Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2025

Άγιος Ανδρέας: Ο Πρωτόκλητος μαθητής του Χριστού

 ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου –Καθηγητού.

 

Οι άγιοι Απόστολοι κατέχουν την πρωτοκαθεδρία στο αγιολόγιο της Εκκλησίας μας, διότι αυτοί υπήρξαν οι άμεσοι διάδοχοι του Κυρίου και οι συνεχιστές του επί γης σωτηριώδους έργου Του.

 Αυτοί συνέπηξαν την Εκκλησία και την επεξέτειναν ως τα πέρατα του κόσμου και γι’ αυτό ομολογούμε στο «Σύμβολο της Πίστεως» πίστη σε «Αποστολική Εκκλησία». Ένας από αυτούς υπήρξε ο άγιος απόστολος Ανδρέας ο Πρωτόκλητος

  O Απόστολος Ανδρέας ήταν, σύμφωνα με τις ευαγγελικές διηγήσεις, αδελφός του Σίμωνος Πέτρου, και αμφότεροι γιοι του Ιωνά, ή Ιωάννη και της Ιωάννας. Γεννήθηκε στη πόλη Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας, η οποία, όπως είναι γνωστό, κατοικούνταν κυρίως από εθνικούς ελληνιστές και οι Ιουδαίοι της περιοχής είχαν γίνει κοινωνοί της ελληνικής παιδείας και κουλτούρας. Το ελληνικό όνομα του Ανδρέα (που σημαίνει ανδρείος, γενναίος), όπως και άλλων μαθητών (Φιλίππου), μαρτυρεί αυτή την αλήθεια.

  Πιθανότατα ήταν μεγαλύτερος στην ηλικία από τον Πέτρο. Συγκατοικούσε με αυτόν στην Καπερναούμ και συνεργαζόταν ως αλιέας στην λίμνη της Γενησαρέτ ή Τιβεριάδας (Ματθ.4,18.Μαρκ.1,29). Τον διέκρινε βαθιά πίστη στο Θεό και γι’ αυτό πρωτύτερα είχε χρηματίσει μαθητής του Ιωάννου του Βαπτιστού. Εκεί κοντά στον Τίμιο Πρόδρομο απέκτησε σπάνια ευσέβεια και το σπουδαιότερο έμαθε για τον ερχόμενο Μεσσία. Φαίνεται ότι ήταν παρών όταν ο Ιωάννης έδειξε με το δάκτυλό του τον Κύριο και είπε: «ίδε ο αμνός του Θεού, ο αίρων τας αμαρτίας του κόσμου» (Ιωάν.1,30).

 Αυτή η φανέρωση του Μεσσία έκαμε προφανώς τον ευσεβή ψαρά να ακολουθήσει πρώτος τον Κύριο, χωρίς κανέναν δισταγμό και γι’ αυτό ονομάστηκε «Πρωτόκλητος» (Ιωάν.1,35-41). Άφησαν, μαζί με τον αδελφό του Πέτρο, τα ακριβά πλεούμενά τους, τα δίχτυα και τα σύνεργα της αλιείας τους και προσκολλήθηκαν στο Χριστό ως αφοσιωμένοι μαθητές Του.

  Το όνομα του Ανδρέα αναφέρεται στην Καινή Διαθήκη πάντοτε μαζί με αυτό του Φιλίππου, ο οποίος καταγόταν, όπως και εκείνος, από την Βηθσαϊδά. Μαζί με αυτόν είχε εκφράσει τη δυσπιστία του για τον χορτασμό των πεντακισχιλίων ανθρώπων με τους πέντε κρίθινους άρτους και τους δύο ιχθείς (Ιωάν.6,6-9). Αναφέρεται επίσης και στην περίπτωση της παρακλήσεως των Ελλήνων να ιδούν τον Κύριο (Ιωάν.12,20-22). 

  Για τελευταία φορά αναφέρεται το όνομα του Ανδρέα στην Καινή Διαθήκη, όταν ανέβηκε μαζί με τους άλλους Αποστόλους στο υπερώο της Ιερουσαλήμ «προσκαρτερούντες ομοθυμαδόν τη προσευχή και τη δεήσει συν γυναιξί και Μαρία τη μητρί του Ιησού και συν τοις αδελφοίς αυτού» (Πραξ.1,13-14), όπου και έλαβε μαζί με τους άλλους τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος (Πράξ.2,4).

  Μετά την Πεντηκοστή έλαχε σ’ αυτόν να αποσταλεί για ευαγγελισμό στην Έφεσο, όπου μαζί με τον Απόστολο Ιωάννη κήρυξαν μαζί και εδραίωσαν την Εκκλησία της μεγάλης αυτής πόλεως. Μετά έκαμε ιεραποστολική περιοδεία στον Εύξεινο Πόντο, όπου με κέντρο τη Σινώπη κήρυξε τον Χριστιανισμό στην περιοχή, μεταστρέφοντας πλήθος Ιουδαίων και ειδωλολατρών στη νέα πίστη.

  Κατόπιν πήγε με τον απόστολο Ματθία στην Σαμψούντα, στην Ιβηρία και στην Παρθία, όπου ίδρυσαν Εκκλησίες. Το 34 μ. Χ. τον βρίσκουμε Ιερουσαλήμ να εορτάζει το Πάσχα με τους άλλους αποστόλους. Μετά ανάλαβε νέα ιεραποστολική περιοδεία στην Αντιόχεια, Έφεσο, Λαοδικεία, Φρυγία, Νίκαια. Μετά περιόδευσε στον Πόντο. Στη συνέχεια, σύμφωνα με τον ιστορικό Ευσέβιο, μετέβηκε και κήρυξε στη Σκυθία και κατά τον άγιο Γρηγόριο το Ναζιανζηνό πέρασε στο Βυζάντιο, όπου ίδρυσε και εκεί Εκκλησία, γι’ αυτό θεωρείται ως ο ιδρυτής της Αποστολικής Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως.

  Από εκεί ήρθε στην Ελλάδα και κήρυξε κατ’ αρχάς στην  Ηράκλεια της Θράκης. Ύστερα στη Μακεδονία, κατέβηκε στην Πελοπόννησο, με κατάληξη στην Πάτρα, την οποία έκαμε κέντρο του ιεραποστολικού έργου του. Από εκεί εξορμούσε σε όλη τη δυτική Ελλάδα, όπου μετέστρεφε πλήθος Ιουδαίων και ειδωλολατρών, επιβεβαιώνοντας την αλήθεια του κηρύγματός του με πολλά θαύματα.

   Στην Πάτρα ήταν ρωμαίος διοικητής ο ανθύπατος Λεσβίος, ο οποίος ήταν ανεκτικός στη δράση του Ανδρέα. Όχι όμως ο διάδοχός του Αιγεάτης, ο οποίος ήταν φανατικός ειδωλολάτρης. Το έναυσμα του διωγμού του έδωσε η μεταστροφή της συζύγου του Αιγεάτη, Μαξιμίλλα, η οποία πίστεψε στο Χριστό ύστερα από θαυματουργική θεραπεία της από ανίατη αρρώστια.

   Οι σκοταδιστές ειδωλολάτρες ιερείς διέβαλαν τον άγιο Ανδρέα στον Αιγεάτη, ως επικίνδυνο, διότι ερήμωναν τα «ιερά» τους. Εκείνος έγειρε τότε μεγάλο διωγμό στην Αχαΐα, όπου συνέλαβε πρώτον τον άγιο Ανδρέα, τον οποίο καταδίκασε σε σταυρικό θάνατο, σε σταυρό σχήματος Χ., με το κεφάλι προς τα κάτω, επί εποχής Νέρωνα (54-68 μ. Χ.). Γι’ αυτό και ο τύπος αυτός του σταυρού καλείται «Σταυρός του Αγίου Ανδρέου». Το τίμιο λείψανό του το έθαψε με τιμές ο πρώτος επίσκοπος Πατρών Στρατοκλής με τιμές. Τον 4ο αιώνα μεταφέρθηκε από τον Μ. Κωνσταντίνο στην Κωνσταντινούπολη και τοποθετήθηκε στο ναό των Αγίων Αποστόλων, μαζί με τα τίμια λείψανα των άλλων Αποστόλων, από όπου το άρπαξαν οι αντίχριστοι σταυροφόροι το 1204 και το μετέφεραν στη Δύση. 

    Το 1964 επέστρεψαν οι παπικοί την Τιμία Κάρα του στην Αποστολική Εκκλησία των Πατρών, η οποία βρίσκεται στον μεγαλοπρεπή ναό που έχτισαν οι Χριστιανοί της αχαϊκής πρωτεύουσας. Στο ναό αυτό φυλάσσεται και τεμάχιο από το σταυρό, μαρτύρησε ο άγιος Ανδρέας. Επίσης έξω από τον ναό σώζεται αρχαιότατο πηγάδι, όπου υπήρχε και λειτουργούσε σκοταδιστικό μαντείο της «θεάς» Δήμητρας και όπου διαδραματίζονταν σκηνές απίστευτης δεισιδαιμονίας και οικονομικής εκμετάλλευσης των άτυχων οπαδών της αρχαίας ειδωλολατρικής θρησκείας. 

  Εκεί, σύμφωνα με την παράδοση κήρυττε ο άγιος Ανδρέας, καταδεικνύοντας τις απάτες των αδίστακτων ειδωλολατρών ιερέων και τον πρωτογονισμό της αρχαίας θρησκείας. Εκεί συνελήφθη και σταυρώθηκε.


 

ΚΥΡΙΑΚΗ 30 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2025 ΑΝΔΡΕΟΥ ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΟΥ (Ιω. α΄ 35-52) (Α΄ Κορ. δ΄ 9-16)

                    Απόστολος Ανδρέας ο Πρωτόκλητος - Pemptousia

Αλιείς ανθρώπων

«Ευρήκαμεν τον Μεσσίαν».

  Γιορτάζουμε σήμερα με λαμπρότητα τη μνήμη του αγίου και αποστόλου Ανδρέα, του Πρωτοκλήτου. Του πρώτου μαθητή που ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα του Χριστού, εκείνου που άφησε τα δίχτυα της Βηθσαϊδά για να γίνει «αλιεύς ανθρώπων».

  Η ζωή του αποστόλου Ανδρέα είναι ένα υπόδειγμα πρωτοβουλίας και παραδειγματικής πίστης. Ήταν ο πρώτος που ακολούθησε τον Ιησού, και αμέσως μετά, οδήγησε και τον αδελφό του, τον Πέτρο, στον Διδάσκαλο, με εκείνα τα λιτά, αλλά τόσο δυναμικά λόγια: «Ευρήκαμεν τον Μεσσίαν»

 Αυτή η φράση αποτελεί την πεμπτουσία της αποστολικής του δράσης: η χαρά της εύρεσης του Χριστού δεν μπορεί να αποκρυβεί. Η πίστη δεν είναι ατομική υπόθεση, αλλά μια φλόγα που φουντώνει, καίει και φωτίζει τους γύρω. Ο απόστολος Ανδρέας μάς διδάσκει ότι κάθε Χριστιανός είναι κατ’ ουσία ένας «Πρωτόκλητος» και ένας «Ανδρέας», καλούμενος να μεταδώσει τη Χάρη που έλαβε.

 Το κήρυγμα του αποστόλου Ανδρέα απλώθηκε σε πολλές περιοχές, από τη Μαύρη Θάλασσα μέχρι την Ελλάδα, και, κατά την ιερή μας παράδοση, έφτασε μέχρι την πατρίδα μας, την Κύπρο, αφήνοντας πίσω του ένα διαχρονικό πνευματικό αποτύπωμα.

Η χάρη του στην Κύπρο

 Στο ανατολικότερο άκρο του νησιού μας, στην ακριτική χερσόνησο της Καρπασίας, δεσπόζει η φημισμένη και κατεχόμενη σήμερα ιερά μονή του αποστόλου Ανδρέα. Αυτό το ιερό προσκύνημα δεν είναι απλώς ένας ναός, ένα ιερό προσκύνημα, είναι ένα ζωντανό μνημείο οικουμενικής εμβέλειας, της αδιάλειπτης σχέσης του νησιού μας με τον Πρωτόκλητο απόστολο, μια αιώνια γέφυρα πίστης, αλλά και ελπίδας ότι με την βοήθεια του Θεού θ’ αποκατασταθεί το δίκαιο σ’ αυτό τον πολύπαθο τόπο. Θα ηχήσουν σύντομα και εκεί αναστάσιμα οι καμπάνες.

 Η τοπική παράδοση θέλει το πλοίο του αποστόλου Ανδρέα να αγκυροβολεί σ’ εκείνη την περιοχή λόγω νηνεμίας. Εκεί, ο απόστολος έκανε το θαύμα του: χτύπησε τον ξηρό βράχο με το ραβδί του, και αμέσως ανάβλυσε άφθονο αγίασμα, ένα νερό που όχι μόνο ξεδίψασε τους ταξιδιώτες, αλλά και θεράπευσε την τύφλωση του παιδιού του καπετάνιου.

Αδελφοί μου, αυτό το θαύμα στην πατρίδα μας την Κύπρο είναι ένα κήρυγμα από μόνο του. Το νερό που ξεπηδά από τον βράχο συμβολίζει τη ζωή που χαρίζει ο Χριστός, η οποία έρχεται σε εμάς δια του κηρύγματος των αποστόλων. Η τύφλωση του παιδιού αντιπροσωπεύει τη δική μας πνευματική τύφλωση, την αδυναμία μας να διακρίνουμε το φως και την αλήθεια του Θεού μέσα στον κόσμο. Ο απόστολος Ανδρέας, με τη Χάρη του Θεού, φέρνει το φως στην ψυχή, θεραπεύοντας την άγνοια, την αμφιβολία και την αμαρτία.

 Η μονή του αποστόλου Ανδρέα στην Καρπασία, παρά τα εμπόδια και τις δυσκολίες που παρεμβάλλει η κατοχή, παρέμεινε και παραμένει για αιώνες ένα παγκύπριο προσκύνημα, ένα σύμβολο ελπίδας. Είναι ένα μέρος όπου Έλληνες και Τούρκοι Κύπριοι, Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι, έφταναν με πίστη για να προσκυνήσουν και να ζητήσουν τη χάρη του αγίου. Μας υπενθυμίζει ότι η πίστη στον Θεό ξεπερνά εθνικά και πολιτικά σύνορα, και γίνεται κοινή πηγή παρηγοριάς και ελπίδας.

 Σήμερα, αν και η φυσική παρουσία μας στη μονή εμποδίζεται από το καθεστώς της κατοχής, η πνευματική μας σύνδεση παραμένει άρρηκτη. Η φωνή του Πρωτοκλήτου ηχεί ακόμη στην καρδιά κάθε συμπατριώτη μας.

Η δική μας «Βηθσαϊδά»

 Ας αναρωτηθούμε: ποια είναι η δική μας «Βηθσαϊδά»; Ποια «δίχτυα» μας κρατούν δεμένους και μας εμποδίζουν ν’ ακολουθήσουμε τον Χριστό, με όλη τη δύναμη και θέρμη της ψυχής μας; Ποια είναι η «τύφλωση» από την οποία προσβαλλόμαστε και που θα πρέπει να θεραπευτεί μέσα μας;

 Ο απόστολος Ανδρέας, που με «ανδρεία» (όπως δηλώνει και το όνομά του) βάδισε στον σταυρό – τη μαρτυρική του τελείωση – μας καλεί να μιμηθούμε την αφοβία, την αφοσίωσή του, αλλά και την υποδειγματική προσήλωσή του. Να γίνουμε κι εμείς, όπως αυτός, γέφυρες που οδηγούν τους συνανθρώπους μας στον Χριστό, αρχίζοντας από τους πιο κοντινούς μας, όπως έκανε με τον αδελφό του Πέτρο.

 Ας ζητήσουμε από τον Πρωτόκλητο Απόστολο Ανδρέα, τον προστάτη και θεραπευτή της πατρίδας μας Κύπρου, να πρεσβεύει στον Κύριο:

  1. Να μας φωτίζει, ώστε να βλέπουμε καθαρά το θέλημα του Θεού.
  2. Να μας ενδυναμώνει, ώστε ν’ αντιμετωπίζουμε με πίστη τις δικές μας «νηνεμίες» και δοκιμασίες.
  3. Να αποκατασταθούν η ελευθερία και η ειρήνη στην Κύπρο μας και ν’ αναβλύσει και πάλι το αγίασμα της αγάπης σε όλο το νησί μας.

 Αγαπητοί αδελφοί, με την ευχή αυτή, ας φεύγουμε από τον ιερό αυτό Ναό, έχοντας φουντωμένη την φλόγα του Πρωτοκλήτου στην ψυχή μας, πρόθυμοι να διακηρύξουμε και εμείς δι’ ευχών του αποστόλου Ανδρέα: «Ευρήκαμεν τον Μεσσίαν».

Χριστάκης Ευσταθίου,

Θεολόγος

Ἀποστόλου Ἀνδρέα – Εὐαγγελικὸ καί Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 30 Νοεμβρίου 2025

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ιω. α΄ 35-52

35 Τῇ ἐπαύριον πάλιν εἱστήκει ὁ Ἰωάννης καὶ ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ δύο, 36 καὶ ἐμβλέψας τῷ Ἰησοῦ περιπατοῦντι λέγει· Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ. 37 καὶ ἤκουσαν αὐτοῦ οἱ δύο μαθηταὶ λαλοῦντος καὶ ἠκολούθησαν τῷ Ἰησοῦ. 38 στραφεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς καὶ θεασάμενος αὐτοὺς ἀκολουθοῦντας λέγει αὐτοῖς· 39 Τί ζητεῖτε; οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· Ραββί· ὃ λέγεται μεθερμηνευόμενον Διδάσκαλε· ποῦ μένεις; 40 λέγει αὐτοῖς· Ἔρχεσθε καὶ ἵδετε. ἦλθαν οὖν καὶ εἶδον ποῦ μένει, καὶ παρ’ αὐτῷ ἔμειναν τὴν ἡμέραν ἐκείνην· ὥρα ἦν ὡς δεκάτη. 41 Ἦν Ἀνδρέας ὁ ἀδελφὸς Σίμωνος Πέτρου εἷς ἐκ τῶν δύο τῶν ἀκουσάντων παρὰ Ἰωάννου καὶ ἀκολουθησάντων αὐτῷ· 42 εὑρίσκει οὗτος πρῶτον τὸν ἀδελφὸν τὸν ἴδιον Σίμωνα καὶ λέγει αὐτῷ· Εὑρήκαμεν τὸν Μεσσίαν· ὅ ἐστιν μεθερμηνευόμενον Χριστός· 43 καὶ ἤγαγεν αὐτὸν πρὸς τὸν Ἰησοῦν. ἐμβλέψας αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· Σὺ εἶ Σίμων ὁ υἱὸς Ἰωνᾶ· σὺ κληθήσῃ Κηφᾶς, ὃ ἑρμηνεύεται Πέτρος. 44 Τῇ ἐπαύριον ἠθέλησεν ὁ Ἰησοῦς ἐξελθεῖν εἰς τὴν Γαλιλαίαν, καὶ εὑρίσκει Φίλιππον καὶ λέγει αὐτῷ· Ἀκολούθει μοι. 45 ἦν δὲ ὁ Φίλιππος ἀπὸ Βηθσαϊδά, ἐκ τῆς πόλεως Ἀνδρέου καὶ Πέτρου. 46 εὑρίσκει Φίλιππος τὸν Ναθαναὴλ καὶ λέγει αὐτῷ· Ὃν ἔγραψε Μωϋσῆς ἐν τῷ νόμῳ καὶ οἱ προφῆται, εὑρήκαμεν, Ἰησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ Ἰωσὴφ τὸν ἀπὸ Ναζαρέτ. 47 καὶ εἶπεν αὐτῷ Ναθαναήλ· Ἐκ Ναζαρὲτ δύναταί τι ἀγαθὸν εἶναι; λέγει αὐτῷ Φίλιππος· Ἔρχου καὶ ἴδε. 48 εἶδεν ὁ Ἰησοῦς τὸν Ναθαναὴλ ἐρχόμενον πρὸς αὐτὸν καὶ λέγει περὶ αὐτοῦ· Ἴδε ἀληθῶς Ἰσραηλίτης ἐν ᾧ δόλος οὐκ ἔστι. 49 λέγει αὐτῷ Ναθαναήλ· Πόθεν με γινώσκεις; ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Πρὸ τοῦ σε Φίλιππον φωνῆσαι, ὄντα ὑπὸ τὴν συκῆν εἶδόν σε. 50 ἀπεκρίθη Ναθαναήλ καὶ λέγει αὐτῷ· Ραββί, σὺ εἶ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ. 51 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ὅτι εἶπόν σοι, εἶδόν σε ὑποκάτω τῆς συκῆς, πιστεύεις; μείζω τούτων ὄψῃ. 52 καὶ λέγει αὐτῷ· Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἀπ’ ἄρτι ὄψεσθε τὸν οὐρανὸν ἀνεῳγότα, καὶ τοὺς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ἀναβαίνοντας καὶ καταβαίνοντας ἐπὶ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου.

Νεοελληνική Απόδοση

35 Την επομένην ημέραν έστεκε πάλιν ο Ιωάννης στον τόπον αυτόν και δύο από τους μαθητάς του. 36 Και καθώς με απέραντον σεβασμόν εκύτταξε τον Ιησούν, που περιπατούσε κάπου εκεί, λέγει· “ιδού ο αμνός του Θεού”. 37 Και οι δύο μαθηταί του ήκουσαν τα λόγια του αυτά και ηκολούθησαν τον Ιησούν. 38 Εγύρισε δε ο Ιησούς και όταν τους είδε να τον ακολουθούν, λέγει εις αυτούς. 39 “Τι ζητείτε;” Εκείνοι δε του είπαν· “ραββί-που σημαίνει εις τα ελληνικά διδάσκαλε-που μένεις;” 40 Είπεν εις αυτούς· “ελάτε και ιδέτε που μένω”. Ηλθαν, λοιπόν, και είδαν που μένει και έμειναν κοντά του την ημέραν εκείνην. Η ώρα δε ήτο τέσσαρες το απόγευμα. 41 Ενας δε από τους δύο, που ήκουσαν τα όσα ο Ιωάννης είπε περί του Ιησού και ηκολούθησαν αυτόν, ήτο ο Ανδρέας, ο αδελφός του Σιμωνος Πετρου. 42 Αυτός, λοιπόν, πρώτος ευρίσκει τον αδελφόν του τον Σιμωνα και του λέγει· “ευρήκαμεν τον Μεσσίαν, όνομα που ερμηνεύεται εις την ελληνικήν Χριστός”. 43 Και ωδήγησεν αυτόν προς τον Ιησούν. Και ο Ιησούς αφού τον εκύτταξε με βλέμμα βαθύ και στοργικόν είπε· “συ είσαι Σιμων, ο υιός του Ιωνά· συ θα ονομασθής Κηφάς, όνομα που ερμηνεύεται εις την ελληνικήν Πετρος”. 44 Την άλλην ημέραν απεφάσισεν ο Χριστός να αναχωρήση από την Ιουδαίαν δια την Γαλιλαίαν. Ευρίσκει τον Φιλιππον (μαθητήν και αυτός του Βαπτιστού, από τον οποίον πολλά είχε ακούσει περί του Μεσσίου) και του λέγει· “έλα κοντά μου”. 45 Ο δε Φιλιππος κατήγετο από την Βηθσαϊδά, από την πατρίδα του Ανδρέου και του Πετρου. 46 Ευρίσκει ο Φιλιππος τον Ναθαναήλ και του λέγει· “αυτόν που έγραψε ο Μωϋσής στον Νομον και προανήγγειλαν οι προφήται εις τα προφητικά των βιβλία τον ευρήκαμεν· είναι ο Ιησούς, ο υιός του Ιωσήφ, από την Ναζαρέτ”. 47 Ο Ναθαναήλ όμως είπεν εις αυτόν· “από την Ναζαρέτ είναι δυνατόν να βγη κάτι καλόν;” Λεγει εις αυτόν ο Φιλιππος· “έλα και ιδέ μόνος σου, δια να πεισθής”. 48 Είδεν ο Ιησούς τον Ναθαναήλ να έρχεται προς αυτόν και λέγει περί αυτού· “ιδού ένας γνήσιος Ισραηλίτης, στον οποίον δεν υπάρχει πονηρία”. 49 Λεγει εις αυτόν ο Ναθαναήλ· “από που με γνωρίζεις;” Απήντησεν ο Ιησούς και του είπε· “προτού σε φωνάξη ο Φιλιππος, όταν ήσουνα κάτω από την συκήν, μακρυά από κάθε ανθρώπινον μάτι, εγώ σε είδα”. 50 Απεκρίθη τότε ο Ναθαναήλ και του είπε· “Διδάσκαλε, συ είσαι ο Υιός του Θεού, συ είσαι ο Βασιλεύς του Ισραήλ, τον οποίον, σύμφωνα με τις προφητείες, επεριμέναμεν”. 51 Του απήντησεν δε ο Ιησούς· “Διότι σου είπα ότι σε είδα κάτω από την συκήν, πιστεύεις; Θα ίδης ακόμη μεγαλύτερα από αυτά”. 52 Και εν συνεχεία λέγει προς αυτόν, ώστε να ακούσουν και οι άλλοι μαθηταί· “σας διαβεβαιώνω, ότι από τώρα θα ίδετε ανοικτόν τον ουρανόν και τους αγγέλους του Θεού ν’ ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν, να συνοδεύουν και να υπηρετούν τον υιόν του ανθρώπου (ο οποίος ως Θεός είναι κύριος και των αγγέλων)”.

***************************************************

ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ

Περίλαμπρη εἶναι ἡ σημερινὴ ἡμέρα, διότι ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία τιμᾶ τὴ μνήμη ἑνὸς πολὺ σπουδαίου Ἁγίου. Ἑνὸς Ἀποστόλου, ὁ ὁποῖος μάλιστα πρῶτος κλήθηκε στὸ ἀποστολικὸ ἀξίωμα. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἅγιος ἔνδοξος καὶ πανεύφημος ἀπόστολος Ἀνδρέας ὁ Πρωτόκλητος. Ποιά γλώσσα, ποιοί λόγοι θὰ μποροῦσαν νὰ ἐξυμνήσουν τὸ μεγαλεῖο τῆς μορφῆς του; Ὁπωσδήποτε κάτι ἰδιαίτερο, κάτι μοναδικὸ θὰ εἶδε ὁ Κύριος στὰ βάθη τῆς καρδιᾶς του καὶ τὸν κάλεσε πρῶτο νὰ γίνει μαθητής του.

1. Μὲ βαθὺ πόθο

Πατρίδα τοῦ Ἀνδρέα ἦταν ἡ Βηθσαϊδὰ τῆς Γαλιλαίας. Στὰ ἥσυχα νερὰ τῆς λίμνης Τιβεριάδος ἐργαζόταν ὡς ψαράς. Ἡ εὐλαβὴς ψυχή του, ὡστόσο, μὲ ἀγωνία προσδοκοῦσε τὸν ἀναμενόμενο Μεσσία. Γι᾿ αὐτὸ ἀπὸ νωρὶς εἶχε γίνει μαθητὴς τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Κάποια ἡμέρα, λοιπόν, ὅπως ἀκούσαμε στὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο, συνέβη ἐκεῖνο ποὺ χρόνια περίμενε. Ἄκουσε καὶ εἶδε τὸν Πρόδρομο νὰ ὑψώνει τὸ χέρι καὶ νὰ τοῦ ὑποδεικνύει τὸν «Ἀμνὸν τοῦ Θεοῦ»! Μὲ ἀσυγκράτητη χαρὰ ἔσπευσε μαζὶ μὲ τὸν ἄλλο μαθητὴ τοῦ Προδρόμου, τόν μετέπειτα εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη, καὶ πλησίασαν τὸν Χριστό. Ἐκεῖνος στράφηκε πρὸς τὸ μέρος τους καὶ τοὺς ρώτησε: «Τί ζητεῖτε;» «Ραββί, ποῦ μένεις;», ἀποκρίθηκαν σεβαστικά. Διδάσκαλε, ποῦ μένεις γιὰ νὰ Σὲ ἐπισκεφθοῦμε καὶ νὰ συνομιλήσουμε μαζί Σου; Τότε ὁ Κύριος τοὺς προσκάλεσε στὸ σπίτι ὅπου διέμενε.

«Ραββί, ποῦ μένεις;» Ἡ ἐρώτηση αὐτὴ τοῦ Ἀνδρέα καὶ τοῦ Ἰωάννη δὲν ἐκφράζει περιέργεια, ἀλλὰ ἕνα βαθὺ πόθο, μιὰ ἔντονη προσδοκία νὰ γνωρίσουν τὸν Κύριο. Ἡ ψυχή τους ἔπασχε, ἀγωνιοῦσε νὰ βρεῖ τὸν προσδοκώμενο Χριστό. Δὲν τοὺς ἀρκοῦσε μόνο νὰ Τὸν δοῦν. Δὲν τοὺς ἔφθανε μιὰ ἁπλὴ ἐξωτερικὴ ἐπικοινωνία. Ἤθελαν «κατὰ μόνας ἐντυχεῖν αὐτῷ καὶ μεθ᾿ ἡσυχίας» (PG 129, 1137), σημειώνει ὁ ἑρμηνευτὴς Ζιγαβηνός. Ἤθελαν νὰ συνομιλήσουν μόνοι μαζί Του· ὄχι ἔξω στὸν θόρυβο τοῦ δρόμου, ἀλλὰ στὴν ἡσυχία· νὰ Τὸν γνωρίσουν βαθύτερα. Γι’ αὐτὸ ὁ καρδιογνώστης Κύριος τοὺς κράτησε κοντά Του τὴν ἡμέρα ἐκείνη.

Γιὰ νὰ πλησιάσει κανεὶς τὸν Κύριο καὶ νὰ Τὸν γνωρίσει, δὲν ἀρκεῖ μιὰ τυπικὴ πνευματικὴ ζωή, οὔτε ἡ πρόχειρη ἀνάγνωση κάποιων βιβλίων. Ἀπαιτεῖται μιὰ βαθύτερη προσέγγιση, μιὰ κατ᾿ ἰδίαν ἐπικοινωνία κατὰ τὶς κατανυκτικὲς ὧρες τῆς προσευχῆς καὶ τῆς πνευματικῆς μελέτης. Χρειάζεται ἕνας, κατὰ τὸ δυνατόν, περιορισμὸς τῶν ἐξωτερικῶν θορύβων τῆς καθημερινότητας, μιὰ συνάντηση μὲ τὸν Κύριο − «μόνος πρὸς Μόνον» − στὸ «ταμιεῖον» τῆς καρδιᾶς. Ἐκεῖ ἀποκαλύπτεται ὁ Χριστός.

2. Ἡ εὕρεση τοῦ θησαυροῦ

«Εὑρήκαμεν τὸν Μεσσίαν!» Βρήκαμε τὸν Μεσσία! Βρήκαμε τὸν Χριστό! Αὐτὸ ἀναφώνησε μὲ ἐνθουσιασμὸ ὁ Ἀν­δρέας στὸν ἀδελφό του Πέτρο, μετὰ τὴ συγ­κλονιστικὴ ἐκείνη συνάντηση ποὺ εἶχε μὲ τὸν Κύριο. Καμία ἀμφιβολία, κανένας δισταγμὸς δὲν ὑπῆρχε στὴν ψυχή του. Εἶχε βρεῖ Αὐτὸν ποὺ ἐπὶ χιλιάδες χρόνια προσδοκοῦσε ὁ κόσμος· Αὐτὸν τὸν Ὁποῖο προανήγγειλαν οἱ Γραφές· Αὐτὸν ποὺ καὶ ὁ ἴδιος ποθοῦσε.

Τὸ ρῆμα καὶ μόνο ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ Ἀνδρέας, «εὑρήκαμεν», παραπέμπει στὴν εὕρεση ἑνὸς ἀκριβοῦ θησαυροῦ, ἑνὸς πολύτιμου μαργαρίτη. Πράγματι, ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς παρομοιάζει τὸν Ἑαυτό του μὲ κρυμμένο θησαυρὸ καὶ μὲ πολύτιμο μαργαριτάρι, ποὺ ὅταν τὸ βρῆκε κάποιος ἔμπορος, πούλησε ὅ,τι εἶχε γιὰ νὰ τὸ κάνει δικό του. Αὐτὸ ἔπραξε καὶ ὁ Ἀνδρέας. Ὅταν ἀργότερα τὸν κάλεσε ὁ Κύριος κοντά Του, ἄφησε ὅ,τι εἶχε, ἔμεινε χωρὶς κάτι ἄλλο, παρὰ μόνο μὲ τὸν Χριστὸ καὶ ἔγινε Μαθητὴς καὶ Ἀπόστολός του. Ἀπὸ ψαρὰς στὴν Τιβεριάδα ἔγινε «ἁλιεὺς ἀνθρώπων» στὴ θάλασσα τῆς οἰκουμένης. Ἀπὸ ἀγράμματος βιοπαλαιστὴς ἔγινε πάνσοφος Θεολόγος. Ἀντάλλαξε τὸ παρὸν μὲ τὴν αἰωνιότητα· τὸ τίποτε, μ᾿ Ἐκεῖνον ποὺ εἶναι τὸ πᾶν.

«Εὑρήκαμεν τὸν Μεσσίαν», ἀναφωνεῖ κάθε ἄνθρωπος, ὅταν γνωρίσει βαθύτερα τὸν Κύριο. Παίρνει ἄλλη τροπὴ ἡ ζωή του. Ἀνοίγουν τὰ μάτια του. Βλέπει διαφορετικὰ τὸν κόσμο γύρω του. Ἀλλάζει. Ἡ ψυχή του γαληνεύει, γεμίζει. Τίποτε πλέον δὲν τοῦ λείπει. Διότι βρίσκοντας τὸν Χριστὸ ἀνακαλύπτει τὸν σκοπὸ τῆς ζωῆς του. Βρίσκει τὸ πᾶν. Τὸ μόνο ποὺ τὸν ἀπασχολεῖ στὸ ἑξῆς εἶναι νὰ κρατήσει μόνιμα στὴν καρδιά του τὸν Κύριο, μὲ ὁποιοδήποτε κόστος. Θέλησα νὰ γίνω μεγαλέμπορος προσφέροντας ὅλα ὅσα ἔχω, γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. «Τὸν τίμιον ὠνησάμενος μαργαρίτην καὶ ἀντιδοὺς τὰ ρέοντα καὶ συρόμενα τῶν ἑστώτων καὶ οὐρανίων». Ἀγοράζοντας τὸν πολύτιμο μαργαρίτη καὶ ἀνταλλάσσοντας τὰ ἐπίγεια καὶ πρόσ­καιρα μὲ τὰ οὐράνια καὶ αἰώνια. «Ἥπερ δὴ πραγματειῶν μεγίστη καὶ βεβαιοτάτη τοῖς γε νοῦν ἔχουσι» (PG 35, 1045). Αὐτὸ εἶναι τὸ πιὸ μεγάλο, ἀσφαλὲς καὶ ἔξυπνο ἐμπόριο.

Πολλὲς σπουδαῖες ἀνακαλύψεις ἔχει καταγράψει ἡ ἀνθρώπινη ἐπιστήμη, γιὰ τὶς ὁποῖες κάποτε οἱ ἐρευνητὲς δαπανοῦν ὁλόκληρη τὴ ζωή τους. Ὅποιος ὅμως γνωρίσει τὸν Κύριο, ἔχει βρεῖ τὸν πολυτιμότερο θησαυρό· θησαυρὸ μὲ αἰώνια ἀξία. Αὐτὸ τὸν ἀνεξάντλητο θησαυρό, τὸν Χριστό, εἴθε νὰ κατέχουμε κι ἐμεῖς, μὲ τὶς πρεσβεῖες τοῦ ἀποστόλου Ἀνδρέα τοῦ Πρωτοκλήτου.

                  ***************************************************

 

 

Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 30 Νοεμβρίου 2025, Ἀποστόλου Ἀνδρέα (Α΄ Κορ. δ΄ 9-16)

9 Ἀδελφοί, ὁ Θεὸς ἡμᾶς τοὺς ἀποστόλους ἐσχάτους ἀπέδειξεν, ὡς ἐπιθανατίους, ὅτι θέατρον ἐγενήθημεν τῷ κόσμῳ, καὶ ἀγγέλοις καὶ ἀν­θρώ­ποις. 10 ἡμεῖς μωροὶ διὰ Χριστόν, ὑμεῖς δὲ φρόνιμοι ἐν Χριστῷ· ἡμεῖς ἀσθενεῖς, ὑ­μεῖς δὲ ἰσχυροί· ὑμεῖς ἔν­δοξοι, ἡμεῖς δὲ ἄτιμοι. 11 ἄχρι τῆς ἄρτι ὥρας καὶ πεινῶμεν καὶ διψῶμεν καὶ γυμνητεύομεν καὶ κολαφιζόμεθα καὶ ἀστατοῦμεν 12 καὶ κοπιῶμεν ἐργαζόμενοι ταῖς ἰδίαις χερσί· λοιδορούμενοι εὐλογοῦμεν, δι­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­ωκόμενοι ἀνεχόμεθα, 13 βλασφημούμενοι παρα­κα­λοῦμεν· ὡς περικαθάρ­ματα τοῦ κόσμου ἐγενή­θημεν, πάντων περίψημα ἕως ἄρτι. 14 Οὐκ ἐντρέπων ὑμᾶς γρά­φω ταῦτα, ἀλλ᾿ ὡς τέκνα μου ἀγαπητὰ νουθετῶ. 15 ἐὰν γὰρ μυρίους παιδα­γωγοὺς ἔχητε ἐν Χριστῷ, ἀλλ᾿ οὐ πολλοὺς πατέρας· ἐν γὰρ Χριστῷ Ἰησοῦ διὰ τοῦ εὐαγγελίου ἐγὼ ὑμᾶς ἐγέννησα. 16 παρακαλῶ οὖν ὑμᾶς, μιμηταί μου γίνεσθε.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

9 Ἀδελφοί, ὁ Θεός ἐμᾶς τούς Ἀπο­­­­­­­στόλους μᾶς παρουσίασε δημόσια καί στά μάτια ὅλων ὡς τελευταίους, ὡς καταδίκους πού πρόκειται νά θα­­­να­­τωθοῦν. Διότι γίναμε θέαμα σ’ ὅλο τόν κόσμο, καί στούς ἀγγέλους καί στούς ἀνθρώπους. Καί ἀπό τή μιά μᾶς θαυμάζουν οἱ ἐνάρετοι ἄνθρωποι, ἐνῶ ἀπό τήν ἄλλη μᾶς περιφρονοῦν καί μᾶς χλευάζουν οἱ ἄλλοι. 10 Ἐμεῖς οἱ Ἀπόστολοι θεωρούμαστε ἀπό τούς ἀπί­στους ἠλίθιοι καί ἀνόητοι γιά τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ· ἐσεῖς ὅμως εἶστε συνετοί ἐν Χριστῷ. Ἐμεῖς εἴμαστε ἀσθε­νεῖς καί καταδιωκόμαστε ἀπό τούς ἀνθρώπους· ἐσεῖς ὅμως εἶστε ἰσχυροί, διότι δέν σᾶς βρῆκε κάποιος πειρασμός. Ἐσεῖς εἶστε ἔνδοξοι, ἐμεῖς ὅμως εἴ­μαστε ἄτι­μοι καί περιφρονημένοι. 11 Μέχρι τήν ὥρα αὐτή πού σᾶς γράφω, καί πεινοῦμε καί ὑποφέρουμε ἀπό δίψα στίς περιοδεῖες μας, καί δέν ἔχουμε ἀρκετά ροῦχα, ὅταν στή μέση τῶν ταξιδιῶν μας μᾶς πιάνει ξαφνικά ὁ χειμώνας· καί δεχόμαστε χτυπήματα καί κακομεταχειρίσεις, καί δέν παραμένουμε μόνιμα πουθενά, ἀλλά διαρκῶς φεύγουμε ἐδῶ κι ἐκεῖ. 12 Καί κοπιάζουμε δουλεύοντας μέ τά ἴδια μας τά χέρια. Τήν ὥρα πού μᾶς βρίζουν ἐκεῖνοι πού ἀπιστοῦν στό Εὐαγγέλιο καί μᾶς περιγελοῦν, ἐμεῖς εὐχόμαστε τό καλό τους. Ἐνῶ μᾶς καταδιώκουν, δείχνουμε ἀνοχή στούς διῶκτες μας. 13 Ἐνῶ μᾶς δυσφημοῦν καί μᾶς συκοφαντοῦν, ἀπα-ν­τοῦμε μέ λόγια γλυκά καί παρηγορητικά. Σάν καθάρματα καί σκουπίδια τοῦ κόσμου γίναμε, ἀποβρά­σματα ἀκάθαρτα τῆς κοινωνίας στά μάτια ὅλων μέχρι τή στιγμή αὐτή. 14 Δέν θέλω μ’ αὐτά πού σᾶς γράφω νά σᾶς ντροπιάσω, ἀλλά σάν παιδιά μου ἀγαπητά σᾶς συμβουλεύω. 15 Ναί. Σᾶς συμβουλεύω μέ πατρική λαχτάρα καί στοργή. Διότι, ἐάν ἔχετε πάρα πολλούς παιδαγωγούς καί διδασκάλους ἐν Χριστῷ, δέν ἔχετε ὅμως πολλούς πατέρες. Ἕναν καί μόνο πνευματικό πατέρα ἔχετε, ἐμένα. Διότι ἐγώ μέ τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου σᾶς γέννησα πνευματικά, μέ τή χάρη πού μοῦ ἔδωσε ἡ κοινωνία καί ἡ σχέση μου μέ τόν Χριστό. 16 Ἀφοῦ λοιπόν εἶμαι πατέρας σας, σᾶς παρακαλῶ νά γίνεστε μιμητές μου.

 

Μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος Φιλουμένου του Κυπρίου (29 Νοεμβρίου)

Σήμερα τιμούμε τη μνήμη του Αγίου Νικολάου Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, του Αγίου Μάρτυρος Φιλουμένου, που έζησε τον 3ο αιώνα στη Λυκαονία και του Ιερομάρτυρα Φιλουμένου του Κυπρίου, που μαρτύρησε στο προσκύνημα του Φρέατος του Ιακώβ το 1979 και πρόσφατα έχει διακηρυχθεί επίσημα από την Εκκλησία η αγιότητά του.

Τιμούμε επίσης τη μνήμη του Αγίου Παραμόνου και άλλων 370 Χριστιανών, που μαρτύρησαν μαζί του, κατά τα μέσα του 3ου αιώνα, στο μεγάλο διωγμό του αυτοκράτορα Δεκίου.

Ο Άγιος Παράμονος και οι υπόλοιποι μάρτυρες είχαν συλληφθεί και βρίσκονταν φυλακισμένοι κοντά στον ποταμό Τίγρη. Συνέπεσε τότε να πραγματοποιούνται στην περιοχή εκείνη τελετές προς τιμήν της αιγυπτιακής θεάς Ίσιδος, στις οποίες πρωτοστατούσε ο φανατικός ειδωλολάτρης άρχοντας Ακυλίνος, με εντολή του οποίου, οι φυλακισμένοι οδηγήθηκαν μπροστά στους ειδωλολατρικούς βωμούς και τους ζητήθηκε να πάρουν μέρος στις θυσίες.

Η άρνησή τους και η ταυτόχρονη ομολογία στο Χριστό εξαγρίωσε τον Ακυλίνο, που διέταξε τους στρατιώτες να τους κατασφάξουν. Με τον τρόπο αυτό έλαβαν οι μακάριοι τα στεφάνια του μαρτυρίου. 

Το 1979 στη Σαμάρεια της Παλαιστίνης, στο ιερό προσκύνημα του Φρέατος του Ιακώβ, ο Ιερομόναχος Φιλούμενος, καταγόμενος από την Ορούντα της Επαρχίας Λευκωσίας που είχε δίδυμο αδελφό τον ιερομόναχο Ελπίδιο, κατακρεουργήθηκε από φανατικό, ο οποίος του επιτέθηκε με ζηλοφθονία, ένεκα του ιεραποστολικού έργου που επιτελούσε.

Κατά την ανακομιδή των λειψάνων του, όλα τα μέλη του σώματος του ιερομάρτυρα βρέθηκαν κατά θαυμαστό τρόπο ενωμένα.

Η πατρίδα μας γεννά ανθρώπους οι οποίοι διακονούν με ένθεο ζήλο και αφοσίωση την Αγία μας Ορθόδοξη Εκκλησία ανά την Οικουμένη και αναδεικνύονται αυθεντικοί θεματοφύλακες στη διαφύλαξη των πανορθοδόξων και πανχριστιανικών προσκυνημάτων και υπομένουν με θάρρος, μέχρι και το μαρτύριο του αίματος.

Όλη η νήσος μας τον τιμά, ιδιαίτερα τιμάται στη γενέτειρά του Ορούντα και στην Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου της Ορούντας, καθώς και στην Εξαρχία του Παναγίου Τάφου στην εντός των τειχών Λευκωσία.

Προσευχόμαστε ο Δημιουργός Θεός να χαρίσει όμβρους ειρηνικούς τη γη προς καρποφορία και αγαλλίαση κορεσμού ύδατος ανθρώπων και ζώων.

Του Επισκόπου Μεσαορίας Γρηγορίου

Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2025

ΚΥΡΙΑΚΗ 23 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2025 Θ΄ ΛΟΥΚΑ (Λουκ. ιβ΄ 16-21) (Εφεσ. β΄ 14-22)

  

 ΄΄Ο Λόγος του Θεού στον Λαό του Θεού".

Πλήρωμα ζωής

«Άφρον, ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου, α δε ητοίμασας τίνι έσται; Ούτως ο θησαυρίζων εαυτώ, και μή εις Θεόν πλουτών».

  Η σημερινή ευαγγελική παραβολή είχε σαν αφορμή τη φιλονικία δύο αδελφών πάνω σε κληρονομικά ζητήματα. Ο Κύριος γνώριζε ότι και οι δυο τους είχαν κυριευθεί από το φοβερό πάθος της πλεονεξίας. Για να βοηθήσει λοιπόν όλους μας να αποφύγουμε την αδυναμία αυτή, μάς πρόσφερε την παραβολή του άφρονος πλουσίου, με τα τόσο ζωηρά αλλά και διδακτικά μηνύματα και νοήματα.

Η υποδούλωση στην ύλη

  Στη συγκεκριμένη παραβολή βλέπουμε ότι ο Χριστός δεν κάνει λόγο για τον πλούτο, αλλά για την πλεονεξία του πλουσίου, η οποία τον οδήγησε στην αφροσύνη. 

 Η πλεονεξία είναι πάθος φοβερό που περιπλέκει τον άνθρωπο στα πλοκάμια της αμαρτίας. Τον εγκλωβίζει στα όρια της ειδωλολατρίας και τον καθιστά εντελώς ανελεύθερο. Είναι μάλιστα το κυριότερο αίτιο όλων των κοινωνικών προβλημάτων. Ο απ. Παύλος απαριθμώντας τις διάφορες αμαρτωλές καταστάσεις του ανθρώπου, σταματά ειδικότερα στην πλεονεξία, χαρακτηρίζοντάς την ως ειδωλολατρία. Αυτό σημαίνει ότι με την πλεονεξία θέτει κάποιος τον εαυτό του εκτός της πραγματικότητας της Εκκλησίας.

  Και όμως, η αγάπη του Θεού έταξε τον άνθρωπος να είναι κυρίαρχος και διαχειριστής των υλικών αγαθών. Η απομάκρυνσή του, όμως, από αυτή την αγάπη, τον έσπρωξε ν’ αποκόψει την ύπαρξη του από το Δημιουργό του και να εξαρτά απόλυτα τη ζωή του από τα υλικά αγαθά.

  Με αυτό τον τρόπο βλέπουμε πως η αμαρτία εκδηλώνεται ως ασθένεια της βουλήσεως που προκαλεί σοβαρές διαταραχές στις σχέσεις του ανθρώπου με το Θεό, με το συνάνθρωπό του, αλλά και με τα αγαθά της δημιουργίας. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ένα παράδειγμα που θα μπορούσαμε να παραθέσουμε. Στα χέρια του σωστού ανθρώπου το σίδερο γίνεται αλέτρι, ένα πολύ χρήσιμο μηχάνημα για την καλλιέργεια των χωραφιών. Στα χέρια όμως του αμαρτωλού ανθρώπου μπορεί να μετατραπεί σε φονικό όργανο που σκοτώνει. 

 Το ίδιο γίνεται με τα χρήματα και τον πλούτο. Η χρήση τους κινείται μέσα στα όρια της αγάπης του Θεού, ενώ η κατάχρησή τους συνδέεται με την αμαρτία και τα πάθη.

Πλούτος και φτώχεια

  Μια σημαντική διάσταση που θα πρέπει να προσέξουμε είναι ότι η πλεονεξία, μόνο στη σφαίρα των ψευδαισθήσεων δίνει την αίσθηση της επάρκειας και της πληρότητας. Αντίθετα, η παρουσία της αποκαλύπτει φτώχεια, κενά και ελλείψεις. Ο πλούσιος της παραβολής είχε τόσα αγαθά, αλλά ήταν ανήσυχος και ταραγμένος: «Τί να κάνω; Έχω τόσα αγαθά και δεν έχω πού να τα μαζέψω». Όλες αυτές οι μέριμνες, οι ανησυχίες, οι φροντίδες και οι αγωνίες φθείρουν τελικά τον άνθρωπο και ψυχικά και σωματικά. Αντίθετα, ισχυρό είναι το παράδειγμα που μπορεί να μας δίνουν φτωχοί άνθρωποι που η καρδιά τους όμως είναι γεμάτη υπομονή και αγάπη: «Δόξα τω Θεώ», λένε εκ βάθους καρδίας. Και έτσι τους βλέπουμε με μεγάλες αντοχές να πλουτίζουν μέσα από την ολιγάρκειά τους και να ψηλαφούν εμπειρικά την ευχαριστιακή ζωή, ως μέγεθος πνευματικό.

  Όταν μάθει ο άνθρωπος να ελέγχει τις απαιτήσεις του, τότε γίνεται αυτάρκης και αποφεύγει την πλεονεξία. Στην αντίπερα όχθη, ο πλεονέκτης επιζητεί ολοένα και περισσότερα για τον εαυτό του, αφήνοντάς τον συνεχώς ανικανοποίητο. Γι’ αυτό, άλλωστε, και ο Απόστολος Παύλος μας συμβουλεύει: «Νεκρώσατε τα μέλη υμών… και την πλεονεξίαν, ήτις εστίν ειδωλολατρία».

Η αφροσύνη

  Ο πλεονέκτης αναζητεί την ευτυχία στα υλικά αγαθά. Στην πραγματικότητα όμως εμφανίζεται σαν μια διαταραγμένη προσωπικότητα, που κυριεύεται ολοένα και περισσότερο από ανησυχία, φόβο, αγωνία και άγχος. Είναι εδώ ακριβώς που βλέπουμε να επιχειρείται ένα αναποδογύρισμα στην όλη πορεία της φυσικής δημιουργίας.

 Ανταλλάσσουμε το Θεό – Δημιουργό με τα δημιουργήματα. Αυτή η αλλοίωση είναι «παρά φύσιν». Γι αυτό και η λατρεία της φύσεως που συνιστά στάση ειδωλολατρίας, οδηγεί στην αυτοκαταστροφή και κυρίως σε μια απειλητική οικολογική αναστάτωση, τις παρενέργειες της οποίας γευόμαστε με τον πιο οδυνηρό τρόπο στις μέρες μας.

Η υπέρβαση

  Με τη σημερινή παραβολή, ο Κύριος μάς εισάγει σε μια προοπτική που τη χαρακτηρίζει η υπέρβαση. Ο άνθρωπος δεν αντιμετωπίζει το θάνατο με τα χρήματα και τα υλικά αγαθά. Η αυτονόμησή τους παραπέμπει σε σπέρματα της φθοράς. Γι’ αυτό και ο άνθρωπος, όταν πεθαίνει, ούτε και αυτό το σώμα του δεν παίρνει μαζί του. Το εμπιστεύεται στη γη μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία και την ανάσταση των νεκρών.

  Όλες αυτές τις αλήθειες υπενθυμίζει ο Κύριος στον πλούσιο της παραβολής, όταν του λέει: «Άφρων, ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου, α δε ητοίμασας τίνι έσται;» Ο Χριστός με την αγάπη του θέλει να μας κρατήσει κοντά του για να μετέχουμε της κοινωνίας του Παραδείσου. Γι’ αυτό και μας προειδοποιεί: «ίνα μή υπνώσωμεν εν αμαρτίαις εις θάνατον. Γρηγορείτε ουν, ότι ούκ οίδατε ποία ώρα ο Κύριος υμών έρχεται».

Αγαπητοί αδελφοί, ο Κύριος μέσα από την αγάπη της Εκκλησίας του μάς προσκαλεί για να εγκολπωθούμε τους αληθινούς θησαυρούς που συνιστούν τον «κατά Θεό πλούτο». 

  Η αγάπη και η ελεημοσύνη, ως αντίδοτα της πλεονεξίας, δίδουν τη δυνατότητα και διευρύνουν απεριόριστα τους ορίζοντες για την κυκλοφορία της αγάπης του Θεού ανάμεσα στους ανθρώπους. Σ΄ αυτήν ακριβώς την ευλογημένη προοπτική, ο άνθρωπος αισθάνεται και βιώνει το πλήρωμα της ζωής του Θεού. Γεύεται της μακαριότητας της αιώνιας και αληθινής ζωής.

Χριστάκης Ευσταθίου,

Θεολόγος

Κυριακὴ Θ΄ Λουκᾶ – Εὐαγγελικὸ καί Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 23 Νοεμβρίου 2025

  

 Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 23 Νοεμβρίου 2025, Κυριακὴ Θ΄ Λουκᾶ (Λουκ. ιβ΄ 16-21)

Eἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύ­την· ἀνθρώπου τι­νὸς πλουσίου εὐφόρησεν ἡ χώρα· καὶ διελογίζετο ἐν ­ἑαυτῷ λέγων· τί ποιήσω, ὅτι οὐκ ἔχω ποῦ συνάξω τοὺς καρπούς μου; καὶ εἶ­πε· τοῦτο ποιήσω· καθελῶ μου τὰς ἀποθήκας καὶ μείζονας οἰκοδομήσω, καὶ συνάξω ἐκεῖ πάντα τὰ γε­νήματά μου καὶ τὰ ἀγα­θά μου, καὶ ἐρῶ τῇ ψυχῇ μου· ψυχή, ἔχεις πολλὰ ἀγαθὰ κείμενα εἰς ἔτη πολλά· ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐ­φραίνου. εἶπε δὲ αὐ­τῷ ὁ Θεός· ἄφρον, ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀ­­παιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ· ἃ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται; οὕ­τως ὁ θησαυρίζων ἑαυτῷ, καὶ μὴ εἰς Θεὸν πλουτῶν. ταῦ­τα λέγων ἐφώνει· ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκου­έτω.

 

 

Νεοελληνική Απόδοση

16 Είπε δε προς αυτούς και την εξής παραβολήν· “κάποιου πλουσίου ανθρώπου εσημείωσαν εξαιρετικήν ευφορίαν τα χωράφια του. 17 Και αυτός έπεσεν αμέσως εις αγωνιώδην συλλογήν και μέριμναν, λέγων· Τι να κάμω, διότι δεν έχω που να συγκεντρώσω και αποθηκεύσω τους καρπούς των χωραφιών μου; 18 Και ύστερα από μεγάλην σκέψιν είπε· τούτο θα κάμω· Θα κρημνίσω τας αποθήκας μου και θα οικοδομήσω άλλας μεγαλυτέρας, και θα συγκεντρώσω εκεί όλα τα γεννήματά μου και τα αγαθά μου. 19 Και θα πω εις την ψυχήν μου· Ψυχή, έχεις πολλά αγαθά αποθηκευμένα για έτη πολλά· απόλαυσε την ζωήν, αναπαύου, φάγε, πίε, ευφραίνου. 20 Αφού δε ετοίμασε όλα και πριν προλάβη τίποτε από αυτά να απολαύση, του είπεν ο Θεός· ανόητε από την κακίαν σου άνθρωπε και απερίσκεπτε, αυτήν την νύκτα, που επίστευσες ότι θα αρχίση η απολαυστική ζωη σου, απαιτούν να πάρουν από σε χωρίς αναβολήν την ψυχήν σου· αυτά δε που έχεις ετοιμάσει, εις ποίον τώρα ανήκουν; 21 Ετσι παθαίνει και αυτό το τέλος έχει εκείνος, που εγωϊστικά θησαυαρίζει δια τον ευατόν του και δεν προσπαθεί να αποκτήση τον πλούτον των καλών έργων, εις τα οποία ευχαριστείται ο Θεός”.

                                  ***************************************************

 

ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ

1. Διαχειριστὲς καὶ ὄχι ἰδιοκτῆτες

Ἕνα βασανιστικὸ ἐρώτημα ἀπασχολοῦσε τὸν πλούσιο τῆς παραβολῆς τοῦ σημερινοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου. Τὰ κτήματά του ἀπέδωσαν πάρα πολὺ μεγάλη σοδειά· πλούσια καρποφορία. Τόσο πολύ, ποὺ δὲν θὰ ἔφθαναν οἱ ἀποθῆκες του γιὰ νὰ συγκεντρώσει τοὺς καρπούς. «Τί ποιήσω;», ἀναρωτιόταν. Τί θὰ κάνω; Βρῆκε λοιπὸν τὴ λύση. Ἀποφάσισε νὰ γκρεμίσει τὶς ἀποθῆκες του καὶ νὰ χτίσει ἄλλες, μεγαλύτερες, γιὰ νὰ χωρέσουν ὅλα ἐκεῖ. Θεώρησε ὅτι μὲ τὴ ρύθμιση αὐτὴ θὰ εἶναι εὐτυχισμένος γιὰ πάντα.

Ἔκανε ὅμως ἕνα τραγικὸ λάθος στοὺς ὑπολογισμούς του. Λησμόνησε τὴν ἡμερομηνία λήξεως· ὄχι τῶν ἀγαθῶν του. Αὐτὰ θὰ μποροῦσαν νὰ διατηρηθοῦν γιὰ πολλὰ χρόνια στὶς νέες μεγάλες ἀποθῆκες του. Τὴν ἡμερομηνία λήξεως τῆς ἐπίγειας ζωῆς του λησμόνησε. Παρέβλεψε τὸ πιὸ βέβαιο γεγονός· τὸ γεγονὸς τοῦ θανάτου. Θεώρησε ὅτι θὰ ζοῦσε γιὰ πολὺ καὶ τὰ ἀγαθὰ αὐτὰ θὰ ἦταν γιὰ πάντα δικά του. Γι᾿ αὐτὸ καὶ στοὺς συλλογισμούς του ἐπανειλημμένα χρησιμοποιοῦσε τὴν κτητικὴ ἀντωνυμία «μου»: «τοὺς καρπούς μου», «τὰς ἀποθήκας μου», «τὰ γενήματά μου», «τὰ ἀγαθά μου».

Τὸ ἴδιο λάθος κινδυνεύουμε νὰ κάνουμε κι ἐμεῖς. Ἐπηρεασμένοι ἀπὸ τὸ ὑλιστικὸ φρόνημα ποὺ ἐπικρατεῖ στὴν ἐποχή μας, ἴσως ἐπενδύουμε στὰ ὑλικὰ ἀγαθά, ἐπιθυμώντας νὰ ἀποκτήσουμε ὅλο καὶ περισσότερα· μεγαλύτερο σπίτι, πιὸ γρήγορο αὐτοκίνητο, πιὸ ἐξελιγμένο κινητὸ τηλέφωνο. Νομί­ζουμε δὲ ὅτι αὐτὰ θὰ μᾶς δώσουν χαρὰ καὶ μάλιστα παντοτινὴ χαρά. Κινδυνεύουμε ἔτσι νὰ λησμονήσουμε μιὰ μεγάλη ἀ­λήθεια· ὅτι δὲν εἴμαστε παντοτινοὶ ἰδιοκτῆτες τῶν ἀγαθῶν αὐτῶν, ἀλλὰ προσωρινοὶ διαχειριστές τους. Κάποτε θὰ ἔλθει γιὰ ὅλους μας ἡ ἡμερομηνία λήξεως τῆς ἐπίγειας ζωῆς μας, ἡ στιγμὴ τοῦ θανάτου, καὶ τὰ νομιζόμενα ἀγαθά μας θὰ ἀνήκουν στὸ ἑξῆς σὲ ἄλλον.

2. Ἡ τελευταία νύχτα

Ἐνῶ λοιπὸν ὁ πλούσιος τῆς παραβολῆς ὀνειρευόταν ὅτι γιὰ πολλὰ χρόνια θὰ ζεῖ εὐτυχισμένος μὲ τὰ ἀγαθά του, ὁ Θεὸς τοῦ εἶπε μὲ αὐστηρότητα: «Ἄφρον, ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ». Ἄμυαλε καὶ ἀνόητε ἄνθρωπε, ποὺ νόμισες ὅτι ἡ μακροζωία σου ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰ πλούτη σου, αὐτὴ τὴ νύχτα οἱ φοβεροὶ δαίμονες ἀπαιτοῦν τὴν ψυχή σου. Θὰ πεθάνεις. Τί θὰ ἀπογίνουν ὅλα αὐτὰ ποὺ συγκέντρωσες;

Ἡ νύχτα αὐτή, τὴν ὁποία ὁ πλούσιος ὀνειρευόταν ὡς νύχτα εὐτυχίας καὶ εὐημερίας, μεταβλήθηκε ξαφνικὰ σὲ νύχτα ἀγωνίας καὶ τρόμου· στὴν τελευταία νύχτα τῆς ζωῆς του! Τοῦ εἶχαν μείνει ὄχι «ἔτη πολλά», ὅπως σχεδίαζε, παρὰ μόνο λίγες ὧρες ζωῆς! Τὴ νύχτα αὐτή, ἀφήνοντας πίσω τὰ ἀγαθά του καὶ στερημένος ἀπὸ κάθε ἄλλη ἐλπίδα, ἐπρόκειτο νὰ μεταβεῖ στὸν σκοτεινὸ τόπο τοῦ Ἅδη.

Ἡ τελευταία νύχτα τοῦ ἀνθρώπου! Τότε ἀστραπιαῖα περνᾶ μπροστὰ ἀπὸ τὰ μάτια του ὅλη ἡ παρελθούσα ζωή του. Κατανοεῖ πλέον τὴν ἀληθινὴ ἀξία τῶν πρα­γμάτων. Ἀναλογίζεται ποῦ εἶχε ἐπενδύσει καὶ τί περιμένει ὡς ἀπολαβή. Ἂν ἀναζητοῦσε τὴν εὐτυχία στὸ ψέμα, ἡ τελευταία νύχτα δὲν ἔχει ἐλπίδα, παρὰ μόνο ἀγωνία καὶ φόβο. Ἂν ὅμως ἔχει προηγηθεῖ ζωὴ θεάρεστη, γεμάτη ἀγαθὰ ἔργα, τότε ἡ νύχτα αὐτὴ γίνεται ἀνατολὴ τῆς ἀνέσπερης ἡμέρας τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, μὲ ἄδυτη χαρὰ καὶ εὐφροσύνη. «Δικαίων ψυχαὶ ἐν χειρὶ Θεοῦ» (Σ. Σολ. γ΄ 1), γράφει ὁ σοφὸς Σολομών. Οἱ ψυχὲς τῶν δικαίων ἀνθρώπων μετὰ τὸν χωρισμὸ ἀπὸ τὸ σῶμα βρίσκονται στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. Ἂς εἴμαστε λοιπὸν πάντοτε ἕτοιμοι, ἀντιμετωπίζοντας τὴν κάθε νύχτα τῆς ζωῆς μας σὰν νὰ εἶναι ἡ τελευταία.

3. Ὁ θεϊκὸς πλοῦτος

Ὁ Κύριος κλείνει τὴν παραβολὴ μὲ μιὰ προειδοποίηση πρὸς ὅλους μας: «οὕτως ὁ θησαυρίζων ἑαυτῷ, καὶ μὴ εἰς Θεὸν πλουτῶν». Τὸ ἴδιο τέλος μὲ τὸν πλούσιο τῆς παραβολῆς θὰ ἔχει καὶ ὅποιος θησαυρίζει γιὰ τὸν ἑαυτό του, γιὰ νὰ ἀπολαμβάνει ἐγωιστικὰ αὐτὸς καὶ μόνο τὰ ἀγαθὰ τῆς γῆς, καὶ δὲν ἀποταμιεύει θησαυροὺς πνευματικοὺς στὸν οὐρανό.

Ὑπάρχει ὡστόσο καὶ ὁ «εἰς Θεὸν» πλοῦτος, ὁ πνευματικὸς πλοῦτος. Ποιός εἶναι αὐτός; Εἶναι οἱ ἀρετές. Πλούσιος τελικὰ εἶναι αὐτὸς ποὺ χρησιμοποιεῖ τὰ χαρίσματα καὶ τὶς δωρεὲς τοῦ Θεοῦ ὄχι γιὰ ἰδιοτελεῖς σκοπούς, γιὰ τὴ δική του μόνο εὐημερία καὶ εὐχαρίστηση, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ὠφέλεια τοῦ συνανθρώπου του. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ δίνει, ποὺ μοιράζεται, ποὺ ἐλεεῖ. «Ὁ μεριμνῶν τὰ τοῦ Κυρίου, πλουτήσει μὲν ἐν ἔργοις ἀγαθοῖς, ἕξει δὲ θησαυρὸν ἀσύλητον ἐν τοῖς οὐρανοῖς» (PG 72, 737), γράφει ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας. Αὐτὸς ποὺ φροντίζει νὰ ἀρέσει στὸν Κύριο, θὰ πλουτίσει σὲ ἀγαθὰ ἔργα καὶ θὰ ἔχει στὸν οὐρανὸ θησαυρὸ ποὺ δὲν κινδυνεύει νὰ κλαπεῖ ἢ νὰ χάσει τὴν ἀξία του.

Τὰ ἀγαθὰ ἔργα, τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης, ἡ ἐλεημοσύνη πρὸς τοὺς ἀδελφούς μας εἶναι τελικὰ ἡ καλύτερη ἐπένδυση ποὺ μπορεῖ νὰ κάνει ὁ ἄνθρωπος στὴ ζωὴ αὐτή. Ἡ μόνη ἐπένδυση, ποὺ ἀποδίδει κέρδος ὄχι ὑλικό, ἀλλὰ πνευματικό· ὄχι πρόσκαιρο, ἀλλὰ αἰώνιο, στὸ θησαυροφυλάκιο τοῦ Οὐρανοῦ.

                      ***************************************************

 

Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 23 Νοεμβρίου 2025, Κυριακὴ ΚΔ΄ Ἐπιστολῶν (Ἐφεσ. β΄ 14-22)

14 αὐτὸς γάρ ἐστιν ἡ εἰρή­νη ἡμῶν, ὁ ποιήσας τὰ ἀμφότερα ἓν καὶ τὸ μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ λύσας, 15 τὴν ἔχθραν, ἐν τῇ σαρκὶ αὐτοῦ τὸν νόμον τῶν ἐντολῶν ἐν δόγμασι καταργήσας, ἵνα τοὺς δύο κτίσῃ ἐν ἑαυτῷ εἰς ἕνα καινὸν ἄνθρωπον ποιῶν εἰρήνην, 16 καὶ ἀποκαταλλάξῃ τοὺς ἀμφοτέρους ἐν ἑνὶ σώματι τῷ Θεῷ διὰ τοῦ σταυροῦ, ἀποκτείνας τὴν ἔχθραν ἐν αὐτῷ· 17 καὶ ἐλθὼν εὐηγγελίσατο εἰρήνην ὑμῖν τοῖς μακρὰν καὶ τοῖς ἐγγύς, 18 ὅτι δι’ αὐτοῦ ἔχομεν τὴν προσαγωγὴν οἱ ἀμφότεροι ἐν ἑνὶ πνεύματι πρὸς τὸν πατέρα. 19 ἄρα οὖν οὐκέτι ἐστὲ ξένοι καὶ πάροικοι, ἀλλὰ συμπολῖται τῶν ἁγίων καὶ οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ, 20 ἐποικοδομηθέντες ἐπὶ τῷ θεμελίῳ τῶν ἀποστόλων καὶ προφητῶν, ὄντος ἀκρογωνιαίου αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, 21 ἐν ᾧ πᾶσα ἡ οἰκοδομὴ συναρμολογουμένη αὔξει εἰς ναὸν ἅγιον ἐν Κυρίῳ· 22 ἐν ᾧ καὶ ὑμεῖς συνοικοδο­μεῖσθε εἰς κατοικητήριον τοῦ Θεοῦ ἐν Πνεύματι.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

14 Πλησιάσατε καί τόν Θεό καί τίς διαθῆκες του μέ τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ, διότι αὐτός εἶναι ἡ εἰρήνη μας. Αὐτός ἔκανε καί τούς δύο ἀντιμαχόμενους κόσμους, τόν Ἰουδαϊσμό καί τόν Ἐθνισμό, ἕνα. Αὐτός γκρέμισε καί κατέλυσε τόν τοῖχο πού δημιουργοῦσε ὁ φραγμός τοῦ νόμου πού ὀρθωνόταν ἀνάμεσα στούς δύο λαούς καί τούς χώριζε. 15 Κατέλυσε δηλαδή τήν ἔχθρα τῶν δύο λαῶν, ἀφοῦ κατάργησε μέ τό αἷμα του τό νόμο τῶν ἐντολῶν, ὁ ὁποῖος, ἐνῶ περιεῖχε ἐπιβλητικές προσταγές, δέν ἔδινε ὅμως καί τή χάρη γιά τήν ἐφαρμογή καί τήν τήρηση τῶν προσταγμάτων αὐτῶν. Καί κατήργησε τό νόμο, ἔτσι ὥστε ἑνώνοντας τούς δύο λαούς μέ τόν ἑαυτό του νά δημιουργήσει ἕνα νέο ἄνθρωπο, μιά νέα ἀνθρωπότητα, κι ἔτσι νά φέρει εἰρήνη μεταξύ τους· 16 καί μέ τό σταυρικό του θάνατο νά συμφιλιώσει καί τούς δύο λαούς μέ τόν Θεό, ἑνωμένους τώρα σ’ ἕνα σῶμα, ἀφοῦ προηγουμένως θά θανάτωνε τήν ἔχθρα μέ τό θάνατό του. 17 Κι ἀφοῦ ἦλθε ὁ Χριστός στή γῆ, κήρυξε τό χαρμόσυνο μήνυμα τῆς εἰρήνης σέ σᾶς τούς ἐθνικούς, πού ἤσασταν μακριά ἀπό τόν Θεό, καί σέ μᾶς τούς Ἰουδαίους, πού ἤμασταν κοντά του. 18 Διότι αὐτός μᾶς ἔφερε καί τούς δύο λαούς μέσῳ τοῦ ἑνός Ἁγίου Πνεύματος κοντά στόν Πατέρα. Διαμέσου τοῦ Χριστοῦ ἔγινε ἡ προσέγγισή μας αὐτή μέ τόν Θεό. 19 Ἀπ’ ὅλα αὐτά λοιπόν βγαίνει τό συμπέρασμα ὅτι δέν εἶστε πλέον ξένοι καί προσωρινοί κάτοικοι στή βα­­­­­σιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀλλά εἶστε συμπολίτες τῶν ἁγίων καί μέλη τῆς οἰκογένειας τοῦ Θεοῦ. 20 Καί σάν ζωντανοί λίθοι κτισθήκατε πάνω στό θεμέλιο. Καί τό θεμέλιο αὐτό εἶναι οἱ ἀπόστολοι καί οἱ προ­φῆτες, ἐνῶ ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος, τό ἀγκωνάρι πού βαστάζει καί στηρίζει ὅλο τό οἰκοδόμημα, εἶναι ὁ ἴδι­­ος ὁ Ἰησοῦς Χριστός. 21 Πάνω σ’ αὐτόν λοιπόν καί διαμέσου αὐτοῦ τοῦ Χρι­στοῦ ἡ οἰκοδομή ὅλη τῆς Ἐκκλησίας ἑνώνεται ἁρ­μο­νικά καί στερεά καί αὐξάνει, ὥστε νά γίνεται ναός ἅγιος, ὅπως τόν θέλει ὁ Κύριος. 22 Μέ τήν ἕνωσή σας μέ τόν Κύριο κι ἐσεῖς οἰκοδομεῖστε μαζί μέ τούς ἄλλους πιστούς γιά νά γίνετε ναός καί κατοικητήριο, στό ὁποῖο θά κατοικεῖ ὁ Θεός μέ τό Πνεῦμα του.

 

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης '' Ο Ουρανοπολίτης'' - Α' μέρος | Ντοκιμαντέρ Parapolitika

 ΜΕΡΟΣ Α'




ΜΕΡΟΣ Β'



Ο άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης της Μονής Οσίου Δαυΐδ στην Εύβοια (1920-1991)

 

Συμπληρώνονται φέτος δέκα* χρόνια απ’ την οσιακή κοίμηση του αγίου γέροντος π. Ιακώβου Τσαλίκη, ο οποίος έζησε στην Ι. Μονής Οσίου Δαυΐδ του Γέροντος στην Εύβοια (1952-1991). Στο πρώτο μέρος ενός αφιερώματος στη μορφή του, παρουσιάζουμε γεγονότα από τη ζωή του χαρισματούχου γέροντος.

Ανταποκρινόμενοι στην ευγενική και φιλάδελφη πρόσκληση του εγκρίτου περιοδικού ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ και παροτρυνόμενοι απ’ την προτροπή του μακαριστού πλέον κι αυτού αγίου Γέροντος Παϊσίου, η οποία περιέχεται στον πρόλογο του βιβλίου του για τον Χατζη-Γιώργη, σύμφωνα με την οποία «οι απόγονοι πάντοτε έχουν ιερό καθήκον να γράφουν τα θεία κατορθώματα των αγίων Πατέρων της εποχής τους και τον φιλότιμο αγώνα τους για να πλησιάσουν τον Θεό», προσπαθήσαμε με τη βοήθεια του Θεού και επικαλούμενοι την ευχή του μακαριστού αγίου Γέροντος Ιακώβου, να γράψουμε, όσο το δυνατό πιο συνοπτικά, το κείμενο αυτό, το αφιερωμένο στη μνήμη του μακαριστού Γέροντος.

Η καταγωγή και η οικογένειά του

Ο μακαριστός Γέροντας Ιάκωβος γεννήθηκε την 5η Νοεμβρίου του 1920 στα ευλογημένα και ματωμένα χώματα της αγιοτόκου Μικράς Ασίας και συγκεκριμένα στο Λιβίσι της Μάκρης, μία μικρή πόλη απ’ τις παραθαλάσσιες της Ιωνικής Γής, στο ύψος περίπου του Καστελλόριζου, από γονείς ενάρετους και ευσεβείς, τον Σταύρο Τσαλίκη και την Θεοδώρα, κόρη του Γεωργίου και της Δέσποινας Κρεμμυδά. Οι γονείς του Γέροντος γέννησαν εννέα παιδιά, αλλά στη ζωή αυτή επέτρεψε ο Θεός να μείνουν μόνον τρία.

Η οικογένεια του Γέροντος ήταν από τις πιο εύπορες οικογένειες της περιοχής, ο μεγάλος της όμως πλούτος ήταν η ευσέβειά της και η αγνή χριστιανική πίστη που είχε πολύ βαθιές ρίζες. Το γενεαλογικό δέντρο της είχε να καυχηθεί με την εν Χριστώ καύχηση επτά γενεές Ιερομονάχων, έναν αρχιερέα και έναν άγιο. Τα θλιβερά γεγονότα όμως της Μικρασιατικής Καταστροφής, οι θηριωδίες και τα εγκλήματα των αγριανθρώπων Νεοτούρκων και των Κεμαλικών σε βάρος των χιλιάδων Ελλήνων της Μ. Ασίας και του Πόντου, που είχαν ήδη αρχίσει από το 1915 και 1917 μέχρι το 1920, έπληξαν και την οικογένεια του Γέροντος Ιακώβου. Ο παππούς και νονός του, ο Γιώργης Κρεμμυδάς, άνθρωπος πραγματικά του Θεού, ο θείος του, ο γιατρός Χατζηδουλής, καθώς και άλλοι οικείοι του συνελήφθησαν απ’ τους Τούρκους και στη διάρκεια της εξοντωτικής πορείας για τα τάγματα εργασίας στα βάθη της Τουρκίας ξεψύχησαν κοντά στη Νίγδη απ’ τα βασανιστήρια των άγριων και αιμοβόρων Τούρκων ζαπτιέδων – χωροφυλάκων – και στρατιωτών. Ο πατέρας του, Σταύρος Τσαλίκης, πιάστηκε αιχμάλωτος κι αυτός μαζί με τους υπόλοιπους άνδρες του Λιβισιού στις αρχές του 1922. Μετά από φοβερές κακουχίες, ατέλειωτες οδυνηρές οδοιπορίες και αναγκαστικές εργασίες σε ορυχεία, νταμάρια και αλλού, τον πήγαν στα μέρη της Τραπεζούντας και τον έβαλαν να χτίζει νοσοκομείο.

Ο ξεριζωμός

Ο π. Ιάκωβος, δύο χρονών τότε παιδάκι, με τη γιαγιά του, τη μητέρα του, τα δύο του αδέλφια, τον Γιώργο τεσσάρων χρονών και την Αναστασία, σαράντα μόλις ημερών, ξεριζώθηκαν κι αυτοί απ’ την πατρίδα τους, το Λιβίσι, μαζί με τα υπόλοιπα γυναικόπαιδα και τους γέροντες, καταληστευμένοι και ταλαιπωρημένοι πολύ απ’ τους Τούρκους, που είχαν γίνει πιά για τους Έλληνες μόνο μαχαιροβγάλτες, άρπαγες και βιαστές. «Θρήνος και κλαυθμός και οδυρμός πολύς…». Τα καράβια της προσφυγιάς που μετέφεραν τους Έλληνες πρόσφυγες, βασανισμένους από πείνα, δίψα και ψείρα, «πιάσανε» στον Πειραιά. «Όταν κατεβήκαμε στο λιμάνι του Πειραιά», αφηγείτο ο ίδιος ο Γέροντας, «παρόλη τη νηπιακή μου ηλικία, θυμάμαι ότι ακούσαμε για πρώτη φορά στην ζωή μας κάποιους Έλληνες να βλαστημάνε τα Θεία. Τότε η γιαγιά μου είπε: “Πού ήρθαμε εδώ; Καλύτερα να γυρίσουμε πίσω να μας σκοτώσουν οι Τούρκοι, παρά να ακούμε τέτοια λόγια. Στη Μικρά Ασία δεν ξέραμε τέτοια αμαρτία». Τα λόγια αυτά της γιαγιάς του Γέροντος Ιακώβου φανερώνουν το πώς οι Μικρασιάτες ζούσαν τον Θεό.

Από τον Πειραιά το καράβι που μετέφερε και την οικογένειά του Γέροντα έφυγε για την Ιτέα, όπου εκεί τους κατέβασαν μαζί με τους υπόλοιπους πρόσφυγες και στη συνέχεια τους οδήγησαν ποδαρόδρομο σ’ ένα χωριό της Άμφισσας, τον Άγιο Γεώργιο, όπου έμειναν μαζί με άλλες οικογένειες κάτω από δύσκολες συνθήκες, σε μία μακρόστενη αποθήκη για δύο χρόνια.

Η πρόνοια του Θεού έφερε μετά από δύο χρόνια στην περιοχή όπου ζούσαν τον πατέρα του Γέροντος για αναζήτηση εργασίας, ο οποίος είχε δραπετεύσει απ’ τους Τούρκους, παρόλο που τον φύλαγαν σαν τα μάτια τους, γιατί τον είχαν ανάγκη για αρχιμάστορα, κι έτσι ξανάσμιξε με την οικογένειά του με θαυμαστό τρόπο.

Η κλίση του προς το Θεό

Ο Γέροντας Ιάκωβος, πέντε χρονών παιδάκι τότε, για παιχνίδι του είχε ένα κεραμιδάκι στο οποίο έβαζε καρβουνάκι απ’ την πυροστιά που μαγείρευαν και ψάλλοντας «αλούγια – αλούγια» (αλληλούϊα), λιβάνιζε την οικογένειά του κι όλες τις προσφυγικές οικογένειες που έμεναν στην αποθήκη, έχοντας για χωρίσματα κουβέρτες που κρέμονταν ανάμεσά τους. Μένανε πάντα στην αποθήκη, γιατί τους έδιναν υποσχέσεις ότι σε λίγο θα τους μεταφέρουν αλλού, θα τους δώσουνε χωράφια και θα τους φτιάξουνε σπίτια…

Ο μικρός Ιάκωβος δεν έβγαινε να παίξει καθόλου στον δρόμο, δεν μπορούσε να ακούει τα παιδάκια του χωριού και μαζί μ’ αυτά και προσφυγόπουλα να λένε τις κακές λέξεις, έστω κι αν δεν τις καταλάβαινε. Προτιμούσε να πηγαίνει κάθε απόγευμα με τη γιαγιά και τη μητέρα του ν’ ανάβουνε τα καντηλάκια και να βάζει τη γιαγιά του να του λέει για τους βίους των αγίων και για τους Ιερομόναχους της οικογένειάς τους.

Η εγκατάσταση στην Βόρεια Εύβοια

Στα τέλη του 1925 η οικογένεια του Γέροντος Ιακώβου μεταφέρθηκε μαζί μ’ άλλους πρόσφυγες στην Βόρεια Εύβοια, στο χωριό Φαράκλα. Εγκαταστάθηκαν αρχικά σε κάτι σκηνές και μετά από δύο χρόνια σε μικρά σπίτια και καλλιεργούσαν κτήματα.

Ο πατέρας του Γέροντα ήταν και πολύ καλός τεχνίτης, χτίστης, κι ο κόσμος τον προτιμούσε και γι’ αυτό συχνά έλειπε απ’ το σπίτι. Έτσι, καθοριστικό ρόλο στη ζωή του Γέροντα Ιακώβου έπαιξε η προσωπικότητα της μητέρας του, Θεοδώρας. Στολισμένη εκείνη με τις αρετές της πίστεως, της ευσεβείας και της ελεημοσύνης, της εγκρατείας (νηστείας-σωφροσύνης), της εργατικότητας και της νοικοκυροσύνης, τις μετέδωσε με αγάπη και υπομονή στην απαλή ψυχή του παιδιού της, Ιακώβου. Του έμαθε επίσης να προσεύχεται και να κάνει πολλές μετάνοιες. Από έξι χρονών ο μικρός Ιάκωβος, χωρίς να ξέρει ακόμη γράμματα, είχε μάθει απ’ έξω τα της Θείας Λειτουργίας και τα σιγόψελνε μόνος του, κάνοντας ελάχιστα λάθη. Τόση αγάπη δε απέκτησε στις μετάνοιες, ώστε ακόμη και τις Κυριακές που πήγαινε απ’ τη νύχτα στην εκκλησία για να διακονήσει αρχικά στο ιερό κι αργότερα στο αναλόγιο, μέχρι να έλθει ο κόσμος έκανε συνέχεια μετάνοιες στρωτές.

Αφηγείτο σχετικά ο Γέροντας Ιάκωβος: «Κάποια Κυριακή πρωΐ με βρήκε ο ιερέας να κάνω μετάνοιες στο ιερό και μου είπε: Παιδί μου Ιάκωβε, σήμερα Κυριακή, ημέρα αναστάσιμη, ανέστη ο Κύριος, δεν κάνουν μετάνοιες». Κι εγώ του απάντησα: «Κάνω μετάνοιες πάτερ, γιατί η μητέρα μου έτσι με έμαθε».

Έλεγε επίσης ο Γέροντας: «Όταν λειτουργούσε ο παπάς του χωριού, την ώρα που οι ψάλτες έψαλλαν “Οι τα χερουβείμ μυστικώς εικονίζοντες…”, εγώ άκουα φτερουγίσματα γύρω απ’ την αγία Τράπεζα». «Ο παπάς», έλεγε ο Γέροντας, «νόμιζα ότι δεν έχει σώμα. Είναι άγγελος. Έλεγα έχει δύο κόκκαλα στους ώμους, σαν κρεμάστρα και κρέμονται τα ράσα απ’ εκεί».

Έτσι, έβλεπαν την ιερωσύνη τα παιδικά μάτια της αγνής ψυχής του. Έβλεπε τον ιερέα σαν επίγειο άγγελο, που λειτουργεί με τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ. Κι έτσι στ’ αλήθεια τα θεία πράγματα είναι.

Η αγάπη του για την εκκλησιαστική ζωή

Η αγάπη του μικρού Ιακώβου για τα προσκυνητάρια και τα εξωκκλήσια τον έκανε να επισκέπτεται τακτικά και το εξωκκλήσι της αγίας Παρασκευής, σ’ ένα λόφο λίγο έξω απ’ το χωριό, που στα πρώτα χρόνια λειτουργούσε εκεί και το σχολείο του. Ανάβοντας τα καντήλια και περιποιούμενος τον ναό της, είχε την ευλογία, παιδάκι τότε οκτώ – εννέα ετών, να δεί αρκετές φορές ολοζώντανη την αγία. Υπακούοντας σε συμβουλή της μητέρας του, ζήτησε απ’ την αγία σε μία από τις εμφανίσεις της «νά του πεί, να του δώσει την τύχη του». Και η αγία Παρασκευή του είπε: «άκουσέ με, Ιάκωβε. Θα δείς δόξες πολλές, πολύς κόσμος θά ‘ρχεται να σε δεί, πολλά χρήματα θα περάσουν απ’ τα χέρια σου, αλλά δεν θα μείνουν». Και πράγματι όλα αυτά επαληθεύτηκαν.

Το μεγάλο δώρο της πίστεως και η ταπείνωση του μικρού Ιακώβου, καθώς και οι προσευχές της οσίας μητέρας του ήταν αιτία, ώστε ο Γέροντας Ιάκωβος από παιδί να έχει μία ζωντανή, μία θαυμαστή πραγματικά σχέση με την Παναγία μας και τους αγίους μας. Έτσι, πολύ απλά, πολύ φυσικά, είδε να τον ευλογεί και να τον θεραπεύει από δύσκολη ασθένεια ο άγιος Χαραλάμπης, του οποίου είχαν στο σπίτι τους μία μικρή ασημένια εικόνα θαυματουργή από τη Μικρά Ασία, πατρογονικό κειμήλιο έως εξακοσίων ετών. Το ίδιο απλά και φυσικά προσέτρεξε λίγο αργότερα στη χάρη της Παναγίας μας και την παρακάλεσε με κλάματα, της μίλησε όπως το παιδί στη μητέρα του μπροστά στη θαυματουργή της εικόνα της επωνομαζόμενης Ξενιάς, την οποία είχαν φέρει για προσκύνημα σε διπλανό χωριό, και είδε την Παναγία μας να του θεραπεύει σχεδόν αμέσως τα πληγωμένα πέλματα των ποδιών του, απ’ τα οποία έτρεχαν υγρά και με τα οποία είχε κάνει μαρτυρική πορεία δύο ωρών για να την προσκυνήσει.

Η αγία ζωή του μικρού Ιακώβου έκανε τους συγχωριανούς του, αλλά και τους κατοίκους των γύρω χωριών, όπου πήγαινε είτε ως μαστορόπουλο, βοηθός του πατέρα του, είτε για να ψάλλει με τη μελωδική και επιβλητική φωνή του στις γιορτές τους, να τον σέβονται και να τον υπολογίζουν ως παιδί της εκκλησίας, παιδί του Θεού. Κι έγινε η καταφυγή τους. Απ’ τα εννέα του χρόνια και μετά όλοι τον είχαν για γιατρό. Ο ίδιος ο Γέροντας, χαριτολογώντας, έλεγε αργότερα: «Εγώ δεν ήξερα τίποτα. Είχα μία Σύνοψη και ό,τι προσευχή έβρισκα τους διάβαζα, τους σταύρωνα, τους ράντιζα με αγιασμό και γινόντουσαν καλά». Από μικρό λοιπόν παιδί ήταν στην υπηρεσία του Θεού και μάλιστα προικισμένο με το χάρισμα το ιαματικό, αλλά και το προορατικό, αφού με την καθαρότητα καρδίας και νου που είχε αποκτήσει με την άσκηση και την προσευχή, προέβλεψε τα μεγάλα κακά που πλησίαζαν λόγω του Ελληνοϊταλικού και του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Στο Δημοτικό Σχολείο του χωριού όπου πήγαινε είχε σ’ όλες τις τάξεις άριστη επίδοση. Εντυπωσίαζε δε τόσο πολύ και για την συμπεριφορά του, ώστε τον μικρό Ιάκωβο τον σεβότανε κι ο δάσκαλος, που μαζί με τον Επιθεωρητή επέμεναν στους γονείς του να τον στείλουν στη Χαλκίδα στο Γυμνάσιο, για να συνεχίσει τη μόρφωσή του και να μην αδικηθεί ένα τέτοιο μυαλό. Ο πατέρας του όμως, φοβούμενος μήπως το παιδί του κινδυνέψει ποικιλοτρόπως απ’ τις παγίδες της κοινωνίας, δεν το επέτρεψε.

Έμεινε έτσι ο νεαρός Ιάκωβος στο χωριό και δούλευε στα χωράφια τα δικά τους και σε ξένα για μεροκάματο. Έπειτα ο πατέρας του τον πήρε μαζί του βοηθό στα χτισίματα.

Τα πρώτα βήματά του στην άσκηση

Ο Ιάκωβος, το παιδί των 13 και 14 ετών, έγινε σιγά-σιγά ένας μικρός ασκητής. Όλη μέρα στη δουλειά, για το μεροκάματο ή για τις εξυπηρετήσεις των συγχωριανών του, που όλους τους συμπονούσε πολύ και δεν έλεγε όχι σε όποιον και όπου του ζητούσε χέρι βοηθείας, και το βράδυ στο σπίτι στην προσευχή και στις μετάνοιες. Στις νυχτερινές μετάνοιες που στην ηλικία των 15-16 ετών έφτανε τις δύο χιλιάδες και περισσότερες. Αλλά και στο θέμα της νηστείας εβίαζε πολύ τον εαυτό του. Για μεγάλα διαστήματα, όχι συνεχή, από την Κυριακή το απόγευμα μέχρι το Σάββατο που πήγαινε να λειτουργηθεί, δεν έτρωγε τίποτα. Μεταλάμβανε, έπαιρνε αντίδωρο και μετά έτρωγε λίγο προσφάϊ. Την Κυριακή έτρωγε κανονικά. Στην περίοδο της Κατοχής όμως απ’ την άσκηση, αθέλητα, κινδύνεψε δύο-τρείς φορές η υγεία του, γιατί συνέβη μετά την εβδομάδα της αφαγίας του να βρεθούν πεινασμένα παιδιά τη μια φορά και ανήμποροι γέροι την άλλη, τους έδωσε ό,τι είχε να φάει για τρείς-τέσσερις ημέρες και ο ίδιος έμεινε χωρίς τίποτα.

Δεν έλειπαν βέβαια και οι ειρωνείες και τα πειράγματα από ορισμένους συγχωριανούς. Αλλά ο νεαρός Ιάκωβος ούτε απαντούσε, ούτε ανταπέδιδε. Η φράση «ευχαριστώ μπάρμπα-Γιώργη» έμεινε παροιμιώδης στο χωριό Φαράκλα και στην ευρύτερη περιοχή. Ήταν η απάντηση του νέου τότε Ιακώβου προς κάθε χυδαία βρισιά του συγχωριανού του μπάρμπα-Γιώργη, ο οποίος ενώ του είχε κλέψει τη σειρά στο πότισμα των χωραφιών, τον έβριζε χυδαία, όταν ο νέος Ιάκωβος διεκδίκησε τη σειρά του.

Στις μαύρες μέρες του 1942, παλληκάρι τότε είκοσι δύο ετών, ο Γέροντας Ιάκωβος πέρασε ένα μεγάλο πόνο και μια μεγάλη λύπη απ’ την κοίμηση της μητέρας του Θεοδώρας, με την οποία είχε πολύ μεγάλο φυσικό και πνευματικό σύνδεσμο και η οποία εκοιμήθη μ’ ένα θάνατο αληθινά οσιακό, προγνωρίζοντάς τον από ειδοποίηση του αγγέλου της τρεις μέρες πριν την κοίμησή της.

Η μετά θάνατον όμως εμφάνισή της στον ύπνο του και οι νουθεσίες που του έδωσε ενδυνάμωσαν και παρηγόρησαν την ψυχή του. Συνέχισε έτσι την ίδια ασκητική ζωή μέχρι την ηλικία των είκοσι επτά ετών, οπότε τον πήραν στρατιώτη, καθυστερημένα βέβαια, λόγω του ότι είχε κηρυχθεί ο πόλεμος, υπήρχαν ανώμαλες καταστάσεις, Κατοχή, ανταρτοπόλεμος και δεν τους είχανε καλέσει.

Η στρατιωτική θητεία του

Η εποχή πού πήγε στρατιώτης (1947) ήταν η περίοδος του εμφυλίου και αδελφοκτόνου πολέμου στην πατρίδα μας. Με την πίστη του στον Θεό, τις προσευχές και τις δεήσεις του, έχοντας πάντοτε μαζί του το θαυματουργό εικονισματάκι του αγίου Χαραλάμπη, με τον σεβασμό και την πειθαρχία προς τους ανωτέρους του, την εργατικότητα και τη σεμνότητά του, ξεπέρασε τις ποικίλες δυσκολίες και δοκιμασίες που αντιμετώπισε κατά τη διάρκεια της τριετούς στρατιωτικής του θητείας, αρχικά στο Βόλο κι ύστερα στον Πειραιά. Δεν «συσχηματίσθηκε» ποτέ με άτοπες και απρεπείς επιθυμίες ορισμένων συστρατιωτών του και γι’ αυτό είχε, τουλάχιστον στην αρχή, να πολεμήσει με τα πειράγματα και τη χλεύη τους. Με την ενάρετη όμως ζωή του εδίδαξε πολλούς και στο τέλος όλοι τον αγάπησαν, γιατί στις δυσκολίες και στις αρρώστιές τους ήταν πάντα δίπλα τους.

Ο Γέροντας Ιάκωβος συνέχισε και στο Στρατό την άσκησή του. Ουδέποτε κατά τη διάρκεια της θητείας του έφαγε λαδερό φαγητό τις Τετάρτες και τις Παρασκευές, καθώς και τις Σαρακοστές των Χριστουγέννων και του Πάσχα. Αυτό βέβαια γινόταν με μεγάλες θυσίες…

Η ευχαρίστησή του ήταν μεγάλη που πήγαινε και προσκυνούσε όλους τους μεγάλους ναούς και τα εκκλησάκια που υπήρχαν στη διαδρομή απ’ τον Πειραιά μέχρι την Αθήνα. Αυτό γινόταν με καθημερινή σχεδόν πεζοπορία, η οποία βέβαια άφησε τα σημάδια της που φάνηκαν αργότερα.

Οι ευχές που του ζητήσανε επίμονα να διαβάσει στο σπίτι ενός εφέτη στην Αθήνα και οι προσευχές που έκανε, όντας ακόμη στρατιώτης, ελευθέρωσαν την οικογένεια απ’ τον δαίμονα, τον οποίο η σύζυγος του εφέτη είδε με τη μορφή μαύρου φοβερού σκύλου που έβγαινε απ’ το σπίτι της, λέγοντάς της: «Μ’ έδιωξε εκείνος ο κοκκαλιάρης». Τέτοιες ευεργεσίες έγιναν και χάριν άλλων.

Απολύθηκε απ’ τις τάξεις του Στρατού τριάντα και πλέον ετών κι αφού αποκατέστησε την αδελφή του, κατά την εντολή της μητέρας του, έχοντας ζήσει «ευαγγελικώς» στον κόσμο, ακολούθησε τη μοναχική ζωή, που από μικρός ολόψυχα επόθησε.

Aρχική επιθυμία του π. Ιακώβου ήταν να πάει στους Αγίους Τόπους κι εκεί να ζήσει στην Έρημο ως Ασκητής. Θεώρησε όμως καλό πριν ξεκινήσει για τους Άγιους Τόπους να επισκεφθεί το μοναστήρι του Όσιου Δαυίδ, για να ζητήσει τη βοήθεια και τη μεσιτεία του οσίου.

Η ολοζώντανη όμως εμφάνιση ενώπιον του με την άφιξή του εκεί του ιδίου του οσίου Δαυΐδ που τον υποδέχθηκε και η ουράνια και παραδείσια πολιτεία των ασκητών που είδε μπροστά του σε όραμα, αντί του παλαιού και ερειπωμένου Μοναστηρίου που υπήρχε στην πραγματικότητα, τον έκαναν να υποσχεθεί στον Άγιο, ότι θα παραμείνει στη Μονή, όπως και παρέμεινε. Την εποχή εκείνη ζούσαν στη Μονή τρία γεροντάκια με το ιδιόρρυθ­μο σύστημα. Ηγούμενος ήταν ο μακα­ριστός αρχιμανδρίτης Νικόδημος Θωμάς, άνθρωπος ενάρετος, ηθικός και πολύ ελεήμων, εργασθείς με πολύ ζήλο για την αναστήλωση της Μονής.

Η μοναχική ζωή του Γέροντα Ιακώβου

Ο πατήρ Ιάκωβος ξεκινώντας τη μοναχική ζωή έβαλε αρχή απαράβατη την υπακοή και δεν έκανε τίποτα χωρίς ευλογία του ηγουμένου, την οποία για να λάβει απαιτείτο πολλές φορές να κάνει κοπιαστικές πορείες τεσσάρων και πέντε ωρών, αφού ο Γέροντάς του ασκώ­ντας και εφημεριακά καθήκοντα ευρίσκετο συχνά στην κωμόπολη της Λίμνης.

Η αγόγγυστη υπακοή αυτή του π. Ιακώβου και ο πύρινος ζήλος με τον όποιο εργαζόταν στην πνευματική και σωματική εργασία μέσα στη Μονή εκίνησαν το φθόνο του μισόκαλου διαβόλου, ο οποίος αρχικά ξεσήκωσε τους παλαιούς ιδιόρρυθμους πατέρες ενα­ντίον του. Θλίψεις, πικρίες και δοκιμασίες πολλές επέτρεψε ο Θεός και τον βρήκαν εξ αιτίας της συμπεριφοράς των πατέρων αυτών. Όμως δεν κάμφθηκε, συνέχισε τον αγώνα του.

Δοκιμασίες και πειρασμοί

Από την άλλη είχε να αντιμετωπίσει τη δοκιμασία της απίστευτης φτώχειας της Μονής, εκείνης της εποχής και του ερειπωμένου παγωμένου κελιού του με τα χαλασμένα παντζούρια που από τις χαραμάδες τους στους βαρείς χειμώνες ο αέρας περνούσε το χιόνι μέσα, και με τα τρύπια πατώματα, που από κάτω τους βάζανε τα γίδια της Μονής. Ακόμη η στέρηση απολύτως αναγκαίων αγαθών και των χειμερινών ακόμη ρούχων και παπουτσιών τον έκαναν με τις βροχές, τους πάγους και το πολύ χιόνι να τρέμει σύγκορμος και να αρρωσταίνει συχνά. Όλες αυτές οι ταλαιπωρίες στιγμάτιζαν το σώμα του, καμμιά όμως δεν βρήκε την ψυχή του, καμμιά δεν πείραξε το πνεύμα του.

Αλλά κι ο σατανάς δεν έπαυε να τον πολεμά βάζοντας όλη την τέχνη του και χρησιμοποιώντας όλα τα τεχνάσματά του Δεν αρκούνταν στον πνευματικό, τον αόρατο πόλεμο όπου τσακιζόταν πάνω στην υπακοή, την προσευχή, την πραότητα και την ταπείνωση του Γέροντα, αλλά τον πολέμησε και αισθητά, ορατά. Δεκαοκτώ δαίμονες κάποια φορά με διάφορες μορφές σαν άνθρωποι, σαν πίθηκοι κ.ά., όρμησαν επάνω του την ώρα που εργαζόταν και από τα χτυπήματά τους και τα βασανιστήριά τους τον άφησαν μισοπεθαμένο, όταν μπόρεσε πια και απελευθέρωσε το χέρι του κι έκανε το Σταυρό του Το ίδιο επανέλαβαν κι άλλη φορά λιγότε­ροι στον αριθμό δαίμονες.

Άλλοτε πάλι οι δαίμονες για να τον τρομοκρατήσουν εμφανίσθηκαν με μορφή χιλιάδων, αναρίθμητων σκορπιών μέσα στη σπηλιά στο Ασκητήριο του οσίου Δαυίδ, όπου ο Γέροντας μιμούμενος τον όσιο Δαυΐδ πήγαινε συχνά τις νύχτες να προσευχηθεί, βοηθούμενος στη νυχτερινή μετάβαση του εκεί από ένα φωτεινό αστέρι που του φώτιζε το μονοπάτι, που δεν ήταν τίποτα άλλο παρά Άγγελος Κυρίου σταλ­μένος για τη διακονία αυτή, ως απά­ντηση του Θεού στο σχετικό αίτημα της προσευχής του.

Ο π. Ιάκωβος δεν πτοήθηκε Μόλις αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για δαιμο­νική ενέργεια, έθεσε όριο ατούς σκορπιούς κι αυτοί δεμένοι από την εντολή του δεν πέρασαν τον κύκλο που χάραξε γύρω τους ο Γέροντας. Σημάδι αυτό ότι ο Θεός είχε δώσει στον πιστό του δούλο την εξουσία να χρησιμοποιεί κάτι από τη θεία δύναμή Του, από τις θείες ενέρ­γειές Του.

Ο πατήρ Ιάκωβος σε όλες αυτές τις δοκιμασίες και τους πειρασμούς αλλά και σε πολλούς άλλους αντέταξε την ακλόνητη πίστη του στο Θεό και τη θεία αγάπη του προς τον όσιο Δαυίδ, την πραγματικά ιώβειο υπομονή του και την άκαμπτη καρτερία και πραότητά του, την απόλυτη υπακοή και ταπείνωσή του, την αδιάλειπτη προσευ­χή και την άπειρη αγάπη του προς όλους.

Το Γραφικό: «Η Βασιλεία του Θεού βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν» εφαρμόσθηκε πλήρως από το Γέροντα. Η βία που ασκούσε στον εαυτό του στο καθετί ήταν το κύριο χαρακτηριστικό του. Δεν συγκατέβαινε εύκολα στον εαυτό του. Αλλά και η ευθύτητά του ήταν μοναδική, ήταν άνθρωπος του «ναι, ναι» και του «ου, ου», και η νηστεία του επίσης υπεράνθρωπη.

Η ιερατική ζωή του

Ο Θεός αξίωσε τον π. Ιάκωβο καί του μεγάλου χαρίσματος της ιεροσύνης. Ο ίδιος ο μακαριστός Γέροντας έλεγε χαρακτηριστικά: Έγώ ποτέ στη ζωή μου δεν επεθύμησα θέσεις και αξιώματα, ούτε και φαντάστηκα κατά διάνοιαν ότι ήταν δυνατόν να αξιωθώ τέτοιας τιμής. Δέχτηκα μόνον από υπακοή προς το Γέροντά μου και από σεβασμό προς τον άγιο εκείνον επίσκοπο Χαλκίδος, το μακαριστό Γρηγόριο».

Η χειροτονία του σε διάκονο έγινε στις 18 Δεκεμβρίου του 1952 στό εκκλησάκι της Αγίας Βαρβάρας στη Χαλκίδα και σε ιερέα την επομένη 19 Δεκεμβρίου στο παρεκκλήσι του Επισκοπείου. Ο μητροπολίτης είπε στον π. Ιάκωβο μετά τη χειροτονία του ένα λόγο προφητικό: «Και συ παιδί μου, θά αγιάσεις. Να συνεχίσεις με τη δύναμη του Θεού και θα σε ανακηρύξει σ΄άγιο η Εκκλησία».

Πνευματικά γεγονότα της ζωής του

Ο π. Ιάκωβος μέσα στο ναό κατά τη διάρκεια της θείας Λατρείας ζούσε ως ιερεύς πολλά πνευματικά γεγονότα. Γινόταν επίγειος άγγελος «συλλειτουργών», όπως ο ίδιος έλεγε σε ορισμένα πρόσωπα, με Χερουβείμ και Σεραφείμ και με Αγίους. Στην αγία προσκομιδή είδε και άγγιξε το ίδιο το πανάγιο Αίμα του Κυρίου, την ώρα που ετοιμαζόταν να καλύψει τα Τίμια Δώρα. Εκεί, άλλοτε, είδε Αγγέλους Κυρίου να παραλαμβάνουν τις μερίδες των μνημονευομένων και να πηγαίνουν να τις εναποθέτουν σαν προσευχές στο θρόνο του Δεσπότου Χριστού. Άλλοτε είδε «πνευματικώ τω τρόπω», όπως ο ίδιος έλεγε, κεκοιμημένους να του εμφανίζονται κατά κάποιο τρόπο με τη χούφτα ανοιχτή και να του ζητούν να βγάλει μερίδα υπέρ αυτών, υπέρ αναπαύσεως των ψυχών τους, κι όταν το έκανε τους έβλεπε να πηγαίνουν στον τόπο τους αναπαυμένοι. Ένα φωτοειδή αστέρα είδε άλλοτε να στέκεται επάνω από το κεφάλι ευλαβούς ιερέως που είχε επισκεφθεί τη Μονή και λειτουργούσε, τήν ώρα που έθετε τον αστερίσκο επάνω του Αμνού κατά την κάλυψη των Τιμίων Δώρων. Πνευματικά γεγονότα τέτοια ανάλογα υπάρχουν πολλά, όλα αυτά, με­γάλες δωρεές του Θεού προς τον εκλεκτό του δούλο Ιάκωβο.

Ως πνευματικός πατέρας διέπρεψε. Κανένας δεν έφευγε από το πετραχήλι του χωρίς να είναι αναπαυμένος και ευχαριστημένος Με την πολλή του αγάπη θυσιαζόταν για όλους και παρόλο που, ιδίως τα τελευταία χρόνια, υπέφερε από πολλές αρρώστιες σε κανέναν δεν είπε: «δέν μπορώ να σε δω, να ακούσω το πρόβλημά σου». Ο κόσμος», έλεγε στη συνοδία του, «ούτε να φάει ζητάει, ούτε να πιει, ζητάει την αγάπη μας. Αν μπορούμε αυτό να το κάνουμε θα επιτύχουμε στη ζωή μας ως μοναχοί».

Από το 1975, οπότε με θεοφώτιστη απόφαση του σεβασμιωτάτου μητροπο­λίτου Χαλκίδος κ. Χρυσοστόμου ανέλαβε την ηγουμενία και «ο λύχνος ετέθη επί την λυχνίαν», αποκαλύφθηκαν εξ ανάγκης τα πολλά του χαρίσματα που αγωνιζόταν επιμελώς να κρύβει. Η φήμη της Μονής για τα θαύματα του οσίου Δαυΐδ, τον αγιασμένο ηγούμενο της π. Ιάκωβο, τον ανύστακτο κόπο και την αβραμιαία φιλοξενία των πατέρων της διαδόθηκε σιγά-σιγά παντού και πλήθη πιστών από την Ελλάδα και το εξωτερικό κατέφθαναν στη Μονή, η οποία έτσι αναδείχθηκε, όπως γράφτηκε, «κυψέλη πνευματικής ζωής και φάρος Ορθοδοξίας, πανελλήνιο προσκύνημα, πανορθόδοξη αναφορά του αιώνα μας».

Από τα πενήντα πέντε χρόνια του και μετά παρεχώρησε ο θεός κι ο πατήρ Ιάκωβος πέρασε εκτός των άλλων δοκιμασιών και πολλές και επώδυνες ασθένειες. Έλεγε χαρακτηριστικά ο μακαριστός Γέροντας «πήρε ο εωσφόρος την άδεια να πειράξει το σώμα μου». Αυτό είπε αποκαλυπτικά και το δαιμόνιο μέσω μιας δαιμονισμένης φανερώνο­ντας και τις παθήσεις που είχε ο Γέροντας, τις όποιες μόνο ο ίδιος ήξερε. Κι ο Γέροντας συνέχιζε λέγοντας: Έμένα που ποτέ άνθρωπος δεν με είδε γυμνό, εκτός από τη μητέρα μου όταν ήμουν παιδάκι, παραχώρησε ο Θεός να με δουν οι γιατροί και οι νοσοκόμοι και να με χειρουργήσουν επανειλημμένως. Έγινα θέατρο αγγέλοις και ανθρώποις».

Δεν ήταν λίγες οι φορές βέβαια που οι Άγιοι, όπως ο όσιος Δαυΐδ, ο όσιος Ιωάννης ο Ρώσος, οι άγιοι Ανάργυροι, η αγία Παρασκευή, επενέβησαν μετά από παρακλήσεις του και τον βοήθησαν στις ασθένειες του χαρίζοντας του την ίαση και την υγεία.

Η τελευταία δοκιμασία με την υγεία του που τελικά οδήγησε το Γέρο­ντα στην άλλη ζωή ήταν η πάθηση της καρδιάς του, η όποια προέκυψε εξ αίτιας κάποιου πειρασμού που πέρασε.

Τα πνευματικά χαρίσματα του Γέροντα

Ο μακαριστός Γέροντας Ιάκωβος έζησε οσίως σαράντα περίπου χρόνια στη Μονή του Οσίου Δαυΐδ, έχοντας προηγουμένως ζήσει «ευαγγελικώς» στον κόσμο τριάντα δύο χρόνια Δούλεψε στον Κύριο τηρώντας από τη νεό­τητα έως το γήρας ίση την προθυμία της ασκήσεως. Μιμήθηκε τον όσιο Δαυΐδ, και βάδισε στα ίχνη του. Οι ασκητικοί του αγώνες ήταν εφάμιλλοι των παλαιών οσίων που αναφέρονται στα Γεροντικά, αλλά και οι εναντίον του επιθέσεις, πνευματικές και αισθητές, του Σατανά, οι ποικίλοι πειρασμοί, δοκιμασίες και κακοπάθειές του ήταν ανάλογες με αυτές που αντιμετώπισαν πολλοί θεοφόροι Πατέρες.

Όσο όμως μεγάλωναν οι δοκιμασίες, οι ασθένειες και τα βάσανα του, τόσο ο Θεός τον χαρίτωνε με σπάνια πνευματικά χαρίσματα, όπως της διοράσεως και προοράσεως, της διακρίσεως και της παραμυθίας, και τόσο περισσότερες ήταν οι θεοπτείες που είχε και οι θεοσημείες που επιτελούσε με την προσευχή του, αλλά και τόσο μεγαλύτερη γινόταν η ακτινοβολία του.

Στη Μονή προσέρχονταν για να τον δουν εκατοντάδες απλοί άνθρωποι του λαού, αλλά και πατριάρχες και αρχιερείς, κληρικοί κάθε βαθμού και μοναχοί, άρχοντες και ανώτατοι δικαστές, καθηγητές Πανεπιστημίου και επιστήμονες. Όλοι φεύγοντας από τη Μονή κι έχοντας δει το Γέροντα Ιάκωβο αισθάνονταν ότι έφευγαν από ένα είδος Παραδείσου.

Ο καθένας εύρισκε κοντά στο Γέροντα τη βοήθεια που χρειαζόταν. Οι πονεμένοι εύρισκαν με τους παραμυθητικούς του λόγους την παρηγοριά και την ανακούφιση, οι δαιμονισμένοι εύρισκαν με τις ευχές του την απελευθέρω­ση από τα δαιμόνια και τη θεραπεία τους, οι ασθενείς εύρισκαν με την παρρησία της προσευχής του την ίαση και την υγεία, οι ταλαιπωρημένοι από τα διάφορα βιοτικά προβλήματα τους εύρισκαν με την ευλογία του την αναψυχή, την ψυχική τους ισορροπία, την ενδυνάμωση, τη λύση των προβλημάτων τους. Οι φτωχοί εύρισκαν με τη συνεχή και αγόγγυστη ελεημοσύνη του τη λύτρωση από τη θλίψη της φτώχειας και την απελευθέρωση από τα βάρη των χρεών τους. Πολλά άτεκνα ζευγάρια μετά την προσευχή, τις ευχές και την ευλογία του αποκτούσαν τέκνα χαριτωμένα. Αλλά και για όσους είχαν τα κατάλληλα μάτια να δουν, η παρουσία και μόνο του Γέροντα, η θεωρία του, αποτελούσε ευλογία Θεού, φανέρωση των θείων ενεργειών, παρουσία του Θεού στη γή.

Ιδού τί αναφέρει σχετικώς στην από 14.2.1994 επιστολή του προς την Ιερά Μονή του Οσίου Δαυΐδ ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος: «…Διά τον μακαριστόν Γέροντα με την φωτεινήν μορφήν ισχύει εκείνο το οποίον έγραφεν ο ιερός Χρυσόστομος διά τον άγιον Μελέτιον Αντιοχείας: “Ου γαρ διδάσκων μόνον, ουδέ φθεγγόμενος, αλλά και ορώμενος απλώς, ικανός η άπασαν αρετής διδασκαλίαν εις την των ορώντων ψυχήν είσαγαγείν”».

Η οσιακή κοίμησή του

Αντάξια της θαυμαστής ζωής του ήταν και η οσιακή κοίμηση του Γέρο­ντα, την οποία προγνώριζε, γι΄ αυτό και παρακάλεσε αγιορείτη ιεροδιάκονο που εξομολόγησε το πρωΐ της 21ης Νοεμβρίου 1991, εκείνης της τελευταίας ημέρας της επιγείου ζωής του να μείνει στο Μοναστήρι ως το απόγευμα για να τον «ντύσει».

Και πράγματι στις 4.17΄ το απόγευμα σαν πουλάκι παρέδωσε το πνεύμα. Ο μακαριστός Γέροντας άφησε το φθαρτό αυτό κόσμο του πόνου κι έφυγε για την αιώνια ανάπαυση, στο Θεό.

Το λείψανο του ήταν λαμπερό, εύκαμπτο, ζεστό, όσιακό και η ιαχή που έβγαινε από τα χείλη χιλιάδων ανθρώπων «άγιος άγιος… είσαι άγιος» αποτελούσε μία ομόφωνη μαρτυρία της συνείδησης των πιστών για το μακαριστό πλέον Γέροντα Ιάκωβο.

Αλλ΄ ο άγιος Γέροντας συνεχίζει και μετά την όσιακή κοίμηση του, όπως το ομολογούν εκατοντάδες πιστοί να τους ευεργετεί με την παρρησία που έχει στο Θεό. Στη Μονή του Οσίου Δαυΐδ υπάρχουν τουλάχιστον τριακόσιες μαρτυρίες* πιστών, που ο Γέροντας Ιάκωβος τους βοήθησε. Οί μαρτυρίες αυτές, που περιέ-χονται σε επιστολές των ίδιων των εύεργετηθέντων η κατεγράφθηκαν μετά από προφορικές διηγήσεις τους, έχουν σχέση με θεραπείες, ευεργετικές επεμβάσεις, η μεταθανάτιες εμφανίσεις του Γέροντα.

Η παρρησία του π. Ιακώβου στο Θεό – Σύγχρονες μαρτυρίες

1. Ο ιερεύς π. Ιωάννης Βερνέζος, εφημέριος του Προσκυνηματικού Ιερού Ναού του Αγίου Ιωάννου του Ρώσου στο Προκόπι της Εύβοιας ανέφερε τα εξής: Είχα ένα ογκίδιο στο δεξί μου χέρι. Εκτός των κινδύνων που έκρυβε, ήταν και αντιαισθητικό. Γι΄ αυτό, όταν οι χριστιανοί μου φιλούσαν το χέρι, το κάλυπτα με το ράσο μου Την ημέρα της κηδείας του Γέροντος Ιακώβου (22.11.1991) παρεκάλεσα το Γέροντα για το θέμα αυτό. Και καθώς ασπαζόμουν το ιερό σκήνωμα του, ακούμπησα το χέρι μου πάνω στο λείψανο του. Από εκείνη τη στιγμή το ογκίδιο άρχισε να υποχωρεί, ώσπου εξαφανίστηκε. Μεγά­λη η χάρη του οσίου Γέροντα. Ας έχουμε την ευχή του!».

2. Η κ. Ανδρομάχη Πασχάλη, κάτοικος Λίμνης Ευβοίας, σε επιστολή που έστειλε στη Μονή γράφει τα εξής:

«Στις 18 Νοεμβρίου 1993 παρουσιάστηκε στην άκρη της γλώσσας μου ένα μικρό κεράτινο ογκίδιο. Περνώντας οι μέρες αυτό μεγάλωσε, κρεμόταν μπρο­στά στη γλώσσα μου και με ενοχλούσε στην ομιλία, την ώρα που έτρωγα και όταν έπινα νερό. Πέρασαν δυο μήνες από την ημέρα που το πρωτοείδα, το ογκίδιο εξακολουθούσε να υπάρχει και η ψυχολογική μου κατάσταση ήταν πολύ άσχημη. Μέσα στη μεγάλη ψυχο­λογική ένταση που βρισκόμουν, κι ενώ σκεπτόμουν ότι από Δευτέρα έπρεπε να πάω στην Αθήνα για γιατρό, άρχισα να λέω το πρόβλημα μου στον παππού-Ιάκωβο κοιτάζοντας μία μικρή φωτογρα­φία του που είχα απέναντι στο τραπέζι μου. Τον παρακάλεσα να με βοηθήσει, να μην αρχίσω τις ατέλειωτες εξετάσεις στους γιατρούς που χρειάζονται για τέ­τοιου είδους περιστατικά και κατά τις δυο τα μεσάνυκτα ανέβηκα για ύπνο στο δωμάτιο μου. Το πρωί που σηκώθη­κα, την ώρα που έπινα καφέ, διαπίστωσα ότι δεν με ενοχλούσε τίποτα στη γλώσσα μου. Όλο αγωνία πήγα στον καθρέφτη και είδα ότι το ογκίδιο που είχα εξαφανίστηκε χωρίς να αφήσει ούτε σημάδι.

Έτσι απλά παρακάλεσα τον άγιο Ιάκωβο να με βοηθήσει, κι αυτός έτσι απλά με βοήθησε.»

3. Ο Πανιερώτατος Μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος σε μία από τις επισκέψεις του στη Μονή, ως αρχιμανδρί­της τότε, ανέφερε μεταξύ άλλων θαυμάτων που επιτελεί ο άγιος Γέροντας Ιάκωβος σε Κυπρίους αδελφούς μας, τους όποιους αγαπούσε πολύ, και το έξης θαυμαστό:

Είχα φέρει στην Κύπρο λάδι από το καντήλι του τάφου του Γέροντα. Το 1993 με πήρε στο τηλέφωνο ο εφημέριος του Ιερού Ναού του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Λάρνακος, ο π. Παναγιώτης Ζάρος, και μου είπε: «Πάτερ Νεόφυτε, δεν είμαι καλά. Έχω ένα χρόνιο πρόβλημα υγείας, αλλά δεν το λέω.

Έχω ραγάδες στο έντερο και έχω μεγά­λη αιμορραγία. Και αυτές τις ημέρες έχω έντονους πόνους και μεγάλη ροή αίματος, και σε παρακαλώ κάνε μια παράκληση στον άγιο Γεώργιο, που ζεις στο μοναστήρι του, και στον πατέρα Ιάκωβο να μου δίνουν υπομονή, γιατί όταν πονώ υποφέρω πολύ και φωνάζω και στενοχωρούνται και η παπαδιά και τα παιδιά μου».

Λυπήθηκα πολύ και του είπα ότι θα κάμω παράκληση και θα του πήγαινα λαδάκι από το καντήλι του πατρός Ιακώβου, για να σταυρωθεί. Αυτά είπα και έκλεισα το τηλέφωνο. Μετά από δέκα πέντε λεπτά ο π. Παναγιώτης ήρθε στο μοναστήρι και μου είπε: «Ήρθα να πάρω το λαδάκι του Γέροντα μόνος μου, γιατί πιστεύω πολύ σε αυτόν τον άνθρωπο, ότι ο Θεός τον χαρίτωσε και θα με βοηθήσει». Του έδωσα λάδι και σταυρώθηκε στο μέτωπο και έφυγε.

Το βράδυ με πήρε στο τηλέφωνο και μου είπε χαίροντας και κλαίοντας ότι η ροή του αίματος σταμάτησε. Από τότε έγινε τελείως καλά. Ο π. Παναγιώτης υπέφερε από αυτό από τα εφηβικά του χρόνια και τώρα ήταν περίπου 40 ετών. Όταν έγινε καλά υποσχέθηκε να τελεί θεία Λειτουργία και μνημόσυνο στο Γέροντα Ιάκωβο κάθε χρόνο σαν αυτή την ημέρα της θεραπείας του. Όταν όμως πέρασε ένας χρόνος από το θαύμα αυτό ο π. Παναγιώτης ξέχασε την υπόσχεσή του. Τη θυμήθηκε όταν εκείνη την ημέρα (στό χρόνο επάνω) του παρουσιάσθηκε ελάχιστο αίμα. Εκπλήρωσε την υπόσχεσή του και η ροή του αίματος σταμάτησε. Από τότε το θυμάται κάθε χρόνο και επιτελεί θεία Λειτουργία και μνημονεύει το Γέροντα ανάμεσα στους Άγιους

4. Ο κ. Γιώργος Ιωαννίδης, γιατρός παθολόγος από το Βόλο, (προσωπικός τότε γιατρός του τότε Μητροπολίτου Δημητριάδος και τώρα Αρχιεπισκόπου κ. Χριστοδούλου) ανέφερε μεταξύ άλλων και τα έξης:

«Φεύγοντας από τη Μονή του Οσίου Δαυΐδ, όπου είχα έλθει με την οικογένεια μου για προσκύνημα το Σεπτέμβριο του 1997, κι ενώ βρισκόμουν στην πύλη της αισθάνθηκα μέσα μου μια δυνατή επιθυμία να πάω να ξαναπροσκυνήσω τον τάφο του Γέροντα Ιακώβου. Αισθανόμουν όπως αισθάνεται κάποιος που ξέχασε πίσω του κάτι πολύτιμο και θέλει να γυρίσει να το πάρει. Πραγματικά γύρισα με το γιό μου και στο ένα μέτρο πριν από τον τάφο του Γέροντα βλέπω κάτω στη γή ένα κομποσχοίνι. Παίρνω το κομποσχοίνι στο χέρι μου, το υψώνω και το κρατώ επιδεικτικά, ώστε αν κάποιος από τους γύρω προσκυνητές το έχασε, να το δει και να΄ ρθει να το πάρει. Εκείνη όμως ακριβώς τη στιγμή ακούω φωνή πίσω μου που μου έλεγε: «Τί ψάχνεις; Για σένα είναι το κομποσχοίνι». Γυρίζω και σε απόστα­ση ενός μέτρου βλέπω ολοζώντανο το Γέροντα Ιάκωβο να μου χαμογελά. Τον είδα ολοκάθαρα. Διέκρινα την υγρασία των ματιών του, τις φλεβίτσες στο πρόσωπο του, τη γενειάδα του, όπως την είχε. Ένοιωσα κάτι το ξεχωριστό, συγκλονίστηκα. Η κυριολεκτικά αύτη ζωντανή παρουσία του Γέροντα Ιακώβου μπροστά μου ήταν καθοριστική κι έβαλε μέσα μου τη σφραγίδα περί της βεβαιότητος της θείας παρουσίας».

5. Τις ήμερες που γραφόταν αυτό το κείμενο και συγκεκριμένα στις 10 Όκτωβρίου 2001 ήρθε στη Μονή ο κ. Γιαννούλης, ναυτικός, από την Άνδρο και βουρκωμένος χωρίς καν να μπορεί να μιλήσει καλά-καλά από τη συγκίνη­ση και τα κλάματα ανέφερε τα έξης:

«Ταξίδευα προ καιρού και ευρισκόμουν στην Ινδία. Κάποια μέρα αντιμετώπισα σοβαρό πρόβλημα με την καρδιά μου Στο Νοσοκομείο εκεί που με πήγαν οι γιατροί είπαν στους συναδέλφους μου ότι τελειώνω. Εγώ, παρ΄ όλο που ήμουν σε κωματώδη κατάσταση, ένιωθα ότι κάποια αόρατη θεία δύναμη με βοηθάει. Όταν αργότερα άνοιξα κά­ποια στιγμή τα μάτια μου τον πρώτο που είδα μπροστά μου ήταν ο Γέροντας Ιάκωβος που είχα διαβάσει αρκετές φορές το βιβλίο του. Μου είπε: «Μή φοβάσαι, κύριε Γιαννούλη, θα σε βοηθήσω, θα γίνεις τελείως καλά και θα ξαναγυρίσεις στην πατρίδα». Και από εκείνης της ώρας πράγματι έγινα τελείως καλά».

Από τις υπάρχουσες προφορικές και γραπτές μαρτυρίες των πιστών διαπιστώνεται ότι ο Γέροντας Ιάκωβος έχει μεγάλη παρρησία στο Θεό και γι΄ αυτό εύχόμεθα να πρεσβεύει υπέρ πάντων υμών. Αμήν.

Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2025

ΥΜΝΟΙ ΕΙΣΟΔΙΩΝ ΘΕΟΤΟΛΟΥ & ΚΑΤΑΒΑΣΙΕΣ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ



 

«Σήμερον τω Ναώ προσάγεται η πανάμωμος Παρθένος»

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου.

Η εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου είναι μια σημαντική θεομητορική εορτή, την οποία εορτάζουν με σεβασμό και λαμπρότητα οι ορθόδοξοι πιστοί σε όλο τον κόσμο. Καθιερώθηκε γύρω στον 6ο αιώνα στην Ιερουσαλήμ με βάση την αρχαία παράδοση της Εκκλησίας μας

Ο άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων (634-638) κάνει λόγο στα γραπτά του για την εορτή αυτή. Στην Κωνσταντινούπολη καθιερώθηκε γύρω στα τέλη του Ζ΄ ή τις αρχές του Η΄ αιώνα. Κατ’ αυτήν εορτάζεται το γεγονός της εισόδου της Παναγίας μας στο Ναό του Σολομώντος, όταν ήταν τριών ετών.

Βεβαίως δεν υπάρχουν βιβλικές μαρτυρίες για το γεγονός αυτό. Πληροφορίες αντλούμε από την παράδοση της Εκκλησίας μας, η οποία διέσωσε πάμπολλα γεγονότα, τα οποία δεν ιστορούνται στα Ιερά Ευαγγέλια. Επί τη ευκαιρία θα θέλαμε να τονίσουμε για μια ακόμα φορά πως τα Ευαγγέλια δεν είναι ιστορικά κείμενα με την αυστηρή έννοια του όρου, αλλά είναι κατά κύριο λόγο ιεραποστολικά κείμενα, τα οποία γράφηκαν για να εξυπηρετήσουν συγκεκριμένες ιεραποστολικές και ποιμαντικές ανάγκες της αρχαίας Εκκλησίας. Έτσι, λοιπόν, έμεινε έξω από τις ευαγγελικές διηγήσεις το μεγαλύτερο μέρος της επί γης παρουσίας του Κυρίου και της ζωής των άλλων ιερών προσώπων, που σχετίζονται με το έργο της σωτηρίας. Αντίθετα, μέρος αυτών των πληροφοριών διέσωσε η Ιερά Παράδοση, η οποία είναι, όπως γνωρίζουμε, ισόκυρη με την αγία Γραφή.

Σύμφωνα, λοιπόν, με την Ιερά Παράδοση, οι γονείς της Θεοτόκου Ιωακείμ και Άννα ήταν άνθρωποι ευσεβείς και δίκαιοι. Ανήκαν στη μικρή εκείνη μερίδα των πιστών και ευσεβών Ιουδαίων, οι οποίοι περίμεναν εναγωνίως την έλευση του Μεσσία. Πάσχιζαν οι ευλαβείς αυτοί άνθρωποι να αποκτήσουν παιδιά, ελπίζοντας πως από τους απογόνους τους θα γεννιόταν ο Μεσσίας.

Οι γονείς της Θεοτόκου ζούσαν με την προσδοκία της τεκνογονίας, όμως δυστυχώς, ήταν άτεκνοι. Είκοσι ολόκληρα χρόνια επιχειρούσαν να τεκνοποιήσουν χωρίς αποτέλεσμα. Το όνειδος της ατεκνίας και η κατάσταση της μοναξιάς δημιουργούσαν στην ψυχή τους αφόρητη πικρία. Όμως δεν έχασαν την πίστη τους στο Θεό ούτε στιγμή. Είχαν την πεποίθηση πως ο Θεός είναι ο χορηγός όλων των αγαθών και κύρια της τεκνογονίας. Η ζωή τους κυλούσε με προσευχή, νηστεία και έντονη προσδοκία, ότι ο Θεός θα άκουγε τις ικεσίες τους και θα τους ελεούσε εν τέλει.

Πράγματι, ο Θεός εισάκουσε τις προσευχές τους. Άγγελος Κυρίου παρουσιάστηκε στην Αγία Άννα και της ανήγγειλε το ευχάριστο γεγονός, ότι θα γίνει μητέρα. Το γηραιό ζευγάρι απέκτησε επί τέλους κλήρα. Η ευσεβής γηραιά Άννα γέννησε ένα χαριτωμένο κορίτσι, το οποίο ονόμασαν Μαρία (εβραϊκά Μαριάμ), που σημαίνει Κυρία. Την ανέλπιστη χαρά τους εξέφρασαν με αίνους και ευχαριστίες στο Θεό. Θεώρησαν το νεογέννητο βρέφος ως δικό Του δώρο και γι’ αυτό, από την πρώτη στιγμή, το αφιέρωσαν με όλη τους την ψυχή σ’ Αυτόν

Η μικρή Μαρία από βρέφος ήταν στολισμένη με χάριτες και ιδιότητες λογικά ανεξήγητες. Φάνηκε από τότε πως ήταν ξεχωρισμένη από το Θεό να υπηρετήσει το σχέδιο της σωτηρίας του κόσμου. Η σύνεση, η πραότητα, η ταπείνωση και η υπακοή Της κατέπλησσε τους γονείς Της και τον κοινωνικό τους περίγυρο.

 

Όταν η Μαρία έγινε τριών ετών, οι ευσεβείς γονείς της αποφάσισαν να πραγματοποιήσουν την υπόσχεσή τους προς το Θεό, να Του προσφέρουν ως δώρο την αγαπημένη τους θυγατέρα. Άλλωστε, όπως λέει η παράδοση, βρισκόταν σε τέτοια προχωρημένη ηλικία και οι δυο τους, ώστε δεν μπορούσαν πια να φροντίσουν τη μικρή Μαρία. Έτσι όδευσαν προς το Ναό του Κυρίου στην Ιερουσαλήμ. Εκεί συνάντησαν το συγγενή τους ιερέα Ζαχαρία, πατέρα του Ιωάννου του Προδρόμου, ο οποίος ήταν άτεκνος και αυτός ως τότε. Υπηρετούσε με φόβο Θεού το ιερό και προσευχόταν αδιάκοπα να τον ελεήσει ο Θεός και να αποκτήσει και αυτός παιδί με την αγαπημένη του σύζυγο Ελισάβετ.

Η άφιξή τους στον περικαλλή Ναό γέμισε την ψυχή τους με κατάνυξη και ευλάβεια. Πατούσαν τον ιερό χώρο, όπου η παρουσία του Κυρίου ήταν αισθητή. Οι Ιουδαίοι πίστευαν πως ο Ναός ήταν η κατοικία του Θεού και θρόνος του τα Άγια των Αγίων, γι’ αυτό το διαμέρισμα εκείνο θεωρείτο χώρος δέους και τρόμου. Κανένας δεν έμπαινε εκεί, παρά μονάχα ο αρχιερέας του έτους μια φορά το χρόνο, την ημέρα του Εξιλασμού, για να θυμιάσει, ανυπόδητος, ασκεπής και με ένα λιτό χιτώνα.

Ο ιερέας Ζαχαρίας τους υποδέχτηκε σε κάποια από τις μεγάλες πύλες της μεγάλης αυλής. Ο λαός δεν επιτρεπόταν να εισέλθει στο Ναό. Μόνο ο αρχιερέας, οι ιερείς και λευίτες εισέρχονταν στον πρόναο και τα Άγια, για να προσφέρουν τις καθιερωμένες από το Μωυσή θυσίες και να επιτελέσουν τις τελετουργίες. Ο λαός στεκόταν στην ευρύχωρη αυλή και στις απειράριθμες παρακείμενες στοές, όπου παρακολουθούσε τις θυσίες, τις προσευχές και τις άλλες διάφορες τελετές των ιερέων.

Με έκπληξη και θαυμασμό παρατήρησαν πως η μικρή Μαρία όχι μόνο δεν έφερε κάποια αντίσταση, όπως ήταν φυσικό, να αποχωριστεί τους γονείς της, αλλά με χαρά ακολούθησε τον σεβάσμιο Ζαχαρία στο Ναό του Κυρίου. Η χάρις του Θεού είχε σκεπάσει κάθε φυσική Της αντίδραση, την είχε καταστήσει ήδη πολύτιμο σκεύος εκλογής. Η παμπάλαια χριστιανική παράδοση αναφέρει πως ο γέρων Ζαχαρίας, κατά θείαν έμπνευση, οδήγησε τη Μαρία στα Άγια των Αγίων. Εκεί, στο ιερότατο, θεοσκότεινο και απρόσιτο διαμέρισμα του Ναού εισήλθε για να περάσει τα παιδικά Της χρόνια αμόλυντη από την ανθρώπινη αμαρτία, ως πολύτιμος θησαυρός σε ασφαλές θησαυροφυλάκιο!

Οι συνθήκες ζωής στο χώρο εκείνο ήταν λίαν δυσμενείς για ένα κοινό θνητό. Όπως είπαμε, βασίλευε πυκνό σκοτάδι και η είσοδος οποιουδήποτε ήταν αυστηρά απαγορευμένη, για τη χορήγηση τροφής. Όμως η μικρή Μαρία δεν ήταν μια οποιαδήποτε κοινή θνητή. Είχε κληθεί από τη γαστέρα της μητέρας Της να γίνει η μητέρα του Θεού. Ο αφιλόξενος χώρος του άδυτου του Ναού μεταβλήθηκε για χάρη Της σε παραδείσιο περιβάλλον. Ουράνιο άκτιστο φως, που μόνο Αυτή έβλεπε, φώτιζε άπλετα και εκτυφλωτικά το χώρο. Άγγελοι του Θεού βρίσκονταν αδιάκοπα κοντά Της και της κρατούσαν συντροφιά. Άλλοι άγγελοι της κουβαλούσαν μυστική ουράνια τροφή και άλλοι την υπηρετούσαν.

Αυτό κράτησε δώδεκα ολόκληρα χρόνια, μέχρι την ηλικία των δεκαπέντε χρόνων Της. Τότε ο Ζαχαρίας μαζί με άλλους σεβάσμιους και ευλαβείς ιερείς του Ναού αποφάσισαν να βγάλουν τη Μαρία από τα Άγια των Αγίων και να την οδηγήσουν στον κόσμο. Για προστασία την αρραβώνιασαν με τον ευσεβή και μεστό ηλικίας Ιωσήφ, ο οποίος, σύμφωνα με την παράδοση, διατελούσε σε χηρεία και είχε την προστασία παιδιών του από την πρώτη γυναίκα του. Εγκαταστάθηκαν στην όμορφη και ήσυχη κώμη Ναζαρέτ, όπου εκεί λίγο καιρό αργότερα έγινε ο άγιος Ευαγγελισμός Της.

Η μεγάλη και παγκόσμια θεομητορική εορτή των Εισοδίων εορτάζεται λαμπρά από την Εκκλησία μας. Οι ιερές ακολουθίες έχουν πανηγυρικό χαρακτήρα. Μεγάλοι υμνογράφοι, όπως ο Γεώργιος Νικομηδίας, Λέων ο Μάγιστρος, Ιωσήφ ο Υμνογράφος, Σέργιος ο Αγιοπολίτης και ο Βασίλειος ο Πηγορίτης συνέθεσαν ύμνους μεγάλης ποιητικής και θεολογικής αξίας. «Χαίρει ο ουρανός και η γη τον ουρανόν τον νοητόν πορευόμενον ορώντες εις θείον οίκον ανατραφήναι σεπτώς» αναφέρει ένας ύμνος. Οι πιστοί κατακλύζουμε τους ναούς και τιμούμε την Αειπάρθενο, η

Οποία έγινε αιτία της σωτηρίας μας και μας σκεπάζει κάτω από τις αέναες προσευχές Της στον Υιό Της και Σωτήρα μας Ιησού Χριστό.

ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΩΝ ΕΙΣΟΔΙΩΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Η Θεοτόκος είναι η αγιότερη ανθρώπινη ύπαρξη, η Οποία επιλέχτηκε από το Θεό ανάμεσα σε εκατομμύρια άλλα κορίτσια, για να παίξει ρόλο πρωταγωνιστικό στη διαδικασία της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους και ολοκλήρου της δημιουργίας. Η θεία πανσοφία διείδε στο ιερότατο πρόσωπό Της την άκρα καθαρότητα και αγιότητα, η οποία ήταν απαραίτητη για να καταστεί μητέρα του απόλυτα αγίου Θεού.

Η εορτή των Εισοδίων έχει ως στόχο να μας διδάξει πολύ υψηλές έννοιες γύρω από την προσωπικότητα της Θεοτόκου. Να μας μυήσει στην ασύλληπτα βαθιά θεολογία γύρω από την ανεπανάληπτη συμβολή Της στην υλοποίηση του θείου σχεδίου της σωτηρίας του κόσμου.

Ο ιστορικός πυρήνας του γεγονότος των Εισοδίων ελάχιστα απασχολεί την Εκκλησία, όσο η θεολογική του σημασία. Κάποιοι υποστηρίζουν, πως, επειδή η πρώτη γραπτή μαρτυρία του γεγονότος αναφέρεται στο απόκρυφο «Πρωτοευαγγέλιο του Ιακώβου», δεν θα πρέπει να θεωρείται αξιόπιστη. Για την ορθόδοξη θεολογία μας όμως αυτό καθ’ εαυτό το ιστορικό γεγονός έχει ελάχιστη σημασία σε σχέση με τη θεολογική και ηθική του σημασία.

Ο Ναός της Ιερουσαλήμ είναι εικόνα της Θεομήτορος. Είναι γνωστή η πίστη στην ιερότητα του Ναού από τους Ιουδαίους. Πίστευαν ότι μέσα σ’ αυτόν κατοικεί ο Θεός, γι’ αυτό ανέβαιναν στο λόφο Σιών, που ήταν κτισμένος με σεβασμό και τρόμο, σαν να προσεγγίζουν τον Ίδιο το Θεό. Η Κιβωτός της Διαθήκης θεωρείτο ο θρόνος του Θεού και η ορατή παρουσία Του στη γη. Ουδείς τολμούσε να προσεγγίσει στο διαμέρισμα του Ναού, που ονομαζόταν Άγια των Αγίων, παρά μόνο ο αρχιερέας του έτους, μια φορά το χρόνο, κατά την πένθιμη ημέρα του Εξιλασμού. Εισερχόταν ανυπόδητος στο φοβερό εκείνο χώρο, ντυμένος ένα λινό ποδήρη χιτώνα, για να θυμιάσει. Έκτοτε κανένας δεν τολμούσε να πλησιάσει εκεί.

Ο απλός λαός δεν επιτρεπόταν να εισέρχεται σε κανένα διαμέρισμα του Ναού, αλλά μόνο το ιερατείο στον πρόναο και τα Άγια. Οι προσκυνητές λαϊκοί στέκονταν στο τεράστιο προαύλιο και τις διάφορες παρακείμενες στοές, από όπου προσεύχονταν και παρακολουθούσαν τις τελετουργίες των ιερέων.

Η Παναγία μας είναι ο νοητός ναός του Θεού. Το ιερότατο νοητό τέμενος, μέσα στο οποίο καταδέχτηκε να οικήσει ο αιώνιος και άπειρος Θεός. Ο ιερός υμνογράφος της εορτής, θέλοντας να τονίσει αυτήν την καταπληκτική παρομοίωση, έγραψε πως η Θεοτόκος είναι, «Ο καθαρότατος ναός του Σωτήρος, η πολυτίμητος παστάς και παρθένος, το ιερόν θησαύρισμα της δόξης του Θεού».

Αν θεωρείτο ιερός ο Ναός της Ιερουσαλήμ, στον οποίο υποτίθεται ότι κατοικούσε, σύμφωνα με την πίστη των Ιουδαίων, ο Θεός, ας σκεφτούμε πόσο πιο άγια και ιερή θα μπορούσε να θεωρείται η Θεοτόκος, η Οποία κράτησε πραγματικά στα πάναγνα σπλάχνα Της το σαρκωμένο Λόγο και τον έθρεψε από τα τίμια αίματά Της! Ο Ναός της Ιερουσαλήμ καταστράφηκε και αφανίστηκε από τους Ρωμαίους κατακτητές. Αντίθετα ο νοητός ναός του Θεού, η Παρθένος Μαρία, μένει στους αιώνες και απολαμβάνει ύψιστες τιμές από τους μυριάδες πιστούς όλων των εποχών.

Η είσοδος της Θεοτόκου στο Ναό της Ιερουσαλήμ θέλει να φανερώσει το ακατανόητο ύψος της αγνότητας και αγιότητάς Της. Μέσα στα απρόσιτα Άγια των Αγίων διαφυλάχτηκε η αγνότητά της και καλλιεργήθηκε η αγιότητά Της. Μόνο μέσα σε ένα τέτοιο ιερό χώρο μπορούσε να προφυλαχτεί η απαιτούμενη αγνότητά Της από την αφάνταστη αμαρτωλότητα του κόσμου.

Μόνο η συνοίκηση με τους αγίους αγγέλους θα μπορούσε να καλλιεργήσει την αγιότητά Της. Η ανθρώπινη ανομία είχε τέτοια δύναμη και ορμή ώστε αν η Παρθένος Μαρία βρισκόταν στον κόσμο δε γνωρίζουμε αν θα μπορούσε να διατηρήσει το ύψος της αγιότητας που χρειαζόταν να δεχτεί τον απόλυτα άγιο Θεό στα σπλάχνα Της.

Στο πρόσωπο της Θεοτόκου έχουμε υπέρβαση της πεπτωκυίας ανθρωπίνης φύσεως και αποκατάσταση της πρότερης προπτωτικής. Αυτή γεννήθηκε βεβαίως με την πτωτική φύση, ως κληρονόμος της αμαρτίας των πρωτοπλάστων γεναρχών μας. Όμως η θεία χάρις σταδιακά την εξύψωνε από τη νηπιακή Της ηλικία μέχρι τον Ευαγγελισμό Της, οπότε με την επισκίαση του Αγίου Πνεύματος, καθαρίστηκε απόλυτα από το προπατορικό αμάρτημα και πήρε την προπτωτική αδιάφθορη φύση.

Μόνο έτσι απαλλαγμένη από το άχθος της πτωτικής φύσεως και τη φθορά της αμαρτωλότητας, μπορούσε να επιτελέσει την υπέρτατη αποστολή Της. Οι ευσεβείς διηγήσεις περί της θαυμαστής διαμονής Της στο Ναό εκφράζουν ακριβώς αυτή την πίστη της προοδευτικής καθάρσεώς Της.

Η ευλογημένη είσοδος της Παρθένου Μαρίας στο Ναό αποτελεί την απαρχή της πραγματοποιήσεως της προαιώνιας βουλής του Τριαδικού Θεού για τη σωτηρία του κόσμου. Στην υμνολογία της μεγάλης εορτής ψάλλουμε πως «Σήμερον της ευδοκίας Θεού το προοίμιον και της των ανθρώπων σωτηρίας η προκήρυξις». Αποτελεί τη χαραυγή της λυτρώσεως του ανθρωπίνου γένους από τη δουλεία της αμαρτίας Γι’ αυτό η Εκκλησία μας εορτάζει λαμπρά το γεγονός.

Ως συνειδητοί πιστοί του Χριστού, είμαστε θερμοί και αέναοι τιμητές του ιερού προσώπου της Θεομήτορος, διότι η συμβολή Της στο έργο της σωτηρίας μας υπήρξε καθοριστικός. Με άκρατο ενθουσιασμό υμνούμε τη μεγάλη εορτή και γεραίρουμε τη Θεοτόκο, ψάλλοντας «εν ενί στόματι» μαζί με τον ιερό υμνογράφο της ημέρας «Χαίρε, της οικονομίας του Κτίστου η εκπλήρωσις»

 

ΚΥΡΙΑΚΗ 7 ΙΟΥΝΙΟΥ 2026 ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ (Ματθ. ι΄ 32-33, 37-38, ιθ’ 27-30) (Εβρ. ια΄ 33 – ιβ΄ 2)

         " Ο Λόγος του Θεού στον Λαό του Θεού" Πίστεως αναβάσεις «Οι Άγιοι Πάντες διά πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας»   Μάρτυρες ...