Κυριακή 26 Μαΐου 2024

 

Θαύματα γεγονότα και ο βίος του – ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΡΩΣΟΣ.


Το ιερό λείψανο του  μεταφέρθηκε στο Νέο Προκόπι της Ευβοίας τον Οκτώβριο του 1924, από τους Πρόσφυγες, . Εκεί εγκαταστάθηκαν οι Έλληνες που ήλθαν από το Προκόπι της Μικράς Ασίας.

Το 1930 άρχισε να κτίζεται εκεί ο περικαλλής ναός, προς τιμήν του Αγίου, ο οποίος ολοκληρώθηκε μετά από πολλούς κόπους των πιστών το 1951. Τότε μεταφέρθηκε ο Άγιος στο νέο Ναό, όπου και εκεί βρίσκεται μέχρι σήμερα. Είναι ένα από τα μεγάλα προσκυνήματα της πατρίδος μας. Οι πιστοί καταφθάνουν από όλα τα μέρη του κόσμου, προσκυνούν τον Άγιο , επικαλούνται την βοήθεια του και τον ευχαριστούν για τα τόσα θαύματα που επιτελεί.

Κατά την διάρκεια της ζωής του.
Κάποια περίοδο πού ο αγάς – σαν ευσεβής Μουσουλμάνος – είχε φύγει σε ιερή αποδημία – προσκύνημα στη Μέκκα, ή γυναίκα του θέλησε νά καλέ­σει σε φαγητό φίλους και γνωστούς γιά νά ευχηθούν γιά τόν ασφαλή γυρισμό και τήν καλή υγεία του αγά της. Καθώς έφερνε ή κυρία στους συνδαιτυμόνες τό γνωστό φαγητό τής Ανατολής, τό πιλάφι, στράφηκε προς τόν Ιωάννη και του είπε: «Πόση χαρά θα ένιωθε, Γιοβάν, σήμερα ο αφέντης σου, αν γευό­ταν από αυτό τό αγαπημένο του φα­γητό». Ό Ιωάννης με απλότητα ζήτησε ένα πιάτο με πιλάφι. Και με τη δύνα­μη τής αδιάκριτου πίστεως και θερμής προσευχής του τό πιάτο θαυματουρ­γικά απεστάλη στο αφεντικό του! Οι παριστάμενοι δεν πίστεψαν. Γέλασαν… Όταν όμως μετά από καιρό επέστρε­ψε ο αγάς και έφερε πίσω τό πιάτο ά­δειο με τό οικόσημο τής μωαμεθανικής του οικογενείας, τότε πείστηκαν όλοι γιά τη δύναμη τής πίστεως του άκα­κου και φιλάγαθου και φιλάνθρωπου αυτού δούλου.

Ύστερα και από τό γεγονός αυτό, τό ζεύγος των κυρίων πίεζε περισσότερο τόν Ιωάννη νά μην κατοικεί πια στον ανθυγιεινό στάβλο και του παραχώρη­σαν δωμάτιο γιά νά ζει με αξιοπρέπεια. Αυτός όμως και πάλι – όπως και τήν πρώτη φορά – ευγενικά και σταθερά αρνήθηκε. Προτίμησε νά ζει ως ταπει­νός δούλος Ιησού Χριστού στο «ησυ­χαστήριο» πού τόσα χρόνια είχε αγα­πήσει μένοντας πιστός στα θελήματα του αγά του και στη διακονία και τις περιποιήσεις των άκακων και άλογων ζώων.

Έφθασε κάποτε και ή ώρα πού ο άγιος Ιωάννης ο Ρώσος επρό­κειτο νά εγκαταλείψει τα εγκόσμια και νά αναχωρήσει γιά τόν ουρανό. Ό  μας αρρώστησε. Παρέμενε ξα­πλωμένος με υπομονή στον ταπεινό αχυρώνα του στάβλου ευγνωμονώντας τόν Θεό γιά όλα τα δώρα πού του είχε χαρίσει. Κάποια στιγμή αισθάνθηκε ότι πλησιάζει τό τέλος του και ζήτησε με ισχυρό πόθο νά κοινωνήσει τα Άχραντα Μυστήρια. Και επειδή υπήρχε τήν περί­οδο εκείνη ατμόσφαιρα μίσους από φα­νατισμένους Τούρκους ο διακριτικός και ευλαβής ιερέας π. Θεόδωρος Παπαδό­πουλος έφερε τη θεία Κοινωνία με άκρα ευλάβεια μυστικά μέσα σε ένα μήλο. Με ιερή συγκίνηση ο όσιος και ομολογητής του Χριστού Ιωάννης κοινώνησε γιά τελευταία φορά. Και ειρηνικά παρέδω­σε τήν αγνισμένη και φωτισμένη ψυχή του στον αγαπημένο του Κύριο Ιησού Χριστό. Ήταν 27 Μαΐου του έτους 1730. Ή είδηση διαδόθηκε αστραπιαία σε ό­λο τό Προκόπιο. Μεγάλο πένθος απλώ­θηκε σε όλη τήν περιοχή τής Καππα­δοκίας. Ό Όμέρ αγάς τόν τίμησε και τόν έκλαψε.

Στη συνείδηση όλων, Χριστιανών και Οθωμανών, ο δούλος του Θεού Ιωάννης ήταν ένας άγιος. Είχαν περάσει τριάμισι μόλις χρόνια από τήν κοίμηση του Αγίου. Οι Προκοπιείς έβλεπαν κάθε νύχτα «φώς λάμπον άγιον τω του οσίου μνήματι». Έτσι με θαυμαστή υπόδειξη του Αγίου τό Νοέμβριο του 1733 έγινε ή ανακομιδή των ιερών Λειψάνων του. Έκθαμβοι οι πιστοί Χριστιανοί αντίκρισαν τό ιερό Λείψανο του νέου αυτού ασκητού και όμολογητού «ακέραιο καί εύωδιάζον». Με ιερό δέος τό έναπέθεσαν κάτω από τήν Αγία Τράπεζα του Αγίου Γεωργίου (του ναού πού τόσο είχε αγαπήσει ο Άγιος).

Μετά την οσιακή κοίμησή του.

Εκατό χρόνια μετά, τό 1832, ο στρατός του Όγλού Οσμάν πορευόμενος σε πο­λεμική αποστολή λεηλάτησε τό Προκό­πιο. Βεβήλωσε και λήστεψε τόν ιερό ναό. Παρέδωσε τό ιερό Λείψανο του άγιου Ιωάννου στις φλόγες. Άλλά ο Άγιος πα­ρουσιάστηκε σε όραμα και φοβέρισε τούς ασεβείς Οθωμανούς. Έντρομοι οι στρατιώτες εγκατέλειψαν αμέσως εκεί ό,τι είχαν κλέψει και έφυγαν διακηρύσσον­τας τό μεγάλο θαύμα. Τό σκήνωμα του Άγιου παρέμενε άθικτο, όμως έμαύρισε επιφανειακά. Τό 1862 με επέμβαση θαυματουργική του Άγιου γλύτωσαν από τό σεισμό είκοσι παιδάκια του ελληνικού σχολείου.

Ή φήμη του οσίου Ιωάν­νου ως θαυματουργού είχε απλωθεί πλέον σ’ ό­λη τη Μ. Ασία. Πάμπολ­λες είναι οι μαρτυρίες γιά τα  του. Πλήθη λαού τόν επισκέπτονται και ζητούν θεία προστα­σία και βοήθεια. Τόν ο­νομάζουν «θεραπευτή Ά­γιο». Οι Τούρκοι τόν α­ποκαλούν «κουλέ Γιουβάν», αιχμάλωτο Ιωάννη. Με πίστη και αυτοί λαμβάνουν «τό σιφά σουγιού», τό νερό του αγιάσματος του. Με αυτό θεραπεύονται, ραντίζουν τα χωράφια, σταματούν οι επιδημίες. Μία δοξολογία εξέρχεται από τα χείλη όλων. Ή λάρνα­κα του Οσίου «ίατρείον δέδεικται πάσης ασθενείας». Έκθαμβος ο υμνογράφος τής Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας α­είμνηστος π. Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης θα γράψει: «Ίδόντες σου τήν βιοτήν καί τήν πτωχείαν τήν πολλήν οί Άγαρηνοί, Ιωάννη, σφόδρα ηύλαβήθησαν η­θών σου τήν σεμνότητα». Και σε δόξα­σαν. Και με μεγάλη φωνή διέδιδαν ότι είσαι φίλος και οικείος του Θεού!

Διηγήσεις του Πατρός Ιωάννου Βερνέζου, Προϊσταμένου Ιερέως στον Όσιο Ιωάννη το Ρώσσο, στο Νέο Προκόπι της Εύβοιας

1)Αλλαγή των αμφίων.

“…Ο Άγιος ζητάει μόνος του να του αλλάξουμε τα άμφια.Τότε μπορούμε να ανοίξουμε και την λάρνακα.Η η λάρνακα δεν ανοίγει όποτε εμείς θελήσουμε, αλλά όταν θέλει ο Άγιος.

Πως ειδοποιεί γιά την αλλαγή των αμφίων του; Νά, έρχεται π.χ. σε μιά καλή ψυχή και λέει στον ύπνο (σέ διάφορα μέρη, στην Ν. Υόρκη, στην Αυστραλία, στην Θεσσαλονίκη), έλα να με χαιρετήσης, είμαι ο Ιωάννης από την Ρωσία’ έλα στην εκκλησία μου και να πης στον Ιερέα ήρθε ο καιρός να μου αλλάξουν τους χιτώνες. Έτσι έγινε το 1937, το 1955, το 1977 που έγινα αποδέκτης εγώ. Επήρα εγώ τίς πληροφορίες από πιστούς.

Το 2005 ξαναζήτησε ο Όσιος να γίνη αλλαγή αμφίων μετά 28 χρόνια που πέρασαν από το 1977.

Ο κ. Στυλιανός ξέρει ότι εδώ μαζί ξεκινήσαμε στον αγώνα. Μού είπε λευκανθήκαμε. Ο αγαπητός Στυλιανός ειναι πολλά χρόνια στον αγώνα, και να προσεύχεσθε γι’ αυτόν. Εγώ είμαι εδώ 43 χρόνια κληρικός και τρία χρόνια πρίν ως λαίκός, συνολικά 46 χρόνια και έχουμε δεί χιλιάδες και εκατομμύρια πιστούς να περνουν μπροστά από τον Άγιο Ιωάννη.

Τί έχουμε να μαρτυρήσουμε; Τί είδαμε στις αλλαγές; Το συγκλονιστικό είπαμε είναι ότι είδοποιεί ο ίδιος! Ετσι σε μιά κοπέλα είπε:

Να ‘ρθής να δής το μαξιλάρι μου που θα είναι γεμάτο δάκρυα. Κλαίμε για σας τους νέους. Προσευχόμαστε ιδιαίτερα γιά σας στο Θεό να σας στηρίξη.

Όταν το 1977 ανοίξαμε και είδαμε το μαξιλάρι όλο καθαρό ήταν, όμως εδώ δίπλα στούς οφθαλμούς ήταν βρεγμένο με μιά μεγάλη κηλίδα από δάκρυα.

Είδαμε όλη την κεφαλή του Αγίου να κινείται, και ο Σεβασμιώτατος και οι ιερείς.
Συγκλονιστικό! Παίρνουμε την λάρνακα και ερχόμαστε σε δύο τραπέζια και βάζουμε τον Άγιο. Αυτό που σεβάστηκε ο ίδιος ο Θεός, ετίμησε και εχαρίτωσε και εδόξασε, που χάρισε το δώρο της αφθαρσίας ως την Β΄ Παρουσία…”

2) “Θεραπεία ασθενούς που έπασχε από “μυελογενή λευχαιμία.

…Μιά οικογένεια στην Αθήνα δέχτηκε ένα μεγάλο πλήγμα, το παιδί τους ο Βασιλάκης, Ε’ Δημοτικού, ξαφνικά έχασε το κέφι του, κλείστηκε στο σπίτι, άρχισαν εξετάσεις και διαπιστώθηκε «μυελογενής λευχαιμία», μετά από παρακέντηση που έγινε στην σπονδυλική στήλη. Αρχισαν οι χημειοθεραπείες, πέφτουν τα μαλλιά του παιδιού και πρέπει να έχη μεγάλη αντοχή κανείς. Έχανε το παιδί τίς δυνάμεις του.
Μιά βραδιά, μεσάνυχτα, φωνάζει την μητέρα του.
Μανούλα θέλω μιά χάρη. Να με πάτε στον Άγιο Ιωάννη τον Ρώσο.
Πως, παιδί μου, σκέφθηκες τον Άγιον αυτόν ανάμεσα σε τόσους Αγίους;
θυμάσαι που πήγαμε εκδρομή πέρσι; Είχαμε πάρει και το βιβλίο με την Ιστορία και τα θαύματά τον. Απόψε, μόλις τελείωσα να το διαβάζω, άκουσα μέσα μου μιά φωνή, σα να μου είπε’ έλα Βασιλάκη στην εκκλησία μου και θα σε κάνω καλά και σένα.
Ήρθανε. Το παιδί να βλέπατε πως προσπαθούσε να πιαστή από τη ζωή. Πήγε κοντά, προσκύνησε. Άνοιξε τα χεράκια του, προσευχόταν, κατόπιν βάζει το σκουφάκι και τη ζώνη του Αγίου. Και το πιό απλό αντικείμενο μπορεί να μεταφέρη την δύναμη του Θεού. Η μάνα του να κλαίη κοντά στο άγιο λείψανο, και τότε της λέει το παιδί:
Μανούλα μου μήν κλαίς! Μ’ εκανε καλά ο Άγιος Ιωάννης.
Πές μου, παιδί μου, πως;
Σταμάτησε το μούδιασμα στο σώμα και ο πόνος στη μέση μου και, εκτός από αυτό, ήρθε μέσα μου χαρά. Χαίρομαι που θα ξαναγυρίσω στο σχολείο μου.
Φύγανε και δεν είπαν σε κανέναν τίποτα. Γύρισαν στην Αθήνα. Πήγαν στο Νοσοκομείο. Έγιναν νέες εξετάσεις και ο καθηγητής είπε πως, με τα αποτελέσματα της παρακεντήσεως, τώρα πιά σταματάμε τις χημειοθεραπείες γιατί αρρώστεια δεν υπάρχει πλέον. Τότε η μάνα είπε τι είχε ζητήσει και τι είχε κάνει μόνο του το παιδί, και είπε ο γιατρός:
Αυτά είναι πάνω από την επιστήμη, είναι στην σφαίρα της πίστεως. Να ευχαριστήσετε τον Άγιο γιατί το εξιτήριο το υπέγραψε ένας Άγιος.
Τον Ιούνιο τελείωσε το Δημοτικό ο Βασιλάκης και είναι όπως θέλη ο Θεός…”

3)Το λείψανο ίδρωσε στην λιτανεία του 2004.

Στο τέλος της λιτάνευσης του τιμίου λειψάνου του αγίου Ιωάννου του Ρώσσου το 2004, άφησαν όπως συνηθίζεται το τίμιο λείψανο πάνω σε μια εξέδρα, και όλος ο λαός, χιλιάδες προσκυνητές, πέρασαν από κάτω. Αυτό κράτησε ώρες. Στο τέλος, όταν κατέβασαν το τίμιο λείψανο παρατήρησαν πώς το γυαλί, στο μέρος πάνω από το πρόσωπο του Αγίου, είχε υγρανθή. Η εξήγηση που δόθηκε ήταν ότι ο άγιος ίδρωσε μεταφέροντας τις χιλιάδες, διαφορετικής εντάσεως και ποιότητος, προσευχές των προσκυνητών στον θρόνο του Θεού, όπως και ο ιδρώτας του Προσώπου του Χριστού έρρεε ως “θρόμβοι αίματος” κατά την προσευχή στην Γεθσημανή.”(πηγή. http://www.parembasis.gr/2005/05_05_24.htm)
——————————————————–
4)Θεραπεία συγκύπτουσας γυναικός.
Ιδιαίτερη συγκίνηση προξενεί ένα ταπεινό μπαστουνάκι που παραστέκει δίπλα στην ασημένια λάρνακα του Αγίου. Βουβός μάρτυρας θαύματος. Προέρχεται από τη συγκύπτουσα γερόντισσα Μαρία Σιάκα από το Φρέναρος Αμμοχώστου (Κύπρο), η οποία στις 11.08.78 θεραπεύτηκε εκεί από τον Άγιο και με φωνή πνιγμένη από δάκρυα ευγνωμοσύνης του είπε: «Ίντα (τι) να σου δώσω, παλληκάρι μου; Άγιέ μου, είμαι φτωχιά, θα σου δώσω το μπαστούνι μου, διότι εν μου (δεν μου) χρειάζεται μέχρι να πεθάνω».

5) Παρουσία του Αγίου Στην Σερβία το 1999
Συγκινητική είναι και η παρουσία του Αγίου τον Μάρτιο του 1999 στη Σερβία. Όπως η υπέρμαχος Στρατηγός, η Παναγία μας, ενδυνάμωσε τους στρατιώτες μας το 1940, έτσι και ο άγιος Ιωάννης ο Ρώσος σε οράματα που πολλοί τον είδαν, τους βεβαίωσε: «Πηγαίνω στο Βελιγράδι, γιατί σφαγιάζεται η Ορθοδοξία». Και πράγματι· ντυμένος στρατιωτικά ο Άγιος ενίσχυε πολλούς Σέρβους την περίοδο εκείνη με τη θαυματουργική παρουσία του, όπως το κατέθεσαν αυτόπτες αξιόπιστοι μάρτυρες Σέρβοι.

6) Θαυμαστές κινήσεις του λειψάνου του Αγίου

Υπάρχουν φορές που το Ιερό λείψανο του Αγίου Ιωάννου του Ρώσσου δεν βρίσκεται μέσα στην λάρνακα του και αργότερα εμφανίζεται μέσα. Τούτο το βεβαιώνει ο προϊστάμενος του Ιερού Ναού καθώς και άλλοι. Μάλιστα, την ώρα που διαπιστώνεται πως ο Άγιος Ιωάννης δεν είναι μέσα στη λάρνακα, την ίδια ώρα έχει γίνει μια θαυμαστή ίαση κάποιου που τον επικαλέστηκε.

Άλλες φορές το Ιερό λείψανο του Αγίου «αλλάζει πλευρό»- θέση όπως είναι ξαπλωμένο, ενίοτε και μπροστά στον κόσμο-προσκυνητές- και ακούγεται θόρυβος από εκεί. Μάλιστα, μια από τις φορές που έγινε αυτό, το 1990, ήταν παρών και ο μακαριστός και όσιος γέροντας Ιάκωβος, ηγούμενος της Ιεράς μονής του Οσίου Δαυίδ στην Εύβοια ο οποίος για να καθησυχάσει τον κόσμο που τρόμαξε είπε: «Χριστιανοί μου μη φοβάστε, ο άγιος είναι ζωντανός απλά άλλαξε πλευρό…»

7)Συνομιλία με τον Γέροντα Ιάκωβο Τσαλίκη.

Ο Γέροντας τακτικά επισκεπτόταν τον Άγιο Ιωάννη το Ρώσο: «Κάποτε,
έλεγε, πήγα και βλέπω τον Άγιο ζωντανό μέσα στη λάρνακά του. Του
λέω:

-Άγιε μου πώς περνούσες στη Μικρά Ασία, τι αρετές είχες και αγίασες;
Ο Άγιος μου απάντησε:
-Μέσα στην σπηλιά που ήταν στάβλος κοιμόμουνα και με τα άχυρα
σκεπαζόμουνα τον χειμώνα για να μην κρυώνω. Είχα και την ταπείνωση και την πίστη.

Σε λίγο μου λέει:
-Περίμενε, πάτερ Ιάκωβε, γιατί ήρθαν τώρα δύο άνθρωποι και με παρακαλούν για ένα παιδί άρρωστο. Περίμενε να πάω να το βοηθήσω.

Ξαφνικά άδειασε η λάρνακα γιατί ο Άγιος έφυγε. Σε λίγη ώρα ξαναγύρισε, δεν τον είδα πώς γύρισε, αλλά τον είδα να τακτοποιείται μέσα στη λάρνακά του σαν ένας άνθρωπος»!

Ο βίος του

Ο Όσιος Ιωάννης γεννήθηκε σε ένα χωριό της λεγομένης Μικράς Ρωσίας, περί το 1690 μ.Χ., από γονείς ευλαβείς και ενάρετους. Όταν έφθασε σε νόμιμη ηλικία στρατεύθηκε, ενώ βασίλευε στη Ρωσία ο Μέγας Πέτρος. Έλαβε μέρος στον πόλεμο που έκανε εκείνος ο τολμηρός τσάρος εναντίον των Τούρκων κατά το 1711 μ.Χ., και συνελήφθη αιχμάλωτος από τους Τατάρους.

– Οι Τάταροι τον πούλησαν σε έναν Οθωμανό αξιωματικό Ίππαρχο, που καταγόταν από το Προκόπιον της Μικράς Ασίας, το οποίο βρίσκεται πλησίον στην Καισάρεια της Καππαδοκίας.

Ο αγάς τον πήρε μαζί του στο χωριό του. Πολλοί από τους αιχμαλώτους συμπατριώτες του αρνήθηκαν την πίστη του Χριστού και έγιναν Μουσουλμάνοι, είτε γιατί κάμφθηκαν από τις απειλές, είτε γιατί δελεάστηκαν από τις υποσχέσεις και τις προσφορές υλικών αγαθών.

Ο Ιωάννης, όμως, ήταν από μικρός αναθρεμμένος με παιδεία και νουθεσία Κυρίου και αγαπούσε πολύ τον Θεό και την πίστη των πατέρων του. Ήταν από εκείνους τους νέους, όπου τους σοφίζει η γνώση του Θεού, όπως κήρυξε ο σοφός Σολομών, λέγοντας: «Ο δίκαιος είναι γνωστικός και στη νεότητά του. Διότι τιμημένο γήρας δεν είναι το πολυχρόνιο, ούτε μετριέται με τον αριθμό των ετών. Η φρονιμάδα πιο νέους ανθρώπους είναι σεβάσμια ωσάν να είναι φέροντες και ο καθαρός βίος τους κάνει ωσάν να είναι γέροντες πολύμαθοι».

Έτσι, λοιπόν, και ο μακάριος Ιωάννης, έχοντας την σοφία που δίδει ο Θεός σε εκείνους που τον αγαπούν, έκανε υπομονή στη δουλεία και στην κακομεταχείρηση του αφέντη του και στις ύβρεις και τα πειράγματα των Οθωμανών, οι οποίοι τον φώναζαν «κιαφίρη», δηλαδή άπιστο, φανερώνοντάς του την περιφρόνηση και την απέχθειά τους.

Στον αφέντη του και σε όσους τον παρακινούσαν να αρνηθεί την πίστη του, αποκρινόταν με σθεναρή γνώμη ότι προτιμούσε να πεθάνει, παρά να πέσει σε τέτοια φοβερή αμαρτία. Στον αγά είπε: «Εάν με αφήσεις ελεύθερο στην πίστη μου, θα είμαι πολύ πρόθυμος στις διαταγές σου. Αν με βιάσεις να αλλαξοπιστήσω, γνώριζε ότι σού παραδίδω την κεφαλή μου, παρά την πίστη μου. Χριστιανός γεννήθηκα και Χριστιανός θα αποθάνω».

Ο Θεός, βλέποντας την πίστη του και ακούγοντας την ομολογία του, μαλάκωσε την σκληρή καρδιά του αγά και με τον καιρό τον συμπάθησε. σε αυτό συνήργησε και η μεγάλη ταπείνωση όπου στόλιζε τον Ιωάννη, καθώς και η πραότητά του.

Έμεινε, λοιπόν, ήσυχος ο μακάριος Ιωάννης από τις υποσχέσεις και απειλές του Οθωμανού κυρίου του, ο οποίος τον είχε διορισμένο στον σταύλο του, για να φροντίζει τα ζώα του. Σε μία γωνιά του σταύλου ξάπλωνε το κουρασμένο σώμα του και αναπαυόταν, ευχαριστώντας τον Θεό, διότι αξιώθηκε να έχει ως κλίνη τη φάτνη στην οποία ανεκλίθη κατά την γέννησή Του ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός. Ήταν δε αφοσιωμένος στο έργο του, περιποιούμενος με στοργή τα ζώα του κυρίου του, τα οποία αισθάνονταν τόση την προς αυτά αγάπη του Αγίου, ώστε να τον ζητούν όταν απουσίαζε, να τον προσβλέπουν με αγάπη και να χρεμετίζουν με χαρά όταν τα χάιδευε, ωσάν να συνομιλούσαν μαζί του.

Με τον καιρό ο αγάς τον αγάπησε, καθώς και η σύζυγός του, και του έδωσαν για κατοικία ένα μικρό κελλί κοντά στον αχυρώνα. Όμως ο Ιωάννης δεν δέχθηκε και εξακολούθησε να κοιμάται στον σταύλο, για να καταπονεί το σώμα του με την κακοπέραση και με την άσκηση, μέσα στη δυσοσμία των ζώων και στα ποδοβολητά τους. Κάθε νύχτα ο σταύλος γέμιζε από τις προσευχές του Αγίου και η κακοσμία γινόταν οσμή ευωδίας πνευματικής.

Ο μακάριος Ιωάννης είχε εκείνο τον σταύλο ως ασκητήριο, και εκεί πορευόταν κατά τους κανόνες των Πατέρων, επί ώρες γονυπετής και προσευχόμενος, κοιμώμενος για λίγο επάνω στα άχυρα, χωρίς άλλο σκέπασμα παρά μία παλαιά κάπα, γευόμενος με διάκριση, πολλές φορές μόνο λίγο ψωμί και νερό, και νηστεύοντας τις περισσότερες ημέρες.

Συνέχεια έψαλλε τους λόγους του ιερού ψαλμωδού: «Ο κατοικών εν βοηθεία τού Υψίστου, εν σκέπη τού Θεού τού ουρανού αυλισθήσεται. Ερεί τώ Κυρίω: αντιλήπτωρ μου εί καί καταφυγή μου, ο Θεός μου καί ελπιώ επ’ Αυτόν. Ότι Αυτός ρύσεταί με εκ παγίδος θηρευτού καί από λόγου ταραχώδους.

Έθεντο με εν λάκκω κατωτάτω, εν σκοτεινοίς καί εν σκιά θανάτου. Εγώ δέ πρός τόν Κύριον εκέκραξα εν τώ θλίβεσθαί με καί εισήκουσέ μου. Κύριος φυλάξει τήν είσοδόν μου καί τήν έξοδόν μου από τού νύν καί έως τού αιώνος. Πρός σέ ήρα τούς οφθαλμούς μου Κύριε, τόν κατοικούντα εν τώ ουρανώ. Ιδού ως οφθαλμοί δούλων εις χείρας τών κυρίων αυτών, ούτως οι οφθαλμοί ημών πρός Κύριον τόν Θεόν ημών, έως ού οικτιρήσαι ημάς». Ψαλμούς σιγόψαλλε και κατά την ώρα που ακολουθούσε πίσω από το άλογο του αφέντη του.

Με την ευλογία που έφερε ο Άγιος στον οίκο του Τούρκου Ιππάρχου, αυτός πλούτισε και έγινε ένας από τους ισχυρούς του Προκοπίου.

Ο Άγιος ιπποκόμος του, εκτός της προσευχής και της νηστείας, που έκανε ως άλλος Ιώβ, πήγαινε τη νύχτα και έκανε όρθιος αγρυπνίες στο νάρθηκα της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου, η οποία ήταν κτισμένη μέσα σε ένα βράχο και βρισκόταν κοντά στον οίκο του Τούρκου κυρίου του.

Εκεί πήγαινε κρυφά τη νύχτα, κοινωνούσε δε κάθε Σάββατο τα Άχραντα Μυστήρια. και ο Κύριος, «ο ετάζων καρδίας καί νεφρούς», επέβλεψε επί τον δούλο του τον πιστό και έκανε, ώστε να πάψουν να τον περιπαίζουν και να τον υβρίζουν οι σύνδουλοί του και οι άλλοι αλλόθρησκοι.

Αφού, λοιπόν, ο αφέντης του Ιωάννη πλούτισε, αποφάσισε να υπάγει για προσκύνημα στη Μέκκα, τη ιερά πόλη των Μωαμεθανών.

Αφού πέρασαν αρκετές ημέρες από την αναχώρησή του, η σύζυγός του παρέθεσε τράπεζα και προσκάλεσε τους συγγενείς και τους φίλους του ανδρός της, για να ευφρανθούν και να ευχηθούν να επιστρέψει υγιής στον οίκο του από την αποδημία.

Ο μακάριος Ιωάννης διακονούσε στην τράπεζα. Παρέθεσαν δε σε αυτή και ένα φαγητό, το οποίο άρεσε πολύ στον αγά, το λεγόμενο πιλάφι, το οποίο συνηθίζουν πολύ στην Ανατολή. Τότε η οικοδέσποινα θυμήθηκε τον σύζυγό της και είπε στον Ιωάννη: «Πόση ευχαρίστηση θα ελάμβανε, Γιουβάν, ο αφέντης σου, αν ήταν εδώ και έτρωγε μαζί μας από τούτο το πιλάφι!».

Ο Ιωάννης τότε ζήτησε από την κυρία του ένα πιάτο γεμάτο πιλάφι και είπε ότι θα το έστελνε στον αφέντη του στη Μέκκα. Στο άκουσμα των λόγων του γέλασαν οι προσκεκλημένοι. Αλλά η οικοδέσποινα είπε στην μαγείρισσα να δώσει το πινάκιο με το φαγητό στον Ιωάννη, σκεπτόμενη ή ότι ήθελε να το φάει ο ίδιος μόνος του ή να το πάει σε καμιά φτωχή χριστιανική οικογένεια, όπως συνήθιζε να κάνει, δίδοντας το φαγητό του.

Ο Άγιος το πήρε και πήγε στον σταύλο. Εκεί γονυπέτησε και έκανε προσευχή εκ βάθους καρδίας παρακαλώντας τον Θεό να αποστείλει το φαγητό στον αφέντη του με όποιον τρόπο οικονομούσε Εκείνος με την παντοδυναμία Του.

Με την απλότητα που είχε στην καρδιά του ο Ιωάννης πίστεψε ότι ο Κύριος θα εισακούσει την προσευχή του και το φαγητό θα πήγαινε θαυματουργικά στη Μέκκα. Πίστευε, «μηδέν διακρινόμενος» κατά τον λόγο του Κυρίου, χωρίς να έχει κανένα δισταγμό ότι αυτό που ζήτησε θα γινόταν. Και, όπως λέγει ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος, «τά υπερφυή ταύτα σημεία συμβαίνουσι τοίς απλουστέροις τή διανοία καί θερμοτέροις τή ελπίδι», ότι, δηλαδή, αυτά τα υπερφυσικά θαύματα συμβαίνουν σε εκείνους που έχουν απλούστερη διάνοια και είναι θερμότεροι στην ελπίδα την οποία έχουν προς τον Θεό.

Πράγματι! το πιάτο με το φαγητό χάθηκε από τα μάτια του Οσίου. Ο μακάριος Ιωάννης επέστρεψε στην τράπεζα και είπε στην οικοδέσποινα ότι έστειλε το φαγητό στη Μέκκα. Ακούγοντας οι προσκεκλημένοι τον λόγο αυτό γέλασαν και είπαν ότι το έφαγε ο Ιωάννης.

Αλλά ύστερα από λίγες ημέρες γύρισε από την Μέκκα ο κύριός του και έφερε μαζί του το χάλκινο πιάτο, προς μεγάλη έκπληξη των οικίων του. Μόνο ο μακάριος Ιωάννης δεν εξεπλάγη. Έλεγε, λοιπόν, ο αγάς πιο οικίους του: «Την δείνα ημέρα (και ήταν η ημέρα του συμποσίου, κατά την οποία είπε ο Ιωάννης ότι έστειλε το φαγητό στον αφέντη του), την ώρα κατά την οποία επέστρεψα από το μεγάλο τζαμί στον τόπο όπου κατοικούσα, βρήκα επάνω στο τραπέζι, σε έναν οντά (δωμάτιο) όπου τον είχα κλειδωμένο, τούτο το σαχάνι (πιάτο) γεμάτο πιλάφι.

Στάθηκα με απορία, σκεπτόμενος, ποίος άραγε είχε φέρει εκείνο το φαγητό και προ πάντων δεν μπορούσα να εννοήσω με τί τρόπο είχε ανοίξει την πόρτα, την οποία είχα κλείσει καλά. Μη γνωρίζοντας πως να εξηγήσω αυτό το παράδοξο πράγμα, περιεργαζόμουν το πιάτο μέσα στο οποίο άχνιζε το πιλάφι και είδα με απορία ότι ήταν χαραγμένο το όνομά μου επάνω στο χάλκωμα, όπως σε όλα τα χάλκινα σκεύη της οικίας μας.

Ωστόσο, με όλη την ταραχή όπου είχα από εκείνο το ανεξήγητο περιστατικό, κάθισα και έφαγα το πιλάφι με μεγάλη όρεξη, και ιδού το πιάτο που το έφερα μαζί μου, και είναι αληθινά το δικό μας».

Ακούγοντας αυτή τη διήγηση οι οικείοι του Ιππάρχου εξέστησαν και απόρησαν, η δε σύζυγός του, του εξιστόρησε πως ζήτησε ο Ιωάννης το πιάτο με το φαγητό και είπε ότι το έστειλε στη Μέκκα, και ότι, ακούγοντάς τον να λέγει ότι το έστειλε, γέλασαν.

Αυτό το θαύμα μαθεύτηκε σε όλο το χωριό και στη γύρω περιοχή και όλοι θεωρούσαν πλέον τον Ιωάννη ως άνθρωπο δίκαιο και αγαπητό στον Θεό, τον έβλεπαν δε με φόβο και σεβασμό, και δεν τολμούσε κανείς να τον ενοχλήσει.

Ο κύριός του και η σύζυγός του τον περιποιούνταν περισσότερο και τον παρακαλούσαν πάλι να φύγει από τον σταύλο και να κατοικήσει σε ένα οίκημα, το οποίο ήταν κοντά στον σταύλο, όμως εκείνος δεν ήθελε να αλλάξει κατοικία. Περνούσε, λοιπόν, τον βίο του με τον ίδιο τρόπο, ως ασκητής, εργαζόμενος όπως πριν στην περιποίηση των ζώων και κάνοντας με προθυμία τα θελήματα του αγά.

Αλλά ύστερα από λίγα χρόνια, κατά τα οποία έζησε ο μακάριος Ιωάννης με νηστεία, προσευχή και χαμευνία, πλησιάζοντας στο τέλος της ζωής του, ασθένησε και ήταν ξαπλωμένος πάνω στα άχυρα του σταύλου, τον οποίο είχε αγιάσει με τις δεήσεις του και με την κακοπάθεια του σώματός του για το όνομα και την αγάπη του Χριστού.

Προαισθανόμενος ο Όσιος το τέλος του, ζήτησε να κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων και γι’ αυτό έστειλε και κάλεσε έναν ιερέα. Αλλά ο ιερεύς φοβήθηκε να μεταφέρει φανερά τα Άγια Μυστήρια στο σταύλο, εξαιτίας του φανατισμού των Τούρκων.

Όμως σοφίστηκε, κατά Θεία φώτιση, και πήρε ένα μήλο, το έσκαψε, έβαλε μέσα την Θεία Κοινωνία και έτσι μετέβη στο σταύλο και κοινώνησε τον μακάριο Ιωάννη. Ο Ιωάννης, μόλις έλαβε το Άχραντο Σώμα και το Τίμιο Αίμα του Κυρίου, παρέδωσε την αγία ψυχή του στα χέρια του Θεού, τον Οποίο τόσο αγάπησε. Ήταν το 1730 μ.Χ.

Το 1733 μ.Χ., το ακέραιο και ευωδιάζον ιερό λείψανο του Οσίου Ιωάννου μεταφέρθηκε, μετά την εκταφή του, αρχικά στη λατομημένη σε βράχο εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, αργότερα στο νεόδμητο ναό του Αγίου Βασιλείου και τέλος στο ναό που ανεγέρθηκε προς τιμήν του. Τοποθετήθηκε σε λάρνακα στο δεξιό μέρος της Εκκλησίας. Εκεί κατέφθαναν αναρίθμητοι προσκυνητές και πάσχοντες από διάφορα νοσήματα που εύρισκαν την θεραπεία τους.

Όταν, κατά το 1832 μ.Χ., επί σουλτάνου Μαχμούτ του Β’, επαναστάτησε εναντίον του ο αντιβασιλέας της Αιγύπτου Ιμπραχήμ πασάς, ο σουλτάνος έστειλε εναντίον του και τον Χαζνετάρ Ογλού Οσμάν πασά με 1.800 στρατιώτες.

Ο Οσμάν πασάς, αφού πέρασε την Καισάρεια της Καππαδοκίας, έφθασε κοντά στο Προκόπιο, όπου σκεπτόταν να αναπαυθεί και να αναχωρήσει την άλλη ημέρα. Επειδή όμως οι περισσότεροι από τους Μουσουλμάνους του Προκοπίου, σαν γενίτσαροι που ήσαν, μισούσαν τον σουλτάνο, συμφώνησαν όλοι να μην δεχθούν τον Οσμάν πασά στο Προκόπι ούτε στα σύνορα.

Οι Χριστιανοί, που ήσαν πιστοί στον σουλτάνο, προσπάθησαν να πείσουν τους συμπατριώτες τους να πειθαρχήσουν στον σουλτάνο και να δεχθούν τον στρατό που ερχόταν από εκείνον, λέγοντας μάλιστα σε αυτούς ότι μπορεί ο Οσμάν πασάς να αγανακτίσει και να καταστρέψει το χωριό. Εκείνοι όμως δεν άλλαζαν γνώμη. Τότε οι Χριστιανοί πήραν τα γυναικόπαιδα και έφυγαν στα γύρω χωριά και στις σπηλιές, για να μην πέσουν θύματα της ανόητης αντιδράσεως των γενιτσάρων.

Πράγματι, την άλλη ημέρα, όταν ο Οσμάν πασάς εισήλθε στο Προκόπι, το λεηλάτησε και το κατέστρεψε. Κάποιοι από τους στρατιώτες εισήλθαν και στο ναό του Αγίου Γεωργίου. Άρπαξαν τα ιερά σκεύη και άνοιξαν τη λάρνακα του Οσίου ελπίζοντας να βρουν και εκεί χρυσαφικά και ασημικά. δεν βρήκαν όμως τίποτε. Από το κακό τους, που βγήκαν γελασμένοι και για να κοροϊδέψουν τη χριστιανική πίστη, αποφάσισαν να κάψουν το ιερό λείψανο.

Το έβαλαν στο προαύλιο, μάζεψαν πολλά φρύγανα, έβαλαν φωτιά και έριξαν με ασέβεια το ιερό σκήνωμα μέσα στις φλόγες. Το ιερό λείψανο του Οσίου Ιωάννου όχι μόνο έμεινε άφλεκτο, αλλά και φάνηκε στους άπιστους ότι ζούσε, τους φοβέριζε και τους έδιωχνε από τον περίβολο της εκκλησίας.

Την επόμενη ημέρα γέροντες Χριστιανοί βρήκαν τα ασημικά, που είχαν αφήσει από τον τρόμο τους οι Τούρκοι στρατιώτες, πήραν με ευλάβεια το ιερό λείψανο και το τοποθέτησαν πάλι μέσα στη λάρνακα.

Το ιερό λείψανο μεταφέρθηκε στην Εύβοι

α τον Οκτώβριο του 1924 μ.Χ μαζί με τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας από το πλοίο «Βασίλειος Δεστούνης». και ενώ το πλοίο βρισκόταν στη Ρόδο δεν προχωρούσε, αλλά περιστρεφόταν μέσα στη θάλασσα και έμενε στον ίδιο τόπο.

Ο κυβερνήτης του πλοίου φοβήθηκε. Τότε ο Παναγιώτης Παπαδόπουλος, που είχε πάρει μαζί του το ιερό λείψανο κρυφά, εξήγησε στον πλοίαρχο ότι μέσα στο πλοίο και μάλιστα στο αμπάρι ήταν το ιερό λείψανο του Οσίου Ιωάννου του Ρώσου. Αμέσως ο κυβερνήτης διέταξε την μεταφορά του ιερού σκηνώματος στο διαμέρισμα του πλοίου, το οποίο χρησιμοποιούταν ως ευκτήριος οίκος, όπου το εναπέθεσαν και άναψαν το καντήλι.

Απολυτίκιο:
Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Εκ γης ο καλέσας σε προς ουρανίους μονάς, τηρεί και μετά θάνατον αδιαλώβητον το σκήνός σου όσιε. Συ γαρ εν τη Ασία ως αιχμάλωτος ήχθης, ένθα και ωκειώθης τω Χριστώ Ιωάννη. Αυτόν ούν ικέτευε, σωθήναι τας ψυχάς ημών.



Σάββατο 25 Μαΐου 2024

 ΚΥΡΙΑΚΗ 26 ΜΑΪΟΥ 2024

ΚΥΡΙΑΚΗ  ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ


" Ο Λόγος του Θεού στον Λαό του Θεού"


(Ιω. ε΄ 1-15) (Πραξ. θ΄ 32-42)

O αληθινός ιατρός

«Άνθρωπον ουκ έχω»

 Τριάντα και οκτώ ολόκληρα χρόνια ο παράλυτος του σημερινού Ευαγγελίου γνώριζε μεγάλη ταλαιπωρία, περνούσε τη δική του δοκιμασία και ανέβαινε το δικό του Γολγοθά. Ίσως διάνυσε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του κάτω από τη στοά της θαυματουργικής κολυμβήθρας του Σιλωάμ.

 Μάταια όμως περίμενε ένα άνθρωπο που θα τον συμπονούσε και να τον βοηθήσει να μπει στην κολυμβήθρα μόλις θα ταρασσόταν το ύδωρ, όπως σχετικά προνοούσαν οι διατάξεις του Νόμου.

Βρήκε τον Κύριο

 Την στιγμή που θα μπορούσε να είχε χάσει κάθε ελπίδα ο παραλυτικός της περικοπής μας, η παρουσία του Κυρίου αποβαίνει και πάλι σωτήρια. Ανάβει σπινθήρες της ελπίδας. Ο μόνος Φιλάνθρωπος, ο Κύριος και Θεός μας, που κατά καιρούς έστελλε εκεί τον άγγελό του για να ταράσσει το νερό, ώστε ο πρώτος που θα έμπαινε σε αυτό να γίνεται αμέσως υγιής, ήλθε τώρα ο ίδιος να το πράξει. 

 Απευθύνεται στον παράλυτο και του λέει: «Θέλεις υγιής γενέσθαι;» Ο Κύριος έκανε την ερώτηση αυτή, όχι βέβαια γιατί αμφέβαλλε για την επιθυμία του παραλύτου αλλά για να τον προβληματίσει και να μπορέσει ν’ ανοίξει διόδους στην πραγματικότητα της σωτηρίας του. Ο παράλυτος δεν απήντησε ευθέως στην ερώτηση, αλλά εμμέσως εξέφρασε και το παράπονο που τον διακατείχε: «Κύριε, άνθρωπον ουκ έχω, ίνα όταν ταραχθή το ύδωρ, βάλη με εις την κολυμβήθραν, εν ω δε έρχομαι εγώ, άλλος προ εμού καταβαίνει.» 

 Ο Κύριος έδωσε αμέσως την υγεία στον παραλυτικό και του συνέστησε να πάρει στον ώμο του το κρεβάτι του και να περπατά πλέον υγιής. «Έγειρε, άρον τον κράβατόν σου καιπεριπάτει». Το θαύμα είχε συντελεστεί. Ο μέχρι εκείνη τη στιγμή παράλυτος έγινε υγιής. Βάσταξε στον ώμο του το κρεβάτι πάνω στο οποίο τόσα χρόνια ήταν κατάκειτος.

«Άνθρωπον ουκ έχω»

 Το παράπονο του παραλυτικού που μεταφράζεται στο «άνθρωπον ουκ έχω», μπορεί να επαναλαμβάνεται και σήμερα. Αυτό δημιουργεί και το δικό μας χρέος και την υποχρέωση να συμπαραστεκόμαστε με κάθε τρόπο και να εκφράζουμε την εν Χριστώ αγάπη μας σε κάθε πονεμένο συνάνθρωπό μας. 

  Ο πόνος και η θλίψη αλλά και η κάθε δοκιμασία παρουσιάζονται στη ζωή μας και λειτουργούν ως πρόκληση για να στεκόμαστε δίπλα από τον κάθε πλησίον που μας έχει ανάγκη. Ακόμα, σήμερα υπάρχουν πάρα πολλοί «παραλυτικοί» που δεν χρειάζονται μόνο υλική ή σωματική βοήθεια αλλά κυρίως πνευματική.

   Άλλωστε η θεραπεία που πρόσφερε ο Χριστός με τα διάφορα θαύματα που επιτελούσε δεν αφορούσε μόνο το σώμα αλλά και την ψυχή, την απαλλαγή δηλαδή από την αμαρτία και τις συνέπειές της. Στην εποχή μας ιδιαίτερα που διαπιστώνουμε να υπάρχει μια πνευματική αγονία και ερημία, σ’ ένα κόσμο φοβερά χρεοκοπημένο σε αρετές και αξίες, ανοίγει μπροστά μας ο δρόμος για να βοηθήσουμε συνανθρώπους μας που βρίσκονται βυθισμένοι στο σκοτάδι της αμαρτίας ώστε να ανιχνεύσουν το δρόμο τους και να φθάσουν κοντά στο φως του Χριστού. 

 Τον μόνο που μπορεί να μας θεραπεύσει από κάθε ασθένεια αλλά και από κάθε μορφή κακού. Να τους βοηθήσουμε να ενταχθούν στην Εκκλησία και να γίνουν ζωντανά μέλη του Σώματος του Χριστού, ώστε μέσα από τα μυστήρια να βιώνουν τη Χάρη Του.

Αγαπητοί αδελφοί, το παράπονο του παραλυτικού «άνθρωπον ουκ έχω», αποτυπώνει μια πραγματικότητα που τόσο ζωντανά βιώνουμε και στη δική μας εποχή. Ας πλησιάσουμε λοιπόν τον κάθε συνάνθρωπό μας που θα πρέπει να βλέπουμε στο πρόσωπό του την εικόνα του Θεού και να γίνουμε πλησίον του σύμφωνα με την γνωστή παραβολή του Καλού Σαμαρείτη. 

  Με αυτό τον τρόπο μέσα από μια κοινωνία αγάπης μπορούμε να εναποθέτουμε ολόκληρο τον εαυτό μας με εμπιστοσύνη στην αγάπη του Κυρίου μας, ο οποίος είναι ο μόνος που μπορεί να μας θεραπεύει και σωματικά και ψυχικά. Γένοιτο.

 

Χριστάκης Ευσταθίου,

Θεολόγος

 

Κυριακὴ τοῦ Παραλύτου

  Εὐαγγελικὸ καί Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα

 Κυριακῆς 26 Μαΐου 2024


Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 26 Μαΐου 2024, Κυριακὴ τοῦ Παραλύτου (Ἰωάν. ε΄ 1-15)

Μετὰ ταῦτα ἦν ἡ ἑορτὴ τῶν Ἰουδαίων, καὶ ἀ­­νέ­βη ὁ Ἰησοῦς εἰς Ἱε­ροσό­λυ­μα. 2 ἔστι δὲ ἐν τοῖς Ἱεροσολύ­μοις ἐπὶ τῇ προβατικῇ κολυμβήθρα, ἡ ἐπιλεγομένη Ἑβρα­ϊστὶ Βηθεσδά, πέντε στοὰς ἔχουσα. 3 ἐν ταύταις κατέκειτο πλῆ­θος πολὺ τῶν ἀσθε­νού­ν­των, τυφλῶν, χωλῶν, ξη­ρῶν, ἐκδε­χομένων τὴν τοῦ ὕδα­τος κίνησιν.

 4 ἄγγελος γὰρ κατὰ και­ρὸν κατέβαινεν ἐν τῇ κο­λυμβήθρᾳ, καὶ ἐτάρασσε τὸ ὕδωρ· ὁ οὖν πρῶτος ἐμβὰς μετὰ τὴν ταραχὴν τοῦ ὕδατος ὑγιὴς ἐγίνετο ᾧ δήποτε κατείχετο νοσήματι. 5 ἦν δέ τις ἄνθρωπος ἐκεῖ τριάκοντα καὶ ὀκτὼ ἔτη ἔ­χων ἐν τῇ ἀσθενείᾳ αὐτοῦ. 6 τοῦτον ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς κατακείμενον, καὶ γνοὺς ὅτι πολὺν ἤδη χρόνον ἔχει, λέγει αὐτῷ· θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι; 

7 ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ἀσθε­νῶν· Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, ἵνα ὅταν ταραχθῇ τὸ ὕδωρ, βάλῃ με εἰς τὴν κολυμβήθραν· ἐν ᾧ δὲ ἔρχο­μαι ἐγώ, ἄλλος πρὸ ἐμοῦ καταβαίνει. 8 λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἔ­γειρε, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει. 9 καὶ εὐθέως ἐγένετο ὑγιὴς ὁ ἄνθρωπος, καὶ ἦρε τὸν κράβαττον αὐτοῦ καὶ περιεπάτει. ἦν δὲ σάββατον ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ. 10 ἔλεγον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι τῷ τεθεραπευμένῳ· σάββατόν ἐστιν· οὐκ ἔξεστί σοι ἆραι τὸν κράβαττον. 11 ἀπεκρίθη αὐτοῖς· ὁ ποιήσας με ὑγιῆ, ἐκεῖνός μοι εἶπεν· ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει. 12 ἠρώτησαν οὖν αὐτόν· τίς ἐστιν ὁ ἄνθρωπος ὁ εἰπών σοι, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει; 13 ὁ δὲ ἰαθεὶς οὐκ ᾔδει τίς ἐστιν· ὁ γὰρ Ἰησοῦς ἐξέ­νευσεν ὄχλου ὄντος ἐν τῷ τόπῳ. 14 μετὰ ταῦτα εὑρίσκει αὐ­τὸν ὁ Ἰησοῦς ἐν τῷ ἱερῷ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἴδε ὑγιὴς γέ­γονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται. 15 ἀπῆλθεν ὁ ἄνθρωπος καὶ ἀνήγγειλε τοῖς Ἰουδαίοις ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ ποιήσας αὐτὸν ὑγιῆ.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

Ὕστερα ἀπ’ αὐτά ἦταν ἡ ἑορτή τῶν Ἰουδαίων, πιθανότατα ἡ ἑορτή τῶν Πουρίμ, πού ἔπεφτε περίπου ἕνα μήνα πρίν τό Πάσχα. Κατά τήν ἑορτή αὐτή ἀνέβηκε ὁ Ἰησοῦς στά Ἱεροσόλυμα. 2 Ἐκεῖ, στά Ἱεροσόλυμα, κοντά στήν προβατική πύλη τοῦ τείχους τῆς πόλεως ὑπάρχει κάποια λίμνη στήν ὁποία κολυμποῦσαν, καί ἡ ὁποία στήν ἑβραϊκή γλώσσα ὀνομαζόταν Βηθεσδά. Ἡ κολυμβήθρα αὐτή εἶχε τριγύρω της πέντε στοές, πέντε θολωτά ὑπόστεγα. 3 Σ’ αὐτά τά θολωτά ὑπόστεγα βρίσκονταν ξαπλωμέ­νοι πάρα πολλοί ἄρρωστοι, τυφλοί, κου­τσοί, ἄνθρωποι μέ κάποιο μέλος πιασμένο καί ἀναί­σθη­το ἤ ἀτρο­φι­κό· κι ὅλοι αὐτοί περίμεναν νά κινηθεῖ τό νερό τῆς κολυμβήθρας. 

4 Διότι ἀπό καιρό σέ καιρό ἕνας ἄγγελος κατέβαινε στήν κολυμβήθρα καί ἀνατάραζε τά νερά της. Καί ὅποιος ἔμπαινε πρῶτος σ’ αὐτή μετά τήν ἀνα­τάραξη τοῦ νεροῦ, γινόταν ὑγιής, ὁποιαδήποτε κι ἄν ἦταν ἡ ἀρ­­ρώ­­στια πού εἶχε. 5 Ὑπῆρχε λοιπόν ἐκεῖ ἀνάμεσα στό πλῆθος τῶν ἀρ­ρώ­­στων καί κάποιος ἄνθρωπος πού ἦταν ἄρρωστος τρι­ά­ντα ὀκτώ ὁλόκληρα χρόνια. 6 Ὅταν τόν εἶδε ὁ Ἰησοῦς νά εἶναι ξα­πλω­μένος κάτω καί μέ τό θεῖο του βλέμμα διέκρινε ὅτι ἀπό πολύ καιρό εἶχε αὐτήν τήν ἀσθένεια, τοῦ εἶπε: Θέλεις νά γίνεις ὑγιής; Καί μέ τήν ἐρώτηση αὐτή ὁ Κύριος ἔδι­νε ἀφορμή στόν παράλυτο νά ζητήσει τή βοήθειά του.

 7 Πράγματι λοιπόν ὁ ἄρρωστος τοῦ ἀποκρίθηκε: Κύριε, δέν ἔχω ἄνθρωπο νά μέ ρίξει στήν κολυμβήθρα ἀμέ­­σως μόλις ἀναταραχθοῦν τά νερά της. Κι ἐνῶ προ­σπα­­θῶ νά πλησιάσω ἐγώ μόνος μου, προλαβαίνει ἄλ­­λος καί κατεβαίνει στό νερό πρίν ἀπό μένα. 8 Τοῦ λέει ὁ Ἰησοῦς: Σήκω ἐπάνω, πάρε τό κρεβάτι σου στόν ὦμο σου καί περπάτα. 9 Κι ἀμέσως ὁ ἄνθρωπος ἔγινε καλά, πῆρε τό κρεβάτι του καί περπατοῦσε ἐλεύθερα. Ἦταν ὅμως Σάββατο ἡ ἡμέρα πού ἔγινε αὐτό. 10 Ἔλεγαν λοιπόν οἱ πρόκριτοι Ἰουδαῖοι στόν θεραπευμένο: Σήμερα εἶναι Σάββατο. Δέν ἐπιτρέπεται νά σηκώνεις καί νά μεταφέρεις τό κρεβάτι σου. 11 Αὐτός ὅμως τούς ἀποκρίθηκε: Ἐκεῖνος πού μέ ἔκανε καλά μέ θαῦμα καί θεϊκή δύναμη, αὐτός μοῦ εἶπε, πάρε τό κρεβάτι σου καί περπάτα. 12 Μετά λοιπόν ἀπό τήν ἀπάντηση αὐτή τόν ρώτησαν ἐκεῖνοι: Ποιός εἶναι ὁ ἄνθρωπος αὐτός πού σοῦ εἶπε, πάρε τό κρεβάτι σου καί περπάτα; 13 Ὁ θεραπευμένος ὅμως παράλυτος δέν ἤξερε ποιός εἶναι· διότι ὁ Ἰησοῦς εἶχε φύγει ἀπαρατήρητος καί εἶχε ἐξα­φανιστεῖ. Καί ἦταν εὔκολο νά ἐξαφανιστεῖ, διότι ὑπ­ῆρ­­χε πολύς λαός στόν τόπο πού ἔγινε τό θαῦμα. 14 Ὕστερα ἀπό ἀρκετό καιρό τόν βρῆκε ὁ Ἰησοῦς στό ἱερό καί τοῦ εἶπε: Βλέπεις, τώρα ἔχεις γίνει ὑγιής. Πρόσεξε λοιπόν ἀπό δῶ καί πέρα νά μήν ἁμαρτάνεις πιά, γιά νά μή πάθεις τίποτε χειρότερο ἀπό τήν ἀσθένεια πού εἶχες, καί ἡ ὁποία σοῦ προκλήθηκε ἀπό τίς ἁμαρτίες σου. Πρόσεξε μήν πάθεις χειρότερη συμφορά στό σῶ­μα σου, καί χάσεις μαζί μέ τήν ὑγεία τοῦ σώματός σου καί τήν ψυχή σου. 15 Ἔφυγε τότε ὁ ἄνθρωπος ἀπό τό ἱερό καί, ἀφοῦ συ­νά­ντησε τούς Ἰουδαίους, τούς ἀνήγγειλε ὅτι ὁ Ἰη­­σοῦς ἦταν αὐτός πού τόν γιάτρεψε.


Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 26 Μαΐου 2024, Κυριακή τοῦ Παραλύτου (Πράξ. θ΄ 32-42)

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἐγένετο Πέτρον διερχόμενον διὰ πάντων κατελθεῖν καὶ πρὸς τοὺς ἁγίους τοὺς κατοικοῦντας Λύδδαν. εὗρε δὲ ἐκεῖ ἄνθρωπόν τινα Αἰνέαν ὀνόματι, ἐξ ἐτῶν ὀκτὼ κατακείμενον ἐπὶ κραβάττῳ, ὃς ἦν παραλελυμένος. καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ Πέτρος· Αἰνέα, ἰᾶταί σε Ἰησοῦς ὁ Χριστός· ἀνάστηθι καὶ στρῶσον σεαυτῷ. καὶ εὐ­θέως ἀνέστη. καὶ εἶδον αὐτὸν πάντες οἱ κατοικοῦντες Λύδδαν καὶ τὸν Σάρωνα, οἵτινες ἐπέστρεψαν ἐπὶ τὸν Κύριον. Ἐν Ἰόππῃ δέ τις ἦν μαθήτρια ὀνόματι Τα­βιθά, ἣ διερμηνευομένη λέγεται Δορ­κάς· αὕτη ἦν πλήρης ἀγαθῶν ἔργων καὶ ἐλεημοσυνῶν ὧν ἐποίει. ἐγένετο δὲ ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἀσθενήσασαν αὐτὴν ἀποθανεῖν· λούσαντες δὲ αὐτὴν ἔθηκαν ἐν ὑπερῴῳ. ἐγγὺς δὲ οὔσης Λύδδης τῇ Ἰόππῃ οἱ μαθηταὶ ἀκούσαντες ὅτι Πέτρος ἐστὶν ἐν αὐτῇ, ἀπέστειλαν δύο ἄνδρας πρὸς αὐτὸν παρακαλοῦντες μὴ ὀκνῆσαι διελθεῖν ἕως αὐτῶν. ἀ­ναστὰς δὲ Πέτρος συνῆλθεν αὐτοῖς· ὃν παραγενόμενον ἀνήγαγον εἰς τὸ ὑπερῷον, καὶ παρέστησαν αὐτῷ πᾶσαι αἱ χῆραι κλαίουσαι καὶ ἐπιδεικνύμεναι χιτῶνας καὶ ἱμάτια ὅσα ἐποίει μετ᾿ αὐτῶν οὖσα ἡ Δορκάς. ἐκβαλὼν δὲ ἔξω πάντας ὁ Πέτρος θεὶς τὰ γόνατα προσηύξατο, καὶ ἐπιστρέψας πρὸς τὸ σῶμα εἶπε· Ταβιθά, ἀνάστηθι. ἡ δὲ ἤνοιξε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῆς, καὶ ἰδοῦσα τὸν Πέτρον ἀνεκάθισε. δοὺς δὲ αὐτῇ χεῖρα ἀνέστησεν αὐτήν, φωνήσας δὲ τοὺς ἁγίους καὶ τὰς χήρας παρέστησεν αὐτὴν ζῶσαν. γνωστὸν δὲ ἐγένετο καθ᾿ ὅλης τῆς Ἰόππης, καὶ πολ­λοὶ ἐπίστευσαν ἐπὶ τὸν Κύριον.

 

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΝΕΡΓΕΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ

«Αἰνέα, ἰᾶταί σε Ἰησοῦς ὁ Χριστός»

Ἡ σημερινὴ ἀποστολικὴ περικοπὴ τῆς Κυριακῆς τοῦ Παραλύτου μᾶς περιγράφει τὴ θαυματουργικὴ θεραπεία τοῦ Αἰνέα, ὁ ὁποῖος ἐπὶ ὀκτὼ χρόνια ἦταν κατάκοιτος. Ὅταν κάποτε ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἐπισκέφθηκε τὴν πόλη Λύδδα, συνάντησε ἐκεῖ τὸν παράλυτο αὐτὸ ἄνθρωπο καὶ τοῦ εἶπε: Αἰνέα, σὲ θεραπεύει ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Σήκω ἐπάνω καὶ στρῶσε μόνος σου τὸ κρεβάτι σου. Μὲ τὴν προσ­ταγή λοιπὸν τοῦ Ἀποστόλου ὁ Αἰνέας σηκώθηκε τελείως ὑγιής.
Ἐντυπωσιακὸ τὸ γεγονός! Ἔχει ὅμως ἰδιαίτερη σημασία καὶ ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου: «Σὲ θεραπεύει ὁ Ἰησοῦς Χριστός». Γιατί εἶπε τὸν λόγο αὐτὸ ὁ ἀπόστολος Πέτρος στὸν Αἰνέα καὶ τί σημασία ἔχει στὴ δική μας ζωή;

1. Μὲ τὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ

Ὁ ἀπόστολος Πέτρος μὲ τὸν λόγο αὐτὸ δὲν ἄφησε περιθώρια τιμῆς πρὸς τὸ πρόσωπό του. Ἔστρεψε τὴ δόξα καὶ τὸν θαυμασμὸ τῶν ἀνθρώπων πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἴδιος βέβαια δὲν ἦταν τυχαῖο πρόσ­ωπο στὴν πρώτη Ἐκκλησία. Ἦταν πρωτοκορυφαῖος Ἀπόστολος. Εἶχε δεῖ πολλὲς φορὲς τὸν ἀναστημένο Κύριο. Εἶχε λάβει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς καὶ μὲ τὸ πρῶτο κήρυγμά του πίστεψαν στὸν Χριστὸ τρεῖς χιλιάδες ἄνθρωποι. Στὸ πέρασμά του ἀκόμη καὶ ἡ σκιά του θεράπευε τοὺς ἀσθενεῖς.

Καὶ ὅμως ὁ θεοκίνητος Ἀπόστολος εἶχε πλήρη συνείδηση ὅτι τίποτε ἀπὸ ὅλα αὐτὰ δὲν ἦταν δικό του, δὲν ἀποτελοῦσε προσωπική του ἐπιτυχία. Ὅλα τὰ ἐπιτελοῦσε ἡ Χάρις καὶ ἡ θεία δύναμη τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἄλλωστε τὸ εἶχε προμηνύσει ὁ Κύριος. Ὅσοι πιστεύουν σ᾿ Ἐμένα, εἶχε πεῖ, «ἐν τῷ ὀνόματί μου ἐπὶ ἀρρώστους χεῖρας ἐπιθήσουσι, καὶ καλῶς ἕξουσι» (Μάρκ. ις΄ 17-18). Μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματός μου θὰ τοποθετοῦν τὰ χέρια τους στοὺς ἀσθενεῖς κι ἐκεῖνοι θὰ θεραπεύονται.

Τὸ γνώριζε καλὰ αὐτὸ ὁ ἀπόστολος Πέτρος. Γι᾿ αὐτὸ ἐπικαλέσθηκε τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου. Δὲν εἶπε στὸν Αἰνέα «ἐγὼ σὲ θεραπεύω». Δὲν ἦταν δικό του τὸ θαῦμα, ἀλλὰ τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ. Ἐκεῖνος εἶναι ὁ μόνος Ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων. Ἐκεῖνος ἔχει τὴν ἀπόλυτη ἐξουσία «ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς» (Ματθ. κη΄ 18). Ἐκεῖνος ἔχει τὴ θεία δύναμη νὰ ὑπερβαίνει τοὺς νόμους τῆς φύσεως· ὁ Παντοδύναμος Θεός. Ὁ Ἀπόστολος ἦταν ἁπλῶς καὶ μόνο ἕνα ὄργανό του· ἕνας ταπεινὸς δοῦλος του.

2. Δική του ἡ δόξα

Ὁ θεόπνευστος αὐτὸς λόγος ἔχει πολὺ μεγάλη σημασία καὶ γιὰ ἐμᾶς. Ἐπιβεβαιώνει ὅτι κάθε ἀγαθὸ ποὺ συμβαίνει στὴ ζωή μας τὸ ἐνεργεῖ ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Ὅ,τι καλὸ ἔχουμε, μᾶς τὸ ἔχει δώσει Ἐκεῖνος. Ὅποια ἱκανότητα διαθέτουμε, εἶναι δικό του δῶρο. «Τὸ πᾶν τῆς τοῦ Θεοῦ δυνάμεως ἔργον ἐστί» (PG 61, 69), ἐπισημαίνει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος. Ὅλα τὰ καλὰ ἔργα μας δὲν τὰ κατορθώνουμε μόνοι μας, ἀλλὰ μὲ τὴ Χάρι καὶ τὴν εὐλογία τοῦ Χριστοῦ. Ἐμεῖς εἴμαστε μόνο ὄργανά του.

Γι᾿ αὐτὸ τὸν λόγο εἶναι ἀνόητο νὰ καυχιέται κανεὶς γιὰ κάτι ποὺ πέτυχε, γιὰ κάτι ποὺ δὲν εἶναι τελικὰ δικό του, ἀλλὰ τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Νὰ νομίζει ὅτι ἔχει ἀπὸ μόνος του κάποια ἀξία, ὅτι ὑπερέχει τῶν ἄλλων. «Εἰ δοκεῖ τις εἶναί τι μηδὲν ὤν, ἑαυτὸν φρεναπατᾷ» (Γαλ. ϛ΄ 3), ὑπογραμμίζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Ἂν νομίζει κάποιος ὅτι ἀπὸ μόνος του εἶναι κάτι, ἐνῶ στὴν πραγματικότητα εἶναι ἕνα μηδὲν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἐξαπατᾶ τὸν ἑαυτό του. Μηδενικὰ εἴμαστε ἀπὸ μόνοι μας. Τὴν ὅποια ἀξία ἔχουμε, μᾶς τὴ δίνει ὁ Χριστός. Ἐ­κεῖνος βάζει τὴ μονάδα μπρο­στὰ στὰ δικά μας μηδενικὰ καὶ μᾶς δίνει ἀξία, ὅπως εὔστοχα σημειώνει ὁ ὅσιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης.

Συνεπῶς κάθε καλὸ ἔργο μας πρέπει νὰ προβάλλει τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Γιὰ παράδειγμα, ὁ προσωπικὸς πνευματικὸς ἀγώνας μας, ἡ ἄσκηση, ἡ ἐγκράτεια, ἡ προσ­ευχή, ἡ μελέτη μας, ἀκόμη καὶ ἡ ἐπιστήμη μας, νὰ μὴν ἀποβλέπουν στὴν προσωπική μας προβολὴ καὶ ἀνάδειξη, ἀλλὰ στὴ δόξα τοῦ Κυρίου. «Οὐκ ἐγώ, ἀλλ᾿ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἡ σὺν ἐμοί» (Α΄ Κορ. ιε΄ 10), νὰ λέμε. Δὲν εἶναι δική μου αὐτὴ ἡ ἐπιτυχία, ἀλλὰ τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ.

Ὁ ἀπόστολος Πέτρος μᾶς δίνει σήμερα μιὰ καλὴ ἀφορμὴ νὰ ἀναρωτηθοῦμε ἂν ἔχουμε τὴ συναίσθηση ὅτι ὅλα τὰ καλὰ τὰ ἐνεργεῖ ἡ Χάρις τοῦ Κυρίου στὴ ζωή μας. Μιμούμενοι λοιπὸν τὸ παράδειγμά του ἂς ταπεινοφρονοῦμε κι ἂς κρύβουμε τὸν ἑαυτό μας. Τότε θὰ ἑλκύουμε πλουσιότερη τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Θὰ ἐνεργεῖ Ἐκεῖνος δι᾿ ἡμῶν καὶ θὰ μεγαλύνεται τὸ ἅγιο Ὄνομά του.

 

Γέροντας Αμβρόσιος Λάζαρης: Έχεις συνεχή θλίψη κι αυτό, παιδί μου, δεν είναι καλό…


(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

 

* Έχεις συνεχή θλίψη κι αυτό, παιδί μου, δεν είναι καλό. Πρόσεξέ το. Ο Θεός θέλει να είμαστε γεμάτοι από χαρά, δεν τη θέλει τη θλίψη. Να προσεύχεσαι, όσο μπορείς. Έστω κι αυτό το λίγο, το ακούει ο Θεός.

 

* Δεν αξίζει για τίποτα στον κόσμο να θλίβεσαι. Το ξέρεις αυτό; Να χαίρεσαι, μανούλα μου. Και να μη στενοχωριέσαι, να μη ζαλίζεσαι για πράγματα, που δεν είναι στη δικαιοδοσία σου.

 

* Στον Ουρανό έχει φύγει η γκρίνια, η ζήλια, η πείνα, η δίψα, η γυμνότης, ο φθόνος, η κακία. Εκεί είναι η χαρά, η καλοσύνη, είναι μέσα το κατοικητήριο του Θεού. Όπου είναι ο Θεός, μπορεί να πάει η κακία, η πλεονεξία, το μίσος, τα πάθη;

 

* Στις μέρες μας οι άνθρωποι και εμείς οι μοναχοί πρέπει να παραδεχτούμε ότι γίνεται αγώνας για τη σωτηρία μας. Αυτός, ο λίγος αγώνας, αλλά να είναι θετικός και σταθερός. Όχι σήμερα να κάνω μία προσευχή και την άλλη μέρα να την παρατήσω, να μην την ξανακάνω. Μια προσευχούλα σήμερα και άλλη αύριο και άλλη μεθαύριο, να είμαστε έτοιμοι για τον Ουρανό. Όχι για τα πράγματα της γης! Ήλθαν και παρήλθαν και εχάθησαν τα πράγματα της γης. Η καλοσύνη σου θα μένει στον αιώνα τον άπαντα.

 

* Όταν πάει μία προσευχή από έναν άγιο άνθρωπο, από μία πονεμένη ψυχή, και ζητήσει: «Κύριε, κάνε πιο πίσω το κακό αυτό, φέρε γαλήνη στο πλάσμα Σου εδώ κάτω», θα κάνει πίσω ο Κύριος, γιατί το αγαπάει το πλάσμα Του· οι προσευχές των ανθρώπων απ’ το Άγιον Όρος, αλλά κι από εδώ, μέσα στον κόσμο.

Ξέρεις πόσοι Άγιοι υπάρχουν μέσα στον κόσμο, που γονατίζουν κι ανοίγουν οι Ουρανοί και ο Κύριος τους ακούει με αγάπη;

 

* Υπάρχουν εγγράμματοι, που δεν πιστεύουν σήμερα στον Θεό, αλλά πιστεύουν στην επιστήμη τη δική τους. Κι άμα τους πεις: «Εσύ τη σοφία που έχεις δεν την απέκτησες μόνος σου», θα σε χλευάσει. «Άντε φύγε από εδώ! Εγώ έφαγα τα γράμματα με το κουτάλι και θα μου πεις εσύ;» Πολλοί διανοούμενοι δεν πιστεύουν στον Θεό, γιατί στηρίζονται στον εαυτό τους.

Λένε «εμείς», εμείς οι άνθρωποι, αλλά δεν είναι σωστό αυτό. Άμα λείψει η Χάρις του Θεού, τα πάντα γκρεμίστηκαν, καταργούνται και χάνονται. Ο Κύριος είναι ο Ίδιος ο Δημιουργός, ο Πλάσας τα Σύμπαντα. Αλλά δεν μπορεί το μυαλό του ανθρώπου να τα χωρέσει αυτά.

 

Από το βιβλίο της Ι. Μ. Δαδίου Παναγία η Γαυριώτισσα, «Γέρων Αμβρόσιος Λάζαρης, Ο πνευματικός της Μονής Δαδίου, Ο επιστήθιος φίλος του αγίου Πορφυρίου», των εκδόσεων Άθως. Κείμενα Μιχάλης Λεβέντης.

 

Στη σωτηρία του ανθρώπου συνεργούν συγχρόνως και η Χάρη του Θεού και η θέληση του ανθρώπου.


(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

 

Αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως

Περί επιμελείας ψυχής

 

Ομιλία Ζ’

Η Σωτηρία κατορθώνεται και με τη Χάρη του Θεού και με τη θέληση του ανθρώπου

 

«Ουδείς επιγινώσκει τον Υιόν, ει μη ο πατήρ, ουδέ τον πατέρα τις επιγινώσκει ει μη ο Υιός, και ω εάν βούληται ο Υιός αποκαλύψαι»
(Μτ. ια΄ 27)

 

Παρά το γεγονός ότι η θεία φιλανθρωπία είναι άπειρη, και πλούσια η Χάρη του Θεού για τη σωτηρία του ανθρώπου, εντούτοις η σωτηρία είναι αδύνατη χωρίς τη συγκατάθεση και τη συνεργασία του ανθρώπου.

Πρώτος αυτός οφείλει να συναισθανθεί ότι αμάρτησε· να μεταμεληθεί, να επιθυμήσει και να επιζητήσει τη σωτηρία του και έτσι η Χάρη να τον επιβραβεύσει με αυτήν.

Διότι η συναίσθηση και η μεταμέλεια, ο πόθος της σωτηρίας και η αναζήτησή της, είναι ένδειξη της επιστροφής προς τον Θεό, είναι σημείο αποστροφής της αμαρτίας και διάθεση ασκήσεως στην αρετή, είναι κατά κάποιο τρόπο επίκληση της θείας ευσπλαχνίας, η οποία βιάζεται να ελεήσει τον παραπλανημένο.

Ώστε για να μας σώσει η Χάρη, πρέπει να θέλουμε να σωθούμε. Γι’ αυτή την αλήθεια δίνουν μαρτυρία οι θείοι Πατέρες της Εκκλησίας.

Ο θείος Χρυσόστομος λέει:
«η Χάρη, παρότι είναι Χάρη, σώζει μόνο αυτούς που το θέλουν».

Επίσης και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος βεβαιώνει:
«το να σωθούμε προϋποθέτει και τη δική μας συμμετοχή και του Θεού»·

και ο Ιουστίνος προσθέτει: «Αν και ο Θεός έπλασε μόνος τον άνθρωπο, δεν σώζει τον άνθρωπο δίχως τη συγκατάθεσή του».

Πλανώνται αυτοί που πιστεύουν ότι ο άνθρωπος μπορεί να σωθεί μόνο με τη Χάρη του Θεού ή μόνο με τη δική του θέληση, δίχως τη θεία Χάρη.

Γιατί η μεν Χάρη, όπως επισημάναμε, δεν σώζει παρά μόνο όσους μετανόησαν και επέστρεψαν στον Κύριο, ενώ η θέληση χωρίς τη Χάρη είναι ανεπαρκής για τη σωτηρία, γιατί ο άνθρωπος αδυνατεί από μόνος του να δικαιώσει τον εαυτό του απέναντι στον Θεό.

Ωστόσο, η αδυναμία του έχει διαπιστωθεί ήδη στα πολλά χρόνια της υποδουλώσεώς του στην αμαρτία και την τυραννία του διαβόλου, χρόνια κατά τα οποία παρέμενε εκεί δουλεύοντας χωρίς τη θέλησή του και στενάζοντας και από αυτή την κατάσταση δεν μπόρεσε να τον ελευθερώσει ούτε η εξέλιξή του ούτε η σοφία του ούτε τίποτα άλλο.

Για τη δύναμη της ανθρώπινης θελήσεως ως μόνης ικανής για τη σωτηρία, πρώτος εγνωμάτευσε ο Πελάγιος, κατά τις αρχές του 5ου μ.Χ. αιώνα, και οι Πελαγιανοί, που τον ακολούθησαν. Για τη δύναμη της θείας Χάριτος ως της μόνης που σώζει τον άνθρωπο αποφάνθηκαν καταπολεμώντας τον Πελάγιο δύο σπουδαίοι Πατέρες της Δυτικής Εκκλησίας, ο ιερός Αυγουστίνος και ο Ιερώνυμος, ζητώντας την αποκήρυξη της εσφαλμένης διδασκαλίας του Πελαγίου.

Ωστόσο, σύνολη η Εκκλησία, αφού βάδισε τη μέση οδό, κήρυξε και τις δύο πλευρές λανθασμένες και δογμάτισε ότι «η σωτηρία του ανθρώπου κατορθώνεται με τη θεία Χάρη και με τη θέληση και τη συνεργασία του ιδίου».

Η γνώμη της Εκκλησίας είναι η μόνη ορθή και σύμφωνη με τις Άγιες Γραφές. Από αυτές τις Άγιες Γραφές παρουσιάζεται ότι απαιτούνται και τα δύο, και η Χάρη και η συγκατάθεση του ανθρώπου, για τη σωτηρία του.

Από τα ίδια τα λόγια του Σωτήρα θεωρείται δεδομένη η ανάγκη συνυπάρξεως και των δύο.

Ο Κύριος ερχόμενος για τη σωτηρία του ανθρώπινου γένους, δεν τους έσωζε όλους, παρόλο που ήθελε να σωθούν όλοι και να έλθουν στην επίγνωση της αλήθειας, αλλά μόνο αυτούς που τον ακολουθούσαν· γι’ αυτό όταν κήρυττε τους έλεγε: «όποιος θέλει να με ακολουθήσει, πρέπει να απαρνηθεί τον εαυτό του» για τη σωτηρία απαιτούσε αυταπάρνηση, η οποία είναι αδύνατον να συμβεί δίχως τη συγκατάθεση και την ατομική θέληση.

Επίσης, κηρύττει σ’ αυτούς που αποδέχονται τη σωτηρία ως προερχόμενη από την εκτέλεση των έργων του νόμου, δηλαδή από την ανθρώπινη θέληση και μόνο, λέγοντας: «Εγώ είμαι η θύρα· από μένα εάν κάποιος εισέλθει θα σωθεί» (Ιωάν. ι’ 9) και «χωρίς εμένα δεν μπορείτε τίποτα να κάνετε» (Ιωάν. ιε΄ 5), από τα οποία φανερώνεται η ανάγκη της συνυπάρξεως αμφοτέρων.

Στη σωτηρία λοιπόν του ανθρώπου συνεργούν συγχρόνως και η Χάρη του Θεού και η θέληση του ανθρώπου.

Η μεν Χάρη του Θεού προσκαλεί, διαφωτίζει τον νου και την καρδιά, η δε θέληση συνεργεί στη διάνοιξη των οφθαλμών και την κάθαρση της καρδιάς. Η σωτηρία λοιπόν ξεκινάει από τη Χάρη, μορφοποιείται από τη θέληση και τελειοποιείται από τη Χάρη η οποία τη στεφανώνει.

Η παραβολή του Σπορέα είναι πρόσφορο παράδειγμα. Ο σπορέας έσπειρε, η αγαθή γη δέχθηκε, ο δε Θεός αύξησε και ευλόγησε. Ώστε είναι ανάγκη να θέλουμε να σωθούμε, για να σωθούμε από τη Χάρη του Θεού.

 

Απόσπασμα από το βιβλίο του Αγίου Νεκταρίου, «Περί επιμελείας ψυχής», των εκδόσεων Άθως. Απόδοση στα Νέα Ελληνικά Ευανθία Χατζή, επιμέλεια κειμένου, επίμετρο Γιώργος Μπάρλας.

Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιώς ενημερώνει: «ΟΥΦΟΛΟΓΙΑ». ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΟΣΗΡΟΥ ΚΑΙ ΑΠΑΤΗΛΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ

  Μητροπολίτης Πειραιώς: «ΟΥΦΟΛΟΓΙΑ». ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΟΣΗΡΟΥ ΚΑΙ ΑΠΑΤΗΛΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ.