Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2025

ΚΥΡΙΑΚΗ 23 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2025 ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ (Ματθ. κε΄ 31-46) (Α΄ Κορ. η΄ 8 – θ΄2)

  

 "Ο Λόγος του Θεού στον Λαό του Θεού".

Η δικαιοσύνη σε φόντο αγάπης

«Τότε καθίσει επί θρόνου δόξης αυτού, και συναχθήσεται έμπροσθεν αυτού πάντα τα έθνη»


 Τρίτη Κυριακή του Τριωδίου, της Απόκρεω, όπως ονομάζεται, και η Εκκλησία ξεδιπλώνει το γεγονός της μέλλουσας κρίσης. Η ευαγγελική περικοπή της ημέρας προσφέρει τα απαραίτητα ερεθίσματα για να συνειδητοποιήσει ο άνθρωπος ότι κανένας εφησυχασμός δεν χωρεί στη ζωή του.

 

  Αντίθετα, επιβάλλεται εγρήγορση και αγώνας. Αποκαλύπτει, εξάλλου, ότι στην προσφορά της αγάπης του Χριστού καθορίζεται η ποιότητα της ζωής και η κατάσταση που μπορεί να βιώνει ο άνθρωπος, είτε ως παράδεισο είτε ως κόλαση, ανάλογα με τη στάση που διαμορφώνει ο ίδιος και ακολουθεί.

 Με την αποφυγή από την κρεοφαγία, η Κυριακή της Απόκρεω, μάς παρακινεί ταυτόχρονα να εγκαταλείψουμε τα ψυχοκτόνα πάθη που εμφωλεύουν μέσα μας για να εισέλθουμε στο χώρο της αγάπης του Χριστού, μέσα στο γόνιμο πνευματικά έδαφος του οποίου καρποφορεί η αληθινή ελευθερία που τόσο εναγωνίως ψάχνει στη ζωή του ο άνθρωπος.

Η αγάπη ως δικαιοσύνη

 Στο Σύμβολο της Πίστεως, εμφανίζεται ο Χριστός ως ο δίκαιος κριτής: «Και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς…». Θα πρέπει όμως να γνωρίζουμε ότι ο Κύριος δεν περιορίζεται στην απόδοση της γνωστής εκείνης δικαιοσύνης, όπως την εννοούν οι άνθρωποι, η οποία σε αρκετές περιπτώσεις εμφανίζει συμπτώματα χρεοκοπίας και ελλειμμάτων.

  Η δικαιοσύνη του Χριστού, αντίθετα, θεμελιώνεται στην φανέρωση της αγάπης Του, που ενώνει τους ανθρώπους με τον Θεό και μεταξύ τους. Έτσι, η άρνηση του ανθρώπου να αποδεχθεί την προσφερόμενη σ’ αυτόν αγάπη του Θεού και κατ’ επέκταση να κινηθεί αγαπητικά και προς τον συνάνθρωπό του, συνιστά την αυτοκατάκριση και την αυτοτιμωρία του. «Αύτη δε εστιν η κρίσις, ότι το φως ελήλυθεν και ηγάπησαν οι άνθρωποι μάλλον το σκότος ή το φως».

 Όταν, λοιπόν, ο άνθρωπος δεν είναι δεκτικός αυτού του τεράστιου αγαθού που εκπέμπει η θεϊκή αγάπη, τότε βυθίζεται και καταβαραθρώνεται στα σκοτάδια της αμαρτίας, τα οποία στην καθημερινή ζωή ερμηνεύονται σε πάθη, εγωισμούς, αδικίες, κακίες κ.α. Επιλέγει ο ίδιος ουσιαστικά να εγκαταλείπει ασπλάχνως τον εαυτό του στην οδύνη της κόλασης.

Το κριτήριο της αγάπης

 Η αγάπη του Χριστού που προσφέρεται απεριόριστα στον άνθρωπο, φανερώνει το μεγαλείο του και ειδικότερα εστιάζει στην κατ’ εικόνα Θεού δημιουργία του. Αποκαλύπτει τη συγγένειά μας με το Πρόσωπό του. Γι’ αυτό άλλωστε στην περικοπή της ημέρας ταυτίζει τον Εαυτό Του «ενί των αδελφών του των ελαχίστων». Όταν ο Χριστός, λοιπόν, επιβραβεύει αυτούς που του έδωσαν να φάει, να πιει, να ενδυθεί, δεν περιορίζεται σε κάποια απλά ανθρωπιστικά στοιχεία που ασφυκτιούν σε μια στείρα ηθικολογία και συναισθηματολογία. 

 Φανερώνει την υπέρτατη αλήθεια της σωτηρίας μας, που είναι ο παράδεισος. Δίνει τη διάσταση του μεγαλείου μιας αλληλοπεριχώρησης και κοινωνίας προσώπων που σφυρηλατεί το μυστήριο της ζωής του Θεού στους ανθρώπους.

 Η άλλη όψη αποκαλύπτεται στο πρόσωπο εκείνων που αρνούνται την αγάπη του Θεού. «Επείνασα γαρ, και ουκ εδώκατέ μοι φαγείν…». Κατ’ αναλογία, η άρνηση εδώ της αγάπης δεν συνιστά μια απλή απόρριψη, αλλά οντολογική απομάκρυνση από την ίδια τη ζωή που είναι ο Χριστός. 

 Έτσι, η άρνηση της αγάπης του Θεού μεταβάλλει τη διακονία, την προσφορά και την θυσία σε φιλαυτία, εγωισμό, αυτάρκεια, ατομικισμό κ.α. Πρόκειται τελικά και στην μια και στην άλλη περίπτωση για επιλογή του ιδίου του ανθρώπου αν θα εισέλθει στην τροχιά της ζωής ή του θανάτου, του παραδείσου ή της κόλασης. Δεν πρόκειται, βέβαια, για καταδίκη που προέρχεται από τον Θεό, αλλά ουσιαστικά γι’ αυτοκαταδίκη.

Αγαπητοί αδελφοί, η σημερινή περικοπή δεν ενσπείρει φόβο και πανικό στον άνθρωπο, αλλά συνιστά την πιο ισχυρή πρόσκληση γι’ αυτόν, προκειμένου ν’ αφήσει ελεύθερη την καρδιά του για να εισέλθει η Χάρη του Θεού, ως καρπός της αυθεντικής αγάπης, για να πλημμυρίσει όλη την ύπαρξή του.

  Τότε θα είναι σε θέση να βλέπει στο πρόσωπο του κάθε συνανθρώπου του τον ίδιο τον Χριστό και να έχει «καλήν απολογίαν επί του φοβερού βήματός του».

 

Χριστάκης Ευσταθίου,

Θεολόγος

 

Κυριακὴ τῶν Ἀπόκρεω – Εὐαγγελικὸ καί Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 23 Φεβρουαρίου 2025

  

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ματθ. κε΄ 31-46

31 Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ καὶ πάντες οἱ ἅγιοι ἄγγελοι μετ’ αὐτοῦ, τότε καθίσει ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ· 32 καὶ συναχθήσεται ἔμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τὰ ἔθνη, καὶ ἀφοριεῖ αὐτοὺς ἀπ’ ἀλλήλων, ὥσπερ ὁ ποιμὴν ἀφορίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τῶν ἐρίφων, 33 καὶ στήσει τὰ μὲν πρόβατα ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ τὰ δὲ ἐρίφια ἐξ εὐωνύμων. 34 τότε ἐρεῖ ὁ βασιλεὺς τοῖς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ· δεῦτε, οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου· 35 ἐπείνασα γὰρ καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα καὶ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην καὶ συνηγάγετέ με, 36 γυμνὸς καὶ περιεβάλετέ με, ἠσθένησα καὶ ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην καὶ ἤλθετε πρός με. 37 τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ οἱ δίκαιοι λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα καὶ ἐθρέψαμεν, ἢ διψῶντα καὶ ἐποτίσαμεν; 38 πότε δέ σε εἴδομεν ξένον καὶ συνηγάγομεν, ἢ γυμνὸν καὶ περιεβάλομεν; 39 πότε δέ σε εἴδομεν ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ καὶ ἤλθομεν πρός σε; 40 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ βασιλεὺς ἐρεῖ αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε. 41 Τότε ἐρεῖ καὶ τοῖς ἐξ εὐωνύμων· πορεύεσθε ἀπ’ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ· 42 ἐπείνασα γὰρ καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα καὶ οὐκ ἐποτίσατέ με, 43 ξένος ἤμην καὶ οὐ συνηγάγετέ με, γυμνὸς καὶ οὐ περιεβάλετέ με, ἀσθενὴς καὶ ἐν φυλακῇ καὶ οὐκ ἐπεσκέψασθέ με. 44 τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ καὶ αὐτοὶ λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα ἢ διψῶντα ἢ ξένον ἢ γυμνὸν ἢ ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ καὶ οὐ διηκονήσαμέν σοι; 45 τότε ἀποκριθήσεται αὐτοῖς λέγων· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ’ ὅσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων, οὐδὲ ἐμοὶ ἐποιήσατε. 46 καὶ ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δὲ δίκαιοι εἰς ζωὴν αἰώνιον.

Νεοελληνική Απόδοση

31 Όταν δε έλθη ο υιός του ανθρώπου με όλην την δόξαν αυτού και μαζί με αυτόν όλοι οι άγγελοί του, τότε θα καθίση στον θρόνον του, τον λαμπρόν και ένδοξον. 32 Και θα συναχθούν εμπρός του όλα τα έθνη της γης από της δημιουργίας του Αδάμ μέχρι της συντελείας του κόσμου και θα χωρίση αυτούς μεταξύ των με όσην ευκολίαν χωρίζει ο ποιμήν τα πρόβατα από τα ερίφια. 33 Και θα θέση τα μεν πρόβατα εις τα δεξιά του τα δε ερίφια εις τα αριστερά. 34 Τοτε θα στραφή ο βασιλεύς εις εκείνους που θα ευρίσκωνται εις τα δεξιά του και θα πη· “ελάτε σεις οι ευλογημένοι του Πατρός μου και κληρονομήσατε την βασιλείαν των ουρανών, η οποία έχει ετοιμασθή για σας από τότε που εθεμελιώνετο ο κόσμος. 35 Διότι επείνασα και μου εδώσατε να φάγω, εδίψασα και με εποτίσατε, ήμουν ξένος που δεν είχα τόπον να μείνω, και με επήρατε στο σπίτι σας. 36 Ημουν γυμνός και με ενεδύσατε, αρρώστησα και με επισκεφθήκατε, εις την φυλακήν ήμουν και ήλθατε να με ιδήτε”. 37 Τοτε θα αποκριθούν προς αυτόν οι δίκαιοι και θα πουν· “Κυριε, πότε σε είδαμε πεινασμένον και σε εθρέψαμε η διψασμένον και σου εδώσαμε νερό; 38 Ποτε δε σε είδαμεν ξένον και σε περιμαζέψαμε η γυμνόν και σε ενεδύσαμεν; 39 Ποτε δε σε είδαμε ασθενή η φυλακισμένον και ήλθαμε εις επίσκεψίν σου;” 40 Και θα αποκριθή εις αυτούς ο βασιλεύς· “Αληθινά σας λέγω, κάθε τι που εκάματε, δια να εξυπηρετήσετε ένα από τους αδελφούς μου, που φαίνονται άσημοι και ελάχιστοι μέσα εις την κοινωνίαν, το εκάματε εις εμέ” (Ο Χριστός, ο βασιλεύς, που είναι ο Υιός του Θεού αλλά και υιός του ανθρώπου, τους πάσχοντας, τους πτωχούς και γυμνούς, αυτούς τους οποίους οι ματαιόδοξοι και υπερήφανοι περιφρονούν, τους θεωρεί αδελφούς του, τέκνα του ουρανίου Πατρός και τους περιβάλλει με όλην του την αγάπην. Δι’αυτό και κάθε βοήθειαν που τους προσφέρεται την θεωρεί ως προσφερομένην εις αυτόν τον ίδιον). 41 Τοτε θα πη και εις εκείνους, που στέκονται εις τα αριστερά του· “φύγετε μακρυά από εμέ σεις οι καταράμενοι και πηγαίνετε στο αιώνιον πυρ, που έχει ετοιμασθή δια τον διάβολον και τους πονηρούς αγγέλους του. 42 Διότι επείνασα και δεν μου εδώσατε να φάγω, εδίψασα και δεν με εποτίσατε. 43 Ξενος ήμουν και δεν με επήρατε στο σπίτι σας, γυμνός και δεν με ενεδύσατε, άρρωστος και φυλακισμένος και δεν με επισκεφθήκατε”. 44 Τοτε θα αποκριθούν και αυτοί λέγοντες, “Κυριε, πότε σε είδαμε πεινασμένο η διψασμένον η ξένον η γυμνόν η ασθενή η φυλακισμένον και δεν σε υπηρετήσαμεν;” 45 Τοτε θα αποκριθή εις αυτούς και θα είπη· “αλήθεια σας λέγω· εφ’ όσον δεν εκάματε τα καλά αυτά εις ένα από αυτούς, που ο κόσμος θεωρεί πολύ μικρούς, ούτε εις εμέ εκάματε”. 46 Και θα απέλθουν αυτοί μεν εις την αιωνίαν κόλασιν μαζή με τον διάβολον, οι δε δίκαιοι εις την αιωνίαν ζωήν μαζή με τον Θεόν. (Ετσι η δικαία κρίσις θα έχη γίνει, το δίκαιον θα αποδοθή και η ασάλευτος αποκατάστασις θα πραγματοποιηθή).

ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ

1. Τὸ τελικὸ δικαστήριο

Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἡ εὐαγγελικὴ περικοπὴ τῆς Κυριακῆς τῆς Κρίσεως, ὅπως ὀνομάζεται ἡ σημερινὴ Κυριακή, συγκλονίζει καὶ συν­ταράσσει κάθε συνετὸ ἄνθρωπο. Τὰ λόγια τοῦ Κυρίου σὲ αὐτὴν εἶναι προφητικά. Μᾶς περιγράφουν ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς θὰ ἔλθει κατὰ τὴ Δευτέρα Παρουσία του γιὰ νὰ κρίνει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ὅλων τῶν ἐποχῶν. Τώρα ὁ Κύριος κρύβει τὸ μεγαλεῖο του πίσω ἀπὸ τὸ πέπλο τῆς ταπεινώσεως καὶ τῆς ἀφάνειας. Τότε θὰ ἔλθει ὡς ἔνδοξος Κριτής, μέσα σὲ θεϊκὴ δόξα καὶ λαμπρότητα, συνοδευόμενος ἀπὸ ὅλο τὸν ἀγγελικὸ κόσμο. Τώρα δείχνει τὴ μακροθυμία του στὶς πτώσεις μας. Τότε θὰ φανεῖ ἡ δικαιοσύνη του. Τώρα ἀνέχεται τὴν παρουσία τῶν ἀσεβῶν ἀνθρώπων ἀνάμεσα στοὺς δικαίους. Τότε θὰ τοὺς χωρίσει, ὅπως ὁ τσοπάνης χωρίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τὰ κατσίκια. Θὰ τοποθετήσει τοὺς δικαίους στὰ δεξιά του, ἐνῶ τοὺς ἀμετανόητους ἁμαρτωλοὺς στὰ ἀριστερά του.

Τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως δὲν τὴ γνωρίζουμε· δὲν μᾶς ἀποκάλυψε τὸν ἀκριβὴ χρόνο τῆς Παρουσίας του ὁ Χριστός. Τὸ τελικὸ αὐτὸ δικαστήριο, ὡστόσο, εἶναι τὸ πιὸ βέβαιο γεγονὸς τοῦ μέλλοντος. Εἶναι διαβεβαίωση τοῦ Χριστοῦ καὶ δὲν χωρεῖ ἀμφισβήτηση. Ὅσο κι ἂν ἀποφεύγουμε νὰ τὸ ἀναλογισθοῦμε, ὅσο κι ἂν ἑκούσια ἢ ἀκούσια χανόμαστε στοὺς θορύβους τῆς καθημερινότητας καὶ ἀπασχολοῦμε τὴ σκέψη μας μὲ τὰ τρέχοντα θέματά μας, θὰ ἔλθει ἐκείνη ἡ στιγμή, ὁπότε ὅλοι μας θὰ σταθοῦμε ἐνώπιον τοῦ Κυρίου καὶ θὰ κριθοῦμε γιὰ ὅσα πράξαμε.

2. Ὁ κρυμμένος Θεὸς

Τὸ κριτήριο, μὲ τὸ ὁποῖο θὰ μᾶς κρίνει τότε ὁ Θεός, θὰ εἶναι ἡ ἀρετὴ τῆς ἀγάπης, καὶ μάλιστα τῆς ἀγάπης πρὸς τοὺς «ἐλαχίστους» ἀδελφούς μας, ὅπως ἀκούσαμε στὴν περικοπή. Ὁ Χριστὸς βάζει τὸν Ἑαυτό του στὴ θέση τῶν «ἐλαχίστων», δηλαδὴ τῶν φτωχῶν, τῶν ρακένδυτων, τῶν ἀσθενῶν, τῶν φυλακισμένων, τῶν ταλαιπωρημένων, τῶν ἀσήμαντων στὰ μάτια τοῦ κόσμου συν­ανθρώπων μας. Μᾶς βεβαιώνει δὲ ὅτι κάθε πράξη ἀγάπης καὶ φιλανθρωπίας πρὸς αὐτοὺς ἀναφέρεται σ᾿ Ἐκεῖνον τὸν ἴδιο. Ἀντίστοιχα κάθε ἀδιαφορία πρὸς αὐτοὺς καὶ σκληρόκαρδη συμπεριφορὰ τελικὰ πρὸς τὸν Χριστὸ ἀπευθύνεται.

Ἑπομένως κάθε ἄνθρωπος, ἀκόμη καὶ ὁ πιὸ εὐτελὴς σὲ κοινωνικὴ θέση, ἀποτελεῖ εἰκόνα τοῦ ἀπερινόητου Θεοῦ. Ἀναφέρεται στὸ συναξάρι τοῦ ἁγίου Μαρτίνου ὅτι κάποτε συνάντησε μέσα στὸ κρύο ἕνα φτωχὸ ζητιάνο χωρὶς ἐνδύματα. Ὁ Ἅγιος, ποὺ φοροῦσε τὴ στρατιωτικὴ στολή του, πῆρε τὸ ξίφος, ἔσχισε τὸν μανδύα του καὶ τὸν μοιράσθηκε μὲ τὸν φτωχό. Τὴν ἑπόμενη νύχτα τοῦ ἐμφανίσθηκε ὁ Κύριος, ντυμένος μὲ τὸ κομμάτι αὐτὸ τοῦ μανδύα, καὶ τοῦ εἶπε: «Μαρτίνε, μὲ ζέστανες μὲ τὸ ἔνδυμά σου» (Συναξάρι 12ης Νοεμ­βρίου).

Πίσω λοιπὸν ἀπὸ τὰ πρόσωπα τῶν ἐνδεῶν ἀδελφῶν μας κρύβεται ὁ Κύριος. Ὁ ἀόρατος Θεὸς γίνεται ὁρατὸς στὰ πρόσωπα τῶν συνανθρώπων μας. «Εἶδες τὸν ἀδελφόν σου; Εἶδες Κύριον τὸν Θεόν σου» (Κλήμεντος Ἀλεξανδρείας, ΕΠΕ 3, 114). Ὁ κάθε συνάνθρωπός μας καθίσταται, θὰ λέγαμε, μιὰ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἕνας ὁρατὸς Θεός. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν περιφρονήσουμε, νὰ τὸν προσπεράσουμε ἀδιάφοροι, ἢ πολὺ χειρότερα, νὰ τὸν ἀδικήσουμε, νὰ τὸν ἐκμεταλλευθοῦμε, νὰ τοῦ φερθοῦμε ἄσχημα; Στὸν ἴδιο τὸν Θεὸ ἁμαρτάνουμε τότε.

3. Οἱ αἰώνιες ἀπολαβὲς

Κάνει ἀσφαλῶς ἐντύπωση καὶ τὸ τέλος τῆς περικοπῆς, ποὺ μᾶς περιγράφει τὸ ἀποτέλεσμα τῆς μεγάλης δίκης: «Ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δὲ δίκαιοι εἰς ζωὴν αἰώνιον». Θὰ ὁδηγηθοῦν, δηλαδή, οἱ ἁμαρτωλοὶ στὴν αἰώνια κόλαση, ἐνῶ οἱ δίκαιοι στὴν αἰώνια ζωή. Δύο φορὲς ὁ Κύριος χρησιμοποιεῖ τὴ λέξη «αἰώνιον», γιὰ νὰ ὑπογραμμίσει ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς τελικῆς Κρίσεως θὰ εἶναι ἀτελεύτητο, ἀμετάβλητο, ὁριστικό.

Αὐτὲς θὰ εἶναι οἱ ἀπολαβές· αἰώνια ἀπώλεια, ἢ αἰώνια ζωή· αἰώνια ὀδύνη στὸ βασίλειο τοῦ σκότους, ἢ αἰώνια εὐφροσύνη στὴ χαρὰ τοῦ φωτός· αἰώνια στέρηση τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ, ἢ αἰώνια πληρότητα ἀπὸ τὴν κοινωνία μαζί Του. Μιὰ αἰωνιότητα θὰ κριθεῖ τότε! Ἡ τελικὴ Κρίση στὸ τέλος τῆς ἱστορίας θὰ εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς αἰωνιότητας.

Τὸ ὁριστικὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα, ὡστόσο, ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ παρόν· ἀπὸ τὸ πῶς ζοῦμε στὴν ἐπίγεια ζωή. Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Χριστό, ἡ ὁποία φανερώνεται μέσα ἀπὸ τὴν ἀγάπη πρὸς τοὺς συνανθρώπους μας, θὰ μᾶς κρίνει κατὰ τὴ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου. Ἂς τὸ θυμόμαστε αὐτό, ὄχι μόνο κατὰ τὴ σημερινὴ ἡμέρα τῶν Ἀπόκρεω, ἀλλὰ κάθε ἡμέρα τῆς ζωῆς μας, ὥστε στὰ πρόσωπα τῶν «ἐλαχίστων» ἀδελφῶν μας νὰ συναντοῦμε καὶ νὰ ὑπηρετοῦμε τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, γιὰ νὰ ἀπολαύσουμε καὶ τὰ ἄφθαρτα ἀγαθὰ τῆς Βασιλείας του· τὴν αἰώνια ζωὴ κον­τά Του.

 

Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 23 Φεβρουαρίου 2025, τῶν Ἀπόκρεω (Α΄ Κορ. ς΄ 12-20)

8 βρῶμα δὲ ἡμᾶς οὐ παρίστησι τῷ Θεῷ· οὔτε γὰρ ἐὰν φάγωμεν περισσεύομεν, οὔτε ἐὰν μὴ φάγωμεν ὑστερούμεθα. 9 βλέπετε δὲ μήπως ἡ ἐξου­σία ὑμῶν αὕτη πρόσκομμα γένηται τοῖς ἀσθε­νοῦσιν. 10 ἐὰν γάρ τις ἴδῃ σε, τὸν ἔχοντα γνῶσιν, ἐν εἰδωλείῳ κατακείμενον, οὐχὶ ἡ συν-είδησις αὐτοῦ ἀσθενοῦς ὄντος οἰκοδομηθήσεται εἰς τὸ τὰ εἰδωλόθυτα ἐσθίειν; 11 καὶ ἀπολεῖται ὁ ἀσθενῶν ἀδελφὸς ἐπὶ τῇ σῇ γνώσει, δι᾿ ὃν Χριστὸς ἀπέθανεν. 12 οὕτω δὲ ἁμαρτάνοντες εἰς τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τύπτοντες αὐτῶν τὴν συνείδησιν ἀσθενοῦσαν εἰς Χριστὸν ἁμαρτάνετε. 13 διόπερ εἰ βρῶμα σκανδαλίζει τὸν ἀδελφόν μου, οὐ μὴ φάγω κρέα εἰς τὸν αἰῶνα, ἵνα μὴ τὸν ἀδελφόν μου σκανδαλίσω.

Οὐκ εἰμὶ ἀπόστολος; οὐκ εἰμὶ ἐλεύθερος; οὐχὶ Ἰησοῦν Χριστὸν τὸν Κύριον ἡμῶν ἑώρακα; οὐ τὸ ἔργον μου ὑμεῖς ἐστε ἐν Κυρίῳ; 2 εἰ ἄλλοις οὐκ εἰμὶ ἀπό­στο­λος, ἀλλά γε ὑμῖν εἰμι· ἡ γὰρ σφραγὶς τῆς ἐμῆς ἀπο­­στο­λῆς ὑμεῖς ἐστε ἐν Κυρίῳ.

 

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π.Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

8 Ἐνῶ λοιπόν ὁ ἀσθενής ἀδελφός βλάπτεται, ἐσύ δέν ἔχεις νά κερδίσεις τίποτε ἀπό τό φαγητό αὐτό. Δέν εἶ­ναι τό φαγητό πού μᾶς παρουσιάζει εὐάρεστους στό Θεό. Διότι οὔτε ἐάν φᾶμε προκόπτουμε καί προοδεύου­με στήν ἀρετή, οὔτε ἐάν δέν φᾶμε ὑστεροῦμε καί μέ­νου­με πίσω σ’ αὐτήν. 9 Προσέχετε ὅμως μήπως τό δικαίωμα αὐτό πού ἔχετε νά τρῶτε ἀπ’ ὅλα, ἀκόμη καί τά εἰδωλόθυτα, γίνει αἰτία νά ἁμαρτήσουν οἱ ἀδελφοί σας πού εἶναι ἀδύναμοι στήν πίστη. 10 Καί εἶναι ἑπόμενο νά βλαβοῦν σοβαρά οἱ ἀδύναμοι ἀδελφοί. Διότι, ἐάν κανείς ἀπ’ αὐτούς δεῖ ἐσένα πού ἔ­χεις τήν ὀρθή γνώση νά κάθεσαι στό τραπέζι κάποιου να­­οῦ τῶν εἰδώλων, δέν θά παρασυρθεῖ καί δέν θά πα­γι­ωθεῖ ἡ συνείδησή του στό νά τρώει τά εἰδωλόθυτα ὡς κάτι ἱερό καί ἄξιο εὐλαβείας, ἀφοῦ αὐτός εἶναι ἀσθε­νής; 11 Καί θά χαθεῖ παρασυρόμενος στήν εἰδωλολατρία ὁ ἀδελφός σου πού εἶναι ἀδύνατος πνευματικά, ἐξαιτίας τῆς δικῆς σου γνώσεως. Ἀλλά γιά τή σωτηρία τοῦ ἀδελ­φοῦ σου αὐτοῦ ὁ Χριστός θυσίασε τή ζωή του. 12 Κι ἔτσι διαπράττετε ἁμάρτημα, ἀπό τό ὁποῖο βλάπτονται πολύ οἱ ἀδελφοί, καί γιά τό λόγο αὐτό ἀποτελεῖ ἁμάρτημα πρός τούς ἀδελφούς. Καί πληγώνετε ἔτσι καί χτυπᾶτε σκληρά τή συνείδησή τους, ἡ ὁποία εἶναι ἀ­σθε­­νική καί ἀδύνατη. Ἀλλά ὑποπίπτετε συγχρόνως καί σέ ἁμάρτημα πού ἀναφέρεται στόν ἴδιο τόν Χριστό, ὁ ὁποῖος πέθανε γιά νά σώσει τούς ἀδελφούς αὐτούς. 13 Γι’ αὐτό λοιπόν, ἐάν αὐτό πού τρώω γίνεται αἰτία σκαν­­­δάλου καί ἁμαρτίας στόν ἀδελφό μου, δέν θά φά­­­­­­­­­ω ποτέ ὁποιοδήποτε εἶδος κρεάτων, γιά νά μή σκαν­δα­­­­λίσω τόν ἀδελφό μου. Καί ἔρχομαι τώρα νά σᾶς δείξω ὅτι γιά τούς ἀδύνατους ἀδελφούς ἔκανα καί ἐξα­­­κο­­λου­­­­­­­­­­θῶ νά κάνω θυσίες τῶν δικαιωμάτων μου.

Δέν εἶμαι Ἀπόστολος μέ ἴσα δικαιώματα μέ τούς ἄλ­­λους Ἀποστόλους; Δέν εἶμαι ἐλεύθερος, ὅπως ὅλοι οἱ Χριστιανοί; Δέν εἶδα τόν Ἰησοῦ Χριστό τόν Κύριό μας; Καί δέν εἶστε ἐσεῖς τό ἔργο πού μέ τή βοήθεια τοῦ Κυρίου ἐπιτέλεσα; 2 Ἐάν γιά ἄλλους δέν εἶμαι Ἀπόστολος, τουλάχιστον ὅμως γιά σᾶς εἶμαι Ἀπόστολος. Διότι ἡ σφραγίδα μέ τήν ὁποία πιστοποιεῖται ἐπίσημα τό ἀποστολικό μου ἀξί­ωμα, μέ τή χάρη τοῦ Κυρίου, εἶστε ἐσεῖς, τούς ὁποί­ους ἐγώ ὁδήγησα στό Χριστό.

Η Αγκαλιά της Κρίσης

 meli 

Μάξιμος Παφίλης, Επίσκοπος Μελιτηνής

Μέσα μας, βαθιά, σε έναν τόπο όπου η χρονική ροή σπάει και μεταμορφώνεται σε μια κραυγή δίχως τέλος, η αναμονή μένει ακλόνητη.

Μια αναμονή που τρέμει, σαν το τρεμάμενο φως καντηλιού μπροστά στο άπειρο, προσμένοντας την έλευση Εκείνου που θα κρίνει, όχι με το σπαθί της τιμωρίας, αλλά με το βλέμμα της άπειρης αγάπης.

Σαν φύλλο του Νοέμβρη, μετέωρο στην αγωνία της πτώσης, η ψυχή αναμετράται με την αιωνιότητα.

Και η ευαγγελική περικοπή της Κυριακής της Απόκρεω έρχεται να μας υπενθυμίσει αυτή ακριβώς την αναμέτρηση, με την αλήθεια της ψυχής που καθρεπτίζεται, ωμή και αδυσώπητη, στα μάτια του Κριτή.

Μια αλήθεια γυμνή, δίχως τα ψεύτικα στολίδια της επίγειας ματαιοδοξίας, στέκει ανυπεράσπιστη.

Τι θα απομείνει άραγε, όταν η αύρα της Δευτέρας Παρουσίας σαρώσει τα πάντα; Ποια ικεσία θα μπορέσει να αρθρώσει ο άνθρωπος, όταν βρεθεί αντιμέτωπος με την απόλυτη Δικαιοσύνη, εκεί όπου το "μαραναθά" αντηχεί σαν βροντή στα πέρατα της οικουμένης;

Η σιωπή γίνεται εκκωφαντική. Βαριά. Σαν πέπλο που σκεπάζει την οικουμένη, αναμένοντας την ώρα της αποκάλυψης. «Ὅταν ἔλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ καὶ πάντες οἱ ἅγιοι ἄγγελοι μετ᾿ αὐτοῦ, τότε καθίσει ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ» (Ματθ. 25, 31).

Μια εικόνα που αναδύεται μέσα από τις Γραφές, τρομακτική και συνάμα ελπιδοφόρα, σαν τον ήχο της σάλπιγγας που καλεί σε μάχη, αλλά και σε ανάσταση.

Όχι πλέον με την ταπεινή μορφή του ξυλουργού, αλλά με τη μεγαλοπρέπεια του Παντοκράτορα, θα φανερωθεί ο Υιός του Ανθρώπου.

Πλαισιωμένος από αγγέλους, σαν ουράνιο στράτευμα, έτοιμος να διαχωρίσει, όχι πλέον με λόγια και παραβολές, αλλά με την αμετάκλητη κρίση Του.

Και τότε; Τότε η ιστορία συμπυκνώνεται σε μια στιγμή, σε ένα αιώνιο παρόν, όπου το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον γίνονται ένα.

Οι μάσκες πέφτουν, οι ψευδαισθήσεις διαλύονται και η πραγματικότητα, ανελέητη και εκτυφλωτική, αποκαλύπτεται μπροστά στα μάτια όλων.

Σαν θύελλα που ξεριζώνει τα σαθρά θεμέλια της ύπαρξης, η ώρα της Κρίσης έρχεται να σαρώσει κάθε τι ψεύτικο, κάθε τι φθαρτό.

Κάθε καρδιά θα αποκαλυφθεί, σαν ανοιχτό βιβλίο, γραμμένο με τις πράξεις και τις παραλείψεις, με τις ελπίδες και τις απογοητεύσεις, με την αγάπη και το μίσος.

Και αναρωτιέται κανείς, με δέος και τρόμο, τι θα αντικρίσει άραγε στα δικά του πεπραγμένα; Πόση αγάπη, πόση αδιαφορία; Πόση πίστη, πόση αμφιβολία;

Γιατί, όπως μας προειδοποιεί ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, δεν αρκεί η τυπική τήρηση των εντολών, η επιφανειακή ευσέβεια: "Ὁ γὰρ τοιοῦτος, κἂν δοῦλος ᾖ, κἂν τῶν ἐν ἀγορᾷ προσαιτούντων, πιστεύῃ δὲ εἰς τὸν Θεὸν, δίκαιον πάσης αὐτὸν ἀπολαύειν εὐνοίας."[1]

Ακόμα και ο πιο ταπεινός, αρκεί να έχει πίστη αληθινή, αξίζει κάθε εύνοια. Η κρίση δεν θα είναι μια ψυχρή καταμέτρηση αμαρτημάτων, αλλά μια αποκάλυψη της εσωτερικής μας κατάστασης, της αληθινής μας σχέσης με τον Θεό και τον συνάνθρωπο.

Μέσα σε αυτήν την κοσμική σιωπή, ο χρόνος μοιάζει να αναστέλλει την πορεία του, σαν ποταμός που φτάνει στη θάλασσα και χάνεται στην απεραντοσύνη της. Κάθε στιγμή αποκτά το βάρος της αιωνιότητας, κάθε πράξη αποτυπώνεται ανεξίτηλα στον καμβά του χρόνου. Δεν υπάρχουν πια περιθώρια για αναβολές, για δικαιολογίες, για προσχήματα. Μόνο η γυμνή αλήθεια, αντιμέτωπη με το βλέμμα του Κριτή.

Δεν είναι το πλήθος των θυσιών, ούτε το μέγεθος των επιτευγμάτων, που θα καθορίσουν την τελική κρίση. Είναι η αγάπη, η άδολη και ανιδιοτελής, που θα γείρει την πλάστιγγα. Μια αγάπη που δεν μετριέται με λόγια πομπώδη, ούτε με εξωτερικές εκδηλώσεις ευλάβειας, αλλά με την αθόρυβη προσφορά, την έμπρακτη συμπόνια, την αληθινή αλληλεγγύη.

«Δεῦτε, οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου· ἐπείνασα γὰρ καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα καὶ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην καὶ συνηγάγετέ με, γυμνὸς καὶ περιεβάλετέ με, ἠσθένησα καὶ ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην καὶ ἤλθετε πρός με» (Ματθ. 25, 34-36).

Μα, πότε; Πότε, Κύριε, σε είδαμε πεινασμένο, διψασμένο, ξένο, γυμνό, ασθενή ή φυλακισμένο; Η απορία των δικαίων αντηχεί στους αιώνες, αποκαλύπτοντας την ουσία της χριστιανικής αλήθειας.

Η αγάπη δεν είναι μια αφηρημένη έννοια, δεν είναι μια θεωρητική άσκηση. Είναι μια πράξη, μια στάση ζωής, μια διαρκής ετοιμότητα να προσφέρεις, να μοιραστείς, να συμπονέσεις.

Ο Mark Guy Pearse, με τη χαρακτηριστική του απλότητα, μας υπενθυμίζει πως η γενναιοδωρία δεν είναι ζήτημα ποσότητας, αλλά ποιότητας: «Η αγάπη είναι φτωχό πράγμα αν δεν μπορεί να αποσπάσει από κάποιον περισσότερα από όσα μπορεί ο νόμος.» (Αγγλ. Love is a poor thing if it can't get more out of anybody than the law can).[2]

Η αγάπη ξεπερνά τα όρια του νόμου, υπερβαίνει τις επιταγές και τις απαγορεύσεις. Είναι μια ελεύθερη έκφραση της ψυχής, μια αυθόρμητη κίνηση προς τον συνάνθρωπο.

Η αληθινή αγάπη δεν κάνει διακρίσεις. Δεν υπολογίζει το κόστος. Δεν περιμένει ανταλλάγματα. Αγκαλιάζει τον ξένο, τον περιθωριοποιημένο, τον αμαρτωλό. Βλέπει στον καθένα την εικόνα του Θεού, την ιερότητα της ανθρώπινης ύπαρξης.

Γιατί, στην τελική κρίση, δεν θα ερωτηθούμε για τις γνώσεις που αποκτήσαμε, ούτε για τα τυπικά που τηρήσαμε, αλλά για την αγάπη που δείξαμε. Αυτή είναι η μόνη αληθινή απόδειξη της πίστης μας, η μόνη σφραγίδα της αυθεντικότητάς μας. Σαν άγρια κραυγή. Σαν λυγμός...

Και τι γίνεται με εκείνους που απέτυχαν να αγαπήσουν; Εκείνους που έκλεισαν τα μάτια στην ανάγκη του συνανθρώπου; Εκείνους που αδιαφόρησαν για τον πόνο, τη φτώχεια, την αδικία; Η απάντηση είναι σκληρή, αλλά δίκαιη: «Πορεύεσθε ἀπ᾿ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ» (Ματθ. 25, 41). Όχι ως τιμωρία, αλλά ως συνέπεια της επιλογής τους. Η απουσία αγάπης είναι κόλαση από μόνη της, ένας αιώνιος αποχωρισμός από τον Θεό, την πηγή κάθε αγαθού.

Η Κρίση φαίνεται ότι δεν είναι μια μελλοντική απειλή, αλλά μια παρούσα πραγματικότητα. Κάθε στιγμή, κάθε συνάντηση, κάθε πράξη, είναι μια ευκαιρία να επιλέξουμε την αγάπη ή την αδιαφορία, το φως ή το σκοτάδι.

Η ζωή μας υφαίνεται από αυτές τις μικρές, καθημερινές επιλογές, που καθορίζουν, εν τέλει, την αιώνια πορεία μας. «Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾿ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε» (Ματθ. 25, 40).

Ο Χριστός ταυτίζεται με τον κάθε άνθρωπο, ιδιαιτέρως με τον πιο αδύναμο, τον πιο περιφρονημένο, τον πιο ξεχασμένο. Στο πρόσωπό του αντικατοπτρίζεται η θεία παρουσία, και η στάση μας απέναντί του αποκαλύπτει την αληθινή μας σχέση με τον Θεό.

Δεν υπάρχουν "μεγάλα" και "μικρά" έργα αγάπης. Υπάρχει μόνο η αγάπη, που εκδηλώνεται με χίλιους τρόπους, σε χίλιες στιγμές.

Ένα ποτήρι νερό, ένα ζεστό ρούχο, μια επίσκεψη στον φυλακισμένο, μια λέξη παρηγοριάς... Όλα αυτά, όσο ασήμαντα κι αν φαίνονται, έχουν αιώνια αξία, όταν γίνονται με καρδιά καθαρή και διάθεση προσφοράς.

Ο Άγγλος ποιητής John Donne, με τη βαθιά του ενόραση, συλλαμβάνει αυτή την αλληλεξάρτηση των ανθρώπινων υπάρξεων, την αόρατη σύνδεση που μας ενώνει όλους: «Οὐδεὶς θνητὸς ὑφίσταται ὡς νῆσος μοναχικὴ ἐν τῷ κόσμῳ· ἕκαστος ἡμῶν ἀποτελεῖ ψηφῖδα τῆς ἠπείρου, μέρος τοῦ μεγάλου ὅλου ποὺ μᾶς περιβάλλει» (Αγγλ. No man is an island, entire of itself; every man is a piece of the continent, a part of the main).[3]

Κανείς δεν είναι αποκομμένος από το σύνολο. Η μοίρα του καθενός επηρεάζει τη μοίρα όλων. Ο πόνος του ενός είναι πόνος όλων. Η χαρά του ενός είναι χαρά όλων.

Είμαστε όλοι συνδεδεμένοι, σαν κρίκοι μιας αλυσίδας, σαν μέλη ενός σώματος. Και η Κρίση, τελικά, δεν είναι παρά η αποκάλυψη αυτής της αλήθειας, η συνειδητοποίηση της ενότητας που μας δένει, πέρα από τα όρια του χώρου και του χρόνου.

Είναι η στιγμή που θα κληθούμε να αναγνωρίσουμε τον Χριστό στο πρόσωπο του κάθε συνανθρώπου μας, και να λογοδοτήσουμε για την αγάπη που δείξαμε ή αρνηθήκαμε να δείξουμε. Σαν το φως που διαπερνά το σκοτάδι, αποκαλύπτοντας τα κρυμμένα, έτσι και η αλήθεια της Κρίσης θα φανερώσει την ουσία της ύπαρξής μας.

Και τι θα απομείνει; Η απάντηση, ίσως, κρύβεται στον απόηχο του χρόνου που κυλά αδυσώπητα, υπενθυμίζοντας πως η ζωή είναι δανεική και εφήμερη. «Μὴ ἐρωτήσῃς ποτὲ γιὰ ποῖον ἠχεῖ ἡ καμπάνα, γιὰ σὲ ἠχεῖ» (Αγγλ. ...never send to know for whom the bell tolls; it tolls for thee),[4] καταλήγει ο ποιητής... Η καμπάνα χτυπά για όλους μας, καλώντας μας σε μετάνοια, σε αλλαγή πορείας, σε μια ζωή γεμάτη αγάπη και προσφορά.

Γιατί, εν τέλει, η Κρίση δεν είναι παρά η συνάντηση με τον Εαυτό μας, τον αληθινό, τον αιώνιο, αυτόν που κρύβεται πίσω από τις μάσκες και τα προσωπεία της καθημερινότητας.

Είναι η στιγμή της απόλυτης αλήθειας, η στιγμή που θα κριθούμε, όχι από κάποιον εξωτερικό κριτή, αλλά από την ίδια μας τη συνείδηση.

Φωτογραφία: Δευτέρα Παρουσία, 11ος αιώνας, βυζαντινό ψηφιδωτό. Άγνωστος καλλιτέχνης. Σάντα Μαρία Ασούντα, Τορτσέλλο, Ιταλία.

 

ΠΗΓΗ:ROMFEA.GR

[1] Jacques-Paul Migne, Patrologie cursus completus, seu bibliotheca...omnium SS. patrum, doctorum scriptorumque ecclesisticorum...ad ann.1439 pro graecis...Series graeca..., vol. LIX (Gallia: Garnier et Migne, 1862), 333.

[2] Mark Guy Pearse, Mister Horn and his friends; or, Givers and giving, 4th ed. (London: Wesleyan Conference Office, 1876), 125.

[3] John Donne, The Works of John Donne: With a Memoir of His Life, by Henry Alford, vol. III (London: John W. Parker, 1839), 575.

[4] ό.π.

Η Α' Οικουμενική Σύνοδος και η προσφορά των Καππαδοκών Πατέρων στο Σύμβολο της Πίστεως

 a oikoumeniki sunodos 

Του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

Ἐφέτος ἑορτάζουμε τήν ἐπέτειο τῶν 1700 ἐτῶν ἀπό τήν σύγκληση τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου πού συνεκλήθη τό 325 μ.Χ. στήν Νίκαια τῆς Βιθυνίας, γιά νά ἀντιμετωπίση τήν αἵρεση τοῦ Ἀρείου, ὁ ὁποῖος ξεκινώντας ἀπό τίς ἀρχές τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας ὑποστήριζε ὅτι ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι τό πρῶτο κτίσμα τῆς δημιουργίας τοῦ Πατρός καί ὅτι «ἦν ποτε ὅτε οὐκ ἦν», δηλαδή ὑπῆρχε χρόνος πού δέν ὑπῆρχε, ὁπότε εἶναι κτίσμα τοῦ Πατρός δημιουργημένος διά τῆς βουλήσεως τοῦ Πατρός. Οἱ Πατέρες τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου κατεδίκασαν τήν αἵρεση τοῦ Ἀρείου, συνέταξαν τά πρῶτα ἑπτά (7) ἄρθρα τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, τό γνωστό «Πιστεύω».

Ὅταν συνεκλήθη ἡ Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδος ὁ Μέγας Βασίλειος δέν εἶχε γεννηθῆ, γεννήθηκε πέντε χρόνια μετά τήν Σύνοδο, τό 330, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος γεννήθηκε τό 329, τέσσερα χρόνια μετά ἀπό τήν Σύνοδο, καί οὔτε ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης εἶχε ἀκόμη γεννηθῆ, ἀφοῦ γεννήθηκε δέκα χρόνια μετά, ἤτοι τό 335. Καί οἱ τρεῖς ἦταν Καππαδόκες καί ἔγιναν ἐκφραστές τῆς λεγομένης Καππαδοκικῆς θεολογίας, εἶχαν ἀποδεχθῆ τίς ἀποφάσεις τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί διεδραμάτισαν σπουδαῖο ρόλο στήν ἐπικράτηση τῶν ἀποφάσεών της, καί τό σπουδαιότερο, ἔπαιξαν σημαντικό ρόλο στίς ἀποφάσεις τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου πού ἔγινε στήν Κωνσταντινούπολη τό ἔτος 381 μ.Χ., ἡ ὁποία συμπλήρωσε τό Σύμβολο τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, γι’ αὐτό χαρακτηρίζεται Σύμβολο Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως.

Συγκεκριμένα, ἡ διδασκαλία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου ἐπηρέασε σημαντικά τίς ἀποφάσεις τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἄν καί εἶχε κοιμηθῆ δύο χρόνια πρίν τήν σύγκλησή της, τό 379, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ὑπῆρξε σέ κάποιο διάστημα ὁ Πρόεδρος τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὕστερα παραιτήθηκε, ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης ἦταν γραμματεύς τῆς Συνόδου αὐτῆς, καί συνετέλεσε καί στήν διατύπωση τοῦ ὅρου της καί στήν ἐπικράτησή της. Ἀκόμη, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος γεννήθηκε τό 349, περίπου 24 χρόνια μετά τήν Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδο, δέν συμμετεῖχε στήν Β΄ Οἰκουμενική Σύνοδο, ἀλλά ἔπαιξε σημαντικό ρόλο στήν ἐπικράτηση τῶν ἀποφάσεών τους στόν λαό μέ τό δεινό ἱεροκηρυκτικό του χάρισμα.

Στήν σημερινή εἰσήγηση θά ἀναφερθῶ στίς ἀποφάσεις τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, στά γεγονότα πού ἀκολούθησαν καί στήν σημαντική προσφορά τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καί τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, ἀφ’ ἑνός μέν στήν ἀποδοχή τῶν ἀποφάσεώς της, ἀφ’ ἑτέρου δέ στήν προετοιμασία τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἡ ὁποία συμπλήρωσε τό ἔργο τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου μέ τήν ὁλοκλήρωση τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως. Εἶναι ἕνα θέμα πολύ ἐνδιαφέρον ἀπό κάθε πλευρά καί ἀφιερώνεται στούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι εἶναι διάδοχοι τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων.

Ἑπομένως, θά χωρίσω τό θέμα σέ τρεῖς ἑνότητες: Πρῶτον, στήν ἀπόφαση τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τήν καταδίκη τῶν αἱρετικῶν ἀπόψεων τοῦ Ἀρείου καί τήν ὀρθόδοξη ἀπόφαση γιά τήν Θεότητα τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Δεύτερον, στά ὅσα ἀκολούθησαν στό διάστημα μετά τήν Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδο μέχρι τήν Β΄ Οἰκουμενική Σύνοδο καί τρίτον, στήν θεολογική προσφορά τῶν Καππαδοκῶν Πατέρων, δηλαδή τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καί τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, στήν διατύπωση τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας. Πρόκειται γιά μιά ἱστορικοθεολογική εἰσήγηση, στήν ὁποία θά φανῆ ἡ διαφορά σκέψεως μεταξύ τῶν φιλοσοφούντων θεολόγων καί τῶν μεγάλων ἐμπειρικῶν θεολόγων, πού εἶναι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.

1. Ἡ ἀπόφαση τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου γιά τήν Θεότητα τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ

Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, κορυφαῖος δογματικός θεολόγος, καθηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ἔκανε μιά πρωτότυπη καί εὐφυῆ ἀνάλυση τοῦ πῶς ὁ Ἄρειος καί οἱ Ἀρειανοί ἔφθασαν στό νά ἀρνηθοῦν τήν Θεότητα τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Στήν Συρία τόν 2ο καί 3ο αἰώνα μ.Χ. ὑπῆρχαν φιλόσοφοι πού ἀκολουθοῦσαν τήν ἀριστοτελική φιλοσοφία πού ἔκανε λόγο γιά τήν ἀρχή τῆς ἐντελέχειας, σύμφωνα μέ τήν ὁποία κάθε μεταβλητό πράγμα ἔχει τό «δυνάμει» καί «ἐνεργείᾳ», πού σημαίνει ὅτι τό μεταβλητό τελειοποιεῖται ἀπό τό «δυνάμει» στό «ἐνεργείᾳ». Ὅμως, στά ἀμετάβλητα πού εἶναι τό Ὄν δέν ἰσχύει ἡ ἀρχή τῆς ἐντελέχειας, ἀφοῦ εἶναι τέλειο κατά τήν φύση του καί δέν χρειάζεται νά τελειοποιηθῆ.

Οἱ Χριστιανοί θεολόγοι τότε στά μέρη ἐκεῖνα ὑποστήριζαν σέ συζητήσεις μέ τούς φιλοσόφους ὅτι ὁ Θεός δημιούργησε τόν κόσμο «ἐκ μή ὑπαρχούσης ὕλης», δέν ὑπῆρχε προηγουμένως καί δημιουργήθηκε μέ τήν βούληση τοῦ Θεοῦ. Οἱ φιλόσοφοι ἀντέτειναν ὅτι, ἀφοῦ ὁ Θεός δημιούργησε τόν κόσμο πού δέν ὑπῆρχε προηγουμένως, σημαίνει ὅτι ὁ Θεός δέν εἶναι τέλειος, εἶναι μεταβλητός, γι’ αὐτό τόν δημιούργησε γιά νά τελειοποιηθῆ ὁ ἴδιος, σύμφωνα μέ τήν ἀρχή τῆς ἐντελέχειας, ἀπό τό δυνάμει νά φθάση στό ἐνεργείᾳ. Τότε οἱ Χριστιανοί φιλοσοφοῦντες Θεολόγοι ἀπάντησαν στούς φιλοσόφους μέ τήν διδασκαλία γιά τήν διάκριση μεταξύ οὐσίας καί ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, ὅτι ὁ Θεός ἔχει οὐσία καί ἐνέργεια καί κατά τήν οὐσία Του εἶναι ἀπόλυτα ἐλεύθερος καί ἀμετάβλητος, ἐνῶ δημιουργεῖ τόν κόσμο μέ τήν ἐνέργειά Του. Ἔτσι, ὁ Θεός δέν ἔχει ἀνάγκη τοῦ κόσμου, εἶναι ἀπόλυτα τέλειος, ἀνενδεής καί ἐλεύθερος. Μέ τόν τρόπο αὐτόν εἰσήγαγαν τήν διάκριση μεταξύ οὐσίας καί ἐνεργείας στόν Θεό ἀπό πλευρᾶς φιλοσοφικῆς.

Ὅμως, στήν συνέχεια οἱ φιλοσοφοῦντες θεολόγοι, ἀφοῦ εἶχαν ἀποδεχθῆ ὅτι ὁ Θεός ἔχει οὐσία καί ἐνέργεια, καί μέ αὐτήν τήν θεολογία ἀντιμετώπισαν τούς φιλοσόφους γιά τήν δημιουργία τοῦ κόσμου, προσπάθησαν νά δοῦν καί νά ἑρμηνεύσουν τίς σχέσεις μεταξύ τῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ὁ Παῦλος ὁ Σαμοσατεύς, Ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας (περίπου 200-275 μ.Χ.) ταύτιζε τήν οὐσία τοῦ Θεοῦ μέ τήν ὑπόσταση τοῦ Πατρός, ὁπότε, κατ’ αὐτόν, ὑπάρχει μία οὐσία-ὑπόσταση καί ἔχει δύο ἐνέργειες, τόν Υἱό καί τό Ἅγιον Πνεῦμα. Αὐτό χαρακτηρίστηκε ὡς ἐνεργητικός μοναρχιανισμός πού καταδικάστηκε ἀπό τήν Ἐκκλησία στήν Σύνοδο τῆς Ἀντιοχείας τό ἔτος 268.

Ὁ Σαβέλλιος (2ος-3ος μ.Χ.) εἰσηγεῖται τόν τροπικό μοναρχιανισμό, ὅτι ἕνας εἶναι ὁ Θεός, ἀλλά ἀποκαλύπτεται μέ τρεῖς τρόπους, ὡς Πατήρ, Υἱός καί Ἅγιον Πνεῦμα. Ἀκολουθώντας τήν ἄποψη ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι μία ὑπόσταση ἡ ὁποία ἔχει τρεῖς ὀνομασίες, σῶμα, ψυχή καί πνεῦμα, ἀπέδιδε στόν Θεό, ὅτι καί ὁ Θεός εἶναι ἕνας καί ἁπλῆ μονάδα καί ἔχει τρεῖς τρόπους ἐνεργείας, ὡς Πατήρ, Υἱός καί Πνεῦμα, χρησιμοποιώντας τήν λέξη πρόσωπο πού πρῶτος εἶχε εἰσαγάγει ὁ Ἱππόλυτος, μέ τήν ἔννοια τοῦ προσωπείου (μάσκας).

Τήν αἵρεση τοῦ Παύλου Σαμοσατέως συνέχισε ὁ Λουκιανός καί οἱ μαθητές του, πού χαρακτηρίστηκαν Συλλουκιανιστές, καί ἀκολούθησε ὁ Ἄρειος. Σύμφωνα μέ αὐτήν τήν φιλοσοφική ἄποψη στόν Τριαδικό Θεό ὑπάρχει μία οὐσία-ὑπόσταση, ὁ Πατήρ, καί ὁ Λόγος ὡς ἐνέργεια τοῦ Πατρός ἐνηνθρώπησε, ὁπότε μέσα στόν ἄνθρωπο πού γεννήθηκε ἀπό τήν Παρθένο Μαρία κατοικεῖ ὁ Λόγος πού εἶναι ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ-Πατρός καί ὄχι ὁ Θεός Λόγος, ἕνα ἰδιαίτερο Πρόσωπο.

Ἐπί πλέον, οἱ μαθητές τοῦ Παύλου τοῦ Σαμοσατέως καί τοῦ Λουκιανοῦ, ὅπως ὁ Ἄρειος, προσήρμοσαν τήν διδασκαλία τοῦ καταδικασθέντος αἱρετικοῦ Παύλου Σαμοσατέως, μέ τό ὅτι ὁ Θεός Πατήρ δημιουργεῖ τόν Λόγο κατά βούληση καί δέν γεννᾶ κατά φύση, γιατί, κατά τήν ἀριστοτελική φιλοσοφία τό κατά φύση εἶναι κατ’ ἀνάγκην, ἀφοῦ ὁ Θεός-Πατήρ εἶναι ἀπόλυτα ἐλεύθερος καί δέν ὑπόκειται στήν ἀνάγκη. Ὁπότε ἡ σχέση μεταξύ τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ εἶναι κατ’ ἐνέργεια καί κατά βούληση καί ὄχι κατ’ οὐσίαν σχέση. Ἕτσι, ὁ Ἄρειος ὑποστήριζε ὅτι ὁ Υἱός ἐκτίσθη ἐν χρόνῳ ἀπό τόν Πατέρα, εἶναι τό πρῶτο κτίσμα μεταξύ Θεοῦ καί ὕλης, γι’ αὐτό καί «ἦν ποτε ὅτε οὐκ ἦν», ἐπίσης ὅτι ὁ Υἱός εἶναι ἑτερούσιο κτίσμα ἀπό τόν Πατέρα, ὅτι εἶναι τρεπτός καί ἀγνοεῖ τόν Πατέρα, καί ὅτι μετά τόν Υἱό δεύτερη δημιουργημένη δύναμη εἶναι τό Ἅγιον Πνεῦμα.

Οἱ Πατέρες στήν Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδο καταδίκασαν τίς αἱρετικές ἀπόψεις τοῦ Ἀρείου, ὅπως φαίνεται στό Σύμβολον τῆς Πίστεως τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, μέ τίς φράσεις: «Τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ», «γεννηθέντα ἐκ τοῦ Πατρός μονογενῆ, τοὐτέστιν ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Πατρός», «Θεόν ἐκ Θεοῦ, φῶς ἐκ φωτός, Θεόν ἀληθινόν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, γεννηθέντα οὐ ποιηθέντα, ὁμοούσιον τῷ Πατρί», «σαρκωθέντα καί ἐνανθρωπήσαντα».

Στό τέλος δέ τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως καταγράφησαν καί οἱ ἀναθεματισμοί:

«Τούς δέ λέγοντας "ἦν ποτε ὅτε οὐν ἦν" καί "πρίν γεννηθῆναι οὐκ ἦν" καί ὅτι "ἐξ οὐκ ὄντων" ἐγένετο, ἤ "ἐξ ἑτέρας ὑποστάσεως" ἤ "οὐσίας" φάσκοντας εἶναι, ἤ "κτιστόν", ἤ τρεπτόν, ἤ "ἀλλοιωτόν" τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ, ἀναθεματίζει ἡ Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία».

Βέβαια οἱ Πατέρες τῆς Α΄Οἰκουμενικῆς Συνόδου γιά τήν συγκρότηση τοῦ Συμβόλου τῆς πίστεως, εἶχαν ὑπ’ ὄψη τους τόν τύπον τῶν διαφόρων τοπικῶν ὁμολογιῶν πίστεως ἤ βαπτιστηρίων συμβόλων καί πάνω σέ αὐτά συνέταξαν τό νέο Σύμβολον τῆς πίστεως γιά νά ἀντιμετωπίσουν τήν αἵρεση τοῦ Ἀρείου. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος σέ κείμενο πού γράφηκε μετά τήν Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδο καί περί τό 350-352 μέ τίτλο «περί τῆς ἐν Νικαίᾳ Συνόδου» ἀναφέρεται διεξοδικῶς στά θέματα πού ἀντιμετωπίσθηκαν στήν Σύνοδο αὐτή καί καταδικάστηκαν.

Μεταξύ τῶν ἄλλων γράφει ὅτι στήν ἀρχή οἱ Ἐπίσκοποι στήν Σύνοδο αὐτή ἤθελαν νά γράψουν ὅτι ὁ Λόγος εἶναι ἀληθινή δύναμη καί εἰκόνα τοῦ Πατρός ὅμοιος καί ἀπαράλλακτος κατά πάντα πρός τόν Πατέρα, εἶναι ἄτρεπτος καί ἀδιαίρετος ἀπό τόν Πατέρα. Ἐπειδή, ὅμως, ὑπῆρξε ἀντίδραση ὅτι τό «ὅμοιον» ἀποδιδόταν ἀπό κοινοῦ καί σέ ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους καί στόν Λόγο, διότι ἔχει γραφῆ ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι «εἰκών καί δόξα Θεοῦ», γι’ αὐτό, γιά νά τό διατυπώσουν σαφέστατα, εἶπαν ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι ἁπλῶς ὅμοιος πρός τόν Πατέρα, ἀλλά ὁμοούσιος πρός τόν Πατέρα καί ἀδιαίρετος ἀπό Αὐτόν, πράγμα πού δέν γίνεται μέ ἐμᾶς. Ἔτσι, τό «ἐκ τῆς οὐσίας» τοῦ Πατρός καί τό «ὁμοούσιος» ἀναιροῦν τά αἱρετικά φληναφήματα ὅτι ὁ Υἱός εἶναι γενητός (μέ ἕνα ν), «τρεπτός» καί «οὐκ ἦν πρίν γεννηθῆ». Ὅποιος δέν φρονεῖ κατ’ αὐτόν τόν τρόπο ἀντιτίθεται στήν Σύνοδο.

Εἶναι σημαντικό ὅτι στό κείμενο αὐτό ὁ Μέγας Ἀθανάσιος παραθέτει, μεταξύ τῶν ἄλλων, καί «ἀντίγραφον ἐπιστολῆς τῆς ἐν Νικαίᾳ Συνόδου κατά τοῦ Ἀρείου καί τῶν σύν αὐτῷ», ἡ ὁποία ἐπιστολή ἀπεστάλη στήν Ἐκκλησία τῶν Ἀλεξανδρέων, ἀφοῦ ἐκεῖ παρουσιάσθηκε κατ’ ἀρχήν ἡ διδασκαλία τοῦ Ἀρείου. Στήν Συνοδική αὐτή ἐπιστολή τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀναφέρονται οἱ φράσεις τίς ὁποῖες χρησιμοποιοῦσε ὁ Ἄρειος καί οἱ ὁποῖες καταδικάστηκαν ἀπό τήν Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδο, ὅπως «ἐξ οὐκ ὄντων εἶναι» τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ, «πρίν γεννηθῆναι μή εἶναι», «εἶναι ποτέ ὅτε οὐκ ἦν» καί «αὐτεξουσιότητι κακίας καί ἀρετῆς δεκτικόν τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ λέγοντος καί κτίσμα ὀνομάζοντος καί ποίημα». Αὐτό τό τελευταῖο ἔχει ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον, διότι τό κτιστό ἔχει αὐτεξουσιότητα, δηλαδή ἐλεύθερη προαίρεση νά ἀποδεχθῆ τήν ἀρετή καί τήν κακία, ἐνῶ ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄκτιστος.

2. Τά μετά τήν Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδο μέχρι τήν Β΄ Οἰκουμενική Σύνοδο

Ἡ Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδος κατεδίκασε τήν αἵρεση τοῦ Ἀρείου καί ὁμολόγησε τήν ὀρθόδοξη δογματική ἀλήθεια ὅτι ὁ Υἱός εἶναι ὁμοούσιος μέ τόν Πατέρα, Θεός ἀληθινός, γεννήθηκε καί δέν κτίστηκε, εἶναι φῶς ἀπό τό φῶς, Θεός ἀληθινός καί δι’ Αὐτοῦ κτίστηκε ὁ κόσμος. Καί ἐνῶ θά ἀνέμενε κανείς ὅτι τά πράγματα θά εἰρήνευαν, ἐν τούτοις ἐντάθηκαν ἀκόμη περισσότερο. Οἱ Ἀρειανοί ἐξακολουθοῦσαν νά διδάσκουν τίς ἀπόψεις τους, καί ἐμφανίσθηκαν καί Πνευματομάχοι, διότι μαζί μέ τήν ἄποψή τους ὅτι ὁ Υἱός εἶναι κτίσμα δίδασκαν ὅτι καί τό Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι κτίσμα. Αὐτό ὑποστήριζε καί ὁ Μακεδόνιος Κωνσταντινουπόλεως, γι’ αὐτό ὀνομάστηκαν Μακεδονιανοί.

Ἀκόμη, ὁ Ἀπολλινάριος Λαοδικείας (περίπου 310-360), ἀκολουθώντας τήν πλατωνική καί νεοπλατωνική φιλοσοφία ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἀποτελεῖται ἀπό σῶμα, ψυχή καί νοῦ, δίδασκε ὅτι ὁ Χριστός μέ τήν ἐνανθρώπησή Του προσέλαβε τό σῶμα, τήν ἄλογη ψυχή, ὄχι, ὅμως, καί τήν λογική καί ἐλεύθερη ψυχή (= νοῦ καί πνεῦμα) καί τήν θέση τοῦ νοῦ κατέλαβε ὁ θεῖος Λόγος. Ἔτσι, ἠρνεῖτο τό πλῆρες καί τέλειο τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως πού προσέλαβε ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ μέ τήν ἐνανθρώπησή Του. Ἐπί πλέον ὁ Εὐνόμιος Κυζίκου (335-394 μ.Χ.) καί ἄλλοι ὁμόφρονές του, πού χαρακτηρίζονταν Ἀρειανοί, Ἀνόμοιοι, ὑποστήριζαν ὅτι ὁ Υἱός καί τό Πνεῦμα δέν ἔχουν καμμία ὁμοιότητα πρός τόν Πατέρα καί εἶναι τρεπτοί δοῦλοι Του. Ἐπίσης, ταύτιζαν τήν οὐσία μέ τήν ἐνέργεια.

Ὅλες αὐτές οἱ νέες αἱρέσεις δέν διατυπώνονταν ἁπλῶς θεωρητικά καί ἀνώδυνα, ἀλλά ἐπιθετικά ἐναντίον τῶν Ὀρθοδόξων καί ἰδίως ἐναντίον τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου, πολλές φορές χρησιμοποιώντας καί τήν πολιτική ἐξουσία καί πρό πάντων διατυπώνονταν Συνοδικά. Αὐτό σημαίνει ὅτι συγκαλοῦνταν σέ διάφορα μέρη τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας Σύνοδοι Ἐπισκόπων καί διατύπωναν τίς ἀπόψεις τους καί, μάλιστα, ἐξέδιδαν καί δικά τους Σύμβολα. Καί, βέβαια, μέσα σέ ὅλες αὐτές τίς αἱρετικές ἀπόψεις ὑπῆρχαν καί ὀρθόδοξοι Ἐπίσκοποι, οἱ ὁποῖοι ὑποστήριζαν τίς ἀποφάσεις τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ὑπῆρξαν δύο ἄκρα, οἱ ζηλωτές καί οἱ φιλελεύθεροι-αἱρετικοί.

Ἀπό τό ἔτος 325 μ.Χ. πού συνεκλήθη στήν Νίκαια ἡ Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδος μέχρι τό ἔτος 381 πού συνεκλήθη στήν Κωνσταντινούπολη ἡ Β΄ Οἰκουμενική Σύνοδος, δηλαδή 56 χρόνια, συνεκλήθηκαν περίπου 50 πολυπρόσωπες Σύνοδοι μέ διαφορετικές ἀπόψεις πού δημιουργοῦσαν χάος στήν Ἐκκλησία. Οἱ κυριότερες Σύνοδοι τῶν Ἀρειανοφρόνων ἦταν: Ἀντιοχείας (μεταξύ 326-331), Καισαρείας (334), Τύρου (335), Ἱεροσολύμων (335), Κωνσταντινουπόλεως (336), Ἀντιοχείας (341), Σιρμίου (351), Σιρμίου (357), Σιρμίου (359) Ἀριμινίου Ἰταλίας καί Σελευκείας Ἰσαυρίας (359). Οἱ κυριότερες Σύνοδοι τῶν Ὀρθοδόξων ἦταν: Γάγγρας (μεταξύ 340-342), Σαρδικῆς (342 ἤ 343), Ἀντιοχείας (344), Ἱεροσολύμων (346), Μεδιολάνων (347), Καρθαγένης (348), Ἀλεξανδρείας (362 καί 363), Ἀντιοχείας (363), Ρώμης (371 ἤ 372), Ἰκονίου (376). Ἀπό τίς Συνόδους αὐτές ἄλλες ἦταν Ὀρθόδοξες καί ἄλλες αἱρετικές, ἄλλες καταδίκαζαν τόν Μέγα Ἀθανάσιο καί ἄλλες τόν ἀποκαθιστοῦσαν, ἄλλες κατήρτιζαν νέο Σύμβολο, ἄλλες ὄχι.

Ἀντιλαμβάνεται κανείς ὅτι τήν περίοδο μεταξύ τῆς Α΄ καί τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, γιά 56 ὁλόκληρα χρόνια, γίνονταν πολλές θεολογικές συζητήσεις, δημιουργήθηκε μεγάλος ἀναβρασμός, συγκλήθηκαν πολλές Σύνοδοι καί ψηφίζονταν νέα Σύμβολα μέ διαφορές μεταξύ τους. Ἐως ὅτου κατά τήν Β΄ Οἰκουμενική Σύνοδο καθορίσθηκε τό ὁλοκληρωμένο Σύμβολο τῆς Πίστεως πού ἔχουμε σήμερα, ἀφοῦ ἔγιναν μερικές προσθῆκες, ἀφαιρέσεις καί ἀλλαγές στό Σύμβολο τῆς Νικαίας. Ὅταν συγκρίνουμε τά δύο Σύμβολα τῆς Πίστεως, μεταξύ τῶν δύο Οἰκουμενικῶν Συνόδων Α΄ καί Β΄, βλέπουμε τίς διαφορές μεταξύ τους. Συγκεκριμένα:

Στό Σύμβολο τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀφαιρέθηκε ἀπό τό δεύτερο ἄρθρο ἡ φράση τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου «τοὐτέστιν ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Πατρός , Θεόν ἐκ Θεοῦ... τά τε ἐν τῷ οὐρανῷ καί τά ἐν τῇ γῇ», καθώς ἐπίσης ἀφαιρέθησαν στό τέλος οἱ ἀναθεματισμοί: «Τούς λέγοντας ὅτι "ἦν ποτε ὅτε οὐκ ἦν" καί "οὐκ ἦν πρίν γεννηθῆ" καί ὅτι "ἐξ οὐκ ὄντων ἐγένετο", ἤ "ἐξ ἑτέρας ὑποστάσεως ἤ οὐσίας" φάσκοντας εἶναι, ἤ "κτιστόν", ἤ "τρεπτόν", ἤ "ἀλλοιωτόν" τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ τούς τοιούτους ἀναθεματίζει ἡ καθολική καί ἀποστολική Ἐκκλησία».

Προστέθηκαν δέ τά ἄλλα ἑπτά ἄρθρα πού ἀναφέρονται στό Ἅγιον Πνεῦμα, στήν Ἐκκλησία, τό Βάπτισμα, τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν καί τήν ζωή τοῦ μέλλοντος, δηλαδή τά ἄρθρα: «Καί εἰς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, τό Κύριον, τό ζωοποιόν, τό ἐκ τοῦ Πατρός ἐκπορευόμενον, τό σύν Πατρί καί Υἱῷ συμπροσκυνούμενον καί συνδοξαζόμενον, τό λαλῆσαν διά τῶν προφητῶν. Εἰς Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν. Ὁμολογοῦμεν (ῶ) ἕν βάπτισμα εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν καί ζωήν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Ἀμήν».

Αὐτές εἶναι οἱ μεταβολές ἤ προσθαφαιρέσεις πού ἔγιναν στό Σύμβολον τῆς Πίστεως τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀπό τούς Πατέρας τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, καί ἔχουμε τώρα τό ὁλοκληρωμένο Σύμβολο τῆς Πίστεως, καί ἔγιναν γιατί ἐν τῷ μεταξύ μέ τίς θεολογικές συζητήσεις ἔπρεπε νά διευκρινισθῆ ἡ ὁρολογία στά θεολογικά αὐτά ζητήματα. Ἄλλωστε, ὑπάρχει στήν θεολογία ἕνας ἰσχυρός κανόνας ὅτι ἄλλο εἶναι ἡ ἀποκαλυπτική ἐμπειρία, ἡ μέθεξη τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ καί ἄλλο ἡ διατύπωση αὐτῆς τῆς ἐμπειρίας.

Σέ αὐτό τό ἔργο μετά τήν Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδο σημαντικό ρόλο διεδραμάτισαν οἱ τρεῖς Καππαδόκες Πατέρες, ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, πού θά τό δοῦμε συνοπτικά στήν τρίτη ἑνότητα τῆς ὁμιλίας μου καί δείχνει τήν προσφορά τους.

3. Ἡ θεολογική προσφορά τῶν Καππαδοκῶν Πατέρων

Μέσα σέ αὐτήν τήν θεολογική θαλασσοταραχή πού βρέθηκε ἡ Ἐκκλησία καί μέσα σέ αὐτήν τήν θεολογική ἀνεμοθύελλα γιά 56 χρόνια, μεταξύ τῆς Α΄ καί τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἀπεδείχθησαν μεγάλοι Πατέρες, σοφοί διδάσκαλοι, ἰσχυροί θεολόγοι, ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης. Ὡσάν πνευματικοί καπετάνιοι τοῦ σκάφους τῆς Ἐκκλησίας μέσα σέ αὐτήν τήν φουρτούνα κατάφεραν μέ τά χαρίσματά τους, τήν εὐστροφία τους, τήν παιδεία τους, ἀλλά καί τόν φωτισμό τοῦ Θεοῦ νά φθάσουν στήν ὁλοκλήρωση τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως καί γενικά στήν διατύπωση τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας. Χρειάστηκε, ὅμως, ὅλη αὐτήν τήν περίοδο νά ἀλλάξουν ὁρολογία, νά ἀναπτύξουν ἔτι περισσότερο τόν ἀποκαλυπτικό λόγο καί νά δώσουν μεγάλους ἀγῶνες μέ τούς φιλοσοφοῦντες θεολόγους πού ἦταν αἱρετικοί.

Οἱ μεγάλοι Καππαδόκες Πατέρες ξεκινοῦσαν ἀπό τήν ἀποκαλυπτική ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἔγινε στούς Προφῆτες καί τούς Ἀποστόλους καί αὐτοί ἦταν «πείρᾳ μεμυημένοι», ἀλλά εἶχαν καί τήν παιδεία τῆς ἐποχῆς τους, ἐνῶ οἱ φιλοσοφοῦντες θεολόγοι ἀκολουθοῦσαν μόνον φιλοσοφικές προϋποθέσεις θεολογήσεως, ὅπως τοῦ Πλάτωνα, τοῦ Ἀριστοτέλη καί τῶν Νεοπλατωνικῶν. Θά δοῦμε μέ πολλή συντομία ποιά ἦταν ἡ προσφορά τους στήν θεολογία καί τήν Ἐκκλησία. Μετά τήν Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδο ἐμφανίσθηκαν πολλοί αἱρετικοί πού θά ἀναφερθοῦν μέ συντομία, ὡς πρός τόν ὅρο ὁμοούσιος πού χρησιμοποίησε ἡ Σύνοδος.

Ἦταν οἱ Ἀνόμοιοι ἤ ἀλλοτριούσιοι ἤ ἑτερούσιοι, πού ἰσχυρίζονταν ὅτι ὁ Υἱός ἔχει διαφορετική ἐντελῶς οὐσία ἀπό τόν Πατέρα. Ἐπίσης, ἦταν οἱ Ὅμοιοι, οἱ ὁποῖοι προσπάθησαν νά συμβιβάσουν τούς Ἀνομοίους μέ τούς Ὁμοουσιανούς καί ἰσχυρίζονταν ὅτι ὁ Πατέρας καί ὁ Υἱός ἔχουν μόνον μιά ἐξωτερική ὁμοιότητα μεταξύ τους. Ἀκόμη, ἦταν οἱ Ὁμοιουσιανοί, οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίζονταν ὅτι ὁ Υἱός ἦταν ὅμοιος κατά πάντα μέ τόν Πατέρα, καί ὡς πρός τήν οὐσία, ἀλλά δέν δέχονταν ὅτι ἦταν ταυτούσιος ἤ ὁμοούσιος μέ τόν Πατέρα καί ἀπέρριπταν τόν ὅρο ὁμοούσιος. Βεβαίως, ὑπῆρχαν καί οἱ Ὀρθόδοξοι, πού ἔμειναν πιστοί στόν ὅρο τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁμοούσιος, ἀλλά γιά ἕνα μεγάλο χρονικό διάστημα ταύτιζαν τόν ὅρο οὐσία μέ τόν ὅρο ὑπόσταση καί δέχονταν στόν Θεό μία οὐσία καί μία ὑπόσταση, λέγοντας μία ὑπόσταση, μία θεότητα. Τελικά, οἱ ἀρειανόφρονες Ἀντιομοουσιανικές παρατάξεις προσπαθοῦσαν νά πείσουν τούς Ὀρθοδόξους Ὁμοουσιανούς νά ἐγκαταλείψουν τόν ὅρο ὁμοούσιος καί νά δεχθοῦν κάποιο συμβιβαστικό κείμενο.

Αὐτό σημαίνει ὅτι ἔπρεπε νά διευκρινισθοῦν ἀκόμη περισσότερο οἱ ὅροι οὐσία καί ὑπόσταση, καί νά καθορισθοῦν καθαρότερα γιά νά ἀντιμετωπισθοῦν οἱ αἱρετικοί. Αὐτό τό ἔργο ἀνέλαβαν οἱ Καππαδόκες Πατέρες μέ σκοπό νά ἑνώσουν τούς διαιρεμένους Χριστιανούς πού παρέμειναν στόν ὅρο ὁμοούσιος τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἀλλά τόν διέκριναν ἀπό τό ὑπόσταση-πρόσωπο. Θά τό δοῦμε αὐτό μέ συντομία, καταγράφοντας τά βασικά σημεῖα τῆς διδασκαλίας τους.

Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ὑπερμάχησε πρό καί μετά τήν Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδο, ἀλλά λόγῳ ἡλικίας καί διαφόρων ταλαιπωριῶν, ἐξοριῶν καί διώξεων ἦταν «κεκμηκώς πολεμίζων», κατά τήν φράση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καί δέν μποροῦσε νά ἀνταπεξέλθη στούς νέους καί πολλούς αἱρεσιάρχες. Καί εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι καί οἱ τρεῖς αὐτοί Καππαδόκες σέβονταν ὡς «Γέροντά» τους τόν Μέγα Ἀθανάσιο, ἀλλά καί ὁ Μέγας Ἀθανάσιος τούς ἐμπιστευόταν ὡς διαδόχους του. Γενικά, οἱ τρεῖς Πατέρες Καππαδόκες δέν θεολογοῦσαν φιλοσοφικά, ὅπως τό ἔκαναν οἱ αἱρετικοί, ἀλλά θεολογοῦσαν μέσα ἀπό τήν ἐμπειρική θεολογία τους, τόν ἡσυχασμό, δηλαδή μέσα ἀπό τήν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στούς Προφῆτες καί Ἀποστόλους. Ἔχοντας αὐτούς ὡς ὑπόδειγμα, ἀκολούθησαν τήν ἀσκητική ὁδό καί ἐξέφρασαν τήν ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ Μέγας Βασίλειος στά ἔργα του ἐξέφραζε τήν ἡσυχαστική ζωή, τήν σχέση μεταξύ ἱερᾶς ἡσυχίας καί ἐμπειρικῆς θεολογίας ὡς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ. Ἔχοντας αὐτήν τήν ἐμπειρική θεολογία εὕρισκε τούς κατάλληλους ὅρους γιά νά ἀντιμετωπίση τούς αἱρετικούς.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἀναπτύσσει ὅτι ἀληθινός θεολόγος εἶναι αὐτός πού καθάρισε τόν νοῦ καί ὁδηγήθηκε στήν θεωρία καί ὅσους δέν ἀκολουθοῦν αὐτή τήν μέθοδο τούς ἀποκαλεῖ «λογολέσχας», δηλαδή φλύαρους.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, ἔχοντας ὡς πρότυπο τόν Μωϋσῆ, ἀναλύει ὅτι ἡ ὀρθόδοξη θεολογία εἶναι ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ μέσα στήν θεοπτία.

Ὁ Μέγας Βασίλειος (330-379 μ.Χ.) δίδασκε ὅτι τά ὀνόματα τοῦ Θεοῦ (Πατήρ, Υἱός καί Πνεῦμα) δέν δήλωναν τήν οὐσία, ἀλλά τά ὑποστατικά ἰδιώματα. Ὁ Πατήρ, ὁ Υἱός καί τό Ἅγιον Πνεῦμα δέν δηλώνουν τό «τί ἐστι» (ποιά εἶναι ἡ οὐσία), ἀλλά «ὅτι ἐστί», ὅτι ὑπάρχει ἡ θεότητα ἤ τό πρόσωπο ἤ τό «ὅπως ἐστί», δηλαδή μέ ποιόν τρόπο ὑπάρχει τό ἀγέννητο τοῦ Πατρός, τό γεννητό τοῦ Υἱοῦ καί τό ἐκπορευτό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί τά τρία πρόσωπα ἔχουν τήν ἴδια οὐσία, εἶναι ὁμοούσια ἤ ταυτούσια, ὄχι ἑτερούσια ἤ ἀλλοτριούσια, ἔχουν ὅμως διαφορετικό τρόπο ὑπάρξεως τῶν προσώπων, δηλαδή εἶναι τό ἀγέννητο τοῦ Πατρός, τό γεννητό τοῦ Υἱοῦ καί τό ἐκπορευτό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Τό κοινό καί τῶν τριῶν Προσώπων εἶναι ἡ οὐσία καί τό ἴδιο εἶναι ἡ ὑπόσταση-πρόσωπο. Ἔκανε, δηλαδή, τήν διάκριση μεταξύ οὐσίας καί ὑποστάσεως-προσώπου. Ἔτσι, διατυπώθηκε ἡ ὁρολογία ὅτι ὁ Θεός ἔχει μία οὐσία καί τρεῖς ὑποστάσεις. Μέ αὐτήν τήν διάκριση ἔκανε μιά μεγάλη τομή στήν ὀρθόδοξη θεολογία. Οἱ ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ εἶναι κοινές καί στά τρία Πρόσωπα, ἀφοῦ ὁ Πατήρ εἶναι ἡ «προκαταρτική» αἰτία, ὁ Υἱός «ἡ δημιουργική» καί τό Ἅγιον Πνεῦμα «ἡ τελειωτική». Ἐπί πλέον ἡ ἱερά Παράδοση πρέπει νά φυλάσσεται ὡς κόρη ὀφθαλμοῦ καί δέν πρέπει νά μεταβάλλεται. Ἡ παράδοση εἶναι γνήσια, ὅταν εἶναι ἐμπειρία τῆς ἀληθείας τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος δίδασκε τά ἴδια μέ τόν Μέγα Βασίλειο, εἶχε ὅμως καί κάποιες ἄλλες ἐκφράσεις. Ὁ Θεός εἶναι ἕνας κατά τήν οὐσία ἤ φύση, ἀλλά τρεῖς κατά τά πρόσωπα ἤ ὑποστάσεις. Μιλώντας γιά τήν οὐσία τοῦ Θεοῦ ἔγραφε: «Ἄπειρον οὖν τό θεῖον καί δυσθεώρητον, καί τοῦτο πάντῃ καταληπτόν αὐτοῦ μόνον, ἡ ἀπειρία». Ἀκόμη, δέν μποροῦμε νά κατανοήσουμε λογικά τό ἀγέννητο τοῦ Πατρός, τό γεννητό τοῦ Υἱοῦ καί τό ἐκπορευτό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γιά τήν οὐσία καί τίς ὑποστάσεις γράφει: «Ἀμέριστος (οὐσία) ἐν μεμερισμένοις (ὑποστάσεσιν) ἡ θεότης». Ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ μέ τήν ἐνανθρώπησή Του προσέλαβε «ὅλο τό πρόσλημμα», ὅλη τήν ἀνθρώπινη φύση, διότι «τό ἀπρόσληπτον καί ἀθεράπευτον, ὅ δέ ἥνωται τῷ Θεῷ τοῦτο καί σώζεται». Ἐθεολόγησε ἀσφαλῶς καί θεοπνεύστως γιά τό Ἅγιον Πνεῦμα, ὅτι ἐκπορεύεται ἀπό τόν Πατέρα, πράγμα πού εἶναι ἀκατανόητον λογικά. Ὁ Τριαδικός Θεός εἶναι φῶς καί ζωή. Γράφει: «Ἦν καί ἦν καί ἦν, ἀλλ’ ἕν ἦν. φῶς καί φῶς καί φῶς, ἀλλ’ ἕν φῶς, εἷς Θεός... ἐκ φωτός τοῦ Πατρός φῶς καταλαμβάνοντες τόν υἱόν ἐν φωτί τῷ Πνεύματι, σύντομον καί ἀπέριττον τῆς τριάδος θεολογίαν».

Τό Ἅγιον Πνεῦμα ἐνεργοῦσε στήν Παλαιά Διαθήκη «τό μέν πρῶτον ἀμυδρῶς» «τό δέ δεύτερον ἐκτυπώτερον» «τό δέ νῦν (Πεντηκοστή) τελεώτερον». Γράφει γιά τό Ἅγιον Πνεῦμα: «Τό Πνεῦμα τό ἅγιον ἦν μέν ἀεί, καί ἔστι καί ἔσται, οὔτε ἀρξάμενον οὔτε παυσόμενον, ἀλλ’ ἀεί Πατρί καί Υἱῷ συντεταγμένον καί συναριθμούμενον... Ἦν οὖν ἀεί μεταληπτόν, οὐ μεταληπτικόν• τελειοῦν οὐ τελειούμενον• πληροῦν, οὐ πληρούμενον• ἁγιάζον, οὐχ ἁγιαζόμενον• θεοῦν, οὐ θεούμενον• αὐτό ἑαυτῷ ταυτόν ἀεί καί οἷς συντέτακται• ἀόρατον, ἄχρονον, ἀχώρητον, ἀναλλοίωτον, ἄποιον, ἄποσον, ἀνείδεον, ἀναφές, αὐτοκίνητον, ἀεικίνητον, αὐτεξούσιον, παντοδύναμον... ζωή καί ζωοποιοῦν, φῶς καί χορηγόν φωτός». Πάντα ὅσα ὁ Πατήρ, τοῦ Υἱοῦ, πλήν τῆς ἀγεννησίας. Πάντα ὅσα ὁ Υἱός, τοῦ Πνεύματος, πλήν τῆς γεννήσεως. Ταῦτα δέ οὐκ οὐσίας ἀφορίζει (διακρίνει), κατά γε τόν ἐμόν λόγον, περί οὐσίαν δέ ἀφορίζεται». Γιά τόν Θεόν «φράσαι μέν ἀδύνατον, ὡς ὁ ἐμός λόγος, νοῆσαι δέ ἀδυνατώτερον».

Ἔδωσε μεγάλη βαρύτητα στήν προϋπόθεση τῆς θεολογήσεως πού εἶναι ἡ ἀποκαλυπτική ἐμπειρία καί αὐτό διακρίνει τήν ὀρθόδοξη θεολογία ἀπό τόν αἱρετικό τρόπο θεολογήσεως. Γι’ αὐτό ὑπογραμμίζει ὅτι τό θεολογεῖν δέν εἶναι ὅλων, ἀλλά «τῶν ἐξητασμένων καί διαβεβηκότων ἐν θεωρίᾳ καί πρό τούτων καί ψυχήν καί σῶμα κεκαθαρμένων ἤ καθαιρομένων, τό μετριώτατον».

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης ἀκολουθοῦσε σέ ὅλα τόν ἀδελφό του κατά σάρκα, τόν Μέγα Βασίλειο, καί συνέχισε τόν δικό του ἀγώνα, ἀντιμετωπίζοντας τόν Εὐνόμιο, καί βέβαια εἶχε κοινά μέ τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο. Δέν ἐπέμενε στό ποιός ἤ τί εἶναι ὁ Θεός, ἀλλά στό «πῶς» τῆς ὁμοιώσεως τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό, γι’ αὐτό καί ἔγραψε πολλά μυστικά-ἡσυχαστικά ἔργα. Ἐπέμενε στήν διαφορά μεταξύ ἀκτίστου καί κτιστοῦ, στό ὅτι ὁ Θεός εἶναι «ὄντως ὄν», «ἄκτιστον», «ἀτελεύτητον», ἐνῶ τό ἐγκόσμιο εἶναι «ὑφεστόν», «κτιστόν» καί πρόσκαιρο.

Ἔκανε τήν διάκριση ὅτι ἡ διαφορά στά Πρόσωπα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ ἔγκειται στό «αἴτιον» καί τό «αἰτιατόν». Αὐτή ἡ διαφορά δέν ἔγκειται στήν φύση-οὐσία τῶν Προσώπων, πού εἶναι κοινή, ἀλλά στό «εἶναι», ἀφοῦ τό αἴτιον εἶναι ὁ Πατήρ πού εἶναι ἡ πηγή τῶν ἄλλων δύο, καί τό «αἰτιατόν» εἶναι ὁ Υἱός καί τό Ἅγιον Πνεῦμα. Ὁ Πατήρ εἶναι πάντα «τό αἴτιον», ὁ Υἱός προέρχεται «ἐκ τοῦ αἰτίου» ὡς «αἰτιατόν» καί τό Ἅγιον Πνεῦμα προέρχεται «ἐξ αἰτίας». Ἐπίσης, διηύρυνε τήν Χριστολογία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου τονίζοντας ὅτι ὁ Λόγος ἀνέλαβε ὅλη τήν ἀνθρώπινη φύση πλήν τῆς ἁμαρτίας. Ἔγινε ἡ ἕνωση θεότητας καί ἀνθρωπότητας, κατά τήν ὁποία ἡ θεότητα παραμένει ἄτρεπτη καί ἀναλλοίωτη, ἐνῶ ἡ ἀνθρώπινη φύση μεταστοιχειώνεται μέν, ἀλλά παραμένει «ἀσύγχυτη» καθ’ ἑαυτήν καί δέν ἀπορροφᾶται ἀπό τήν θεία.

Τό ἐκπληκτικό εἶναι ὅτι ἡ θεολογία τῶν τριῶν αὐτῶν Καππαδοκῶν Πατέρων ἐπηρέασε σέ σημαντικό βαθμό καί τίς μετέπειτα Οἰκουμενικές Συνόδους πού ἀντιμετώπισαν ἄλλους αἱρετικούς, καί ἐξακολουθεῖ νά εἶναι μέχρι σήμερα ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας. Οἱ θεολογικές αὐτές ἀναλύσεις ἦταν λίγο κουραστικές, ἀλλά τό θέμα ἦταν θεολογικό καί δέν μποροῦσα νά τό ἁπλοποιήσω ἀκόμη περισσότερο. Μέ ὅσα εἶπα ἤθελα νά δείξω:

Πρῶτον, οἱ αἱρετικοί θεολογοῦσαν μέ τίς ἀρχές τῆς φιλοσοφίας, Πλατωνικῆς καί Ἀριστοτελικῆς, ἐνῶ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας θεολογοῦσαν μέ τήν ἀποκαλυπτική ἐμπειρία, ὅπως τήν διατύπωσαν οἱ Προφῆτες, οἱ Ἀπόστολοι καί οἱ Πατέρες. Ὁ ἡσυχασμός εἶναι ἡ βασική προϋπόθεση τῆς θεολογίας.

Δεύτερον, ἡ συγκρότηση τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως ἀπό τίς Α΄ καί Β΄ Οἰκουμενικές Συνόδους ἦταν προϊόν πολυετοῦς συζητήσεως καί ἔρευνας πάνω στά κείμενα τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἀλλά καί πνευματικῆς ἐμπειρίας καί προσευχῆς. Ἔγιναν πολλοί ἀγῶνες, οἱ Πατέρες ἀντιμετώπισαν διωγμούς, ἐξορίες καί ἀπαιτήθηκαν μαρτυρικές προσπάθειες.

Τρίτον, σέ αὐτούς τούς ἀγῶνες σημαντικό ρόλο ἔπαιξαν οἱ τρεῖς μεγάλοι Καππαδόκες Πατέρες, ἤτοι Μέγας Βασίλειος, ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, ἐνῶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, μεταγενέστερος χρονικά ἀπό αὐτούς, συνετέλεσε στήν στερέωση τῶν Χριστιανῶν μέ τήν ποιμαντική ἐργασία του καί τήν λαμπρά κηρυκτική του δράση.

Οἱ Πατέρες αὐτοί ἀκολούθησαν τόν Μέγα «πνευματικό στρατηγό», τόν ἅγιο Ἀθανάσιο, Ἀρχιεπίσκοπο Ἀλεξανδρείας, καί ἀπεδείχθησαν ἀκραιφνεῖς θεολόγοι τῆς Ἐκκλησίας πού μέ τήν γνώση, τήν ἐμπειρία, τήν παιδεία, τήν διάκριση, τήν νηφαλιότητα ἐπέβαλαν τήν ἀληθινή θεολογία, κάνοντας μερικές διευκρινίσεις στήν ὁρολογία.

Ἑπομένως, ὅταν ἀκοῦμε τό Σύμβολον τῆς Πίστεως νά ἀπαγγέλλεται στήν Ἐκκλησία, πρέπει νά αἰσθανόμαστε πνευματικό ρῖγος, βαθυτάτη συγκίνηση, διότι κάθε λέξη του εἶναι προϊόν μεγάλων ἀγώνων τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου καί τῶν τριῶν Καππαδοκῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Πέρα ἀπό τόν ἀπέραντο αὐτόν σεβασμό πού πρέπει νά αἰσθανόμαστε σέ αὐτό τό εὐλογημένο καί ἁγιασμένο Σύμβολο τῆς Πίστεως καί σέ κάθε λέξη του, πρέπει νά τό λέμε συχνά, νά τό μάθουμε ἀπό στήθους, νά τό ἀπαγγέλλουμε μέ ἱερότητα, γιατί εἶναι ποτισμένο μέ δάκρυα, ἱδρῶτες, αἷμα τῶν ἁγίων, ἐκτός ἀπό τήν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Χαλκίδος: «Τώρα, θα θάβουμε τα σκουπίδια και θα καίμε τους ανθρώπους;»

 xalkidos aiolikaΓραφείο ρεπορτάζ: Romfea.gr

Ανοικτή απάντηση στον κ. Αντώνιο Αλακιώτη, Πρόεδρο της Ελληνικής Κοινωνίας Αποτέφρωσης απέστειλε ο Σεβ. Μητροπολίτης Χαλκίδος κ. Χρυσόστομος.

Ο Σεβασμιώτατος στην απάντησή του μεταξύ άλλων τονίζει ότι η Εκκλησία καλεί με ρεαλισμό τους πιστούς Της να εξέλθουν και να δουν στους τάφους ότι «γυμνά οστέα ο άνθρωπος...», με σκοπό να συνειδητοποιήσουν την πραγματική αξία πραγμάτων.

«Σε τούτο τον τόπο, αγαπητέ, ανέκαθεν θάβαμε τους ανθρώπους και καίγαμε τα σκουπίδια!!! Τώρα, θα θάβουμε τα σκουπίδια (υγιειονομική ταφή σκουπιδιών) και θα καίμε τους ανθρώπους; Και τούτο θα είναι πρόοδος, πολιτισμός και εκσυγχρονισμός;» - προσθέτει ο Μητροπολίτης Χαλκίδος κ. Χρυσόστομος.

Διαβάστε παρακάτω την σχετική απάντηση του Σεβασμιωτάτου:

Αγαπητέ κύριε Αλακιώτη,

Διάβασα πρόσφατα στην ιστοσελίδα STEREA NEWS κείμενό σας, με αφορμή την συμπλήρωση πέντε ετών λειτουργίας του αποτεφρωτηρίου της Ριτσώνας, όπου περιγράφετε ως μακάβρια πράξη την εκταφή των νεκρών και καλείτε την Εκκλησία να επανεξετάσει την αυστηρή, όπως την χαρακτηρίζετε, στάση της στην επιλογή της αποτέφρωσης, εφαρμόζοντας την οικονομία και καταλήγετε ότι «Μια εκκλησία σύγχρονη θα πρέπει να είναι συμπονετική και παρηγορητική στους συγγενείς των νεκρών που επέλεξαν την αποτέφρωση και όχι τιμωρός».

Επί του δημοσιευθέντος κειμένου σας, έχω να ερωτήσω τα εξής:

Είναι όντως μακάβρια πράξη η εκταφή των νεκρών και, εάν ναι, γιατί;

Επειδή ο άνθρωπος στα γυμνά οστά βλέπει την ματαιότητα των προσκαίρων πραγμάτων ή γιατί θυμάται τον θάνατο;

Η Εκκλησία, αγαπητέ μου, με ρεαλισμό καλεί τους πιστούς Της, αυτούς δηλαδή που ελεύθερα επέλεξαν να είναι μέλη Της, να εξέλθουν και να δουν στους τάφους ότι «γυμνά οστέα ο άνθρωπος...», με σκοπό να συνειδητοποιήσουν την πραγματική αξία πραγμάτων, όπως ο πλούτος, η δύναμη και η σωματική ομορφιά, τα οποία συχνά οι άνθρωποι απολυτοποιούμε, και προκειμένου να τα αποκτήσουμε και διατηρήσουμε, διεξάγουμε έναγχο αγώνα, που μας φθείρει και τελικά μας αναλώνει και να ποθήσουμε όσα μένουν και μετά θάνατον!

Αλήθεια είναι, ότι πολλοί από τους συγχρόνους ανθρώπους αγωνίζονται, στρουθοκαμηλίζοντας, να λησμονήσουν τον θάνατο, ενώ είναι βέβαιον ότι η μνήμη του πολύ θα τους ωφελούσε στην προσωπική τους ισορροπία, την στοχοθεσία και την κοινωνική τους συμπεριφορά!

Όμως, η στοργική και αληθινά συμπονετική Εκκλησία, διακηρύσσει την εκ νεκρών ανάσταση των ανθρώπων και την ζωοποίηση αυτών των ξηρών οστών! Γνωρίζετε το προφητικό κείμενο, που διαβάζεται στους Ναούς μας, την Μεγάλη Παρασκευή, αμέσως μετά την λιτανεία του Επιταφίου; Αυτό το ανάγνωσμα δίνει άλλη αξία στα οστά τα ξηρά και προμηνύει την κοινή Ανάσταση!

Εάν, βεβαίως, η εκταφή δεν γίνει με τις εκκλησιαστικές προβλέψεις ιεροπρεπείας και σεβασμού στα λείψανα των ανθρώπων, αυτό πρέπει οπωσδήποτε να διορθωθεί.

Αλλ' αυτό δεν δικαιολογεί την αποτέφρωση! Όταν πονάει το κεφάλι μας, δεν το κόβουμε για να απαλλαγούμε από τον πονοκέφαλο...

Και κάτι άλλο, κατά την άποψή μου, σημαντικό. Η ταφή και η εκταφή των νεκρών γίνεται ενώπιον όλων! Και όλη αυτή η διαδικασία χαρακτηρίζεται από σας μακάβρια!

Να σας ρωτήσω κάτι: Η παράδοση του ανθρώπινου σώματος των συγγενών μας και των φίλων μας στην φωτιά είναι λιγότερο μακάβρια;

Οι παριστάμενοι στην αποτέφρωση έχουν την δυνατότητα να δουν την διαδικασία, μέχρι να τους παραδοθεί η τέφρα του ανθρώπου τους;

Δηλαδή, βλέπουν ή τουλάχιστον ενημερώνονται για το πώς τα οστά, που δεν καίγονται, αλλά μένουν μετά την καύση του σώματος, μετατρέπονται σε τέφρα;

Με ποια διαδικασία; Μπορούν να την παρακολουθήσουν; Και σεις, που γνωρίζετε το πως και χαρακτηρίζετε την εκταφή μακάβρια, αλήθεια, πώς θα χαρακτηρίζατε αυτήν την βίαιη διαδικασία, της συντριβής των οστών;

Στην ιστοσελίδα «Ακτίνες», στις 14.2.2025, αναφέρεται «μια συγκλονιστική μαρτυρία ενός ανθρώπου, που λειτουργεί για πολλά χρόνια γραφείο τελετών... θα πω (λέει) κάτι για το οποίο είμαι σίγουρος ότι θα παρεξηγηθώ, αλλά οφείλω στον εαυτό μου να το πω αυτό, ασχέτως αν είμαι επαγγελματίας και αν με επηρεάσει αρνητικά. Όταν ακούω για αποτέφρωση και λέω {Ο.Κ αποτέφρωση ό,τι θέλετε} πάω την ίδια μέρα να ετοιμάσω τη σορό και παρατηρώ ότι το σώμα έρχεται πιο κοντά στο κακό θα έλεγα. Δηλαδή αρχίζει η σήψη και γίνεται τόσο γρήγορη που δεν πιστεύω στα μάτια μου... ».

Στο κείμενό σας, ακόμη, ισχυρίζεσθε πως «η αυστηρή αυτή στάση της Ιεράς Συνόδου στην επιλογή της αποτέφρωσης συχνά προτρέπει συγγενείς νεκρών που η τελευταία τους επιθυμία ήταν η αποτέφρωση να μην την σεβαστούν και αντί να τους αποτεφρώσουν να τους θάβουν» και διερωτάσθε: «Αυτό δεν είναι μισαλλοδοξία; αυτό δεν είναι αμαρτία; αυτό δεν είναι προσβολή νεκρού;» και καταλήγετε συμπερασματικά: «Αυτό είναι ντροπή για τον πολιτισμό μας».

Επειδή η τοποθέτησή σας, στην πραγματικότητα έχει χαρακτήρα σοβαρής δημόσιας καταγγελίας, πρέπει να ελεγχθεί!

Αλήθεια, έχετε στοιχεία που να τεκμηριώνουν αυτή σας την θέση, ότι, δηλαδή, η Εκκλησία προτρέπει τους συγγενείς να μην σεβαστούν την επιθυμία του συγγενούς των;

Πρέπει συγκεκριμμένα να τα καταθέσετε! Είναι οφειλή σας! Αλλοιώς, η καταγγελία σας θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως συκοφαντία!

Εγώ, όμως, έχω περιπτώσεις που οι συγγενείς χρησιμοποίησαν ψέμματα σε βάρος της Εκκλησίας και έπραξαν αντίθετα στην επιθυμία των συγγενών τους και άλλοι προχώρησαν σε αποτέφρωση, επειδή εκείνοι το ήθελαν και είχαν κατά νόμον λόγο, ως στενότεροι συγγενείς, αφού οι κεκοιμημένοι δεν είχαν διανοηθεί αυτή την μεταχείριση, ώστε, όσο ζούσαν, να έχουν κάνει γραπτή την επιθυμία τους για ταφή! Η Εκκλησία, αγαπητέ μου, σέβεται την ελευθερία των ανθρώπων!

Η δική σας, όμως, αίτηση-απαίτηση, να τελείται νεκρώσιμη ακολουθία σε ανθρώπους, που δεν ακολουθούν την διδασκαλία και τον τρόπο ζωής (το ήθος) της Εκκλησίας, υπερασπίζεται αυτήν τους την ελευθερία;

Η κηδεία δεν περιλαμβάνει μόνο την νεκρώσιμη ακολουθία στον Ιερό Ναό! Προβλέπεται από το τυπικό της Εκκλησίας συνέχεια.

Ο κεκοιμημένος Χριστιανός λιτανεύεται μέχρι το κοιμητήριο και εκεί υπάρχει ειδική επί του τάφου ιερά ακολουθία!

Δεν τον πετούμε στον τάφο ούτε επιχειρούμε την άμεση εξαφάνισή του, αλλά τον σπέρνουμε, όπως λέγει η αγία Γραφή, με την ελπίδα και την πίστη της αναστάσεως.

Και αυτό λειτουργεί παρηγορητικά στους συγγενείς. Αυτά τα γνωρίζει και ο επιλέγων την αποτέφρωση.

Δεν αγνοεί το τι πιστεύει και τι διδάσκει και πως ζει η Εκκλησία και αυτός, κατά το θεόσδοτο δικαίωμά του, ελεύθερα, ξεχωρίζει τον εαυτό του και επιλέγει, επαναλαμβάνω, κατά το θεοδώρητο δικαίωμά του, άλλον, ίδιον τρόπον, από τον εκκλησιαστικόν, την αποτέφρωση.

Γνωρίζει και τις «συνέπειες» και, όμως, προχωρεί. Και σεις απαιτείτε να πάμε κόντρα στο θέλημά του;

Και μεις που σεβόμαστε την επιλογή του είμαστε τιμωροί, μισαλλόδοξοι και απολίτιστοι; Σεις;

Και μιας και ο λόγος περί νεκρωσίμου ακολουθίας, ευκαιρία μου δίνετε, να σας ρωτήσω.

Στο αποτεφρωτήριό σας τελείται νεκρώσιμη ακολουθία; Και εάν ναι, από ποιον Ιερέα;

Και με ποίου Επισκόπου την Κανονική άδεια; (Κανονικός Μητροπολίτης της περιοχής σας είναι ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Θηβών κ. Γεώργιος).

Έχετε, νομίζω, υποχρέωση, στην εποχή της διαφάνειας, να απαντήσετε λεπτομερώς και με στοιχεία. Θα αναμένω!

Αγαπητέ μου,

Ασφαλώς γνωρίζουμε την εφαρμοζόμενη οικονομία, αλλά πρέπει να γνωρίζετε και σεις ότι η οικονομία σε καμμία περίπτωση δεν καταργεί τον κανόνα!

Και η Εκκλησία μας έχει την παράδοσή Της. Αναφέρεσθε κι Εσείς στην παράδοση, αλλά την θεωρείτε διαφορετικά, ίσως και αδιάφορα.

Δεν είναι, όμως, η παράδοση της Εκκλησίας ανθρώπινο κατασκεύασμα, δεν είναι απλή θεωρία, αλλά είναι βίωμα που σαρκώνει και εκφράζει την Ορθόδοξη Πίστη!

Σύμφωνα με αυτήν την πίστη και το σώμα του ανθρώπου είναι ιερό! Ναό-Εκκλησία, το θεωρεί η αγία Γραφή.

Και εν προκειμένω, ο τόπος μας ζει με αυτήν την πίστη και την ιερή παράδοση πάνω από 2.000 χρόνια!

Μα και εάν ακόμη η ταφή ήταν απλά ένα ανθρώπινο έθιμο, πάλι θα έπρεπε να το σεβαστούμε, αφού τηρήθηκε επί χρονικό διάστημα χιλιάδων ετών! Γνωστό είναι άλλωστε ότι το έθιμο έχει ισχύν Νόμου!

Βλέπουμε, ωστόσο, ότι γίνεται προσπάθεια προβολής της αποτεφρώσεως, με την υποστήριξη μάλιστα και θεσμικών παραγόντων, οι οποίοι, επισκεφθέντες τις εγκαταστάσεις σας, εθαύμασαν επί τέλους τον πολιτισμό και την πρόοδο!

Δηλαδή, όλοι οι άλλοι που συνειδητά επιλέγουμε την ταφή και οδεύουμε την οδό της αναπαύσεως προς τα Κοιμητήρια αιώνες τώρα δεν είμαστε πολιτισμένοι; Είναι, μήπως, λίγο ρατσιστικό αυτό;

Σε τούτο τον τόπο, αγαπητέ, ανέκαθεν θάβαμε τους ανθρώπους και καίγαμε τα σκουπίδια!!!

Τώρα, θα θάβουμε τα σκουπίδια (υγιειονομική ταφή σκουπιδιών) και θα καίμε τους ανθρώπους; Και τούτο θα είναι πρόοδος, πολιτισμός και εκσυγχρονισμός;

Η Εκκλησία, όμως, είναι πάντα νέα και σύγχρονη, γιατί είναι ο Ίδιος ο Χριστός!

Και ο Χριστός είναι χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας! Ο Χριστός ζωογονεί και καινοποιεί τους γηγενείς.

Και όσοι εντασσόμαστε στο Σώμα Του, στην Εκκλησία, πρέπει να ποθούμε την δική μας ανακαίνιση, από την φθορά της αμαρτίας!

Εκείνη μπορεί να μας ανακαινίσει και να μας σώσει! Η τάση και η στάση μερικών ανθρώπων, να κάνουν, όπως-όπως, σύγχρονη την Εκκλησία, θυμίζει κάτι από το προπατορικό αμάρτημα...

Τελειώνοντας, θέλω να θυμίσω ότι είμαι Μητροπολίτης σε έναν τόπο, που τον αγιάζει το ολόσωμο, άφθαρτο και θαυμαστοποιό ιερό λείψανο του Οσίου Ιωάννου του Ρώσσου, που ευτυχώς δεν αποτεφρώθηκε, όταν απέθανε, αλλ' ετάφη!!!

Και είναι φερμένο εδώ από τους ξεριζωμένους πρόσφυγες του Προκοπίου της Καππαδοκίας, με κινδύνους και κόπους και θυσίες... Αυτόν είχαν οι ξεριζωμένοι καταφύγιό τους και φίλο τους και συμπαραστάτη τους... Οι ισχυροί της γης, που πάντα φιλοδοξούν να ανακαινίσουν τον κόσμο, απλά τους οδήγησαν και τους άφησαν στην τραγωδία τους... Ευτυχώς που είχαν τους Αγίους και τον Όσιο Ιωάννη!

Ας έχετε, αγαπητέ, και ας έχουμε την ευλογία και τις πρεσβείες Του, του ολόσωμου Αγίου που προαναγγέλλει σιωπηρά και εύλαλα την Ανάσταση!

Την Τιμία Κάρα του Οσίου Δαβίδ υποδέχθηκε ο Πειραιάς (ΦΩΤΟ)

 proti ypodoxi 1Πειραιάς | Ιάσονας Ντικούλης

Με κάθε μεγαλοπρέπεια και επισημότητα πραγματοποιήθηκε σήμερα Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2025, η υποδοχή της Χαριτόβρυτης Κάρας του Οσίου Δαβίδ από την Εύβοια στον Ιερό Ναό Αγίου Δημητρίου Πειραιώς.

Την Τιμία Κάρα υποδέχθηκε με ιδιαίτερη συγκίνηση ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιώς κ. Σεραφείμ, πλαισιούμενος από τον Αρχιμ. Πολύκαρπο Μπόγρη Γραμματέα της Συνοδικής επιτροπής νεότητος, τον Γενικό Αρχιερατικό Επίτροπο Πρωτοπρ. Ιωάννη Παναγιώτου και τους εφημερίους του Ιερού Ναού.

Τον Θείο Λόγο κήρυξε ο Σεβασμιώτατος, ο οποίος ανέφερε ότι η Μητρόπολη Πειραιώς λαμβάνει σήμερα μια μεγίστη ευλογία και δωρεά.

«Υποδεχτήκαμε, με τα πνευματικής δυνάμεως την Τιμία και Χαριτόβρυτη Κάρα, του Οσίου και Θεοφόρου Πατρός Ημών Δαβίδ του γέροντος εν Ευβοία. Αισθανόμαστε ευγνωμοσύνη προς τον σεπτό ποιμενάρχη Χαλκίδος κ. Χρυσόστομο, ο οποίος με την κανονική του άδεια μας χάρισε αυτήν την ευλογία σε αυτόν τον Ιερό Ναό του Αγίου Δημητρίου Πειραιώς, καθώς και τον Καθηγούμενο της Ιεράς Μονής κ. Γαβριήλ. Σε αυτή τη μεγάλη πόλη του Πειραιά απολαμβάνουμε αυτή την ευλογία και ευχαριστούμε θερμά για τον κόπο σας και την αγάπη σας» - ανέφερε μεταξύ άλλων ο Σεβασμιώτατος.

Σε άλλο σημείο ο Μητροπολίτης Πειραιώς πρόσθεσε: «Και βέβαια γνωρίζουμε καλώς ότι η Αγία Κάρα προερχόμενη από την Ιερά Μονή Οσίου Δαβίδ, περνάει από πολλούς τόπους για να ευλογεί, είναι μια δυναμική ιεραποστολή, γιατί μεταφέρει στον χώρο και τον χρόνο όλων των εκκλησιών τη δύναμη, την ευλογία και χάρη του Οσίου και Θεοφόρου Δαβίδ».

«Έχουμε ανάγκη σε αυτόν τον κόσμο της φθοράς, τα πρότυπα της πίστεως που άνοιξαν τον παράδεισο για όλον τον κόσμο, τους Θεοφόρους Πατέρες οι οποίοι δεικνύουν τον αληθή προορισμό του ανθρώπου μέσα σε μια παγκόσμια σύγχυση, σε μια ιστορική φάση της ανθρωπότητος. Οι Θεοφόροι Πατέρες όπως ο Όσιος Δαβίδ ο Γέρων και το πνευματικό του τέκνο, ο Όσιος και Θεοφόρος Ιάκωβος Τσαλίκης, μας χαρίζουν την αυτογνωσία της ανθρώπινης υπάρξεως που είναι η κοινωνία με το Θεό» - υπογράμμισε κλείνοντας ο Σεβασμιώτατος.

Αμέσως μετά την υποδοχή πραγματοποιήθηκε ο Εσπερινός Ψυχοσάββατου, εν συνεχεία η παράκληση του Οσίου Δαβίδ και θα ακολουθήσει η αγρυπνία στις 9 μμ.

Τέλος, να σημειωθεί ότι το ιερότατο λείψανο του Οσίου Δαβίδ θα ευρίσκεται στον Ιερό Ναό Αγίου Δημητρίου Πειραιώς έως 25 Φεβρουαρίου 2025 όπου καθημερινά θα τελούνται ιερές ακολουθίες.

 ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ ΓΙΑ ΤΟ ΣΧΕΤΙΚΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ

Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2025

Η Αγία Φιλοθέη η Αθηναία και το ανεκτίμητο έργο της!

 Η Αγία Φιλοθέη η Αθηναία | Cretaone.gr 

Του ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

 ΑΓΙΑ ΦΙΛΟΘΕΗ: Ο βίος και το έργο της Αγίας Φιλοθέης είναι μια ηχηρή απάντηση σε όσους εθελοτυφλούν, από παθολογική εμπάθεια, και αμφισβητούν την μοναδική προσφορά της Εκκλησίας μας προς το Έθνος και το δοκιμαζόμενο λαό μας τα μαύρα εκείνα χρόνια της τουρκικής δουλείας και όχι μόνο!

Η τουρκοκρατία ανέδειξε ένα νέο νέφος μαρτύρων, το ίδιο ηρωικό με αυτό της αρχαίας Εκκλησίας. Είναι οι πολυπληθείς Νεομάρτυρες, οι οποίοι κοσμούν το εκκλησιαστικό στερέωμα ως αστέρες πολύφωτοι. Ένα τέτοιο πολύφωτο αστέρι της μαύρης αυτής εποχής, για την Εκκλησία και το Έθνος μας, είναι και η Αγία Φιλοθέη η Αθηναία, της οποίας τη μνήμη εορτάζει στις 19 Φεβρουαρίου.

Η Αγία Φιλοθέη γεννήθηκε στην Αθήνα περί το 1522 από την επιφανή Οικογένεια των Μπενιζέλων και το κοσμικό της όνομα ήταν Παρασκευή. Οι ευσεβείς γονείς της Άγγελος και Σηρίγη, απόγονος της βυζαντινής οικογένειας των Παλαιολόγων, την ανάθρεψαν με ευσέβεια.

Έμαθε τα πρώτα της γράμματα και σε ηλικία μόλις 14 την πάντρεψαν με τον πολύ μεγαλύτερό της άρχοντα των Αθηνών Ανδρέα Χειλά, χωρίς τη θέλησή της. Ύστερα από τρία χρόνια χήρεψε κληρονομώντας μια τεράστια περιουσία. Παρά τις πιέσεις που δεχόταν να ξαναπαντρευτεί, αρνήθηκε και αποφάσισε να ακολουθήσει τη μοναχική ζωή.

Μετά το θάνατο των γονέων της εκάρη μοναχή και έλαβε το όνομα Φιλοθέη. Το σπίτι της βρισκόταν στο σημείο που βρίσκονται τα γραφεία της Ιεράς Αρχιεπισκοπής, στην οδό Αγίας Φιλοθέης, στο οποίο συγκέντρωσε πολλές ευσεβείς κόρες της Αθήνας και το οποίο μετέβαλε με τον καιρό σε μοναστήρι, με καθολικό τον παρακείμενο ναό του Αγίου Ανδρέα.

Γύρω στο 1571 ζήτησε από τον μητροπολίτη Αθηνών την αναγνώριση του Μοναστηριού της, στην οποία ζούσαν 150 μοναχές με ηγουμένη την Φιλοθέη. Πολλές από τις μοναχές ήταν εκχριστιανισμένες μουσουλμάνες, τις οποίες είχε εξαγοράσει από τουρκικά χαρέμια. Εκείνη την εποχή αρχίζει το μεγάλο πνευματικό, φιλανθρωπικό, κοινωνικό και εθνικό έργο της. Ξοδεύει αφειδώς τη μεγάλη πατρική και συζυγική της περιουσία, ανακουφίζοντας χιλιάδες ενδεείς της Αττικής και άλλων περιοχών. Το μοναστήρι της μεταβλήθηκε, εκτός από τόπο προσευχής και ασκήσεως, σε μεγάλο συγκρότημα κοινωνικής ευποιΐας.

Σχολείο νεανίδων, νοσοκομείο, ορφανοτροφείο, γηροκομείο, εργαστήρια εκμάθησης τεχνών, ξενοδοχείο για τη διαμονή των ξένων κλπ. Το συγκρότημα αυτό το ονόμασε «Παρθενώνα», όπου έβρισκαν φροντίδα πλήθος ανθρώπων Ελλήνων και Τούρκων. Παράλληλα ιδρύει σε πολλά μέρη σχολεία, όπου φοιτούσαν αδιακρίτως αγόρια και κορίτσια δωρεάν.

 Παράλληλα επιδίδεται με πάθος στην υπηρεσία της πατρίδος. Προσφέρει μεγάλα ποσά στους Τούρκους αγάδες και απελευθερώνει Έλληνες αιχμαλώτους. Επίσης εκμεταλλεύεται τη φιλαργυρία των Τούρκων αφεντάδων της περιοχής και εξαγοράζει τις δύστυχες αρπαγμένες γυναίκες των χαρεμιών, τις οποίες φυγαδεύει στα νησιά, που βρισκόταν σε ενετική κατοχή, απογυμνώνοντας τους τούρκικους οντάδες από αιχμάλωτες κοπέλες.

Για να βρίσκεται κοντά στους κατοίκους της αραιοκατοικημένης τότε Αττικής ιδρύει παραρτήματα στα Πατήσια, στο Χαλάνδρι, στο Ψυχικό και στην Καλογρέζα. Στην περιοχή του Ψυχικού είχε ανοίξει ένα πηγάδι για να ξεδιψούν οι αγρότες και οι στρατοκόποι, ως ψυχικό, και γι’ αυτό πήρε και η περιοχή το όνομα Ψυχικό. Κατ’ άλλους είχε γράψει στο χείλος του πηγαδιού τη φράση «ψυχικόν», δηλαδή αγαθοεργία. Από το «ψυχικό» της Φιλοθέης πήρε το όνομά της η σημερινή περιοχή της Φιλοθέης. Στην περιοχή της Καλογρέζας έκτισε μετόχι της Μονής της και από την ονομασία «καλογραία», εννοώντας τη Φιλοθέη, η περιοχή ονομάστηκε «Καλογρέζα», από την τοπική αρβανίτικη διάλεκτο.

Έχει διασωθεί ένας μεγάλος αριθμός επιστολών τη Φιλοθέης στα αρχεία της Βενετίας, όπου η αγία αλληλογραφούσε με πλούσιους Έλληνες και ξένους, ζητώντας οικονομική βοήθεια για το πνευματικό, φιλανθρωπικό και εθνικό της έργο. Μέσα από αυτές τις επιστολές διακρίνεται η ακράδαντη πίστη της στο Θεό και την Ορθοδοξία, τα απέραντα φιλανθρωπικά της αισθήματα προς τους πάσχοντες συνανθρώπους της και η αγάπη της για την σκλαβωμένη πατρίδα. Η δράση της πέταξε μακριά από την αττική γη και έφτασε ως τα πέρατα του κόσμου, όπου βρισκόταν η ελληνική Ορθοδοξία.

Αλλά το ανεπανάληπτο και πολυσχιδές έργο της δεν άρεσε στους τυράννους της πατρίδας μας. Οι αδίστακτοι και αιμοβόροι ασιάτες Τούρκοι διέκριναν μέσα από την προσωπικότητα και το έργο της Φιλοθέης τον κίνδυνο να ξυπνήσουν οι υπόδουλοι ορθόδοξοι Έλληνες και να διεκδικήσουν την ελευθερία τους. Τους ενόχλησε ιδιαίτερα η ίδρυση σχολείων, όπου στα ελληνόπουλα ξυπνούσε η κοιμισμένη εθνική συνείδηση. Γι’ αυτό αποφάσισαν να την ξεπαστρέψουν. Τη νύχτα της 2ας Οκτωβρίου του 1588 τούρκικο απόσπασμα εισέβαλε στη Μονή, κατά την αγρυπνία προς τιμήν του αγίου Διονυσίου Αρεοπαγίτου, πολιούχου των Αθηνών, όπου συνέλαβαν τη Φιλοθέη την έβγαλαν στο προαύλιο, την έδεσαν σε κολώνα και την έδειραν ανηλεώς για πολλές ώρες. Η μοναχή κατέρρευσε λιπόθυμη και πλημμυρισμένη στα αίματα.

Οι μοναχές την πήραν και τη μετέφεραν στο μετόχι της Καλογρέζας, όπου υπέκυψε στα τραύματά της στις 19 Φεβρουαρίου του 1589, όπου ενταφιάστηκε στα δεξιά του ιερού βήματος του Αγίου Ανδρέα και ανακηρύχτηκε Αγία και Νεομάρτυς. Η ψυχή της εγκατέλειψε το κουρασμένο, από την άσκηση και την κοινωνική προσφορά, σκήνος της και πέταξε στα ουράνια για να συναντήσει το Νυμφίο Χριστό, που τόσο αγάπησε στη ζωή της και πόθησε να ενωθεί μαζί Του! Αργότερα έγινε εκταφή και το ιερό της λείψανο τέθηκε σε αργυρή λάρνακα και αναπαύεται στο μητροπολιτικό ναό των Αθηνών, χαρίζοντας ευλογία και ποιώντας άπειρα θαύματα στους ευσεβείς προσκυνητές της.

Ο βίος και το έργο της Αγίας Φιλοθέης είναι μια ηχηρή απάντηση σε όσους εθελοτυφλούν, από παθολογική εμπάθεια, και αμφισβητούν την μοναδική προσφορά της Εκκλησίας μας προς το Έθνος και το δοκιμαζόμενο λαό μας τα μαύρα εκείνα χρόνια της τουρκικής δουλείας και όχι μόνο!


 

Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2025

ΚΥΡΙΑΚΗ 16 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2025 ΙΖ΄ ΛΟΥΚΑ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ Ή ΤΟΥ ΦΙΛΕΥΣΠΛΑΧΝΟΥ ΠΑΤΕΡΑ(Λουκ. ιε΄ 11-32) (Α΄ Κορ. στ΄ 12-20)

  

 "Ο Λόγος του Θεού στον Λαό του Θεού".

 

Τα φιλάνθρωπα σπλάχνα

 Η γνωστή και τόσο ζωντανή παραβολή του Ασώτου Υιού, αναδεικνύει μέσα από το περιεχόμενό της τα φιλάνθρωπα σπλάχνα του Θεού, στα οποία μπορεί ν΄ αναπαυθεί ο άνθρωπος όσο κι αν έχει ξεπέσει, όσο χαμηλά κι αν έχει βρεθεί, όση κατάπτωση κι αν έχει βιώσει στη ζωή του. Η στάση του νεότερου υιού, αλλά κυρίως του πατέρα, δίνουν τη δυνατότητα στον άνθρωπο να εντρυφήσει μέσα από το χρυσορυχείο του ευαγγελικού λόγου και ν’ αντλήσει βαθύτερα μηνύματα.

Η ανταρσία

 Το σκηνικό που φανερώνει την ανταρσία του νεότερου υιου κινείται στο επίπεδο μιας λογικής, στη βάση της οποίας ο άνθρωπος αναζητεί και ψάχνει την ελευθερία του σε καταστάσεις που ο ίδιος δεν υποπτεύεται ότι μπορούν να τον εκβάλουν στην πιο αβάστακτη δουλεία και ανυπόφορη σκλαβιά. 

 Δεν υπολόγισε ο νεότερος γιος ότι η ουσία των πραγμάτων δεν βρίσκεται στην όποια περιουσία απαιτούσε, αλλά στην ίδια την κοινωνία που βρισκόταν με τον πατέρα του και την οποία τόσο αυθαίρετα αποφάσισε να γκρεμίσει και διακόψει.

 Στην πραγματικότητα, ο νέος αυτός δεν βίωνε την αληθινή σχέση αγάπης με τον πατέρα του, αλλά στο βάθος της έβαζε το υλικό συμφέρον, τον εαυτό του. Αν ήταν ειλικρινής, στην παρούσα φάση της ζωής του, από τη στιγμή που ζητούσε ν’ απομακρυνθεί από τη ζεστή αγκαλιά του πατέρα του, δεν θα έπρεπε να αποβλέπει στην περιουσία του. 

 Βλέπουμε ακριβώς εδώ ότι ο άνθρωπος όταν προσκολλάται στα υλικά αγαθά, πόσο αφήνει τον εαυτό του να αναποδογυρίζεται ως ύπαρξη και κατ’ επέκταση να διαταράσσει την αληθινή σχέση που θα μπορούσε να έχει με τους γύρω του. Τρέφει την ψευδαίσθηση ότι το νόημα της ζωής μπορεί να το ιχνηλατήσει μέσα από μια αυτονόμηση του εαυτού του, η οποία στο τέλος, δυστυχώς, εκβάλλει στους ατραπούς της απανθρωπιάς.

Η αγάπη ως υπέρβαση

Είναι εκπληκτικό το γεγονός ότι παρά τις ανθρώπινες παρενέργειες, οι οποίες εκδηλώνονται σ΄ όλο το φάσμα της ανθρώπινης ζωής, αυτές σε καμιά περίπτωση δεν είναι ικανές να ακυρώσουν ή ν’ αναστρέψουν την ορμή του πελάγους της θείας αγάπης.

 Η αγάπη του Πατέρα απλώνεται με ένα μοναδικό μεγαλείο, ακόμα και στη φάση που αποκαλύπτεται το έσχατο σημείο κατάπτωσης του άσωτου υιού. Πάντα υπομένει, πάντα περιμένει, πάντα προσκαλεί με ολάνοικτες τις αγκάλες. 

 Η αγάπη του πατέρα προσφέρει κοινωνία στον νεότερο υιό και μάλιστα στις χειρότερες φάσεις της ζωής του και τη στιγμή που όλοι τον είχαν άσπλαχνα εγκαταλείψει και τον άφησαν να βιώνει την πιο οδυνηρή μοναξιά. 

 Ποτέ ο πατέρας δεν είχε χάσει την αίσθηση της υιοθεσίας. Όσο κι αν η ανταρσία του υιού την ανατίναζε, ο πατέρας εξακολουθούσε το ίδιο και ακόμα πιο πολύ να τον αισθάνεται παιδί του. Γι’ αυτό πάντοτε προσδοκούσε και ανέμενε εναγωνίως την ευλογημένη ώρα της μεγάλης επιστροφής του. Και όταν επιστρέφει, τον αγκαλιάζει και τον καταφιλεί. Τα οποιαδήποτε λόγια ωχριούν ν’ αποτυπώσουν το μέγεθος της αγάπης του πατέρα. Το ίδιο το παιδί μπροστά σ΄ αυτό το μεγαλείο της αγάπης, αισθάνεται τη δική του αναξιότητα. Κατάλαβε τι είχε χάσει με την ανταρσία του και πόσα κερδίζει με την επιστροφή του.

  Περιορίζεται να ζητήσει μια θέση «ως εις των μισθίων» του πατέρα. Δεν θέλει να ζητήσει τίποτε για τον εαυτό του. Γι’ αυτό και ο πατέρας του τα δίνει όλα. Το μεγάλο πανηγύρι της ζωής στήνεται πάντοτε στο ισχυρό βάθρο της αγάπης, της θεϊκής συγγνώμης, της αληθινής κοινωνίας των προσώπων. Ο μόσχος ο σιτευτός γίνεται η εν Χριστώ σωτηρία για όλους τους ανθρώπους.

Αγαπητοί αδελφοί, τα μηνύματα της ωραιότατης αυτής παραβολής που ξεδιπλώνει μπροστά μας η μητέρα μας Εκκλησία, μπορούν να διαπερνούν την ύπαρξη του ανθρώπου και να τον προσανατολίζουν στις πιο ασφαλείς σταθερές στη ζωή του.

  Ιδιαίτερα, η αίσθηση ότι η θεϊκή συγγνώμη και αγάπη, αφήνουν ανοικτές τις αγκάλες του Θεού για να μας δέχεται πάντοτε σε όποια θέση κι αν βρεθούμε, όσο κι αν έχουμε εκπέσει.

  Μπορούμε και εμείς, όπως ο μικρότερος υιός, να έλθουμε «εις εαυτόν» και να γυρίσουμε εκεί όπου η αγάπη του Θεού πλημμυρίζει όλη την ύπαρξή μας. Γένοιτο.

 

Χριστάκης Ευσταθίου,

Θεολόγος

Κυριακὴ τοῦ Ἀσώτου – Εὐαγγελικὸ καί Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 16 Φεβρουαρίου 2025

  

Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 16 Φεβρουαρίου 2025, τοῦ Ἀσώτου (Λουκ. ιε΄ 11-32)

Eἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύ­την· ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς. καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέ­ρος τῆς οὐσίας. καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον. καὶ μετ᾿ οὐ πολλὰς ἡμέρας συνα­γαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδή­μησεν εἰς χώραν μακράν, καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώ­τως. δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὸς κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι. καὶ πορευθεὶς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους. καὶ ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι, καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ. εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλλυμαι! ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου· οὐκ­έτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου. καὶ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ. ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼν ἐ­­­­πέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ υἱός· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐ­ρα­νὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου. εἶπε δὲ ὁ πατὴρ πρὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ· ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ἐνδύσατε αὐτόν, καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, καὶ ἐνέγ­καντες τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν θύσατε, καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν, ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη. καὶ ἤρξαν­το εὐφραίνεσθαι. Ἦν δὲ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ πρεσβύτερος ἐν ἀγρῷ· καὶ ὡς ἐρχόμενος ἤγγισε τῇ οἰκίᾳ, ἤκουσε συμφωνίας καὶ χορῶν, καὶ προσκαλεσάμενος ἕνα τῶν παίδων ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἥκει καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν. ὠργίσθη δὲ καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν. ὁ οὖν πατὴρ αὐτοῦ ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτόν. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε τῷ πατρί· ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐ­δέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ· ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· τέκνον, σὺ πάντοτε μετ᾿ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν· εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη.

 Νεοελληνική Απόδοση

11 Είπε δε ακόμη και την εξής παραβολήν· “ένας άνθρωπος είχε δύο υιούς. 12 Και είπε ο νεώτερος από αυτούς στον πατέρα· πατέρα, δος μου το μερίδιο της περιουσίας που μου ανήκει. Και ο πατέρας εμοίρασε εις αυτούς την περιουσίαν του. 13 Και ύστερα από ολίγας ημέρας ο νεώτερος υιός εμάζευσεν όλα ανεξαιρέτως όσα του είχε δώσει ο πατέρας και εταξίδεψε εις μακρυνήν χώραν. Και εκεί εσπατάλησε την περιουσίαν του ζων ένα βίον άσωτον, παραλυμένον και ασυλλόγιστον. 14 Οταν δε εξώδευσε όλα όσα είχε, έπεσε μεγάλη πείνα εις την χώραν εκείνην και αυτός ήρχισε να στερήται και να πεινά. 15 Και από την πείναν πλέον ζαλισμένος επήγε και προσκολλήθηκε σαν δούλος εις ένα από τους κατοίκους της χώρας εκείνης. Και αυτός τον έστειλε εις τα χωράφια του, να βόσκη χοίρους. 16 Και επιθυμούσε να γεμίση την κοιλίαν του από τα ξυλοκέρατα, που έτρωγαν οι χοίροι, αλλά κανείς δεν του έδιδε, διότι οι υπηρέται τα προώριζαν δια τους χοίρους. 17 Καποιαν όμως ημέραν συνήλθεν από την ζάλην και το κατάντημα της αμαρτωλής ζωής του και είπε· Ποσοι μισθωτοί του πατέρα μου έχουν με το παραπάνω ψωμιά και φαγητά, εγώ δε χάνομαι από την πείναν; 18 Και αμέσως επήρε την απόφασιν της επιστροφής και είπε· Θα σηκωθώ, θα υπάγω προς τον πατέρα μου και θα του πω· πατέρα μου, ημάρτησα στον ουρανόν εμπρός στον Θεόν και τους αγγέλους του· ημάρτησα και ενώπιόν σου, διότι περιφρόνησα την πατρικήν σου αγάπην και δεν ελογάριασα την λύπην, που θα σου προξενούσα με την φυγήν μου. 19 Δεν είμαι πλέον άξιος να ονομασθώ υιός σου και να φέρω το τιμημένο όνομά σου· κάμε με σαν ένα από τους υπηρέτας σου. 20 Και έθεσε εις εφαρμογήν την καλήν του απόφασιν. Εσηκώθη και ήλθε προς τον πατέρα του. Ενώ δε ακόμη ευρίσκετο εις μακρυνήν απόστασιν, ο πατέρας του, που από καιρόν τώρα τον επερίμενε και παρατηρούσε πάντοτε με λαχτάρα στον δρόμον, τον είδε και τον εσπλαγχνίσθη, έτρεξε εις προϋπάντησίν του, έπεσε με στοργήν απέραντον στον τράχηλον του παιδιού του, το αγκαλιασε και το εγέμισε φιλήματα. 21 Συντετριμμένος ο υιός από την απέραντον αυτήν στοργήν είπε στον πατέρα του· Πατέρα, ημάρτησα στον ουρανόν και ενώπιόν σου και δεν είμαι άξιος να ονομασθώ υιός σου. 22 Ο δε πατέρας τον διέκοψε, εστράφη προς τους δούλους, που είχαν μαζευθή εκεί, και είπε· Βγάλτε την πιο καλή φορεσιά και ενδύσατέ τον, και δώστε του το δακτυλίδι εις τα χέρια, σαν αυτό που φορούν οι ελεύθεροι και οι κύριοι. Δώστε του υποδήματα εις τα πόδια, δια να μη περπατή ξυπόλητος όπως οι δούλοι. 23 Και φέρτε το θρεφτό μοσχάρι, σφάξτε το και ετοιμάστε το πιο πλούσιο τραπέζι, δια να πανηγυρίσωμε το εξαιρετικά χαρμόσυνο αυτό γεγονός. Και αφού φάμε, ας ευφρανθούμε όλοι. 24 Διότι ο υιός μου αυτός ήτο νεκρός και αναστήθηκε, χαμένος ήτο και ευρέθηκε. Και ήρχισαν να ευφραίνωνται. (Αγγελοι και δίκαιοι καλούνται από τον Θεόν να χαρούν και να ευφρανθούν, όταν ένας αμαρτωλός, που εγκατέλειψε τον Θεόν και εσπατάλησε τα θεία δώρα εις την αμαρτίαν και εβυθίσθη στον εξευτελισμόν και την κοινήν περιφρόνησιν, μετανοήση ειλικρινώς, επανέλθη προς τον Πατέρα και ξαναπάρη την υιοθεσίαν και την πρώτην του θέσιν). 25 Αλλά ο μεγαλύτερος υιός ευρίσκετο στο χωράφι και καθώς την ώραν που ήρχετο επλησίασε στο σπίτι, ήκουσε μουσικά όργανα και τραγούδια και χορούς. 26 Και αφού εκάλεσε ένα από τους υπηρέτας, τον ηρώτησε τι άραγε είναι αυτά που γίνονται. 27 Εκείνος δε του είπε ότι· Ηλθε ο αδελφός σου και ο πατέρας σου έσφαξε το θρεπτό μοσχάρι, διότι με μεγάλην χαράν τον είδε και τον υπεδέχθη υγιή. 28 Εθύμωσε δε αυτός και δεν ήθελε να εισέλθη στο σπίτι και να παρακαθίση στο χαρμόσυνο τραπέζι. Οταν ο πατέρας επληροφορήθη αυτό, εβγήκε έξω προς τον μεγαλύτερον υιόν και με στοργήν πολλήν τον παρακαλούσε. 29 Εκείνος όμως πικραμένος απεκρίθη με δυσφορίαν μεγάλην και του είπε· Ιδού τόσα χρόνια σε υπηρετώ και ποτέ δεν κατεπάτησα την εντολή σου. Και όμως εις εμέ δεν έδωσές ποτέ ένα κατσίκι, δια να εφρανθώ με τους φίλους μου. 30 Οταν δε ήλθε το παιδί σου αυτό, που κατέφαγε το βιο σου με πόρνας, έσφαξες προς χάριν του το θρεπτό μοσχάρι. 31 Είπε δε εις αυτόν ο πατέρας· Παιδί μου, συ πάντοτε είσαι μαζή μου και όλα τα υπάρχοντά μου είναι δικά σου και ποτέ από τίποτε δεν σε εστέρησα. 32 Επρεπε δε και συ να ευρανθής και να χαρής, διότι ο αδελφός σου αυτός ήτο νεκρός και αναστήθηκε, χαμένος και ξαναβρέθηκε”. (Αγανακτούσαν οι υψηλόφρονες Φαρισαίοι, όταν έβλεπαν τον Κυριον να δέχεται με στοργήν τους μετανοούντας αμαρτωλούς και να τους ανακηρύσση πολίτας της βασιλείας του. Εγωπαθείς και ιδιοτελείς, καθώς ήσαν οι Φαρισαίοι και οι όμοιοι με αυτούς, τυπικώς μόνον και εξωτερικώς τιμώντες τον Θεόν, απεξένωσαν τον ευατόν των από την αγάπην του Θεού και από την χαρμόσυνον επικοινωνίαν με τους πολίτας της βασιλείας των ουρανών).

*************************************************** 

ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ

1. Τέλεια στέρηση

Ἡ θαυμάσια καὶ διδακτικότατη παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου, ποὺ ἀκούσαμε στὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή, μᾶς παρουσιάζει πολὺ γλαφυρὰ τὴν πορεία ἑνὸς νέου, ὁ ὁποῖος ζήτησε ἀπὸ τὸν πατέρα του τὸ μερίδιο τῆς περιουσίας του κι ἔφυγε σὲ χώρα μακρινή, ὅπου ἔκανε ἁμαρτωλὴ ζωή. Ὅταν ξόδεψε μὲ ἀσωτίες τὴν περιουσία του, «ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὸς κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι». Δηλαδή, ἔπεσε μεγάλη πείνα στὴ χώρα ἐκείνη καὶ ἄρχισε νὰ στερεῖται ἀκόμη καὶ τὰ ἀπαραίτητα. Πῆγε τότε νὰ ἐργασθεῖ ὡς χοιροβοσκός. Ἦταν τέτοια ἡ στέρηση καὶ ἡ πείνα του, ποὺ προσπαθοῦσε νὰ χορτάσει ἀκόμη καὶ μὲ ξυλοκέρατα, τὴν τροφὴ τῶν χοίρων.

Ἐκεῖ ὁδηγεῖ ἡ ἁμαρτία τὸν ἄνθρωπο· στὴν τέλεια στέρηση, στὸν λιμό, στὴν ἀχόρταγη πείνα, στὸ ἀπλήρωτο κενό, στὸ ἀπόλυτο ἄδειασμα, στὴν πλήρη ἔνδεια. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει τὴν ψευδαίσθηση ὅτι μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ θὰ ἀπολαύσει τὰ πάντα, θὰ βρεῖ τὴν εὐτυχία του. Αὐτὸ ὅμως ποὺ ὀνειρεύεται ὡς εὐτυχία, αὐτὸ γίνεται ἡ αἰτία τῆς δυστυχίας του. Στερεῖται κάθε θεία παρηγοριά, κάθε ἀγαθό. Ψάχνει νὰ καλύψει τὸ κενὸ μὲ ὑποκατάστατα, μὲ «ξυλοκέρατα». Μάταια ὅμως· χωρὶς τὸν Θεὸ δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει, διότι Ἐκεῖνος εἶναι ὁ χορηγὸς τῆς ζωῆς καὶ κάθε ἀγαθοῦ. Πεινᾶ, ἐξαθλιώνεται, ἀρρωσταίνει, νεκρώνεται. Ἔτσι καταντᾶ ὁ ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος· ἕνας στερημένος φτωχός, ἕνας αἰχμάλωτος ἐπαίτης.

2. Ἀνάσταση ψυχῆς

Κάποια στιγμὴ ὁ νεότερος γιὸς συνῆλθε, κατανόησε τὴν ἐξαθλίωσή του, θυμήθηκε τὴ χαρὰ καὶ τὴν πληρότητα ποὺ ἀπολάμβανε κοντὰ στὸν πατέρα του. Γι᾿ αὐτὸ πῆρε τὴ μεγάλη ἀπόφαση νὰ ἐπιστρέψει. Ὄχι γιὰ νὰ ζητήσει τὴ θέση ποὺ εἶχε πρίν, ὡς υἱός, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἐργασθεῖ ἔστω ὡς μισθωτὸς ὑπηρέτης. Καθὼς ὅμως ἐπέστρεφε, καὶ ἐνῶ περίμενε νὰ συν­αντήσει ἕναν πατέρα σκληρὸ καὶ ἀμείλικτο, βρῆκε ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο· μιὰ μεγάλη ζεστὴ ἀγκαλιά, γεμάτη κατανόηση καὶ ἀγάπη. Ὁ πατέρας τὸν εἶδε ἀπὸ μακριὰ καὶ ἔτρεξε νὰ τὸν προϋπαντήσει· τὸν ἀγκάλιασε καὶ τὸν καταφιλοῦσε μὲ στοργή. Πρὶν προλάβει ν᾿ ἀπολογηθεῖ ὁ νέος, ὁ πατέρας παρήγγειλε στοὺς δούλους νὰ τὸν ντύσουν μὲ τὴν πιὸ ἐπίσημη φορεσιά, νὰ τοῦ φορέσουν δακτυλίδι στὸ χέρι, ὑποδήματα στὰ πόδια, νὰ σφάξουν τὸ καλύτερο μοσχάρι καὶ νὰ χαροῦν, διότι ὁ υἱός του «νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη». Ἔστησε ἔτσι μεγάλο πανηγύρι γιὰ τὴν ἀνάσταση τοῦ πρώην νεκροῦ παιδιοῦ του· γιὰ τὴν εὕρεση ἐκείνου ποὺ εἶχε χαθεῖ.

Θαυμάζουμε ἀσφαλῶς τὴν εἰλικρινὴ μετάνοια τοῦ πρώην ἄσωτου υἱοῦ, ὁ ὁποῖος ἦταν πνευματικὰ νεκρός, ἀλλὰ μὲ τὴ μετάνοια ἀναστήθηκε. Αὐτὸ εἶναι τελικὰ ἡ μετάνοια· ἡ ἀνάσταση τῆς νεκρωμένης ἀπὸ τὴν ἁμαρτία ψυχῆς. Ἡ μετάνοια ὁδηγεῖ καὶ πάλι τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν πνευματικὸ θάνατο στὴ ζωή. Δὲν εἶναι τυχαῖο τὸ ὅτι ὁ Κύριος στὴ διήγησή του δύο φορὲς ἀναφέρει ὅτι ὁ νέος αὐτὸς ἦταν νεκρὸς καὶ ἀναστήθηκε. Θέλει νὰ τονίσει τὴ μεγάλη ἀλλαγὴ ποὺ συμβαίνει στὸν ἁμαρτωλὸ ἄνθρωπο, ὅταν ἐπιστρέφει στὸν σπλαχνικὸ Θεὸ Πατέρα· ὅταν σπεύδει νὰ ἐξομολογηθεῖ μὲ εἰλικρίνεια τὶς ἁμαρτίες του ἐνώπιον τοῦ Πνευματικοῦ. Ὅπως μετὰ τὸν χειμώνα ἀκολουθεῖ ἡ ἄνοιξη καὶ ἀλλάζει ἡ ὄψη τῆς γῆς, ἀντίστοιχα μὲ τὴ μετάνοια ἀνθίζει μέσα στὴν ψυχὴ τοῦ πρώην ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου ἡ ζωή. Ἀνασταίνεται!

3. Ἕνας ἄλλος ἄσωτος

Ἄρχισε λοιπὸν τὸ πανηγύρι στὸ σπίτι. Συμμετεῖχαν ὅλοι σὲ αὐτό, ἐκτὸς ἀπὸ ἕναν· ἀπὸ τὸν πρεσβύτερο υἱό, ὁ ὁποῖος θύμωσε, ἐπειδὴ ὁ πατέρας συγχώρησε τὸν νεότερο, ποὺ ἐπέστρεψε ἀπὸ τὴ χώρα τῆς ἁμαρτίας. Φέρθηκε μὲ φθόνο καὶ σκληρότητα ὁ μεγαλύτερος, κι ἐνῶ πάντοτε ἔτρωγε στὸ πλούσιο τραπέζι τοῦ πατέρα, τὸν κατηγόρησε τώρα ὅτι ποτὲ δὲν ἔδωσε στὸν ἴδιο ἕνα ἐρίφιο γιὰ νὰ χαρεῖ μὲ τοὺς φίλους του. Ἐνῶ ζοῦσε ὅλα τὰ χρόνια μέσα στὸ πατρικὸ σπίτι, δίπλα στὸν πατέρα, ἦταν ὡστόσο πολὺ μακριὰ ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἀγάπης του.

Ὑπάρχει κάποτε ὁ κίνδυνος κι ἐμεῖς, καὶ ἰδιαιτέρως οἱ ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας, νὰ φερθοῦμε ἀντίστοιχα. Νὰ μὴν ἐκτιμήσουμε αὐτὰ ποὺ μᾶς ἔχει χαρίσει ὁ Θεός. Νὰ νομίσουμε ὅτι τὰ ἀξίζουμε, ἢ ὅτι ἀξίζουμε περισσότερα ἀπὸ ὅσα μᾶς ἔχει δώσει. Νὰ ζοῦμε μέσα στὴν Ἐκκλησία, μέσα στὸν ἅγιο Οἶκο τοῦ οὐράνιου Πατέρα, καὶ ὅμως ἡ καρδιά μας νὰ ἀπέχει πολὺ ἀπὸ Ἐκεῖνον, ἐξαιτίας τοῦ ἐγωισμοῦ καὶ τῆς ὑπερηφάνειάς μας.

Τὸ Τριώδιο εἶναι μιὰ καλὴ εὐκαιρία γιὰ νὰ ἐπιστρέψουμε στὸν Πατέρα μας, εἴτε ἀποστατήσαμε στὶς χῶρες τῆς ἁμαρτίας, εἴτε τυφλωθήκαμε ἀπὸ τὸν ἐγωισμὸ μέσα στὸ ἴδιο μας τὸ σπίτι. Ἡ ἀγκαλιὰ τοῦ Θεοῦ, ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία, εἶναι ἀνοιχτὴ καὶ μᾶς περιμένει. Ὅλοι χωροῦμε μέσα σ’ αὐτήν, ἀρκεῖ νὰ μετανοήσουμε. Τότε ἡ πατρικὴ ἀγάπη μᾶς ἀνασταίνει καὶ ἀπολαμβάνουμε τὰ ἀγαθὰ τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

***************************************************  

 

 Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 16 Φεβρουαρίου 2025, τοῦ Ἀσώτου (Α΄ Κορ. ς΄ 12-20)

12 Πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐ πάντα συμφέρει· πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐκ ἐγὼ ἐξουσιασθήσομαι ὑπό τινος. 13 τὰ βρώματα τῇ κοιλίᾳ καὶ ἡ κοιλία τοῖς βρώμασιν· ὁ δὲ Θεὸς καὶ ταύτην καὶ ταῦτα καταργήσει. τὸ δὲ σῶ­μα οὐ τῇ πορνείᾳ, ἀλλὰ τῷ Κυρίῳ, καὶ ὁ Κύριος τῷ σώματι· 14 ὁ δὲ Θεὸς καὶ τὸν Κύριον ἤγειρε καὶ ἡμᾶς ἐξεγερεῖ διὰ τῆς δυνάμεως αὐτοῦ. 15 οὐκ οἴδατε ὅτι τὰ σώματα ὑμῶν μέλη Χριστοῦ ἐστιν; ἄρας οὖν τὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ ποιήσω πόρνης μέλη; μὴ γένοιτο. 16 ἢ οὐκ οἴδατε ὅτι ὁ κολλώμενος τῇ πόρνῃ ἓν σῶμά ἐστιν; ἔσονται γάρ, φησίν, οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν· 17 ὁ δὲ κολλώμενος τῷ Κυρίῳ ἓν πνεῦμά ἐστι. 18 φεύγετε τὴν πορνείαν. πᾶν ἁμάρτημα ὃ ἐὰν ποιήσῃ ἄνθρωπος ἐκτὸς τοῦ σώματός ἐστιν, ὁ δὲ πορνεύων εἰς τὸ ἴδιον σῶμα ἁμαρτάνει. 19 ἢ οὐκ οἴδατε ὅτι τὸ σῶμα ὑμῶν ναὸς τοῦ ἐν ὑμῖν Ἁγί­ου Πνεύματός ἐστιν, οὗ ἔχε­τε ἀπὸ Θεοῦ, καὶ οὐκ ἐστὲ ἑαυτῶν; 20 ἠγοράσθητε γὰρ τιμῆς· δοξάσατε δὴ τὸν Θεὸν ἐν τῷ σώματι ὑμῶν καὶ ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν, ἅτινά ἐστι τοῦ Θεοῦ.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

12 Ἄς ἐπανέλθω τώρα στό ἠθικό ζήτημα. Ὅλα ἔχω ἐξουσία νά τά κάνω, δέν συμφέρουν ὅμως ὅλα. Ὅλα εἶναι στήν ἐξουσία μου, ἀλλά ἐγώ δέν θά ἐξουσιαστῶ καί δέν θά γίνω δοῦλος σέ τίποτε. 13 Τά φαγητά ἔχουν γίνει γιά τήν κοιλιά, καί ἡ κοιλιά γιά τά φαγητά. Ὁ Θεός ὅμως θά καταργήσει στήν ἄλλη ζωή κι αὐτή κι ἐκεῖνα. Μπορεῖτε λοιπόν νά τρῶτε ὅ,τι ἐπιθυμεῖτε, ἀρκεῖ μόνο νά μή γίνεστε δοῦλοι τοῦ φαγητοῦ καί τῆς κοιλιᾶς. Δέν ἰσχύει ὅμως τό ἴδιο καί μέ τή γενετήσια ἐπιθυμία. Διότι τό σῶμα δέν ἔχει γίνει γιά τήν πορνεία ἀλλά γιά τόν Κύριο, γιά νά τοῦ ἀνήκει ὡς μέλος του. Καί ὁ Κύριος εἶναι γιά τό σῶμα, γιά νά κατοικεῖ σ’ αὐτό. 14 Καί δέν ἔχει σημασία πού τό σῶμα διαλύεται μέ τό θάνατο. Ὁ Θεός καί τόν Κύριο ἀνέστησε καί ὅλους ἐμᾶς θά ἀναστήσει μέ τή δύναμή του.
15 Ναί· τό σῶμα δέν ἔγινε γιά τήν πορνεία, ἀλλά γιά τόν Κύριο. Δέν ξέρετε ὅτι τά σώματά σας εἶναι μέλη τοῦ Χριστοῦ; Νά ἀποσπάσω λοιπόν τά μέλη τοῦ Χρι­στοῦ καί νά τά κάνω μέλη πόρνης; Ποτέ μή συμβεῖ νά τό κάνω αὐτό. 16 Ἤ δέν ξέρετε ὅτι ἐκεῖνος πού συνδέεται στενά καί προσκολλᾶται στήν πόρνη εἶναι ἕνα σῶμα μ’ αὐτήν; Διότι λέει ἡ Γραφή: Θά γίνουν οἱ δύο μία σάρκα. 17 Ἐκεῖνος ὅμως πού προσκολλᾶται στόν Κύριο, γεμίζει ὁλόκληρος καί διευθύνεται ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Κυρίου καί γίνεται ἕνα πνεῦμα μ’ αὐτόν. 18 Φεύγετε μακριά ἀπό τήν πορνεία. Κάθε ἁμάρτημα πού τυχόν θά κάνει ὁ ἄνθρωπος, δέν βλάπτει τόσο ἄμε­σα καί κατευθείαν τό σῶμα. Ἐκεῖνος ὅμως πού πορ-­νεύ­ει, ἁμαρτάνει στό ἴδιο του τό σῶμα, διότι μέ τήν παράνομη μείξη μολύνει ἄμεσα καί πληγώνει αὐτή τή ρίζα τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἀνθρώπων καί συντελεῖ στή διάλυση τῆς οἰκογένειας. 19 Ἤ δέν ξέρετε ὅτι τό σῶμα σας εἶναι ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τό ὁποῖο κατοικεῖ μέσα σας καί τό ἔχετε λάβει ἀπό τόν Θεό, καί συνεπῶς δέν ἀνήκετε στόν ἑαυτό σας; 20 Ναί· δέν ὁρίζετε τόν ἑαυτό σας. Διότι ἐξαγορασθήκατε μέ τίμημα βαρύ, μέ τό ἀτίμητο αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Ἀπο­φεύγετε λοιπόν κάθε αἰσχρή πράξη πού γίνεται μέ τό σῶμα· καί ἀποδιώκετε κάθε πονηρή σκέψη καί ἐπι­θυμία ἀπό τό πνεῦμα σας. Καί ἔτσι νά δοξάζετε τόν Θεό μέ τό σῶμα σας καί μέ τό πνεῦμα σας, τά ὁποῖα ἀνή­κουν στό Θεό.

ΚΥΡΙΑΚΗ 7 ΙΟΥΝΙΟΥ 2026 ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ (Ματθ. ι΄ 32-33, 37-38, ιθ’ 27-30) (Εβρ. ια΄ 33 – ιβ΄ 2)

         " Ο Λόγος του Θεού στον Λαό του Θεού" Πίστεως αναβάσεις «Οι Άγιοι Πάντες διά πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας»   Μάρτυρες ...