Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2022

Καλημέρα και Καλό και Ευλογημένο Μήνα με Υγεία!

Να γελάς...
Να ελπίζεις...
Να αγαπάς...
Να συγχωρείς...
Να λες Δόξα Τω Θεώ..
Να ευχαριστείς...


Να βοηθάς...
Να είσαι αισιόδοξος...
Να αγωνίζεσαι...
Να έχεις θάρρος...
Να υπομένεις...
Να στηρίζεσαι στον Πανάγιο ΘΕΟ πού σε αγαπά...

 

Ἡ Ἁγία Εὐδοκία ἡ Μάρτυς.

Ἡ Ἁγία Μάρτυς Εὐδοκία καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἠλιούπολη, τῆς ἐπαρχίας Λιβανησίας Φοινίκης καὶ ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Τραϊανοῦ (98 – 117 μ.Χ.). Στὸν πρότερό της βίο ζοῦσε ζωὴ ἀκόλαστη μέσα στὰ πάθη καὶ τὴν ἁμαρτία. 

Ὅμως ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ φώτισε τὴν καρδιά της καὶ μὲ τὶς νουθεσίες κάποιου γέροντος μοναχοῦ, ποὺ ὀνομαζόταν Γερμανός, μετανόησε. Στὴν συνέχεια, ἀφοῦ εἶδε ὀπτασία, προσῆλθε στὸν Ἐπίσκοπο Θεόδοτο καὶ βαπτίσθηκε. 

Ἡ ὀπτασία ἦταν ἡ ἑξῆς: Παρατηροῦσε Ἄγγελο Θεοῦ νὰ ὁδηγεῖ αὐτὴν πρὸς τὸν οὐρανὸ καὶ ἄλλους Ἀγγέλους νὰ τὴ συγχαίρουν, ἐνῷ τὴν ἴδια στιγμὴ κάποιος μαῦρος οὔρλιαζε καὶ ἔλεγε ὅτι ἀδικεῖται πάρα πολύ, ἐπειδὴ ἡ Εὐδοκία ἔγινε Χριστιανή.

Μετὰ τὴν πνευματικὴ ἀναγέννησή της καὶ τὴν καλὴ ἀλλοίωσή της, διαμοίρασε τὰ πλούτη της στοὺς πτωχοὺς καὶ κατέφυγε σὲ μοναστήρι, ὅπου ἐσχόλαζε στὰ ἔργα τῆς ἀρετῆς.

Ὅμως κατηγορήθηκε ἀπὸ τοὺς πρώην ἐραστές της ὡς Χριστιανὴ καὶ συνελήφθη. Ὁδηγήθηκε στὸ βασιλέα Αὐρηλιανό, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ὁμολόγησε τὴν πίστη της στὸν Χριστὸ καὶ τιμωρήθηκε. 

Ἀλλὰ ἀφοῦ ἀνέστησε μὲ τὴν προσευχή της τὸν υἱὸ τοῦ βασιλέως, ποὺ εἶχε πεθάνει, τὸν ἔπεισε νὰ πιστέψει στὸν Κύριο. Καὶ τότε ἀπελευθερώθηκε. Ἀργότερα ὅμως συνελήφθη ἀπὸ τὸν ἄρχοντα τῆς Ἡλιουπόλεως Βικέντιο καὶ ἀποκεφαλίσθηκε.
Ἔτσι ἡ Ἁγία Μάρτυς Εὐδοκία ἔλαβε τὸν ἀμάραντο στέφανο τῆς δόξας καὶ εἰσῆλθε στὴ χαρὰ τοῦ Κυρίου της.


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Φόβον ἔνθεον, ἀναλαβοῦσα, κόσμου ἔλιπες, τὴν εὐδοξίαν, καὶ τῷ Λόγῳ Εὐδοκία προσέδραμες· οὗ τὸν ζυγὸν τῇ σαρκί σου βαστάσασα, ὑπερφυῶς ἠγωνίσω δι' αἵματος. Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.


Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὁ εὐδοκήσας ἐκ βυθοῦ ἀπωλείας, πρὸς εὐσεβείας τὸν ἀκρότατον ὅρον, ἀναγαγεῖν σε ἔνδοξε ὡς λίθον ἐκλεκτόν, οὗτος καὶ τὸν βίον σου, τῇ ἀθλήσει λαμπρύνας, χάριν ἰαμάτων σοι, Εὐδοκία παρέχει· ὃν ἐκδυσώπει σώζεσθαι ἡμᾶς, Ὁσιομάρτυς, Ἀγγέλων ἐφάμιλλε.


Μεγαλυνάριον.
Χάρις εὐδοκίας τῆς θεϊκῆς, νύμφην σε τοῦ Λόγου, ἀπειργάσατο ἐκλεκτήν, ἤθεσιν ὁσίοις, καὶ αἵματι Μαρτύρων, θεόφρον Εὐδοκία, περιαστράπτουσαν.


Κυριακή 27 Φεβρουαρίου 2022

 

Άγιος Λουκάς ο Ιατρός: Ο Κύριος δεν περιμένει θυσία αλλά έλεος.


 Το κάλεσμα του Χριστού μπορεί να προκαλέσει στην ψυχή του ανθρώπου επανάσταση. Στους βίους των αγίων υπάρχουν πολλά παραδείγματα ανθρώπων, οι οποίοι επέστρεψαν στον Χριστό μετά από έναν λόγο του Ευαγγελίου.

Για την δύναμη του καλού λόγου και την επιείκεια στους αμαρτωλούς.

«Και παράγων ο Ιησούς εκείθεν είδεν άνθρωπον καθήμενον επί το τελώνιον, Ματθαίον λεγόμενον, και λέγει αυτώ· ακολούθει μοι. Και αναστάς ηκολούθησεν αυτώ» (Μθ. 9, 9).

Ποιος ήταν αυτός ο Ματθαίος, ο οποίος στη συνέχεια έγινε μεγάλος απόστολος και ευαγγελιστής; Ήταν τελώνης και μάζευε φόρους. Ο λαός μισούσε τους τελώνες και τους θεωρούσε αμαρτωλούς, διότι έκαναν πολλές αδικίες προσπαθώντας να κερδίσουν περισσότερα χρήματα για τον εαυτό τους. Και αυτόν τον άνθρωπο, που όλοι τον θεωρούσαν άθλιο και τον αποστρέφονταν, ο Κύριος τον καλεί και του λέει: «Ακολούθει μοι».

Μόνο δύο λέξεις, και αυτές έκαναν επανάσταση στην ψυχή του τελώνη. Σηκώθηκε αμέσως, έριξε κάτω τα χρήματά του και ακολούθησε τον Χριστό.

Αυτό τι σημαίνει; Σημαίνει ότι το κάλεσμα του Χριστού μπορεί να προκαλέσει στην ψυχή του ανθρώπου επανάσταση. Στους βίους των αγίων υπάρχουν πολλά παραδείγματα ανθρώπων, οι οποίοι επέστρεψαν στον Χριστό μετά από έναν λόγο του Ευαγγελίου. Από την πείρα μου γνωρίζω ότι ένας καλός λόγος μπορεί να συνταράξει την ψυχή του αμαρτωλού, όπως συντάραξε την ψυχή του τελώνη Ματθαίου. Άνθρωποι πνιγμένοι στην αμαρτία, κλέφτες, ληστές και φονιάδες, όταν τους λες έναν καλό λόγο και τους δείχνεις την αγάπη σου, την συγκατάβαση και τον σεβασμό στο πρόσωπό τους, συγκινούνται πάρα πολύ.

Και εμείς οι αμαρτωλοί, αδύναμοι και ασήμαντοι άνθρωποι με έναν λόγο αγάπης και σεβασμού μπορούμε να συγκινούμε και να συνταράζουμε τις καρδιές των αμαρτωλών, όπως ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Να το θυμόμαστε και ποτέ να μην κατακρίνουμε τους αμαρτωλούς, να μην τους στιγματίζουμε, αλλά να τους φερόμαστε με αγάπη, δείχνοντας σεβασμό στο πρόσωπό τους, αν και οι ίδιοι δεν το σέβονται και το έχουν καταπατήσει.

«Και εγένετο αυτού ανακειμένου εν τη οικία, και ιδού πολλοί τελώναι και αμαρτωλοί ελθόντες συνανέκειντο τω Ιησού και τοις μαθηταίς αυτού. Και ιδόντες οι Φαρισαίοι είπον τοις μαθηταίς αυτού· διατί μετά των τελωνών και αμαρτωλών εσθίει ο διδάσκαλος υμών; Ο δε Ιησούς ακούσας είπεν αυτοίς· ου χρείαν έχουσιν οι ισχύοντες ιατρού, αλλ’ οι κακώς έχοντες. Πορευθέντες δε μάθετε τι εστίν έλεον θέλω και ου θυσίαν. Ου γαρ ήλθον καλέσαι δικαίους, αλλ’ αμαρτωλούς εις μετάνοιαν» (Μθ. 9, 10-13).

Οι φαρισαίοι αγανακτούσαν για το ότι ο Κύριος Ιησούς Χριστός συναναστρεφόταν με τους αμαρτωλούς, τις πόρνες και τους τελώνες. Περιφρονούσαν αυτούς τους ανθρώπους και θεωρούσαν ακαθαρσία να επικοινωνούν μαζί τους. Ποτέ δεν τους μιλούσαν, άλλα τους κακολογούσαν και τους κατέκριναν για την συμπεριφορά τους.

Ξέρουμε ότι οι πόρνες έπλεναν τα πόδια του Κυρίου Ιησού και τα σκούπιζαν με τα μαλλιά τους. Ποτέ δεν έχουν ακούσει απ’ Αυτόν κανένα λόγο επιπληκτικό. Τις συγχωρούσε και τις έλεγε: «Πορεύου και από του νυν μηκέτι αμάρτανε» (Ίω. 8, 11).

Οι φαρισαίοι ήταν ανίκανοι να καταλάβουν αυτή την συμπεριφορά του Χριστού και δυσφορούσαν για την στάση του απέναντι στους αμαρτωλούς. Αλλά ο Κύριος τους απαντούσε το εξής: «Ου χρείαν έχουσιν οι ισχύοντες ιατρού, αλλ’ οι κακώς έχοντες» (Μθ. 9, 12). Ήλθε για να σώσει τους αμαρτωλούς. Με την αγάπη του αγκάλιαζε κάθε αμαρτωλό και ζητούσε να τον οδηγήσει στην σωτηρία. Στους φαρισαίους που του παραπονέθηκαν είπε: «Πορευθέντες δε μάθετε τι εστίν έλεον θέλω και ου θυσίαν» (Μθ. 9, 13). Οι γραμματείς και οι φαρισαίοι την ελπίδα της σωτηρίας τους στήριζαν στις θυσίες και τις προσευχές τους, και ο Κύριος λέει ότι δεν θέλει θυσία, αλλά έλεος, έλεος στους αμαρτωλούς.

Οι θυσίες χρειάζονταν στην Παλαιά Διαθήκη, διότι προεικόνιζαν την Μόνη Θυσία πού πρόσφερε ο Κύριος Ιησούς Χριστός πάνω στον Σταυρό του Γολγοθά. Όταν δόθηκε αυτή η Θυσία οι άλλες θυσίες έχασαν την σημασία και το νόημα τους, γι’ αυτό δεν τις προσφέρουμε πια.

Τώρα ο Κύριος δεν περιμένει θυσία αλλά έλεος. Περιμένει από μας την ευσπλαχνία σε όλους τους αμαρτωλούς και τους περιφρονημένους. Η συμπεριφορά μας προς αυτούς τους ανθρώπους να είναι ίδια μ’ αυτήν που έδειξε Εκείνος. Να μην περιφρονούμε κανέναν, κανέναν να μην θεωρούμε κατώτερο από μας. Να βλέπουμε τις δικές μας αμαρτίες και όχι των άλλων, να αποκτήσουμε την ταπείνωση και την πραότητα, μιμούμενοι την δική Του ταπείνωση και πραότητα. Να αγαπάμε και να ευεργετούμε τους περιφρονημένους και τους ταπεινωμένους, να τους προσφέρουμε πνευματική βοήθεια, δείχνοντας ενδιαφέρον για την σωτηρία τους.

Ο Κύριος λέει όταν κάνουμε τραπέζι να μην καλούμε ανθρώπους που μπορούν μετά να καλέσουν και εμάς στο γεύμα, αλλά τους πένητες και τους φτωχούς κουρελιάρηδες. Θέλει να το κάνουμε με αγάπη, και πάντα με συμπόνια να φερόμαστε στους ανθρώπους που ο κόσμος τους περιφρονεί, καλώντας τους βρωμιάρηδες και αχρείους.

Ο Κύριος μας έδωσε παράδοξες και θαυμαστές εντολές. Είπε ότι δεν θέλει θυσία αλλά έλεος, έλεος σε όλους που το χρειάζονται. Ένα μεγάλο, αμέτρητο πλήθος ανθρώπων περιμένουν κάποιον να τους δείξει ευσπλαχνία, να τους πει ένα λόγο αγάπης και παρηγοριάς. Περιμένουν οι άνθρωποι κάποιον να τους δείξει τρυφερότητα και να τους βοηθήσει, και αντί αυτού συναντούν στους γύρω τους ψυχρότητα και αδιαφορία. Αλλά πάνω από αυτά και σε μερικούς ακόμα χριστιανούς βλέπουν περιφρόνηση και αποστροφή.

Στα μάτια του Θεού αυτός, που έτσι συμπεριφέρεται στους αδελφούς του, πράττει βαριά αμαρτία. Σε όλα πρέπει να είμαστε μιμητές του Κυρίου και να ακολουθούμε το παράδειγμα Του. Ας Τον ακολουθήσουμε λοιπόν και ας μην θεωρούμε τον εαυτό μας ανώτερο από τον πλησίον, όποιος και να είναι αυτός – κλέφτης, φονιάς ή ληστής, διότι στα μάτια του Θεού μπορεί να είμαστε χειρότεροι από αυτόν.

Να θυμόμαστε πάντα πώς συμπεριφερόταν ο Κύριος στους αμαρτωλούς, πώς φέρθηκε στον τελώνη Ματθαίο και πώς φερόταν σε άλλους τελώνες, πόρνες και αμαρτωλούς και προκαλούσε μ’ αυτό την οργή των φαρισαίων.

Να μην είμαστε σαν τους φαρισαίους, αλλά να μιμούμαστε τον Κύριο μας Ιησού Χριστό. Αμήν.

Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας
Λόγοι και Ομιλίες, Τόμος Β´



Μνήμη Οσίου Εφραίμ του Κατουνακιώτη.

Ο Όσιος **Εφραίμ ο Κατουνακιώτης **γεννήθηκε το 1912 στο Αμπελοχώρι Θηβών. Ο πατέρας του ονομαζόταν Ιωάννης Παπανικήτας και η μητέρα του Βικτωρία. Το κοσμικό όνομά του ήταν Ευάγγελος. Στη Θήβα, όπου είχε μετακομίσει η οικογένεια του, σε σπιτικό κοντά στον περικαλλή Ναό της Μεγάλης Παναγίας τελείωσε το Γυμνάσιο αλλά η Χάρις του Θεού έκλεινε στον Ευάγγελο τις κοσμικές θύρες της αποκατάστασης. 

Η ζωή του Ευάγγελου ήταν καλογερική. Αγωνιζόταν πνευματικά με την ευχή του Ιησού, τις μετάνοιες, την νηστεία και κυρίως με την υπακοή. Η μητέρα του αξιώθηκε να λάβει πληροφορία από τον Όσιο Εφραίμ τον Σύρο ότι το θέλημα του υιού της να γίνει μοναχός ήταν και θέλημα Θεού και πως ο Ευάγγελος θα τιμήσει την μοναχική ζωή! Στη Θήβα γνώρισε τους Μοναχούς και μετέπειτα Γεροντάδες του τον Eφραίμ και τον Νικηφόρο. Την 14η Σεπτεμβρίου 1933 ο Ευάγγελος άφησε τον κόσμο ήλθε στην έρημο του Αγίου Όρους στα Κατουνάκια, στο Ησυχαστήριο του Οσίου Εφραίμ του Σύρου και έβαλε μετάνοια στην συνοδεία των Γεροντάδων Εφραίμ και Νικηφόρου. 

Μετά την δοκιμασία του εκάρη μικρόσχημος μοναχός με το όνομα Λογγίνος. Το 1935 έγινε μεγαλόσχημος μοναχός από τον Γέροντα του Νικηφόρο και έλαβε το όνομα Εφραίμ. Τον επόμενο χρόνο χειροτονήθηκε Ιερέας. Αξιώθηκε να γνωρίσει τον “πρύτανη” της ησυχαστικής ζωής τον διορατικό, προορατικό και νέο Άγιο Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή (1898 -1959) και συνδέθηκε πνευματικά μαζί του με την ευλογία του Γέροντά του Νικηφόρου. Ο Γέροντας Ιωσήφ με την σειρά του είχε διδαχθεί την απλανή πνευματική ζωή από τους περίφημους ησυχαστές μοναχό Καλλίνικο και Ιερομόναχο Δανιήλ. Ο Όσιος Εφραίμ διαχώρισε την γνήσια υπακοή από την “αρρωστημένη” συμβουλεύοντας κοινοβιάτη μοναχό να κάνει υπακοή στον Γέροντα του όχι σαν “ζώο”, αλλά από αγάπη και ζήλο Θεού. 

Ο άγιος Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής έδωσε ένα πρόγραμμα ησυχαστικής ζωής στον παπα-Εφραίμ, για να καλλιεργεί την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησoν με», ώστε να έχει “φυλακή των αισθήσεων” και τον οδήγησε στην κάθαρση της καρδίας και τον θείο φωτισμό. Ο παπα-Εφραίμ με την ευλογία του Γέροντος Ιωσήφ εντρύφησε στην «Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών» και ελάμβανε τις συμβουλές των Νηπτικών Πατέρων για τον αγώνα του. Το 1973 εκοιμήθη ο Γέροντάς του Ιερομόναχος Νικηφόρος (ο Θηβαίος). Το 1980 τήρησε την εντολή του Γέροντος Ιωσήφ να αποκτήσει Συνοδεία μετά τον θάνατο του παπα-Νικηφόρου. Ο Όσιος Εφραίμ πολέμησε τον μεγάλο εχθρό της πνευματικής ζωής την κενοδοξία. Οι θυσίες του γίνονταν για τον Χριστό καί όχι για προσδοκώμενο έπαινο από τους ανθρώπους. 

Η Θ.Λειτουργία για τον παπα-Εφραίμ ήταν συγκλονιστικό και βιωματικό γεγονός. Είχε εκμυστηρευθεί σε Ιερομόναχο πνευματικό φίλο του ότι από την πρώτη θεία Λειτουργία που τέλεσε, έβλεπε αισθητά την Χάρη του Θεού να μεταβάλλει τα Τίμια Δώρα! Μάλιστα, μετά τον καθαγιασμό των τιμίων δώρων, έβλεπε τον ίδιο τον Χριστό μέσα στο δισκάριο και ήταν αδύνατον να συγκρατήσει τα δάκρυα του, όταν έφθανε στο τεμαχισμό του Σώματος του Χριστού. 

Έβρεχε με τα δάκρυα του το Αντιμήνσιο κατά την θεία Λειτουργία και έβλεπε δεξιά και αριστερά τους αγγέλους να συλλειτουργούν! Ήταν κοσμημένος με το διορατικό χάρισμα και έβλεπε την πνευματική κατάσταση κάθε κληρικού ή μοναχού και έδιδε τα κατάλληλα πνευματικά φάρμακα για την πρόοδο στην πνευματική ζωή. 

Η Χάρις του Θεού είχε κοσμήσει τον παπα-Εφραίμ και με το προορατικό χάρισμα, γι΄ αυτό και έβλεπε καταστάσεις που έρχονταν, αλλά και πολλές φορές είχε προσφωνήσει λαϊκούς ακόμα και μικρά παιδιά με τα ονόματα πού έλαβαν μετά από χρόνια στην μοναχική τους Κουρά! Η παρακαταθήκη του μακαριστού Γέροντα για την ενότητα των Ορθοδόξων ήταν σαφής: «το σχίσμα εύκολα γίνεται, η ένωση είναι δύσκολος». Αναδείχθηκε με την Χάρη του Θεού και πρακτικός οδηγός στην ποιμαντική του γάμου και της οικογενείας, γιατί βοήθησε πολλούς νέους να καταλήξουν στον γάμο χωρίς να τους πιέσει γι’ αυτό αλλά και οι επιστολές του, πού σώζονται, αποτελούν πνευματική παρακαταθήκη και «σχολή γονέων» χωρίς ψυχολογικές και φιλοσοφικές θεωρίες για τις αγωνιζόμενες πνευματικά οικογένειες. 

Το 1996 ο παπα-Εφραίμ έπαθε εγκεφαλικό επεισόδιο και έπεσε σε ακινησία. Δεν γόγγυσε καθόλου αλλά δοξολογούσε τον Θεό αφήνοντας άγιο παράδειγμα σε μας για την αντιμετώπιση των ασθενειών. Στις 14/27 Φεβρουαρίου 1998 ο Γέροντας π. Εφραίμ Κατουνακιώτης ο “θρύλος” του Αγίου Όρους παρέδωσε την αγιασμένη ψυχή του στα χέρια του Δημιουργού του, που υπηρέτησε από την νεότητα του. 

Η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου προέβη στην αναμενόμενη Αγιοκατάταξή του την 9η/3/2020 μαζί με τον Άγιο Γέροντα και καθοδηγητή του, Όσιο Ιωσήφ το Σπηλαιώτη και τον Όσιο Δανιήλ τον Κατουνακιώτη.

 

 

Η ΔΑΣΚΑΛΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΥΚΡΑΝΙΑ ΜΑΣ ΕΛΕΓΧΕΙ.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Η δασκάλα στο Χάρκοβο της Ουκρανίας που γλίτωσε από θαύμα τον θάνατο μετά από ρωσικό πύραυλο που κατέστρεψε τα πάντα γύρω της μας ελέγχει ως χριστιανούς:

Ελέγχει τον Πατριάρχη της Ρωσίας που σφυρίζει αδιάφορα στην εισβολή και τον θάνατο για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των αφεντικών.

Ελέγχει όλους εκείνους που στο όνομα του κέρδους από τα ρούβλια νομίζουν ότι το χρήμα δεν έχει οσμή και έτσι επιτρέπεται να αδιαφορούν για το αίμα των αθώων που χύνεται στο όνομα της εξουσίας.

Ελέγχει όλους όσοι έχουν οργανώσει τα συστήματά τους, αθλητικά, κοινωνικά, οικονομικά, στηριγμένοι στις χορηγίες των Ρώσων ολιγαρχών που πλούτισαν με την διάλυση της οικονομίας στο τέλος του κομμουνισμού και παίζουν μπάλα στο όνομα ενός κόκκινου καπιταλισμού.

Ελέγχει όσους νομίζουν ότι το θηρίο μπορείς να το εξημερώσεις υποτιμώντας το γιατί εσύ είσαι δήθεν ισχυρότερος του.

Ελέγχει όσους έχουν φτιάξει έναν κόσμο με ψευδαισθήσεις ότι ο άνθρωπος έγινε θεός, ότι αντιμετώπισε πολέμους, αρρώστιες, πείνες, θάνατο και ότι τώρα μπορεί να ψάξει την αθανασία από μόνος του.

Ελέγχει όσους έχουν πείσει τον εαυτό τους ότι αυτά είναι μακριά από μας, αγνοώντας ότι κι ένας άνθρωπος να πεθαίνει άδικα, πεθαίνουμε όλοι μαζί του.

Συγχώρεσε μας, δασκάλα της Ουκρανίας. Συγχωρέστε μας όλοι όσοι φεύγετε από την ζωή, γίνεστε πρόσφυγες, κρύβεστε στο μετρό, φοβάστε, εξαιτίας της παραφροσύνης και του παγκόσμιου game of thrones.

Συγχώρεσε μας όμως κι εσύ, Κύριε, γιατί αφήσαμε να μας εκπροσωπούν σε σένα άνθρωποι "μικροί", που σκανδαλίζουν όλους τους μικρούς και καθημερινούς αυτού του κόσμου, ταυτιζόμενοι με την εξουσία του κοσμοκράτορος του αιώνος τούτου.

Μακάριοι οι ειρηνοποιοί ότι αυτοί υιοί Θεού κληθήσονται, ουαί τοις υποκριταίς, τοις κρατύνουσι τα κράσπεδα των ιματίων τους και δικαιολογούσι αυτούς που τα χέρια τους στάζουν αίμα...

 

   Ο αθεόφοβος...!

ὑπό Ἀρχιμ. Βασιλείου Μπακογιάννη


Τήν Κυριακή τῶν «Ἀπόκρεω», τό «Εὐαγγέλιο» καί τά τροπάρια, κάνουν λόγο γιά τή μέρα τῆς Κρίσεως. Τό θέμα εἶναι, κατά πόσο ἡ μέρα αὐτή ἐπηρεάζει τήν προσωπική μας ζωή, καί κατευθύνει τά διαβήματά μας.

Ὁ Χριστός εἶπε, ὅτι γιά κάθε ἀργό, ἐπιζήμιο λόγο, θά λογοδοτήσουμε ἐν ἡμέρᾳ Κρίσεως (Μτ.12:36). Καί ὁ Μ. Βασίλειος σχολιάζει: Ὅσοι δέν προσέχουν τά λόγια τους, δείχνουν ὅτι δέν πιστεύουν παντελῶς στόν Κύριο, «ἐοίκασι παντελῶς ἀπιστεῖν τῷ Κυρίῳ». (Ἐπιστολή ΝΑ΄ Βοσπορίῳ Ἐπισκόπῳ P.G. 32:389).

Ὑπερβολή; Καί πῶς θά ἀποδειχθεῖ ἡ πίστη μας στό Θεό; Μέ τό νά κατακρίνουμε, ἐμπαίζουμε τό συνάνθρωπό μας, ἀδερφό μας καί τέκνο τοῦ Θεοῦ;!

Ἀσφαλῶς, ὁ ἀθεόφοβος δέν εἶναι ἄπιστος. Πιστεύει στόν Κύριο, μπορεῖ καί νά κοινωνεῖ πάλιν καί πολλάκις (τί θά τόν ἐμποδίσει;), ἀλλά δέν ὑπολογίζει τό Θεό· δέν Τόν σέβεται· δέν Τόν φοβᾶται. Καί γι'αὐτό καταφρονεῖ τίς ἐντολές Του, μέ πρώτη «μή κρίνετε, ἵνα μή κριθῇτε» (Μτ. 7:1).

«Τῷ δέ φόβῳ Κυρίου ἐκκλίνει πᾶς ἀπό κακοῦ» (Παρ. 15:27). Στά Φάρασα, χωριό τοῦ Ὁσίου Παϊσίου, ὡς διηγεῖτο ὁ ἴδιος ὁ Ὅσιος, ὅσοι ἤθελαν νά κάνουν ἐλεημοσύνες, ἔθεταν τόν ὀβολό τους στήν ἐξωτερική κόγχη τοῦ «Ἱεροῦ». Ὅποιος εἶχε ἀνάγκη, πήγαινε στήν κόγχη, καί μέ τό σκεπτικό, ὅτι τόν βλέπει ὁ Θεός, ἔπαιρνε μόνο ὅσα χρειαζόταν γιά ἐκείνη τή μέρα. Ἄσκοπη χρήση, τοῦ ἱεροῦ αὐτοῦ χρήματος, ξένη μέ τόν σκοπό, πού ἐτέθη στήν κόγχη τοῦ Ἱεροῦ, ἦταν πρᾶγμα ἀδιανόητο. Εἶχαν θεῖο φόβο!

Ὁ Ἰωσήφ ὁ πάγκαλος, ἦταν μόνος του στό σπίτι μέ γυναῖκα. Ἡ γυναῖκα τόν προκαλοῦσε, τοῦ τράβηξε τό χιτῶνα, τόν ξεγύμνωσε, ἀλλά τό παλικάρι τοῦ Θεοῦ εἶπε ὄχι στήν ἁμαρτία. «Πῶς ἁμαρτήσω ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ;» (Γέν. 39:9). Ἡ συναίσθηση ὅτι τόν βλέπει ὁ Θεός, ἦταν ἀρκετή νά τοῦ βάλει φρένο! Τότε, πρό Χριστοῦ...!

Ὁ ἀθεόφοβος, ὅποιος καί ἄν εἶναι αὐτός, ἐν ὥρᾳ ἁμαρτίας, τήν παρουσία ἑνός ἀνθρώπου, ἀκόμα καί ἠλιθίου, τήν ὑπολογίζει, καί μπορεῖ νά μαζευθεῖ καί νά μήν ἁμαρτήσει, ὅμως τήν ἀόρατη παρουσία τοῦ παντοδύναμου καί κριτοῦ Θεοῦ, δέν τήν ὑπολογίζει..!

Ἕνας Θεός ξέρει τί γίνεται στά «κρυφά» ἀπό τόν ἀθεόφοβο, λαϊκό ἤ κληρικό, ἐξ οὗ καί ἡ παροιμία «νά φοβᾶσαι τόν ἄνθρωπο, πού δέν φοβᾶται τό Θεό!». Ἰσχύει καί τό ἀντίστροφο: «Ἄνθρωπο θεοφοβούμενο, μήν τόν φοβᾶσαι· νά τόν ἐμπιστεύεσαι!».

ΠΗΓΗ:ROMFEA.GR




Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2022

*ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ (ΜΕΛΛΟΥΣΗΣ ΚΡΙΣΕΩΣ).*

               Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΣΤΟΝ ΛΑΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ.

Η δικαιοσύνη ως έκφραση αγάπης(Ματθ. κε΄ 31-46) (Α΄ Κορ. η΄ 8 – θ΄2)


«Τότε καθίσει επί θρόνου δόξης αυτού, και συναχθήσεται έμπροσθεν αυτού πάντα τα έθνη».

 Τρίτη Κυριακή του Τριωδίου, της Απόκρεω, όπως ονομάζεται, και η Εκκλησία ξεδιπλώνει ενώπιον μας το γεγονός της μέλλουσας κρίσης. Η ευαγγελική περικοπή της ημέρας προσφέρει τα απαραίτητα ερεθίσματα για να συνειδητοποιήσει ο άνθρωπος ότι κανένας εφησυχασμός δεν χωρεί στη ζωή του. Αντίθετα, επιβάλλεται εγρήγορση και αγώνας. Αποκαλύπτει, εξάλλου, ότι στην προσφορά της αγάπης του Χριστού καθορίζεται η ποιότητα της ζωής και η κατάσταση που μπορεί να βιώνει ο άνθρωπος, είτε ως παράδεισο είτε ως κόλαση, ανάλογα με τη στάση που διαμορφώνει ο ίδιος και ακολουθεί.

 Με την αποφυγή από την κρεοφαγία, η Κυριακή της Απόκρεω μάς παρακινεί ταυτόχρονα να εγκαταλείψουμε τα ψυχοκτόνα πάθη που εμφωλεύουν μέσα μας για να εισέλθουμε στο χώρο της αγάπης του Χριστού, μέσα στο γόνιμο έδαφος του οποίου καρποφορεί η αληθινή ελευθερία που τόσο εναγωνίως ψάχνει για να γευθεί ο άνθρωπος.

Η αγάπη ως δικαιοσύνη

 Στο Σύμβολο της Πίστεως, εμφανίζεται ο Χριστός ως ο δίκαιος κριτής: «Και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς…». Θα πρέπει όμως να γνωρίζουμε ότι ο Κύριος δεν περιορίζεται στην απόδοση της γνωστής εκείνης δικαιοσύνης, όπως την εννοούν οι άνθρωποι. Αυτή η μορφή της σε αρκετές περιπτώσεις εμφανίζει συμπτώματα χρεοκοπίας και ελλειμμάτων. Ενίοτε μάλιστα παραπέμπει όχι στο δίκαιο αλλά στο άδικο. Η δικαιοσύνη του Χριστού, αντίθετα, θεμελιώνεται στην φανέρωση της αγάπης Του, που ενώνει τους ανθρώπους με τον Θεό και μεταξύ τους.

 Έτσι, η άρνηση του ανθρώπου να αποδεχθεί την προσφερόμενη σ’ αυτόν αγάπη του Θεού και κατ’ επέκταση να κινηθεί αγαπητικά και προς τον συνάνθρωπό του, συνιστά την αυτοκατάκριση και την αυτοτιμωρία του. «Αύτη δε εστιν η κρίσις, ότι το φως ελήλυθεν και ηγάπησαν οι άνθρωποι μάλλον το σκότος ή το φως».

 Όταν, λοιπόν, ο άνθρωπος δεν είναι δεκτικός αυτού του τεράστιου αγαθού που εκπέμπει η θεϊκή αγάπη, τότε βυθίζεται στα σκοτάδια της αμαρτίας, τα οποία στην καθημερινή ζωή ερμηνεύονται σε πάθη, εγωισμούς, αδικίες, κακίες, που εξάπτονται και εκδηλώνονται στις διάφορες μορφές του κακού. 

 Επιλέγει ο ίδιος ουσιαστικά να εγκαταλείπει ασπλάχνως τον εαυτό του στην οδύνη της κόλασης και να γεύεται τη ζωή ως μαρτύριο.

Το κριτήριο της αγάπης

Η αγάπη του Χριστού που προσφέρεται απεριόριστα στον άνθρωπο, φανερώνει το μεγαλείο του και ειδικότερα εστιάζει στην κατ’ εικόνα Θεού δημιουργία του. Αποκαλύπτει τη συγγένειά μας με το Πρόσωπό Του. Γι’ αυτό άλλωστε στην περικοπή της ημέρας ταυτίζει τον Εαυτό Του «ενί των αδελφών Του των ελαχίστων». Όταν ο Χριστός, λοιπόν, επιβραβεύει αυτούς που του έδωσαν να φάει, να πιει, να ενδυθεί, δεν περιορίζεται σε κάποια απλά ανθρωπιστικά στοιχεία που ασφυκτιούν σε μια στείρα ηθικολογία και συναισθηματολογία ή απλά περιορίζονται και εξαντλούνται σε μια καθηκοντολογία. 

 Φανερώνει την υπέρτατη αλήθεια της σωτηρίας μας, που είναι ο παράδεισος. Δίνει τη διάσταση του μεγαλείου μιας αλληλοπεριχώρησης και κοινωνίας προσώπων που σφυρηλατεί το μυστήριο της ζωής του Θεού στους ανθρώπους.

 Η άλλη όψη αποκαλύπτεται στο πρόσωπο εκείνων που αρνούνται την αγάπη του Θεού. «Επείνασα γαρ, και ουκ εδώκατέ μοι φαγείν…». Κατ’ αναλογία, η άρνηση εδώ της αγάπης δεν συνιστά μια απλή απόρριψη, αλλά οντολογική απομάκρυνση από την ίδια τη ζωή που είναι ο Χριστός. Πρόκειται για γεύση θανάτου. Έτσι, η άρνηση της αγάπης του Θεού μεταβάλλει τη διακονία, την προσφορά και την θυσία σε φιλαυτία, εγωισμό, αυτάρκεια, ατομικισμό κ.α. 

 Πρόκειται τελικά και στην μια και στην άλλη περίπτωση για επιλογή του ιδίου του ανθρώπου αν θα εισέλθει στην τροχιά της ζωής ή του θανάτου, του παραδείσου ή της κόλασης. Δεν πρόκειται, βέβαια, για καταδίκη που προέρχεται από τον Θεό, αλλά ουσιαστικά γι’ αυτοκαταδίκη.

Αγαπητοί αδελφοί, η σημερινή περικοπή δεν ενσπείρει φόβο και πανικό στον άνθρωπο, αλλά συνιστά την πιο ισχυρή πρόσκληση γι’ αυτόν, προκειμένου ν’ αφήσει ελεύθερη την καρδιά του για να κατοικήσει σ’ αυτήν η Χάρη του Θεού, ως καρπός της αυθεντικής αγάπης, για να πλημμυρίσει όλη την ύπαρξή του. Τότε θα είναι σε θέση να βλέπει στο πρόσωπο του κάθε συνανθρώπου του τον ίδιο τον Χριστό και να έχει «καλήν απολογίαν επί του φοβερού βήματός Του». 

 Αυτό έπραξαν και όλες οι άγιες μορφές που κοσμούν το οικοδόμημα της Εκκλησίας, μεταξύ των οποίων ο Προκόπιος ο όσιος ο Δεκαπολίτης και ο Γελάσιος ο μάρτυρας, των οποίων τη μνήμη τιμούμε σήμερα. Η όλη βιωτή τους ήταν μια μαρτυρία αγάπης που στην αυθεντική της μορφή ταυτίζεται με τη δικαιοσύνη του Θεού. Γι’ αυτό και η παρουσία τους ήταν μια αληθινή λάμψη μέσα στον κόσμο. Το δικό τους παράδειγμα δείχνει το δρόμο για τις πιο σπουδαίες αναβάσεις αλλά και ανατάσεις στη ζωή μας στην πιο ευλογημένη πορεία. Γένοιτο.

Χριστάκης Ευσταθίου, Θεολόγος









 

*Κυριακὴ τῶν Ἀπόκρεω – Εὐαγγελικὸ καί Άποστολικό Ἀνάγνωσμα.

Κυριακῆς 27 Φεβρουαρίου 2022

Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 27 Φεβρουαρίου 2022, Ἀπόκρεω (Ματθ. κε΄ 31-46)

31 Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ καὶ πάντες οἱ ἅγιοι ἄγγελοι μετ᾿ αὐτοῦ, τότε καθίσει ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ, 32 καὶ συναχθήσεται ἔμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τὰ ἔθνη, καὶ ἀφοριεῖ αὐτοὺς ἀπ᾿ ἀλλήλων ὥσπερ ὁ ποιμὴν ἀφορίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τῶν ἐρίφων, 33 καὶ στήσει τὰ μὲν πρόβατα ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ, τὰ δὲ ἐρίφια ἐξ εὐωνύμων. 34 τότε ἐρεῖ ὁ βασιλεὺς τοῖς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ· δεῦτε οἱ εὐ­λογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοι­­­μα­σμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου. 35 ἐπείνασα γάρ, καὶ ἐδώ­κατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην, καὶ συνηγάγετέ με, 36 γυμνός, καὶ περιεβάλετέ με, ἠσθένησα, καὶ ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην, καὶ ἤλθετε πρός με. 37 τότε ἀποκριθήσονται αὐ­­­τῷ οἱ δίκαιοι λέγοντες· κύ­­ριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶν­­τα καὶ ἐθρέψαμεν, ἢ διψῶν­τα καὶ ἐποτίσαμεν; 38 πότε δέ σε εἴδομεν ξένον καὶ συνηγάγομεν, ἢ γυμνὸν καὶ περιεβάλομεν; 39 πότε δέ σε εἴδομεν ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ, καὶ ἤλθο­μεν πρός σε; 40 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ βασιλεὺς ἐρεῖ αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾿ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε. 41 τότε ἐρεῖ καὶ τοῖς ἐξ εὐω­νύ­μων· πορεύεσθε ἀπ᾿ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγ­γέ­λοις αὐτοῦ. 42 ἐπείνασα γάρ, καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ οὐκ ἐποτίσατέ με, 43 ξένος ἤμην, καὶ οὐ συνηγάγετέ με, γυμνός, καὶ οὐ περιεβάλετέ με, ἀσθενὴς καὶ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐκ ἐπε­σκέ­ψασθέ με. 44 τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ καὶ αὐτοὶ λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα ἢ διψῶντα ἢ ξένον ἢ γυμνὸν ἢ ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐ διηκονήσαμέν σοι; 45 τότε ἀποκριθήσεται αὐτοῖς λέγων· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾿ ὅσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων, οὐ­δὲ ἐμοὶ ἐποιήσατε. 46 καὶ ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δὲ δί­καιοι εἰς ζωὴν αἰώνιον.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

31 Ὅταν λοιπόν ἔλθει ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου μέ τή δό­ξα του καί μαζί του ὅλοι οἱ ἅγιοι ἄγγελοι, τότε θά καθίσει σέ θρόνο ἔνδοξο καί λαμπρό. 32 Καί θά συναχθοῦν μπροστά του ὅλα τά ἔθνη, ὅλοι δη­λαδή οἱ ἄνθρωποι πού ἔζησαν ἀπ’ τήν ἀρχή τῆς δη­μι­ουργίας μέχρι τό τέλος τοῦ κόσμου. Καί θά τούς χωρίσει τόν ἕνα ἀπό τόν ἄλλο, ὅπως ὁ βοσκός χωρίζει τά πρόβατα ἀπό τά γίδια. 33 Καί θά τοποθετήσει τούς δικαίους, πού εἶναι ἥμεροι σάν τά πρόβατα, στά δεξιά του· ἐνῶ τούς ἁμαρτωλούς, πού εἶναι ἀτίθασοι καί ἄτακτοι σάν τά γίδια, θά τούς βά­λει στά ἀριστερά του. 34 Τότε θά πεῖ ὁ βασιλιάς σ’ ἐκείνους πού θά εἶναι στά δεξιά του: Ἐλᾶτε ἐσεῖς πού εἶστε εὐλογημένοι ἀπό τόν Πατέρα μου, κληρονομῆστε τή βασιλεία πού ἔχει ἑτοιμαστεῖ γιά σᾶς ἀπό τότε πού θεμελιωνόταν ὁ κόσμος. 35 Σᾶς ἀνήκει ἡ κληρονομιά αὐτή· διότι πείνασα καί μοῦ δώσατε νά φάω, ἤμουν διψασμένος καί μοῦ δώσατε νά πιῶ, ἤμουν ξένος καί δέν εἶχα ποῦ νά μείνω καί μέ περιμαζέψατε στό σπίτι σας, 36 ἤμουν γυμνός καί μέ ντύσατε, ἀρρώστησα καί μέ ἐπισκεφθήκατε, ἤμουν μέσα στή φυλακή καί ἤλθατε νά μέ δεῖτε καί νά μέ παρηγορήσετε. 37 Τότε θά τοῦ ἀποκριθοῦν οἱ δίκαιοι: Κύ­ριε, πότε σέ εἴδαμε πεινασμένο καί σέ θρέψαμε, ἤ διψασμένο καί σοῦ δώσαμε νά πιεῖς; 38 Καί πότε σέ εἴδαμε ξένο καί σέ περιμαζέψαμε, ἤ γυμνό καί σέ ντύσαμε; 39 Καί πότε σέ εἴδαμε ἄρρωστο ἤ φυλακισμένο καί ἤλθαμε νά σέ ἐπισκεφθοῦμε; 40 Τότε θά τούς ἀποκριθεῖ ὁ βασιλιάς: Ἀληθινά σᾶς λέω ὅτι κάθε τι πού κάνατε σ’ ἕναν ἀπό τούς φτωχούς αὐτούς ἀδελφούς μου πού φαίνονταν ἄσημοι καί πολύ μικροί, τό κάνατε σέ μένα. 41 Τότε θά πεῖ καί σέ κείνους πού θά εἶναι στά ἀριστερά του: Ἐσεῖς πού ἀπό τά ἔργα σας γίνατε καταραμένοι, φύγετε μακριά ἀπό μένα στό πῦρ τό αἰώνιο, πού ἔχει ἑτοιμασθεῖ γιά τό διάβολο καί τούς ἀγγέλους του. 42 Διότι πείνασα καί δέν μοῦ δώσατε νά φάω, δίψασα καί δέν μοῦ δώσατε νά πιῶ, 43 ἤμουν ξένος καί δέν μέ περιμαζέψατε νά μέ φιλο­ξε­νήσετε, ἤμουν γυμνός καί δέν μέ ντύσατε, ἤμουν ἄρ­ρω­στος καί μέσα στή φυλακή καί δέν μέ ἐπι­σκε­φθή­κα­τε. 44 Τότε θά τοῦ ἀποκριθοῦν κι αὐτοί: Κύριε, πότε σέ εἴ­δαμε νά πεινᾶς ἤ νά διψᾶς ἤ νά εἶσαι ξένος ἤ γυμνός ἤ ἄρρωστος ἤ φυλακισμένος, καί δέν σέ ὑπηρετήσαμε; 45 Τότε θά τούς ἀποκριθεῖ: Ἀληθινά σᾶς λέω, κάθε τι πού δέν κάνατε σ’ ἕναν ἀπ’ αὐτούς πού ὁ κόσμος θεωροῦσε πολύ μικρούς, οὔτε σέ μένα τό κάνατε. 46 Καί θά ὁδηγηθοῦν αὐτοί σέ κόλαση πού δέν θά ἔχει τέλος, ἀλλά θά εἶναι αἰώνια· ἐνῶ οἱ δίκαιοι θά πᾶνε γιά νά ἀπολαύσουν ζωή αἰώνια.

Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 27 Φεβρουαρίου 2022, Ἀπόκρεω (Α΄ Κορ. η΄ 8 – θ΄ 2)

Ἀδελφοί, βρῶμα ἡ­­μᾶς οὐ πα­ρί­στη­σι τῷ Θεῷ· οὔτε γὰρ ἐὰν ­φάγωμεν πε­ρισ­σεύομεν, οὔτε ἐὰν μὴ φά­γω­μεν ὑστερούμεθα. βλέ­πε­τε δὲ μήπως ἡ ἐξουσία ὑμῶν αὕ­τη πρόσκομ­μα γένηται τοῖς ἀ­σθε­νοῦσιν. ἐὰν γάρ τις ἴδῃ σε, τὸν ἔχοντα γνῶσιν, ἐν εἰδωλείῳ κατακείμενον, οὐ­χὶ ἡ συ­νεί­δη­σις αὐτοῦ ἀσθενοῦς ὄντος οἰκοδομη­θήσεται εἰς τὸ τὰ εἰδωλόθυτα ἐσθίειν; καὶ ἀπολεῖται ὁ ἀσθενῶν ἀδελφὸς ἐπὶ τῇ σῇ γνώ­σει, δι᾿ ὃν Χριστὸς ἀπέθανεν. οὕτω δὲ ἁμαρτάνοντες εἰς τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τύπτοντες αὐτῶν τὴν συνείδησιν ἀσθενοῦσαν εἰς Χριστὸν ἁμαρτάνετε. διόπερ εἰ βρῶμα σκανδαλίζει τὸν ἀδελφόν μου, οὐ μὴ φάγω κρέα εἰς τὸν αἰῶνα, ἵνα μὴ τὸν ἀδελφόν μου σκανδαλίσω. Οὐκ εἰμὶ ἀ­πό­στο­λος; οὐκ εἰμὶ ἐλεύθερος; οὐ­χὶ Ἰησοῦν Χριστὸν τὸν Κύριον ἡμῶν ἑώρακα; οὐ τὸ ἔργον μου ὑμεῖς ἐστε ἐν Κυρίῳ; εἰ ἄλ­λοις οὐκ εἰμὶ ἀπόστολος, ἀλλά γε ὑμῖν εἰμι· ἡ γὰρ σφρα­γὶς τῆς ­ἐμῆς ἀποστολῆς ὑμεῖς ἐστε ἐν Κυρίῳ.

Στὴν ἀρχὴ τῆς νηστείας

Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω σήμερα καὶ τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα τῆς θείας Λειτουργίας μᾶς εἰσάγει κάπως στὸ πνευματικὸ ἀγώνισμα τῆς νηστείας, ἡ ὁποία ξεκινᾶ ἐν μέρει ἀπὸ αὔριο μὲ τὴν ἀποχὴ ἀπὸ τὸ κρέας. Τὴν ἄλλη Δευτέρα, ποὺ ὀνομάζεται Καθαρὰ Δευτέρα, ἀρχίζει πλέον ἡ καθορισμένη ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μας νηστεία τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς.

1. Ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρώπου
Ἡ περικοπὴ εἶναι ἀπὸ τὴν Α΄ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου: Στὴν Κόρινθο τὴν ἐποχὴ ἐκείνη εἶχε δημιουργηθεῖ διαφωνία ἀνάμεσα στοὺς Χριστιανοὺς γιὰ τὸ ἂν ἐπιτρέπεται νὰ τρῶνε ἀπὸ τὰ εἰδωλόθυτα, δηλαδὴ ἀπὸ τὰ κρέατα τῶν θυσιαζόμενων ζώων σὲ εἰδωλολατρικὲς τελετές. Μὲ ἀφορμὴ τὴ διαμάχη αὐτὴ ὁ Ἀπόστολος τονίζει στοὺς Κορινθίους ὅτι δὲν πρέπει τὸ φαγητὸ νὰ γίνεται αἰτία νὰ διαταράσσονται οἱ σχέσεις μας μὲ τοὺς ἀδελφούς μας. Δὲν εἶναι τὸ φαγητὸ ποὺ μᾶς παρουσιάζει εὐάρεστους στὸν Θεό, τοὺς γράφει. Διότι οὔτε ἐὰν φᾶμε προοδεύουμε στὴν ἀρετή, οὔτε ἐὰν δὲν φᾶμε ὑστεροῦμε σὲ αὐτήν. Προσέχετε ὅμως, μήπως τὸ δικαίωμα αὐτὸ ποὺ ἔχετε νὰ τρῶτε ἀπ᾿ ὅλα, ἀκόμη κι ἀπὸ τὰ εἰδωλόθυτα, γίνει αἰτία νὰ ἁμαρτήσουν οἱ ἀδελφοί σας ποὺ εἶναι ἀδύνατοι στὴν πίστη. Διότι, ἂν κάποιος ἀπὸ αὐτοὺς δεῖ ἐσένα, ποὺ ἔχεις ὀρθὴ γνώση, νὰ κάθεσαι στὸ τραπέζι κάποιου εἰδωλολατρικοῦ ναοῦ, δὲν θὰ παρασυρθεῖ καὶ ἐκεῖνος, ὥστε νὰ τρώει τὰ εἰδωλόθυτα ὡς κάτι τὸ ἱερὸ κι εὐλογημένο;

«Καὶ ἀπολεῖται ὁ ἀσθενῶν ἀδελφὸς ἐπὶ τῇ σῇ γνώσει, δι᾿ ὃν Χριστὸς ἀπέθανεν». Ἔτσι ἐξαιτίας σου θὰ χαθεῖ στὴν εἰδω­λολατρία ὁ ἀδελφός σου, ποὺ εἶναι ἀδύνατος πνευματικά, γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ὁποίου ὅμως ὁ Χριστὸς θυσίασε τὴ ζωή του. Ἁμαρτάνοντας λοιπὸν στοὺς ἀδελφούς σας καὶ χτυπώντας σκληρὰ τὴ συν­είδησή τους, ἡ ὁποία εἶναι ἀσθενικὴ καὶ ἀδύνατη, τελικὰ ἁμαρτάνετε στὸν ἴδιο τὸν Χριστό, ὁ Ὁποῖος πέθανε γιὰ νὰ σώσει τοὺς ἀδελφοὺς αὐτούς: «Ἁμαρτάνοντες εἰς τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τύπτοντες αὐτῶν τὴν συνείδησιν ἀσθενοῦσαν εἰς Χριστὸν ἁμαρτάνετε».

Δύο φορὲς ὁ θεοκίνητος Ἀπόστολος ἀναφέρει ὅτι ὁ σκανδαλισμὸς τοῦ ἀδελφοῦ ἀναφέρεται τελικὰ στὸν Χριστό, θέ­λον­τας νὰ ὑπογραμμίσει μία μεγάλη ἀ­λή­θεια: ὅτι γιὰ τὸν κάθε ἄνθρωπο θυσιάσθηκε ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Ὁ παντοδύναμος καὶ ἄπειρος Θεός, ὁ Βασιλιὰς τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς ἔγινε ἄνθρωπος καὶ πέθανε ὡς κακοῦργος, προκειμένου νὰ σώσει τὸν κάθε ἁμαρτωλό. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἀναδεικνύει τὴν πολὺ μεγάλη ἀξία ποὺ ἔχει ὁ ἄνθρωπος· ὁ κάθε ἄνθρωπος, εἴτε εἶναι ἐνάρετος εἴτε εἶναι ἁμαρτωλός, εἴτε μορφωμένος εἴτε ἀγράμματος. Ὁ κάθε συνάνθρωπός μας ἔχει λοιπὸν μεγάλη ἀξία· ἄπειρη ἀξία, ἀφοῦ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς γιὰ νὰ τὸν ἐξαγοράσει, πρόσφερε τὸ ἀτίμητο Αἷμα του.

2. Θυσιαστικὴ ἡ ἀγάπη μας

Ὡς συμπέρασμα τῶν ὅσων ἀνέφερε προ­ηγουμένως ὁ ἀπόστολος Παῦλος, καταλήγει στὴ συνέχεια στὸ κριτήριο ἐκεῖνο, στὸν κανόνα ποὺ θὰ πρέπει νὰ καθορίζει τὶς πράξεις μας. Τὸ κριτήριο αὐτὸ εἶναι ἡ θυσιαστικὴ ἀγάπη. Ἂν αὐτὸ ποὺ τρώω γίνεται αἰτία σκανδάλου καὶ ἁμαρτίας στὸν ἀδελφό μου, ἂς θυσιάσω κάθε δικαίωμά μου: «Οὐ μὴ φάγω κρέα εἰς τὸν αἰῶνα, ἵνα μὴ τὸν ἀδελφόν μου σκανδαλίσω». Ἂς μὴ φάω ποτὲ κρέας, γιὰ νὰ μὴ σκανδαλίσω τὸν ἀδελφό μου.

Φέρνει μάλιστα ὡς παράδειγμα τὸν ἑαυτό του γράφοντας: Δὲν εἶμαι Ἀπόστολος; Δὲν εἶμαι ἐλεύθερος ὅπως ὅλοι; Δὲν εἶδα τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό; Κι ἐσεῖς δὲν εἶσθε τὸ ἔργο ποὺ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Κυρίου ἐπιτέλεσα; Ἐὰν γιὰ τοὺς ἄλλους δὲν εἶμαι Ἀπόστολος, τουλάχιστον ὅμως γιὰ ἐσᾶς εἶμαι. Διότι ἡ σφραγίδα, μὲ τὴν ὁποία πιστοποιεῖται τὸ ἀποστολικό μου ἀξίωμα, εἶσθε ἐσεῖς, τοὺς ὁποίους ἐγὼ ὁδήγησα στὸν Χριστό.

Ὁ θεῖος Ἀπόστολος ποὺ μὲ διάθεση αὐτοθυσίας ποίμανε τοὺς πιστοὺς τῆς Κορίνθου καὶ τοὺς ὁδήγησε στὸν Χριστό, μᾶς προτρέπει ἀνάλογο θυσιαστικὸ φρό­νημα νὰ ἔχουμε κι ἐμεῖς ἀπέναντι στοὺς ἄλλους. Αὐτὸ νὰ εἶναι τὸ κίνητρο τῶν πράξεών μας: ἡ ἀγάπη· καὶ μάλιστα ἡ θυσιαστικὴ ἀγάπη. Ὅποιος ἔχει θυσιαστικὴ ἀγάπη, περιφρονεῖ τὶς προτιμήσεις του, ἀδιαφορεῖ γιὰ τὰ θελήματά του, βάζει στὸ περιθώριο τὰ δικαιώματά του, ξεχνᾶ τὸν ἑαυτό του καὶ θυσιάζεται προκειμένου νὰ βοηθήσει, νὰ χαροποιήσει, νὰ ξεκουράσει, νὰ ἀναπαύσει καὶ νὰ εὐχαριστήσει τὸν συνάνθρωπό του.

Ἂς μὴ διστάζουμε λοιπὸν νὰ θυσιάζουμε τὰ δικαιώματά μας στὸν βωμὸ τῆς ἀγάπης. Ἀφοῦ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς θυσιάσθηκε γιὰ ἐμᾶς καὶ γιὰ τὸν κάθε συνάνθρωπό μας, ὅπως ἀναφέραμε νωρίτερα, ἀξίζει κι ἐμεῖς νὰ προβαίνουμε σὲ κάθε θυσία γιὰ τοὺς ἄλλους καὶ μάλιστα γιὰ τὴ σωτηρία τους.







 

ΜΑΚΡΙΑ ΚΑΙ...ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΙ!


«Ο άνθρωπος που σου ζητάει ειλικρινή συγχώρεση, όταν σφάλλη, να τον συγχωράς, κάθε φορά που σφάλλει, με καλοσύνη, και να τον αγαπάς και από κοντά. Τον δε πονηρό που σου ζητάει δήθεν συγχώρεση, για να κάνη τη δουλειά του και συνέχεια να σε μπλέκη στις υποθέσεις του, που βλάπτουν ψυχικά και άλλους ανθρώπους, συγχώρεσέ τον εβδομήντα επτά φορές μαζεμένες, και στο εξής να τον αγαπάς από μακριά και να εύχεσαι γι’ αυτόν» (όσιος Παῒσιος αγιορείτης).

Ο άγιος Παῒσιος, ο μεγάλος όσιος της εποχής μας, ζούσε στο ανώτερο δυνατό για τον άνθρωπο την αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Κι αυτό που ζούσε αυτό και δίδασκε είτε προφορικά είτε με τις επιστολές του, μαρτυρώντας στην πραγματικότητα ό,τι διακηρύσσει η Αγία Γραφή και όλη η Πατερική εκκλησιαστική παράδοση. Η αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο δεν είναι η βασική εντολή του ίδιου του Θεού και στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη; Και μάλιστα η προς τον συνάνθρωπο αγάπη αποτελεί και την απόδειξη για την ύπαρξη της αγάπης και προς τον Θεό. Ποτέ δεν αυτονομείται η μία από την άλλη, σαν το νόμισμα που έχει δύο πλευρές. Θα πει σε κάποια άλλη αποστροφή λόγου του ο όσιος: «Αν ο άνθρωπος αγαπά τον Θεό, μετά αγαπάει και το σπίτι του, και τον γείτονά του, και τον γείτονα στο σύνορο και τον πάρα πέρα γείτονα. Αν δεν αγαπά τον Θεό, δεν αγαπάει ούτε τον γείτονα ούτε κανέναν. Μετά, αρχίζει ο άνθρωπος να κινείται από συμφέρον».

Έκφραση της γνήσιας αγάπης προς τον συνάνθρωπο, όπως το ζητάει  ο ίδιος ο Κύριος, είναι η απόλυτη ετοιμότητα του πιστού  προσφοράς συγγνώμης προς εκείνον που σφάλλει απέναντί του – η ανεξικακία και συγχωρητικότητά του. Κι όχι όταν σφάλλει μόνο μία φορά, αλλά απειράκις. Στο ερώτημα των μαθητών του Χριστού μέχρι πόσες φορές πρέπει να συγχωρούν τον συνάνθρωπό τους όταν σφάλλει απέναντί τους, λέγοντας και το κατ’ αυτούς όριο: μέχρι επτά, ο Χριστός απάντησε: «Όχι επτάκις, αλλ’ έως εβδομηκοντάκις επτά», δηλαδή διαρκώς και χωρίς όριο. Κι εδώ έχουμε τη συνεισφορά του αγίου Παϊσίου, εδραζομένη βεβαίως και αυτή στο ίδιο το παράδειγμα του Ιησού Χριστού: η αγάπη και η συγγνώμη πρέπει να υπάρχει πάντοτε στον χριστιανό – δεν υπάρχει χριστιανός που να κρατάει κακία και πικρία μέσα στην καρδιά του, όταν μάλιστα καλείται όχι μόνο να συγχωρεί αλλά και να αγαπάει μέχρι θυσίας και τον ίδιο τον εχθρό του – αλλά η αγάπη του να συνοδεύεται με διάκριση. Η διακριτική αγάπη είναι εκείνο που αποκαλύπτει την καθαρή συνείδηση του πιστού ανθρώπου.

Η διάκριση αυτή, καρπός φωτισμού από τη ζωντανή σχέση του χριστιανού με τον Κύριο, του δίνει τη δυνατότητα να «βλέπει» την ειλικρινή ή την πονηρή διάθεση του άλλου: ο ειλικρινής, έστω κι αν σφάλλει, ζητάει συγγνώμη με την καρδιά του, θέλοντας να διορθώσει και να αλλάξει τα πράγματα, έστω κι αν δεν τα καταφέρνει τελικώς∙  ο πονηρός ζητάει συγγνώμη αλλά με συμφέρον και υπολογισμό: για να χρησιμοποιήσει τον αδικημένο από αυτόν και πάλι για τα δικά του συμφέροντα – η ψεύτικη συγγνώμη του είναι εργαλείο εξυπηρέτησης του εγωισμού του, συνεπώς βλάπτει εξακολουθητικά τους άλλους.

Τι κάνει λοιπόν ο χριστιανός; Τον μεν ειλικρινή και τον συγχωρεί όπως είπαμε, αλλά και τον προσεγγίζει – «τον αγαπά και από κοντά»,  δεν τον απομακρύνει από την παρέα και τη φιλία του. Τον πονηρό όμως, βεβαίως τον συγχωρεί, και μάλιστα διαμιάς που θα πει παντοτινά, αλλά μένει μακριά του. Τον αγαπά εξ... αποστάσεως! Κι εκφράζει την αγάπη του μόνο μέσω της προσευχής υπέρ αυτού. Και τη στάση αυτή την είδαμε και στον ίδιο τον Κύριο: αγαπούσε τους πάντες, σταυρώθηκε για τους πάντες «αίροντας τις αμαρτίες τους», αλλά δεν ήταν φίλος με όλους. (Αληθινούς φίλους Του άλλωστε χαρακτήρισε μόνον εκείνους που τηρούν το θέλημα του Πατρός Του του εν Ουρανοίς). Γι’ αυτό και απέφευγε όσους Τον εχθρεύονταν και λειτουργούσαν με πονηρία και υπολογισμό απέναντί Του, όπως ήταν οι Φαρισαίοι και οι Σαδδουκαίοι.  

ΠΗΓΗ:Ι.Ν.ΑΓ.ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ Ν.ΚΑΛΛΙΠΟΛΕΩΣ

 

Η παραβολή της "Μέλλουσας Κρίσης" μέσα από μία ταινία.


...δεῦτε, οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου·...(Ματθ. κε΄, 31-33).



ΠΗΓΗ:Ι.Ν.ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ Ν.ΚΑΛΛΙΠΟΛΕΩΣ

            ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟΝ.

   

Είναι γνωστό ότι για την Εκκλησία μας, μολονότι το κάθε Σάββατο το έχει αφιερωμένο στους αγίους μάρτυρες και στους κεκοιμημένους πιστούς της, δύο είναι τα ψυχοσάββατα: αυτό της παραμονής της Κυριακής των Απόκρεω και αυτό της παραμονής της αγίας Πεντηκοστής. Γι’  αυτό και κατά τις δύο αυτές ημέρες ακούμε το συναξάρι να σημειώνει: «Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, μνείαν πάντων τῶν ἀπ’ αἰῶνος κοιμηθέντων εὐσεβῶς, ἐπ’ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου, οἱ θειότατοι Πατέρες ἐθέσπισαν» (Την ίδια ημέρα, οι θειότατοι Πατέρες θέσπισαν να θυμόμαστε όλους τους απαρχής ευσεβώς κεκοιμημένους, αυτούς δηλαδή που έφυγαν από τον κόσμο αυτόν με την ελπίδα της αναστάσεως της αιώνιας ζωής).

Για την Εκκλησία οι κεκοιμημένοι δεν αποτελούν τμήμα του κόσμου που «τελείωσε και έφυγε» – ό,τι πιστεύουν πολλοί που την ύπαρξή τους την έχουν περικλείσει στα ασφυκτικά πλαίσια του κόσμου τούτου, γιατί έχουν διαγράψει τον Θεό και τον Χριστό από τη ζωή τους. Οι κεκοιμημένοι συνιστούν οργανικό κομμάτι της Εκκλησίας, κομμάτι δηλαδή του σώματος του Χριστού, διότι ο θάνατος δεν είναι η θύρα που οδηγεί στην ανυπαρξία, αλλά η θύρα που εκβάλλει στην αγκαλιά του Χριστού. Όπως οι πιστοί ζούμε στην αγκαλιά αυτή στον κόσμο τούτο, το ίδιο και ακόμη περισσότερο συμβαίνει και την ώρα του θανάτου μας και μετέπειτα. Μας το λέει με άμεσο τρόπο ο απόστολος Παύλος, βασισμένος βεβαίως στην Ανάσταση του ίδιου του Κυρίου Ιησού Χριστού: «ἐάν τε ζῶμεν, ἐάν τε ἀποθνῄσκωμεν, τοῦ Κυρίου ἐσμέν» (είτε είμαστε στη ζωή αυτή είτε φεύγουμε από τη ζωή αυτή, στον Κύριο ανήκουμε).

Κι είναι ευνόητο: ο Κύριος ως Παντοκράτωρ, ως Δημιουργός και Προνοητής και Κυβερνήτης του κόσμου όλου, ως «ὁ ἐξ Οὗ καί δι’ Οὗ καί εἰς Ὅν τά πάντα ἔκτισται», μάς δίνει τη δυνατότητα να ζούμε και εδώ στον κόσμο τούτο ψυχοσωματικά, αλλά και μετά τον θάνατό μας ως ψυχές, πολύ περισσότερο έπειτα μετά τη Δευτέρα Του Παρουσία που θα αναστήσει τα σώματά μας για να ενωθούν και πάλι με τις ψυχές μας, ώστε ολόκληροι να ζούμε μέσα στην παρουσία Του, είτε θετικά (Παράδεισος) είτε δυστυχώς αρνητικά (Κόλαση). Αν υπάρχει δηλαδή και υφίσταται η ζωή, αυτό οφείλεται στην πηγή της που είναι ο ίδιος ο Θεός. «Ἐγώ εἰμι ὁ Ὤν». «Ὅτι παρά Σοί πηγή ζωῆς». «Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδός καί ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή». Ο Κύριος είναι ο Θεός των ζώντων και των κεκοιμημένων.

Αυτούς λοιπόν τους κεκοιμημένους, ιδίως τους εν πίστει κεκοιμημένους, θυμόμαστε τα Σάββατα και κατεξοχήν τα ψυχοσάββατα, σαν το σημερινό, με σκοπό αφενός να προσευχηθούμε για την εν Κυρίῳ ανάπαυσή τους – ως άνθρωποι μπορεί να μην είχαν ολοκληρώσει τη μετάνοιά τους – αφετέρου να προκληθούμε οι εν κόσμῳ ακόμη ευρισκόμενοι ώστε να βαθύνουμε τη μετάνοιά μας, να νιώσουμε ενόψει του ορίου του θανάτου ότι η αληθινή ζωή είναι η ζωή που έχει αιώνιο χαρακτήρα και δεν είναι αυτή που εκτρέφει απλώς τα πάθη μας, κατεξοχήν τον εγωισμό και τα όποια παρακλάδια του - να προσανατολίσουμε την καρδιά και τη σκέψη μας στην εντολή του Κυρίου «ζητεῖτε πρῶτον τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνην Αὐτοῦ καί ταῦτα πάντα (όλα τα απαραίτητα για τα προς το ζην) προστεθήσεται ὑμῖν».

Και πρέπει να τονίσουμε ότι τα δύο αυτά: προσευχή υπέρ των κεκοιμημένων, πρόκληση να μετανοήσουμε αληθινά, δεν είναι απλώς προσθετικές καταστάσεις με την έννοια  να κάνουμε το ένα, αλλά ευκαιρία να κάνουμε και το άλλο. Κι αυτό γιατί το ένα συνιστά προϋπόθεση του άλλου. Μετανοώ σημαίνει ότι αλλάζω νου, αλλάζω τρόπο θέασης των πραγμάτων, αλλάζω ζωή – επιστρέφω προς τον Θεό μένοντας πάνω στο άγιο θέλημά Του, την αγάπη. Κι αυτό θα πει ότι αρχίζω, κατά την αναλογία της μετάνοιάς μου, να αγαπώ σωστά και τον Θεό και τον συνάνθρωπό μου, τον συνάνθρωπο μάλιστα που ευρίσκεται όπου γης αλλά και σε οποιοδήποτε βάθος χρόνου. Μη ξεχνάμε ότι κατά την πίστη μας ο χριστιανός συνιστά «μίμημα Χριστού» ως κατ’ εικόνα Εκείνου δημιουργημένος, συνεπώς το φρόνημα Χριστού που περιέκλειε μέσα Του σύμπασα την ανθρωπότητα, τοπικά και χρονικά, αποτελεί όριο και του κάθε χριστιανού, οπότε και ο μετανοών χριστιανός τον όποιο συνάνθρωπο, στην όποια τοπική αλλά και χρονική έκταση, τον περικλείει στην ύπαρξή του, θεωρώντας τον οργανικό κομμάτι δικό του. Η προσευχή του λοιπόν και για τους κεκοιμημένους είναι όχι απλώς ευκταία κατάσταση, αλλά δεδομένη πραγματικότητα της συνείδησής του, οφειλή που χωρίς αυτήν εκπίπτει σχεδόν από την πίστη του. «Ἀγαπήσεις τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν».

Κι η Εκκλησία μας λοιπόν με αφορμή το όριο του θανάτου μάς καλεί σε μετάνοια, σ’ αυτήν την απεραντοσύνη της εν Κυρίῳ εμπειρίας της, στην αληθινή ζωή με βάση τις εντολές του Θεού. Γιατί είναι δυστυχώς πολύ εύκολο στον κόσμο τούτο που ευρισκόμαστε, τον πεσμένο στην αμαρτία, να εκτραπούμε από την Οδό του Χριστού και να προσκολληθούμε στα πάθη μας που ελκύονται από τη γοητεία της σαρκολατρείας του κόσμου. Ένας ύμνος μάλιστα από τους πολλούς που μας προσφέρει είναι πολύ χαρακτηριστικός για την αποτίναξη της πλάνης των αισθήσεων και το άνοιγμα των οφθαλμών στην όντως πραγματικότητα του Θεού.

«Πάντες οἱ τῷ βίῳ προστετηκότες, δεῦτε ἐν τοῖς τάφοις ἐξεστηκότες, ἐγκύψατε, ἴδετε τοῦ κόσμου τήν ἀπάτην∙ ποῦ νῦν τοῦ σώματος τό κάλλος καί ἡ δόξα τοῦ πλούτου; Ποῦ δέ ἡ ἔπαρσις τοῦ βίου; Ὄντως μάταια πάντα∙ διό κράξωμεν πρός τόν Σωτῆρα∙ Οὕς ἐξελέξω ἐκ τῶν προσκαίρων ἀνάπαυσον, διά τό μέγα σου ἔλεος».

(Όσοι είστε προσκολλημένοι εμπαθώς στη ζωή αυτή, εμπρός σκύψτε προσεκτικά πάνω στους τάφους έκθαμβοι και δείτε την απάτη του κόσμου. Πού είναι τώρα η ομορφιά του σώματος και  η δόξα του πλούτου; Πού είναι η αλαζονεία της ζωής; Πράγματι, όλα είναι μάταια. Γι’ αυτό ας φωνάξουμε δυνατά προς τον Σωτήρα Χριστό: Αυτούς που πήρες από τα πρόσκαιρα ανάπαυσέ τους, λόγω του μεγάλου Σου ελέους).

Αναφέρεται σε όλους εμάς που δεν βρισκόμαστε στο κανονικό επίπεδο των αληθινών υιών: να είμαστε προσκολλημένοι στον Κύριο από την αγάπη μας γι’ Αυτόν. Προσκολλημένοι συχνά – ή ίσως διαρκώς; - στις μέριμνες του βίου, γοητευμένοι από τα πάθη μας, ξεχνάμε το ουσιαστικότερο για τη σωτηρία μας: την αιώνια ζωή ως ζωντανή σχέση με τον Θεό. Κι έρχεται η επαφή μας με τους τάφους, λόγω και της ημέρας, να θυμηθούμε ότι τελικά ό,τι κάνουμε και επιδιώκουμε στη ζωή αυτή, αν δεν χρωματίζεται από τον Χριστό, είναι μάταιο: ομορφιά, πλούτος, θέσεις, αξιώματα. Πόσο θα πρέπει να θυμόμαστε τα λόγια της Γραφής ήδη από την Παλαιά Διαθήκη: «Ματαιότης ματαιοτήτων, τά πάντα ματαιότης». Καί: «μιμνῄσκου τά ἔσχατά σου καί οὐ μή ἁμάρτῃς εἰς τόν αἰῶνα» (θυμήσου το τέλος σου και ποτέ δεν θα αμαρτήσεις). Αν δεν μας κινεί η αγάπη του Θεού, τουλάχιστον ας μας κινεί ο φόβος του θανάτου. Μπορεί να μην είναι ό,τι καλύτερο, τουλάχιστον όμως μπορεί να αποβεί σωτήριο.

ΠΗΓΗ:Ι.Ν.ΑΓ.ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ Ν.ΚΑΛΛΙΠΟΛΕΩΣ


 

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΓΑΖΗΣ.

«῾Ο ὅσιος Πορφύριος καταγόταν ἀπό τήν πόλη τῆς Θεσσαλονίκης καί ἦταν υἱός εὐσεβῶν καί πλουσίων γονέων. ᾽Αφοῦ ἔφυγε ἀπό τήν πόλη του ἦλθε στήν Αἴγυπτο, ὅπου εἰσῆλθε σέ σκήτη καί ἀκολούθησε τόν μοναχικό βίο. Μετά ἀπό πέντε χρόνια πῆγε  στά ῾Ιεροσόλυμα κι ἐκεῖ φώτισε πλούσια πολλούς ἀνθρώπους μέ τόν λόγο του. Γι᾽ αὐτό καί χειροτονήθηκε πρεσβύτερος ἀπό τόν Πατριάρχη ῾Ιεροσολύμων Πραΰλιο. ῎Επειτα χειροτονήθηκε ἐπίσκοπος Γάζης ἀπό τόν ᾽Ιωάννη πού ἦταν ἐπίσκοπος τῆς Καισάρειας τῆς Παλαιστίνης. Στή Γάζα ἔκανε πολλά θαύματα, στήριξε τούς πιστούς καί ἐπέστρεψε στήν ἀληθινή γνώση τοῦ Θεοῦ πολλούς ἀπό τούς ἀπίστους. ᾽Αναχωρεῖ ὅμως πρός τήν Κωνσταντινούπολη, γιατί ἔβλεπε τούς πιστούς νά ἀδικοῦνται ἀπό τούς ἀνθρώπους τῆς ἐξουσίας στή χώρα αὐτή (πού ἦταν εἰδωλολάτρες καί αἱρετικοί). Καί καθώς συνάντησε τόν ἅγιο ᾽Ιωάννη τόν Χρυσόστομο, τόν ἀρχιεπίσκοπο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, καί τοῦ διηγήθηκε τά σχετικά μέ τόν ἴδιο, γιά ποιό λόγο δηλαδή βρέθηκε ἐκεῖ, ὁδηγήθηκε ἀπό τόν ἅγιο στόν ᾽Αμάντιο τόν κουβικουλάριο.

᾽Από τόν ᾽Αμάντιο λοιπόν ἔμαθε τά περί αὐτοῦ ἡ βασίλισσα (Εὐδοξία), γι᾽ αὐτό τόν δέχτηκε μέ εὐμένεια, ἐνῶ ἀνέφερε στόν βασιλιά τόν ἐρχομό του καί τήν  προφητεία του γιά τό ἄρρεν παιδί πού ἐπρόκειτο νά γεννήσει. ῾Ο βασιλιάς τότε, ἐπειδή χάρηκε γιά τήν εἴδηση, εὐχαρίστησε ὅπως ἔπρεπε τόν Θεό. ῎Επειτα ἡ βασίλισσα γέννησε τόν νέο Θεοδόσιο. Κι ἀφοῦ προσκάλεσε τόν ὅσιο, εὐλογήθηκε ἀπό αὐτόν καί τοῦ ὑποσχέθηκε ὅτι θά ἐκπληρώσει ὅλα ὅσα ζήτησε ὁ ὅσιος, καθώς παρεκάλεσε τόν βασιλιά. ῾Ο βασιλιάς ὅμως, ὅταν πῆρε καί διάβασε τά αἰτήματα, ἦλθε σέ δύσκολη θέση, λέγοντας ὅτι δέν εἶναι δυνατόν νά διωχθοῦν οἱ εἰδωλολάτρες λόγω τῆς μεγάλης χρησιμότητάς τους. ῾Η βασίλισσα τότε εἶπε πρός τόν βασιλιά: πράγματι εἶναι βαρειά ἡ αἴτηση, εἶναι βαρύτερη ὅμως ἡ παραίτηση ἀπό αὐτήν. Γιά τόν λόγο αὐτό καί συμφώνησε ὁ βασιλιάς νά ἐκπληρωθοῦν τά ζητούμενα, ὁπότε καί στέλονται γραπτές διαταγές κατά τῶν αἱρετικῶν πού πρόσταζαν νά ἐκδιωχθοῦν αὐτοί ἀπό τήν Γάζα.

῾Ο δέ μακάριος Πορφύριος παίρνει ἀπό τήν Αὐγούστα δύο κεντηνάρια χρυσοῦ γιά νά κτίσει ἐκκλησία καί διακόσια νομίσματα γιά δαπάνες. Κι ἀφοῦ ἐπέστρεψε στήν ἐκκλησία του, κατέστρεψε ὅλους τούς ἄλλους ναούς τῶν εἰδώλων, ἐνῶ ἔδιωξε τούς αἱρετικούς. Καί τόν ναό τοῦ Δία, τόν ναό τοῦ Μαρνά κατά τή γλώσσα τῶν Γαζαίων, ἀφοῦ τόν κατεύκασε μέ φωτιά, ἀνήγειρε στή θέση του ἐκκλησία κατά τό σχῆμα πού εἶχε διατάξει ἡ βασίλισσα Εὐδοξία. Λοιπόν, ἀφοῦ διέπρεψε στήν ἐκκλησία του μέ τήν ὁσία ζωή του καί ἔκανε πάρα πολλά θαύματα, σέ εἰκοσιτέσσερα ἔτη καί ἕντεκα μῆνες καί ὀκτώ ἡμέρες, ἐκδήμησε πρός τόν Κύριο».

᾽Εκεῖ πού ὁ ἅγιος ὑμνογράφος ᾽Ιωσήφ συμπυκνώνει τά βασικά στοιχεῖα τῆς ζωῆς τοῦ ὁσίου Πορφυρίου, εἶναι στό κοντάκιο τῆς ἀκολουθίας. ῾Ο ὅσιος ἦταν στολισμένος μέ ἱερότατους τρόπους, ζοῦσε δηλαδή ἁγία ζωή· ἦταν δοξασμένος ὡς ἱερέας· διακρινόταν γιά τό πλούσιο χάρισμα τῆς θαυματουργίας του· ἀδιάκοπα πρεσβεύει γιά χάρη μας στόν Κύριο καί Θεό μας. «᾽Επειδή ἤσουν κοσμημένος μέ τούς ἱερότατους τρόπους σου, δοξάστηκες πολύ ἀπό τίς στολές τῆς ἱερωσύνης, παμμάκαρ θεόφρον Πορφύριε. Γι᾽ αὐτό καί διαπρέπεις στά ὑψώματα τῶν ἰαμάτων, πρεσβεύοντας ἀδιάκοπα ὐπέρ ὅλων ἡμῶν».

Πράγματι, ὁ ἅγιος ὑμνογράφος ἐπικεντρώνει ἰδιαιτέρως τήν προσοχή του σ᾽ αὐτό πού συνιστᾶ τήν προϋπόθεση καί τῆς ἱερωσύνης καί τῆς θαυματουργίας  ἑνός ἁγίου καί τῆς ὅλης ἁγιότητας τῆς ζωῆς του: τήν κάθαρση τῆς καρδιᾶς. Ὁ ὅσιος, κατά τόν ὑμνογράφο Ἰωσήφ, «ἔσβησε τή φλόγα τῶν παθῶν τῆς ἁμαρτίας, γιατί καθάρισε τόν ρύπο τῆς ψυχῆς του μέ τούς ποταμούς τῶν δακρύων του». Δέν εἶναι δυνατόν νά μιλᾶμε γιά ἕναν ἱερέα τοῦ Χριστοῦ, πολύ περισσότερο γιά ἕναν ἅγιο, ἄν δέν δοῦμε τόν ἐσωτερικό ἀγώνα του γιά κάθαρση τῆς καρδιᾶς του. Στήν καρδιά, στόν ἐσωτερικό κόσμο ῾παίζεται᾽ τό ὅλο παιχνίδι τῆς σωτηρίας, γιατί ἐκεῖ κερδίζει ἤ χάνει κανείς τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. «῾Η βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντός ὑμῶν ἐστι» εἶπε ὁ Κύριος. Καί: «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται». Καί χρειάζεται νά ἐπιμένουμε σ᾽ αὐτήν τήν ἀλήθεια, γιατί πολλοί μπορεῖ νά ἔχουμε εἰσέλθει στήν ἱερωσύνη, δέν σημαίνει ὅμως ὅτι καί πράγματι θεωρούμαστε ἱερεῖς τοῦ Κυρίου. ῎Ηδη ἀπό τήν πρώτη ὠδή τοῦ κανόνα του ὁ ἅγιος ᾽Ιωσήφ τό ἐπισημαίνει: «Προθανάτωσες ὅλα τά πάθη μέ τήν ἄσκησή σου, Πορφύριε, γι᾽ αὐτό καί ἀναδείχθηκες ἱερέας αὐτοῦ πού δεσπόζει τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου».

῾Ο λόγος εἶναι φοβερός. Ὁ ἀληθινός ἱερέας εἶναι αὐτός πού ἔχει κεκαθαρμένη καρδία καί συνεπῶς ἀντιφεγγίζει τό φῶς τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Ἡ ζωή του ἔτσι, ὁ λόγος του, ἡ ὕπαρξή του ὅλη συνιστοῦν μία φανέρωση τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ. Πρόκειται γιά τήν ἴδια ἀλήθεια πού τονίζουν ὅλοι οἱ ἅγιοι Πατέρες μας ὅταν μιλοῦν γιά τήν ἱερωσύνη, ὅπως ὁ ἅγιος Χρυσόστομος γιά παράδειγμα, ὁ ὁποῖος μιλώντας κι αὐτός γιά τόν ἱερέα σημειώνει ὅτι πρέπει νά εἶναι καθαρός περισσότερο καί ἀπό τήν ἀκτίνα τοῦ ἥλιου. Δέν πρέπει ὅμως νά διαλάθει τῆς προσοχῆς μας καί κάτι πολύ σημαντικό πού τονίζει μέσα στή συνάφεια αὐτή γιά τήν ἱερωσύνη καί τίς προϋποθέσεις της ὁ ἅγιος ὑμνογράφος. ῾Ο ὅσιος Πορφύριος ὡς ἀληθινός ἱερέας μέ τόν τρόπο πού τονίστηκε, ἀφενός εἶχε μεγάλη ἐπίδραση στόν λαό πού τοῦ ἐνεπιστεύθη τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καί ἡ ᾽Εκκλησία - πού σημαίνει βεβαίως ὅτι τότε ἐπιδροῦμε οἱ ἱερεῖς στό ποίμνιό μας, ὅταν ἡ ζωή μας εἶναι ἀπαύγασμα τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ - καί ἀφετέρου, ἡ διαποίμανση τοῦ ποιμνίου ἀπό τούς ἱερεῖς δέν πρέπει νά τούς ὁδηγεῖ στή λήθη τῆς βασικωτάτης ἀλήθειας ὅτι καί αὐτοί συνιστοῦν ῾ἄρνες᾽ γιά τόν Κύριο. Καί ὁ πιστός λαός δηλαδή καί οἱ κληρικοί τελικῶς ἀποτελοῦμε ποίμνιο τοῦ Κυρίου μας ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ. ᾽Εκεῖνος εἶναι ὁ ἀληθινός ποιμήν καί ὁ ἀληθινός ἀρχιερέας, στήν ἱερωσύνη τοῦ ῾Οποίου μετέχουμε ὅλοι, κληρικοί καί λαϊκοί. Εἶναι λοιπόν ἀνθρώπινη ἡ διάκριση σέ ποιμένες καί ποιμαινόμενους, ἐνῶ ἀπό πλευρᾶς τοῦ Κυρίου ὅλοι εἴμαστε ἕνα μπροστά Του. Πρόκειται γιά ἀλήθεια πού τονίζουν οἱ Πατέρες τῆς ᾽Εκκλησίας μας, σάν τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο γιά παράδειγμα, τήν τονίζει δέ καί ὁ ἅγιος ὑμνογράφος ᾽Ιωσήφ στήν ὠδή ς´ τοῦ κανόνα του: «Ποίμανες τά ἀρνιά στή χλόη τῆς ἀλήθειας, γι᾽ αὐτό καί σύ ὁδηγήθηκες σάν ἀρνί στόν Ποιμένα Χριστό, Πορφύριε».

ΠΗΓΗ:Ι.Ν.ΑΓ.ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ Ν.ΚΑΛΛΙΠΟΛΕΩΣ


ΚΥΡΙΑΚΗ 7 ΙΟΥΝΙΟΥ 2026 ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ (Ματθ. ι΄ 32-33, 37-38, ιθ’ 27-30) (Εβρ. ια΄ 33 – ιβ΄ 2)

         " Ο Λόγος του Θεού στον Λαό του Θεού" Πίστεως αναβάσεις «Οι Άγιοι Πάντες διά πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας»   Μάρτυρες ...