Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2020

   Απολογισμός εκ Βάθους Καρδίας.


 Σε ευχαριστούμε Θεέ μου για όσα μας έδωσες ως ευεργεσία το 2020.

 Σε παρακαλούμε μην μας αφήσεις ορφανούς το 2021 αλλά γέμισε την Ζωή μας με την Παρουσία σου!

 Συγχώρησε μας για όλα  τα λάθη μας.

Καλή και Ευλογημένη Χρονιά γεμάτη με την παρουσία του Χριστού στην Ζωή μας.



 

Πάει ο Παλιός ο Χρόνος - Παιδική Χορωδία Δημήτρη Τυπάλδου.


Πατήστε στον σύνδεσμο:

https://youtu.be/21h5jZUdBKw


Πατήστε στον παρακάτω σύνδεσμο:

https://youtu.be/1tYtSKAaFmA
 

 

ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ : Ο διδάσκαλος της Ορθοδοξίας!


 : Εξέχουσα προσωπικότητα της Χριστιανικής Εκκλησίας, ο Βασίλειος υπήρξε σπουδαίος ιεράρχης και κορυφαίος θεολόγος, γι’ αυτό και ανακηρύχτηκε Άγιος και Μέγας.

Είναι ένας από τους Πατέρες της Εκκλησίας κι ένας από τους Τρεις Ιεράρχες. Η μνήμη του εορτάζεται την 1η Ιανουαρίου από τους Ορθοδόξους (14 Ιανουαρίου απ’ όσους ακολουθούν το Ιουλιανό Ημερολόγιο) και στις 2 Ιανουαρίου από τους Καθολικούς. Η μνήμη του συνεορτάζεται στις 30 Ιανουαρίου, κατά την εορτή των Τριών Ιεραρχών, μαζί με τους δύο άλλους μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας, τον Γρηγόριο τον Θεολόγο και τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο.

Γεννήθηκε το 330 στην Καισάρεια της Καππαδοκίας (νυν Καϊσερί Τουρκίας) και ήταν γιος του ποντίου ρήτορα (δικηγόρου της εποχής) Βασιλείου και της Εμμέλειας, η μνήμη της οποίας τιμάται από την Ορθόδοξη Εκκλησία μαζί με του υιού της. Στην οικογένεια εκτός από το Βασίλειο υπήρχαν άλλα οκτώ ή εννέα παιδιά. Μεταξύ αυτών, ο Γρηγόριος, ο μετέπειτα σπουδαίος θεολόγος, γνωστός ως Γρηγόριος Νύσσης. Η γιαγιά του Μακρίνα ήταν κόρη χριστιανού μάρτυρα και μαζί με τη μητέρα του Εμμέλεια έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του χριστιανικού χαρακτήρα του Βασιλείου.

Μετά τα εγκύκλια μαθήματα που πήρε στην πατρίδα του, ο Βασίλειος στάλθηκε στο Βυζάντιο για ευρύτερες σπουδές. Το 351 πήγε στην Αθήνα, όπου ανθούσαν ακόμη τα γράμματα και οι τέχνες. Σπούδασε ρητορική, φιλοσοφία, αστρονομία, γεωμετρία, ιατρική, φυσική κ.ά. Στην Αθήνα γνωρίστηκε με τον Ιουλιανό, μετέπειτα αυτοκράτορα του Βυζαντίου και αργότερα μεγάλο πολέμιο του Χριστιανισμού, και τον Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό, με τον οποίο τον συνέδεσε μία ιερή και ισόβια φιλία.

Μετά τις σπουδές του στην Αθήνα επέστρεψε το 351 στην Καισάρεια, όπου άσκησε το επάγγελμα του ρήτορα, όπως και ο πατέρας του. Πολύ γρήγορα ξεκίνησε ένα πνευματικό ταξίδι στην Αίγυπτο, την Παλαιστίνη, τη Μεσοποταμία και τη Συρία, για να γνωρίσει τους ασκητές και να σπουδάσει τον μοναχισμό. Τόσο πολύ γοητεύτηκε από την αυστηρή ασκητική ζωή, ώστε πήγε στον Πόντο κι έζησε μοναχός στην έρημο για μία πενταετία (357-362).

Σκόπευε να μείνει οριστικά εκεί, αν δεν επισυνέβαινε ο θάνατος του επισκόπου Καισαρείας Ευσέβιου. Ο λαός της Καισαρείας ζήτησε να τον διαδεχθεί ο Βασίλειος και μετά την εκλογή του αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Καισάρεια. Παρέμεινε για εννέα χρόνια επίσκοπος Καισαρείας και άφησε σπουδαίο έργο, που αποτέλεσε παράδειγμα προς μίμηση για τις επόμενες γενιές. Ίδρυσε μία σειρά από φιλανθρωπικά ιδρύματα, που έγιναν γνωστά ως «Βασιλειάδα», η οργάνωση των οποίων για την περίθαλψη των φτωχών και των ασθενών αποτέλεσε υπόδειγμα πνευματικής προσφοράς και κοινωνικής δράσης.

Ο Βασίλειος ήταν αλύγιστη ψυχή μπροστά σε κάθε είδους κοσμική εξουσία. Κάποτε, ο αυτοκράτορας Ουάλης, που υποστήριζε τους Αρειανούς, του έστειλε τον επίτροπό του Μόδεστο. Ο αυτοκρατορικός απεσταλμένος τον φοβέρισε με δήμευση της περιουσίας του, εξορία και μαρτυρικό θάνατο. Ατάραχος, ο Βασίλειος απάντησε:
– «Λίγα τριμμένα ρούχα και κάμποσα βιβλία αποτελούν όλη μου την περιουσία· επομένως δεν φοβάμαι τη δήμευση. Την εξορία δεν τη λογαριάζω, γιατί σ’ αυτόν τον κόσμο είμαι παρεπίδημος. Ούτε τα μαρτύρια φοβούμαι, γιατί τον θάνατο θεωρώ ως ευεργέτη, επειδή θα με οδηγήσει πιο γρήγορα στον Θεό.»
– «Κανένας άλλος επίσκοπος δεν μου μίλησε έτσι», είπε θυμωμένος ο Μόδεστος.
– «Δεν θα μίλησες ποτέ με πραγματικό επίσκοπο», του ανταπάντησε ο Βασίλειος.

Ο  υπήρξε πολυγραφότατος συγγραφέας, με καθοριστική συνεισφορά στη διατύπωση του δόγματος της Αγίας Τριάδας, ενώ συνέταξε και Θεία Λειτουργία («Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου»). Τα έργα του διακρίνονται σε δογματικά, αντιαιρετικά, ασκητικά, πρακτικά, ομιλίες και επιστολές.

Σε όλη τη σύντομη ζωή του αγωνίστηκε για την ενότητα της Χριστιανικής Εκκλησίας, που μαστιζόταν στην εποχή του από θεολογικές έριδες σχετικά τις δοξασίες του Αρείου. Πέθανε την 1η Ιανουαρίου του 379 σε ηλικία 49 ετών και τάφηκε με μεγάλες τιμές.

ΠΗΓΗ:ΒΗΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ.

 





 Γράφτηκε από τον/την Ι.Μ. Μάνης. 31/12 18:18 

Megas Vasileios

Τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Μάνης κ. Χρυσοστόμου Γ'


 Οὐρανοφάντωρ εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐκπέμπει λάμψη, φῶς, πού φθάνει ὡς τόν οὐρανό, ἀλλά ἀκόμη καί ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔρχεται καί μᾶς ἀποκαλύπτει τά μυστήρια τοῦ οὐρανοῦ. Μ' αὐτή, λοιπόν, τήν προσωνυμία ἀπεκλήθη ὁ Μέγας Βασίλειος, τοῦ ὁποίου τήν μνήμη ἑορτάζουμε τήν 1η Ἰανουαρίου.

 Τῷ ὄντι, ὁ Μ. Βασίλειος ὑπῆρξε ἐκ τῶν ἐπιφανῶν θεοφόρων ἁγίων καί σοφῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας κατά τόν 4ο μ.Χ. αἰῶνα, ἀλλά ὡστόσο ἀνήκει στήν οἰκουμένη, γιατί κατέστη οἰκουμενικός διδάσκαλος καί καύχημα τῆς Ἐκκλησίας καί στή Δύση ἀνακηρύχθηκε ὡς ὁ Doctor Ecclesiae. Εἶναι ἐκεῖνος, «ὁ θεσπέσιος», ὡς τόν ἀποκαλεῖ ὁ Μ. Φώτιος, ὁ ὁποῖος κατ' ἄριστον βαθμόν συνεδύασε τόν «θεωρητικόν» βίον, μέ τόν πρακτικόν, ἕνωσε ἁρμονικά θύραθεν καί χριστιανική παιδεία, φιλοσοφική διανόηση καί θεολογική ἀκρίβεια, συγγραφή καί συνειδητή χριστιανική βιοτή, πίστη στό Θεό καί ἀγάπη πρός τόν πλησίον μέ ἔργα φιλανθρωπίας.

 Δύο, πολύ χαρακτηριστικά, τροπάρια τοῦ Ὄρθρου τῆς ἑορτῆς του συμπτύσσουν τό ὑψηλό φρόνημα καί τό πρακτικό μυαλό τοῦ Ἁγίου. Τό πρῶτον: «Ὅλος ἱερωμένος Θεῷ, καὶ ὁλοτρόπως ἐκ παιδὸς ἀνακείμενος, σοφίας τῆς ὑπερσόφου, καταυγασθεὶς ταῖς αὐγαῖς, τὴν τῶν ὄντων γνῶσιν διετράνωσας˙ λαμπρῶς ἐξηγούμενος, καὶ σοφῶς διηγούμενος, τὴν ἐν τοῖς οὖσιν, εὐταξίαν ποιούμενος, ἐπιγνώσεως, θειοτέρας ὑπόθεσιν.». Καί τό δεύτερον: «Πατὴρ ὀρφανῶν, καὶ χηρῶν προασπιστής καὶ πλοῦτος πένησι, τῶν ἀσθενούντων ἡ παράκλησις, καὶ τῶν ἐν πλούτῳ κυβέρνησις, γήρως βακτηρία ἐδείχθης, παιδαγωγία νεότητος καὶ μοναζόντων ἀρετῆς, κανὼν Βασίλειε».

*

 Ἁδρομερῶς, ἡ πολιτεία του, κινήθηκε μεταξύ τῶν συγκεκριμένων θεμάτων καί προβλημάτων τῆς ἐποχῆς του καί τῆς κατά πάντα ἐφαρμογῆς τοῦ θείου θελήματος. Γεννημένος τό 329 μ.Χ. στήν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας ἀπό ἀρχοντική χριστιανική οἰκογένεια, ἔλαβε μόρφωση κατ' ἀρχήν στίς σχολές τῆς γενέτειράς του καί ἀργότερα στήν Κων/λη ἔχοντας μάλιστα ὡς διδάσκαλο τόν περίφημο εἰδωλολάτρη, τόν Λιβάνιο, ὁ ὁποῖος καί ἐκτιμοῦσε βαθύτατα τόν Βασίλειο. Κάποια ἡμέρα, ὁ διδάσκαλος, ὅταν διάβασε μιά ἐπιστολή τοῦ μαθητοῦ του, φώναξε γεμᾶτος χαρά: «Νενικήμεθα!» «Καί τίνα σύ νενίκησαι νίκην καί πῶς οὐκ ἀλγεῖς νενικημένος;» τόν ρωτοῦν. Ἀπό ποιόν δηλαδή ἐσύ νικήθηκες καί πῶς δέν θλίβεσαι πού νικήθηκες; Τότε ἐκεῖνος τούς ἀπάντησε: «Ἐν κάλλει ἐπιστολῶν ἥττημαι. Βασίλειος δέ κεκράτηκε. Φίλος δέ ὁ ἀνήρ καί διά τοῦτο εὐφραίνομαι». Ὁ Μ. Βασίλειος, πράγματι, ὑπερέβαλε τούς συγχρόνους του «ἐν λόγοις καί ἐν τῇ σοφίᾳ». Ἀργότερα σπουδάζει στάς κλεινάς Ἀθήνας, τήν φιλοσοφία, τήν ρητορική, τά νομικά, τά μαθηματικά, τήν ἀστρονομία, τήν ἰατρική. Κατέστη τρόπον τινα «πανεπιστήμων». Μάλιστα, ὑπῆρξε συμμαθητής τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καί αὐτοῦ τοῦ Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου. Γενόμενος ὅμως ἐγκρατής τῆς «ἀληθοῦς φιλοσοφίας» ἀπεσύρθη στό ἡσυχαστήριο τοῦ Πόντου, ὅπου διά τῆς πράξεως ἀνέβηκε στή «θεωρία τῶν ὄντων». «Οὐρανοφάντωρ» καί ἐδῶ.

 Ἀργότερα, τό 370 κληθείς ἀπό τήν Ἐκκλησία, τιμήθηκε μέ τό ἀξίωμα τῆς Ἀρχιερωσύνης, γενόμενος Ἐπίσκοπος Καισαρείας. Ὅλη τήν γνώση του, ὅλο του τό ἀγωνιστικό φρόνημα, τά διέθεσε πρός δόξαν Κυρίου καί τήν εὔκλειαν τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Μ. Βασίλειος ἐπετέλεσε ἕνα θαυμαστό ποιμαντορικό ἔργο καί φανέρωσε στήν πράξη ὅλα τά σπάνια πνευματικά του χαρίσματα. Ἑρμήνευσε τήν Ἁγία Γραφή, θεολόγησε περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κατετρόπωσε τίς αἱρέσεις, δίδαξε τόν λαό τοῦ Θεοῦ, ρύθμισε τά ἤθη τῆς κοινωνίας, διεμόρφωσε πρῶτος αὐτός τό ἀσκητικό πολίτευμα τῶν μοναχῶν, ἀπασχολήθηκε μέ τίς ὑλικές ἀνάγκες τῶν συνανθρώπων του, ἵδρυσε τήν περίφημη, ὡς ὀνομάστηκε ἀργότερα, «Βασιλειάδα», σωστή Ἀκρόπολη Ἀγάπης, συνέγραψε πραγματεῖες καί ποιμαντικές ἐπιστολές γιά νά ἰσχύει τό λεχθέν: «Ζῇ Βασίλειος καί θανών ἐν Κυρίῳ, ζῇ καί παρ' ἡμῖν ὡς λαλῶν ἐκ τῶν βίβλων».

 Ὡστόσο ἀπό τό πολύμορφο ποιμαντορικό καί συγγραφικό ἔργο του, ἀξίζει νά μείνουμε σέ  πέντε σημεῖα ἐξόχως διδακτικά καί γιά μᾶς σήμερα.

 Πρῶτον, τό ἡρωϊκόν του φρόνημα: Ὁ Μ. Βασίλειος κλήθηκε ν' ἀντιμετωπίσει τόν ἀσεβῆ καί ὀπαδό τῆς φοβερᾶς αἱρέσεως τοῦ αὐτοκράτορα Οὐάλεντα. Ἐνώπιον τοῦ Ἐπισκόπου Βασιλείου στέκει ἀγέρωχος καί ἀκατάβλητος ὁ ὕπαρχος Μόδεστος, ὁ ἀπεσταλμένος τοῦ αὐτοκράτορα, ὁ ὁποῖος μέ αὐστηρά λόγια προσπαθεῖ νά μεταπείσει τόν Βασίλειον ἐκτελῶντας τήν αὐτοκρατορική ἐντολή. Τήν ἐξιστόρηση τῆς συγκλονιστικῆς αὐτῆς συνάντησης, μᾶς τήν ἔχει διασώσει ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Ἰδού λοιπόν: «Ἀπευθυνόμενος ὁ ὕπαρχος πρός τόν Βασίλειον εἶπε: Πῶς ἐσκέφθης σύ – ἀνέφερε τό ὄνομά του χωρίς νά τόν ἀξιώσῃ νά τόν ὀνομάσῃ ἐπίσκοπον- καί τολμᾷς νά ἀνθίστασαι ἐναντίον τῆς ἐξουσίας, μόνος δέ σύ ἐξ ὅλων φέρεσαι μέ τόσην αὐθάδειαν;

-Διατί ἡ ἐρώτησις αὐτή; ἀπήντησεν ὁ Βασίλειος. Ποία δέ ἡ ἀπείθεια καί ἡ ὑπεροψία μου; Διότι ἀκόμη δέν ἠμπορῶ νά ἐννοήσω.

-Διότι δέν ἀκολουθεῖς τήν θρησκείαν τοῦ βασιλέως, ἐνῶ ὅλοι οἱ ἄλλοι ὑπετάχθησαν καί ἡττήθησαν, λέγει ὁ ὕπαρχος.

-Δέν εἶναι ὅμως ἀρεστά αὐτά εἰς τόν ἰδικόν μου Βασιλέα, εἶπεν ὁ Βασίλειος˙ οὐδέ ἀνέχομαι νά προσκυνῶ ἕνα κτίσμα, ἐφ' ὅσον εἶμαι τοῦ Θεοῦ κτίσμα καί ἔχω τήν διαβεβαίωσιν ὅτι θά εἶμαι Θεός.

-Ἀλλ' ἡμᾶς πῶς μᾶς θεωρεῖς; Δέν εἴμεθα τίποτε ἡμεῖς, πού διατάσσομεν αὐτά; Πῶς λοιπόν; Δέν θεωρεῖς μέγα καί τιμητικόν τό νά ταχθῇς μέ τό μέρος μας καί νά μᾶς ἔχῃς φίλους καί συντρόφους;

-Ἀναγνωρίζω καί δέν ἀρνοῦμαι, ἀπήντησεν ὁ Βασίλειος, ὅτι σεῖς εἶσθε ὕπαρχοι καί ἐπιφανεῖς. Δέν εἶσθε ὅμως διόλου ἀνώτεροι ἀπό τόν Θεόν. Καί θεωρῶ σπουδαίαν μέν τήν φιλίαν σας (πῶς ὄχι; πλάσματα Θεοῦ εἶσθε καί σεῖς), ἀλλ' ὅπως καί τούς ἄλλους Χριστιανούς, πού εἶναι ὑπήκοοί σας. Διότι δέν εἶναι ἐπίσημος ὁ Χριστιανισμός ἀπό τήν ἀξίαν τῶν προσώπων, πού ἀνήκουν εἰς αὐτόν, ἀλλά λόγῳ τῆς πίστεως.

Τότε πλέον ἐταράχθη ὁ ὕπαρχος, ἄναψε ἀπό τόν θυμόν, ἐσηκώθη ἀπό τήν καθέδραν του καί μέ λόγια ὁρμητικώτερα λέγει:

-Πῶς λοιπόν, δέν φοβεῖσαι τήν ἐξουσίαν;

-Τί θά μοῦ συμβῇ, τί πρόκειται νά πάθω; ἀπήντησεν ὁ Βασίλειος.

-Τί θά πάθῃς; Ἕνα ἀπό τά πολλά, πού εἶναι εἰς τήν ἐξουσίαν μου.

-Ποῖα εἶναι αὐτά; Εἰπέ τα μου διά νά τά γνωρίζω.

-Δήμευσις, ἐξορία, βάσανοι, θάνατος!

-Ἀπείλησε ἄλλο τίποτε, ἄν ὑπάρχῃ˙ διότι κανέν ἀπό αὐτά, πού ἀνέφερες δέν ἠμπορεῖ νά μέ θίξῃ καί νά μέ βλάψῃ.

-Πῶς εἶναι δυνατόν καί μέ ποῖον τρόπον θά τό κατορθώσῃς; ἐρωτᾷ ὁ ὕπαρχος.

-Διότι, ἀπήντησεν ὁ Βασίλειος, δήμευσιν περιουσίας δέν ἠμπορεῖ νά ὑποστῇ ἐκεῖνος, πού δέν ἔχει τίποτε, ἐκτός ἄν πάρῃς τά τρίχινα αὐτά πτωχά ἐνδύματα καί τά ὀλίγα βιβλία, ἀπό τά ὁποῖα ἀποτελεῖται ὁλόκληρος ἡ περιουσία μου. Ἐξορίαν δέν γνωρίζω, ἐφ' ὅσον δέν εἶμαι πουθενά ἐγκατεστημένος, καί οὔτε αὐτήν τήν πόλιν πού κατοικῶ τώρα θεωρῶ ἰδικήν μου, ἀλλά θά ἔχω ὡς πατρίδα μου κάθε τόπον, εἰς τόν ὁποῖον θά μέ ρίψουν˙ μᾶλλον δέ κάθε τόπον θεωρῶ τοῦ Θεοῦ τόπον, εἰς τόν ὁποῖον ἐγώ εἶμαι ξένος καί πάροικος. Αἱ βάσανοι δέ τί ἠμποροῦν νά κάμουν εἰς ἄνθρωπον πού ἔχει τόσον ἀσθενικόν σῶμα; Ἐκτός ἄν λέγῃς βάσανον τήν πρώτην πληγήν, μέ τήν ὁποίαν θά πέσῃ τό σῶμα τοῦτο. Μόνον τῆς πληγῆς αὐτῆς εἶσαι κύριος. Ὅσον διά τόν θάνατον, θά εἶναι δι' ἐμέ εὐεργεσία. Διότι θά μέ στείλῃς ταχύτερον εἰς τόν Θεόν, διά τόν ὁποῖον ζῶ καί πολιτεύομαι καί χάριν τοῦ ὁποίου ἐνεκρώθην κατά τό πλεῖστον καί πρός τόν ὁποῖον ἀπό πολλοῦ χρόνου σπεύδω.

Ἀπό τάς ἀπαντήσεις αὐτάς τοῦ Βασιλείου ἐξεπλάγη ὁ ὕπαρχος. Κανείς, εἶπε, δέν μοῦ ὡμίλησε μέχρι σήμερον μέ τοιοῦτον τρόπον καί μέ τόσον μεγάλην παρρησίαν.

-Ἴσως δέν συνήντησες ποτέ ἐπίσκοπον, ἀπήντησεν ὁ Βασίλειος˙ διότι, ἄν συναντοῦσες πραγματικόν τοιοῦτον, ὁ ὁποῖος ἀγωνίζεται διά τήν ὀρθήν πίστιν, μέ αὐτόν τόν τρόπον θά σοῦ ἀπαντούσε. Ἡμεῖς, ὦ ὕπαρχε, εἰς ὅλα μέν τά ἄλλα ζητήματα εἴμεθα ἐπιεικεῖς καί ταπεινότεροι ἀπό κάθε ἄλλον ἄνθρωπον, διότι τοιαύτην ἐντολήν ἔχομεν ἀπό τόν Κύριον˙ καί δέν σηκώνομεν μάτια ὄχι μόνον εἰς τόσον μεγάλην ἐξουσίαν, ὅπως ἡ ἰδική σου, ἀλλ' οὐδέ εἰς τόν τυχόντα ἄνθρωπον. Ἀλλ' ὅταν πρόκειται περί τοῦ Θεοῦ καί τίθεται εἰς κίνδυνον ἡ εἰς αὐτόν πίστις, ὅλα τά ἄλλα τά περιφρονοῦμεν καί εἰς αὐτόν μόνον ἀποβλέπομεν. Φωτιά δέ καί ξίφος καί θηρία καί ὄνυχες, πού κόπτουν τάς σάρκας, αὐτά δι' ἡμᾶς εἶναι μᾶλλον εὐχαρίστησις παρά ἐκφοβισμός. Διά τοῦτο ὕβριζε, φοβέριζε, κάμε ὅ,τι θέλεις, χρησιμοποίησε τήν ἐξουσίαν σου. Ἄς ἀκούσῃ τήν ἀπάντησίν μου αὐτήν καί ὁ βασιλεύς. Ἐμέ βεβαίως δέν θά ὑποτάξῃς, οὔτε θά πείσῃς νά ταχθῶ μέ τό μέρος τῆς αἱρετικῆς ἀσεβείας, ἔστω καί ἄν ἀπειλήσῃς ἀκόμη τρομερώτερα.

Ἀφοῦ ἤκουσεν αὐτά ὁ ὕπαρχος καί ἐνόησεν ὅτι τό ψυχικόν σθένος τοῦ Βασιλείου εἶναι ἀκατάβλητον καί ἀκλόνητον καί ἀήττητον, τόν διέταξε μέν νά ἐξέλθῃ ἔξω, ὄχι ὅμως μέ τόν ἴδιον τόνον τῆς ἀπειλῆς, ἀλλά μέ κάποιον σεβασμόν. Αὐτός δέ παρουσιάσθη ἀμέσως κατόπιν εἰς τόν βασιλέα καί τοῦ εἶπεν: Ἐνικήθημεν, βασιλεῦ, ἀπό τόν προϊστάμενον τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ ἄνθρωπος αὐτός εἶναι ἀνώτερος ἀπειλῶν καί ἰσχυρότερος τῆς πειθοῦς. Ἄς προσπαθῶμεν νά ἐκφοβίσωμεν κανένα δειλόν. Ἀλλά τοῦτον ἤ πρέπει φανερά διά τῆς βίας νά καταβάλωμεν, ἤ νά μή περιμένωμεν νά ὑποχωρήσῃ μέ ἀπειλάς...». (Ἐπιτάφιος εἰς τόν Μ. Βασίλειον, P.G.36, στ.557 ἑπ.). Αὐτός ὁ χριστιανικός ὀρθόδοξος ἡρωϊσμός λάμπρυνε τήν προσωπικότητα τοῦ Μ. Βασιλείου καί ἀνεδείχθη, πράγματι, «θεηγόρος ὁπλίτης παρατάξεως Κυρίου», ἕνας Ἐπίσκοπος, πρόμαχος τῆς ἀληθείας τῶν δογμάτων τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς τάξεως σ' αὐτή. Ἕνας πνευματικός ποιμήν πού διεφύλαξε τήν πίστη ἀνόθευτη, πού ἤλεγξε τούς ἀντιλέγοντες αἱρετικούς, κατέπαυσε τίς ταραχές καί τίς ἔριδες καί ρύθμισε σέ ἀρετή τόν βίον τοῦ ποιμνίου.

Δεύτερον σημεῖον, ἡ πλούσια ἀγάπη του. Ὁ Μ. Βασίλειος δέν ἀρκέστηκε μόνον στό κήρυγμα. Προχώρησε καί στά φιλάνθρωπα ἔργα χάριν τοῦ ποιμνίου του. Βρέθηκε κοντά στό πτωχό, στόν ἄρρωστο, στόν λεπρό, στό ὀρφανό, στόν γέροντα, στόν ἐγκαταλελειμμένο, στόν δυστυχῆ, στόν βασανισμένο συνάνθρωπό του. Ὅσον δέ ἀφορᾶ τό περίφημο συγκρότημα ἀγάπης τήν «Βασιλειάδα», ἄς ἀφήσουμε τόν θεοφόρο Γρηγόριο νά μᾶς τό περιγράψει: «Πήγαινε λίγο ἔξω ἀπό τήν πόλι καί θά ἰδῆς τή νέα πόλι (τή «Βασιλειάδα»), τό ταμεῖο ἐκεῖνο τῆς εὐσεβείας, τό κοινό θησαύρισμα τῶν πλουσίων, στό ὁποῖο κατατίθενται τά περισσεύματα τοῦ πλούτου, πού μέ τίς παραινέσεις τοῦ Βασιλείου ἔγιναν χρήσιμα καί ἀποτίναξαν τόν σκόρο καί δέν χαροποιοῦν τούς κλέφτες καί διαφεύγουν τόν φθόνο καί τήν φθορά τοῦ καιροῦ. Ἐκεῖ ἡ ἀρρώστια ἐξετάζεται μέ φιλοσοφική διάθεσι καί μακαρίζεται ἡ συμφορά καί ἡ συμπάθεια ἐξασκεῖται. Ποιά ἀξία ἔχουν μπρός στά φιλανθρωπικά αὐτά καθιδρύματα οἱ ἑπτάπυλες Θῆβαι τῆς Βοιωτίας καί τῆς Αἰγύπτου καί τά βαβυλώνια τείχη καί ὁ τάφος τοῦ Μαυσώλου στήν Καρία καί οἱ Πυραμίδες καί ὁ χάλκινος ὄγκος τοῦ Κολοσσοῦ, (τά οἰκοδομήματα αὐτά ἐθεωροῦντο σάν τά θαύματα τοῦ ἀρχαίου κόσμου), τά μεγέθη καί οἱ καλλωπισμοί τῶν εἰδωλολατρικῶν ναῶν, πού ἀνετράπησαν πιά καί δέν ὑπάρχουν, καί ὅσα ἄλλα θαυμάζουν καί ἐξιστοροῦν οἱ ἄνθρωποι, πού τίποτα δέν ὠφέλησαν τούς ἱδρυτάς τους, πλήν ἀπό λίγη δόξα»; (ὅ.π. παρ. στ. 577). Ὁ Μ. Βασίλειος κατ' αὐτόν τρόπον μᾶς ἔδειξε στήν πράξη τήν πρώτη καί μεγάλη θεία ἐντολή τό «ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» (Ἰω. ιε',17). Ζωσμένος τό λέντιον τῆς διακονίας ἐπάνω ἀπό τό τετιμημένον ράσον του ἀληθῶς πραγματοποίησε θαυμαστό ἔργο φιλανθρωπίας, ἐλεημοσύνης, συμπόνιας καί ἀγάπης πρός τόν πλησίον. Μοναδικός ὁ Μ. Βασίλειος νά ἐμπνέει, νά παρακινεῖ καί νά ἐφαρμόζει τήν μεγάλη ἀρετή τῆς ἀγάπης.

Τρίτον, ἀξίζει ὅλως ἰδιαιτέρως νά προσέξουμε τό ἐντρύφημά του στή παιδεία. Τυγχάνει ἀξιοθαύμαστον ὅτι ὁ Μ. Βασίλειος παρ' ὅλη τήν ποιμαντορική του ἐνασχόληση, εὕρισκε τόν χρόνον νά διαθέτει πλούσια ἀπό ἄποψη ποσοῦ καί ποιοῦ συγγραφική παραγωγή. Ἄριστος κάτοχος τῆς κλασσικῆς παιδείας καί τῆς χριστιανικῆς γραμματείας, ὅλα τά ἔργα του παρουσιάζουν πρωτοτυπία, λογοτεχνικότητα, λυρισμό, ζωντάνια, μά προπαντός θεολογία. Ὡραιοτάτη εἶναι ἐν προκειμένῳ καί ἡ ἀναφορά πού κάμνει στήν πιστότητά του στήν παράδοση. Γράφει: «Ἥν ἐκ παιδός ἔλαβον ἔννοιαν περί Θεοῦ παρά τῆς μακαρίας μητρός μου καί τῆς μάμμης Μακρίνης, ταύτην αὐξηθεῖσαν ἔσχον ἐν ἐμαυτῷ˙ οὐ γάρ ἄλλα ἐξ ἄλλων μετέλαβον ἐν τῇ τοῦ λόγου συμπληρώσει ἀλλά τάς παραδοθείσας μοι παρ' αὐτῶν ἀρχάς ἐτελείωσα» (Ἐπιστολή 223, Πρός Εὐστάθιον Σεβαστείας, PG 32,825). Κυρίως οἱ δογματικές πραγματεῖες καί δή ὁ «Ἀνατρεπτικός τοῦ ἀπολογητικοῦ τοῦ δυσσεβοῦς Εὐκομίου», καί τά «Κεφάλαια τριάκοντα περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πρός τόν ἐν ἁγίοις Ἀμφιλόχιον ἐπίσκοπον Ἰκονίου» τόν κατέστησαν μέγα Πατέρα καί Διδάσκαλο τῆς Ἐκκλησίας καί τόσον χρήσιμον γιά τήν διατύπωση τῆς Ὁμολογίας τῆς Πίστεως τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Ἔπειτα τά ἀσκητικά του συγγράμματα «Ὅροι κατά πλάτος» καί «Ὅροι κατ' ἐπιτομήν» καθώρισαν καί ἔδωκαν λύσεις στά κεφαλαιώδη ζητήματα τοῦ μοναχικοῦ βίου. Ἀκόμη οἱ ἑρμηνευτικές ὁμιλίες, ὅπως οἱ ἐννέα ὁμιλίες του «Εἰς τήν Ἑξαήμερον», οἱ ὁμιλίες του στούς Ψαλμούς, οἱ ὁμιλίες του εἰς τό «Πρόσεχε σεαυτῷ» καί εἰς τό «Καθελῶ μου τάς ἀποθήκας καί μείζονας οἰκοδομήσω καί περί πλεονεξίας», ἡ ἄλλη ὁμιλία του «Ἐν λιμῷ καί αὐχμῶ», οἱ ἠθικές, ὅπως ἀποκαλοῦνται ὁμιλίες του, (ὅπως, περί νηστείας, πρός τούς πλουτοῦντας, κατά ὀργιζομένων, περί φθόνου, κατά μεθυόντων, περί ταπεινοφροσύνης κ.ἄ.), ἀλλά καί οἱ ἐγκωμιαστικές πρός μάρτυρες τῆς πίστεως, ὅλα αὐτά τά κείμενα ἀποτελοῦν πολύτιμον θησαύρισμα παιδείας, ἀγωγῆς ἤθους, ἀνώτερου πνευματικοῦ πολιτισμοῦ. Κλείνουμε τήν παράγραφο αὐτή μέ τήν ἀναφορά στό σπουδαιότατο σύγγραμμά του ὑπό τόν τίτλο: «Πρός τούς νέους, ὅπως ἄν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων», τό ὁποῖο ἀξιολογήθηκε ὡς λίαν ἐξαιρετικό κείμενο γραμμένο ἀπό Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας, πού καθορίζει κατ' ἄριστον τρόπον τίς σχέσεις ἑλληνισμοῦ καί χριστιανισμοῦ. Μάλιστα ἐκτιμήθηκε πολύ ἤδη καί κατά τήν ἐποχή τῆς Ἀναγεννήσεως, γι' αὐτό καί ἡ ἐκδοθεῖσα στά λατινικά πρώτη ἔκδοση τό 1459 μ.Χ. , ἐπανεξεδόθηκε σέ εἴκοσι ἐκδόσεις μέχρι τοῦ 1500 μ.Χ., ἀλλά καί στήν ἑλληνική ἐκδοτική παραγωγή ἔτυχε μεγάλης κυκλοφορίας.

Παραθέτουμε τό ἀξιόλογο σημεῖο τῆς πραγματείας πού διαπραγματεύεται τήν ὀρθή ἐπιλογή πού ὀφείλουμε νά ἔχουμε ὡς πρός τά τοῦ προχριστιανικοῦ κόσμου διανοήματα σέ σχέση πάντα μέ τήν Ἁγία Γραφή. Γράφει ὁ σοφός Ἱεράρχης: «Ἀλλά θά δεχθοῦμεν ἀπό αὐτούς ἐκεῖνα μάλιστα μέ τά ὁποῖα ἐπήνεσαν τήν ἀρετήν ἤ ἐστιγμάτισαν τήν κακίαν. Ὅπως δηλαδή ἀπό τά ἄνθη ἄλλοι μέν ἀπολαμβάνουν μόνον τήν εὐωδίαν καί τό χρῶμα, αἱ δέ μέλισσαι ἠμποροῦν νά παίρνουν καί τό μέλι ἀπ' αὐτά, ἔτσι λοιπόν καί ἐδῶ εἶναι δυνατόν, αὐτοί πού δέν ἐπιδιώκουν μόνον τό τερπνόν καί τό εὐχάριστον ἀπό τούς λόγους αὐτούς νά ἀποθησαυρίσουν καί κάποιαν ὠφέλειαν εἰς τήν ψυχήν των. Σύμφωνα λοιπόν μέ ὅλην τήν εἰκόνα τῶν μελισσῶν πρέπει νά χρησιμοποιῆτε τά βιβλία. Διότι καί ἐκεῖναι οὔτε πηγαίνουν ὁμοίως εἰς ὅλα τά λουλούδια, οὔτε πάλιν προσπαθοῦν νά τά κουβαλήσουν ὁλόκληρα αὐτά, εἰς τά ὁποῖα πετοῦν, ἀλλ' ἀφοῦ πάρουν ἀπό αὐτά ὅσον εἶναι κατάλληλον εἰς τήν ἐργασίαν, τό ὑπόλοιπον τό ἀφήνουν καί φεύγουν. Καί ἡμεῖς ἐάν εἴμεθα σώφρονες, ἀφοῦ ἀποκομίσωμεν ἀπ' αὐτά ὅσον μᾶς εἶναι οἰκεῖον καί συγγενεύει πρός τήν ἀλήθειαν τά ὑπόλοιπα θά τά παρατρέξωμεν. Καί ὅπως, ὅταν κόπτωμεν ἀπό τήν τριανταφυλλιάν τό ἄνθος, παραμερίζωμεν τά ἀγκάθια, ἔτσι καί εἰς τήν περίπτωσιν τῶν συγγραμμάτων αὐτῶν, ἀφοῦ καρπωθοῦμεν ἀπό αὐτά ὅσον εἶναι χρήσιμον, ἄς προφυλαχθοῦμεν ἀπό τό βλαβερόν. Εὐθύς λοιπόν ἐξ' ἀρχῆς πρέπει νά ἐξετάζωμεν τό καθένα ἀπό τά μαθήματα καί νά τό προσαρμόζωμεν πρός τόν σκοπόν, φέροντες, σύμφωνα μέ τήν δωρικήν παροιμίαν, τήν πέτραν πρός τό ἀλφάδι.» (ΕΠΕ, τ. 7, σελ.327).

Τέταρτον, ποιμαντική μέριμνα μέ τήν ἐπιστολογραφία. Ἴσως παραξενεύει, πώς μέ τίς ἐπιστολές πού ἔγραφε καί ἔστελνε ὁ Μ. Βασίλειος, ἔφερνε καί μ' αὐτόν τόν τρόπο τούς συνανθρώπους του κοντά του, κάτω ἀπό τήν σκέπη τῆς Ἐκκλησίας. Καί ὅμως, αὐτό ἦταν ἡ πραγματικότητα. Μέ τήν ἐπιστολογραφία ἔκαμνε ποιμαντική. Καί ἦσαν πολλές οἱ περιπτώσεις πού ἔπρεπε νά σταθεῖ ὡς ἀληθινός ποιμένας, ὡς στοργικός πατέρας, τροφεύς πενήτων, προστάτης ὀρφανῶν, ἰατρός τῶν ἀσθενῶν, διαιτητής καί δικαστής ἀντιμαχομένων μερίδων, παρηγορητής πενθούντων, ἀντιλήπτωρ ἀδικουμένων, διδάσκαλος πονεμένων ψυχῶν ἀλλά καί ὁμολογητής πίστεως. Ἔγραφε δέ τίς ἐπιστολές αὐτές μ' ἕνα καί μοναδικό σκοπό: «Ὠφελείας ἕνεκεν τῶν ἀδελφῶν» (Ἐπιστ. VIII). Γι' αὐτό καί ἡ ἐπιστολογραφία του καλύπτει πλεῖστα ὅσα θέματα τῆς ἐποχῆς του καί ὁ ὄγκος τῶν ἐπιστολῶν, περί τίς 315 περίπου ἀποτελοῦν σελίδες τριῶν ὁλόκληρων τόμων στίς Πατερικές Ἐκδόσεις «Γρ. Παλαμᾶς», Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, (Βασιλείου Καισαρείας τοῦ Μεγάλου, Ἅπαντα τά ἔργα).

Ἰδού ἕνα μικρό δεῖγμα τῆς ἐπιστολογραφίας του. Γράφει πρός τήν σύζυγον τοῦ διαπρεποῦς ἀξιωματικοῦ Ἀρινθαίου ὁ ὁποῖος ἀπεβίωσε: «...Βεβαίως ποῖος δέν ἐστέναξε διά τόν ἄνδρα ἐκεῖνον; Καί ποῖος ἔχει τόσον λιθίνην καρδίαν, ὥστε νά μή ἀφήσῃ δι' αὐτόν θερμά δάκρυα; Ἐγώ μάλιστα κατελήφθην ἀπό περισσοτέραν κατήφειαν, καθώς ἔλαβα ὑπ' ὄψιν καί τάς εἰδικάς τιμάς τοῦ ἀνδρός πρός ἐμέ καί τήν παντοειδῆ πρός τάς Ἐκκλησίας προστασίαν του. Ἀλλ' ὅμως ἐσκέφθημεν ὅτι, ἀφοῦ εἶναι ἄνθρωπος καί ἐξεπλήρωσεν εἰς τόν βίον τοῦτον τά καθήκοντά του, προσελήφθη πάλιν ἀπό τόν κατευθύνοντα τήν τύχην μας Θεόν εἰς τόν κατάλληλον χρόνον. Αὐτά εἶναι πού παρακαλοῦμεν τήν φρόνησίν σου νά ἐνθυμῆται, ὥστε νά διατηρήσῃ τήν γαλήνην της διά τό συμβάν καί, κατά τό δυνατόν, νά βαστάσῃ μέ ψυχραιμίαν τήν συμφοράν. Βεβαίως ὁ χρόνος εἶναι ἱκανός νά μαλάξῃ τήν καρδίαν σου καί νά ἐπιτρέψῃ τήν ἐπικράτησιν τῆς λογικῆς. Ἀλλ' ἡ ὑπερβολική ἀγάπη σου πρός τόν ἄνδρα σου, καί ἡ πρός ὅλους καλωσύνη σου ἄλλωστε, μᾶς προκαλεῖ τήν ὑποψίαν μήπως παραδοθῇς εἰς τήν ἀπελπισίαν, ἀφοῦ λόγῳ τῆς λεπτότητος τῶν συναισθημάτων σου ἐδέχθης τόσον βαθειά τήν πληγήν τῆς λύπης.

Λοιπόν ἡ διδασκαλία τῶν Γραφῶν εἶναι πάντοτε χρήσιμος, μάλιστα δέ εἰς τάς τοιαύτας περιστάσεις. Νά ἐνθυμῆσαι λοιπόν τήν ἀπόφασιν τοῦ δημιουργοῦ ἡμῶν, κατά τήν ὁποίαν ὅλοι ὅσοι προήλθαμεν ἀπό τήν γῆν πάλιν εἰς τήν γῆν ἐπιστρέφομεν καί κανείς δέν εἶναι τόσον μέγας, ὥστε νά φανῇ κυρίαρχος τῆς διαλύσεως.

Ἑπομένως ὁ θαυμάσιος ἐκεῖνος ἄνθρωπος ἦτο καλός καί μέγας, καί εἶχε τήν ἀρετήν τῆς ψυχῆς ἐφάμιλλον μέ τήν ἀνδρείαν τοῦ σώματος, τό παραδέχομαι καί ἐγώ, καί μάλιστα ὑπερέβαλεν ὅλους καί εἰς τά δύο. Ἀλλά παρά ταῦτα ἦτο ἄνθρωπος καί φυσικά ἀπέθανεν, ὅπως ὁ Ἀδάμ, ὅπως ὁ Ἄβελ, ὅπως ὁ Νῶε, ὅπως ὁ Ἀβραάμ, ὅπως ὁ Μωυσῆς, ὅπως ὁποιοσδήποτε ἄλλος τόν ὁποῖον εἶναι δυνατόν νά μνημονεύσῃς ἀπό τούς μετέχοντας τῆς ἰδίας φύσεως… Ἀπεδήμησε μέ λαμπρόν θάνατον, χωρίς νά ἔχῃ καμφθῆ ἀπό γῆρας χωρίς νά ἔχῃ στερηθῆ τίποτε ἀπό τήν δόξαν του, μέγας εἰς τόν παρόντα βίον καί μέγας εἰς τόν μέλλοντα, χωρίς νά ἔχῃ χάσει τίποτε ἀπό τήν παροῦσαν λαμπρότητα ἐν ὄψει τῆς ἐλπιζομένης δόξης, διότι εἶχε καθαρίσει κάθε κηλῖδα τῆς ψυχῆς του μέ τό λουτρόν τῆς παλιγγενεσίας ἀκριβῶς κατά τήν ἀναχώρησίν του ἀπό τόν βίον. Τό γεγονός δέ, ὅτι σύ ἔγινες πρόξενος καί συνεργός εἰς τοῦτο, φέρει μεγίστην παρηγορίαν.

Μετάφερε τώρα τήν ψυχήν σου ἀπό τά παρόντα εἰς τήν φροντίδα τῶν μελλόντων, ὥστε νά καταξιωθῇς δι' ἀγαθῶν ἔργων νά καταλάβῃς τόν ὅμοιον μέ αὐτόν τόπον ἀναπαύσεως. Νά φεισθῇς τῆς γηραιᾶς μητρός, νά φεισθῇς τῆς νεαρᾶς θυγατρός, εἰς τάς ὁποίας ἔχεις μείνει ἡ μοναδική παρηγορία. Γίνε ὑπόδειγμα ἀνδρείας εἰς τάς ἄλλας γυναίκας καί ρύθμισε τήν λύπην σου κατά τοιοῦτον τρόπον, ὥστε οὔτε νά τήν ἐκβάλῃς ἀπό τήν καρδίαν οὔτε νά καταποθῇς ἀπό αὐτήν.

Καί τέλος ρίψε τά βλέμματά σου πρός τόν μεγάλον μισθόν τῆς ὑπομονῆς, τόν ὁποῖον ἔχει ὑποσχεθεῖ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός εἰς ἀνταπόδοσιν τῶν πράξεων μας εἰς τόν βίον». (Ἐπιστ.269).

Σέ ἄλλη περίπτωση γράφει παραμυθητικῶς πρός πατέρα γιά τόν θάνατο τοῦ νεαροῦ φοιτητοῦ υἱοῦ του: «...Ἔφυγε παιδί ἀκόμη, εἰς ἡλικίαν πού ἀξίζει περισσότερον ἀπό κάθε ἄλλην νά ζῇ κανείς, διαπρέπον εἰς τούς ὁμίλους τῶν συνομηλίκων, ἀγαπητός εἰς τούς διδασκάλους, δυνάμενος καί τόν ἀγριώτατον ἄνθρωπον νά ἑλκύσῃ εἰς φιλίαν μέ μίαν ἁπλήν συνάντησιν, ὀξύνους εἰς τά μαθήματα, πρᾶος εἰς τό ἦθος, συνεσταλμένος περισσότερον ἀπό ὅσον ἡ ἡλικία του δικαιολογεῖ. Καί περισσότερα ἀπό αὐτά ἄν ἔλεγε κανείς, θά ἔλεγεν ὀλιγώτερα τῆς ἀληθείας... Τό ὅτι δέ ἀπέθανε πρόωρα καί πρίν χορτάσῃ τήν ζωήν καί πρίν ἔλθῃ εἰς τό πλῆρες μέτρον τῆς ἡλικίας καί φανῇ εἰς τούς ἀνθρώπους καί ἀφήσῃ διαδόχους εἰς τήν οἰκογένειάν του, αὐτά δέν ἀποτελοῦν αἴτιον αὐξήσεως τοῦ πάθους, ὅπως εἶμαι πεπεισμένος, ἀλλά παραμυθίαν διά τό συμβάν… Δέν διέπραξε κακόν, δέν ἐμηχανεύθη δόλον κατά τοῦ πλησίον, δέν ἦλθεν εἰς ἀνάγκην ν' ἀναμιχθῇ εἰς ὁμίλους πονηρῶν ἀνθρώπων, δέν ἐνεπλάκη εἰς τάς κακίας τῆς ἀγορᾶς, δέν ὑπεβλήθη εἰς τήν ἀνάγκην πού προκαλεῖ ἁμαρτήματα, εἰς ψεῦδος, εἰς ἀγνωμοσύνην, εἰς πλεονεξίαν, εἰς φιληδονίαν, εἰς τά πάθη τῆς σαρκός, ὅσα ἐκ φύσεως γεννῶνται εἰς τάς ἀναγώγους ψυχάς. Ἀπῆλθε χωρίς νά ἔχῃ τήν ψυχήν κατεστιγμένην μέ καμμίαν κηλῖδα, ἀλλ' ἀνεχώρησε πρός τόν ἀνώτερον προορισμόν καθαρός.

Δέν κατέκρυψεν ἡ γῆ τόν ἀγαπητόν, ἀλλά τόν ὑπεδέχθη ὁ οὐρανός. Ὁ Θεός πού οἰκονομεῖ τόν βίον μας, πού καθορίζει διά τόν καθένα τά χρονικά ὅρια πού τόν ἔφεραν εἰς τήν ζωήν ταύτην, αὐτός τόν μετέστησεν.

Ἔχομεν ὡς μάθημα διά τάς ὑπερβολικάς συμφοράς τήν περιβόητον ἐκείνην φωνήν τοῦ μεγάλου Ἰώβ˙ «ὁ Κύριος ἔδωκεν, ὁ Κύριος ἀφείλετο˙ ὡς τῷ Κυρίῳ ἔδοξεν, οὕτω καί ἐγένετο. Εἴη τό ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον εἰς τούς αἰῶνας» (Ἐπιστ. 300).

Σέ ἀπαντητική ἐπιστολή του πρός τόν Οὐαλεριανόν Ἐπίσκοπο Ἰλλυρίων γράφει: «Εὐχαριστία ὀφείλεται εἰς τόν Κύριον πού μᾶς ἔδωσε νά ἴδωμεν εἰς τήν καθαρότητά σου καρπόν ἀρχαίας ἀγάπης, διότι, ἄν καί εἶσαι εἰς τόσον μακρυνήν ἀπόστασιν σωματικῶς, συνεδέθης μέ ἡμᾶς διά γράμματος καί, ἐναγκαλισθεῖς ἡμᾶς μέ πνευματικόν καί ἅγιον πόθον, ἐγέννησες εἰς τάς ψυχάς μας ἄρρητον ἔρωτα. Διότι ἀντελήφθημεν ἐν τῇ πράξει τήν δύναμιν τῆς παροιμίας «ὃ,τι εἶναι τό κρύο νερό εἰς διψασμένην ψυχήν τό ἴδιον εἶναι εὐχάριστος εἴδησις ἀπό μακρυνήν χώραν».

Διότι εἰς τά μέρη μας ὑπάρχει πείνα ἀγάπης, τιμιώτατε ἀδελφέ. Καί ἡ αἰτία εἶναι προφανής˙ τό ὅτι λόγῳ πλησμονῆς τῆς ἁμαρτίας ἐκρύωσεν ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν. Διά τοῦτο ἀκριβῶς τό γράμμα σου μᾶς ἐφάνη ἀξιολογώτατον καί σοῦ ἀπαντῶμεν διά μέσου τοῦ ἰδίου ἀνδρός, τοῦ εὐλαβεστάτου συνδιακόνου ἡμῶν καί ἀδελφοῦ Σαβίνου. Δι' αὐτοῦ δέ σοῦ καθιστῶμεν γνωστήν τήν κατάστασιν ἡμῶν καί σέ παρακαλοῦμεν νά ἐπαγρυπνῇς εἰς τάς ὑπέρ ἡμῶν προσευχάς….» (Ἐπιστ. 91).

Σέ συστατική ἐπιστολή του πρός Κηνσίτορα (τιμητήν) γράφει: «Ἐπειδή δέ ὁ Θεός σέ ἐκάλεσεν εἰς ἀξίωμα πού παρουσιάζει εὐχέρειαν φιλανθρωπίας, διά τοῦ ὁποίου εἶναι δυνατόν νά ἀνακουφισθῇ ἡ πατρίς μας πού ἠρειπώθη ἐντελῶς, νομίζω ὅτι ἁρμόζει νά ὑπενθυμίσω τήν χρηστότητά σου νά καταξιώσῃς τόν ἑαυτό σου, μέ τήν ἐλπίδα τῆς ἀνταποδόσεως παρά τοῦ Θεοῦ, νά παρουσιάσῃς τοῦτον τοιοῦτον ὥστε ν' ἀξιωθῇς ἀθανάτου μνήμης, καί νά γίνῃς κληρονόμος αἰωνίας ἀναπαύσεως, μέ τό νά καταστήσῃς ἐλαφροτέρας τάς θλίψεις εἰς τούς ὑποφέροντας». (Ἐπιστ.83).

Γράφει, λοιπόν, ἐπιστολές πολλές ὁ Μ. Βασίλειος πρός συνεπισκόπους του, πρός διαφόρους κληρικούς, πρός μοναχούς, πρός καθηγητές ρητορικῆς, πρός πολιτικούς ἄρχοντες, πρός διαφόρους ἀξιωματούχους, πρός φίλους, πρός ἁπλούς συνανθρώπους του. Τυγχάνει, κατά συνέπειαν, μέγας ἐπιστολογράφος καί ἀληθὴς κοινωνιολόγος χάριτος, ἀληθείας καί ἀγάπης, ἤδη τόν 4ο αἰῶνα.

Πέμπτον. Τό τελευταῖο σημεῖο πού μᾶς δίδεται ἡ δυνατότητα νά παρουσιάσουμε ἀπό τόν μέγα Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ἀπαράμιλλη Θεία Λειτουργία του. Ὅπως γιά τά Ἱερά Εὐαγγέλια ἔχει λεχθεῖ ὅτι ἀρκεῖ ἡ Παραβολή τοῦ ἀσώτου, τό Εὐαγγέλιο τῶν Εὐαγγελίων, γιά νά ἀποκαλυφθεῖ τό νόημα τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, ἔτσι καί ἡ Θ. Λειτουργία τοῦ Μεγ. Βασιλείου ἀποτελεῖ τό ἀπόσταγμα τῆς θεοσέβειας καί τῆς θεοπτίας τῶν θείων τοῦ σοφοῦ Ἱεράρχου.«Ὅλος ἱερωμένος Θεῷ», ὁ μέγας Βασίλειος ἀληθής ἱεροφάντης, μυσταγωγός τῶν θείων Μυστηρίων, ἔσυρε προσευχόμενος τήν γραφίδα του «στίς μεμβράνες» καί πρόσφερε στήν λατρεύουσα Ἐκκλησία τήν καταπληκτική καί μεγαλόπρεπη Θεία Λειτουργία του. Πρόκειται γιά ἕνα θεολογικώτατο κείμενο πού μᾶς κάνει, εἰλικρινά, νά βιώνουμε μ' ὅλη μας τήν ὕπαρξη, ὅλες τίς δεήσεις καί τίς ὑπέροχες εὐχές κατά τήν τέλεση αὐτῆς τῆς Θείας Μυσταγωγίας.

Πώς, ὅταν ἀναγιγνώσκεις στήν Εὐχή τῆς ἀναφορᾶς: «....Ὁ ὤν, Δέσποτα, Κύριε Θεέ, Πάτερ Παντοκράτορ, προσκυνητέ, ἄξιον ὡς ἀληθῶς, καὶ δίκαιον καὶ πρέπον τῇ μεγαλοπρεπείᾳ τῆς ἁγιωσύνης σου, σὲ αἰνεῖν, σὲ ὑμνεῖν, σὲ εὐλογεῖν, σὲ προσκυνεῖν, σοὶ εὐχαριστεῖν, σὲ δοξάζειν τὸν μόνον ὄντως ὄντα Θεόν, καὶ σοὶ προσφέρειν ἐν καρδίᾳ συντετριμμένῃ, καὶ πνεύματι ταπεινώσεως τὴν λογικὴν ταύτην λατρείαν ἡμῶν˙ ὅτι σὺ εἶ ὁ χαρισάμενος ἡμῖν τὴν ἐπίγνωσιν τῆς σῆς ἀληθείας....», νά μήν βρεθεῖς σέ βαθυτάτη κατάνυξη καί περισυλλογή;

Πώς, ὅταν προφέρεις τά λόγια: «Μετὰ τούτων τῶν μακαρίων Δυνάμεων, Δέσποτα φιλάνθρωπε, καὶ ἡμεῖς οἱ ἁμαρτωλοὶ βοῶμεν καὶ λέγομεν· Ἅγιος εἶ, ὡς ἀληθῶς, καὶ πανάγιος, καὶ οὐκ ἔστι μέτρον τῇ μεγαλοπρεπείᾳ τῆς ἁγιωσύνης σου, καὶ ὅσιος ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις σου, ὅτι ἐν δικαιοσύνῃ καὶ κρίσει ἀληθινῇ πάντα ἐπήγαγες ἡμῖν...», οἱ παλμοί τῆς καρδιᾶς σου νά μήν κτυποῦν μόνον διά τόν Χριστόν πού θυσιάζεται γιά τήν σωτηρία τοῦ κόσμου; Πώς, ὅταν ψελλίζεις τά «φρικτά» λόγια: «Διὰ τοῦτο, Δέσποτα, Πανάγιε καὶ ἡμεῖς οἱ ἁμαρτωλοὶ καὶ ἀνάξιοι δοῦλοί σου, οἱ καταξιωθέντες λειτουργεῖν τῷ ἁγίῳ σου θυσιαστηρίῳ, οὐ διὰ τὰς δικαιοσύνας ἡμῶν, οὐ γὰρ ἐποιήσαμέν τι ἀγαθὸν ἐπὶ τῆς γῆς, ἀλλὰ διὰ τὰ ἐλέη σου, καὶ τοὺς οἰκτιρμούς σου, οὓς ἐξέχεας πλουσίως ἐφ' ἡμᾶς, θαρροῦντες προσεγγίζομεν τῷ ἁγίῳ σου θυσιαστηρίῳ˙ καὶ προθέντες τὰ ἀντίτυπα τοῦ ἁγίου Σώματος καὶ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ σου, σοῦ δεόμεθα, καὶ σὲ παρακαλοῦμεν, Ἅγιε, Ἁγίων, εὐδοκίᾳ τῆς σῆς ἀγαθότητος, ἐλθεῖν τὸ Πνεῦμά σου τὸ Ἅγιον ἐφ' ἡμᾶς, καὶ ἐπὶ τὰ προκείμενα Δῶρα ταῦτα, καὶ εὐλογῆσαι αὐτά, καὶ ἁγιάσαι, καὶ ἀναδεῖξαι», καί στέκεσαι πλέον «ἐνώπιος ἐνωπίῳ» καί γίνεσαι καί σύ «θυσία ζῶσα, ἁγία, ἐνάρετος τῷ Θεῷ»; Ὁποία ἔλλαμψη καί ἔκσταση καί ἱερότητα καί μυσταγωγία!

Ἀλλά καί πόσο συγκινητική εἶναι καί ἡ στιγμή ἀμέσως μετά τόν καθαγιασμό τῶν Τιμίων Δώρων, ὅταν ὁ μέγας Ἱεράρχης Βασίλειος ἔρχεται καί ἐνθυμεῖται καί μνημονεύει τίς διάφορες τάξεις τῆς στρατευομένης Ἐκκλησίας, ἐνῶ συγχρόνως στρέφει τόν νοῦ του καί στήν θριαμβεύουσα Ἐκκλησία «ἐν οὐρανοῖς»!

Εἶναι πολύ χαρακτηριστική ἡ μνημόνευση: «...Μνήσθητι Κύριε, τῶν ἐν ἐρημίαις, καί ὄρεσι καί σπηλαίοις καί ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς... Μνήσθητι, Κύριε, τοῦ περιεστῶτος λαοῦ, καὶ τῶν δι' εὐλόγους αἰτίας ἀπολειφθέντων, καὶ ἐλέησον αὐτοὺς καὶ ἡμᾶς, κατὰ τὸ πλῆθος τοῦ ἐλέους σου. Τὰ ταμεῖα αὐτῶν ἔμπλησον παντὸς ἀγαθοῦ, τὰς συζυγίας αὐτῶν ἐν εἰρήνῃ καὶ ὁμονοίᾳ διατήρησον, τὰ νήπια ἔκθρεψον, τὴν νεότητα παιδαγώγησον, τὸ γῆρας περικράτησον, τοὺς ὀλιγοψύχους παραμύθησαι, τοὺς ἐσκορπισμένους ἐπισυνάγαγε, τοὺς πεπλανημένους ἐπανάγαγε, καὶ σύναψον τῇ Ἁγίᾳ σου Καθολικῇ, καὶ Ἀποστολικῇ Ἐκκλησίᾳ. Τοὺς ὀχλουμένους ὑπὸ πνευμάτων ἀκαθάρτων ἐλευθέρωσον, τοῖς πλέουσι σύμπλευσον, τοῖς ὁδοιποροῦσι συνόδευσον, χηρῶν πρόστηθι, ὀρφανῶν ὑπεράσπισον, αἰχμαλώτους ῥῦσαι, νοσοῦντας ἴασαι. Τῶν ἐν βήμασι, καὶ μετάλλοις, καὶ ἐξορίαις, καὶ πικραῖς δουλείαις, καὶ πάσῃ θλίψει καὶ ἀνάγκῃ καὶ περιστάσει ὄντων, μνημόνευσον, ὁ Θεός, καὶ πάντων τῶν δεομένων τῆς μεγάλης σου εὐσπλαγχνίας, καὶ τῶν ἀγαπώντων ἡμᾶς καὶ τῶν μισούντων, καὶ τῶν ἐντειλαμένων ἡμῖν τοῖς ἀναξίοις εὔχεσθαι ὑπὲρ αὐτῶν. Καὶ παντὸς τοῦ Λαοῦ σου μνήσθητι, Κύριε, ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ ἐπὶ πάντας ἔκχεον τὸ πλούσιόν σου ἔλεος, πᾶσι παρέχων τὰ πρὸς σωτηρίαν αἰτήματα. Καὶ ὧν ἡμεῖς οὐκ ἐμνημονεύσαμεν, δι' ἄγνοιαν ἢ λήθην, ἢ πλῆθος ὀνομάτων, αὐτὸς μνημόνευσον, ὁ Θεός, ὁ εἰδὼς ἑκάστου τὴν ἡλικίαν, καὶ τὴν προσηγορίαν, ὁ εἰδὼς ἕκαστον ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτοῦ…». Ὁ Μέγας Βασίλειος ὅλους τούς σκέπτεται, ὅλους τούς φέρνει στό θυσιαστήριο, γιά ὅλους προσεύχεται. Αὐτός ἦταν ὁ ἄφθαστος λειτουργός τοῦ Ὑψίστου καί αὐτά μᾶς κληροδοτεῖ ὡς μέγα θησαύρισμα μέ τήν Λειτουργία του.

Γιά τόν σοφό Ἱεράρχη, ἡ Θεία Λειτουργία δέν ἦταν μία ἐξωτερική ἀπομίμηση ὡρισμένων τύπων, ἀλλά βίωση τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας, συμμετοχή στό Πάθος, στό Σταυρό, στό θάνατο καί τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Ἐνώπιον τῆς Ἁγίας Τραπέζης αἰσθανόταν τό «σταυρώσιμο Πάσχα» καί συνάμα τό «ἀναστάσιμο Πάσχα», βίωνε τόν «Βασιλέα τῆς δόξης», καὶ ὅλον τό εἶναι του ἔλαμπε ὑπό τοῦ φωτός τῆς νέας πραγματικότητος, τῆς πρόγευσης τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, στήν ὁποία ἀξιώθηκε νά καταστεῖ μέτοχος μετά τήν ὁσιακή κοίμησή του (†379) καί νά τελεῖ ἐκεῖ τήν ἄϋλο λειτουργία.

Τῷ ὄντι, δέν εἶναι ὑπερβολή. Οὐρανοφάντωρ καί τότε στήν Καππαδοκία καί τώρα στόν 21ο αἰῶνα μας, Βασίλειος, ὁ Μέγας Πατήρ τῆς Ἐκκλησίας.

ΠΗΓΗ:ΡΟΜΦΑΙΑ.GR

 / Σοφίας Πατερικής Απαύγασμα

Μέγας Βασίλειος: Η Δημιουργία του Ουρανού και της Γης έλαβε την αιτία της από το Θεό!

 Ομιλία Α’

(Απόσπασμα)

«Εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον Ουρανόν και την Γην».

Αρχή που πρέπει να τηρήσει όποιος μέλλει να εκθέσει την συγκρότηση του κόσμου, είναι να προτάξει στον λόγο του την αρχή της διακόσμησης του κόσμου. Γιατί σκοπός μας είναι να παρουσιάσουμε την Δημιουργία του Ουρανού και της Γης, που δεν πραγματοποιήθηκε αυτόματα, όπως φαντάστηκαν μερικοί, παρά έλαβε την αιτία της από το Θεό.

Ποια ακοή είναι αντάξια στο μεγαλείο όσων λέμε; Πώς έπρεπε να έχει προετοιμαστεί η ψυχή για να ανταποκριθεί στην ακρόαση τόσων μεγάλων πραγμάτων;

Να είναι καθαρή από τα πάθη της σάρκας, να μην την σκιάζουν οι φροντίδες της ζωής, να είναι φιλόπονη, ερευνητική, να εξετάζει παντού, ίσως και σχηματίσει μια έννοια αντάξια του Θεού.

Πριν όμως εξετάσομε την ακριβή σημασία των λόγων και διερευνήσουμε πόσο μεγάλα είναι όσα σημαίνουν οι μικρές τούτες λέξεις, ας σκεφτούμε ποιος είναι αυτός που συνομιλεί μαζί μας.

Γιατί, κι αν ακόμα δεν επιτύχομε το βάθος της σκέψης του συγγραφέα, εξ αιτίας της διανοητικής μας αδυναμίας, αν προσέξουμε ωστόσο στην αξιοπιστία του συνομιλητή μας θα φτάσουμε αυτόματα στην παραδοχή όσων μας λέει.

Είναι λοιπόν ο Μωυσής αυτός που μας έδωσε το θεμελιακό αυτό σύγγραμμα [εννοεί την «Γένεση»]. Ο Μωυσής, για τον οποίο έχουμε τη μαρτυρία ότι έγινε οικείος του Θεού, βρέφος ακόμα της αγκαλιάς. Που τον έκανε παιδί της η κόρη του Φαραώ, τον μεγάλωσε βασιλικά και έβαλε τους πιο σοφούς δασκάλους της Αιγύπτου να φροντίζουν τη μόρφωση του και μίσησε το μεγαλείο της βασιλείας και, επιστρέφοντας στον ταπεινό κόσμο των ομοφύλων του, προτίμησε να ταλαιπωρείται μαζί με τον λαό του Θεού, παρά να έχει μια πρόσκαιρη απόλαυση της αμαρτίας.


Είναι ο Μωυσής που είχε από την ίδια τη φύση του την αγάπη για το δίκαιο, και τον βλέπομε, πριν ακόμα του ανατεθεί η αρχηγία του λαού, να πολεμά θανάσιμα τους κακούς από φυσικό μίσος κατά της κακίας. Τον έδιωξαν έπειτα αυτόν που είχε ευεργετήσει και, παραιτώντας με χαρά την αιγυπτιακή βοή και φθάνοντας στην Αιθιοπία, μακριά από όλα τα άλλα, για σαράντα ολόκληρα χρόνια επιδόθηκε στη θεωρητική μελέτη των όντων.

Όταν ήταν ογδόντα ετών είδε το Θεό, όπως μπορεί να τον δει ο άνθρωπος ή μάλλον όπως δεν έτυχε σε κανέναν άλλο, κατά τη μαρτυρία του ίδιου του Θεού. «Αν παρουσιαστεί ανάμεσά σας προφήτης του Κυρίου θα του φανερωθώ σε όραμα και θα του μιλήσω στον ύπνο. Δεν θα κάνω όπως το δούλο μου το Μωυσή, που είναι πιστός στο σπίτι μου όλο και που θα του μιλήσω κατά πρόσωπο και όχι με υπαινιγμούς».

Μιλάει λοιπόν σε μας παίρνοντας όσα άκουσε από το Θεό, αυτός που αξιώθηκε να δει με τα μάτια του το Θεό ίδια με τους αγγέλους. Ας ακούσουμε λοιπόν λόγους της αλήθειας που διατυπώθηκαν όχι με πειστικά επιχειρήματα σοφίας ανθρώπινης αλλά σαν διδάγματα του Πνεύματος, που δεν επιζητούν τον έπαινο των ακροατών αλλά τη σωτηρία όσων θέλουν να διδαχθούν απ’ αυτούς.

 

Από το βιβλίο «Βασιλείου του Μεγάλου, Ομιλίες στην Εξαήμερο» των εκδόσεων Πολύτυπο. Μετάφραση Ιγνάτιος Σακαλής.

ΠΗΓΗ:ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ




 

Ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Πειραιῶς κ. Σεραφείμ ἀπηύθηνε τό ἀκόλουθο Μήνυμα διά τήν Πρωτοχρονιά 2021!

ΜΗΝΥΜΑ

ΕΠΙ ΤΗι ΠΡΩΤΗι ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΤΟΥΣ 2021

ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Σ Ε Ρ Α Φ Ε Ι Μ

* * * * * *

Νέον ἔτος ἦλθεν!

Ἐλπίδες καί εὐχές εἶναι τά πολύτιμα λόγια τῶν ἑορτῶν, τά στολίδια τῶν ἀνθρώπων καί τῶν ἡμερῶν. Ἐλπίδες καί εὐχές γιά πνευματική καί σωματική ὑγεία. Ἐλπίδες καί εὐχές γιά τό νέο ἔτος πού ἦλθε.

Αὐτό τό νέον ἔτος καί κάθε ἔτος, ὅλος ὁ χρόνος τῆς ζωῆς μας, ἀγαπητοί χριστιανοί, πρέπει νά γνωρίζουμε μέ βεβαιότητα ὅτι βρίσκεται στά χέρια τοῦ Θεοῦ. Ὅπως πρέπει νά γνωρίζουμε μέ βεβαιότητα, ὅτι πρός χάριν ἡμῶν τῶν ἀνθρώπων ὁ Σαρκωθείς Χριστός ἔλαβε τόν χρόνο, τόν ἀνθρώπινο χρόνο, ὅταν γεννήθηκε λαμβάνοντας Σάρκα ἀνθρώπινη καί ὡς «Παιδίον Νέον» μᾶς ἔδωσε ἕναν Νέον χρόνο. Σέ ἐμᾶς πού εἴμαστε ἔν-χρονοι, ζοῦμε καί κινούμεθα στόν χρόνο, αὐτός ὁ «Νέος χρόνος» εἶναι αὐτός τῆς σωτηρίας, ὁ χρόνος τῆς Ζωῆς, πού βιώνουμε μέσα στήν Ἐκκλησία, ἐντός τοῦ Σώματός Του. Εἶναι ὁ χρόνος μέ τόν ἴδιο τόν Χριστό καί μέσα στόν ἴδιο τόν Χριστό. Γι’ αὐτό λοιπόν ἑορτάζουμε, ἐλπίζουμε καί εὐχόμεθα! Διότι ὁ «Θεός ἐφανερώθη εν σαρκί» καί μᾶς ἔδωσε τήν πάντοτε ζῶσα ἐλπίδα τῆς σωτηρίας, τήν πάντοτε ζῶσα ἑορτή «ἡ διά τῆς ἐκ Παρθένου γεννήσεως ἀναδειχθεῖσα τῷ κόσμῳ, οὐχ ἁπλῶς ἐστίν ἁγία πανήγυρις, ἀλλά ἁγία ἁγίων, καί πανήγυρις πανηγύρεων.» (Ἁγ. Γρηγόριος Νύσσης)

Εἶναι ἡ συνεχής γιορτή γιά τήν Ἐκκλησία, διότι ὁ Κύριος εἶναι ἡ Ἀρχή καί τό Τέλος, ἡ ἀρχή καί τό τέλος τῆς δημιουργίας καί τοῦ χρόνου, δηλαδή εἶναι τό ἴδιο Πρόσωπο πού ἦρθε καί Αὐτός πού θά

ἔρθει. Καθημερινά στόν λειτουργικό χρόνο βλέπουμε αὐτή τή γιορτή, ὅπως στόν Ἑσπερινό, καθώς δύει ὁ ἥλιος ὑμνοῦμε καί εὐχαριστοῦμε τόν Θεό διηγούμενοι τά μεγαλεῖα τῆς δημιουργίας Του, τή δημιουργία ἐκ τοῦ μηδενός τοῦ κόσμου καί τοῦ ἀνθρώπου, τήν ἀρχή τοῦ κόσμου καί τήν ἀρχή τοῦ χρόνου. Καί τήν ἴδια ὥρα καθώς εὐχαριστοῦμε γιά τόν χρόνο πού πέρασε, γιά τή δύση τοῦ ἥλιου, δοξολογοῦμε καί τόν Θεό διότι δεχόμαστε τήν ἀνατολή τῆς νέας ἡμέρας καί γιορτάζουμε τήν ἔναρξή της. Πόσο ὄμορφα νοηματοδοτεῖ τόν χρόνο τό τροπάριο τοῦ Ἑσπερινοῦ: «Φῶς ἱλαρόν ἅγιας δόξης, ἀθανάτου Πατρός, οὐρανίου, ἁγίου, μάκαρος, Ἰησοῦ Χριστέ. Ἐλθόντες ἐπί τήν ἡλίου δύσιν, ἰδόντες φῶς ἑσπερινόν, ὑμνοῦμεν Πατέρα, Υἱόν καί Ἅγιον Πνεῦμα Θεόν…». Ὡς ἄνθρωποι βιώνουμε τήν ἁπλή ὡρολογιακή δύση τῆς ἡμέρας, τόν χρόνο πού ρέει, καί μαζί ὡς Ἐκκλησία, ταυτόχρονα, προσδοκοῦμε τήν παρουσία τοῦ ἱλαροῦ φωτός τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στή ζωή μας. Στήν ἀπώλεια τοῦ χρόνου καί τῆς ἡμέρας, ἡ Ἐκκλησία μᾶς παρηγορεῖ μέ τή βεβαιότητα τῆς παρουσίας τοῦ Φωτός τῆς Ἁγίας Τριάδος.

Διότι ὅλη ἡ ἐλπίδα τῆς ἀνθρωπότητος, ἀγαπητοί μου, βρίσκεται στό μεγάλο γεγονός, τό γεγονός τῆς Ἐνσαρκώσεως. Ἐκεῖ γίνεται ὁ χρόνος ἐλπίδα, γιατί ὁ Χριστός εἶναι ἡ μοναδική ἐλπίδα τοῦ κόσμου, ἐλπίδα πού βεβαίως δέν ἐπιβάλλεται, δέν εἶναι ἀναγκαστική ἐλπίδα. Εἶναι ἐλπίδα ἐλευθερίας. Διότι ὁ Κύριός μας δίνει τόν χρόνο μας καί μᾶς ἀφήνει στόν χρόνο μας, δηλαδή τή ζωή μας, γιά νά ἀποφασίσουμε ἄν θά πᾶμε μαζί Του.

Ἄν θά προσφέρουμε τόν χρόνο μας σέ Ἐκεῖνον, ὅπως μᾶς προσεφέρθη ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Ὁ Χριστός ἦρθε τόσο ταπεινά καί ἀνεπίβουλα. «Ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο» ἐλεύθερα, καί εἶναι καί παραμένει στούς αἰῶνες ἡ μόνη ἐλπίδα τοῦ κόσμου τούτου, πού εἶναι «ἐλεύθερη ἐλπίδα». Δέν ἀναγκάζει ὁ Χριστός τόν ἄνθρωπο νά ἐλπίζει σέ Αὐτόν καί ταυτόχρονα εἶναι ἡ μόνη του ἐλπίδα! Δέν ἐκβιάζει τόν ἄνθρωπο νά ἀγαπᾷ καί ταυτόχρονα μόνο ὁ Χριστός ἀγαπᾷ ἀληθινά γιατί εἶναι ἡ Ἀγάπη! Δέν ἀπαιτεῖ τόν χρόνο τοῦ ἀνθρώπου καί ταυτόχρονα εἶναι τό μόνο σωτήριο τέλος τοῦ χρόνου, τοῦ ἀνθρώπου!

Ἐντός λοιπόν τοῦ δικοῦ μας χρόνου αὐτή ἡ ἐλευθερία καί ἡ ἀγάπη ὑποστασιάζεται καί βιώνεται στήν Ἐκκλησία, ἀπαντᾷ στά προβλήματα μέ τή χαρά τῆς ἀγαπητικῆς κοινωνία μεταξύ ὅλων τῶν ἀδελφῶν τοῦ Χριστοῦ, τῶν ζώντων καί τεθνεώτων στόν κοινό μας χρόνο στό κοινό Ποτήριο.

Τί εἶναι αὐτό πού μπορεῖ συνεχῶς μέσα στόν χρόνο καί τήν ἱστορία νά νοηματοδοτεῖ τόν ἴδιο τόν ἄνθρωπο καί τόν πολιτισμό του, πολιτισμό ἀσθενῆ καί πολιτισμό ἀσθενειῶν;

Ἡ ἀπάντηση εἶναι: τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ.

Πῶς μπορεῖ νά ἀνατραπεῖ ἡ μονοδιάστατη κυριαρχία πολιτικῆς καί οἰκονομίας, ὑλικῆς ἀνάπτυξης καί ζωϊκῆς εὐημερίας, μία κουλτούρα τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου στερημένη πνευματικότητας καί ἐσχατολογικότητας καί νά ἀποκτήσει νέα προοπτική;

Ἡ ἀπάντηση εἶναι: μέ τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ.

Μέ τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ νικήθηκε ὁ θάνατος καί ἀνακτήθηκε ἡ ζωή, καί ἔτσι, ἀπό τό Σῶμα καί τό Αἷμα Του, ὅλα στόν κόσμο καί τόν χρόνο μᾶς νοηματοδοτοῦνται καί ζωοποιοῦνται.

Τό Σῶμα καί τό Αἷμα Του θεμελιώνει καί δυναμώνει τήν πίστη, συγκροτεῖ τήν Ἐκκλησία, ἁγιάζει τόν ἄνθρωπο, συνέχει τόν κόσμο. Ἡ στάση μας λοιπόν ἀπέναντι στά παράδοξα καί ἀνίερα τοῦ κόσμου τούτου, στόν ἀόριστο ἀνθρωπισμό τοῦ πολιτισμοῦ μας, στόν ἀνθρωπισμό πού ἀντιστρατεύεται τήν Θεανθρωπινό-τητα καί τήν Ἁγιότητα, εἶναι τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Θεανθρώπου.

Ὁ πολιτισμός ἐντός τοῦ ὁποίου ζοῦμε καί μᾶς ἐπιβάλλεται νά ζοῦμε, ἀποδέχεται καί συμβιβάζεται μόνον μέ τόν Ἄνθρωπο καί ὄχι μέ τόν Θεάνθρωπο. Ἀδυνατεῖ νά καταλάβει καί δέν ἀποδέχεται, ὅτι ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο αὐτό ἀκριβῶς ἔρχεται νά ἐπιβεβαιώσει: ὁ Χριστός σαρκωθείς ἐν χρόνῳ ἀποκαλύπτει, τήν πραγματικότητα τοῦ «εὖ εἶναι» καί «ἀεί εἶναι», τήν Ἁγιότητα, τό κατά Θεόν νόημα καί τόν κατά Θεόν σκοπό τῶν πάντων, ἀνοίγει διάπλατα τήν αἰωνιότητα, προσκαλεῖ τόν κόσμο καί τόν ἄνθρωπο.

Ὅσο ὁ μεγάλος πειρασμός τῶν νεώτερων χρόνων εἶναι ἡ γοητεία τοῦ νέου ἤ τῆς ἀνανεώσεως τῶν ἐφευρέσεων καί τῶν ἀνακαλύψεων, τῶν ἀλλαγῶν καί τῶν μεταρρυθμίσεων, τῶν ἀνακατατάξεων καί τῶν ἀναδιοργανώσεων, πού διά τῆς Ἐπιστήμης καί μάλιστα τῆς Τεχνολογίας γίνονται «καθημερινός ἄρτος» τῶν ἀνθρώπων, τίποτα δέν θά ἁγιάζεται καί ὅλα θά πεθαίνουν ἄν δέν ζωοποιοῦνται ἀπό τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Ἐξαιτίας τοῦ θάμβους ἤ τῆς φαντασμαγορίας αὐτοῦ τοῦ πολιτισμοῦ οἱ ἄνθρωποι ἐξακολουθοῦν νά ἀρνοῦνται τόν χῶρο καί τόν χρόνο τοῦ Θεοῦ, τόν κόσμο τῆς Δημιουργίας, τόν κόσμο τῆς Ἁγιότητας. Τό μυστήριο, πού ὑπάρχει παντοῦ, ἀντικαταστάθηκε ἀπό τήν ἐπιφάνεια μέ τά νεκρά ζητήματα καί τά θνητά πράγματα, ζητοῦμε νέα, ἐντυπωσιακά ἤ καταπληκτικά φαινόμενα, νέες ἤ μοντέρνες ἐπαναστατικές ἰδέες, μέ τίς ὁποῖες ἐνδύουμε ἤ ἀλλάζουμε ἤ ἀντικαθιστοῦμε τά πράγματα. Εἶναι ὁ πειρασμός τοῦ ἄνθρωπου πού δυστυχῶς ἐκδηλώνεται μέ τήν παρά φύσιν κίνησή του: ἀποστρέφεται τήν Ἐνσάρκωση καί τό μυστήριο τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ.

Ὅταν ἀντιληφθοῦμε μέ πίστη, μέ καθαρή διάνοια καί καρδία, ὅτι στό τέλος τοῦ χρόνου δέν παραμονεύει τό χάος, δέν ἐξουσιάζει ὁ θάνατος, ἀλλά καρτερεῖ ὁ Κύριος, τότε τά πάντα μεταμορφώνονται.

Καί τά πράγματα καί οἱ ἰδέες καί ὁ κόσμος καί ὁ χρόνος ὅλος. Καί εἶναι πολύ σπουδαῖο τό γεγονός, ὅτι ἐντός τῆς Ἐκκλησίας διά τῆς Θείας Χάριτος ὁ ἄνθρωπος γεύεται τήν πεῖρα τῆς αἰωνιότητος. Καταλαβαίνει ὅτι εὑρισκόμενος σέ σχέση μέ τόν Θεό καί εὐλογώντας τόν Θεό ἐπεκτείνεται εἰς τούς αἰῶνες, γίνεται ἄπειρος καί αὐτός.

Ἡ Ἐκκλησία βλέπει τήν πορεία της μέσα στόν χρόνο ἀκριβῶς ὡς συνοδοιπορία μέ τόν Χριστό ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Καί ταυτόχρονα ὡς πορεία πού δέν θά καταλήξει στό μηδέν, ἐντός τοῦ ἄγνωστου σκληροῦ θανάτου ἀλλά στή συνάντηση τῆς αἰωνίου Ἀγάπης καί τοῦ ἀνέσπερου Φωτός, στή συνάντηση μέ τό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ, τήν ἀπαρχή τῆς αἰωνίου Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Προγεύεται ὁ ἄνθρωπος τήν αἰωνιότητα, τή μεγάλη συνάντηση, ὅταν βρίσκεται γύρω ἀπό τήν κοινή Τράπεζα στήν ὁποία πραγματώνεται τό Μυστήριο τῆς μεταβολῆς τοῦ ἄρτου καί οἴνου σέ Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ.

Ἡ πίστη καί ὁ πόθος, ἡ ἀναζήτηση καί ἡ λαχτάρα τοῦ χρόνου τῆς ὄντως Ζωῆς, τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ φανερώνονται στό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Αὐτή εἶναι ἡ προϋπόθεση τῆς ἀλήθειας στή ζωή μας. Αὐτή εἶναι ἡ προϋπόθεση τοῦ νοήματος τῆς ὕπαρξής μας. Αὐτή εἶναι ἡ προϋπόθεση τῆς ζωντάνιας τοῦ χρόνου μας, παλαιοῦ καί νέου. Εἶναι ὅμως καί μία προσδοκώμενη ἤ μᾶλλον μία ὀφειλόμενη ἀπάντηση σέ κάθε κρίση, σέ κάθε πραγματικό ἀδιέξοδο τῶν πραγμάτων καί τῆς ζωῆς, μία προσέγγιση τῶν προβλημάτων καί τῶν ἀποριῶν.

Προσεγγίζουμε τό νόημα τῆς ὕπαρξης καί τῆς ζωῆς ἐντός τῶν συνθηκῶν καί τῶν σχέσεων, τῶν γεγονότων καί τῶν περιστάσεων τοῦ βίου. Καί τότε, ἀγαπητοί μου, ὀφείλουμε, διδασκόμενοι ἀπό τά συμβαίνοντα καί τίς καθημερινές διαπιστώσεις, νά ἀναρωτηθοῦμε καί νά ἐρωτήσουμε: Ποιά εἶναι τά σημαντικά, πού ἀντέχουν στή διάρκεια τῆς ζωῆς μας καί τό Νέο ἔτος, τί θά κρατήσουμε ὡς κύριο καί καίριο;

Καί ἡ ἀπάντηση εἶναι: τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ.

Καί εἶναι λίγοι αὐτοί, πού ἀναζητοῦν καί ποθοῦν τίς καινές δωρεές τοῦ Θεανθρώπου. Διότι ὅταν ἀρνούμαστε τό Μυστήριο, ἀρνούμαστε τό κρυμμένο νόημα τῶν πραγμάτων ὅλης τῆς ζωῆς καί τῆς ἱστορίας.

Ὅπως μᾶς λένε οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἡ κλήση μας εἶναι νά ζήσουμε τό Μυστήριο, τό Μυστήριο τῆς Ζωῆς, γιά νά τό γνωρίσουμε, νά τό προσκυνήσουμε, γιά νά μᾶς δοθεῖ ἡ ἀνεξάντλητη Ἁγιότητα τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ.

Ἔτσι θά νικήσουμε κάθε θάνατο καί τήν πανδημία πού μᾶς πληγώνει.

Χρόνια Πολλά καί εἰρηνικός ὁ νέος ἐνιαυτός τῆς χρηστότητος τοῦ Κυρίου 2021 καθώς συμπληρώνονται 200 χρόνια ἀπό τήν Ἐθνεγερσία μας καί τήν θυσίαν τῶν Πατέρων μας, πού μᾶς χάρισαν ἐλεύθερη Πατρίδα!

Εὐλογημένον, ὑγιεινόν καί εἰρηνικόν τό νέον ἔτος!

+ ὁ Πειραιῶς ΣΕΡΑΦΕΙΜ




Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2020

 

Κάλαντα Πρωτοχρονιάς ( Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά )


Πατήστε στον παρακάτω σύνδεσμο:

https://youtu.be/6p6ykOwlRDU


Πατήστε στον παρακάτω σύνδεσμο:

https://youtu.be/02SH9EhQnTk


 

Κάλαντα Πρωτοχρονιάς Κρήτης Μουσικό Σχολείο Χανίων.


Πατήστε στον παρακάτω σύνδεσμο:

https://youtu.be/nXCwbktvT5A

 

Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα από τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Δήμου Πειραιά.


 

Χρόνος και Αιωνιότητα!


 1η Ιανουαρίου. Πρωτομηνιά – Πρωτοχρονιά. Πρώτη ημέρα του νέου πολιτικού έτους. Η αγία μας Εκκλησία, κατά την ημέρα αυτή, εορτάζει τρία σπουδαία και σημαντικά γεγονότα. α) Την Περιτομή του Ιησού Χριστού, δηλ. το γεγονός που λαμβάνει χώρα 8 ημέρες μετά τον εορτασμό της θείας Του ενανθρώπησης. Πρόκειται για έθιμο, για τελετή που έκαναν οι Ιουδαίοι σε όλα τα νεογέννητα αγόρια τους οκτώ μέρες μετά τη γέννησή τους. β) Τη μνήμη του Μεγάλου Πατέρα της Εκκλησίας Βασιλείου αρχιεπισκόπου Καισαρείας της Καππαδοκίας του ουρανοφάντορος και γ) την αρχή του νέου πολιτικού έτους, την αρχή μιας νέας χρονικής περιόδου.

 Ο χρόνος και η μέτρηση του, υπάρχει για τους ανθρώπους όσο ζουν εδώ στη γη, διότι μετά το θάνατό τους δεν θα υπάρχει χρόνος αλλά μόνο αιωνιότητα κοντά στο Θεό για τους δικαίους και αιωνιότητα του πυρός της κολάσεως για τους αμετανόητους και αμαρτωλούς. Έτσι λοιπόν χρόνος, ονομάζεται το διάστημα για τους ανθρώπους που μεσολαβεί από το ένα γεγονός μέχρι το άλλο.

 Ο χρόνος στη ζωή κάθε χριστιανού είναι πολύτιμος και έχει κάποιο σκοπό. Δεν πρέπει να δαπανάται μάταια, αλλά να χρησιμοποιείται σωστά όπως διδάσκει ο απόστολος Παύλος στην προς Εφεσίους επιστολή του: «εξαγοραζόμενοι τον καιρόν, ότι αι ημέραι πονηραί εισι» (Εφ. 5,16).

 Η παρούσα ζωή δεν είναι η πραγματική και μόνιμη, αλλά ο προθάλαμος της ζωής που πρόκειται να ζήσει ο άνθρωπος στην ουράνια βασιλεία του Θεού. Η σημερινή μορφή αυτού εδώ του κόσμου δεν θα διαρκέσει πολύ, όπως αναφέρει ο απόστολος Παύλος: «τούτο δε φημι, αδελφοί, ο καιρός συνεσταλμένος το λοιπόν εστιν, ίνα και οι έχοντες γυναίκας ως μη έχοντες ώσι, και οι κλαίοντες ως μη κλαίοντες, και οι χαίροντες ως μη χαίροντες, και οι αγοράζοντες ως μη κατέχοντες, και οι χρώμενοι τω κόσμω τούτω ως μη καταχρώμενοι· παράγει γαρ το σχήμα του κόσμου τούτου» (Α’ Κορ. 7,29-31). Είναι δηλ. η παρούσα ζωή σαν τον ατμό που φαίνεται για λίγο και ύστερα εξαφανίζεται, σύμφωνα με την επιστολή του Ιακώβου: «ατμίς γαρ έσται η προς ολίγον φαινομένη, έπειτα δε και αφανιζομένη· ατμίς γαρ έσται η προς ολίγον φαινομένη, έπειτα δε και αφανιζομένη» (Ιακ. 4,13-15).

 Η καλή η η κακή χρήση του χρόνου στην παρούσα ζωή καθορίζει την πορεία του ανθρώπου για την αιώνια ζωή. Η σπουδαιότητα και η σημασία της αιωνιότητας για τους ανθρώπους, παρέχεται από μια πραγματική και θαυμάσια ερμηνεία και διδασκαλία ενός αγίου της ρωσικής Εκκλησίας, του άγιου Τύχωνος του Ζαντόνσκ, ο οποίος πέρασε ολόκληρη τη ζωή του δουλεύοντας σκληρά, κάνοντας ένα μεγάλο και δύσκολο πνευματικό αγώνα προετοιμάζοντας την ψυχή του για την αιωνιότητα και αναφέρει τα εξής:

«Τίποτα δεν παρακινεί τον αμαρτωλό σε μετάνοια όσο η αιωνιότητα και τίποτα δεν είναι τόσο ωφέλιμο και εποικοδομητικό στο Χριστιανό όσο η σκέψη γύρω από αυτήν.

Η σκέψη της αιωνιότητας συγκρατεί την αμαρτία, κατασιγάζει τα πάθη, απομακρύνει από την κοσμική ματαιότητα, περιφρουρεί την καρδιά, γεννά δάκρυα μετανοίας, οδηγεί στην προσευχή και δημιουργεί βαθείς καρδιακούς στεναγμούς.

Η σκέψη της αιωνιότητας είναι δυνατόν να διορθώσει και τον πιο άσωτο.

Η σκέψη της αιωνιότητας δυνάμωσε τους αγίους μάρτυρες να υπομείνουν τα φρικτότερα βασανιστήρια, παρά να υποταχθούν στη θέληση των ασεβών βασιλέων και να αρνηθούν το Χριστό.

Η σκέψη της αιωνιότητας έκανε, ώστε οι πειρατές, οι ληστές, οι εγκληματίες, οι ανήθικοι και τόσοι άλλοι μεγάλοι αμαρτωλοί να γίνουν και εκλεκτοί του Θεού.

Δόξα στη φιλανθρωπία του Θεού! Σε όλους και στους μεγαλύτερους αμαρτωλούς ανοίγει τη θύρα της ευσπλαχνίας του ο Θεός».

Για το μεγάλο θέμα της αιωνιότητας και φυσικά για τον ερχομό της ουράνιας βασιλείας του, απαντά σε ερώτηση των μαθητών του ο Ιησούς, λέγοντας: «ουχ υμών εστι γνώναι χρόνους η καιρούς ους ο πατήρ έθετο εν τη ιδία εξουσία» (Πραξ. 1,7). Ενώ ο απόστολος Παύλος για το ίδιο θέμα στην πρώτη προς Θεσσαλονικείς επιστολή του αναφέρει: «Περί δε των χρόνων και των καιρών, αδελφοί, ου χρείαν έχετε υμίν γράφεσθαι· αυτοί γαρ ακριβώς οίδατε ότι η ημέρα Κυρίου ως κλέπτης εν νυκτί ούτως έρχεται» (Α’ Θεσ. 5,1-2).

Απροειδοποίητα όπως έρχεται ο θάνατος στον κάθε άνθρωπο, απροειδοποίητα και η μεγάλη ημέρα του Κυρίου θα έρθει για να οδηγήσει όλους τους ανθρώπους στην αιωνιότητα. Ο απόστολος Πέτρος στην πρώτη καθολική επιστολή του μας διδάσκει: «Διο αναζωσάμενοι τας οσφύας της διανοίας υμών, νήφοντες, τελείως ελπίσατε επί την φερομένην υμίν χάριν εν αποκαλύψει Ιησού Χριστού, ως τέκνα υπακοής μη συσχηματιζόμενοι ταις πρότερον εν τη αγνοία υμών επιθυμίαις, αλλά κατά τον καλέσαντα υμάς άγιον και αυτοί άγιοι εν πάση αναστροφή γενήθητε, διότι γέγραπται· άγιοι γίνεσθε, ότι εγώ άγιός ειμι. και ει πατέρα επικαλείσθε τον απροσωπολήπτως κρίνοντα κατά το εκάστου έργον, εν φόβω τον της παροικίας υμών χρόνον αναστράφητε» (Α’ Πετ. 1,13-17).

Γι  αυτό λοιπόν κάθε νέο έτος προστίθεται ως ευλογία του Θεού στο μήκος του ανθρώπινου βίου. Παρατείνεται η ζωή του ανθρώπου και του παρέχονται νέες ευκαιρίες για να μορφωθεί κατά Χριστόν και να προετοιμαστεί για να γίνει πολίτης της ουράνιας βασιλείας του Θεού.

ΠΗΓΗ:ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ

 

Επισκίασις της Θείας Χάριτος.

 xatzh

Πόσον αλλάζει ο άνθρωπος όταν τον επισκιάσει η Θεία Χάρις! 

Αυτή η Θεία Χάρις έκανε τους μάρτυρες όχι μόνον

 να μην αισθάνονται τους πόνους του μαρτυρίου τους,

 αλλά και να χαίρονται που μαρτυρούν για τον Χριστό.

 

Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης

Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιώς ενημερώνει: «ΟΥΦΟΛΟΓΙΑ». ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΟΣΗΡΟΥ ΚΑΙ ΑΠΑΤΗΛΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ

  Μητροπολίτης Πειραιώς: «ΟΥΦΟΛΟΓΙΑ». ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΟΣΗΡΟΥ ΚΑΙ ΑΠΑΤΗΛΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ.