Τρίτη 31 Οκτωβρίου 2023

     ΚΑΛΟ ΚΑΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟ ΜΗΝΑ ΜΕ ΥΓΕΙΑ!



 

Άγιοι Κοσμάς και Δαμιανός οι Ανάργυροι και Θαυματουργοί .


 Τη μνήμη των Αγίων Κοσμά και Δαμιανού, των Αναργύρων, τιμά σήμερα, 1 Νοεμβρίου, η Εκκλησία μας. Οι Άγιοι Κοσμάς και Δαμιανός κατάγονταν από την Ασία.

Οι γονείς τους ήταν άριστο πρότυπο χριστιανών συζύγων. Όταν η μητέρα τους Θεοδότη έμεινε χήρα, αφιέρωσε κάθε προσπάθεια της στη χριστιανική ανατροφή των δυο παιδιών της, Κοσμά και Δαμιανού.

Τους δύο αδελφούς διέκρινε μεγάλη ευφυΐα και επιμέλεια, γι’ αυτό και σπούδασαν πολλές επιστήμες. Ιδιαίτερα όμως, επιδόθηκαν στην ιατρική επιστήμη, την οποία εξασκούσαν σαν διακονία φιλανθρωπίας προς τον πλησίον.

Θεράπευαν τις ασθένειες των ανθρώπων, και ιδιαίτερα των φτωχών, χωρίς να παίρνουν χρήματα, γι’ αυτό και ονομάστηκαν Ανάργυροι. Πολλοί ασθενείς που θεραπεύθηκαν ήθελαν να τους ευχαριστήσουν.

Αλλά αυτοί, δε δέχονταν τις ευχαριστίες και απαντούσαν με τον ορθό λόγο της Αγίας Γραφής: «Η ευλογία και η δόξα και η σοφία και η ευχαριστία και η τιμή και η δύναμις και η ισχύς τω Θεώ ημών εις τους αιώνας των αιώνων» (Αποκάλυψη Ιωάννου, ζ’ 12). Δηλαδή, όλος ο ύμνος και η δόξα και η σοφία και η ευχαριστία και η τιμή και η δύναμη και η ισχύς, ανήκει στο Θεό μας, στους αιώνες των αιώνων.

Έτσι ταπεινά αφού διακόνησαν σε όλη τους τη ζωή τον πλησίον, πέθαναν ειρηνικά και ετάφησαν στην τοποθεσία Φερεμά.

Εορτολόγιο: Κοσμάς. Δαμιανός, Δαμιανή. Ανάργυρος, Ανάργυρη, Αναργυρούλα. Δαβίδ, Δαυίδ. Διόνυσος.

Απολυτίκιο:
Ήχος πλ δ’.
Άγιοι Ανάργυροι και θαυματουργοί, επισκέψασθε τας ασθενείας ημών, δωρεάν ελάβετε, δωρεάν δότε ημίν.






 

Συνοπτικός Βίος του Οσίου Δαβίδ, του «Γέροντος» του Θαυματουργού.


Ο Όσιος και θεοφόρος Δαβίδ, ο γνήσιος υπηρέτης και φίλος του πανάγαθου Θεού, που ήκμασε  το 1519, γεννήθηκε στη Γαρδινίτσα της επαρχίας Λοκρίδας, που σήμερα ονομάζεται Κυπαρίσσι. Οι γονείς του, Χριστόδουλος και Θεοδώρα, ήταν θεοσεβείς και ενάρετοι. Ο πατέρας του μάλιστα, που ήταν στολισμένος με ευλάβεια και θεϊκή χάρη, είχε το αξίωμα της ιερωσύνης. Και οι δύο μαζί προσπαθούσαν να αναθρέψουν τα τέσσερα παιδιά τους «εν’ παιδεία και νουθεσία Κυρίου» (Εφεσ. στ’ 4).

Σε ηλικία τριών μόλις ετών ο μακάριος Δαβίδ είδε σε όραμα τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, το μέγιστο των θνητών κατά τους λόγους του Κυρίου, ο οποίος των παρώτρυνε να τον ακολουθήση. Το τριετές νήπιο με το μεγάλο του οδηγό κατευθύνθηκε σ’ ένα εξωκκλήσι, που ήταν αφιερωμένο στη χάρη του. Ο Τίμιος Πρόδρομος στάθηκε κοντά στην εικόνα του στο τέμπλο και ο μικρός Δαβίδ απόμεινε να τον κοιτάζη έξι ολόκληρα μερόνυχτα με τα χέρια σταυρωμένα από ευλάβεια. Οι γονείς του έψαξαν εξονυχιστικά όλη την περιοχή γεμάτοι ανησυχία για την τύχη του μικρού τους παιδιού. Και μόνο την έκτη ημέρα, που ήταν Σάββατο, τον βρήκαν, όταν ο πατέρας του πήγε στην εκκλησία εκείνη να ψάλη τον εσπερινό? ο μικρός Δαβίδ έστεκε μπροστά στην εικόνα του Αι-Γιάννη με πρόσωπο που αστραποβολούσε και με μια λάμψη ουράνια στο βλέμμα του. Από τότε ο θαυμαστός και θεοφόρητος Δαβίδ ερχόταν συχνά στο εκκλησάκι εκείνο του Προδρόμου και προσευχόταν ως γνήσιο και πραγματικό παιδί του Θεού, όπως λέγει και ο Απόστολος των Εθνών «Όσοι Πνεύματι Θεού άγονται, ούτοι εισίν υιοί Θεού» (Ρωμ. η’, 14). Ό Όσιος Δαβίδ ήταν το στολίδι των γονέων του και η ψυχική τους ανάπαυση, κατά το βιβλικό: «παίδευε υιόν σου και αναπαύσει σε και δώσει κόσμον τη ψυχή σου» (Παροιμ. κθ’ 17). Δεν ήταν εξαιρετικά καλός μόνο στα γράμματα. Ήταν και πρόθυμος να υπακούη πάντοτε σ’ ότι κι αν του ζητούσαν, σ’ ότι κι αν του συνιστούσαν. Μάλιστα την περίοδο του καλοκαιριού, όποτε ο πατέρας του ασχολείτο με τις γεωργικές δουλειές, έτρεχε με επιμέλεια στα χωράφια, γινόμενος συνεργάτης του πατέρα του. Κι ενώ το μεσημέρι ο πατέρας του και οι εργάτες αναπαύονταν λίγο, αποφεύγοντας την υπερβολική ζέστη, ο Όσιος Δαβίδ την ώρα της σφοδρής ζέστης προσευχόταν, ανέπεμπε δεήσεις, ευχαριστίες και δοξολογίες προς τον πανοικτίρμονα Θεό, υποβάλλοντας παράλληλα και το σώμα του σε ταλαιπωρία και κακουχία. Έτσι ζούσε με τους γονείς του έχοντας απόλυτη υπακοή και σεβασμό απέναντί τους κι ομόρφαινε κάθε μέρα με περισσότερες αρετές. Προσευχόταν δε μέρα και νύχτα και παρακαλούσε το Θεό να του δείξη το δρόμο της αληθείας και να τον οδηγήση να επιτύχη αρμόδιο και ακύμαντο λιμάνι, να αποφύγη τις τρικυμίες και ταραχές της μάταιης ζωής και τις πολλές και ποικίλες παγίδες του διαβόλου, ώστε να κερδίση τη μακαρία ζωή των δικαίων και ενάρετων ανδρών.

Σε ηλικία δέκα πέντε περίπου ετών ο Όσιος Δαβίδ έφυγε από την πατρίδα του, αφού πρώτα ζήτησε τη βοήθεια του φιλάνθρωπου και οικτίρμονος Θεού. Αυτός έστειλε στο δρόμο του τον ενάρετο και ευπαίδευτο Ιερομόναχο Ακάκιο, για να τον ολοκληρώση πνευματικά. Έβαλε λοιπόν, με την ευλογία των γονέων του, υπακοή στον Ακάκιο και αυτός τον πήρε στο Μοναστήρι του στη Μαγνησία, διδάσκοντάς του τη Μοναχική πολιτεία. Από τότε ο Όσιος Δαβίδ καταγινόταν σε κόπους ασκητικούς, σε τέλεια αποχή από το κακό και σπούδαζε να απομακρύνη τις φθοροποιές ηδονές και το κοσμικό φρόνημα, για να αξιωθή να γίνη δούλος ταπεινός του ουρανίου Βασιλέως. Του άρεσε να δουλεύη «Θεώ ζώντι και αληθινώ» (Α’ Θεσ. α’ 9).

Πέρασε πέντε χρόνια στη Μονή της Μαγνησίας με τον Ακάκιο και την Αδελφότητα. Όλοι έβλεπαν στο πρόσωπό του το μοναδικό ασκητή, την αγάπη, την ταπεινοφροσύνη, την υπακοή και προ πάντων τη σύνεση και τη σοφία. Πέραν της νηστείας και του κανόνα, των Ακολουθιών και των διακονημάτων, που έδειχνε μεγάλη προθυμία, μελετούσε και πολύ. Ήταν σοβαρός και συνετός από παιδί και για τη σύνεσή του αυτή τον αποκαλούσαν «γέροντα», στα είκοσι του όμως χρόνια ήταν πραγματικά «Γέροντας» στη φρόνηση και τον λέγαν και στο μοναστήρι «γέροντα». Έτσι έμεινε «Δαβίδ ο Γέρων». Ο δάσκαλός του, ο ιερός Ακάκιος, βέβαια πάντοτε εύρισκε κάτι καινούργιο με την πείρα που διέθετε. Χάριν δοκιμής περιφρονούσε συχνά με λόγια μεμπτά και ψυχρότατα τον Όσιο Δαβίδ και τον έστελνε πολλές φορές στην περιφέρεια να πωλή στάκτη. Ο δε αοίδιμος Δαβίδ με μεγάλη ταπεινοφροσύνη και άμετρη υπομονή υπέμενε καρτερικώτατα και έκανε κάθε πρόσταγμα του γέροντά του, γνωρίζοντας ότι με την υπομονή και την υπακοή δοξάζεται απ’ το Θεό ο άνθρωπος και αξιώνεται της ουρανίου μακαριότητος.

…Κάποτε ο Γέροντάς του έστειλε τον Όσιο Δαβίδ από τη Ναύπακτο στην ʼρτα για μία υπηρεσία. Αυτός, αφού περπάτησε τέσσερις μέρες ανυπόδητος, όπως συνήθιζε, έφθασε στον προορισμό του και στάθηκε για λίγο κάπου να ξεκουρασθή. Εκεί τον είδε ένας φιλόπτωχος και φιλόχριστος άρχοντας, που αμέσως αγόρασε υποδήματα και του τα έδωσε. Ο ταπεινός Όσιος Δαβίδ μη θέλοντας να προσβάλη τον καλό και ευλαβή άρχοντα τα δέχτηκε και τα φόρεσε. Μετά την εκπλήρωση των προσταγών του Γέροντα του επέστρεψε στην Ναύπακτο, όπου τον περίμενε βαρύ επιτίμιο. Ο Ακάκιος του είπε αυστηρά:

– Ποιος σου έδωσε τα υποδήματα;
– Κάποιος ευλαβής άρχοντας! απάντησε ο Όσιος Δαβίδ.
– Αυτή είναι η υπακοή σου; Τον επέπληξε ο Επίσκοπος. Γιατί δεν ήρθες ανυπόδητος, όπως έφυγες, αλλά λυπήθηκες τον εαυτό σου; Φύγε γρήγορα, να επιστρέψης τα υποδήματά που σου έδωσαν, και να έλθης πάλι ανυπόδητος, όπως έφυγες. Αυτόν τον κανόνα έκρινα σκόπιμο να σου επιβάλω, για να μην κάνης τίποτα χωρίς ευλογία!

Ο υπάκουος Όσιος Δαβίδ δέχθηκε με χαρά τον κανόνα του και τον εκπλήρωσε χωρίς γογγυσμούς, όσο επίπονος κι αν ήταν. Και αφού εγύρισε πίσω τον υποδέχθηκε ο άγιος Γέροντάς του με συγκίνηση και χαρά, ως άξιο υπηρέτη του Θεού και τέκνο της υπακοής.

……Κάποτε κατηγορήθηκε από κάποιους οπαδούς του διαβόλου ότι αυτός ήταν η αιτία φυγής μερικών σκλάβων ενός Αγαρηνού άρχοντα της Λειβαδιάς. Για το λόγο αυτό ο Όσιος βασανίστηκε, ξυλοκοπήθηκε και ρίχτηκε στη φυλακή. Οι κακουχίες όμως αυτές δεν στενοχώρησαν τον αθώο Όσιο Δαβίδ, που χαιρόταν κατά το λόγο του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου «πάσαν χαράν ηγήσασθε, αδελφοί μου, όταν πειρασμοίς περιπέσητε ποικίλοις» (Ιακ. α’ 2). Τελικά μερικοί ευσεβείς Χριστιανοί πλήρωσαν χρήματα και ο Όσιος Δαβίδ ελευθερώθηκε. Δεν έκρινε όμως εύλογο να επιστρέψη στο Στειρί, αλλά περιήρχετο από τόσο σε τόπο εως ότου βρη πάλι τόπο κατάλληλο για άσκηση δοκιμάζοντας καθ’ οδόν αμέτρητες τυραννίες και θλίψεις απ’ τους βαρβάρους και κακούς ανθρώπους. Τέλος πήγε στο νησί της Ευβοίας. Είναι θαυμαστός ο τρόπος με τον οποίο πέρασε από την Αταλάντη απέναντι στις Ροβιές της Β. Ευβοίας.

Όταν ο Όσιος Δαβίδ έφθασε στην παραλία της Αταλάντης, παρακάλεσε εκεί ένα βαρκάρη να τον περάση απέναντι, στη Βόρειο Εύβοια. Ο βαρκάρης όμως βλέποντας τον με το τριμμένο του ρασάκι ταπεινό, του το αρνήθηκε και του έδειξε τέλεια περιφρόνηση. Ο Όσιος  δεν γόγγυσε καθόλου από τη συμπεριφορά αυτή του βαρκάρη, παρά έβγαλε το τριμμένο ρασάκι του, το άπλωσε πάνω στο νερό της θάλασσας, έκαμε το σημείο του Σταυρού, προσευχήθηκε, ανέβηκε στο ράσο του και, ω του θαύματος, άρχισε να ταξιδεύη!

Βλέποντας ο βαρκάρης τον Όσιο να ταξιδεύη πάνω στη θάλασσα με το ρασάκι του, είπε: «Να, αυτός ο καλόγηρος, που μου είπε να τον πάρω και εγώ δεν τον πήρα. Αυτός είναι ʼγιος!». Και άρχισε αμέσως να φωνάζη από μακριά: «έλα, παππού μου? έλα, παππού μου, να σε πάρω? έλα, παππού μου, να σε πάρω…»

Ο Άγιος άκουσε τη φωνή του βαρκάρη, τον ευλόγησε και συνέχισε να ταξιδεύη με το θαυμαστό αυτό τρόπο, ώσπου βγήκε στην παραλία των Ροβιών της Β. Ευβοίας.

Από τις Ροβιές ανηφόρισε προς το βουνό μέχρις ότου έφθασε στον τόπο, όπου σήμερα βρίσκεται το Μοναστήρι προς τιμήν του. Εκεί υπήρχε ένα ερειπωμένο Εκκλησάκι της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Χριστού. Εγκαταστάθηκε λοιπόν εκεί στεγάζοντας μέσα σε μια σπηλιά το σώμα του.

Η παρουσία του σιγά-σιγά γινόταν γνωστή. Η φήμη της ασκήσεως, της αρετής και της αγιότητάς του έτρεξε με τον καιρό παντού. ʼρχισαν να πηγαίνουν πολλοί Χριστιανοί κοντά του μόνο και μόνο για να τον δουν και να τον ακούσουν. Όσοι ποθούσαν τη Μοναχική ζωή, ακούοντας τις αρετές και τα κατορθώματά του Αγίου, έτρεχαν από παντού να υποταχθούν στην οσιακή μορφή του και να λάβουν το αξίωμα της Μοναδικής πολιτείας. Δημιουργήθηκε έτσι η ανάγκη να κτισθή ένα Μοναστήρι, πράγμα βέβαια που ήταν και αρχική ένθεη επιθυμία του Οσίου.

Δεν είχε όμως ο Όσιος Δαβίδ τα απαραίτητα χρήματα. Γι’ αυτό κάλεσε τεχνίτες, τους έδειξε την τοποθεσία όπου επιθυμούσε  να κτισθή το Μοναστήρι, στην κορυφή του βουνού, πιο ψηλά από το ερειπωμένο Εκκλησάκι της Μεταμορφώσεως, τους έδωσε εντολή να ετοιμάσουν και υλικά για το κτίσιμο (πέτρες, ασβέστι κ.α.) και έφυγε να κάνη εράνους (τη λεγόμενη «λογία») μεταξύ των Χριστιανών της τουρκοκρατούμενης τότε Ελλάδος.

Ο Όσιος γύρισε παντού. Έφθασε μέχρι και στη Ρωσία, όπου Χριστιανοί του πρόσφεραν πολλά χρήματα και άλλα πολύτιμα δώρα. Πως όμως θα μετέφερε ο Όσιος τόσο χρήμα και δώρα από τη Ρωσία στην Εύβοια; Ιδού τι τον φώτισε ο Θεός και έκανε: Κούφωσε ένα μεγάλο κούτσουρο, σφράγισε μέσα σ’ αυτό τα χρήματα και τα δώρα, έκανε το σημείο του Σταυρού, έρριξε το κούτσουρο με το θησαυρό σ’ ένα ποτάμι της Ρωσίας, προσευχήθηκε και στο τέλος είπε: «Εως ότου φθάσω στο νησί της Ευβοίας, να φθάση και το κούτσουρο με το θησαυρό στην παραλία των Ροβίων».

Σχολιάζοντας αυτό, όταν το διηγείτο στους προσκυνητές της Μονής, ο μακαριστός Ηγούμενος της Μονής π. Ιάκωβος τόνιζε συχνά: «Είδατε πίστις! Δεν σκέφθηκε ούτε στιγμή ο ʼγιος Δαβίδ μήπως το κούτσουρο με το θησαυρό παραμείνη πουθενά σε κανένα ποτάμι ή πως θα φθάση ανάμεσα από τόσα ποτάμια, θάλασσες, ωκεανούς από τη Ρωσία στην Εύβοια. Εκείνος επίστευε ότι το χέρι του Θεού θα πάρη το θησαυρό και θα τον φέρη στις Ροβιές, για να κτίση το Μοναστήρι. Το επίστευε αυτό ο ʼγιος χωρίς να αμφιβάλη δόλιου, χωρίς να διακριθή…».

Πράγματι, όταν μετά από καιρό ο Όσιος Δαβίδ επέστρεψε από τη Ρωσία και έφθασε στις Ροβιές, είδε το κούτσουρο με το θησαυρό να τον περιμένη στην παραλία. Μάλιστα οι κάτοικοι των Ροβιών, που πρώτη τους φορά έβλεπαν τέτοιο ξύλο, προσπαθούσαν με τα τσεκούρια τους να τ’ ανοίξουν. Μάταια όμως, γιατί τα τσεκούρια τους στράβωναν ή έσπαγαν και το ξύλο δεν άνοιγε. Τους πλησίασε ο ʼγιος Δαβίδ και τους είπε: «Τι κάνετε, Ροβί, ω Ροβί (τρόπον τινά ανόητοι είστε;), που πάτε ν’ ανοίξετε αυτό το ξύλο; Το ξύλο αυτό περιέχει θησαυρό, με τον οποίο θα κτίσω το Μοναστήρι προς δόξαν της Μεταμορφώσεως του Δεσπότου Χριστού».

Στη συνέχεια ο Όσιος Δαβίδ ανηφόρισε για το βουνό και, καθώς έφθανε, συνάντησε τους τεχνίτες να έχουν αρχίσει το κτίσιμο της Μονής κοντά στο ερειπωμένο Εκκλησάκι της Μεταμορφώσεως και όχι στην κορυφή του βουνού, όπου τους είχε υποδείξει. Ρώτησε με πόνο καρδιάς τους τεχνίτες: «Γιατί, αδελφοί μου, αρχίσατε να κτίζετε το Μοναστήρι εδώ και όχι ψηλά στην κορυφή του βουνού, εκεί που σας είχα πει;».

«Επειδή, Γέροντα, πιστεύαμε ότι εκεί στην κορυφή δεν υπάρχει νερό», απάντησαν εκείνοι. «Πάμε», τους λέγει ο Όσιος, «να δείτε αν υπάρχει νερό ή όχι;». Πήγαν πράγματι στον τόπο εκείνο, γονάτισε ο Όσιος, προσευχήθηκε και χτύπησε με το ραβδί του στη ρίζα ενός μεγάλου δένδρου. Αμέσως, ω του θαύματος, ανέβλυσε το νερό ποτάμι! Εδόξασαν τότε το Θεό και τον ʼγιο για το θαύμα αυτό, που ήταν για τους τεχνίτες ένα πολύ καλό μάθημα πίστεως και των κατορθωμάτων της. Ο Όσιος παρ’ όλα αυτά επέστρεψε στους τεχνίτες να συνεχίσουν το κτίσιμο της Μονής εκεί όπου είχαν αρχίσει, στον τόπο δηλαδή όπου είναι η σημερινή Μονή του.

Το νερό αυτό που ανέβλυσε στο βουνό με το θαύμα του Αγίου Δαβίδ, μετά από πολλά χρόνια, το 1963, οι κάτοικοι του χωριού Λιβανάτες του Ν. Φθιώτιδας, πατριώτες του Αγίου, το μετέφεραν με προσωπική τους εργασία και έξοδα στο Μοναστήρι. Πλούσιες βρύσες στην αυλή και στο προαύλιο του Μοναστηριού με καθαρό, γλυκό και ιαματικό-θαυματουργό νερό, το λεγόμενο «αγιονέρι», θυμίζουν μέχρι και σήμερα το θαύμα και την αγιότητα του Γέροντος Δαβίδ. Θυμίζουν όμως και την υποταγή του Οσίου στους τεχνίτες για το κτίσιμο της Μονής στον τόπο όπου είχαν αρχίσει να την κτίζουν.

Σε λίγα χρόνια είχε ολοκληρωθεί ένα αξιοθαύμαστο Μοναστήρι και σχηματίσθηκε μια καλή Αδελφότητα. Ο Γέροντας Δαβίδ οργάνωσε τη Μονή άριστα. Όλα εκεί μαρτυρούσαν το σοφό και συνετό Γέροντα, που δίδασκε και με μόνη την παρουσία του και με τον τρόπο που κοιτούσε. Η φήμη της αρετής του Γέροντα Δαβίδ μάλιστα ως του μοναδικού οδηγού είχε τρέξει παντού!

…Θα έπρεπε κανείς να γράψη πολλά βιβλία, αν μπορούσε να διηγηθή με λεπτομέρεια τα περιστατικά που μαρτυρούν την αγάπη του Οσίου Δαβίδ, την πίστη του, το πνεύμα της θυσίας του, τη δύναμη του λόγου και το χάρισμα του να μπαίνη στην καρδιά των ανθρώπων και να την καλλιεργή, καθώς και την υπερβάλλουσα ελεημοσύνη του, όχι μόνο προς τους ομοπίστους, αλλά και στους αλλοφύλους.

Όταν ο Όσιος Δαβίδ έφθασε στην ηλικία των εβδομήκοντα περίπου ετών, δεν έμενε πια όλες τις ημέρες στη Μονή. Ώρισε άλλον Ηγούμενο, τον πιο συνετό στολισμένο με το διδακτικό χάρισμα και την ταπεινοφροσύνη, κι ο ίδιος έπαιρνε θυμιατό του και το πετραχηλάκι του κι έφευγε τη Δευτέρα απ’ τη Μονή και πήγαινε στο ασκητήριό του. Αυτό ήταν μια φυσική σπηλιά μερικά χιλιόμετρα μακριά απ’ το Μοναστήρι κι εκεί έμενε όλη την εβδομάδα προσευχόμενος με πολύ ευλάβεια, κατάνυξη και φόβο Θεού, περνώντας μ’ ένα αντίδωρο και λίγο αγιασμό. Το βράδυ του Σαββάτου επέστρεφε στη Μονή. Οι πατέρες τον υποδέχονταν λίγο πιο έξω απ’ τη Μονή με εξαπτέρυγα και θυμιατά και σήμαιναν τις καμπάνες. Το πρωί της Κυριακής λειτουργούσε, κοινωνούσε των Αχράντων Μυστηρίων και μετά τη Θεία Λειτουργία, με πολύ αγάπη, διάκριση και ταπείνωση, νουθετούσε, στήριζε, παρηγορούσε και ενδυνάμωνε τους χριστιανούς που έτρεχαν στο Μοναστήρι, δίδασκε τους πατέρες και τη Δευτέρα το πρωί έφευγε πάλι για το ασκητήριό του.

Ο Όσιος βρήκε στην υπόλοιπη ζωή του τόση παρρησία στο Θεό, που τον ανέδειξε ποταμό θαυμασίων αείρροο και το Μοναστήρι του υπέρλαμπρο φάρο της Ορθοδοξίας και πηγή κάθε είδους ιαμάτων.

Όταν έφθασε σε βαθειά γεράματα ο Όσιος Δαβίδ, προείδε την κοίμησή του. Κάλεσε τους μαθητές του, τους συμβούλεψε και τους αποκάλυψε τον επερχόμενο θάνατό του. Λίγο πριν κοιμηθή είπε:

– Ιδού, αδελφοί μου, ο Δεσπότης Χριστός ήλθε!

Και αμέσως ως δίκαιος παρέδωσε την ψυχή του «εν χειρί Θεού» (Σοφ. Σολ. γ’ 1). Οι μαθητές του με πολλά δάκρυα και απαρηγόρητη θλίψη έθαψαν το σκήνωμα του Γέροντα τους καταφιλώντας το. Ήταν πρώτη του μηνός Νοεμβρίου.

Πλήθη πιστών τετρακόσια πενήντα και πλέον χρόνια μετά την κοίμηση του Οσίου προσέρχονται στο Μοναστήρι του, για να πάρουν ευλογία του και να απαλλαγούν από τα χρόνια προβλήματα και τις νόσους, που τους κατατρύχουν. Σαν άλλη κολυμβήθρα του Σιλωάμ το Μοναστήρι με την χάρη του Οσίου Δαβίδ παρέχει ιάματα παντοειδή σε όλους, όσοι με πίστη προσέρχονται  και επικαλούνται το άγιο Όνομά του. Σε όποια μέρη δε της πατρίδας μας με ευλάβεια προσκαλείται η αγία του Κάρα, εκεί νόσοι θεραπεύονται, δαίμονες διώκονται, πάθη ποικίλα ιατρεύονται. Ευλογητός ο Θεός ο δοξάζων τους Αγίους Αυτού!

Απόσπασμα από το βιβλίο: «Όσιος Δαβίδ, ο «Γέρων», ο εν Ευβοία, ο θαυματουργός, Έκδοσις Ιεράς Μονής Οσίου Δαβίδ Γέροντος, Λίμνη Ευβοίας 1996



 

Το περί θεοδικίας πρόβλημα.


του Λάμπρου Κ. Σκόντζου Θεολόγου – Καθηγητού


(Γιατί ευτυχούν ασεβείς και δυστυχούν ευσεβείς;)

Ένας από τους συνηθέστερους διαχρονικούς σκανδαλισμούς των πιστών, αλλά και σύνηθες επιχείρημα των χριστιανομάχων, είναι η διαπίστωση ότι πολλοί ασεβείς άνθρωποι ευτυχούν, ευημερούν, σε αντίθεση με πολλούς δικαίους και ευσεβείς οι οποίοι δυστυχούν.

Μάλιστα ο σκανδαλισμός αυτός θέτει σε δοκιμασία την πίστη πολλών, αν τελικά ο Θεός είναι πράγματι δίκαιος και γιατί ανέχεται αυτή την αδικία.

Πρόκειται για ένα πανάρχαιο πρόβλημα, το οποίο απασχολεί τον άνθρωπο από το απώτερο παρελθόν και ορίζεται ως «θεοδικία».

Είναι φιλοσοφικός και συγχρόνως θεολογικός όρος που χρησιμοποιήθηκε από τον Γερμανό φιλόσοφο Λάιμπνιτς (Gottfried von Leibniz) (1646-1716), για να προσδιορίσει τη φιλοσοφική - θεολογική συζήτηση περί του πώς συμβιβάζεται η ύπαρξη του κακού στο διηνεκές στον κόσμο με την πανσοφία, παναγαθότητα, παντοδυναμία και δικαιοσύνη του Θεού.

Τίθενται από πολλούς τα ερωτήματα: Γιατί οι δίκαιοι δοκιμάζονται και υποφέρουν και οι άδικοι ευημερούν; Γιατί οι δίκαιοι να υποφέρουν; Πως γίνεται, ο Θεός της αγάπης να επιτρέπει τις δοκιμασίες των δικαίων και να ανέχεται την ευτυχία των αδίκων και αμετανόητων αμαρτωλών; Ως που φτάνει η αγάπη του Θεού; Σε αυτά τα ερωτήματα θα προσπαθήσουμε να δώσουμε απάντηση.

Το πρόβλημα της θεοδικίας απαντάται συχνά στην Παλαιά Διαθήκη, όπου οι ιεροί συγγραφείς, προκειμένου να προβάλλουν την απόλυτη αγαθότητα και την δικαιοσύνη του Θεού, προβληματίζονται για την, συχνά «αναίτια» δοκιμασία των ευσεβών και για την ευημερία των ασεβών, των απίστων και αδίκων.

Ο Προφήτης Ιερεμίας ρωτάει με απορία τον Θεό σχετικά με το θέμα της καλοτυχίας των ασεβών, ομολογώντας παράλληλα, χωρίς καμιά αμφιβολία, την δικαιοσύνη Του: «Δίκαιος εἶ, Κύριε, ὅτι ἀπολογήσομαι πρὸς σέ, πλὴν κρίματα λαλήσω πρὸς σέ· τί ὅτι ὁδὸς ἀσεβῶν εὐοδοῦται, εὐθήνησαν πάντες οἱ ἀθετοῦντες ἀθετήματα; ἐφύτευσας αὐτοὺς καὶ ἐρριζώθησαν· ἐτεκνοποιήσαντο καὶ ἐποίησαν καρπόν· ἐγγὺς εἶ σὺ τοῦ στόματος αὐτῶν καὶ πόρρω ἀπὸ τῶν νεφρῶν αὐτῶν» (Μετ.: Εσύ είσαι δίκαιος, πώς μπορώ να διαμαρτυρηθώ εναντίον σου; Γιατί οι ασεβείς στη ζωή τους είναι επιτυχημένοι; Γιατί ευτυχούν όλοι εκείνοι που παραβαίνουν συνεχώς τον νόμο σου; Τους φύτεψες κι αυτοί έριξαν βαθιές ρίζες. Γέννησαν παιδιά και απέκτησαν απογόνους.

Είσαι κοντά στο στόμα τους και εκπληρώνεις το αίτημά τους, είσαι όμως μακριά από τις επιθυμίες της καρδιάς τους) (Ιερ.12, 1-2).

Ομοίως και ο Ψαλμωδός διερωτάται: «ἐμοῦ δὲ παραμικρὸν ἐσαλεύθησαν οἱ πόδες, παρ᾿ ὀλίγον ἐξεχύθη τὰ διαβήματά μου. ὅτι ἐζήλωσα ἐπὶ τοῖς ἀνόμοις εἰρήνην ἁμαρτωλῶν θεωρῶν, ὅτι οὐκ ἔστιν ἀνάνευσις ἐν τῷ θανάτῳ αὐτῶν καὶ στερέωμα ἐν τῇ μάστιγι αὐτῶν· ἐν κόποις ἀνθρώπων οὐκ εἰσὶ καὶ μετὰ ἀνθρώπων οὐ μαστιγωθήσονται. διὰ τοῦτο ἐκράτησεν αὐτοὺς ἡ ὑπερηφανία, περιεβάλοντο ἀδικίαν καὶ ἀσέβειαν ἑαυτῶν. ἐξελεύσεται ὡς ἐκ στέατος ἡ ἀδικία αὐτῶν, διῆλθον εἰς διάθεσιν καρδίας· διενοήθησαν καὶ ἐλάλησαν ἐν πονηρίᾳ, ἀδικίαν εἰς τὸ ὕψος ἐλάλησαν· ἔθεντο εἰς οὐρανὸν τὸ στόμα αὐτῶν, καὶ ἡ γλῶσσα αὐτῶν διῆλθεν ἐπὶ τῆς γῆς», (Μετ.: Σε μένα σαλεύτηκαν τα πόδια μου, παραλίγο τα βήματα της ζωής μου να φύγουν από το δρόμο τού Κυρίου.

Γιατί καταλήφθηκα από ζήλεια κατά των παρανόμων, επειδή έβλεπα την ευημερία των αμαρτωλών ανθρώπων.

Γιατί έβλεπα ότι δεν υπάρχει μεγάλη αγωνία και πολλή κακοπάθεια κατά το θάνατό τους και ότι δεν κρατάει πολύ η θλίψη που τυχόν τους μαστίζει κατά τη διάρκεια της ζωής τους. Αυτοί δεν κοπιάζουν, όπως οι άλλοι άνθρωποι, και δεν ταλαιπωρούνται ούτε υποφέρουν όπως οι άλλοι) (Ψαλμ.72, 2-5).


Η περίπτωση του Δικαίου Ιώβ είναι η πιο αντιπροσωπευτική της θεοδικίας. Ο δίκαιος, ευσεβής και άμεμπτος αυτός άνθρωπος υποβλήθηκε σε μια φρικτή δοκιμασία, επειδή το ζήτησε ο Σατανάς και το παραχώρησε ο Θεός, για να δοκιμαστεί η πίστη του (Ιωβ.1,12).

Οδυρόμενος μέσα στην απέραντη θλίψη του και χωρίς να χάσει την πίστη του στο Θεό, εξέφραζε σε Αυτόν την δίκαιη και εύλογη απορία του: «Ει εγώ ήμαρτον, τι δυνήσομαι πράξαι, ο επιστάμενος τον νούν των ανθρώπων; Διατί έθου με κατεντευκτήν σου, ειμί δε επί σοι φορτίον; Καί διατί ουκ εποιήσω της ανομίας μου λήθην και καθαρισμόν της αμαρτίας μου; νυνί δε εις γην απελεύσομαι, ορθρίζων δε ουκέτι ειμί», (Μετ.: Εάν εγώ Κύριε έσφαλα, πες μου τι πρέπει να κάμω, Εσύ που γνωρίζει τις καρδιές των ανθρώπων;

Γιατί με τα κτυπήματά σου με κάνεις να δυσφορώ και να παίρνω θέση κατηγόρου εναντίον σου, να γίνομαι σε Σένα καθημερινό φορτίο; Την ανομία μου να συγχωρήσεις δεν μπορείς; Την ανομία μου να σβήσεις; Αφού σε λίγο θα πλαγιάζω μες στο χώμα κι αν με γυρεύεις, δε θα υπάρχω πια» (Ιώβ.7,20-21).

Παρά ταύτα ο άμεμπτος αυτός άνθρωπος, υπομένει με καρτερία την δοκιμασία του και ευλογεί το Θεό: «Εἴη τό ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον» (1,21).

Κι ακόμα: «Εν τούτοις πάσι τοις συμβεβηκόσιν αυτώ ουδέν ήμαρτεν εναντίον του Κυρίου και ουκ έδωκεν αφροσύνην τω Θεώ» (1,22), έμεινε δίκαιος και επικρίνει τους φίλους του και την σύζυγό του, για τη στάση του απέναντί του, θεωρώντας την υβριστική προς τον απόλυτα δίκαιο Θεό.

Απάντηση στο πρόβλημα της θεοδικίας δίνει ο Προφήτης Αββακούμ, με τη φράση του «Ὁ δίκαιος ἐκ πίστεως ζήσεται» (Ἀβ. 2,4), δηλαδή, αληθινά ζωντανός, έστω και μέσα στη θλίψη, είναι ο δίκαιος.

Αυτός ζει πραγματικά και όχι ο ασεβής και ο άδικος, έστω και μέσα στην πρόσκαιρη ευημερία του. Διότι, όπως είχε πει ο μακαριστός Μητροπολότης Γόρτυνος κυρός Ιερεμίας, «Τό πρόβλημα τῆς θεοδικίας δημιουργήθηκε μέ τήν σύνδεση τῆς ἀρετῆς καί τῆς κακίας πρός τά ὑλικά ἀγαθά. Ἄν εἶσαι ἐνάρετος θά τά ἀπολαύσεις καί ἄν εἶσαι ἁμαρτωλός θά τά στερηθεῖς.

Αὐτό ὅμως, ἀγαπητοί μου, δέν είναι σωστό. Ἀγαπᾶμε τόν Θεό μας ὄχι γιά νά καλοπεράσουμε, ἀλλά γιατί ἡ ἀγάπη Του μᾶς εὐφραίνει τήν ψυχή καί δίνει νόημα στήν ζωή μας … Ἄς μή συνδέουμε, λοιπόν, τήν εὐσέβεια μέ τά ὑλικά ἀγαθά καί τήν ἀσέβεια μέ την δυστυχία, γιατί αὐτός ὁ σύνδεσμος δημιουργεῖ τό πρόβλημα τῆς θεοδικίας … Ὁ εὐσεβής ἄνθρωπος πρέπει νά εἶναι στερεωμένος στήν πίστη του ὅτι ὁ Θεός εἶναι δίκαιος καί δέν πρέπει καθόλου νά κλονίζεται σ᾽ αὐτή τήν πίστη. Καί θά ἀγαπᾶμε τόν Θεό ἔστω καί ἄν γίνουμε πάμπτωχοι ἤ ἀκόμα καί ἄν μᾶς κλείσουν σ᾽ ἕνα μπουντρούμι».

Ο απόστολος Παύλος δίνει απάντηση στο πρόβλημα της θεοδικίας με την προσωπική του δοκιμασία υγείας. Προφανώς, κανένας άλλος δεν κοπίασε για το Χριστό όπως εκείνος και για τούτο θα έπρεπε, σύμφωνα με την εσφαλμένη άποψη όσων αμφισβητούν την θεία δικαιοσύνη, να είναι προικισμένος από το Θεό με άνετη ζωή, ψυχοσωματική ευρωστία, οικονομική άνεση, δόξα, τιμές και αναγνώριση του τιτάνιου έργου του. Όμως τίποτε από όλα αυτά δεν είχε ο μεγάλος απόστολος.

Η ζωή του ήταν μια διαρκής περιπέτεια, γεμάτη διώξεις, κακουχίες, κόπους, στερήσεις. Έγραψε στους πιστούς της Κορίνθου: «δοκῶ γὰρ ὅτι ὁ Θεὸς ἡμᾶς τοὺς ἀποστόλους ἐσχάτους ἀπέδειξεν, ὡς ἐπιθανατίους, ὅτι θέατρον ἐγενήθημεν τῷ κόσμῳ, καὶ ἀγγέλοις καὶ ἀνθρώποις. ἡμεῖς μωροὶ διὰ Χριστόν, ὑμεῖς δὲ φρόνιμοι ἐν Χριστῷ· ἡμεῖς ἀσθενεῖς, ὑμεῖς δὲ ἰσχυροί· ὑμεῖς ἔνδοξοι, ἡμεῖς δὲ ἄτιμοι. ἄχρι τῆς ἄρτι ὥρας καὶ πεινῶμεν καὶ διψῶμεν καὶ γυμνητεύομεν καὶ κολαφιζόμεθα καὶ ἀστατοῦμεν καὶ κοπιῶμεν ἐργαζόμενοι ταῖς ἰδίαις χερσί· λοιδορούμενοι εὐλογοῦμεν, διωκόμενοι ἀνεχόμεθα, βλασφημούμενοι παρακαλοῦμεν» (Α΄Κορ.4,9-13).

Είναι χαρακτηριστική η φράση του «Ο Θεός… απέδειξεν», δηλαδή ότι ο Θεός επέτρεψε να αντιμετωπιστούν, ο ίδιος και οι άλλοι απόστολοι, ως «περικαθάρματα τοῦ κόσμου, πάντων περίψημα ἕως ἄρτι» (Α΄Κορ.4,13). Ο ίδιος ο Παύλος υπέφερε και από ένα σοβαρό σωματικό νόσημα το οποίο τον βασάνιζε φρικτά και για το οποίο παρακάλεσε επανειλημμένα τον Κύριο να τον θεραπεύσει. Αναφέρει ο ίδιος: «ἵνα μὴ ὑπεραίρωμαι, ἐδόθη μοι σκόλοψ τῇ σαρκί, ἄγγελος σατᾶν, ἵνα με κολαφίζῃ ἵνα μὴ ὑπεραίρωμαι. ὑπὲρ τούτου τρὶς τὸν Κύριον παρεκάλεσα ἵνα ἀποστῇ ἀπ᾿ ἐμοῦ· καὶ εἴρηκέ μοι· ἀρκεῖ σοι ἡ χάρις μου· ἡ γὰρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται. ἥδιστα οὖν μᾶλλον καυχήσομαι ἐν ταῖς ἀσθενείαις μου, ἵνα ἐπισκηνώσῃ ἐπ᾿ ἐμὲ ἡ δύναμις τοῦ Χριστοῦ. διὸ εὐδοκῶ ἐν ἀσθενείαις, ἐν ὕβρεσιν, ἐν ἀνάγκαις, ἐν διωγμοῖς, ἐν στενοχωρίαις, ὑπὲρ Χριστοῦ· ὅταν γὰρ ἀσθενῶ, τότε δυνατός εἰμι» (Β΄Κορ.12,7-10).

Ο φοβερός και επώδυνος «σκόλοψ» του δόθηκε να μην πέσει στο πάθος της υπερηφάνειας και έτσι θα αποτύγχανε το αποστολικό του έργο. Η χάρις του Θεού είναι ασύγκριτα μεγαλύτερο δώρο από τον οποιοδήποτε σωματικό σκόλοπα. Τελικά ο μεγάλος απόστολος κατανόησε αυτή την παραχώρηση του Θεού, ότι ήταν για το συμφέρον του και ομολόγησε: «η δύναμίς μου εν ασθένεια τελειούται» (Β΄Κορ.12,9), «Χαίρω εν τοις παθήμασί μου» (Κολ.1,24), «εγώ γαρ τα στίγματα του Κυρίου Ιησού εν τω σώματί μου βαστάζω» (Γαλ.6,17) και συμβουλεύει: «χαίρετε εν Κυρίω, πάλιν ερώ, χαίρετε» (Φιλιπ.4,4), να χαιρόμαστε πάντοτε και να δοξολογούμε το Θεό, σε όποια κατάσταση βρισκόμαστε.

Ομοίως και οι Πατέρες της Εκκλησίας ασχολήθηκαν με το πρόβλημα της θεοδικίας, θεωρώντας τις όποιες θλίψεις της ζωής ως παιδαγωγία, ως μέρος του πνευματικού μας αγώνα.

Όπως το χρυσάφι, όταν εξορυχτεί είναι ακάθαρτο, αναμειγμένο με βρωμιές και άλλα ευτελή μέταλλα και για να λάβει την αξία του και τη λάμψη, χρειάζεται να περάσει από σκληρή επεξεργασία, από πυράκτωση και λιώσιμο την κάμινο, έτσι και ο άνθρωπος, για να απαλλαγεί από τη σαθρότητα της αμαρτίας και τα πάθη του απαιτείται επισταμένη και κοπιώδης κάθαρση.

Μέσα από τις θλίψεις ο άνθρωπος κατανοεί την μικρότητά του, την σχετικότητά του, το πεπερασμένο των δυνατοτήτων του, την φθαρτότητα του και το αναπάντεχο και βέβαιο του θανάτου.

Μόνο ο θλιμμένος άνθρωπος μπορεί να αποβάλλει την δαιμονική κατάσταση της υπερηφάνειας και να συλλογιστεί τον ουράνιο προορισμό του, την κλήση του από το Θεό για την κατά χάριν θέωσή του.

Ο Ιερός Χρυσόστομος χαρακτηρίζει τις δοκιμασίες ως «έργο της προνοίας του Θεού», έχοντας υπόψη του τον Ψαλμωδό: «Αγαθόν μοι ότι επείρασάς με, όπως αν μάθω τα δικαιώματά σου» (Ψαλμ.118,7).

Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος μας συμβουλεύει: «Δεν πρέπει ούτε να απελπιζόμαστε δια τις συμφορές, ούτε να υπερηφανευόμαστε για την αφθονία. Όποιος σκέπτεται πως ο πειρασμός παρουσιάστηκε για κάτι καλό, για τη διαπαιδαγώγησή του, για την μετάνοιά του, για να εμποδίσει μελλοντικά αμαρτήματα, δεν αγανακτεί, αλλά αποβλέπει στον Θεό και τον ευχαριστεί γιατί παρεχώρησε τον πειρασμό. Δέχεται πρόθυμα την παιδαγωγική τιμωρία».

Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής έγραψε: «Ο φρόνιμος, αναλογιζόμενος την ιατρεία που επιφέρουν οι αποφάσεις του Θεού, υπομένει ευχαρίστως τις συμφορές, που εξ αιτίας εκείνων του συμβαίνουν, και τίποτε άλλο δεν θεωρεί αίτιο, παρά μόνο τις αμαρτίες του. Ο ανόητος όμως, επειδή αδυνατεί να καταλάβει την σοφότατη πρόνοια του Θεού, όταν αμαρτάνει και τιμωρείται, θεωρεί υπευθύνους για τις συμφορές του ή τον Θεό ή τους ανθρώπους. Δεν είναι λοιπόν δυνατόν να αποφύγει την μέλλουσα κρίσι αυτός που αμάρτησε, χωρίς να υποβληθεί εδώ: είτε σε εκούσιους κόπους είτε σε ακούσιες συμφορές».

Αλλού ο ιερός πατήρ τονίζει: «Ο ανόητος άνθρωπος δεν αποδέχεται τα φάρμακα του Θεού και ζητάει από το Θεό να επέμβει στη ζωή του, όπως ο ίδιος θέλει και όχι όπως κρίνει ο μεγάλος ιατρός της ψυχής του ανθρώπου ότι συμφέρει. Γι’ αυτό δείχνει αδιαφορία και κυριεύεται από ανησυχία και άλλοτε πολεμά με πείσμα τους ανθρώπους, άλλοτε δε βλασφημεί προς τον Θεό και με τον τρόπο λοιπόν αυτό και την αγνωμοσύνη του δείχνει, και παρηγοριά δεν βρίσκει».

Αλλά ας δούμε που οφείλεται η ευημερία και ευτυχία των ασεβών. Αναμφίβολα όχι ως κάποια επιβράβευση, δίνοντάς τους ο Θεός πλουσιοπάροχα γήινα αγαθά, αλλά στον τρόπο που οι ίδιοι τα αποκτούν και τα σπαταλούν, για να ικανοποιήσουν την ηδονοθηρία τους και την ματαιοδοξία τους.

Ο Σατανάς, ο «άρχων του κόσμου τούτου» (Ιωάν.16,11), έχει δυστυχώς τη δύναμη, αντλώντας την από την ανθρώπινη ενδοτικότητα, να δωροδοκεί τα θύματά του με κάποια αγαθά, τα οποία είναι προϊόντα αμαρτίας.

Ο άνθρωπος μακριά από το Θεό δεν έχει αναστολές και ηθικούς φραγμούς για να πράξει κάθε άνομη πράξη, προκειμένου να ικανοποιήσει το εγώ του, να πλουτίσει. Να φέρουμε για παράδειγμα τον κλέφτη έμπορο, ο οποίος κερδίζει από τις κλοπές και αποκτά την οικονομική άνεση να ζει πολυτελώς.

Τον άρπαγα, που δεν διστάζει να αρπάξει, χωρίς την παραμικρή αίσθηση συμπόνιας, την περιουσία κάποιου ευρισκόμενου σε ανάγκη.

Τον άμετρα φιλόδοξο, ο οποίος πατεί επί πτωμάτων για να ικανοποιήσει τα φιλόδοξα σχέδιά του, μη έχοντας αναστολές για την άδικη ανέλιξη του. Κάπως έτσι εξηγείται η όποια ευημερία των ασεβών.

Επ’ αυτού ο απόστολος Παύλος βεβαιώνει: «κατὰ δὲ τὴν σκληρότητά σου καὶ ἀμετανόητον καρδίαν θησαυρίζεις σεαυτῷ ὀργὴν ἐν ἡμέρᾳ ὀργῆς καὶ ἀποκαλύψεως καὶ δικαιοκρισίας τοῦ Θεοῦ, ὃς ἀποδώσει ἑκάστῳ κατὰ ἔργα αὐτοῦ, τοῖς μὲν καθ᾿ ὑπομονὴν ἔργου ἀγαθοῦ δόξαν καὶ τιμὴν καὶ ἀφθαρσίαν ζητοῦσι ζωὴν αἰώνιον» (Ρωμ.2,5-7).

Είναι ανάγκη να κάνουμε μια απαραίτητη διευκρίνιση, όσον αφορά την εσφαλμένη εξήγηση της θεοδικίας, από πολλούς πιστούς και μάλιστα θεολόγους.

Επηρεασμένοι από την αιρετική δυτική (παπική και προτεσταντική) «θεολογία», περί της «ικανοποιήσεως της θείας δικαιοσύνης», ανάγουν σε σωτηριολογική υπόθεση την ευτυχία των ασεβών και την δυστυχία των ευσεβών. Σύμφωνα με την άκρως βλάσφημη αυτή «θεολογία», ο άτεγκτος, ανελεήμων, σαδιστής και αιμοδιψής Θεός ζητά την ικανοποίηση της προσβεβλημένης δικαιοσύνης του, λόγω της αμαρτίας του ανθρώπου και για τούτο, για να καταλαγιάσει ο θυμός του, απαιτεί τιμωρίες εξιλέωσης από αυτόν, είτε εν ζωή, είτε μετά θάνατον (στο καθαρτήριο).

Όσο πιο τρομερό και επώδυνο είναι το μαρτύριο της τιμωρίας, τόσο ευκολότερα «ικανοποιείται η θεία δικαιοσύνη» και ο αμαρτωλός λαμβάνει την άφεση! Έτσι λοιπόν, οι θλίψεις ορισμένων ανθρώπων εκλαμβάνονται ως «μέσον εξιλέωσης των αμαρτιών τους»!

Αν «πληρώσουν» σε ετούτη τη ζωή το «χρέος» των αμαρτιών τους, δεν θα τιμωρηθούν μετά θάνατον! Κάποιοι, μάλιστα, επιδιώκουν να δοκιμαστούν εν ζωή, να μην κολαστούν στην άλλη ζωή!

Με αυτή τη «λογική», κάποιοι αμετανόητοι ασεβείς, χρονίως ταλαιπωρούμενοι από επώδυνες ασθένειες, «εξιλεώνονται» για τις αμαρτίες τους και εισέρχονται στον παράδεισο! Δεν πρόκειται βεβαίως για ορθόδοξη διδασκαλία, αλλά για αιρετική και άκρως παραπλανητική, μάλλον ολέθρια, αφού επαναπαύεται ο δοκιμαζόμενος στην «πληρωμή» των αμαρτιών του, δια της δοκιμασίας και αμελεί για την μετάνοιά του.

Σύμφωνα με την ορθόδοξη διδασκαλία, η διαδικασία της σωτηρίας δεν έχει το χαρακτήρα της δοσοληψίας ανθρώπου και Θεού, αλλά είναι δωρεά δική Του. Το «χρέος» των αμαρτιών μας το έσβησε το πανάγιο Αίμα του Σωτήρα μας Χριστού στον Γολγοθά, καθότι, «τὸ αἷμα ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ καθαρίζει ἡμᾶς ἀπὸ πάσης ἁμαρτίας» (Α΄Ιωάν.1,7).

Ο απόστολος Παύλος είναι σαφής: «έτι αμαρτωλών όντων ημών Χριστός υπέρ ημών απέθανε. Πολλώ ουν δκαιωθέντες νυν εν τω αίματι αυτού… ει γαρ εχθροί όντες κατηλλάγημεν τω Θεώ δια του θανάτου του υιού αυτού» (Ρωμ.5,8-10).

Αυτός «παρεδόθη δια τα παραπτώματα ημών και ηγέρθη δια την δικαίωσιν ημών» (Ρωμ.4,25). Η σωτηρία μας δεν πρόκειται να προέλθει «εξ έργων των εν δικαιοσύνη, ά εποιήσαμεν ημείς, αλλά κατά το αυτού έλεος έσωσεν ημάς δια λουτρού παλιγγενεσίας και ανακαινώσεως Πνεύματος Αγίου», (Τιτ.3,5).

Και κατά τον απόστολο Πέτρο: Ο Χριστός «άπαξ περί αμαρτιών απέθανεν, δίκαιος υπέρ αδίκων, ίνα ημάς προσάγη τω Θεώ» (Α΄Πετρ.3:18), γενόμενος ο ίδιος «αντίλυτρον υπέρ πάντων» (Α΄Τιμ.2,6).

Ως εκ τούτου κανένα δικό μας «κατόρθωμα» και καμιά κακοπάθεια, δεν μπορεί να «πληρώσει» το «χρέος» των αμαρτιών μας, παρά μόνο η πίστη μας στο Χριστό, η οποία οδηγεί στην αιώνια ζωή, «Αμήν αμήν λέγω υμίν, ο πιστεύων εις εμέ έχει ζωήν αιώνιον» (Ιωάν.6,47), μαζί με την συγκατάθεσή μας να ανήκουμε οργανικά ενωμένοι, δια των Ιερών Μυστηρίων, με Αυτόν και ο συνεχής αγώνας μας για αποκοπή παθών και απόκτηση αρετών.

Ο παράδεισος ή η κόλαση δεν είναι καταστάσεις επιβράβευσης ή τιμωρίας, αλλά επιλογές.

Όταν έλεγε ο άγιος Παΐσιος ότι «ο καρκίνος βάζει πλήθος ανθρώπων στον παράδεισο», εννοούσε ότι, η δοκιμασία φέρνει «εις εαυτόν» πολλούς ασθενείς, τους οδηγεί στη μετάνοια και όχι αυτή καθ’ εαυτή η νόσος.

Η όποια «ευτυχία» ή κακοπάθεια είναι συμβεβηκότα της γήινης ζωής μας, όψεις του προαιώνιου κοινωνικού προβλήματος, ως αποτέλεσμα της αμαρτίας.

Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός μας διαβεβαίωσε πως «εν τω κόσμω τούτω θλίψιν έξετε» (Ιωάν.16,33). Πουθενά δεν μας είπε ότι η γήινη ζωή μας θα είναι άνετη, ευτυχισμένη, ευημερούσα, γεμάτη ηδονές, δόξες και τιμές. 

Πηγή: romfea.gr

Άλλωστε η επίγεια ζωή μας δεν είναι ούτε μόνιμη, ούτε παραδεισένια, αλλά μια επίπονη πορεία, προς την τελείωση και ο δρόμος τραχύς, ανηφορικός, κοπιαστικός, γεμάτος κινδύνους, παγίδες, θλίψεις, στεναχώριες και προβλήματα.

Όμως, πρέπει να έχουμε θάρρος και πίστη σε Εκείνον ο Οποίος νίκησε τον κόσμο, «θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμο» (Ιωάν.16,33), δηλαδή την αμαρτία, τη φθορά και το θάνατο.

Μας μίλησε για στενή οδό, που οδηγεί στην αιώνια ζωή και για την φαρδιά οδό, η οποία οδηγεί στην αιώνια καταδίκη της κολάσεως «Εισέλθετε διά της στενής πύλης. ότι πλατεία η πύλη και ευρύχωρος η οδός η απάγουσα εις την απώλειαν, και πολλοί εισίν οι εισερχόμενοι δι’ αυτής. ότι στενή η πύλη και τεθλιμμένη η οδός η απάγουσα εις την ζωήν, και ολίγοι εισίν οι ευρίσκοντες αυτήν» (Ματθ.7,13).

Η αρετή απαιτεί θυσίες, σε αντίθεση με την αμαρτία και την ασωτία, η οποία δεν απαιτεί καμιά θυσία, αλλά, αντίθετα, απελευθερώνει τα ζωώδη ένστικτα του ανθρώπου, οδηγώντας τον σε οδυνηρά αποτελέσματα και εν τέλει στην καταστροφή.

Για τούτο δεν πρέπει να σκανδαλιζόμαστε επειδή δεν κατορθώσαμε αποκτήσαμε πλούτη, ευδαιμονία, τέλεια υγεία και άλλα αγαθά, όπως τα αποκαλεί ο κόσμος.

Να μας αρκεί η χάρις του Θεού και η ελπίδα των ουρανίων και αιωνίων αγαθών «ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἡτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν» (Α΄Κορ.2,9).

Να συνειδητοποιήσουμε ότι «οὐδεὶς ἡμῶν ἑαυτῷ ζῆ καὶ οὐδεὶς ἑαυτῷ ἀποθνήσκει· ἐάν τε γὰρ ζῶμεν, τῷ Κυρίῳ ζῶμεν, ἐάν τε ἀποθνήσκωμεν, τῷ Κυρίῳ ἀποθνήσκομεν. ἐάν τε οὖν ζῶμεν ἐάν τε ἀποθνήσκωμεν, τοῦ Κυρίου ἐσμέν» (Ρωμ.14,7-9).

Και τέλος να μη θεωρούμε ως ευτυχία την όποια πρόσκαιρη ευημερία των ασεβών και αμετανόητων ανθρώπων, διότι κανείς δε γνωρίζει το τέλος κανενός και το σπουδαιότερο, την έκβαση της μετά θάνατον ζωής.

Να μη μας διαφεύγει η διδακτική παραβολή του Κυρίου για τον πλούσιο και τον φτωχό Λάζαρο (Λουκ.16,19-31).

Ο μεν πρώτος απόλαυσε τους καρπούς της αμαρτίας στην πρόσκαιρη γήινη ζωή, αμετανόητος, ανελέητος και σκληρός, ο δε δεύτερος, παραμένοντας ταπεινός, δια των επίγειων δοκιμασιών, απόλαυσε τα άφθαρτα και αιώνια αγαθά της ουράνιας βασιλείας του Θεού.

Δευτέρα 30 Οκτωβρίου 2023

 

Άγιος Εφραίμ Κατουνακιώτης: Το πρώτο πράγμα που θα αισθανθείτε λέγοντας την ευχή είναι χαρά.


 – Η καλυτέρα προσευχή είναι ό,τι εσύ επινοείς εκείνην την ώρα. Δεν είναι μόνον, θέλω να διαβάσουμε Μετάληψη να μεταλάβουμε, τρόπον τινά, αύριο.

Α, «από ρυπαρών χειλέων, από βδελυράς καρδίας…»· διαβάζουμε, ούτε καταλαμβάνουμε τι λέμε.

Εσύ ο ίδιος να βρεις προσευχή, εσύ ο ίδιος οπότε καταλαμβάνεις τι λες εις τον Θεό. Αυτό έχει μεγάλη δύναμη, μεγάλη δύναμη!

Ε, ας υποθέσουμε ότι αύριο θα μεταλάβουμε.

Θα μεταλάβουμε. Θά ‘ρθει ουσιωδώς ο Παράκλητος ν’ αγιάσει τα Δώρα πώς θα τον υποδεχθείς; «Στο έλεός Σου, στην ευσπλαχνία Σου, συγχώρεσέ με».

Έχει δύναμη διότι το λες και το καταλαμβάνεις, από μέσα απ’ την ψυχή σου βγαίνει αυτή η ευχή, να πούμε. Διότι πολλές φορές διαβάζουμε, αλλού τρέχει ο νους, αλλά αυτό που βγαίνει από μέσα σου, το καταλαμβάνεις τι λες.

Η ευχή (προσευχή) είναι ο καθρέφτης του Μοναχού.

Ο άγιος Χρυσόστομος λέει: Μπορεί ο άνθρωπος, ο οποίος από ανάγκη δεν πηγαίνει στην εκκλησία, να κάνει τον εαυτό του Θυσιαστήριο, λέει, προσευχόμενος.

Οι άνθρωποι στον κόσμο είναι και επιστήμονες, ούτε το Σάββατο δεν μπορούν να πάνε στην εκκλησία, την Κυριακή, έχουν την υπηρεσία αυτή την ώρα. Μπορείς αυτή την ώρα να κάνεις τον εαυτό σου Θυσιαστήριο λέγοντας την προσευχή.

Θέλεις να γίνεις ένας καλόγηρος πολύ καλός; Μην αφήνεις την ευχή. Κατά το μέτρο σου και η ευχή σου.

Θα κάνεις εργόχειρο, κάνεις ένα διακόνημα, μην αφήνεις την ευχούλα, γιατί και η ευχή σε θεοποιεί.

Το πρώτο-πρώτο, πατέρες, που θα αισθανθείτε, θα είναι η χαρά! Το πρώτο στάδιο, το πρώτο σημείο, το οποίο θα αισθανθείτε λέγοντας την ευχή, είναι η χαρά.

Και η χαρά δεν είναι τίποτες άλλο, ένα πετραδάκι στην ακροθαλασσιά, είναι το πράγμα ότι μέσα αρχίζεις να φωτίζεσαι!

Γι’ αυτό λέγε την ευχούλα, λέγε την ευχούλα, λέγε την ευχούλα και αυτό θα σε φέρει σε άλλη κατάσταση πολύ καλύτερη, την οποία όσο και να σκεφθείς, δεν μπορείς να σκεφθείς.

Ο μαθητής του δημοτικού σχολείου δεν μπορεί να καταλάβει τα του γυμνασίου, ούτε του γυμνασίου του πανεπιστημίου.

Αλλά όταν η χάρις θέλει να έρθει μέσα σου, θα το καταλάβεις ότι είσαι τώρα μαθητής του γυμνασίου, είσαι μαθητής του πανεπιστημίου, ο ίδιος θα το καταλάβεις.





 

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: Άφησε την οργή και συγχώρεσε τον αδελφό σου.


 Αν σου πω, νήστεψε, πολλές φορές μου προβάλλεις ως δικαιολογία την ασθένεια του σώματος.

Αν σου πω, δώσε στους φτωχούς, μου λες ότι είσαι φτωχός και έχεις να αναθρέψεις παιδιά.

Αν σου πω, να έρχεσαι τακτικά στις Συνάξεις της Εκκλησίας, μου λες, έχω διάφορες μέριμνες.

Αν σου πω, πρόσεχε αυτά που λέγονται στην Εκκλησία και κατανόησε το βάθος των λόγων του Θεού, μου προβάλλεις ως δικαιολογία την έλλειψη μορφώσεως.

Αν σου πω, φρόντισε να βοηθήσεις ψυχικά τον αδελφό σου, μου λες ότι δεν υπακούει όταν τον συμβουλεύω, αφού πολλές φορές του μίλησα και περιφρόνησε τα λόγια μου.

Βέβαια, δεν ευσταθούν οι προφάσεις αυτές και όλα αυτά είναι χλιαρά λόγια, αλλά, παρά ταύτα, μπορείς να προφασίζεσαι.

Αν όμως σου πω, άφησε την οργή και συγχώρεσε τον αδελφό σου, ποια από τις προφάσεις αυτές μπορείς να χρησιμοποιήσεις; Διότι νομίζω, δεν μπορείς να φέρεις ως πρόφαση ούτε ασθένεια σώματος, ούτε φτώχεια, ούτε αμάθεια, ούτε απασχόληση και μέριμνα, ούτε τίποτε άλλο. Γι’ αυτό απ’ όλες σου τις αμαρτίες, αυτή η αμαρτία θα σου είναι ασυγχώρητη.

Αλήθεια, πώς θα μπορέσεις να υψώσεις τα χέρια σου στον Ουρανό; Πώς θα κινήσεις τη γλώσσα σου να προσευχηθείς; Πώς θα ζητήσεις συγγνώμη; Ακόμη και αν θέλει ο Θεός να σου συγχωρήσει τις αμαρτίες, δεν Του το επιτρέπεις εσύ, επειδή δεν συγχωρείς τις αμαρτίες του αδελφού σου.

Διότι, αν εσύ ο ίδιος εκδικηθείς και επιτεθείς εναντίον του, είτε με λόγια, είτε με ανάλογες συμπεριφορές, είτε με κατάρες, ο Θεός δεν θα επέμβει πλέον, αφού εσύ ανέλαβες την τιμωρία του. Και όχι μόνο δεν θα επέμβει, αλλά και από σένα θα ζητήσει λόγο, διότι φέρθηκες υβριστικά προς Αυτόν.

 

Γράφτηκε από τον/την Ι.Μ. Πειραιώς. 30/10 19:30

Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιώς ενημερώνει: «ΟΥΦΟΛΟΓΙΑ». ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΟΣΗΡΟΥ ΚΑΙ ΑΠΑΤΗΛΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ

  Μητροπολίτης Πειραιώς: «ΟΥΦΟΛΟΓΙΑ». ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΟΣΗΡΟΥ ΚΑΙ ΑΠΑΤΗΛΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ.