρ χάριτι βε­βαι­οῦσθαι τὴν καρ­δίαν, οὐ βρώμασιν, ἐν οἷς οὐκ ὠ­φε­­­­λή­θησαν οἱ περιπατήσαντες. ἔχο­μεν θυσιαστήριον ἐξ οὗ φαγεῖν οὐκ ἔ­χουσιν ἐξουσίαν οἱ τῇ σκηνῇ λα­τρεύ­οντες· ὧν γὰρ εἰσφέρεται ζῴων τὸ αἷμα περὶ ἁμαρτίας εἰς τὰ Ἅγια διὰ τοῦ ἀρχιερέως, τούτων τὰ σώματα κα­­τακαίεται ἔξω τῆς παρεμβολῆς· διὸ καὶ Ἰησοῦς, ἵνα ἁγιάσῃ διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος τὸν λαόν, ἔξω τῆς πύλης ἔ­παθε. τοίνυν ἐξερχώμεθα πρὸς αὐτὸν ἔξω τῆς παρεμβολῆς τὸν ὀνειδισμὸν αὐτοῦ φέροντες· οὐ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν. δι’ αὐτοῦ οὖν ἀνα­φέρω­­μεν θυσίαν αἰνέσε­ως διὰ παντὸς τῷ Θεῷ, τοῦτ’ ἔστι καρπὸν χειλέ­ων ὁ­μο­λογούντων τῷ ὀνόματι αὐτοῦ. τῆς δὲ εὐποιΐας καὶ κοινωνίας μὴ ἐπι­λαν­­θά­νεσθε· τοιαύταις γὰρ θυσίαις εὐα­ρεστεῖται ὁ Θεός..

 

Νεοελληνική Απόδοση

7 Να ενθυμήσθε πάντοτε τους πνευματικούς σας ηγέτας και προεστούς, οι οποίοι σας εδίδαξαν τον λόγον του Θεού. Να φέρνετε στον νουν σας και να μελετάτε με ευλάβειαν το κατά Θεόν τέλος του βίου και της εναρέτου συμπεριφοράς των και να μιμήσθε την πίστιν. 8 Αλλ’ εάν οι άνθρωποι έρχωνται και παρέρχωνται, ο Ιησούς Χριστός και χθες και σήμερον και στους αιώνας των αιώνων είναι ο ίδιος και αναλλοίωτος, και η διδασκαλία του είναι αιωνία και αληθής. Κρατήσατέ την σταθερά, 9 και μη αφίνετε τον εαυτόν σας να παρασύρεται και να παραπλανάται από λογιών-λογιών διδασκαλίας, ξένας και διαφορετικάς από την διδασκαλίαν του Χριστού. Διότι είναι καλόν, οικοδομητικόν και ασφαλές, να στερεώνεται η καρδία εις την ορθήν διδασκαλίαν με την χάριν του Κυρίου και όχι εις τας ψευδοδιδασκαλίας των Εβραίων, περί φαγητών καθαρών και ακαθάρτων, από την οποίαν τίποτε δεν ωφελήθησαν, όσοι επρόσεχαν εις τας διακρίσεις αυτάς των φαγητών. 10 Ημείς οι Χριστιανοί, έχομεν ιερώτατον θυσιαστήριον, την αγίαν Τράπεζαν, επάνω εις την οποίαν παρατίθεται ουράνιος και ανεκτίμητος τροφή, το σώμα και το αίμα του Κυρίου, από το οποίον θυσιαστήριον δεν έχουν το δικαίωμα να φάγουν όσοι εξακολουθούν να λατρεύουν και να υπηρετούν τον Θεόν εις την παλαιάν σκηνήν του μαρτυρίου, (δηλαδή ούτε οι ιερείς και οι αρχιερείς της Π. Διαθήκης). 11 Συμβολικώς δε εικονίζετο αυτή η απαγόρευσις εις την Π. Διαθήκην. Διότι τα σώματα των ζώων εκείνων, που εθυσιάζοντο κατά την ημέραν του εξιλασμού και το αίμα των εφέρετο από τον αρχιερέα εις τα άγια των αγίων, ως θυσία περί αμαρτίας, δεν ετρώγοντο από τους ιερείς, αλλά εκαίοντο εξ ολοκλήρου έξω από το στρατόπεδον του Ισραήλ. 12 Δι’ αυτό, σύμφωνα με τον προφητικόν αυτόν συμβολισμόν, και ο Ιησούς, δια να αγιάση με το ιδικόν του αίμα τον νέον λαόν της χάριτος εσταυρώθη έξω από την πύλην της Ιερουσαλήμ. 13 Λοιπόν, κόπτοντες και ημείς κάθε δεσμόν προς τας παλαιάς αυτάς και συμβολικάς διατάξεις, ας εξερχώμεθα προς τον Χριστόν έξω από την ιουδαϊκήν θρησκείαν και νοοτροπίαν, και ας πάρωμεν επάνω μας τον χλευασμόν και τον εμπαιγμόν, που πρώτος υπέμεινε δι’ ημάς ο Χριστός. 14 Ας μη δενώμεθα με τα παλαιά σχήματα και τα πράγματα γενικώς του κόσμου. Διότι δεν έχομεν εδώ μόνιμον πατρίδα και κατοικίαν, αλλά με ενδιαφέρον και πόθον ζητούμεν να κερδήσωμεν την μέλλουσαν και αιωνίαν, δηλαδή την ουράνιον βασίλειαν του Κυρίου. 15 Δια μέσου, λοιπόν, του Κυρίου μας, ως αρχιερέως και μεσίτου, ας προσφέρωμεν προς τον Θεόν πάντοτε θυσίαν δοξολογίας και ευχαριστίας· δηλαδή θυσίαν, η οποία σαν καρπός και έκφρασις θερμής ευγνωμοσύνης και λατρείας προς τον Θεόν, θα βγαίνη από τα χείλη μας, τα οποία θα δοξολογούν το άγιον όνομα του. 16 Μη λησμονείτε την αγαθοεργίαν και το καθήκον σας να κάμνετε και τους άλλους μετόχους των αγαθών, που σας δίδει ο Θεός, διότι στοιαύτας θυσίας ευχαριστείται ο Θεός και όχι εις θυσίας ζώων.

                   ***************************************************

 

ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ

1. Σταθεροὶ στὴ διδασκαλία ποὺ μᾶς παρέδωσαν

Ἡ σημερινὴ Κυριακὴ συμπίπτει μὲ τὴ μνήμη δύο πολὺ σημαντικῶν Ἁγίων: τῶν μεγάλων Πατέρων καὶ οἰκουμενικῶν Διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας μας Ἀθανασίου (295-375) καὶ Κυρίλλου (377-444), οἱ ὁποῖοι διετέλεσαν πατριάρχες Ἀ­λεξανδρείας. Γι᾿ αὐτὸ τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα τῆς ἡμέρας, ἀπὸ τὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολή, εἶναι ἀφιερωμένο στοὺς δύο Ἱεράρχες. Μεταξὺ τῶν ἄλλων ὁ θεόπνευστος Ἀπόστολος μᾶς δίνει καὶ τὴν ἑξῆς προτροπή: «διδαχαῖς ποικίλαις καὶ ξέναις μὴ παραφέρεσθε». Δηλαδή, μὴν παρασύρεσθε ἐδῶ κι ἐκεῖ ἀπὸ διδασκαλίες, ποὺ ἴσως φαίνονται ὡραῖες, ἀλλὰ εἶναι ξένες πρὸς τὴν ἀληθινὴ διδασκαλία τοῦ Εὐαγ­γελίου καὶ τὴν ὀρθὴ πίστη στὸν Χριστό. Διότι οἱ διδασκαλίες αὐτὲς εἶναι ψευδεῖς, εἶναι αἱρετικές.

Ὁ ἀποστολικὸς αὐτὸς λόγος ἀποτυπώνει πολὺ εὔστοχα τὴ ζωὴ καὶ τὴν προσ­φορὰ τῶν δύο μεγάλων προμάχων τῆς Ὀρθοδοξίας, τοὺς ὁποίους τιμοῦμε σήμερα. Αὐτὸ ἦταν τὸ κέντρο τοῦ κηρύ­γματός τους, ἡ πιστότητα, ἡ ἀκρίβεια στὴ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου. Ἔδωσαν ἀγῶνες γιὰ τὴ διατήρηση τῆς ὀρθῆς πίστεως, ὅπως αὐτὴ μᾶς παραδόθηκε ἀπὸ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους. Ἔδωσαν μάχες στὴν πρώτη γραμμή. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος στὴν Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο εἶχε καθοριστικὴ συμβολὴ στὴν καταδίκη τοῦ αἱρεσιάρχη Ἀρείου. Ὑπερασπίσθηκε μὲ παρρησία τὴ μεγάλη ἀλήθεια τῆς πίστεώς μας ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι «Θεὸς ἀληθινὸς ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ», ὅπως ὁμολογοῦμε στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως. Εἶναι τέλειος Θεός, ὁμοούσιος μὲ τὸν Πατέρα, καὶ ὄχι κτίσμα, δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, ὅπως πλανεμένα ὑποστήριζε ὁ Ἄρειος.

Ὁ ἅγιος Κύριλλος, λίγο μεταγενέστερος, συντέλεσε καταλυτικὰ κατὰ τὴν Γ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο στὴν καταδίκη τοῦ Νεστορίου. Ὁ αἱρεσιάρχης Νεστόριος ὑποτιμοῦσε τὴ θεότητα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἅγιος Κύριλλος πρωτοστάτησε στὴ Σύν­οδο, ὥστε νὰ ἀποσαφηνισθεῖ τελικὰ ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος ἔγινε καὶ ἄνθρωπος, δὲν ἦταν δὲ ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἀγωνίσθηκε καὶ ἔγινε Θεός, ὅπως βλάσφημα δίδασκε ὁ Νεστόριος.

Οἱ δύο πατριάρχες Ἀλεξανδρείας διαφύλαξαν μὲ τοὺς πύρινους λόγους τους τὴν ἀληθινὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας καὶ μᾶς τὴν παρέδωσαν μὲ τὰ θεοφώτιστα συγγράμματά τους. Αὐτὴ τὴν ἀληθινὴ πίστη κρατοῦμε κι ἐμεῖς καὶ ἔχουμε εὐθύνη νὰ τὴ διασφαλίσουμε. Διότι καὶ στὴν ἐποχή μας ἀκούγονται διδασκαλίες καινοφανεῖς, νεωτεριστικές, ποὺ ἴσως φαίνονται ὡραῖες· εἶναι ὅμως ξένες πρὸς τὴν ἀληθινὴ διδασκαλία ποὺ μᾶς παρέδωσαν οἱ ἅγιοι Πατέρες μας. Ἂς μὴν παρασυρόμαστε λοιπὸν ἀπὸ αὐτές.

2. Πρόθυμοι στὰ ἔργα ἀγάπης

Στὸ τέλος τῆς περικοπῆς ὁ θεοφώτιστος Ἀπόστολος παραθέτει μία ἀκόμη σημαν­τικότατη προτροπὴ πρὸς τοὺς Ἑβραίους: «Τῆς εὐποιΐας καὶ κοινωνίας μὴ ἐπιλανθάνεσθε· τοιαύταις γὰρ θυσίαις εὐαρεστεῖται ὁ Θεός». Δηλαδή, μὴ λησμονεῖτε νὰ προσφέρετε στὰ ἔργα ἀγάπης πρὸς τοὺς ἀδελφούς σας καὶ νὰ μοιράζεσθε μαζί τους τὰ ἀγαθά σας. Διότι ὁ Θεὸς μὲ τέτοιου εἴδους θυσίες εὐαρεστεῖται πρα­γματικὰ καὶ ὄχι μὲ τὶς θυσίες τῶν ἄλογων ζώων, σὰν κι αὐτὲς ποὺ προσφέρατε μέχρι τώρα.

Κάνει ἐντύπωση ὅτι τὰ ἔργα ἀγάπης τὰ ὀνομάζει «θυσίες» ὁ θεόπνευστος Ἀπόστολος. Καὶ οἱ δύο θεοφόροι Πατέρες, τοὺς ὁποίους ἑορτάζουμε σήμερα, δὲν παρέλειπαν νὰ ἐπιτελοῦν τὶς θυσίες αὐτές. Ὡς ἀρχιερεῖς βέβαια τελοῦσαν τὴν ἀναίμακτη Θυσία τῆς θείας Λειτουργίας, ποὺ εἶναι τὸ θεμέλιο τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Μαζὶ ὅμως μὲ τὴ Θυσία τῆς θείας Εὐχαριστίας τελοῦσαν καὶ τὴν πνευματικὴ θυσία τῆς ἀγάπης· τῆς προσφορᾶς πρὸς τοὺς πάσχοντες. Στὸ πρόσωπό τους βρῆκαν παρηγοριὰ οἱ ταλαιπωρημένοι, οἱ νέοι τὸν τέλειο παιδαγωγό, οἱ φτωχοὶ τὸν ἐλεήμονα ἀδελφό, οἱ χῆρες τὸν προστάτη, τὰ ὀρφανὰ τὸν ἀγαθὸ πατέρα, οἱ ξένοι τὸν φιλόξενο εὐεργέτη, οἱ ἀσθενεῖς τὸν ἰατρό. Ἔγιναν «τοῖς πᾶσι τὰ πάντα» (Α΄ Κορ. θ΄ 22). Πρόσφεραν σὲ κάθε πιστὸ ὅ,τι εἶχε πραγματικὰ ἀνάγκη.

Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος γράφει ὅτι ὁ Κύριος, στοὺς ἀνθρώπους ποὺ προσφέρουν σὲ ἔργα ἀγάπης, «χρεωστεῖ φιλανθρωπίαν, ὡς αὐτὸς τὴν ἐλεημοσύνην παρ᾿ αὐτοῖς δανεισάμενος» (ΕΠΕ 5, 306). Δηλαδή, θὰ λέγαμε ὅτι εἶναι χρεωμένος ἀπέναντί τους ὁ Θεός, διότι μὲ τὴν ἐλεημοσύνη τους δάνεισαν στὸν ἴδιο τὸν Θεό. Ὁ ἅγιος Κύριλλος ἐπίσης ἐπισημαίνει ὅτι ἡ ἀγάπη πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς εἶναι «νόμου πλήρωσις» (ΕΠΕ 2, 64). Εἶναι δηλαδὴ ἡ τελείωση τοῦ Νόμου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.

Ἂς μιμηθοῦμε κι ἐμεῖς τοὺς Ἁγίους μας στὰ ἔργα τῆς ἀγάπης. Ἂς εἴμαστε πρόθυμοι νὰ ὑπηρετοῦμε κάθε συνάνθρωπό μας ποὺ χρειάζεται βοήθεια, εἴτε ὑλικὴ εἴτε πνευματική. Ἡ Ἐκκλησία μας πάντοτε ἔδινε σημασία στὴ φιλανθρωπία, στὴν προσ­φορὰ πρὸς τοὺς ἐνδεεῖς ἀδελφούς. Διότι ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ τελείωση τοῦ πνευματικοῦ Νόμου. Μὲ τὴν ἀγάπη ἔχουμε χρεώστη μας τὸν ἴδιο τὸν Θεό.

                  ***************************************************

ΜΕΓΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ: Ο ΣΤΥΛΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΚΑΙ ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ: Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΔΟΓΜΑΤΙΚΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ.

  Οι άγιοι Αθανάσιος και Κύριλλος, πατριάρχες Αλεξανδρείας

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού.

      Ελάχιστοι άνθρωποι αξιώθηκαν να λάβουν τον τίτλο του «Μεγάλου» στην ιστορία της ανθρωπότητας, διότι αυτό προϋποθέτει να υπάρξει κάποιος υπέρμετρα σπουδαίος και να προσφέρει υπέρτατες και μοναδικές υπηρεσίες σε αυτή. Ένας από αυτούς είναι και ο Μέγας Αθανάσιος, ο οποίος εκτός από τον τίτλου του «Μεγάλου» του αποδόθηκε και ο μοναδικός τίτλος «Στύλος της Ορθοδοξίας». Μελετώντας κάποιος την προσωπικότητα και το τιτάνιο έργο του, δε μπορεί παρά να συμφωνήσει με την επιλογή αυτή της Εκκλησίας μας.

      Γεννήθηκε περί το 298 στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου από ευσεβείς Έλληνες γονείς και ανατράφηκε με παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Οι ευκατάστατοι γονείς του φρόντισαν να λάβει μια σπάνια κλασική παιδεία, η οποία άκμαζε ακόμα στην Αλεξάνδρεια. Παράλληλα φοίτησε στην περίφημη Κατηχητική Σχολή θεολογία, αναδεικνυόμενος ως ένας από τους σπουδαιότερους Πατέρες και Διδασκάλους της Εκκλησίας μας όλων των εποχών. Καθοριστική σημασία για την κατοπινή πορεία του Αθανασίου υπήρξε η γνωριμία του και η πνευματική του σύνδεση με τον μέγιστο ασκητή της Εκκλησίας μας Μέγα Αντώνιο. Κοντά του μυήθηκε στην ευσέβεια και χαλυβδώθηκε ο χαρακτήρας του να είναι αμετακίνητος και απόλυτα προσηλωμένος στην αλήθεια της Εκκλησίας. Σε ηλικία δεκαοκτώ ετών εισέρχεται στις τάξεις του ιερού κλήρου, ως διάκονος της αλεξανδρινής Εκκλησίας, μπαίνοντας στην υπηρεσία του γηραιού και σεβάσμιου επισκόπου Αλεξάνδρου.

       Δεν έμελλε όμως να βιώσει μια ειρηνική ιερατική διακονία, διότι κατά την χρονική εκείνη περίοδο ξέσπασε μια από τις μεγαλύτερες και πιο επικίνδυνες θεολογικές θύελλες στην ιστορία της Εκκλησίας μας, η φοβερή αίρεση του αρειανισμού. Ο πρεσβύτερος της αλεξανδρινής Εκκλησίας Άρειος δίδασκε άκρως βλάσφημες και κακόδοξες διδασκαλίες, ανατρέποντας εκ θεμελίων την διδασκαλία της Εκκλησίας μας. Απέρριπτε το θεμελιώδες δόγμα της Αγίας Τριάδος, υποβιβάζοντας τον Υιό σε κτίσμα του Θεού και αρνούμενος την προσωπική υπόσταση του Αγίου Πνεύματος. Ο νεαρός διάκονος Αθανάσιος, με την ευλογία του επισκόπου Αλεξάνδρου ανέλαβε να ανασκευάσει τις βλάσφημες δοξασίες του Αρείου. Στα 325 συγκροτήθηκε η Α Οικουμενική Σύνοδος στην Νίκαια της Βηθυνίας για να συζητηθεί η αρειανική κακοδοξία και να διατυπωθεί με σαφήνεια το ορθόδοξο δόγμα. Ο διάκονος Αθανάσιος εκπροσώπησε τον Αλέξανδρο και μάλιστα ορίστηκε και γραμματείας της Συνόδου. Στις θυελλώδεις συζητήσεις με τον αιρεσιάρχη Άρειο και τους οπαδούς του, ο Αθανάσιος εξέπληξε με την ωριμότητα της σκέψεώς του, τη θεολογική του κατάρτιση και προ πάντων την ακριβή έκφραση της ορθόδοξης διδασκαλίας. Δεν είναι υπερβολή να υποστηρίξουμε πως ο Μέγας Αθανάσιος υπήρξε ο πρωταγωνιστής της Συνόδου και ο εκφραστής της αλήθειας της Εκκλησίας.

     Το 328 κοιμήθηκε ο επίσκοπος Αλεξανδρείας Αλέξανδρος και ο λαός απαίτησε να ανέβει στον επισκοπικό θρόνο ο Αθανάσιος, ο οποίος αποδέχτηκε την ύψιστη αυτή διακονία, διαρκούσης της αρειανικής λαίλαπας, παρά την καταδίκη της από την Α Οικουμενική Σύνοδο. Εργάστηκε σκληρά αναδιοργανώνοντας την αλεξανδρινή Εκκλησία. Επέλεξε άξιους συνεργάτες από την τάξη των ασκητών και των μοναχών, οι οποίοι είχαν αφιερωθεί ολοκληρωτικά στο εκκλησιαστικό έργο. Το μεγάλο βάρος το έδωσε στην προάσπιση της ορθόδοξης πίστης και τον αντιαιρετικό αγώνα. Αυτό είχε όμως δυσμενείς εξελίξεις για τον ίδιο. Οι αρειανοί και οι άλλοι αιρετικοί της επισκοπής του κατείχαν υψηλά  κρατικά αξιώματα και οικονομική δύναμη. Κάνοντας χρήση αυτών, είχαν κηρύξει ανελέητο πόλεμο κατά του Αθανασίου και οχετούς λάσπης συκοφαντιών, οι οποίες έφταναν ως την αυτοκρατορική εξουσία της Κωνσταντινουπόλεως. Γι’ αυτό και ολόκληρη η ζωή του υπήρξε μαρτυρική. Από τα

46 έτη της επισκοπικής του διακονίας τα 17 τα πέρασε στις εξορίες! Έχουν διασωθεί οι φρικτές συκοφαντίες εναντίον του από τους αιρετικούς, προς τον αυτοκράτορα. Κατηγορήθηκε ο ασκητής Αθανάσιος για δήθεν πορνεία και βιασμό γυναίκας! Κατηγορήθηκε επίσης ο ένθερμος αυτός ζηλωτής του Χριστού και ως μάγος!

      Αλλά ο Αθανάσιος υπόμενε με καρτερία τις συκοφαντίες και τις άδικες διώξεις. Την προσωπική του πίκρα και τις ατέλειωτες ταλαιπωρίες του τις προσπερνούσε με την νυχθημερόν συγγραφή θεολογικών πραγματικών και αντιαιρετικών έργων. Από τα σπουδαιότερα συγγράμματά του ξεχωρίζουμε το μοναδικό έργο του «Περί της Ενανθρωπήσεως του Λόγου», όπου αν αναπτύσσει με καταπληκτική ακρίβεια την αλήθεια της Εκκλησίας μας για το θείο πρόσωπο του Σωτήρος Χριστού. Στα έργο του «Κατά Αρειανών» καταρρίπτει πανηγυρικά τις αρειανικές κακοδοξίες. Στο επίσης περισπούδαστο έργο του «Κατά Ειδώλων» καταρρίπτει το σαθρό οικοδόμημα της ειδωλολατρίας, η οποία στην εποχή του ήταν ακόμη μια μεγάλη απειλή και μια σοβαρή πρόκληση για την Εκκλησία. Συνέγραψε ακόμη το βίο του δασκάλου του Μ. Αντωνίου, καθώς και πάμπολλες επιστολές σε διάφορα εξέχοντα πρόσωπα, οι οποίες αποπνέουν σπάνιο ζήλο για την διαφύλαξη της αλήθειας της Εκκλησίας, διότι είναι συνώνυμη με τη σωτηρία. Αξίζει να σημειώσουμε πως με την 39η εορταστική επιστολή του ορίζεται ο λεγόμενος «κανόνας της Καινής Διαθήκης», δηλαδή ορίζονται τα 27 γνήσια βιβλία, από τα ψευδεπίγραφα (απόκρυφα) που κυκλοφορούσαν στην αρχαία Εκκλησία και έσπερναν πλάνες στους πιστούς. 

       Κατάκοπος και τσακισμένους από τους ατέλειωτους αγώνες και τις προσωπικές ταλαιπωρίες, κοιμήθηκε στις 2 Μαΐου του 373. Η Εκκλησία μας τον κατέταξε στους αγίους της και τον ανακήρυξε «Μέγα» για τις μοναδικές του υπηρεσίες του προς Αυτήν. Ορίστηκε δε να συνεορτάζεται η μνήμη του στις 18 Ιανουαρίου, μαζί με τον επίσης σπουδαίο αλεξανδρινό επίσκοπο, τον άγιο Κύριλλο, ο οποίος και αυτός έδωσε παρόμοιους αγώνες για την Ορθόδοξη πίστη.   

      

ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ: Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΔΟΓΜΑΤΙΚΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ.

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ  Θεολόγου – Καθηγητού,

     Οι αλεξανδρινοί Πατέρες έβαλαν και εκείνοι τη δική τους σφραγίδα στην ανάπτυξη της Θεολογίας της Εκκλησίας μας. Με κέντρο ανάπτυξης των θεολογικών σπουδών την περίφημη Κατηχητική Σχολή, η Εκκλησία της Αλεξάνδρειας ανέδειξε μεγάλες μορφές. Μια από αυτές είναι και ο άγιος Κύριλλος αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας, ο κορυφαίος δογματικός θεολόγος και υπερασπιστής της Ορθοδοξίας. Αλλά και ένας από τους πλέον συκοφαντημένους Πατέρες και αγίους της Εκκλησίας μας.

     Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια περί το 378 από εύπορους γονείς και ήταν ανεψιός του πατριάρχη Θεοφίλου. Οι γονείς του φρόντισαν να του δώσουν σοβαρή μόρφωση. Σπούδασε γραμματική, ρητορική και φιλοσοφία στις ονομαστές εθνικές σχολές της Αλεξάνδρειας και τέλος σπούδασε θεολογία και βιβλικές σπουδές στην ονομαστή Κατηχητική Σχολή. Περί το 400 χειροτονήθηκε από το θείο του Θεόφιλο αναγνώστης και στη συνέχεια διάκονος και πρεσβύτερος, ο οποίος έδειξε νωρίς τα χαρίσματά του και την βαθιά προσήλωσή του στην ορθόδοξη παράδοση. 

      Το 403 συνόδευσε το Θεόφιλο προκειμένου να συμμετάσχει στην λεγομένη παρά την Δρυν Σύνοδο, η οποία καθαίρεσε τον άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο. Ήταν η πρώτη ατυχής συγκυρία της ζωής του. Μετά την επιστροφή του στην Αλεξάνδρεια ένοιωσε την ανάγκη για να αναπτύξει περαιτέρω την πνευματική του ανάπτυξη και τον καταρτισμό του. Γι’ αυτό κατέφυγε στα ονομαστά μοναστήρια της Αιγύπτου, όπου υπήρχαν άγιοι ασκητές, για να πάρει από αυτούς τα πνευματικά εφόδια, τα οποία θα του ήταν απαραίτητα για την κατοπινή εκκλησιαστική του διακονία. Ο θείος του Θεόφιλος τον έστειλε στις Μονές της Νιτρίας, για να εντρυφήσει στην ευσέβεια. Έμεινε πέντε χρόνια στην Μονή του Αγίου Μακαρίου, μελετώντας την Αγία Γραφή υπό την καθοδήγηση του αγίου Σεραπίωνος.

      Στις 15 Οκτωβρίου του 412 ήρθε στην Αλεξάνδρεια για να παραστεί στην κηδεία του Θεόφιλου και να διεκδικήσει τον επισκοπικό θρόνο. Αν και η αριστοκρατία της Αλεξάνδρειας προωθούσε για τον επισκοπικό θρόνο τον Τιμόθεο, όπως και η πολιτική διοίκηση της πόλεως, εν τούτοις εξελέγη ο Κύριλλος, ο οποίος ενθρονίστηκε στις 17 Οκτωβρίου του 412 και ποίμανε την Εκκλησία της Αλεξανδρείας για 32 χρόνια.

         Η επισκοπική του διακονία δεν υπήρξε ειρηνική, διότι η μεγάλη πόλη των αλεξανδρινών ταρασσόταν από συχνές επαναστάσεις και η τοπική Εκκλησία σπαράσσονταν από αιρέσεις και σχίσματα. Στη μεγαλούπολη και πολυεθνική Αλεξάνδρεια είχαν βρει καταφύγιο υπολείμματα αρχαίων αιρετικών και σχισματικών ομάδων, όπως των αρειανών, των μαρκιωνιτών, των οπαδών του Παύλου Σαμοσατέως, των νοβατιανών, κ.α. οι οποίοι δημιουργούσαν σοβαρά προβλήματα στους Ορθοδόξους. Ο άγιος Κύριλλος ανέπτυξε μια αξιοθαύμαστη αντιαιρετική ποιμαντική, ώστε εξουδετέρωσε στην ουσία τις αιρετικές ομάδες, με αποτέλεσμα να βρεθεί στο στόχαστρο των αιρεσιαρχών.

        Προβλήματα δημιουργούσαν επίσης και οι εναπομείναντες φανατικοί ειδωλολάτρες του θνήσκοντος εθνισμού. Οι ιερείς των ειδώλων, οι μάντεις και όλα τα παράσιτα της αρχαίας θρησκείας, βλέποντας τα συμφέροντά τους να θίγονται σοβαρά από την ερήμωση των ναών και των μαντείων, καλλιεργούσαν στις αμαθείς και φανατισμένες μάζες των εθνικών μίσος και εκδίκηση κατά της Εκκλησίας και των Χριστιανών και ιδιαιτέρως κατά του επισκόπου Κυρίλλου.     

        Τέλος η πολυπληθής ιουδαϊκή κοινότητα της Αλεξάνδρειας, συνεχίζοντας την αρχαία έχθρα προς τους Χριστιανούς, κρυβόταν συχνά πίσω από ραδιουργίες,

 εξωθώντας τους φανατισμένους ειδωλολάτρες κατά των Χριστιανών, καθώς και την πολιτική διοίκηση της πόλεως, η οποία συντάσσονταν με τους εχθρούς της Εκκλησίας.

       Ο άγιος Κύριλλος προσπαθούσε να είναι ειρηνοποιός ανάμεσα στις αντίπαλες παρατάξεις, που όμως δεν το κατόρθωνε πάντα. Μια από τις ατυχέστερες στιγμές της ποιμαντορίας του αγίου Κυρίλλου υπήρξε η δολοφονία της αλεξανδρινής φιλοσόφου Υπατίας το 416, στον οποίο αποδίδουν κάποιοι κακεντρεχείς και ανιστόρητοι ευθύνες. Αφορμή υπήρξε η ενεργοποίηση κάποιου νόμου για τη δήμευση των ιουδαϊκών συναγωγών, διότι ο ιουδαϊκός όχλος  είχε βιαιοπραγήσει κατά των Χριστιανών. Κάποιοι Ιουδαίοι προσεταιρίστηκαν τον δύστροπο Έπαρχο Ορέστη, τον οποίο έστρεψαν κατά του Κυρίλλου. Σε μια διαδήλωση άνθρωποι του Ορέστη σκότωσαν κάποιον μοναχό Αμμώνιο, με αποτέλεσμα οι Χριστιανοί να εξαγριωθούν και να κινηθούν κατά του Επάρχου. Οι Ιουδαίοι βρήκαν αφορμή και κινήθηκαν κατά των Χριστιανών, έχοντας μαζί τους πλήθος ειδωλολατρών της πόλεως, οι οποίοι, όπως είπαμε, μισούσαν τους Χριστιανούς. Σε αυτή την άγρια συμπλοκή, άγνωστο πως και από ποιους, συνελήφθη η Υπατία, η οποία δολοφονήθηκε οικτρά. Αλλά οι μόνοι που δεν είχαν λόγο να δολοφονήσουν τη φιλόσοφο ήταν οι Χριστιανοί, διότι εκείνη, εκτός από το ότι είχε μαθητές διακεκριμένους Χριστιανούς της πόλεως, όπως τον Συνέσιο επίσκοπο Πτολεμαΐδας, βρισκόταν στο στάδιο της κατηχήσεώς της και το επόμενο Πάσχα επρόκειτο να βαπτισθεί χριστιανή! Οι μόνοι που είχαν λόγο να τη δολοφονήσουν ήταν οι ειδωλολάτρες, που τη θεωρούσαν αποστάτη και οι υποκινητές της στάσεως Ιουδαίοι. Επίσης είναι ιστορικά βεβαιωμένο πως ο Κύριλλος δε φέρει ευθύνη για τη δολοφονία, διότι έλειπε από την πόλη.

       Ο άγιος Κύριλλος υπήρξε ένας από τους κορυφαίους δογματικούς θεολόγους της εποχής του, ο οποίος κατανόησε και διατύπωσε το χριστολογικό δόγμα, με απόλυτη σαφήνεια και ακρίβεια. Πρωτοστάτησε στην Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο (431), η οποία καταδίκασε τον αιρετικό Νεστόριο, ο οποίος αρνούνταν τη θεία φύση του Χριστού. Στα βαθυστόχαστα θεολογικά του συγγράμματα εκφράζει την πίστη της Εκκλησίας στην αληθινή σάρκωση του Θεού Λόγου και την τέλεια ένωση της θείας και ανθρωπίνης φύσεως στο πρόσωπο του Θεανθρώπου. Επίσης ο άγιος Κύριλλος είναι ο κατ’ εξοχήν θεολόγος της Θεοτόκου.

        Κοιμήθηκε στις 27 Ιουνίου του 444. Τιμάται ως άγιος και οικουμενικός διδάσκαλος από την Εκκλησία και η μνήμη του εορτάζεται στις 9 Ιουνίου και στις 18 Ιανουαρίου, μαζί με τον Μ. Αθανάσιο.  


 

Άγιος Νεομάρτυς Γεώργιος ο εν Ιωαννίνοις

 georgios 

Του κ.Λάμπρου Σκόντζου Θεολόγου-Καθηγητού.

 

Οι χιλιάδες Νεομάρτυρες, οι οποίοι έδωσαν την ηρωική τους μαρτυρία στα μαύρα χρόνια της τουρκοκρατίας, είναι ισάξιοι με τους Μάρτυρες της αρχαίας Εκκλησίας. Ένας από αυτούς είναι και ο άγιος Γεώργιος ο εν Ιωαννίνοις.

Γεννήθηκε στο χωριό Τσούρχλι των Γρεβενών, σημερινό «Άγιος Γεώργιος» στα 1808. Οι γονείς του, Κωνσταντίνος και Βασιλική, απλοϊκοί και φτωχοί γεωργοί, είχαν πίστη στο Θεό και βίωναν την Ορθοδοξία. Μεγάλωσαν και ανάθρεψαν το παιδί τους με ευσέβεια και προσήλωση στην σώζουσα πίστη της Ορθοδοξίας.

Σε ηλικία 18 ετών έχασε τους αγαπημένους του γονείς και, για να ζήσει, κατέβηκε στα Ιωάννινα να εργαστεί. Προσλήφτηκε ως ιπποκόμος σε κάποιον Χατζή Αβδουλά, αξιωματικό του Εμίν Πασά,  εργαζόμενος για περίπου οκτώ χρόνια, δείχνοντας ασυνήθιστη τιμιότητα, ευγένεια και αφοσίωση, ώστε να τον εκτιμήσουν οι τούρκοι και να τον θεωρούν «δικό» τους. Μάλιστα τον αποκαλούσαν «Χασάν Αγά», ελπίζοντας ότι θα εξισλαμίζονταν.

Στα 1836 ο Γεώργιος αρραβωνιάστηκε με μια ευσεβή Γιαννιώτισσα νέα, την Ελένη. Τότε ένας ραδιούργος χότζας της περιοχής θύμωσε, διότι είδε τον Γεώργιο να μην προτιμά και να καταφρονεί την θρησκεία του και έτρεξε αμέσως στις αρχές και τον συκοφάντησε, ότι δήθεν είχε ασπασθεί το Ισλάμ και κατόπιν επέστρεψε στην χριστιανική πίστη. Ας σημειωθεί, πως για την διδασκαλία του Κορανίου, αυτό ήταν ασυγχώρητο αμάρτημα και πως, αν δεν μεταστρέφονταν και πάλι στο Ισλάμ, έπρεπε να πεθάνει!

Το έσυραν με βία στα ανακριτικά γραφεία και ώσπου να δικασθεί, τον έκλεισαν σε σκοτεινές και απάνθρωπες φυλακές. Ο Γεώργιος απολογήθηκε στο δικαστήριο με θάρρος, ότι κατάγεται από ευσεβή χριστιανική οικογένεια και πως ουδέποτε διανοήθηκε να αρνηθεί την πίστη του στο Χριστό. Για να αποδείξει την αθωότητά του και ζήτησε να εξετασθεί ότι δεν είχε κάνει περιτομή. Η εξέταση τον δικαίωσε και αφέθηκε ελεύθερος. Ο Γεώργιος και η Ελένη παντρεύτηκαν τον Αύγουστο ή τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς.

Το 1837 προσλήφτηκε στη δούλεψη ενός άλλου τούρκου αξιωματούχου, του Μουσελίμη των Φιλιατών. Αλλά το Δεκέμβριο του ιδίου έτους γύρισε τα Ιωάννινα, διότι γέννησε η σύζυγός του ένα χαριτωμένο αγόρι και διότι ήθελε να παραστεί στη βάπτισή του, η οποία έγινε στις 12 Ιανουαρίου. Ο ίδιος χότζας, όταν έμαθε για τη βάπτιση του παιδιού του Γεωργίου, σκέφτηκε να επανέλθει στην συκοφαντία του, υποστηρίζοντας, πως ο Γεώργιος ευτελίζει την ισλαμική πίστη, διότι είχε όντως γίνει μουσουλμάνος και αλλαξοπίστησε για χάρη της χριστιανής Ελένης. Μάλιστα θεώρησε επιπρόσθετη προσβολή, τη βάπτιση του παιδιού του! 

Οι τουρκικές δικαστικές αρχές έδωσαν διαταγή να συλληφθεί και να οδηγηθεί στη φυλακή και να βασανιστεί, ώσπου να αρνηθεί την χριστιανική του πίστη και να τουρκέψει. Βασανιστές τον πίεζαν και τον κακοποιούσαν να υποκύψει, αλλά εκείνος έμεινε αμετάπειστος. Ομολογούσε, με όση δύναμη είχε, την πίστη του στο Χριστό και την Ορθοδοξία. 

Ο κλήρος και ο λαός των Ιωαννίνων, όταν έμαθαν για τη σύλληψή του, θορυβήθηκαν και έκαναν ό, τι μπορούσαν για να τον απελευθερώσουν. Μάταια εκλιπαρούσαν και προσπαθούσαν να πείσουν τις τουρκικές αρχές ότι ο Γεώργιος ήταν αθώος και ουδέποτε είχε εκφράσει την παραμικρή επιθυμία να γίνει μουσουλμάνος.

Ο Μητροπολίτης Ιωαννίνων Ιωακείμ ο Χίος, αποφάσισε να πάει στο δικαστήριο, να καταθέσει υπέρ του Γεωργίου, το οποίο έγινε την επόμενη ημέρα.

Όμως τα επιχειρήματα και τις μαρτυρίες του Μητροπολίτη δεν έγιναν δεκτά από τους τούρκους δικαστές, οι οποίοι είχαν πάρει την απόφασή τους: ή να κάμουν το Γεώργιο να αλλαξοπιστήσει, ή να τον σκοτώσουν! Με διάφορες κολακείες, προσπαθούσαν να τον πείσουν, τάζοντάς του αξιώματα, τιμές και πλούτη. Εκείνος όμως έμεινε εδραίος στην πίστη του, ομολογώντας: «Είμαι Χριστιανός!». Κατόπιν άρχισαν οι απειλές, πως αν δεν ασπάζονταν το Ισλάμ θα τον βασάνιζαν φρικτά και θα τον θανάτωναν. Όμως ο Γεώργιος δεν υπέκυπτε, και φώναζε όσο δυνατότερα μπορούσε: «Είμαι Χριστιανός!».

Όταν διαπίστωσαν το μάταιο των προσπαθειών τους, παρέδωσαν τον Μάρτυρα στους δημίους να τον βασανίσουν, όσο φρικτότερα μπορούσαν. Τον μαστίγωσαν άγρια και ανελέητα, γεμίζοντας το σώμα του με βαθιές πληγές, στις οποίες έριχναν καυτό λάδι και κερί. Του έχωσαν στα νύχια ακίδες από καλάμια. Τον πέταξαν στο πιο υγρό και σκοτεινό μέρος της φυλακής, τοποθετώντας μια τεράστια πέτρα στο στήθος του, την οποία μόλις σήκωναν είκοσι άνδρες! Ο Γεώργιος, υπόμεινε με ηρωισμό και καρτερία τα φρικτά βασανιστήρια, φωνάζοντας: «Είμαι Χριστιανός και Χριστιανός θέλω να πεθάνω»!

Το επόμενο Σάββατο τον οδήγησαν στον ανθύπατο Καχαγιάμπεη, ο οποίος, για τελευταία φορά τον ρώτησε αν θέλει να σώσει τη ζωή του, να αλλαξοπιστήσει. Ο Μάρτυρας ομολόγησε και πάλι την απόφασή του να πεθάνει ως Χριστιανός. Την Κυριακή οδηγήθηκε στον διοικητή Μουσταφά Πασά, ο οποίος έβγαλε διαταγή: θάνατος δι’ απαγχονισμού!  

Στις 17 Ιανουαρίου, ημέρα Δευτέρα, ανήμερα της εορτής του αγίου Αντωνίου, διάλεξαν οι αντίχριστοι για να τον εκτελέσουν. Το απαγχόνισαν, στην αγορά του Χάνδακος, κάτω από το μεγάλο φρούριο, ενώπιον μεγάλου πλήθους φωνασκούντων μουσουλμάνων, αφήνοντας κρεμασμένο το ιερό λείψανό του τρεις μέρες, ως τις 19 Ιανουαρίου. Το διάστημα αυτό συνέβηκαν θαυμαστά φαινόμενα. Το βράδυ της 17η Ιανουαρίου ένα λαμπρό φως από τον ουρανό κατέβηκε και στεφάνωσε τον Μάρτυρα. Το φως αυτό κατέβαινε κάθε βράδυ, όσο ήταν το τίμιο λείψανο κρεμασμένο. Κατόπιν προύχοντες των Ιωαννίνων το αγόρασαν αντί 300 γροσιών και το παρέδωσαν στον Μητροπολίτη Ιωακείμ, ο οποίος με τον Μητροπολίτη Άρτης, το ενταφίασαν στη δυτική πύλη του μητροπολιτικού ναού του Αγίου Αθανασίου. Ακολούθησαν πάμπολλα θαύματα.

Η ανακομιδή του έγινε στις 25 Οκτωβρίου 1971, όπου τοποθετήθηκε στον ομώνυμο ναό, στην πλατεία Πάργης. Η μνήμη του τιμάται στις 17 Ιανουαρίου και είναι ο πολιούχος άγιος των Ιωαννίνων.     

Μέγας Αντώνιος: Ο καθηγητής της ερήμου

  

Του κ.Λάμπρου Σκόντζου Καθηγητού-Θεολόγου.

 

Στην κορυφή των μεγάλων ασκητών της Εκκλησίας μας βρίσκεται ο Μέγας Αντώνιος και γι’ αυτό δικαίως η Εκκλησία μας του προσέδωσε τον τίτλο του Μεγάλου, διότι, όπως θα δούμε στη συνέχεια, αποτέλεσε το πρότυπο του ορθοδόξου μοναχικού ιδεώδους. Άλλωστε αποκαλείται και ως ο «καθηγητής της ερήμου», διότι θεμελίωσε τον υγιή χριστιανικό μοναχισμό και παραμένει ο δάσκαλος των κατοπινών μοναχών ως τα σήμερα.   

Την βιογραφία του έγραψε ο Μ. Αθανάσιος, ο οποίος υπήρξε μαθητής και πνευματικό του παιδί. Γεννήθηκε στην πόλη Κομά της Κάτω Αιγύπτου, κοντά στη Μέμφιδα, περί το 251 στα χρόνια του παρανοϊκού και θρησκομανή ρωμαίου  αυτοκράτορα Δεκίου (249-251), ο οποίος είχε εγείρει τον σκληρότερο, ως τότε, διωγμό εναντίον των Χριστιανών. Οι γονείς του ήταν πλούσιοι πιστοί Χριστιανοί, στους οποίους χρωστούσε την ευσέβεια. Γράμματα έμαθε λίγα και ίσως να ήταν εντελώς αγράμματος, όμως είχε αποκτήσει πάμπολλες αρετές, οι οποίες απέρρεαν από την βαθιά χριστιανική του πίστη. Από μικρός είχε δείξει δείγματα αυτάρκειας, ασκητικότητας και εσωστρέφειας, ώστε διέφερε από τα άλλα παιδιά της πόλεως. Αγαπημένη του συνήθεια ήταν ακολουθεί τους γονείς του στην Εκκλησία και να παραμένει στο ναό συμμετέχοντας στις ιερές ακολουθίες και ακούγοντας τα ιερά αναγνώσματα με προσοχή.

Στην εφηβική του ηλικία έχασε τους γονείς του και απόμειναν μόνοι με την μικρή αδελφή του, την οποία ανάλαβε την φροντίδα της. Όμως έξι μήνες μετά άκουσε στην Εκκλησία την ευαγγελική περικοπή την προτροπή του Χριστού προς τον πλούσιο νέο: «πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δος πτωχοίς και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ, και δεύρο ακολούθει μοι» (Ματθ.19,21). Αισθάνθηκε ότι αυτός ο λόγος απευθύνονταν και στον ίδιο. Έτσι, συγκινημένος, πήρε τη μεγάλη απόφαση να ακολουθήσει το Χριστό. Δώρισε την περιουσία του, η οποία αποτελούνταν από 300 εύφορα κτήματα στους φτωχούς, εμπιστεύτηκε την αδελφή του σε ένα παρθεναγωγείο και ο ίδιος αποσύρθηκε έξω από το χωριό του, σε απομονωμένο κελί, μιμούμενος κάποιον σεβάσμιο ασκητή, τον οποίο θαύμαζε και ήθελε να μιμηθεί.

Ύστερα από καιρό αποφάσισε να αποσυρθεί στην έρημο για μεγαλύτερη άσκηση και ησυχία, μακριά από κοσμικές φροντίδες και τους πειρασμούς του κόσμου. Κατά καιρούς επισκέπτονταν άλλους ερημίτες, για να αποκομίζει πλούσια πνευματική εμπειρία και να διδάσκεται την αληθινή εν Χριστώ ζωή. Ζούσε με αδιάλειπτη προσευχή και αγρυπνία. Έκανε σκληρή νηστεία, τρώγοντας μια φορά την ημέρα μετά τη δύση του ηλίου. Αργότερα έτρωγε κάθε δύο ή και τέσσερις μέρες μόνο άρτο, αλάτι και νερό. Δεν έμεινε ποτέ άεργος, εργαζόταν ανελλιπώς το εργόχειρό του, χάρις στο οποίο εξοικονομούσε τη λιγοστή τροφή του και τα μέσα να ελεεί τους φτωχούς. Ταυτόχρονα με το εργόχειρό του προσεύχονταν και στοχάζονταν τις θείες δωρεές για τον ίδιο και τον κόσμο. Στα διαλείμματα διάβαζε την Αγία Γραφή και άλλα ψυχωφελή αναγνώσματα. Δεν άργησε να διαφαίνεται σ’ αυτόν η αγιότητα. Οι πλησίον συνασκητές του τον αγαπούσαν και τον σέβονταν για την πίστη, την πραότητά του και την ταπείνωσή του και προσπαθούσαν να τον μιμηθούν.  

Αλλά ο πονηρός διάβολος δε μπορούσε να βλέπει μια τέτοια πνευματική προκοπή στον Αντώνιο και γι’ αυτό άρχισε τις λυσσαλέες επιθέσεις του κατ’ αυτού. Του ενέβαλε δόλιους λογισμούς να εγκαταλείψει την έρημο και να γυρίσει στον κόσμο. Του έβαζε στο νου πονηρούς λογισμούς για σαρκικές απολαύσεις και ηδονές. Κάποτε έπαιρνε τη μορφή προκλητικής γυναίκας για να τον παρασύρει στην αμαρτία. Κάποιες φορές του διαμήνυε ψευδώς ότι η αδελφή του είχε πάρει τον κακό δρόμο, ότι δήθεν είχε γίνει πόρνη και έπρεπε να κατέβει στον κόσμο να τη σώσει. Συχνά του έβαζε σκέψεις υπερηφάνειας και φιλαργυρίας. Όμως ο Αντώνιος αντιπαρέρχονταν με ηρωισμό όλες τις σατανικές προσβολές. Αφού είδε ο διάβολος ότι ήταν αδύνατον να τον αποσπάσει από την άσκηση και να τον παρασύρει στην αμαρτία, άρχισε να του προξενεί σωματικά άλγη και αρρώστιες, στόχο να βαρυγκωμήσει κατά του Θεού . Τις αντιμετώπισε και αυτές με καρτερία και ηρωισμό, χωρίς να βγάλει ποτέ κακό λόγο από τα χείλη του για τις δοκιμασίες του. Στο τέλος του παρουσιάστηκε ως μελαψό παιδί και του ομολόγησε την ήττα του. Κατόπιν έφυγε και δεν πείραξε ξανά τον άγιο.

Σύχναζε σε κάποιο νεκροταφείο, όπου κοιμόταν σε κάποιον τάφο. Εκεί φιλοσοφούσε το μάταιο της εγκόσμιας ζωής και την αξία της αιώνιας ζωής. Κάποια νύχτα δέχτηκε επίθεση από πλήθος δαιμόνων, οι οποίοι τον κτύπησαν και τον άφησαν ημιθανή. Μετά ερχόταν με τη μορφή αγρίων θηρίων και θανατηφόρων ερπετών, τον οποίο απειλούσαν. Εκείνος γνωρίζοντας ότι ήταν δαίμονες, τους λοιδορούσε, με αποτέλεσμα να γίνουν άφαντοι, εκφράζοντας το θυμό τους με θορύβους, γρυλλίσματα και τρίξιμο των δοντιών τους.    

Εκείνος συνέχιζε ακάθεκτος τον ασκητικό του αγώνα και την κάθαρση από τα πάθη του. Όμως, ο Αντώνιος έζησε στην εποχή των σκληρότερων διωγμών κατά των Χριστιανών. Επί αυτοκράτορα Μαξιμιανού (285-311) κατέβηκε στον κόσμο να στηρίξει τους αγρίως διωκόμενους Χριστιανούς. Το ίδιο έκαμε και όταν κινδύνευε η Εκκλησία από την φοβερή αίρεση του Αρείου. Κατέβηκε στην Αλεξάνδρεια να στηρίξει τους Ορθοδόξους και να καταπολεμήσει την αίρεση, αν και ήταν εκατό χρονών. Η φήμη του έφτασε ως τη Βασιλεύουσα. Ο Μ. Κωνσταντίνος αλληλογραφούσε μαζί του και τον συμβουλεύονταν.

Κοιμήθηκε ειρηνικά το 356 σε ηλικία 105 ετών. Η μνήμη του εορτάζεται στις 17 Ιανουαρίου.

Μας διασώθηκαν μια σειρά διδαχών του, οι οποίες εκφράζουν την γνήσια χριστιανική πνευματικότητα. Ο Μ. Αντώνιος υπήρξε ο πνευματικός καθοδηγητής του Μεγάλου Αθανασίου, ο οποίος χαρακτηρίζεται ως «Στύλος της Ορθοδοξίας». Κάθε φορά που αντιμετώπιζε δυσκολίες ή διωγμούς κατέφευγε στο ερημητήριο του Μ. Αντωνίου να πάρει δύναμη από αυτόν και συμβουλές για τον αγώνα του υπέρ της σώζουσα αλήθειας της Εκκλησίας. Ο Μ. Αντώνιος ενσαρκώνει την γνήσια χριστιανική μοναχική και ασκητική ζωή.      


 

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ 11 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2026 ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ (Ματθ. δ΄ 12-17) (Β΄ Κορ. δ΄ 6-15)

 Ιησους

"Ο Λόγος του Θεού στον Λαό του Θεού".

Φως Χριστού

«Ο λαός ο καθήμενος εν σκότει είδε φως μέγα»

 Η σημερινή ευαγγελική διήγηση ανοίγει ενώπιόν μας αλήθειες, οι οποίες παραπέμπουν στο αληθινό φως που προσφέρει μόνο ο Χριστός, ως Σωτήρας και Λυτρωτής του κόσμου. Βέβαια, κάποια φώτα υπήρχαν και στην αρχαιότητα, αλλά αυτά ήταν πολύ αμυδρά και αδύναμα για να φωτίσουν το δρόμο των ανθρώπων και να τους οδηγήσουν στην αιώνια αλήθεια, την πραγματική σωτηρία. Αυτά τα φώτα αφορούν τους ανθρώπους εκείνους που διατύπωναν μεν κάποιες σοφές σκέψεις, οι οποίες όμως κινούντο σε πολύ ρηχά νερά και δεν είχαν καθόλου το βάθος του ζωντανού ύδατος, που προσφέρει η αστείρευτη πηγή της Εκκλησίας μας, ως αλήθεια και ζωή.

  Το Φως το αληθινό που διαλύει και εξανεμίζει πραγματικά τα σκοτάδια της ζωής και απεγκλωβίζει τον άνθρωπο από τα πολλαπλά αδιέξοδά του, είναι ένα και μοναδικό. 

  Είναι ο ίδιος ο Χριστός. Το Φως αυτό είναι εκείνο που βοηθά τον κάθε άνθρωπο να συντονίζει τα βήματά του στην αλήθεια της ζωής και ν’ απομακρύνεται από την πλάνη των ειδώλων που ξεφυτρώνει σε πολλές διαστάσεις και προεκτάσεις της καθημερινότητάς μας. Είναι εκείνο ακόμα που παραπέμπει στον πραγματικό προορισμό μας πάνω στην γη. Είναι χαρακτηριστικό αυτό που προανήγγειλε ο προφήτης Ησαΐας, πολλούς αιώνες πριν από τον ερχομό του Χριστού: «Ο λαός ο καθήμενος εν σκότει είδε φως μέγα, και τοις καθημένοις εν χώρα και σκιά θανάτου φως ανέτειλεν αυτοίς».

Ο Ήλιος της Δικαιοσύνης

  Στην πραγματικότητα, ο Χριστός παρομοιάζεται με τον ήλιο. Είναι όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται ο «Ήλιος της Δικαιοσύνης». Είναι εκείνος που φωτίζει εκτυφλωτικά την πορεία που καλείται κάθε χριστιανός ν’ ακολουθήσει στη ζωή του. Η πορεία αυτή φωτίζεται κατά τρόπο που να δίνει μια πληρότητα ζωής στον άνθρωπο και να τον οδηγεί σε ουράνιες κορυφογραμμές. 

 Είναι η περίπτωση κατά την οποία ο άνθρωπος καταξιώνεται ως πρόσωπο, με όλη την τιμή και την αξία που τον περιβάλλει η μητέρα μας Εκκλησία.

  Πραγματικά, σήμερα η ζωή μας βυθίζεται πολλές φορές στα σκοτάδια των αδιεξόδων, στα οποία εκβάλλει η αλαζονική διάθεση του ανθρώπου ν’ αφήνει έξω από τη ζωή του τον Θεό. Το βιώνουμε αυτό ιδιαίτερα στις μέρες μας κατά τις οποίες οι πολυποίκιλες κρίσεις που πλακώνουν πανταχόθεν αποκαλύπτουν την αδυναμία του σύγχρονου ανθρώπου μέσα από την φαινομενική και τόσο φτιαχτή παντοδυναμία του. 

 Είναι ακριβώς σε τέτοιες περιπτώσεις που καταντά η ζωή του να είναι άχαρη και να δοκιμάζει, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, οδυνηρές γεύσεις θανάτου σε όλες τις εκφάνσεις του βίου του. Μέσα από αυτή την ακαταστασία, ο άνθρωπος ψάχνει για να βρει κάποια φώτα. Να τα ανιχνεύσει και να τα ψηλαφήσει. Πολλές φορές όμως ο ίδιος αρνείται πεισματικά ν’ αντικρίσει το πραγματικό Φως της ζωής, που είναι ο ίδιος ο Χριστός και που εκπέμπεται τόσο εκτυφλωτικά μέσα από το ίδιο το Σώμα του, την Εκκλησία.

Αγαπητοί αδελφοί, ο δρόμος που οδηγεί στον Χριστό ανοίγεται διάπλατα μέσα από τη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας μας. Σύμφωνα με την πατερική σκέψη, η Εκκλησία είναι το ίδιο το Σώμα του Χριστού παρατεινόμενο στους αιώνες. Είναι γι’ αυτό το λόγο που ο άνθρωπος σήμερα καλείται ν’ αναπαύεται στην αγκαλιά της μητέρας του Εκκλησίας και να εγκολπώνεται τα σωτήρια εκείνα μηνύματα που μεταφράζονται, σύμφωνα και με το παράδειγμα των αγίων μας, σε πράξη καθημερινής ζωής.

  Ειδικότερα, ο ορθόδοξος χριστιανός καλείται να δει το φως το αληθινό μέσα από το Ευχαριστιακό Δείπνο που προσφέρει η Εκκλησία στη Θεία Λειτουργία. Μόνο τότε μπορεί να βρίσκει επαλήθευση και να μετουσιώνεται σε αυθεντική μαρτυρία το «…είδομεν το Φως το αληθινόν ελάβομεν πνεύμα επουράνιον…». Η τιμή σήμερα του Θεοδοσίου του Κοινοβιάρχου, ο οποίος με το παράδειγμά του ακτινοβολεί στο στερέωμα της Ορθοδοξίας, δίνει το στίγμα μιας αληθινά φωτεινής πορείας. 

 Πρόκειται για μια μεγάλη αγιασμένη μορφή, η οποία δίνει αδιάψευστη βεβαίωση της θείας παρουσίας στη ζωή μας, ως το αληθινό φως που καταυγάζει όλη την ύπαρξή μας και της δίνει πληρότητα. Ο όσιος Θεοδόσιος (5ος-6ος αι. μ.Χ) καταγόταν από την Μωγαρισό της Καππαδοκίας. Για να επισκεφθεί τους Αγίους Τόπους πέρασε από την Αντιόχεια, ζήτησε την ευλογία του οσίου Συμεών του Στυλίτη και μετέβη στα Ιεροσόλυμα. Αφού μαθήτευσε κοντά στον ησυχαστή Λογγίνο, έγινε μοναχός και ίδρυσε τη μοναστική – κοινοβιακή αδελφότητα και μονή που ανήγειρε εκ θεμελίων. Με τον υποδειγματικό του βίο κατέστη ο σοφός δάσκαλος και καθοδηγητής πολλών μοναχών. 

 Λόγω της αγωνιστικής αντίδρασής του στην αίρεση του Ευτυχούς, εξορίστηκε για λίγο από τον αυτοκράτορα Αναστάσιο Α’. Διορίστηκε γενικός προϊστάμενος όλων των κοινοβίων της Παλαιστίνης, γι’ αυτό και η επωνυμία «κοινοβιάρχης». Έζησε περίπου 105 χρόνια. Σε τέτοιες αγιασμένες μορφές καλούμαστε κι εμείς σήμερα να προσδέσουμε την ύπαρξή μας για να παραμένει προσανατολισμένη σε αιώνιες σταθερές και να λάμπει στην πορεία της το φως του Χριστού. Γένοιτο.

Χριστάκης Ευσταθίου,

Θεολόγος


Κυριακὴ μετὰ τὰ Φῶτα – Εὐαγγελικὸ καί Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 11 Ἰανουαρίου 2026

 

Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 11 Ἰανουαρίου 2026, Κυριακὴ μετὰ τὰ Φῶτα (Ματθ. δ΄ 12-17)

12 Ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς ὅτι Ἰωάννης παρεδόθη, ἀνεχώρησεν εἰς τὴν Γαλιλαίαν, 13 καὶ καταλιπὼν τὴν Να­ζα­ρὲτ ἐλθὼν κατῴκησεν εἰς Καπερναοὺμ τὴν παρα­θα­λασσίαν ἐν ὁρίοις Ζα­βου­λὼν καὶ Νεφθαλείμ, 14 ἵνα πληρωθῇ τὸ ρηθὲν διὰ Ἡσαΐου τοῦ προφήτου λέγοντος· 15 γῆ Ζαβουλὼν καὶ γῆ Νεφθαλείμ, ὁδὸν θαλάσσης, πέ­ραν τοῦ Ἰορδάνου, Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν, 16 ὁ λαὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα, καὶ τοῖς καθημένοις ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου φῶς ἀνέ­τειλεν αὐτοῖς. 17 Ἀπὸ τότε ἤρξατο ὁ Ἰη­σοῦς κηρύσσειν καὶ λέγειν· μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

12 Ὅταν ἄκουσε ὁ Ἰησοῦς ὅτι ὁ Ἰωάννης παραδόθηκε στή φυλακή ἀπ’ τόν βασιλιά Ἀντίπα, ἀναχώρησε καί πῆγε στή Γαλιλαία. 13 Κι ἀφοῦ ἄφησε τή Ναζαρέτ, πῆγε καί κατοίκησε στήν Καπερναούμ, ἡ ὁποία ἦταν κτισμένη κοντά στή λίμνη τῆς Γαλιλαίας, στά σύνορα τῶν φυλῶν Ζαβουλών καί Νεφθαλείμ. 14 Ἔτσι ἐπαληθεύθηκε καί πραγματοποιήθηκε ἐκεῖνο πού εἶπε ὁ Θεός μέσῳ τοῦ προφήτη Ἡσαΐα: 15 Ἡ χώρα τῆς φυλῆς Ζαβουλών καί ἡ χώρα τῆς φυλῆς Νεφθαλείμ, πού ἐκτείνονται κοντά στή θάλασσα καί πέρα ἀπό τόν Ἰορδάνη ποταμό, στά ἀνατολικά του, ἡ Γαλιλαία, στήν ὁποία κατοικοῦν πολλοί ἐθνικοί, 16 ὁ λαός πού κάθεται καθηλωμένος κι ἀκίνητος στό πνευματικό σκοτάδι τῆς εἰδωλολατρικῆς πλάνης καί τῆς ἀσέβειας εἶδε μεγάλο πνευματικό φῶς, τόν Χριστό· κι ἔλαμψε φῶς ἀπό τόν οὐρανό σ’ ἐκείνους πού κάθονται στή χώρα πού σκιάζεται ἀπό τό πυκνότατο σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ θανάτου. 17 Ἀπό τότε ἄρχισε ὁ Ἰησοῦς νά κηρύττει συστηματικά καί νά λέει: Μετανοεῖτε, διότι πλησίασαν οἱ ἡμέρες πού ὁ Μεσσίας θά ἐγκαθιδρύσει καί στή γῆ τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν μέ τή νέα, πνευματική, ἅγια καί οὐράνια ζωή, ἡ ὁποία θά μεταδίδεται μέσα στήν Ἐκκλησία του.

 

Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 11 Ἰανουαρίου 2026, Κυριακὴ μετὰ τὰ Φῶτα (Β΄ Κορ. δ΄ 6-15)

Ἀδελφοί, ὁ Θεὸς ὁ εἰπὼν ἐκ σκότους φῶς λάμψαι, ὃς ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρὸς φωτισμὸν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἔχομεν δὲ τὸν θησαυρὸν τοῦτον ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν, ἵνα ἡ ὑπερβολὴ τῆς δυνάμεως ᾖ τοῦ Θεοῦ καὶ μὴ ἐξ ἡμῶν, ἐν παντὶ θλιβόμενοι ἀλλ᾿ οὐ στενοχωρούμενοι, ἀπορούμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἐξαπορούμενοι, διωκόμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἐγκαταλειπόμενοι, καταβαλλόμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἀπολλύμενοι, πάντοτε τὴν νέκρωσιν τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι περιφέροντες, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι ἡμῶν φανερωθῇ. ἀεὶ γὰρ ἡμεῖς οἱ ζῶντες εἰς θάνατον παραδιδόμεθα διὰ Ἰησοῦν, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ φανερωθῇ ἐν τῇ θνητῇ σαρκὶ ἡμῶν. ὥστε ὁ μὲν θάνατος ἐν ἡμῖν ἐνεργεῖται, ἡ δὲ ζωὴ ἐν ὑμῖν. ἔχοντες δὲ τὸ αὐτὸ πνεῦμα τῆς πίστεως κατὰ τὸ γεγραμμένον, ἐπίστευσα, διὸ ἐλάλησα, καὶ ἡμεῖς πιστεύομεν, διὸ καὶ λαλοῦμεν, εἰδότες ὅτι ὁ ἐγείρας τὸν Κύριον Ἰησοῦν καὶ ἡμᾶς διὰ Ἰησοῦ ἐγερεῖ καὶ παραστήσει σὺν ὑμῖν. τὰ γὰρ πάντα δι᾿ ὑμᾶς, ἵνα ἡ χάρις πλεονάσασα διὰ τῶν πλειόνων τὴν εὐχαριστίαν περισσεύσῃ εἰς τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ.

 

Νεοελληνική Απόδοση

6 Και τούτο, διότι ο Θεός, ο οποίος κατά τους χρόνους της δημιουργίας διέταξε να λάμψη φως αντί του σκότους που υπήρχε τότε, αυτός έλαμψεν εις τας καρδίας μας και τας εφώτισεν, όχι μόνον δια να γνωρίσωμεν ημείς, αλλά δια να μεταδώσωμεν και στους άλλους φωτεινήν και καθαράν την γνώσιν της δόξης του Θεού, η οποία δόξα εφανερώθη δια του Ιησού Χριστού. 7 Εχομεν δε αυτόν τον ανεκτίμητον θησαυρόν της ενδόξου γνώσεως μέσα εις τα σώματα μας, τα αδύνατα και εύθραστα σαν όστρακα, δια να φαίνεται έτσι καθαρά ότι ο υπεράφθονος πλούτος της δυνάμεως είναι και προέρχεται από τον Θεόν και όχι από ημάς. 8 Ετσι δε εξηγείται η υπερνίκησις των αναριθμήτων εμποδίων και κινδύνων που συναντώμεν στο έργον μας. Διότι όντως ημείς οι Απόστολοι παντού και πάντοτε θλιβόμεθα, χωρίς όμως να φθάνωμεν εις αδιέξοδον και καταθλιπτικήν στενοχωρίαν. Περιπίπτομεν εις απορίαν και αμηχανίαν, χωρίς ποτέ να αποθαρρυνώμεθα και να μη ευρίσκωμεν λύσιν και απάντησιν εις τας απορίας μας. 9 Διωκόμεθα από απίστους και ψευδαδέλφους, αλλά δεν εγκαταλειπόμεθα από τον Θεόν. Φαίνεται μερικές φορές, ότι καταβαλλόμεθα και ριπτόμεθα από τους εχθρούς μας κάτω ως ηττημένοι, αλλά δεν χανόμεθα. 10 Οπου και αν περιοδεύωμεν, φέρομεν στο σώμα μας πάντοτε τας οδύνας και τον θάνατον του Κυρίου Ιησού, κινδυνεύοντες όπως εκείνος και να αποθάνωμεν εις κάθε στιγμήν. Τούτο όμως, δια να φανερωθή εις την ζωήν και ύπαρξιν μας, που πάντοτε διαφεύγει τον θάνατον, η ζωή και η δύναμις του Ιησού. 11 Διότι πάντοτε ημείς, που ζώμεν δια το έργον του Κυρίου, παραδιδόμεθα εις θάνατον δια την δόξαν του Ιησού, ώστε η ζωή και η δύναμις του Ιησού Χριστού να φανή στο θνητόν μας σώμα, το οποίον ο Κυριος κατά θαυμαστούς τρόπους σώζει. 12 Ωστε οι μεν καθημερινοί θανάσιμοι κίνδυνοι υπάρχουν εις ημάς, η δε πνευματική ζωη, που προέρχεται από τον ιδικόν μας θάνατον, ενεργείται και αυξάνεται εις σας. 13 Επειδή όμως έχομεν το αυτό Αγιον Πνεύμα, που μας χαρίζει και μας στερεώνει εις την πίστιν, σύμφωνα με εκείνο που είναι γραμμένον εις την Παλαιάν Διαθήκην “επίστευσα και δι’ αυτό ελάλησα”. και ημείς πιστεύομεν κατά τρόπον ορθόν και σταθερόν στον Κυριον, δι’ αυτό και με θάρρος κηρύττομεν την διδασκαλίαν της πίστεώς μας. 14 Από αυτήν δε την πίστιν αντλούμεν την βεβαίαν γνώσιν, ότι ο Θεός και Πατήρ, ο οποίος ανέστησε το Κυριον Ιησούν, θα αναστήση και ημάς δια μέσου του Ιησού και θα μας θέση κοντά του, μαζή με σας, ενδόξους εις την βασιλείαν του. 15 Διότι όλα γίνονται δια σας, ώστε η ευεργεσία και η δωρεά του Θεού, που γίνεται εις ημάς, να γίνη και ιδική σας ευεργεσία και να πλεονάση εις όλους. Ετσι δε σεις και ημείς, που είμεθα οι ευεργετούμενοι, να ευχαριστούμεν τον Θεόν, ώστε και η ευχαριστία να πλεονάζή και να περισσεύη προς δόξαν του Θεού.

 ********************************************************************************

ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ

1. Ἔκρηξη φωτὸς

Στὴν ἀποστολικὴ περικοπὴ τῆς σημερινῆς Κυριακῆς ὁ θεόπνευστος ἀπόστολος Παῦλος μᾶς μεταφέρει στὴν ἀρχὴ τῆς ἱστορίας, στὴν πρώτη ἡμέρα τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου, στὴ δημιουργία τοῦ φωτός, στὴν ἔκρηξη τοῦ φωτός. Τότε ποὺ ξαφνικὰ τὸ φῶς ἁπλώθηκε ἐπάνω στὴ γῆ. Χρησιμοποιεῖ δὲ τὴν εἰκόνα αὐτή, γιὰ νὰ μᾶς μιλήσει γιὰ ἕνα ἄλλο φῶς, πνευματικό, τὸ ὁποῖο ἀκτινοβολεῖ ὁ Θεὸς μέσα στὶς καρδιές μας. Τὸ φῶς αὐτὸ διώχνει τὸ πνευματικὸ σκοτάδι ἀπὸ μέσα μας. «Ὁ Θεὸς ὁ εἰπὼν ἐκ σκότους φῶς λάμψαι, ὃς ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν». Ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος τότε, στὴν ἀρχὴ τῆς Δημιουργίας, διέταξε ἀπὸ τὸ σκοτάδι νὰ λάμψει τὸ φῶς, Αὐτὸς καὶ τώρα ἔλαμψε στὶς καρδιές μας τὸ φῶς τῆς θεογνωσίας, τὸ φῶς τῆς ἀληθινῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ, ποὺ φανερώθηκε μέσῳ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος εἶχε προσ­ωπικὴ ἐμπειρία τοῦ πνευματικοῦ αὐτοῦ φωτισμοῦ, τὸν ὁποῖο εἶχε δεχθεῖ μὲ τρόπο θαυμαστό, καθὼς πορευόταν πρὸς τὴ Δαμασκό, τὸ δὲ θεῖο ἐκεῖνο γεγονὸς ἔγινε αἰτία ν’ ἀλλάξει ὅλη ἡ ζωή του.

Ὁ Θεὸς φωτίζει τὸν ἄνθρωπο. Ὁ ἄνθρω­πος ἀδυνατεῖ ἀπὸ μόνος του νὰ γνωρίσει τὸν Θεό, νὰ Τὸν κατανοήσει, νὰ Τὸν προσ­εγγίσει, νὰ ἑνωθεῖ μαζί Του, ἂν ὁ Θεὸς δὲν φωτίσει πρῶτα τὴν καρδιά του. Ὁ φωτισμὸς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἔργο τῆς θείας Χάριτος. Τότε ξεκινᾶ αὐτὸς νὰ γνωρίζει τὸν Θεό, νὰ Τὸν βλέπει, νὰ Τὸν προσεγγίζει.

Εἴμαστε ἀσύλληπτα εὐεργετημένοι οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, διότι ἔχουμε δεχθεῖ τὸν φωτισμὸ αὐτὸ τοῦ Θεοῦ, τὴ γνώση τῆς μόνης ἀλήθειας. Ἔχουμε ὅμως καὶ εὐθύνη ν᾿ ἀξιοποιήσουμε τὸ μεγάλο αὐτὸ δῶρο τοῦ Κυρίου, γιὰ νὰ Τὸν γνωρίσουμε βαθύτερα καὶ νὰ μεταλαμπαδεύουμε τὸ φῶς του μέσα σ’ ἕναν κόσμο ποὺ ἀπεγνωσμένα τὸ ἀναζητεῖ.

2. Ζωὴ ἀντιθέσεων

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος παρουσιάζει κατόπιν τὴ θαυμαστὴ ζωὴ τῶν Ἀποστόλων μέσα ἀπὸ κάποιες ἀντιθέσεις: Θλιβόμαστε οἱ Ἀπόστολοι, ἀλλὰ οἱ ἐξωτερικὲς δυσ­κολίες δὲν μᾶς δημιουργοῦν ἐσωτερικὴ ἀγωνία καὶ ἀδιέξοδο. Φθάνουμε σὲ δυσχερεῖς καταστάσεις, ἀλλὰ δὲν ἀπελπιζόμαστε, οὔτε στερούμαστε κάθε μέσο σωτηρίας. Μᾶς καταδιώκουν οἱ ἄνθρωποι, ἀλλὰ δὲν μᾶς ἐγκαταλείπει ὁ Θεός. Φαίνεται ὅτι μᾶς νικοῦν καὶ μᾶς ρίχνουν στὴ γῆ, ἀλλὰ δὲν χανόμαστε.

Ἔχει σημασία ὅτι στὶς ἀντιθέσεις αὐτὲς ὁ Ἀπόστολος τέσσερις φορὲς χρησιμοποιεῖ τὴ φράση «ἀλλ᾿ οὐκ», ποὺ σημαίνει «ἀλλὰ δέν». Θέλει μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ νὰ τονίσει τὴ θαυματουργικὴ ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ σὲ κάθε κρίσιμη στιγμή. Τὴ θαυμαστὴ λύτρωση, κάθε φορὰ ποὺ οἱ Ἀπόστολοι ἔφθαναν μπροστὰ σὲ ἀδιέξοδο.

Ἡ ζωὴ τῶν Χριστιανῶν ἔχει πολλὲς ὁμοιότητες μὲ αὐτὴ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων. Ἀντιμετωπίζουμε κάποτε δυσκολίες καὶ κινδύνους, ποὺ μᾶς φέρνουν μπροστὰ σὲ ἀδιέξοδα. Ὅσο ὅμως ἔντονες καὶ ἀνυπέρβλητες κι ἂν μᾶς φαίνον­ται οἱ δυσκολίες, ἂς θυμόμαστε ὅτι πάν­τοτε ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ φέρει τὴν ἀνατροπὴ κάθε καταστάσεως· μιὰ ἀλλαγή, ἴσως μιὰ θαυμαστὴ ἐπέμβαση γιὰ νὰ μᾶς ἐνισχύσει. Ἀρκεῖ νὰ Τὸν ἐμπιστευόμαστε καὶ νὰ εἴμαστε δικοί του. Στὴ ζωὴ τοῦ Χριστιανοῦ, στὰ ἀδιέξοδά του, φανερώνεται ἡ θαυμαστὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ Πατέρα.

3. Ὅλα γιὰ χάρη μας

Στὸ τέλος τῆς περικοπῆς ὁ θεῖος Ἀπόστολος παρακινεῖ τοὺς Κορινθίους νὰ ἐκφράσουν τὴν εὐχαριστία τους πρὸς τὸν Θεὸ γιὰ ὅλες τὶς εὐεργεσίες του. «Τὰ πάντα δι᾿ ὑμᾶς», τοὺς γράφει. Δηλαδή, ὅλα ἔχουν γίνει γιὰ ἐσᾶς. Καὶ πιὸ συγκεκριμένα, ὅλα ὅσα τοὺς ἀναφέρει στοὺς προηγούμενους στίχους: ἡ Θυσία τοῦ Κυρίου, ἡ Ἀνάστασή του καὶ κατόπιν ὅλοι οἱ κόποι καὶ τὰ παθήματα τῶν ἁγίων Ἀποστόλων γιὰ τὴ διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου· ὅλες οἱ θαυμαστὲς ἐπεμβάσεις τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή τους. Ὅλα αὐτὰ ἔχουν γίνει τελικὰ γιὰ ἐσᾶς, γιὰ νὰ γνωρίσετε τὴν ἀληθινὴ πίστη καὶ νὰ σωθεῖτε.

«Τὰ πάντα δι᾿ ὑμᾶς». Αὐτὸ τὸν λόγο ἀπευθύνει καὶ σὲ ὅλους ἐμᾶς ὁ θεοκίνητος Ἀπόστολος. Ὅλα γιὰ χάρη μας ἔχουν γίνει. Ὅλα γιὰ τὴ δική μας σωτηρία τὰ ἔχει ἐπιτελέσει ὁ Κύριος· τὰ κηρύγματα ὅλα τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, τοὺς ἀγῶνες τῶν θεοφόρων Πατέρων μέσα στὴν πορεία τῆς Ἐκκλησίας… ὅλα γιὰ ἐμᾶς!

Τὸ ἐλάχιστο ποὺ μποροῦμε καὶ ἔχουμε χρέος νὰ κάνουμε εἶναι νὰ ἐκφράζουμε τὴν εὐγνωμοσύνη μας στὸν ἀγαθὸ Θεὸ γιὰ ὅσα μᾶς ἔχει χαρίσει, γιὰ ὅλες τὶς εὐεργεσίες του, γιὰ τὴν αἰώνια σωτηρία, ποὺ μᾶς προσφέρει διαμέσου τῆς Ἐκκλησίας του. Νὰ Τὸν εὐγνωμονοῦμε βαθιὰ μὲ τὴ ζωὴ καὶ μὲ τὰ λόγια μας, ὥστε νὰ δοξάζεται τὸ ἅγιο ὄνομά του καὶ σήμερα στοὺς ἀνθρώπους.

                  ***************************************************