ΚΑΛΟ ΚΑΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟ ΜΗΝΑ ΜΕ ΥΓΕΙΑ!!!
Ευχόμαστε Καλό Καλοκαίρι με Υγεία και Πνευματική Πρόοδο!
«Παπά, σε θέλει ο Γέροντας, ο Ηγούμενος», είπε ο μοναχός στον νεαρό ιερομόναχο Νικόδημο. «Θέλει κάτι να σου πει».
«Να ’ναι ευλογημένο», απάντησε ο Νικόδημος, κι αμέσως άλλαξε πορεία από το προγραμματισμένο διακόνημά του.
Τέκνο υπακοής ο Νικόδημος, βρέθηκε από πολύ νεαρός - μόλις είχε τελειώσει το Λύκειο - σπρωγμένος από την αγάπη του προς τον Θεό, Νικόλαος τότε, στο φιλόξενο μεγάλο μοναστήρι του Όρους. Είχε ακούσει για την ευλογημένη αδελφότητα που ζούσε εκεί, κυρίως όμως για τον Γέροντα, τον σοφό καθηγούμενο, ο οποίος με μεγάλη αγάπη και περίσσια διάκριση κατεύθυνε «εις νομάς σωτηρίους» που λένε και τα κείμενα, τους καλογέρους του. Είχε διαβάσει από παιδί ακόμη βίους αγίων, που έπαιρνε από το κονάκι της ευσεβούς γιαγιάς του, είχε βρεθεί και ένας φίλος της οικογένειας, αρκετά μεγαλύτερος από αυτόν που σχετιζόταν με τον Γέροντα του Όρους, και δεν άργησε να γίνει… το «κακό»: ένιωσε ότι η μόνη ζωή που του αξίζει είναι η καλογερική. Κι ήλθε η ευλογημένη στιγμή, με την ευχή των γονιών του που έβλεπαν στο παιδί τους τη ροπή αυτή προς τα θεία, να πάρει κι αυτός τον δρόμο προς το Περιβόλι της Παναγίας. Όχι ότι δεν είχαν αντιδράσει. Προσπάθησαν να του δείξουν ότι ακόμη ήταν πολύ μικρός για μία τέτοια μεγάλη απόφαση, ότι οι πειρασμοί είναι μεγάλοι σ’ αυτούς που αφιερώνονται ως καλόγεροι στον Θεό, μα… του κάκου! Η ψυχή του μικρού Νικόλα οριστικά είχε γείρει προς τα υψηλά. Στο Όρος το Άγιον, εκεί που είχαν ασκητέψει και αγιάσει χιλιάδες άνθρωποι, πιστοί στον Θεό.
Κι έδειξε απαρχής ότι πράγματι η μοναχική ζωή είναι αυτό που του ταιριάζει. Γιατί δεν υπήρχε ακολουθία, δεν υπήρχε διακόνημα, που να μην έσπευδε πρώτος να παρευρεθεί. Κουβέντα δυσανασχέτησης δεν βγήκε ποτέ από τα χείλη του. Μα και την κατάκριση την απέφευγε σαν το φίδι. Ήταν από αυτά που είχε κατανοήσει πολύ καλά από τη χριστιανική ζωή. «Δώρησαί μοι του οράν τα εμά πταίσματα και μη κατακρίνειν τον αδελφόν μου», επαναλάμβανε διαρκώς, από τη μικρή και τόσο περιεκτική ευχή του οσίου Εφραίμ του Σύρου. Τα χρόνια της δοκιμασίας πέρασαν γρήγορα. Ήλθε η ώρα της κουράς του, κι ύστερα η ώρα της χειροτονίας του σε διάκονο πρώτα, σε πρεσβύτερο έπειτα. Ο ηγούμενος, οι προεστώτες, όλοι οι υπεύθυνοι, είδαν ότι στο πρόσωπο του Νικόδημου υπήρχε πλούσια η χάρη του Θεού. Και την αξιοποίησαν. Και του έδωσαν τη δυνατότητα να την αυξήσει, διακονώντας από μεγάλο πόστο πια τους υπόλοιπους μοναχούς.
«Γέροντα, ευλογείτε. Με ζητήσατε», είπε με σεμνότητα και συστολή ο Νικόδημος.
«Έλα, παιδί μου Νικόδημε». Έκανε νεύμα να περάσει στο ηγουμενείο. «Πράγματι, σε ζήτησα, γιατί σκεφτήκαμε να εκπροσωπήσεις τη Μονή μας στο πανηγύρι της παραδίπλα Σκήτης. Εορτάζει ο άγιος κι είναι ευκαιρία να παρευρεθείς, αλλά με αξίωμα αυτή τη φορά. Τι θα έλεγες;»
«Να ‘ναι ευλογημένο, Γέροντα. Θα ετοιμαστώ και θα πάω».
Σκίρτησε η καρδιά του ιερομονάχου, καθώς άκουσε την απόφαση του ηγουμένου. Όχι μόνο γιατί οι μοναχοί της Σκήτης ήταν αγαπημένοι αδελφοί – τους ήξερε καλά όλους τους -, αλλά γιατί κάποιος του «ψιθύρισε» ότι θα λάβαινε μέρος και ο μεγάλος Γέροντας του Όρους, ο πολύς π. Εφραίμ ο Κατουνακιώτης. Ήταν μεγάλο όνομα ο άγιος αυτός Γέροντας, στο όνομά του «όμνυαν» οι πάντες, ενώ αυτός, ακριβώς επειδή υπήρχε αυτή η αίσθηση, και από τους αγιορείτες, αλλά και από τους εκτός, αισθανόταν πάρα πολύ άβολα. Βασική αρχή του ήταν το «λάθε βιώσας», ζήσε κρυφά, γιατί ήξερε ότι η ταπείνωση είναι το άλφα και το ωμέγα όχι μόνο της καλογερικής ζωής, αλλά και όλου του χριστιανισμού. «Απούσης της ταπεινοφροσύνης πάντα τα ημέτερα έωλα», όπως λέει και ο άγιος της Κλίμακος. Μετέωρα και ξεκρέμαστα όλα αν λείπει η ταπείνωση.
Βρέθηκε στην ευλογημένη και πανηγυρική ατμόσφαιρα της Σκήτης. Τα πάντα έλαμπαν από φροντίδα και καθαριότητα. Κυρίως από τη χαρά των καλογέρων, των εκπροσώπων των Μονών, των προσκυνητών. Οι καμπάνες χτυπούσαν χαρμόσυνα. Κι όταν ήλθε ο μέγας Γέρων, ο π. Εφραίμ, εκεί η κινητικότητα έφτασε στο απροχώρητο. Διαγκωνίζονταν μεταξύ τους ποιος θα τον φτάσει πρώτος, να τον αγγίξει, να του φιλήσει το χέρι. Η ακτινοβολία του προσώπου του Γέροντα από την άλλη επιβεβαίωνε τις τιμητικές εκδηλώσεις απέναντί του. Και μόνο το επιβλητικό παρουσιαστικό του, οι ήρεμες και στοργικές προς όλους κινήσεις του, το γεμάτο ιλαρότητα βλέμμα του, ο φιλάνθρωπος λόγος του που νόμιζες ότι λειτουργούσε σαν μία αγκαλιά για τον καθένα που απευθυνόταν, σε καθήλωνε. Αυτό το βλέμμα του μάλιστα… Η βαθιά ματιά του. Ήταν σαν να αντιφέγγιζε ο ίδιος ο Ουρανός.
«Κύριε», έπιασε τον εαυτό του να λέει αυθόρμητα ο παπα-Νικόδημος, ο εκπρόσωπος της μεγάλης Μονής. «Αν τέτοιο βλέμμα παραδείσιο έχει ο άνθρωπός σου εδώ στη γη, ποιο είναι το βλέμμα των αγίων σου στη Βασιλεία Σου, το βλέμμα της Μάνας Παναγίας, το βλέμμα το δικό Σου;». Τα δάκρυα άρχισαν να τρέχουν ασυγκράτητα από τα μάτια του, κι έσπευσε γρήγορα να τα σκουπίσει, πριν τον δουν. Θυμήθηκε τι είχε γράψει ο άλλος μέγας Γέρων Σωφρόνιος του Έσσεξ, στο εκπληκτικό και πολυδιαβασμένο από καλογέρους και κοσμικούς βιβλίο του για τον όσιο Σιλουανό του Άθω. Όταν είδε τον Κύριο ο όσιος Σιλουανός, εκεί στο τέμπλο της Μονής του αγίου Παντελεήμονα, δεν μπόρεσε έκτοτε να ξεχάσει το γεμάτο από ιλαρή αγάπη και υπερνοητή ειρήνη βλέμμα Του. Το βλέμμα εκείνο τον καθήλωσε για όλη του τη ζωή.
Η ακολουθία άρχισε. Μπήκε το «ευλογητό», άρχισαν οι ψαλμωδίες και τα αναγνώσματα. Όλα έμοιαζαν να στάζουν γλυκασμό. Όπως το έλεγε και ο Γέρω-Εφραίμ ο Κατουνακιώτης: «Και οι τοίχοι στάζουν μέλι στις ακολουθίες της Εκκλησίας». Κι ήλθε η ώρα της εισόδου. Άρχισαν όλοι να εισοδεύουν κατά την τάξη και τα οφίκκια.
Ο ιερομόναχος Νικόδημος περίμενε τη σειρά του. Ήταν συνεπαρμένος από την αγιασμένη ατμόσφαιρα. Ήταν απορροφημένος από τη μεταρσιωμένη εικόνα του Γέροντα Εφραίμ, τον οποίο φρόντιζε να βλέπει διαρκώς. Κι ήλθε το… σοκ. Κι ήλθε το ξάφνιασμα και το μούδιασμα. Κι αρνήθηκε. Και το θεώρησε ιεροσυλία και βλασφημία.
«Πέρασε, πάτερ», του είπαν. «Μα, είναι ο Γέροντας εδώ», κι έδειξε τον π. Εφραίμ.
«Περάστε, πάτερ, είστε εκπρόσωπος Μεγάλης Μονής. Ο Γέροντας θα έλθει μετά από σας».
Πήγε και πάλι να αντιδράσει, αλλά τον πρόλαβε ο Γέροντας.
«Πατέρα μου», του είπε μειδιώντας, κι έσκυψε λίγο δίπλα του, να μιλήσει στο αυτί του. «Πατέρα μου, πρέπει να κρατήσουμε την τάξη. Όπως λέει και ο απόστολος: «Πάντα ευσχημόνως και κατά τάξιν γινέσθω». Και να ξέρεις, παπά μου. Αν δεν υπήρχε αυτή η τάξη, ακόμη κι εδώ στο Όρος, θα είχαμε φαγωθεί μεταξύ μας σαν τα σκυλιά»!
Έσκυψε το κεφάλι ο Νικόδημος, πέρασε πρώτος από τον μεγάλο Γέροντα, και κατάλαβε. Είχε να μάθει πολλά ακόμη από την καλογερική ζωή!
(Από το βιβλίο των εκδ. "ἀκολουθεῖν" "Δι' εμού του αμαρτωλού", Αληθινές ιστορίες με φόντο το πετραχήλι)
ΔΕΥΤΕΡΑ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ
«Ὥσπερ φορτίον καί γεῶδες ἀχθοφόρημα ὡρᾶτο τοῖς ἐν κόσμῳ περιπατῶν ὁ Τυφλός, καί ἐν ταῖς πλατείαις πόδας συντρίβων, τάχα ὡς ὅρασιν τήν ράβδον πλουτῶν˙ ὅθεν καταφεύγει πρός τόν φωτοδότην, ἐξ οὗ λαμβάνει τό φῶς ὁρᾶν, καί ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ βλέπειν τόν ποιητήν, τόν καθ’ ὁμοίωσιν αὐτοῦ καί κατ’ εἰκόνα δημιουργήσαντα τήν φύσιν τῶν ἀνθρώπων, ἐκ γῆς τό πρότερον, καί νῦν χοΐ καί πτύσματι, καταυγάσαντα τούτου τάς κόρας, καί δόντα φιλανθρώπως βλέπειν τόν ἥλιον» (απόστ. Αίνων όρθρου ημέρας).
(Περπατώντας ο τυφλός και συντρίβοντας τα πόδια του στις πλατείες, έχοντας ως θησαυρό του τη ράβδο του ως ένα είδος όρασης, φαινόταν στους ανθρώπους του κόσμου σαν φορτίο και βάρος της γης. Γι’ αυτό καταφεύγει προς τον φωτοδότη Κύριο, από τον Οποίο παίρνει το φως της όρασης και να βλέπει με τα μάτια του τον Ποιητή και Δημιουργό, που δημιούργησε καθ’ ομοίωσιν και κατ’εικόνα του Ίδιου τη φύση των ανθρώπων, στην αρχή της δημιουργίας από γη και τώρα από χώμα και φτύσμα, και ο Οποίος καταφώτισε τις κόρες των οφθαλμών του και του έδωσε από την αγάπη Του να βλέπει τον ήλιο).
Με δύναμη ποιητική ο άγιος υμνογράφος περιγράφει τα στάδια που πέρασε ο εκ γενετής τυφλός του Ευαγγελίου, μέχρις ότου θεραπευτεί από τον Κύριο, όχι μόνο σωματικά, αλλά κυρίως και πνευματικά. Πρώτο στάδιο, η οδυνηρή πραγματικότητα στην οποία ζούσε ως αόμματος – μη έχοντας όραση, κυρίως όμως και μάτια˙ άδειες κόγχες ήταν στη θέση των οφθαλμών του. Και η οδύνη του τυφλού, κατά τον υμνογράφο, ήταν διπλή: σωματική πρώτον, γιατί κρατώντας το μπαστούνι του τάχα ως όρασή του συχνά σκόνταφτε και έπεφτε, ιδίως στις πλατείες που ήταν μαζεμένος κόσμος˙ δεύτερον ψυχολογική, γιατί ακριβώς γινόταν, κατά την άποψή του, περίγελως των άλλων ή ακόμη χειρότερα αντικείμενο του οίκτου τους. Ο ποιητής εκφράζει με μοναδικό τρόπο την ψυχολογία του, πλήρη καταθλιπτικών στοιχείων: «είμαι ένα φορτίο για τον κόσμο, ένα βάρος πάνω στη γη!» Ίχνος χαράς και ελπίδας δεν φαίνεται να του δίνει ώθηση για ζωή.
Κι εκεί που όλα είναι γι’ αυτόν «μαύρα» και σκοτάδι, έρχεται το δεύτερο στάδιο: η συνάντησή του με τον Κύριο, ο Οποίος τον πλησιάζει με την άπειρη αγάπη Του, «φιλανθρώπως», για να του δώσει φως και προοπτική, στον κόσμο τούτο αλλά και αιώνια. Ποιες οι κινήσεις του Κυρίου; Ψυχολογικά και πνευματικά, τον απαλλάσσει από οποιαδήποτε ενοχή: δεν είναι αυτός αίτιος λόγω αμαρτίας δικής του ή των γονέων του, για ό,τι του έχει συμβεί. Το αντίθετο: η ύπαρξή του συνιστά την αφορμή για να φανερωθεί η δόξα του Θεού! «Ούτε αυτός αμάρτησε ούτε οι γονείς του, αλλά για να φανερωθούν τα έργα του Θεού μέσα από αυτόν». Ο αόμματος που στα μάτια των άλλων και τα δικά του θα πρέπει ίσως να μην υπάρχει στον κόσμο είναι στα μάτια του Θεού η ύλη που έχει στα χέρια Του ο Θεός για να λάμψει η δόξα Του! Πόσο οι εκτιμήσεις μας για τον κόσμο, για τους συνανθρώπους μας, για τους εαυτούς μας είναι τις περισσότερες φορές πλανεμένες. Με τι μάτια, διεστραμμένα το συνηθέστερο λόγω της αμαρτίας μας, βλέπουμε εμείς˙ με τι μάτια, καθαρά από την απόλυτη και άπειρη αγάπη Του βλέπει ο ίδιος ο Κύριος!
Κι ακολουθεί το τρίτο και σημαντικότερο στάδιο: ο τυφλός αποκαθίσταται, καθώς γεύεται την εμπειρία του πρώτου ανθρώπου, του Αδάμ: να γίνεται υλικό στα δημιουργικά χέρια του Χριστού που του φτιάχνει μάτια και του δίνει το φως να βλέπει, με αποκορύφωση: να του φωτίσει τα πνευματικά μάτια που ήταν όμως έτοιμα και διψασμένα για τον Δημιουργό τους. Και τα διπλά μάτια του πια: τα σωματικά και τα πνευματικά διανοίγονται. Κι αυτό που αντικρίζει είναι η ομορφιά της δημιουργίας, η ομορφιά της κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού ανθρώπινης φύσης του, η χαρισματική θέα του Δημιουργού Χριστού, και τότε που έπλασε τον άνθρωπο από τη γη και τώρα που ο Ίδιος του έφτιαξε τους οφθαλμούς.
Δεν ήταν τυχαίος άνθρωπος ο θεραπευθείς τυφλός. Ήταν έτοιμη η καρδιά του να γευτεί τον Δημιουργό της, ήταν ήδη πιστός και «χριστιανός» πριν τον συναντήσει ο Κύριος. Μπρος στο μεγαλείο του ανθρώπου αυτού κλίνουμε γόνυ καρδίας, δοξολογώντας τον Θεό μας. Γι’ αυτό και δεν είναι τυχαίο ότι η Εκκλησία μας τον προβάλλει ως τύπο και για εμάς. Και μας λέει ότι μπορούμε και εμείς να απολαύσουμε τη χαρισματική εμπειρία του και να ανοίξουμε τα μάτια μας, κυρίως τα πνευματικά. Όταν πορευόμαστε εν μετανοία στη ζωή μας. «Έχοντας τυφλωμένα τα μάτια της ψυχής, προσέρχομαι σ’ Εσένα, Χριστέ, όπως ο τυφλός εκ γενετής, κραυγάζοντάς Σου με μετάνοια: Συ είσαι το υπέρλαμπρο φως των εν σκότει της αγνωσίας και της αμαρτίας ανθρώπων» (Κοντάκιο).
Πολλοί από μας ζητάμε οι κλέφτες να πάνε φυλακή, οι φονιάδες να εκτελεστούν, οι παραβάτες να τιμωρηθούν...
Όταν με το κακό χτυπάς το κακό, το κακό πολλαπλασιάζεται. Όταν βλέπεις κάποιον να τιμωρείται δίκαια κι εσύ χαίρεσαι, αυτό δείχνει σκληρό άνθρωπο...
Όταν κρίνεις τους άλλους με καθαρά εξωτερικά κριτήρια δεν είσαι δίκαιος.
Όταν δεν τους ανέχεσαι, δυσκολεύεις τη ζωή σου στο όνομα της Δικαιοσύνης σου και θα έχεις την ίδια αντιμετώπιση για τα δικά σου εγκλήματα.
Ο Θεός ανέχεται, περιμένει, κατανοεί, συμπονάει, σταυρώνεται για κάθε άνθρωπο.
Ξέρει μόνο να αγαπά, να μιλάει στη συνείδησή μας διακριτικά, να εμποδίζει με ευγένεια.
"Μακάριοι οι πράοι, οι ήρεμοι, οι ταπεινοί κι αυτοί που κλαίνε για τις δικές τους αμαρτίες, γιατί αυτοί θα κληρονομήσουν τη γη..." είπε ο Χριστός.
Αγάπησε, συγχώρησε, δικαιολόγησε, υπόμεινε για να αγαπηθείς, να συγχωρηθείς, να γίνεις αποδεκτός, να γαληνεύσεις βαθιά από αυτή τη ζωή.
Ζήσε σαν τελευταίος απ' όλους, σαν τη γη που την πατάμε, αλλά μας βαστάει όλους.
Ένας Άγιος των ημερών μας έλεγε:
«Μην κατηγορήσεις ποτέ κανένα ιερωμένο ή αφιερωμένο στον Θεό, αλλά ούτε τους κοσμικούς, ούτε τους μεγαλύτερους αμαρτωλούς, και αν ακόμα τους βλέπεις να αμαρτάνουν.
Όλους τους ανθρώπους, που κατοικούν στη γη και τους κοιμηθέντας από κτίσεως κόσμου να τους βλέπουμε αγίους και δικαίους και μόνο τον εαυτό μας να βλέπομε αμαρτωλό, τελευταίο όλου του κόσμου και άξιο κατακρίσεως και πολλών τιμωριών. Είναι καλό και θεάρεστο να πεθάνουμε για τον κόσμο και να ζήσουμε αιωνίως με το Θεό»
Όσιος Ευμένιος ο νέος
Κάποια στιγμή σήκωσε ένα ποτήρι νερό, και όλοι υπέθεσαν ότι θα τους απευθύνει την κλασική ερώτηση «είναι μισοάδειο ή μισογεμάτο».
Αντί αυτού, με ένα χαμόγελο στο πρόσωπο, ρώτησε:
«Πόσο βαρύ είναι αυτό το ποτήρι νερό;»
Οι απαντήσεις που ακούστηκαν κυμαίνονταν από 250 σε 600 γραμμάρια.
Εκείνος όμως απάντησε: «Το απόλυτο βάρος δεν έχει σημασία… Εξαρτάται από το πόσο διάστημα το κρατάω.
Εάν το κρατήσω για ένα λεπτό, δεν είναι ένα πρόβλημα.
Εάν το κρατήσω για μια ώρα, θα έχω έναν πόνο στον βραχίονά μου.
Αν το κρατήσω για μία μέρα, το χέρι μου θα μουδιάσει και θα αρχίσει να παραλύει.
Σε κάθε περίπτωση, το βάρος του γυαλιού δεν αλλάζει, αλλά όσο πιο πολύ το κρατάω, τόσο πιο βαρύ γίνεται.»
Ο γέροντας συνέχισε λέγοντας:
«Τα άγχη και οι ανησυχίες της ζωής είναι σαν το ποτήρι του νερού. Αν τα σκέφτεστε για ένα μικρό χρονικό διάστημα, δεν συμβαίνει τίποτα κακό. Αν τα σκεφτείτε λίγο περισσότερο, αρχίζουν να σας βλάπτουν.
Και αν τα σκέφτεστε όλη την ημέρα για μεγάλο χρονικό διάστημα, μπορεί να αισθανθείτε ότι σας παραλύουν και ότι σας καθιστούν ανίκανους να κάνετε οτιδήποτε άλλο.
Είναι σημαντικό να θυμάστε να διώχνετε τα άγχη και τους φόβους σας. Όσο πιο νωρίς μέσα στην ημέρα, αφήστε όλα τα βάρη σας στον Χριστό. Μην τα κουβαλάτε όλο το απόγευμα και όλο το βράδυ μαζί σας. Προσευχηθείτε και πείτε τα πρώτα στο Χριστό!
Έπειτα, αν οι φοβίες σας, γίνουν εμμονές ή αιτία να αμαρτάνετε, είτε με ολιγοπιστίες και με αμφιβολίες προς τον Θεό είτε με άσχημους λογισμούς προς τους γύρω σας, τότε όποτε μπορέσετε επισκεφθείτε τον πνευματικό σας πατέρα και εξομολογηθείτε…
Μην το αναβάλετε.
Θυμηθείτε να αφήσετε το ποτήρι σας στα χέρια του Θεού, όσο πιο γρήγορα μπορείτε, για να ξεκουραστείτε!
Ο ίδιος ο Κύριος μας προτρέπει: Δεύτε πρός με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμλας. [Ματθ. ια’ 28-29]. Δηλαδή, Σ’ εμένα ελάτε όλοι όσοι κοπιάζετε κι είστε βαριά φορτωμένοι, κι εγώ θα σας αναπαύσω.»
Πηγή: Βήμα Ορθοδοξίας
«Κάποτε η Αγιά Σοφιά θα λειτουργηθεί ξανά από τους χριστιανούς» λέει η παράδοση και ο μαρμαρωμένος βασιλιάς θα ξυπνήσει…»Πάλι με χρόνια με καιρούς…».
Παραδοσιακοί και θαυμαστοί θρύλοι, αναπτύχθηκαν γύρω από την άλωση της Πόλης, για να θρέψουν τις ελπίδες και το θάρρος του εθνους επί αιώνες. “Πάλι με Χρόνους και καιρούς”
Όταν έπεσε η Κωνσταντινούπολη στους Τούρκους, ένα πουλί ανέλαβε να πάει ένα γραπτό μήνυμα στην Τραπεζούντα στην Χριστιανική Αυτοκρατορία του Ποντου για την Άλωση της Πόλης. Μόλις έφτασε εκεί πήγε κατευθείαν στη Μητρόπολη που λειτουργούσε ο Πατριάρχης και άφησε το χαρτί με το μήνυμα πάνω στην Άγια Τράπεζα. Κανείς δεν τολμούσε να πάει να διαβάσει το μήνυμα. Τότε πήγε ένα παλλικάρι, γιός μιας χήρας, και διάβασε το άσχημο μαντάτο “Πάρθεν η Πόλη, Πάρθεν η Ρωμανία”.
Το εκκλησίασμα και ο Πατριάρχης άρχισαν τον θρήνο, αλλά ο νέος τους απάντησε.
“Κι αν η Πόλη έπεσε, κι αν πάρθεν η Ρωμανία, πάλι με χρόνους και καιρούς, πάλι δικά μας θα’ ναι”.
Ο μαρμαρωμένος βασιλιάς
Ο λαοφιλέστερος θρύλος έχει να κάνει με το τελευταίο αυτοκράτορα που μαρμάρωσε μέσα στο ναό της Αγίας Σοφίας. Η παράδοση πέρασε από στόμα σε στόμα αμέσως μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης.
Όταν η Πόλη πέρασε στα χέρια των Τούρκων, ο λαός δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ένα τέτοιο κτίσμα έχει περιέλθει σε μουσουλμανικά χέρια. Διέδωσαν λοιπόν ότι ο βασιλιάς κρύφτηκε πίσω από μία κολόνα του ναού της Αγίας Σοφίας, χάθηκε μέσα στους διαδρόμους και παρέμεινε κρυμμένος εκεί.

Οι ώρες αναμονής τον “μαρμάρωσαν”. Είναι γεγονός ότι κανείς δεν βρήκε το πτώμα του τελευταίου υπερασπιστή, του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου. Χάθηκε και πίστεψαν ότι Άγγελος Κυρίου το έκρυψε και το μαρμάρωσε. Κάποτε θα έρθει η ώρα που πνοή Θεού θα του δώσει δύναμη και ζωή ξανά και όλα θα ξαναγίνουν από την αρχή. Η Πόλη θα είναι και πάλι ελεύθερη.
Στην πόρτα της Αγια-Σοφιάς, που σφράγισε / ενός αγγέλου χέρι, / διπλοσφαγμένος έπεσ’ ο Δικέφαλος / απ’ τ’ άπιστο μαχαίρι.
Ο παπάς της Αγίας Σοφίας
Ένας άλλος θρύλος ιδιαίτερα αγαπητός είναι ο θρύλος του παπά της Αγίας Σοφίας. Η παράδοση λέει ότι την ώρα που οι Τούρκοι έμπαιναν στην εκκλησία, ο παπάς διέκοψε τη λειτουργία και κρύφτηκε πίσω από το ιερό. Οπως γράφει το vizantinaistorika.blogspot.gr, σε εκείνο το σημείο που κρύφτηκε ενώ υπήρχε μία πόρτα, “ως δια μαγείας” η πόρτα έγινε τοίχος τον οποίο κανείς και ποτέ δεν κατάφερε να σπάσει από τότε. Ούτε οι Τούρκοι, ούτε οι Έλληνες μάστορες τους οποίους έφερναν για αυτό το σκοπό δεν μπόρεσαν να γκρεμίσουν τον τοίχο. Ο θρύλος καταλήγει ότι όταν η Αγία Σοφία ξαναγίνει ελληνική εκκλησία, τότε ο παπάς θα βγει από το ιερό και θα ολοκληρώσει την ημιτελή λειτουργία του.

Η κρύπτη της Αγίας Σοφίας
Eνα «μυστικό» δωμάτιο στην Aγία Σοφία της Kωνσταντινούπολης αποκαλύπτεται τώρα ως «θυρανοίξια» του κρυφού ιερού όπου είχε καταφύγει στις 29 Mαΐου 1453 ο βυζαντινός ιερέας για να συνεχίσει τη θεία λειτουργία που είχε διακοπεί στον κύριο Nαό της Aγίας Σοφίας. H ανακάλυψη οφείλεται στον καθηγητή του Πανεπιστημίου της Bιέννης Πολυχρόνης Eνεπεκίδης. Tο ξεχασμένο δωμάτιο εντοπίστηκε όταν η νέα διευθύντρια του Mουσείου της Aγίας Σοφίας Zαλέ Nτεντέογλου ρώτησε αν υπάρχει χώρος που να μην έχει ανοιχτεί και διέταξε να παραβιάσουν την κλειδαριά του συγκεκριμένου χώρου, αφού δεν υπήρχε κλειδί της πόρτας. Aποκαλύφθηκε τότε πως το δωμάτιο που δεν είχε ανοιχτεί από το 1968, υπήρξε εργαστήρι του Γκάσπαρο Φοσάτι (1809 – 1883), ο οποίος ακολουθώντας την εντολή του Σουλτάνου, αναστήλωσε πλήρως το μνημείο στη διάρκεια της περιόδου 1847 – 1849. H έρευνα του καθηγητή Πολυχρόνη Eνεπεκίδη καταδεικνύει ότι ο Φοσάτι είχε απλώς μετατρέψει επιδέξια σε γραφείο του την κρύπτη που του είχαν υποδείξει οι Eλληνες φίλοι του στην Πόλη. H κρύπτη, μία από τις πολλές του μεγάλου ναού, ήταν το κρυφό εκείνο ιερό όπου συνεχίστηκε από τον ιερέα η διακοπείσα ιεροτελεστία, και όταν τελείωσε έκλεισε η πόρτα της κρύπτης και θα άνοιγε, κατά την παράδοση, όταν και πάλι Eλληνες θα ήταν οι ιερείς και το εκκλησίασμα.

Η Αγία Τράπεζα
Η Αγία Τράπεζα ήταν κατασκευασμένη από χρυσό. Από πάνω της κρέμονταν 30 στέμματα των αυτοκρατόρων, ανάμεσα τους και αυτό του Μ. Κωνσταντίνου. Και λέγεται ότι αυτό γινόταν για να θυμίζουν στους χριστιανούς την προδοσία του Ιούδα. Τα τριάκοντα αργύρια.
Σύμφωνα με την παράδοση πριν ο Μωάμεθ ο Β΄ καταλάβει την Κωνσταντινούπολη, ο αυτοκράτορας Κων/νος διέταξε να μεταφέρουν την αγία τράπεζα και όλα τα κειμήλια της Αγίας Σοφίας μακριά από την πόλη για να μην πέσουν στα χέρια των Τούρκων. Τρία καράβια Ενετικά λοιπόν ξεκίνησαν από την πόλη γεμάτα με όλα αυτά τα κειμήλια, όπως λέει και ο θρύλος, αλλά το τρίτο από αυτά που μετέφερε την αγία τράπεζα βυθίστηκε στα νερά του Βοσπόρου στην περιοχή του Μαρμαρά.
Από τότε μέχρι σήμερα στο σημείο εκείνο που είναι βυθισμένη η αγία τράπεζα τα νερά της θάλασσας είναι πάντοτε ήρεμα και γαλήνια, ασχέτως με τις καιρικές συνθήκες που επικρατούν στην γύρω περιοχή. Το φαινόμενο μαρτυρούν και σύγχρονοι Τούρκοι επιστήμονες, που έχουν κάνει κατά καιρούς απόπειρες να ανακαλύψουν που οφείλεται αυτό το περίεργο φαινόμενο, αλλά λόγω της λασπώδους σύστασης του βυθού, επέστησαν άκαρπες.
Στο βιβλίο του Δωροθέου Μονεμβασίας με τίτλο “Βίβλος Χρονική” (1781) διαβάζουμε:
” Οι Ενετοί την υπερθαύμαστον και εξάκουστον Αγίαν Τράπεζαν της Αγίας Σοφίας, την πολύτιμον και ωραιότατην, έβγαλαν από τον Ναό και έβαλαν εις το καράβι, και καθώς έκαναν άρμενα και επήγαιναν προς Βενετία, ω, του θαύματος! Πλησίον της νήσου του Μαρμαρά άνοιξε το καράβι και έπεσεν εις την θάλασσαν η Αγία Τράπεζα κξαι εβούλησε και είναι εκεί ως σήμερον, και τούτο είναι φανερόν και το μαρτυρούν οι πάντες, διότι όλον το μέρος εκείνο, όταν κάμνει φουρτούνα, η θάλασσα όλη κάμνει κύματα φοβερά, εις δε τον τόπο όπου είναι η Αγία Τράπεζα είναι γαλήνη και δεν ταράσσεται η θάλασσα. Και υπαγαίνουν τινές εκεί με περάματα, και λαμβάνουν από την θάλασσαν εκείνην, όπου είναι η Αγία Τράπεζα, και μυρίζει θαυμασιώματα μυρωδίαν, από το άγιον μύρον όπου έχει και των άλλων αρωμάτων “
Ο πατέρας της Ελληνικής λαογραφίας, Νικόλαος Πολίτης, γράφει για το περιστατικό:
“ Την ημέρα που πάρθηκεν η Πόλη έβαλαν σ’ ένα καράβι την Αγία Τράπεζα, να την πάνε στην Φραγκιά, για να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων. Εκεί όμως στην θάλασσα του Μαρμαρά, άνοιξε το καράβι και η Αγία Τράπεζα εβούλιαξε στον πάτο. Στο μέρος εκείνο η θάλασσα είναι λάδι, όση θαλασσοταραχή και αν είναι γύρω. Και το γνωρίζουν το μέρος αυτό από τη γ΄λήνη που είναι πάντα εκεί και από την ευωδία που βγαίνει. Πολλοί μάλιστα αξιώθηκαν να την ιδούν στα βάθη της θάλασσας.”
Τρία καρά – κρουσταλλένια μου, τρία καρά – τρία καράβια φεύγουνι,
που μέσα που την Πόλι, κλαίει καρδιά μας, κλαίει κι αναστενάζει.
το’ να φορτώνει του Σταυρό, κι τ’ άλλο του Βαγγέλιου
του τρίτου του καλύτερου, την Άγια Τράπεζά μας,
μη μας την πάρουν τα σκυλιά, κι μας τη μαγαρίσουν
Η Παναγιά αναστέναξι, κι δάκρυσαν οι ‘κόνις………
Η Αγία Τράπεζα της Αγίας Σοφίας αναπαύεται στο βυθό της θάλασσας, πάνω στην άμμο και στα κοχύλια. Το σημείο όπου βούλιαξε το καράβι το ξέρουν καλά οι ναυτικοί και εύκολα το βρίσκουν. Πραγματικά, ακόμα κι όταν η πιο άγρια τρικυμία, φουσκώνει ολόγυρα τα κύματα και κάνει τη θάλασσα να μουγκρίζει, εκεί είναι γαλήνη και ησυχία.
Από τη λεία και λαμπρή επιφάνεια του νερού ανεβαίνουν γλυκές ευωδιές και αντίλαλος από αγγελικές ψαλμωδίες. Πολλοί άξιοι δύτες που μαζεύουν κοράλλια ή ψαρεύουν σφουγγάρια, προσπάθησαν να κατέβουν και να δουν το ναυαγισμένο καράβι.
Κανείς δεν τα κατάφερε. Η θάλασσα, πολύ βαθιά σ αυτό το μέρος, φυλάει την Αγία Τράπεζα και τα λείψανα των Αγίων από κάθε βέβηλο μάτι. Όταν όμως θα ξαναπάρουμε την Πόλη, η Αγία Τράπεζα, που μένει στην άμμο του βυθού, θ ανέβει στην επιφάνεια όπως ανεβαίνει ο δύτης. Θ αρμενίσει μόνη της κατά το Βυζάντιο και θα την πάρουμε από κει που θ αράξει. Θα την ξαναφέρουμε στην Αγία Σοφία και με χαρούμενους ύμνους, θα την αφιερώσουμε πάλι στη Σοφία του Θεού.
Τότε, μέσα στη Βασιλική που έχτισε ο μεγάλος Ιουστινιανός, θα λάμψουν πάλι τα μωσαϊκά, οι εικόνες των Αγίων, τα λόγια του Ευαγγελίου, και ο σταυρός θα ξαναφανεί πάνω από το μαρμάρινο τραπέζι που ξέπλυναν τα κύματα.
“Το ποτάμι που σταμάτησε να κυλάει“
Οι περισσότεροι τοπικοί θρύλοι για την άλωση της Κωνσταντινούπολης μοιάζουν σε ένα σημείο: όλοι δείχνουν ότι ο χρόνος σταμάτησε με την κατάληψη της ιερής πόλης της Ορθοδοξίας από τους άπιστους Τούρκους και ότι η τάξη στον κόσμο θα επανέλθει με την ανακατάληψη της Βασιλεύουσας από τους Έλληνες. Έτσι, και στην Ήπειρο υπάρχει μιααντίστοιχη λαϊκή δοξασία. Συγκεκριμένα, ένα πουλί φέρνει την αναγγελία της πτώσης της Πόλης σε μια ομάδα βοσκών που εκείνη τη στιγμή ποτίζουν τα κοπάδια τους σε ένα ποτάμι, Ο θρύλος λέει ότι στο άκουσμα της φοβερής είδησης τα νερά του ποταμίου σταμάτησαν να κυλάνε, αφού και το φυσικό στοιχείο θεώρησε ότι η πτώση της Κωνσταντινούπολης ήταν κάτι το ανήκουστο. Το ποτάμι θα συνεχίσει και πάλι να κυλάει, μόλις απελευθερωθεί η Πόλη, συνεχίζει ο λαϊκός θρύλος…
“Τα ψάρι του καλόγερου“
Κάποιος καλόγερος είχε ψαρέψει σε ένα ποτάμι ψάρια και τα τηγάνιζε κοντά στην όχθη του ποταμού. Τη στιγμή εκείνη ακούστηκε από ένα πουλί το μήνυμα της πτώσης της Κωνσταντινούπολης στους Τούρκους. Ο καλόγερος σάστισε και αμέσως τα μισοτηγανισμένα ψάρια πήδησαν από το τηγάνι και ξαναβρέθηκαν στο ποτάμι. Εκεί ζουν αιώνια μέχρι τη στιγμή της απελευθέρωσης της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους, οπότε και θα ξαναβγούν για να συνεχιστεί το τηγάνισμα τους.
“Ο Πύργος της Βασιλοπούλας”
Στα κάστρα του Διδυμότειχου ένας κυκλικός πύργος, ο ψηλότερος ονομάζεται “πύργος της βασιλοπούλας”. Η παράδοση λέει πως κάποτε ο βασιλιάς διασκέδαζε κυνηγώντας και στη θέση του άφησε την κόρη του. Όταν τον ειδοποίησαν ότι έρχονται οι Τούρκοι είχε τόση εμπιστοσύνη στην οχυρότητα του κάστρου ώστε είπε: “αν σηκωθεί από τη χύτρα ο κόκορας και λαλήσει, θα πιστέψω ότι κυριεύτηκε η πόλη.”. Οι Τούρκοι όμως χρησιμοποίησαν δόλο και έδειξαν το χρυσοκέντητο μαντήλι του βασιλιά στην κόρη του. Αυτή μόλις το είδε, τους παρέδωσε το κλειδί του κάστρου κι έγινε αιτία της άλωσης. Όταν κατάλαβε πως την ξεγέλασαν, δεν άντεξε την ντροπή και αυτοκτόνησε πέφτοντας από τον πύργο. Από τότε ο πύργος λέγεται της βασιλοπούλας.
“Οι Κρητικοί Πολεμιστές”
Έναν από τους πύργους των τειχών της Πόλης τον υπεράσπιζαν τρία αδέρφια, άρχοντες Κρητικοί που πολεμούσαν με το μέρος των Βενετών (η Κρήτη τότε ήταν κάτω από την κυριαρχία των Βενετών). Μετά την πτώση της πόλης τα τρία αδέρφια και οι άντρες τους εξακολουθούσαν να πολεμούν και παρά τις λυσσώδεις προσπάθειες τους οι Τούρκοι δεν είχαν κατορθώσει να καταλάβουν τον πύργο. Για το περιστατικό αυτό ενημερώθηκε ο Σουλτάνος και εντυπωσιάστηκε από την παλικαριά τους. Αποφάσισε, λοιπόν, να τους επιτρέψει να φύγουν με ασφάλεια από τον πύργο και να πάρουν ένα καράβι με τους άντρες τους και να γυρίσουν στην Κρήτη. Πραγματικά η πρόταση του έγινε δεκτή με τη σκέψη ότι έπρεπε να μείνουν ζωντανοί για να πολεμήσουν να ξαναπάρουν τη Βασιλεύουσα πίσω από τους απίστους.
Έτσι οι Κρητικοί επιβιβάστηκαν στο πλοίο τους και ξεκίνησαν για το νησί τους. Το πλοίο δεν έφτασε ποτέ στην Κρήτη και ο θρύλος λέει ότι περιπλανιούνται αιώνια στο πέλαγος μέχρι τη στιγμή που θα ξεκινήσει η μάχη για την ανακατάληψη της Πόλης από τους Έλληνες. Τότε το πλοίο των Κρητικών θα τους ξαναφέρει στην Κωνσταντινούπολη για να πάρουν και αυτοί μέρος στη μάχη και να ολοκληρώσουν την αποστολή τους και το ελληνικό έθνος να ξανακερδίσει την Πόλη.
ΠΗΓΗ:ΒΗΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ
" Ο Λόγος του Θεού στον Λαό του Θεού"«Και σχίσμα ην εν αυτοίς…» (Ιωάν. 9, 16)
Μία οξεία αντιπαράθεση μεταξύ ιδεολογίας και εμπειρίας παρακολουθούμε στο σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα. Από τη μία οι θρησκευτικοί άρχοντες των Ιουδαίων, οι οποίοι αρνούνται να πιστέψουν στα μάτια τους και στη μαρτυρία των υπολοίπων συμπατριωτών τους. Από την άλλη ο εκ γενετής τυφλός, ο οποίος δεν κάνει τίποτε άλλο από το να μαρτυρεί ό,τι του συνέβη: την εμπειρία του από τη συνάντησή του με τον Χριστό. Κι αξίζει να σταθούμε στην αντιπαράθεση αυτή, γιατί μπορεί να θεωρηθεί τύπος για ό,τι συμβαίνει σε κάθε εποχή. Πάντα θα υπάρχουν εκείνοι που αρνούνται τον Χριστό για λόγους θεωρητικούς, και πάντα θα υπάρχουν εκείνοι που Τον ομολογούν γιατί Τον ένιωσαν με όλη τους την ύπαρξη.
1. Ξενίζει σε πρώτη ανάγνωση η αντίδραση των θρησκευτικών αρχόντων να δεχτούν το θαύμα του Κυρίου Ιησού Χριστού. Κι αυτό γιατί βλέπουν την ορατή απόδειξη μπροστά τους: τον θεραπευμένο πια τυφλό, ο οποίος όχι μόνο απέκτησε την όρασή του αλλά και τους οφθαλμούς που δεν είχε – ο Κύριος λειτουργεί όπως απαρχής ως ο Δημιουργός Θεός –, τη στιγμή μάλιστα που το γεγονός βεβαιώνει πλήθος ανθρώπων, αλλά και οι ίδιοι οι γονείς του τυφλού χωρίς να είναι ακόλουθοι του Χριστού. Η πνευματική τύφλωση που επιδεικνύουν - να αρνούνται το προφανές – είναι κυριολεκτικά ασύλληπτη, η οποία επιτείνεται ακόμη περισσότερο όταν γνωρίζει κανείς την αδιάκοπη απαίτησή τους να «δουν» ένα θαύμα προκειμένου να πιστέψουν.
Ό,τι φαίνεται παράδοξο όμως, στην πραγματικότητα είναι απόλυτα φυσικό και κατανοητό για τους θρησκευτικούς άρχοντες. Διότι η άρνησή τους υποκρύπτει τελικώς την έλλειψη διάθεσης να πιστέψουν στον Χριστό. Όταν είσαι βολεμένος στον κόσμο τούτο κι όταν ικανοποιούνται τα πάθη σου, γιατί να θέλεις αλλαγή; Αν οι άρχοντες δέχονταν το θαύμα θα σήμαινε ότι δέχονται τον Χριστό ως εκ Θεού προερχόμενο, ως τον Μεσσία που είχαν προαναγγείλει οι προφήτες, συνεπώς θα έπρεπε να μετανοήσουν και να αλλάξουν τρόπο ζωής. Κι αυτοί δεν είχαν καμία τέτοια διάθεση.
2. Η στάση αυτή των Ιουδαίων υπάρχει διαχρονικά. Η όποια αμφισβήτηση δηλαδή του Χριστού σε κάθε εποχή δεν στηρίζεται σε άλλους λόγους πέρα από την αμαρτία του ανθρώπου. Ο άνθρωπος που έχει επιλέξει να ζει με εγωισμό και με χάιδεμα των παθών του, αδυνατεί να είναι με τον Χριστό. Χριστός και αμαρτία δεν συμβιβάζονται. Η ακολουθία του Χριστού σημαίνει συντονισμό με τη ζωή του ίδιου του Χριστού, κατά τον σαφή λόγο Του: «Όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον Σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι». Γι’ αυτό και η πίστη σ’ Αυτόν δεν είναι εύκολη υπόθεση. Την ασπάζονται μόνον εκείνοι που η γενναιότητα και η ανδρεία χαρακτηρίζουν τη ζωή τους· που η θυσία γίνεται πια η επιλογή τους. Κι αυτό γιατί ο Χριστός ανατρέπει τα πάντα: όλες τις επίγειες αγάπες και δεσμεύσεις του ανθρώπου, προκειμένου να βάλει στην πρώτη θέση την αγάπη στον Θεό, την αγάπη σ’ Εκείνον. «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της ψυχής σου, εξ όλης της καρδίας σου, εξ όλης της διανοίας σου, εξ όλης της ισχύος σου». Και «ο φιλών πατέρα ή μητέρα ή τέκνα ή αγρούς, έτι δε και την εαυτού ψυχήν υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος». Και ποιο το αποτέλεσμα για τον πιστό; Να γεύεται πάντοτε τον Θεό μέσα του και να γίνεται και ο ίδιος ένας μικρός Θεός – ό,τι συνιστά τον σκοπό και την υγεία του ανθρώπου.
3. Από την άλλη υπάρχουν εκτός από τους αμφισβητίες οι πιστοί. Όχι βεβαίως οι ψεύτικοι και κάλπικοι – όσοι έχουν κάνει ιδεολογία και θεωρητική γνώση κι ίσως και μόδα τη χριστιανική πίστη – αλλά οι αληθινοί και γνήσιοι, που έχουν προσωπική εμπειρία της σχέσης τους με τον Χριστό. Στην άρνηση των αμφισβητιών προβάλλουν τη μαρτυρία της εν Χριστώ ζωής τους, σαν τον θεραπευμένο πρώην τυφλό που λέει στους απίστους Ιουδαίους: «δεν ξέρω τι λέτε εσείς, εγώ ένα ξέρω: ήμουν τυφλός και τώρα βλέπω», γεγονός που σημαίνει πως όσα επιχειρήματα μπορεί να φέρει η ανθρώπινη συλλογιστική κατά του Χριστού ως Υιού του Θεού καταπίπτουν μπροστά στην ίδια την πραγματικότητα της ζωντανής παρουσίας Του στη ζωή ενός ανθρώπου. Η εμπειρία έτσι που απέκτησε ο πρώην τυφλός τον έφερε στη σωτηρία: την ορθή πίστη στον Χριστό και την αληθινή γνώση Του.
4. Η περίπτωσή του θυμίζει από μία άποψη τους αποστόλους μετά την Ανάσταση και την Πεντηκοστή. Στους αρνητές και πάλι Ιουδαίους, οι οποίοι μάλιστα τους απειλούν, τους κλείνουν στη φυλακή, τους βασανίζουν με κίνδυνο να χάσουν την ίδια τη ζωή τους, εκείνοι προβάλλουν την προσωπική τους εμπειρία: «ου δυνάμεθα α είδαμεν και ηκούσαμεν μη λαλείν», ό,τι σημειώνει δηλαδή και στην Α΄ Καθολική επιστολή του ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος: «Ο ακηκόαμεν, ο εωράκαμεν τοις οφθαλμοίς ημών, ο εθεασάμεθα και αι χείρες ημών εψηλάφησαν,…απαγγέλλομεν υμίν». Γι’ αυτό και είναι έτοιμοι όχι μόνο να συνεχίσουν να εξαγγέλλουν την πίστη τους, αλλά και μύριες φορές να πάθουν προς χάρη της. Και την ίδια στάση διαπιστώνουμε έπειτα και σε όλη την εκκλησιαστική ιστορία. Ουδέποτε παρουσιάστηκε περίπτωση χριστιανός εν επιγνώσει και με εμπειρία της χάρης του Θεού στη ζωή του να αρνηθεί τον Κύριο. Όσοι τυχόν Τον αρνήθηκαν ήταν γιατί δεν Τον είχαν πραγματικά πιστέψει, που θα πει δεν είχαν νιώσει τη χάρη Του ενεργούσα μέσα στην καρδιά τους. Αιώνια θα ισχύει ο συγκλονιστικός λόγος του Κυρίου, που ο ίδιος είχε πει στους Ιουδαίους, γιατί δηλαδή δεν κατανοούν τον λόγο Του. Διότι δεν είχαν τη δύναμη εκείνη μέσα τους, τη χάρη του Θεού, που θα τους άνοιγε τα πνευματικά ώτα για να τον ακούνε. «Διατί την λαλιάν την εμήν ου γινώσκετε; Ότι ου δύνασθε ακούειν τον λόγον τον εμόν». Για να ερμηνεύσει ακόμη συγκλονιστικότερα: Δεν έχουν τη δύναμη αυτή, γιατί είναι προσκολλημένοι στον πατέρα τους διάβολο και επιτελούν τις επιθυμίες εκείνου. «Υμείς εκ του πατρός του διαβόλου εστέ, και τας επιθυμίας του πατρός υμών θέλετε ποιείν».
Το σχίσμα του λαού για τον Χριστό υφίσταται πάντοτε. Ήδη άλλωστε το είχε προφητέψει ο γέρων Συμεών κατά την υπαπαντή του με τον Κύριο. «Σημείον αντιλεγόμενον» χαρακτήρισε τον Κύριο, όπως και ότι «Ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ». Το ίδιο ισχύει και στην εποχή μας. Δεν υπάρχει περίπτωση να μην υφίστανται οι αρνητές του Χριστού και του ζωντανού σώματός Του της Εκκλησίας. Αλλ’ εκείνοι ήδη έχουν κριθεί λόγω της άρνησής τους. Το θέμα είναι τι κάνουμε εμείς! Ο Χριστός έχει αγγίξει τους πνευματικούς μας οφθαλμούς, ώστε ορώντες να βεβαιώνουμε με την εμπειρία μας την αλήθεια Του;
ΠΗΓΗ:Ι.Ν.ΑΓ.ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ Ν.ΚΑΛΛΙΠΟΛΕΩΣ
Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 29 Μαΐου 2022, Κυριακή τοῦ Τυφλοῦ (Ἰωάν. θ΄ 1-38)
Καὶ παράγων εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς. 2 καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· ραββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ; 3 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ. 4 ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι. 5 ὅταν ἐν τῷ κόσμῳ ὦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου. 6 ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσε χα-μαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ 7 καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. ἀπῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων. 8 Οἱ οὖν γείτονες καὶ οἱ θεωροῦντες αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι τυφλὸς ἦν, ἔλεγον· οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ προσαιτῶν; 9 ἄλλοι ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν· ἄλλοι δὲ ὅτι ὅμοιος αὐτῷ ἐστιν. ἐκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ἐγώ εἰμι. 10 ἔλεγον οὖν αὐτῷ· πῶς ἀνεῴχθησάν σου οἱ ὀφθαλμοί; 11 ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· ἄνθρωπος λεγόμενος Ἰησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶπέ μοι· ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι· ἀπελθὼν δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψα. 12 εἶπον οὖν αὐτῷ· ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος; λέγει· οὐκ οἶδα. 13 Ἄγουσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς Φαρισαίους, τόν ποτε τυφλόν. 14 ἦν δὲ σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς. 15 πάλιν οὖν ἠρώτων αὐτὸν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πῶς ἀνέβλεψεν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· πηλὸν ἐπέθηκέ μου ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ἐνιψάμην, καὶ βλέπω. 16 ἔλεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές· οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ. ἄλλοι ἔλεγον· πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς τοιαῦτα σημεῖα ποιεῖν; καὶ σχίσμα ἦν ἐν αὐτοῖς. 17 λέγουσι τῷ τυφλῷ πάλιν· σὺ τί λέγεις περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; ὁ δὲ εἶπεν ὅτι προφήτης ἐστίν. 18 οὐκ ἐπίστευσαν οὖν οἱ Ἰουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι τυφλὸς ἦν καὶ ἀνέβλεψεν, ἕως ὅτου ἐφώνησαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέψαντος 19 καὶ ἠρώτησαν αὐτοὺς λέγοντες· οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ὑμῶν, ὃν ὑμεῖς λέγετε ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη; πῶς οὖν ἄρτι βλέπει; 20 ἀπεκρίθησαν δὲ αὐτοῖς οἱ γονεῖς αὐτοῦ καὶ εἶπον· οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ἡμῶν καὶ ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη· 21 πῶς δὲ νῦν βλέπει οὐκ οἴδαμεν, ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμεῖς οὐκ οἴδαμεν· αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε, αὐτὸς περὶ ἑαυτοῦ λαλήσει. 22 ταῦτα εἶπον οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς Ἰουδαίους· ἤδη γὰρ συνετέθειντο οἱ Ἰουδαῖοι ἵνα, ἐάν τις αὐτὸν ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται. 23 διὰ τοῦτο οἱ γονεῖς αὐ-τοῦ εἶπον ὅτι ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε. 24 ἐφώνησαν οὖν ἐκ δευτέρου τὸν ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλός, καὶ εἶπον αὐτῷ· δὸς δόξαν τῷ Θεῷ· ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν. 25 ἀπεκρίθη οὖν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· εἰ ἁμαρτωλός ἐστιν οὐκ οἶδα· ἓν οἶδα, ὅτι τυφλὸς ὢν ἄρτι βλέπω. 26 εἶπον δὲ αὐτῷ πάλιν· τί ἐποίησέ σοι; πῶς ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; 27 ἀπεκρίθη αὐτοῖς· εἶπον ὑμῖν ἤδη, καὶ οὐκ ἠκούσατε· τί πάλιν θέλετε ἀκούειν; μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε αὐτοῦ μαθηταὶ γενέσθαι; 28 ἐλοιδόρησαν αὐτὸν καὶ εἶπον· σὺ εἶ μαθητὴς ἐκείνου· ἡμεῖς δὲ τοῦ Μωϋσέως ἐσμὲν μαθηταί. 29 ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωϋσεῖ λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν. 30 ἀπεκρίθη ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἐν γὰρ τούτῳ θαυμαστόν ἐστιν, ὅτι ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστί, καὶ ἀνέῳξέ μου τοὺς ὀφθαλμούς. 31 οἴδαμεν δὲ ὅτι ἁμαρτωλῶν ὁ Θεὸς οὐκ ἀκούει, ἀλλ’ ἐάν τις θεοσεβὴς ᾖ καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιῇ, τούτου ἀκούει. 32 ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου. 33 εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν. 34 ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· ἐν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεννήθης ὅλος, καὶ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς; καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω. 35 Ἤκουσεν ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω, καὶ εὑρὼν αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· σὺ πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ; 36 ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶ-πε· καὶ τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν; 37 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν. 38 ὁ δὲ ἔφη· πιστεύω, Κύριε· καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ.
ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ
Καθώς ὁ Ἰησοῦς περνοῦσε ἀπό τό κέντρο τῆς πόλεως, εἶδε ἕναν ἄνθρωπο πού εἶχε γεννηθεῖ τυφλός. 2 Τότε οἱ μαθητές του τόν ρώτησαν: Διδάσκαλε, ποιός ἁμάρτησε γιά νά γεννηθεῖ ὁ ἄνθρωπος αὐτός τυφλός; Ἁμάρτησε ὁ ἴδιος, ὅταν ἦταν ἀκόμη μέσα στήν κοιλιά τῆς μητέρας του, ἤ ἁμάρτησαν οἱ γονεῖς του καί τιμωρεῖται αὐτός γιά τίς ἁμαρτίες τους; 3 Κι ὁ Ἰησοῦς τούς ἀπάντησε: Οὔτε αὐτός ἁμάρτησε, οὔτε οἱ γονεῖς του. Ἀλλά γεννήθηκε τυφλός γιά νά φανερωθοῦν μέ τήν ὑπερφυσική θεραπεία τῶν ματιῶν του τά ἔργα πού ἐπιτελεῖ ἡ δύναμη καί ἡ ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ. 4 Ἐγώ, ὅσο ζῶ στή ζωή αὐτή, πρέπει νά ἐργάζομαι γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου τά ἔργα τοῦ Θεοῦ, πού μέ ἔστειλε στόν κόσμο. Ἔρχεται ὅμως ἡ μέλλουσα ζωή, καί ὅπως στή διάρκεια τῆς νύχτας σταματοῦν τά ἔργα τους οἱ ἄνθρωποι, ἔτσι καί τότε κανείς πιά δέν θά μπορεῖ νά ἐργάζεται γιά νά ὁλοκληρώσει τήν ἀποστολή του. Δέν πρέπει λοιπόν οὔτε στιγμή νά χάνω. 5 Ἐφόσον εἶμαι στόν κόσμο, εἶμαι φῶς τοῦ κόσμου μέ τή διδασκαλία καί τά θαύματά μου. 6 Κι ἀφοῦ εἶπε αὐτά, ἔφτυσε κάτω καί ἔκανε πηλό, καί ἔχρισε μ’ αὐτόν τά μάτια τοῦ τυφλοῦ. 7 Καί δοκιμάζοντας τήν πίστη τοῦ τυφλοῦ τοῦ εἶπε: Πήγαινε, νίψου στή στέρνα τοῦ Σιλωάμ, ὄνομα ἑβραϊκό πού μεταφράζεται «ἀπεσταλμένος». Ὕστερα λοιπόν ἀπό τήν ἐντολή αὐτή τοῦ Ἰησοῦ πῆγε ὁ τυφλός ἐκεῖ καί νίφτηκε, καί ἦλθε στό σπίτι του μέ μάτια ὑγιή. 8 Τότε οἱ γείτονες κι ὅσοι τόν ἔβλεπαν προηγουμένως ὅτι ἦταν τυφλός, ἔλεγαν: Δέν εἶναι αὐτός πού καθόταν καί ζητοῦσε ἀπό τούς διαβάτες ἐλεημοσύνη; 9 Μερικοί ἔλεγαν: Αὐτός εἶναι. Ἄλλοι ὅμως ἔλεγαν ὅτι δέν εἶναι αὐτός, ἀλλά κάποιος ἄλλος πού τοῦ μοιάζει. Ὁ ἴδιος ἔλεγε ὅτι ἐγώ εἶμαι ὁ τυφλός πού παλιότερα ζητοῦσα ἐλεημοσύνη. 10 Μετά λοιπόν ἀπό τή βεβαίωση αὐτή τοῦ τυφλοῦ τόν ρώτησαν ἐκεῖνοι: Πῶς θεραπεύθηκαν τά μάτια σου; 11 Κι ἐκεῖνος τούς ἀπάντησε: Ἕνας ἄνθρωπος πού ὀνομάζεται Ἰησοῦς ἔκανε πηλό καί μοῦ ἄλειψε μ’ αὐτόν τά μάτια καί μοῦ εἶπε: Πήγαινε στήν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ καί νίψου. Πῆγα λοιπόν ἐκεῖ καί νίφτηκα, καί βρῆκα τό φῶς μου. 12 Μετά ἀπό τήν πληροφορία αὐτή τοῦ τυφλοῦ πού εἶχε θεραπευθεῖ τοῦ εἶπαν οἱ Ἰουδαῖοι: Ποῦ εἶναι ἐκεῖνος; Δέν ξέρω, τούς ἀπάντησε. 13 Τόν ὁδήγησαν τότε στούς Φαρισαίους, αὐτόν πού ἦταν κάποτε τυφλός καί εἶχε ἤδη θεραπευθεῖ ὁριστικά. 14 Ἡ ἡμέρα μάλιστα πού ἔφτιαξε ὁ Ἰησοῦς τόν πηλό καί τοῦ ἄνοιξε τά μάτια ἦταν Σάββατο. 15 Ὅταν λοιπόν τόν ὁδήγησαν στούς Φαρισαίους, ἄρχισαν κι αὐτοί νά τόν ἀνακρίνουν καί νά τόν ρωτοῦν πάλι πῶς θεραπεύθηκε καί βρῆκε τό φῶς του. Κι ἐκεῖνος τούς εἶπε: Αὐτός πού μέ θεράπευσε μοῦ ἔβαλε πηλό πάνω στά μάτια μου καί μετά ἐγώ πλύθηκα καί βλέπω. 16 Μερικοί ἀπό τούς Φαρισαίους ἔλεγαν: Αὐτός ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά εἶναι σταλμένος ἀπό τόν Θεό, διότι δέν τηρεῖ τήν ἀργία τοῦ Σαββάτου. Ἄλλοι ἔλεγαν: Πῶς εἶναι δυνατόν ἕνας ἄνθρωπος ἁμαρτωλός νά κάνει τέτοια ἀποδεικτικά καί σημαδιακά θαύματα; Καί διαφωνοῦσαν μεταξύ τους. 17 Κι ἐπειδή ἡ διαφωνία τους συνεχιζόταν, ἄρχισαν πάλι νά ἐξετάζουν τόν τυφλό, καί τόν ρώτησαν: Ἐσύ τί λές γιά τόν ἄνθρωπο αὐτό; Πρέπει νά ἀκουστεῖ καί ἡ δική σου γνώμη· διότι τά δικά σου μάτια θεράπευσε ἐκεῖνος κι ἐσύ περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλον γνωρίζεις τά περιστατικά τῆς θεραπείας σου. Κι αὐτός τούς ἀπάντησε: Ἐγώ λέω ὅτι εἶναι προφήτης. 18 Μετά λοιπόν ἀπό τόν χαρακτηρισμό αὐτό πού ἔδωσε γιά τόν Ἰησοῦ ὁ τυφλός πού θεραπεύθηκε, οἱ Ἰουδαῖοι δυσαρεστήθηκαν. Δέν ἐννοοῦσαν νά πιστέψουν ὅτι αὐτός ἦταν τυφλός καί ἀπέκτησε πραγματικά τό φῶς του· ὥσπου ἀποφάσισαν νά καλέσουν τούς γονεῖς τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ πού ἀπέκτησε τό φῶς του. 19 Καί τούς ρώτησαν: Αὐτός εἶναι ὁ γιός σας, πού ἐπιμένετε νά βεβαιώνετε ὅτι γεννήθηκε τυφλός; Πῶς λοιπόν, ἀφοῦ γεννήθηκε τυφλός, τώρα βλέπει; 20 Οἱ γονεῖς του τότε τούς ἀποκρίθηκαν: Γνωρίζουμε καλά ὅτι αὐτός εἶναι ὁ γιός μας καί ὅτι γεννήθηκε τυφλός. 21 Πῶς ὅμως τώρα βλέπει δέν ξέρουμε. Ἤ ποιός τοῦ θεράπευσε καί τοῦ ἄνοιξε τά μάτια, ἐμεῖς δέν ξέρουμε. Αὐτός δέν εἶναι μικρό παιδί, ἔχει ὥριμη ἡλικία, καί συνεπῶς ἀντιλήφθηκε πῶς καί ἀπό ποιόν ἔγινε ἡ θεραπεία του. Αὐτόν λοιπόν ρωτῆστε, αὐτός μπορεῖ νά μιλήσει γιά τόν ἑαυτό του καί θά σᾶς πεῖ τί τοῦ συνέβη. 22 Καί μίλησαν μέ τόν τρόπο αὐτό οἱ γονεῖς τοῦ τυφλοῦ, ἐπειδή φοβοῦνταν τούς Ἰουδαίους ἄρχοντες. Διότι αὐτοί πρίν ἀπό πολύ καιρό εἶχαν συμφωνήσει νά ἀποκηρυχθεῖ, νά ἀφορισθεῖ καί νά ἀποδιωχθεῖ ἀπό τή συναγωγή ὅποιος θά τολμοῦσε νά ὁμολογήσει ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Μεσσίας. 23 Ἐπειδή λοιπόν φοβοῦνταν οἱ γονεῖς του μήπως ἀποδιωχθοῦν κι αὐτοί ἀπό τή συναγωγή, γι’ αὐτό εἶπαν ὅτι ἔχει ὥριμη ἡλικία ὁ γιός μας, αὐτόν ρωτῆστε. 24 Ἀφοῦ λοιπόν οἱ Ἰουδαῖοι δέν μπόρεσαν νά πληροφορηθοῦν τίποτε ἀπό τούς γονεῖς τοῦ τυφλοῦ γιά νά διαψεύσουν τή θεραπεία του ἤ γιά νά κατακρίνουν τόν Ἰησοῦ, κάλεσαν γιά δεύτερη φορά τόν ἄνθρωπο πού ἦταν τυφλός καί τοῦ εἶπαν: Δόξασε τόν Θεό ὁμολογώντας ὅτι πλανήθηκες καί ἀναγνωρίζοντας τήν ἀλήθεια γι’ αὐτόν πού σέ θεράπευσε. Ἐμεῖς λόγῳ τῆς θέσεως καί τοῦ ἀξιώματός μας ξέρουμε καλά ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτός πού καταλύει τήν ἀργία τοῦ Σαββάτου εἶναι ἁμαρτωλός. 25 Ἐκεῖνος τότε τούς ἀπάντησε: Ἐάν ὁ ἄνθρωπος αὐτός εἶναι ἁμαρτωλός δέν τό ξέρω, καί γι’ αὐτό ἀποφεύγω νά ἐκφράσω γνώμη γι’ αὐτό. Ξέρω ὅμως καλά ἕνα πράγμα, ὅτι δηλαδή ἐνῶ λίγο πιό πρίν ἤμουν τυφλός, τώρα βλέπω. 26 Ἐπειδή ὅμως ἡ νέα αὐτή βεβαίωση τοῦ πρώην τυφλοῦ δέν τούς ἄρεσε, τοῦ εἶπαν πάλι: Τί σοῦ ἔκανε; Πῶς σέ θεράπευσε καί πῶς σοῦ ἄνοιξε τά μάτια; 27 Μόλις πρίν ἀπό λίγο σᾶς τό εἶπα, τούς ἀπάντησε, καί δέν θελήσατε νά προσέξετε καί νά παραδεχθεῖτε ὅ,τι σᾶς εἶπα. Γιατί τώρα θέλετε νά ἀκούσετε πάλι τά ἴδια; Μήπως θέλετε κι ἐσεῖς νά γίνετε μαθητές του; 28 Τότε τοῦ μίλησαν ὑβριστικά καί περιφρονητικά καί τοῦ εἶπαν: Ἐσύ εἶσαι μαθητής ἐκείνου. Ἐμεῖς ὅμως εἴμαστε μαθητές τοῦ Μωυσῆ. 29 Ἐμεῖς, πού εἴμαστε σπουδασμένοι καί ἀναγνωρισμένοι ἄρχοντες τοῦ ἔθνους, ξέρουμε ὅτι ὁ Θεός ἔχει μιλήσει στό Μωυσῆ καί σέ κανέναν ἄλλον. Αὐτός μᾶς εἶναι ἄγνωστος καί δέν ξέρουμε ἀπό ποῦ εἶναι καί ἀπό ποῦ στάλθηκε. 30 Τότε αὐτός τούς ἀπάντησε: Ἀλλά αὐτό ἀκριβῶς τό γεγονός προκαλεῖ θαυμασμό καί ἔκπληξη! Ὅτι δηλαδή ἐσεῖς δέν ξέρετε τόν ἄνθρωπο αὐτό ἐάν ἔχει σταλεῖ ἀπό τόν Θεό καί ἀπό ποῦ εἶναι, καί ὅμως αὐτός ὁ ἄγνωστος σέ σᾶς μοῦ ἄνοιξε τά μάτια. 31 Εἶναι ὅμως γνωστό καί τό ξέρουμε ὅλοι ὅτι ὁ Θεός δέν ἀκούει τούς ἁμαρτωλούς. Ἀλλά ἐάν κάποιος σέβεται τόν Θεό καί ἐφαρμόζει τό θέλημά του, αὐτόν ὁ Θεός τόν ἀκούει. 32 Ἀπό τότε πού ἔγινε ὁ κόσμος δέν ἀκούστηκε ποτέ νά ἔχει θεραπεύσει κανείς μάτια ἀνθρώπου πού νά ἔχει γεννηθεῖ τυφλός. Πρώτη φορά ἔγινε τέτοιο θαῦμα, καί αὐτός πού τό ἔκανε πρέπει νά ἔχει θεϊκή ἀποστολή. 33 Ἐάν ὁ ἄνθρωπος αὐτός δέν ἦταν ἀπεσταλμένος ἀπό τόν Θεό, δέν θά μποροῦσε νά κάνει τίποτε, οὔτε τό παραμικρό θαῦμα. 34 Τοῦ ἀποκρίθηκαν τότε ἐκεῖνοι: Ἐσύ γεννήθηκες βουτηγμένος ὁλόκληρος στήν ἁμαρτία, ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπό τήν τύφλωση πού εἶχες ἀπ’ τήν κοιλιά τῆς μητέρας σου. Καί σύ ὁ ἄθλιος καί ἁμαρτωλός κάνεις τό δάσκαλο σέ μᾶς, πού εἴμαστε οἱ πιό σπουδαγμένοι ἀπ’ ὅλους τούς Ἰουδαίους; Καί τόν πέταξαν ἔξω ἀπ’ τόν τόπο πού συνεδρίαζαν, σκοπεύοντας νά τόν ἀφορίσουν καί νά τοῦ ἀπαγορεύσουν νά συμμετέχει πλέον στίς λατρευτικές τελετές τοῦ ναοῦ. 35 Στό μεταξύ ἄκουσε ὁ Ἰησοῦς ὅτι τόν πέταξαν ἔξω γιά τήν παρρησία μέ τήν ὁποία διεκήρυττε τήν ἀλήθεια, καί ἀφοῦ τόν βρῆκε, τοῦ εἶπε: Ἐσύ, ἀντίθετα μέ τούς ἄπιστους Ἰουδαίους, πιστεύεις στόν Υἱό τοῦ Θεοῦ; 36 Κι ἐκεῖνος τοῦ ἀποκρίθηκε: Καί ποιός εἶναι αὐτός, Κύριε, γιά νά τόν πιστέψω; 37 Τοῦ εἶπε τότε ὁ Ἰησοῦς: Μά τόν ἔχεις κιόλας δεῖ μέ τά μάτια σου. Αὐτός πού μιλάει αὐτή τή στιγμή μαζί σου, αὐτός εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ. 38 Τότε ἐκεῖνος εἶπε: Πιστεύω, Κύριε. Καί τόν προσκύνησε ὡς Υἱό τοῦ Θεοῦ καί Κύριο.
Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἐγένετο πορευομένων ἡμῶν τῶν ἀποστόλων εἰς προσευχὴν παιδίσκην τινὰ ἔχουσαν πνεῦμα πύθωνος ἀπαντῆσαι ἡμῖν, ἥτις ἐργασίαν πολλὴν παρεῖχε τοῖς κυρίοις αὐτῆς μαντευομένη. αὕτη κατακολουθήσασα τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Σίλᾳ ἔκραζε λέγουσα· οὗτοι οἱ ἄνθρωποι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου εἰσίν, οἵτινες καταγγέλλουσιν ἡμῖν ὁδὸν σωτηρίας. τοῦτο δὲ ἐποίει ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας. διαπονηθεὶς δὲ ὁ Παῦλος καὶ ἐπιστρέψας τῷ πνεύματι εἶπε· παραγγέλλω σοι ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐξελθεῖν ἀπ᾿ αὐτῆς. καὶ ἐξῆλθεν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ. Ἰδόντες δὲ οἱ κύριοι αὐτῆς ὅτι ἐξῆλθεν ἡ ἐλπὶς τῆς ἐργασίας αὐτῶν, ἐπιλαβόμενοι τὸν Παῦλον καὶ τὸν Σίλαν εἵλκυσαν εἰς τὴν ἀγορὰν ἐπὶ τοὺς ἄρχοντας, καὶ προσαγαγόντες αὐτοὺς τοῖς στρατηγοῖς εἶπον· οὗτοι οἱ ἄνθρωποι ἐκταράσσουσιν ἡμῶν τὴν πόλιν ᾿Ιουδαῖοι ὑπάρχοντες, καὶ καταγγέλλουσιν ἔθη ἃ οὐκ ἔξεστιν ἡμῖν παραδέχεσθαι οὐδὲ ποιεῖν Ρωμαίοις οὖσι. καὶ συνεπέστη ὁ ὄχλος κατ᾿ αὐτῶν. καὶ οἱ στρατηγοὶ περιρρήξαντες αὐτῶν τὰ ἱμάτια ἐκέλευον ραβδίζειν, πολλάς τε ἐπιθέντες αὐτοῖς πληγὰς ἔβαλον εἰς φυλακήν, παραγγείλαντες τῷ δεσμοφύλακι ἀσφαλῶς τηρεῖν αὐτούς· ὃς παραγγελίαν τοιαύτην εἰληφὼς ἔβαλεν αὐτοὺς εἰς τὴν ἐσωτέραν φυλακὴν καὶ τοὺς πόδας αὐτῶν ἠσφαλίσατο εἰς τὸ ξύλον. Κατὰ δὲ τὸ μεσονύκτιον Παῦλος καὶ Σίλας προσευχόμενοι ὕμνουν τὸν Θεόν· ἐπηκροῶντο δὲ αὐτῶν οἱ δέσμιοι. ἄφνω δὲ σεισμὸς ἐγένετο μέγας, ὥστε σαλευθῆναι τὰ θεμέλια τοῦ δεσμωτηρίου, ἀνεῴχθησάν τε παραχρῆμα αἱ θύραι πᾶσαι καὶ πάντων τὰ δεσμὰ ἀνέθη. ἔξυπνος δὲ γενόμενος ὁ δεσμοφύλαξ καὶ ἰδὼν ἀνεῳγμένας τὰς θύρας τῆς φυλακῆς, σπασάμενος μάχαιραν ἔμελλεν ἑαυτὸν ἀναιρεῖν, νομίζων ἐκπεφευγέναι τοὺς δεσμίους. ἐφώνησε δὲ φωνῇ μεγάλῃ ὁ Παῦλος λέγων· μηδὲν πράξῃς σεαυτῷ κακόν· ἅπαντες γάρ ἐσμεν ἐνθάδε. αἰτήσας δὲ φῶτα εἰσεπήδησε, καὶ ἔντρομος γενόμενος προσέπεσε τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Σίλᾳ, καὶ προαγαγὼν αὐτοὺς ἔξω ἔφη· κύριοι, τί με δεῖ ποιεῖν ἵνα σωθῶ; οἱ δὲ εἶπον· πίστευσον ἐπὶ τὸν Κύριον ᾿Ιησοῦν Χριστόν, καὶ σωθήσῃ σὺ καὶ ὁ οἶκός σου. καὶ ἐλάλησαν αὐτῷ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου καὶ πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ. καὶ παραλαβὼν αὐτοὺς ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ τῆς νυκτὸς ἔλουσεν ἀπὸ τῶν πληγῶν, καὶ ἐβαπτίσθη αὐτὸς καὶ οἱ αὐτοῦ πάντες παραχρῆμα, ἀναγαγών τε αὐτοὺς εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ παρέθηκε τράπεζαν, καὶ ἠγαλλιάσατο πανοικὶ πεπιστευκὼς τῷ Θεῷ.
Στοὺς Φιλίππους τῆς Μακεδονίας
1. Μακριὰ ἀπὸ τὰ ὄργανα τοῦ διαβόλου
Στὴν ἔνδοξη πόλη τῶν Φιλίππων μᾶς μεταφέρει τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα ποὺ ἀκούσαμε σήμερα, ὅπου εἶχε μεταβεῖ ὁ ἀπόστολος Παῦλος μὲ τοὺς μαθητές του Σίλα, Τιμόθεο καὶ Λουκᾶ, γιὰ νὰ κηρύξουν τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. Κάποια μέρα, καθὼς πήγαιναν νὰ προσευχηθοῦν, συνάντησαν μιὰ νεαρὴ δούλη ποὺ εἶχε «πνεῦμα πύθωνος, ἥτις ἐργασίαν πολλὴν παρεῖχε τοῖς κυρίοις αὐτῆς μαντευομένη». Δηλαδὴ ἦταν κυριευμένη ἀπὸ δαιμόνιο, ἀπὸ μαντικὸ πνεῦμα, καὶ μὲ τὶς μαντεῖες ποὺ ἔλεγε, ἀπέφερε πολλὰ κέρδη στοὺς κυρίους της. Αὐτὴ ἀκολούθησε τοὺς Ἀποστόλους καὶ φώναζε: Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἶναι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου καὶ μᾶς δείχνουν τὸν δρόμο τῆς σωτηρίας.
Τὸ ἐπαναλάμβανε αὐτὸ γιὰ πολλὲς ἡμέρες προκαλώντας τὴν ἀντίδραση τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ὁ ὁποῖος ἐπικαλούμενος τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ πρόσταξε τὸ πονηρὸ πνεῦμα νὰ βγεῖ ἀπὸ τὴ δούλη. Καὶ πραγματικά, τὴν ἴδια στιγμὴ τὸ πονηρὸ πνεῦμα ἐξῆλθε.
Εἴκοσι αἰῶνες ἔχουν περάσει ἀπὸ τότε καὶ πολλοὶ ἄνθρωποι ἐξακολουθοῦν νὰ τρέχουν σὲ ἀνθρώπους κυριευμένους ἀπὸ πονηρὰ πνεύματα, δηλαδὴ ἀπὸ δαιμόνια, γιὰ νὰ μάθουν τὴν τύχη τους. Ρωτοῦν τὶς χαρτορίχτρες, τρέχουν στοὺς μάγους καὶ στὶς μάγισσες, παρακολουθοῦν τὰ «μέντιουμ», διαβάζουν τὰ ζώδια, ἀκοῦν τοὺς ἀστρολόγους, τὰ τελευταῖα δὲ χρόνια ἀναζητοῦν τὸν Θεὸ καὶ μέσα ἀπὸ τὶς ἀνατολικὲς θρησκεῖες καὶ τὶς δαιμονικὲς μεθόδους τους: τὴ «γιόγκα», τὸν διαλογισμὸ καὶ τὸν ἀποκρυφισμό.
Προσοχή! Μακριὰ ἀπὸ ὅλα αὐτά! Αἰχμαλωτίζουν τὸν ἄνθρωπο στὸν διάβολο, τὸν πατέρα τοῦ ψεύδους. Καθιστοῦν τὴ ζωή του ἕνα μαρτύριο καὶ ἀμφίβολη τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς του. Μακριὰ ἀπὸ τὰ ὄργανα τοῦ διαβόλου!
2. Ἡ παναρμόνια δοξολογία
Ὅταν τὰ ἀφεντικὰ τῆς νεαρῆς δούλης διαπίστωσαν ὅτι ἔχασαν πλέον τὴν πηγὴ τοῦ κέρδους τους, συνέλαβαν τὸν Παῦλο καὶ τὸν Σίλα καὶ τοὺς ἔσυραν στοὺς ἄρχοντες μὲ τὴν κατηγορία ὅτι προκαλοῦν ταραχὲς στὴν πόλη καὶ διδάσκουν νέα θρησκευτικὰ ἔθιμα. Ὁ συγκεντρωμένος ὄχλος τότε ξεσηκώθηκε ἐναντίον τους, οἱ δὲ στρατηγοὶ ξέσχισαν τὰ ροῦχα τῶν Ἀποστόλων, τοὺς ράβδισαν καὶ τοὺς φυλάκισαν, δίνοντας στὸν δεσμοφύλακα ἐντολὴ νὰ τοὺς ἀσφαλίσει καλά. Ἐκεῖνος τοὺς ἔβαλε στὸ πιὸ σκοτεινὸ κελλὶ τῆς φυλακῆς κι ἔδεσε σφιχτὰ τὰ πόδια τους στὸ βασανιστικὸ ὄργανο ποὺ λεγόταν ξύλο, γιὰ νὰ μὴν μποροῦν οὔτε στὸ ἐλάχιστο νά μετακινηθοῦν.
Μεσάνυχτα… Ἀπὸ τὸ βάθος τῆς φυλακῆς ἀκούγεται ἕνας ὑπέροχος ὕμνος. «Παῦλος καὶ Σίλας προσευχόμενοι ὕμνουν τὸν Θεόν». Ὁ Παῦλος καὶ ὁ Σίλας, παρὰ τοὺς πόνους καὶ τὴν ταλαιπωρία τους, ξεσποῦν σὲ δοξολογία πρὸς τὸν Θεό. Τοὺς ἀκοῦνε μὲ προσοχὴ καὶ οἱ ὑπόλοιποι φυλακισμένοι. Ξαφνικὰ ἕνας μεγάλος σεισμὸς σαλεύει τὰ θεμέλια τῆς φυλακῆς. Ἀνοίγουν αὐτόματα ὅλες οἱ θύρες, καὶ λύνονται τὰ δεσμὰ τῶν κρατουμένων. Ὁ δεσμοφύλακας ξυπνᾶ, ἀντιλαμβάνεται τί ἔχει συμβεῖ καὶ τραβᾶ τὸ μαχαίρι του γιὰ νὰ αὐτοκτονήσει, θεωρώντας ὅτι δραπέτευσαν οἱ φυλακισμένοι καὶ φοβούμενος τὴν ποινὴ τοῦ θανάτου. Ὁ Παῦλος ὅμως τὸν προλαβαίνει: Μὴν κάνεις κακὸ στὸν ἑαυτό σου. Εἴμαστε ὅλοι ἐδῶ.
Ὁ δεσμοφύλακας, ἀφοῦ διαπιστώνει τὸ γεγονός, συγκλονίζεται καὶ πέφτει στὰ πόδια τῶν δύο Ἀποστόλων, τοὺς ὁποίους εἶχε κακομεταχειρισθεῖ, καὶ τοὺς ρωτᾶ τί πρέπει νὰ κάνει γιὰ νὰ σωθεῖ. Αὐτοὶ τοῦ ἀποκρίνονται: Πίστεψε στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ θὰ σωθεῖς ἐσὺ καὶ ὅλη ἡ οἰκογένειά σου. Τοῦ ἀναπτύσσουν δὲ τὶς θεῖες διδασκαλίες τοῦ Κυρίου. Συγκινημένος ὁ δεσμοφύλακας ὁδηγεῖ στὸ σπίτι του τὸν Παῦλο καὶ τὸν Σίλα, περιποιεῖται τὰ τραύματά τους καὶ βαπτίζεται Χριστιανὸς ὁ ἴδιος καὶ ὅλη ἡ οἰκογένειά του. Ἔπειτα τοὺς παραθέτει δεῖπνο γεμάτος χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση, διότι εἶχε πιστέψει στὸν Θεό.
Ἀπὸ τὸ πιὸ βαθὺ καὶ σκοτεινὸ κελλὶ τῆς φυλακῆς, κάτω ἀπὸ τὶς πιὸ ἄθλιες συνθῆκες, μὲ σώματα καταματωμένα, ἀκινητοποιημένα καὶ νηστικὰ καὶ μὲ τὸ μαρτύριο νὰ μὴν ἀπέχει πολύ, οἱ δύο Ἀπόστολοι στρέφουν τὴν καρδιά τους στὸν Θεὸ καὶ προσεύχονται. Μάλιστα δὲν Τοῦ ζητοῦν νὰ τοὺς ἀπαλλάξει ἀπὸ τὴ δεινὴ κατάστασή τους καὶ νὰ καταπαύσει τοὺς πόνους τους, ἀλλὰ σὰν νὰ μὴν αἰσθάνονται τίποτε, σὰν νὰ βρίσκονται σὲ ἄλλη πραγματικότητα, δοξολογοῦν τὸν Θεό.
Παναρμόνιος πράγματι ὁ ὕμνος τους· μία ἀπὸ τὶς πιὸ ὑπέροχες δοξολογίες, ποὺ ἀκούσθηκαν ποτέ. Μὲ τὴ θεσπέσια αὐτὴ δοξολογία οἱ δύο Ἀπόστολοι μᾶς διδάσκουν ὄχι ἁπλῶς νὰ κάνουμε ὑπομονὴ στὶς δυσκολίες ποὺ ἀντιμετωπίζουμε καθημερινά, ὄχι μόνο νὰ σηκώνουμε ἀγόγγυστα τὸν σταυρό μας, ἀλλὰ ἐπιπλέον νὰ στρέφουμε τὸ βλέμμα μας στὸν οὐρανὸ καὶ νὰ δοξάζουμε τὸν Θεὸ γιὰ ὅ,τι ἐπιτρέπει γιὰ τὸ καλό μας. Τότε ὁ πανάγαθος Θεὸς θὰ μᾶς παρηγορεῖ στὸν πόνο μας καὶ θὰ ἐπεμβαίνει δυναμικὰ στὴ δοκιμασία μας, εἴτε γιὰ νὰ μᾶς ἀπαλλάξει ἀπὸ τὰ δεσμά της εἴτε γιὰ νὰ μᾶς χαρίσει ὑπομονή, ὥστε νὰ συνεχίσουμε τὸν ἀγώνα μας.
Μητροπολίτης Πειραιώς: «ΟΥΦΟΛΟΓΙΑ». ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΟΣΗΡΟΥ ΚΑΙ ΑΠΑΤΗΛΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ.