Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2022

  ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ

ΕΠΙ ΤΗι ΠΡΩΤΗι ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΤΟΥΣ 2023

ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, ΦΑΛΗΡΟΥ, ΔΡΑΠΕΤΣΩΝΑΣ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΡΕΝΤΗ

κ.κ. Σ Ε Ρ Α Φ Ε Ι Μ

ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΙΕΡΟΝ ΚΛΗΡΟΝ ΚΑΙ ΤΟ ΠΛΗΡΩΜΑ

ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΑΥΤΟΥ


᾿Αδελφοί συλλειτουργοί καί τέκνα ἐν Κυρίῳ Χρόνια Πολλά !

Εἰσερχόμενοι σ᾿ ἔνα καινούργιο χρόνο, ἐναύλως τίθεται τό ἐρώτημα : Γιατίἔρχεται στόν κόσμο αὐτόν ὁ ἄνθρωπος; Χρειάζεται ὁ κόσμος τόν ἄνθρωπο; ὑπάρχει κάποιος σκοπός στόν κόσμο καί ὑπάρχει κάποιος σκοπός γιά τόν ἄνθρωπο; ᾿Απορίες πού ἀνακύπτουν ἀπό ἕναν διαστοχασμό μοναχικό τῆς ὕπαρξής μας ὅλης,  ἀπορίες διατρητικές, ἀνατρεπτικές μιᾶς φαινομενικῆς τάξης καί μιᾶς παράδοξης ἀλληλουχίας πού πληγώνει στά βάθη του τόν ἄνθρωπο, θέτοντας τον ὑπό πολλαπλῆ διερώτηση, ἀπογυμνώνοντας τήν ἀσίγαστη προβληματικότητα του.

Μέσα σ᾿ ἕνα κόσμο πού ὀφείλεται σέ θεία ῾Ετοιμασία ἔρχεται ὁ καθένας μέδάκρυα στά μάτια, γιά νά γνωρίσει, νά θαυμάσει, νά ζήσει τό ἁρμονικό κάλλος τῆς Δημιουργίας ὅλης. Τό κάλλος αὐτό, τό πολύμορφο καί πολύτροπο, ἔχει θεία καταγωγή, εἶναι κατόρθωμα ἱερό. καί τά ἴχνη αὐτῆς τῆς ἱερότητας ἔρχεται νά γνωρίσει ὁἄνθρωπος. Γιά τοῦτο ὀφείλει νά ἔρχεται ὡς προσκυνητής. Νά ἔρχεται, νάσυμπεριφέρεται καί ν᾿ ἀπέρχεται ὡς προσκυνητής. νά ἐμβιώνει, νά συμβιώνει καί νάἀποβιώνει ὡς εὐλαβής ἐπισκέπτης.

Γιά αἰώνες ὁ ἄνθρωπος συμπεριφέρθηκε μέσα στόν κόσμο ἔτσι. ῎Εκτισε τίς πολιτεῖες του ἀκολουθώντας τίς θεήγόρες γραμμές τῶν τοπίων τοῦ κόσμου. ῞Υψωσε τάἱερά του ἐκεῖ ὅπου ἔνιωθε μέσα στόν κόσμο τήν πανέμορφη ἔξαρση τοῦ θείου. ῎Εστησε τά γεφύρια του συνομιλώντας εὐλαβικά μέ τά ποτάμια, χαϊδεύοντας στοργικά τήν τριγύρω τους φύση. Καί ὕψωσε τείχη μέσα στήν ταυτόμορφη ἁρμονία τοῦ τοπίου ἐνῶστέριωσε τά λιμάνια του ἐκεῖ ὅπου τό δάχτυλο τοῦ Πλάστη του εἶχε φανερώσει τούς πρόσφορους κόλπους. Δέν εἶναι τυχαῖο πού ὅλα τά παλιά τοῦ ἀνθρώπου ἔργα μοιάζει νά ἔχουν ψυχή, μοιάζει νά λαλοῦν καί ἀπό ὁλόβαθά τους νά ψάλουν τήν ἱερότητα τοῦκόσμου καί τά θαυμάσια τοῦ Θεοῦ. ῞Οπου ὁ ἄνθρωπος ἔπαυε νά εἶναι προσκυνητής τοῦκόσμου καί ὑπέκεπτε στήν οἴηση, ὁ κόσμος ὁ ἴδιος ἐρχόταν καί μέ ἄκαμπτες, μυστικές δυνάμεις ἐσάρωνε καί ἐτσάκιζε τά ἔργα ἐτοῦτα τῆς οἴησης.

῞Ωσπου, στούς στερνούς αὐτούς δύο αἰώνες τῆς οἰκουμένης ἡ οἴηση πούὑπέβοσκε μέσα στόν ἄνθρωπο κατανίκησε τό ἦθος τοῦ προσκυνητῆ καί τόν ἀναγόρευσε κατακτητή τοῦ κόσμου.

῾Ως κατακτητής, ὁ ἄνθρωπος, ὅπου ζεῖ καί ἀπ᾿ ὅπου περνᾶ, σαρώνει τήν ἱερότητα τοῦ κόσμου κι ἀναγορεύει τόν ἑαυτό του σέ νοῦ τῆς Δημιουργίας ὅλης. Αὐτός πού ἧλθε γιά νά φύγει, συμπεριφέρεται ὡς ἀλαζονικός κληρονόμος πού μένει. Μένει καί κατακτᾶ, καί μετασχηματίζει, καί ἀλλοιώνει, καί ἀσχημίζει, καί γκρεμίζει, καί κατατρώγει, καί τήν ὄψη καί τά σπλάχνα τοῦ κόσμου. Προσπαθεῖ νά ἀπαλείψει τήν ἱερότητα τοῦ κόσμου, νάσβήσει τήν σφραγίδα τοῦ Θεοῦ, νά θέσει ἀναιδῶς τήν δική του. Εἶναι ἀδίσταχτος, ἀδηφάγος, ἄμοιρος ἁρμονίας καί ὀμορφιᾶς, πλάσμα πού μένει προσηλωμένο ἔξω ἀπότόν     ἑαυτό του, κοινωνικός καί κοινωνικοφανής, ἐπικοινωνιακός καί μύχια ἀκοινώνητος, ἕνας βάρβαρος πού κρατεῖ στά χέρια δυνάμεις ἀβυσσαλέες καί τρέφεται μέ τό μίσος, τήν ἀντιπάθεια, τήν διεκδίκηση, τήν ἐπιθετικότητα, – ποτέ μέ τήν ἀγάπη πού ξυπνᾶ στήν ψυχή ἡ κοινωνία τῆς ἱερότητας ὅλης τῆς Δημιουργίας, τήν ἀγάπη τοῦπροσκυνητῆ.

Καί νά πού στό κατώφλι ἑνός καινούργιου χρόνου ὁ κατακτητής ἄνθρωπος, σέρνοντας πίσω του τά πιό ἄσχημα, κακόγουστα, ἐκτρωματικά, ἀντιφυσικά, ἀντικοσμικά ἔργα του, ὁδηγεῖται σ᾿ ἕνα συγκλονιστικό ἀδιέξοδο : μπορεῖ νά θανατώσει μέ τίς κατακτητικές του δυνάμεις τόν κόσμον ὅλο ἀλλά δέν μπορεῖ νά ἀθανατίσει τόν ἑαυτό του. ῞Ο,σα καί ὅπως καί ἄν βιώσει, τελικά θά ἀποβιώσει. καί ἡ μνήμη τῶν κατακτητικῶν του ἀπολαύσεων δέν θά τόν συνοδεύσει. ῾Ο κατακτητής θά καμφθεῖἐμπρός στἠν ἱερότητα τοῦ θανάτου, ὅσο καί ἄν ἔχει τραφεῖ μέ τήν οἴηση τῶν κατακτήσεών του, ὅσο κι ἄν ἔχει παραμορφώσει τόν κόσμο. ῾Ο κόσμος τελικά θά τόν θάψει. Καί θ᾿ ἀπλώσει καί πάλι πάνω ἀπό τά λείψανά του τήν θεσπέσια ἀλουργίδα τῆς ἱερότητας τῆς Δημιουργίας, φυτά, ἄνθη, ζωΰφια πού ἀντικρύζουμε νά μισοντύνουν τ᾿ ἀρχαία ἐρείπια, τά μισογκρεμισμένα κάστρα, τά λησμονημένα γεφύρια.

᾿Αλλά πῶς ὁ γυμνός καί τετραχηλισμένος ἄνθρωπος – κατακτητής θά ἐνδυθεῖ τήν ἀθανασία ἀφοῦ δέν ἀνοίχθηκε ἀπό τόν κόσμο τοῦτο τῶν κτιστῶν στόν ῎Ακτιστο Δημιουργό Του καί δέν ἐβίωσε ὡς λειτουργός τοῦ κόσμου ἀλλά ὡς βιαστής του; Ποιός θά ἀφθαρτίσει τόν ἀπογυμνωμένο ἀπό τόν ἑαυτό του ἄνθρωπο τοῦ καιροῦ μας; ῎Αφησε τά ἀλαζονικά του ἴχνη στόν κόσμο, ἀλλά ἡ ζωή δαμάζει τά πάντα, γιατί μέσα στόν κόσμο λειτουργεῖ ἄγρυπνος ὁ χρόνος. Μόνον ὅποιος ἔρχεται καί ζεῖ ὡς προσκυνητής ὑπερβαίνει τόν χρόνο μέσα στήν θεία ἱερότητα πού νιώθει ἐντός του βαθιά ὡς ἔκταση καί ὡς εὐχαριστία, ὡς ρυθμό βίου καί ὡς συμμετοχή.

῎Αν ὁ ἄνθρωπος ἔρχεται στόν κόσμο, καί ἄν συμπεριφέρεται, ζώντας μέσα σ᾿ αὐτόν ὡς προσκυνητής, ἡ εὐλαβής αὐτή προσκύνηση ξεκινᾶ ἀπό τόν ἴδιο του τόν ἑαυτό, προχωρεῖ πρός τόν ἄλλο, γιά νά ὑψωθεῖ τελικά πρός τόν μεγάλον ῎Αλλο, τόν Θεό.

῾Η προσκύνηση τοῦ ἑαυτοῦ του προσφέρεται πρός τό ἴδιο του τό σῶμα, τό φανερόσημεῖο τῆς ὕπαρξής του μέσα στόν κόσμο, γιά νά καταλήξει σέ προσκύνηση τῆς καρδιᾶς του, τῆς συνείδησης καί τῆς ψυχῆς του. Προσκύνηση τοῦ σώματος σημαίνει εὐλάβεια ἐμπρός στό μυστήριο τῆς ἱερότητάς του, σ᾿ ἑτούτη τήν ὑπέρλογη σύνθεση ὁρατῶν καί ἀοράτων, ὑλικῶν καί ἄϋλων στοιχείων πού σέ μιά δυναμική, ἀσίγαστη ὄσμωση συναποτελοῦν τόν ἑαυτό του.

Οἱ καιροί μας, ζώντας μιά πολύμορφη, θανάσιμη ἐκτροπή, λατρεύουν ἀποκλειστικά τό ὑλικό σῶμα. Πιστεύουν στό σῶμα τυραννικά, ὑπηρετοῦν, χρησιμοποιοῦν, ἐκμεταλλεύονται, ἐμπορεύονται τό σῶμα γιατί δέν πιστεύουν παρά μονάχα σ᾿ αὐτό. Παραθεωροῦν τόν ἄϋλο, τόν ἀόρατο ἑαυτό τοῦ ἀνθρώπου καί γιά τοῦτο δέν κατορθώνουν νά διακρίνουν τήν μυστηριακή του λειτουργία μέσα στό ὑλικό σῶμα : τήν θεϊκή πνοή τῆς ψυχῆς, τήν ἱερότητα τῆς συνείδησης. ῎Ετσι τό σῶμα ἀπομένει ἔκθετο, ὄργανο, ἐργαλεῖο, ἐμπόρευμα, προμηθευτής καί καταναλωτής γιά νά καταλήξει ὁἄνθρωπος νά ζεῖ ὡς συνεταῖρος τοῦ μηδενός, στό χεῖλος θανάτου σκοτεινοῦ, ἐκμηδενιστικοῦ. Τό σῶμα τότε συνιστᾶ τήν άπαρχή τοῦ μηδενός καί πιστεύοντας μόνο σ᾿ αὐτό, πιστεύει στόν θάνατό του.

Αὐτό τό μηδέν ἀντικρύζει ὁ κατακτητής, ὄχι ὁ προσκυνητής ἄνθρωπος καί στόν ἄλλο, στόν πλησίον του. ᾿Αντί νά τόν προσεγγίζει μέ εὐλάβεια, τιμή, στοργή κι ἔκσταση ἐμπρός στήν ἀπερίγραπτη ἱερότητα τοῦ μυστηρίου του, τόν ἀντιμετωπίζει ζωϊκά, μέ τόαἴσθημα καί τό ἔνστικτο. Ποτέ μέ τήν διαίσθηση καί τήν ἐν-ὅραση. ῎Οχι μέ τήν τρυφερότητα τῆς φιλίας τήν πανευγενῆ, ἀλλά μέ τήν σκαιότητα τοῦ ἀριθμοῦ, τῆς μάζας, τῆς κατανάλωσης. Γιατί ἡ σημερινή κοινωνία ἐγγράφει καί τό σῶμα τοῦ ἄλλου μέσα στά δεδομένα τῆς παραγωγῆς, τῆς ἡδονοθηρίας καί τῆς κατανάλωσης, μέ τήν ἐμπορευματική ἀντίληψη ἑνός κόσμου οἰστρηλατημένου ἀπό τό νευρωτικό κυνηγητότοῦ χρήματος καί τῆς ἀπόλαυσης. Καί τότε, ἡ καρδιά ξυλιάζει, ἀδρανεῖ. ῾Η ψυχήὑποφέρει ἀπό ὁλική ἔκλειψη καί ὁ ἄνθρωπος – πρόσωπο μετασχηματίζεται σέ ἄτομο – ἀριθμό.

῾Η μεταβολή τοῦ προσκυνητῆ ἀνθρώπου σέ κατακτητή προκαλεῖ – καί συντηρεῖ – τήν δεινή κρίση τῶν ἀνθρωπίνων σχέσεων στούς καιρούς μας, κρίση τῆς φιλίας, τοῦ γάμου, κρίση τῆς οἰκογένειας. Τό ἐπίπεδο, ὁριζόντιο ἀντίκρυσμα τοῦ ἑαυτοῦ μας καί τοῦ ἄλλου σημαίνει μηδενιστική κατάφαση μιᾶς ζωῆς καί μιᾶς ἄσκοπης πολυλειτουργίας, ἀναιτιολόγητης, παράλογης.

᾿Ενῶ τό βάθος τῆς ὕπαρξης τοῦ προσκυνητῆ ἀνθρώπου τό προσπορίζουν οἱπροπάτορες μέσα στήν ῾Ιστορία, τό ὕψος τό χορηγεῖ ἐκεῖνος πού ἀγρυπνεῖ στήν κορυφήτοῦ κόσμου : ὁ ἀπερινόητος Θεός, ὁ κλειδοκράτορας τοῦ μυστηρίου τῆς Δημιουργίας. ᾿Εκεῖνος εἶναι ὁ μεγάλος ῎Αλλος, πού καλεῖ στήν ὕψωση τόν ἄνθρωπο σέ κάθε μετρητήστιγμή τοῦ χρόνου.

῎Αν ὅμως ὁ ἄνθρωπος δέν προσῆλθε στν ζωή γιά νά προσκυνήσει τά ἱερά καί τά ὅσια, τότε δέν θά βιώσει μέ πληρότητα οὔτε τόν ἑαυτό του, οὔτε τούς ἄλλους, μήτε τόν Θεό. Τά θεϊκά Του ἴχνη λάμπουν παντοῦ μέσα στήν εὔκρατη νύχτα τῆς ταπεινοσύνης τοῦὄντος πού ὑπάρχει γιά νά δοξολογεῖ, ἀρκεῖ νά μποροῦμε νά τά διακρίνουμε.

῾Η ζωή ὡς προσκύνηση φέρει τόν ἄνθρωπο σέ μιάν ἐκστατική ἰσορροπία τοῦ ὑπάρχειν σέ πλάτος, σέ βάθος, σέ ὕψος. Τόν καταλάμπει μέ τήν Χάρη, τόν εὐγενίζει ὡς ἐπισκέπτη, ὡς φιλοξενούμενο, καί τόν συνδέει ὀργανικά μέ τούς συνανθρώπους του καίμέ τόν Δημιουργό του. Αὐτή ἡ ἱερή συμφιλίωση ἀποκαλύπτει τήν μυστική, χαρμόσυνη ἁρμονία τῶν πάντων. Καί ὑψώνει πλέον τήν ζωή ὡς φιλοξενία καί ὡς πολύτιμο δώρο. Τήν βίωσι αὐτῶν τῶν ἀληθειῶν σᾶς εὔχομαι κατά τήν νέα χρονιά πού ξεκινάει σήμερα.

 Καλή Χρονιά, εὐτυχισμένη καί παραγωγική πνευματικά !

Μέ ὅλη μου τήν ἀγάπη

Ο  ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ  ΣΑΣ

+ ὁ Πειραιῶς ΣΕΡΑΦΕΙΜ


 

ΕΝΟΨΕΙ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ!


Ὁ Θεός μᾶς ἀξιώνει νά εἰσερχόμαστε κάθε φορά στόν νέο χρόνο – «ὁ καταξιώσας ἡμᾶς ἐν τῆ ἀφάτῳ Σου φιλανθρωπίᾳ εἰς νέον ἐνιαυτόν εἰσελθεῖν», κατά τήν εὐχή τῆς Ἐκκλησίας μας πού θά ἀκούσουμε σέ λίγες ὧρες. Ὁ χρόνος Τοῦ ἀνήκει ὡς δημιουργία Του, τόν δίνει ὡς δωρεά Του, συνεπῶς θεωρεῖται ὡς ἡ εὐκαιρία καί ἡ εὐλογία Του στόν ἄνθρωπο γιά νά τόν ἀξιοποιήσει.

 Ὅπως συμβαίνει καί μέ ὅλα τά δημιουργήματα, πού ὁ Θεός τά προσέφερε στόν ἄνθρωπο πρός ἀξιοποίησή τους – «ἐργάζεσθαι καί φυλάσσειν αὐτά» λέει ἡ Γραφή - κατά τόν ἴδιο τρόπο καί μέ τόν χρόνο. Δέν εἶναι ὁ χρόνος ἕνα πράγμα πού ὑφίσταται ἀπό μόνο του, δέν λειτουργεῖ κατά μαγικό τρόπο ὡς ἕνα εἶδος κύκλου (κυκλική ἔννοια τοῦ χρόνου: ὅλα ἔρχονται καί ἐπανέρχονται τά ἴδια), ὅπως νόμιζαν οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες λόγω τῆς πίστης τους στήν αἰωνιότητα τοῦ κόσμου, ἀλλά εἶναι ἡ προσφορά τοῦ Θεοῦ γιά νά τόν γεμίζει ὁ ἄνθρωπος μέ αὐτό πού ἀρέσει στόν Θεό καί πού θά ἔπρεπε νά ἀρέσει καί σ’ ἐκεῖνον, ὥστε νά γίνεται αὐτό καί ἡ χαρά τοῦ ἀνθρώπου. 

 Γιατί μόνον ὅταν ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται στήν πορεία τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ ζεῖ τή φυσιολογία του καί ἄρα τή χαρά καί τό νόημα τῆς ζωῆς του. Βγάλε τόν Θεό ἀπό τή ζωή τοῦ ἀνθρώπου, ὅλα χάνουν τό νόημά τους καί στεροῦνται ἀπό ὁποιαδήποτε χαρά. Ἡ θλίψη γίνεται ἐκεῖνο πού τήν σφραγίζει. «Θλίψη καί στενοχώρια σέ κάθε ἄνθρωπο πού κάνει τό κακό» (ἀπ. Παῦλος).

 Μέσα λοιπόν στήν ἄφατη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐπιτρέπει Ἐκεῖνος νά εἰσέλθει ὁ ἄνθρωπος στόν καινούργιο χρόνο, ὥστε νά βρίσκεται συντονισμένος μέ τόν δωρεοδότη Του, νά ζεῖ δηλαδή μέ ἀγάπη.

ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΠΕΡΙΤΟΜΗΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ (ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ).



ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ (Λουκ. 2, 20-21, 40-52)

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ὑπέστρεψαν οἱ ποιμένες δοξάζοντες καὶ αἰνοῦντες τὸν Θεὸν ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἤκουσαν καὶ εἶδον καθὼς ἐλαλήθη πρὸς αὐτούς. Καὶ ὅτε ἐπλήσθησαν αἱ ἡμέραι ὀκτὼ τοῦ περιτεμεῖν τὸ παιδίον, καὶ ἐκλήθη τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦς, τὸ κληθὲν ὑπὸ τοῦ ἀγγέλου πρὸ τοῦ συλληφθῆναι αὐτὸν ἐν τῇ κοιλίᾳ. Τὸ δὲ παιδίον ηὔξανε καὶ ἐκραταιοῦτο πνεύματι πληρούμενον σοφίας, καὶ χάρις Θεοῦ ἦν ἐπ ̓ αὐτό. Καὶ ἐπορεύοντο οἱ γονεῖς αὐτοῦ κατ ̓ ἔτος εἰς Ἱερουσαλὴμ τῇ ἑορτῇ τοῦ πάσχα. καὶ ὅτε ἐγένετο ἐτῶν δώδεκα, ἀναβάντων αὐτῶν εἰς Ἱεροσόλυμα κατὰ τὸ ἔθος τῆς ἑορτῆς καὶ τελειωσάντων τὰς ἡμέρας, ἐν τῷ ὑποστρέφειν αὐτοὺς ὑπέμεινεν Ἰησοῦς ὁ παῖς ἐν Ἱερουσαλήμ, καὶ οὐκ ἔγνω Ἰωσὴφ καὶ ἡ μήτηρ αὐτοῦ. Νομίσαντες δὲ αὐτὸν ἐν τῇ συνοδίᾳ εἶναι ἦλθον ἡμέρας ὁδὸν καὶ ἀνεζήτουν αὐτὸν ἐν τοῖς συγγενέσι καὶ ἐν τοῖς γνωστοῖς· καὶ μὴ εὑρόντες αὐτὸν ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλὴμ ζητοῦντες αὐτόν. Καὶ ἐγένετο μεθ ̓ ἡμέρας τρεῖς εὗρον αὐτὸν ἐν τῷ ἱερῷ καθεζόμενον ἐν μέσῳ τῶν διδασκάλων καὶ ἀκούοντα αὐτῶν καὶ ἐπερωτῶντα αὐτούς· ἐξίσταντο δὲ πάντες οἱ ἀκούοντες αὐτοῦ ἐπὶ τῇ συνέσει καὶ ταῖς ἀποκρίσεσιν αὐτοῦ. Καὶ ἰδόντες αὐτὸν ἐξεπλάγησαν, καὶ πρὸς αὐτὸν ἡ μήτηρ αὐτοῦ εἶπε· τέκνον, τί ἐποίησας ἡμῖν οὕτως; ἰδοὺ ὁ πατήρ σου κἀγὼ ὀδυνώμενοι ἐζητοῦμέν σε. Καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· τί ὅτι ἐζητεῖτέ με; οὐκ ᾔδειτε ὅτι ἐν τοῖς τοῦ πατρός μου δεῖ εἶναί με; καὶ αὐτοὶ οὐ συνῆκαν τὸ ρῆμα ὃ ἐλάλησεν αὐτοῖς. Καὶ κατέβη μετ ̓ αὐτῶν καὶ ἦλθεν εἰς Ναζαρέτ, καὶ ἦν ὑποτασσόμενος αὐτοῖς. καὶ ἡ μήτηρ αὐτοῦ διετήρει πάντα τὰ ρήματα ταῦτα ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς. Καὶ Ἰησοῦς προέκοπτε σοφίᾳ καὶ ἡλικίᾳ καὶ χάριτι παρὰ Θεῷ καὶ ἀνθρώποις.

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ
Ἐκεῖνο τόν καιρό, οἱ βοσκοί γύρισαν πίσω δοξάζοντας καί ὑμνώντας τόν Θεό γιά ὅλα ὅσα ἄκουσαν καί εἶδαν· ἦταν ὅλα ὅπως τούς εἶχαν εἰπωθεῖ. Ὅταν συμπληρώθηκαν ὀχτώ μέρες, ἔκαναν στό παιδί περιτομή καί τοῦ ἔδωσαν τό ὄνομα Ἰησοῦς, ὅπως δηλαδή τό εἶχε ὀνομάσει ὁ ἄγγελος προτοῦ ἀκόμα συλληφθεῖ στήν κοιλιά τῆς μάνας του. Στό μεταξύ τό παιδί μεγάλωνε καί τό πνεῦμα του δυνάμωνε· ἦταν γεμάτος σοφία, καί ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ἦταν μαζί του. Κάθε χρόνο, τή γιορτή τοῦ Πάσχα οἱ γονεῖς τοῦ Ἰησοῦ πήγαιναν στήν Ἱερουσαλήμ. Ὅταν ἔγινε δώδεκα χρονῶν, ἀνέβηκαν στά Ἱεροσόλυμα, στή γιορτή, ὅπως συνήθιζαν. Ὅταν τέλειωσε ἡ γιορτή καί γύριζαν πίσω, τό παιδί ὁ Ἰησοῦς παρέμεινε στήν Ἱερουσαλήμ, χωρίς νά τό ξέρουν ὁ Ἰωσήφ καί ἡ μητέρα του. Νομίζοντας ὅτι ἦταν μέσα στό πλῆθος τῶν προσκυνητῶν, περπάτησαν μιᾶς μέρας δρόμο καί ὕστερα ἄρχισαν νά τόν ἀναζητοῦν ἀνάμεσα στούς συγγενεῖς καί τούς γνωστούς. Δέν τόν βρῆκαν, ὅμως, και γύρισαν στήν Ἱερουσαλήμνά τόν ἀναζητήσουν. Τόν βρῆκαν ὕστερα ἀπό τρεῖς μέρες στό ναό καθισμένον ἀνάμεσα στούς νομοδιδασκάλους, νά τούς ἀκούει καί νά τούς κάνει ἐρωτήσεις. Ὅλοι ὅσοι τόν ἄκουγαν ἔμεναν κατάπληκτοι γιά τή νοημοσύνη καί τίς ἀπαντήσεις του. Μόλις τόν εἶδαν οἱ γονεῖς του, ἀπόρησαν, καί ἡ μητέρα του τοῦ εἶπε: «Παιδί μου, γιατί μᾶς τό 'κανες αὐτό; Ὁ πατέρας σου κι ἐγώ σέ ἀναζητούσαμε μέ πολλή ἀγωνία». Ὁ Ἰησοῦς τούς ἀπάντησε: «Γιατί μέ ἀναζητούσατε; Δέν ξέρατε ὅτι πρέπει νά βρίσκομαι στό σπίτι τοῦ Πατέρα μου;» Ἐκεῖνοι ὅμως δέν κατάλαβαν τά λόγια πού τούς εἶπε. Ὁ Ἰησοῦς κατέβηκε μαζί τους καί ἦρθε στή Ναζαρέτ καί ζοῦσε κοντά τους μέ ὑπακοή. Ἡ μητέρα του ὅμως διατηροῦσε μέσα στήν καρδιά της ὅλα αὐτά τά λόγια. Ὁ Ἰησοῦς μεγάλωνε καί πρόκοβε στή σοφία, καί ἡ χάρη πού εἶχε εὐαρεστοῦσε τό Θεό καί τούς ἀνθρώπους.


ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ (Κολ. 2, 8-12)

Ἀδελφοί, βλέπετε μή τις ὑμᾶς ἔσται ὁ συλαγωγῶν διὰ τῆς φιλοσοφίας καὶ κενῆς ἀπάτης, κατὰ τὴν παράδοσιν τῶν ἀνθρώπων, κατὰ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου καὶ οὐ κατὰ Χριστόν· ὅτι ἐν αὐτῷ κατοικεῖ πᾶν τὸ πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς, καὶ ἐστὲ ἐν αὐτῷ πεπληρωμένοι, ὅς ἐστιν ἡ κεφαλὴ πάσης ἀρχῆς καὶ ἐξουσίας, ἐν ᾧ καὶ περιετμήθητε περιτομῇ ἀχειροποιήτῳ ἐν τῇ ἀπεκδύσει τοῦ σώματος τῶν ἁμαρτιῶν τῆς σαρκός, ἐν τῇ περιτομῇ τοῦ Χριστοῦ, συνταφέντες αὐτῷ ἐν τῷ βαπτίσματι, ἐν ᾧ καὶ συνηγέρθητε διὰ τῆς πίστεως τῆς ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ τοῦ ἐγείραντος αὐτὸν ἐκ τῶν νεκρῶν.

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ
 Ἀδελφοί, προσέχετε καλά, μή σᾶς ἐξαπατήσει κανείς μέ τούς ἀπατηλούς καί κούφιους συλλογισμούς τῆς ἀνθρώπινης σοφίας, πού στηρίζονται σέ ἀνθρώπινες παραδόσεις καί σέ μιά λαθεμένη πίστη πρός τά στοιχεῖα τοῦ κόσμου καί ὄχι στή διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ. Γιατί μόνο στό Χριστό κατοικεῖ σωματικά ὅλη ἡ θεότητα. Μόνο αὐτός μπορεῖ νά μᾶς δώσει τήν πληρότητα τῆς ζωῆς, αὐτός πού εἶναι κύριος κάθε ἀρχῆς καί ἐξουσίας. Πιστεύοντας σ' αὐτόν λάβατε τήν πραγματική περιτομή, αὐτή πού δέ γίνεται μέ ἀνθρώπινα χέρια, ἀλλά τήν κάνει ὁ Χριστός καί εἶναι ἡ ἀπαλλαγή ἀπό τήν ἁμαρτία πού ἐξουσίαζε τόν ἄνθρωπο. Ὅταν βαφτιστήκατε, θαφτήκατε μαζί μέ τό Χριστό, ἀλλά κι ἀναστηθήκατε μαζί του, γιατί πιστέψατε στή δύναμη τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος τόν ἀνέστησε ἀπό τούς νεκρούς.


ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ.


Βίος καὶ Πολιτεία τοῦ Ἁγίου Βασιλείου τοῦ Μεγάλου

Ὁ Ἅγιος Βασίλειος, γεννημένος τὸ 330μ.Χ. στὴ Νεοκαισάρεια τοῦ Πόντου ἀπὸ γονεῖς εὐγενεῖς μὲ δυνατὸ χριστιανικὸ φρόνημα, ἔμελλε νὰ γίνει Μέγας πνευματικὸς διδάσκαλος καὶ κορυφαῖος θεολόγος καὶ Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ ἡ χριστιανική του ἀνατροφὴ καὶ ἡ πνευματική του πορεία τὸν ὁδήγησαν στὴν Θεία θεωρεῖα τοῦ Ἁγίου Εὐαγγελίου, καὶ στὴν αὐστηρὴ ἀσκητικὴ ζωή, παράλληλα μὲ τὸ ποιμαντικό, παιδαγωγικὸ καὶ φιλανθρωπικό του ἔργο.

 Ὁ πατέρας του Βασίλειος ἦταν καθηγητὴς ρητορικῆς στὴ Νεοκαισάρεια καὶ ἡ μητέρα τοῦ Ἐμμέλεια ἀπόγονος οἰκογένειας Ρωμαίων ἀξιωματούχων. Στὴν οἰκογένεια ἐκτὸς ἀπὸ τὸ Βασίλειο ὑπῆρχαν ἄλλα ὀκτὼ παιδιά. Μεταξὺ αὐτῶν, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, ὁ Ὅσιος Ναυκράτιος ἀσκητὴς καὶ θαυματουργός, ἡ Ὁσία Μακρίνα καὶ ὁ Ἅγιος Πέτρος, Ἐπίσκοπος Σεβαστείας. 

Τὰ πρῶτα γράμματα, τοῦ τὰ δίδαξε ὁ πατέρας του. Συνέχισε τὶς σπουδές του στὴν Καισαρεία τῆς Καππαδοκίας, στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ στὴν Ἀθῆνα. Ἐκεῖ σπούδασε γεωμετρία, ἀστρονομία, φιλοσοφία, ἰατρική, ρητορικὴ καὶ γραμματική. Οἱ σπουδὲς τοῦ διήρκησαν τεσσεράμισι χρόνια. Ἡ ἀσκητική του ζωὴ ξεκίνησε ἤδη ἀπὸ τὰ χρόνια ὅπου φοιτοῦσε στὴν Ἀθῆνα. Ὁ σοφὸς δάσκαλος τοῦ Εὔβουλος ἐντυπωσιασμένος ἀπὸ τὴν αὐστηρὴ νηστεία, τοῦ Ἅγιου, καὶ μετὰ τὴν παραίνεσή του, λέγεται ὅτι ἔγινε Χριστιανός.

 Συμφοιτητὲς τοῦ ἦταν καὶ δυὸ νέοι ποὺ ἔμελλε νὰ διαδραματίσουν σπουδαῖο ρόλο στὴν ἱστορία. Ὁ ἕνας, φωτεινὸ ὁ Ἅγιος καὶ Μέγας Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας ὁ Θεολόγος Γρηγόριος καὶ ὁ ἄλλος μελανὸ στὸν ἀντίποδα, προδότης τοῦ Ἰησοῦ, εἰδωλολάτρης καὶ διώκτης τῶν Χριστιανῶν, ὁ Ἰουλιανὸς ὁ Παραβάτης. Κατὰ τὴν διάρκεια αὐτῶν τῶν ἐτῶν, ὁ Ἅγιος Βασίλειος καὶ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἀνέπτυξαν μεγάλη καὶ ἰσχυρὴ φιλία. Ταυτόχρονα μὲ τὶς σπουδές τους, εἶχαν  ἱεραποστολικὴ δράση. Διοργάνωναν  χριστιανικὲς συγκεντρώσεις, στὶς ὁποῖες ἀνέλυαν θρησκευτικὰ ζητήματα. Ἵδρυσαν ἐπίσης καὶ τὸν πρῶτο φοιτητικὸ χριστιανικὸ σύλλογο.

 Ἐπέστρεψε στὴν Καισαρεία τὸ καλοκαῖρι τοῦ 356μ.Χ. καὶ συνεχίζοντας τὴν παράδοση τοῦ πατέρα του, ἔγινε καθηγητὴς τῆς ρητορικῆς. Τὸ 358 μ.Χ. ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὸ θάνατο τοῦ ἀδερφοῦ τοῦ μοναχοῦ Ναυκρατίου, καθὼς καὶ μὲ τὴν παρότρυνση τῆς ἀδερφῆς τοῦ Μακρίνας, βαπτίζεται Χριστιανός, καὶ ἀποφασίζει νὰ ἀφιερώσει τὸν ἑαυτό του στὴν ἀσκητικὴ πολιτεία. Ἀποσύρθηκε λοιπὸν σὲ ἕνα κτῆμα τῆς οἰκογενείας του στὸν Πόντο. Χαρακτηριστικό της μεγαλοψυχίας τοῦ εἶναι, ὅτι μετὰ τὴν βάπτιση τοῦ δώρισε στοὺς φτωχοὺς καὶ στὴν ἐκκλησία τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς περιουσίας του. Τὸ φθινόπωρο τοῦ ἴδιου ἔτους ξεκινᾶ ἕνα ὁδοιπορικὸ σὲ γνωστὰ κέντρα ἀσκητισμοῦ τῆς Ἀνατολῆς, Αἴγυπτο, Παλαιστίνη, Συρία καὶ Μεσοποταμία, ἐπιθυμώντας νὰ συναντήσει πολλοὺς ἀσκητὲς καὶ μοναχοὺς γιὰ νὰ γνωρίσει τὸν τρόπο ζωῆς τους.  Ὅταν γύρισε στὸ Πόντο ἀπὸ τὸ ταξίδι αὐτό, μοίρασε καὶ τὴν ὑπόλοιπη περιουσία του καὶ ἀποσύρθηκε στὸ κτῆμα τοῦ ἐπιθυμώντας νὰ ζήσει πλέον ὡς μοναχός. Ἐκεῖ ἔγραψε τους: «Κανονισμοὺς διὰ τὸν Μοναχικὸν βίον», κανόνες ποὺ ρυθμίζουν τὴν ζωὴ στὰ μοναστήρια μέχρι τὶς μέρες μας. Μὲ τὴν ὑψηλή του κατάρτιση στὴν Ὀρθόδοξη Πίστη καὶ τὸν ἀσκητικό, θαυμαστό του βίο, ἡ φήμη τοῦ Ἁγίου Βασιλείου ἐξαπλώθηκε μὲ τὸν καιρὸ σὲ ὅλη τὴν Καππαδοκία. Ἔτσι καὶ ὁ Μητροπολίτης τῆς Καισαρείας Εὐσέβιος πραγματοποιώντας τὴν Θεία Βούληση ἀλλὰ καὶ αὐτὴ τῶν χριστιανῶν τῆς περιοχῆς, χειροτόνησε τὸ 364 μ.Χ. τὸν Ἅγιο Βασίλειο πρεσβύτερο. Τὸ 370 μ.Χ., μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Εὐσεβίου καὶ σὲ ἡλικία 41 ἐτῶν, τὸν διαδέχθηκε ὁ Ἅγιος Βασίλειος στὴν ἐπισκοπικὴ ἕδρα, μὲ τὴ συνδρομὴ τοῦ Εὐσεβίου ἐπισκόπου Σαμοσάτων καὶ τοῦ Γρηγορίου ἐπισκόπου Ναζιανζοῦ. Ἐπίσκοπος πλέον, ὁ Ἅγιος Βασίλειος ἀντιμετώπισε τὴν προσπάθεια τοῦ Αὐτοκράτορα Οὐάλη νὰ ἐπιβάλει τὸν Ὁμοιανισμὸ (ρεῦμα τοῦ Ἀρειανισμοῦ), ἐπικοινωνώντας μέσῳ ἐπιστολῶν μὲ τὸν Μέγα Ἀθανάσιο, Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας καὶ τὸν Πάπα Ρώμης Δάμασο. Στὸν τόπο του ,στὴν περιφέρεια τῆς δικῆς του ποιμαντικῆς εὐθύνης εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσει τὴν ἔντονη παρουσία τοῦ ἀρειανικοῦ στοιχείου καὶ ἄλλων κακοδοξιῶν. Ἀπὸ τὶς ἐπιστολὲς τοῦ  φαίνονται οἱ προσπάθειες ποὺ κατέβαλε γιὰ τὴν καταπολέμηση τῆς σιμωνίας τῶν ἐπισκόπων, γιὰ τὴν ἀνάδειξη ἄξιων κληρικῶν στὸ ἱερατεῖο, καθὼς καὶ γιὰ τὴν πιστὴ ἐφαρμογὴ τῶν ἱερῶν κανόνων ἀπὸ ὅλους τους πιστοὺς καὶ φανερώνεται ἐπίσης ἡ ποιμαντικὴ φροντίδα στὰ ἀποκομμένα καὶ περιθωριοποιημένα μέλη τῆς Ἐκκλησίας.

 Στὴν οἰκουμενικὴ Ἐκκλησία ὁ Μέγας Βασίλειος οὐσιαστικὰ ἀναλαμβάνει τὰ πνευματικὰ ἡνία ἀπὸ τὸ Μέγα Ἀθανάσιο, ὁ ὁποῖος γηραιὸς πλέον, ἀποσύρεται ἀπὸ τὴν ἐνεργὸ δράση. Ἐργάζεται συνεχῶς γιὰ τὴν ἐπικράτηση τῶν ὀρθόδοξων χριστιανικῶν ἀρχῶν καὶ ὑπερασπίζεται μὲ σθένος τὸ δογματικὸ προσανατολισμὸ τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς Νίκαιας.

 Ὁ Ἅγιος Βασίλειος, βοηθοῦσε πάντοτε τοὺς ἀδικημένους καὶ κουρασμένους, τοὺς πεινασμένους καὶ τοὺς ἀρρώστους, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ γένος, τὴ φυλὴ καὶ τὸ θρήσκευμα. Ἔτσι τὸ ὅραμά του τὸ ἔκανε πραγματικότητα ἰδρύοντας ἕνα πρότυπο καὶ γιὰ τὶς μέρες μας κοινωνικὸ καὶ φιλανθρωπικὸ σύστημα, τὴ «Βασιλειάδα». Ἕνα ἵδρυμα ποὺ λειτουργοῦσε νοσοκομεῖο, ὀρφανοτροφεῖο, γηροκομεῖο καὶ ξενῶνας γιὰ τὴν φροντίδα καὶ ἰατρικὴ περίθαλψη τῶν φτωχῶν ἀρρώστων καὶ ξένων. Τὶς ὑπηρεσίες τοῦ τὶς πρόσφερε τὸ ἵδρυμα δωρεὰν σὲ ὅποιον τὶς εἶχε ἀνάγκη. Τὸ προσωπικὸ τοῦ ἱδρύματος αὐτοῦ ἦταν ἐθελοντὲς ποὺ προσφέρανε τὴν ἐργασία γιὰ τὸ καλό του κοινωνικοῦ συνόλου. Ἦταν ἕνα πρότυπο καὶ σὲ ἄλλες ἐπισκοπὲς  καὶ στοὺς πλουσίους ἕνα μάθημα νὰ διαθέτουν τὸν πλοῦτο τους μὲ ἕνα ἀληθινὰ χριστιανικὸ τρόπο. Πραγματικὰ εἶναι ἄξιο θαυμασμοῦ ἡ ἔμπνευση ποὺ εἶχε ὁ Ἅγιος Βασίλειος ,τὸν 4ο αιώνα μ.Χ. νὰ ἱδρύσει καὶ νὰ λειτουργήσει ἕνα τέτοιο ἵδρυμα - πρότυπο.

 Καταπονημένος ἀπὸ τὴν μεγάλη δράση ποὺ ἀνέπτυξε σὲ τόσους πολλοὺς τομεῖς ,ἐναντίον τῶν διαφόρων κακοδοξιῶν καὶ εἰδικὰ τῆς αἱρέσεως τοῦ Ἀρειανισμοῦ, μὴ διστάζοντας πολλὲς φορὲς νὰ ἀντιταχθεῖ μὲ τὴν ἑκάστοτε πολιτικὴ ἐξουσία, μὲ ὅπλα τοῦ τὴν πίστη καὶ τὴν προσευχή, μὲ τὰ κηρύγματα καὶ τοὺς λόγους του, μὲ τὰ πολλὰ ἀσκητικὰ καὶ παιδαγωγικὰ συγγράμματα, καθὼς καὶ τὴν ἀσκητικὴ ζωὴ τοῦ ὁ Ἅγιος Βασίλειος ὁ Μέγας παραδίδει τὸ πνεῦμα στὸ Θεὸ τὴν 1η Ιανουαρίου τοῦ 379 μ.Χ. σὲ ἡλικία 49 ἐτῶν. Ὁ θάνατός του βυθίζει στὸ πένθος ὄχι μόνο τὸ ποίμνιό του ἀλλὰ καὶ ὅλο τὸ χριστιανικὸ κόσμο τῆς Ἀνατολῆς. Στὴν κηδεία τοῦ συμμετέχει καὶ ἕνα πλῆθος ἀνομοιογενὲς ἀπὸ ἄποψη θρησκευτικῆς καὶ ἐθνικῆς διαφοροποιήσεως. Τὸ ὑψηλῆς σημασίας θεολογικὸ καὶ δογματικό του ἔργο καθὼς καὶ ἡ λειτουργικὴ καὶ πρωτότυπη ἀνθρωπιστική του δράση, εἶναι ἡ μεγάλη παρακαταθήκη πού μας ἄφησε. Ἡ μνήμη τοῦ τιμᾶται ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Καθολικὴ Ἐκκλησία τὴν 1ην Ιανουαρίου.  Ἀπὸ τὸ 1081μ.Χ. ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως - Νέας Ρώμης Ἰωάννης Μαυρόπους (ὁ ἀπὸ Εὐχαΐτων) θέσπισε ἕναν κοινὸ ἑορτασμὸ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Ἰωάννη τοῦ Χρυσοστόμου καὶ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, στὶς 30 Ἰανουαρίου, ὡς προστατῶν τῶν γραμμάτων καὶ τῆς παιδείας.

 Λίγα θαυμαστὰ γεγονότα ἀπὸ τὸν βίο τοῦ Ἁγίου

Ἰουλιανὸς ὁ Παραβάτης

Ὅταν ὁ Ἰουλιανὸς ὁ παραβάτης,  ὁ ἀσεβὴς καὶ διώκτης τῶν Χριστιανῶν, θέλησε νὰ πάει στὴν Περσία νὰ πολεμήσει πέρασε κοντὰ ἀπὸ τὴν Καισαρεία. Ὁ Ἅγιος Βασίλειος γνωρίζοντας τὸν ἀπὸ τὴν Ἀθῆνα ὅπου ἦταν συμφοιτητὲς πῆγε μαζὶ μὲ τὸν λαὸ νὰ τὸν τιμήσει. Ὁ Ἰουλιανὸς ἀπαίτησε νὰ τοῦ δωρίσει, ἀφοῦ ὁ Ἅγιος δὲν εἶχε τίποτε ἄλλο, τρεῖς ἀπὸ τοὺς κριθαρένιους ἄρτους του. Ὁ Ἅγιος τὸ ἔκανε καὶ ὁ Ἰουλιανὸς διέταξε τοὺς ὑπηρέτες νὰ ἀνταμείψουν τὴ δωρεὰ καὶ νὰ δώσουν χόρτο ἀπὸ τὸ λειβάδι. 

Ὁ Ἅγιος Βασίλειος βλέποντας τὴν καταφρόνηση τοῦ βασιλιὰ τοῦ εἶπε «ἐμεῖς, βασιλιὰ ὅτι μας ζήτησες ἀπὸ κεῖνο ποὺ τρῶμε σου τὸ προσφέραμε κι ἐσύ μας ἀντάμειψες ἀπὸ κεῖνο ποὺ τρῶς». Τότε ὁ Ἰουλιανὸς θύμωσε πάρα πολὺ καὶ ἀπείλησε, ὅτι ὅταν θὰ ἐπιστρέψει ἀπὸ τὴν Περσία νικητής, θὰ κάψει τὴν πόλη καὶ τὸν λαὸ θὰ τοὺς πάρει δούλους. Ὅσο γιὰ τὸν ἴδιο τὸν Ἅγιο Βασίλειο θὰ τὸν ἀνταμείψει ὅπως πρέπει.

Ὁ Ἅγιος Βασίλειος ὅταν πῆγε στὴν πόλη ζήτησε ἀπὸ τὸ λαὸ νὰ μαζέψουν ὅτι πολύτιμο εἶχαν καὶ νὰ τὸ ἀποθηκεύσουν κάπου ἕως ὅτου ἐπιστρέψει ὁ φιλοχρήματος Ἰουλιανὸς γιὰ νὰ τοῦ τὸ προσφέρουν. Ἴσως κι ἔτσι κατευνάσουν τὴν ὀργή του.

Ὅταν ἔμαθε ὅτι ἐπιστρέφει ὁ ἄφρων βασιλιάς, ὁ Ἅγιος Βασίλειος ζήτησε ἀπὸ τοὺς πολίτες  νὰ προσευχηθοῦν καὶ νὰ νηστεύσουν τρεῖς μέρες. Μετὰ ὅλοι μαζὶ ἀνέβηκαν στὸ δίδυμον ὅρος τῆς Καισαρείας ὅπου στὴ μιὰ ἀπὸ τὶς δυὸ κορυφὲς ἦταν ὁ ναὸς τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Ἐκεῖ προσευχόμενος ὁ Ἅγιος εἶδε σὲ ὀπτασία, μιὰ μεγάλη οὐράνια στρατιά, νὰ κυκλώνει τὸ ὄρος καὶ στὴ μέση νὰ κάθεται σὲ θρόνο μία γυναῖκα (ἡ Παναγία) καὶ νὰ δοξάζεται, ἡ ὁποία γυναῖκα εἶπε στοὺς ἀγγέλους νὰ τῆς φέρουν τὸν Μερκούριο γιὰ νὰ φονεύσει τὸν Ἰουλιανό, τὸν ἐχθρό του υἱοῦ της. Ἔπειτα εἶδε τὸν Μάρτυρα Μερκούριο νὰ φθάνει ὁπλισμένος μπροστὰ στὴν βασίλισσα τῶν Ἀγγέλων κι ὅταν ἐκείνη τὸν πρόσταξε αὐτὸς νὰ φεύγει γρήγορα. Κατόπιν προσκάλεσε τὸν Ἅγιο Βασίλειο καὶ τοῦ ἔδωσε ἕνα βιβλίο ποὺ ἦταν γραμμένη ὅλη ἡ δημιουργία τῆς κτίσεως κι ἔπειτα τοῦ ἀνθρώπου. Στὴν ἀρχὴ τοῦ βιβλίου ἦταν ἡ ἐπιγραφὴ «Εἶπε» καὶ στὸ τέλος τοῦ βιβλίου ἐκεῖ ποὺ ἔγραφε γιὰ τὴν πλάση τοῦ ἀνθρώπου ἦταν ἡ ἐπιγραφὴ «Τέλος». Μόλις εἶδε τὴν ὀπτασία αὐτὴ ὁ Ἅγιος ξύπνησε.

Τὸ νόημα τῆς ὀπτασίας τοῦ βιβλίου, ἦταν ὅτι ὁ Ἅγιος Βασίλειος ἔγραψε, ὄντως, ἑρμηνεία στὴν Ἑξαήμερόν του Μωϋσέως στὴν ὁποία διηγεῖται, πὼς ὁ Θεὸς ἐποίησε τὸν οὐρανό, τὴν γῆ, τὸν ἥλιο, τὴν σελήνη, τὴ θάλασσα, τὰ ζῷα καὶ ὅλα τὰ αἰσθητὰ κτίσματα. Ὅταν ὅμως, ἔμελλε νὰ γράψει καὶ γιὰ τὴν ἕβδομη ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὕα, τότε ὁ Μέγας αὐτὸς Ἅγιος ἄφησε τὴν τελευταία του πνοὴ στὴ γῆ καὶ πῆγε στοὺς οὐρανοὺς νὰ συναντήσει τὸν Κύριόν του ποὺ μὲ δύναμη  ἀγάπησε καὶ ποὺ γι' Αὐτὸν μέσα σὲ πολὺ σύντομο διάστημα ποὺ ἔζησε ἔπραξε τόσα πολλὰ καὶ τόσο μεγάλα. Τὸ ἔργο τοῦ συμπλήρωσε κατόπιν ὁ ἀδελφός του ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Νύσσης, ποὺ ἔγραψε γιὰ τὴν ἕβδομη ἡμέρα τῆς πλάσεως τοῦ ἀνθρώπου.

Ὅταν ὁ Ἅγιος εἶδε τὴν ὀπτασία, πῆγε στὴν πόλη μὲ μερικοὺς κληρικούς, στὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Μερκουρίου, ὅπου μὴ βρίσκοντας τὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου καὶ τὰ ὄπλα τοῦ ποὺ φυλάσσονταν στὸν Ναὸ ἕναν αἰῶνα ἀφότου μαρτύρησε ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ Βαλεριανοῦ καὶ Βαλερίου, κατάλαβε τί εἶχε συμβεῖ κι ἔτρεξε ἀμέσως στὸ λαὸ νὰ τοὺς εἰδοποιήσει ὅτι ὁ ἄφρων Ἰουλιανὸς φονεύθηκε.

Βλέποντας τὸ θαῦμα οἱ Χριστιανοὶ καὶ τὴν παρρησία τοῦ Ἁγίου Βασιλείου δὲν θέλησαν νὰ πάρουν πίσω τὴν περιουσία ποὺ εἶχαν ἀποθηκεύσει γιὰ τὸν τύραννο Ἰουλιανό. Ὁ Ἅγιος ὅμως ἀφοῦ τοὺς ἐπαίνεσε γιὰ τὴν πράξη τους, τὸ ἕνα τρίτο του ποσοῦ τοὺς τὸ ἔδωσε καὶ τὰ ὑπόλοιπο ποσὸ τὸ διέθεσε γιὰ νὰ κτίσουν πτωχοτροφεία, ξενοδοχεῖα, νοσοκομεῖα, γηροτροφεία καὶ ὀρφανοτροφεῖα.

Οὐάλης

Μετὰ τὸν Ἰουλιανὸ τὸν παραβάτη, βασίλευσε ὁ θεοσεβὴς Ἰοβιανὸς μόνο γιὰ ἕνα χρόνο καὶ κατόπιν τὴ βασιλεία παρέλαβαν ὁ Οὐαλεντιανὸς καὶ ὁ ἀδελφός του Οὐάλης ποὺ ἦταν αἱρετικός, ὀπαδὸς τοῦ Ἀρειανισμοῦ καὶ διώκτης τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν. Ὁ Οὐάλης ἀφοῦ πῆρε μὲ τὸ μέρος τοῦ ὅλους τους ἐπισκόπους, θέλησε νὰ κάμψει καὶ τὸν Μέγα Βασίλειο ποὺ ἔμαθε ὅτι ἦταν ἀνένδοτος. Ἔστειλε δυὸ δικούς του ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι μὲ ἀπειλὲς προσπάθησαν νὰ ἀποδεχθεῖ ὁ Ἅγιος τὶς αἱρετικὲς καὶ βλάσφημες δοξασίες τοῦ Ἀρείου. Ὁ ἕνας, μάλιστα ὁ ἄρχοντας Μόδεστος ἀφοῦ γύρισε ἄπραγος στὸν βασιλιὰ τοῦ εἶπε ὅτι, εὐκολότερο εἶναι νὰ μαλακώσει κανεὶς τὸ σίδηρο παρὰ τὴν γνώμη τοῦ Βασιλείου. Ἀκούγοντας αὐτὰ ὁ βασιλιὰς Οὐάλης θέλησε νὰ πάει ὁ ἴδιος στὸν Μέγα Βασίλειο. Αὐτὸ καὶ ἔκανε. Ἦταν ἡ μεγάλη ἑορτὴ τῶν Θεοφανείων, ὅταν ἔφθασε ὁ βασιλιὰς στὸν Ναό. Ἐκεῖ εἶδε τὴν τάξη καὶ τὴν ἡσυχία τῶν Χριστιανῶν ποὺ παρακολουθοῦσαν, τὸν Ἅγιο Βασίλειο νὰ τοὺς διδάσκει, σεμνός, ἀπέριττος, μὲ λόγο δυνατό, γεμάτο σοφία καὶ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ βασιλιὰς ἔδειξε νὰ μετανιώνει κι ἀφοῦ μίλησε μὲ τὸν Ἅγιο, ἔφυγε.

Οἱ Ἀρειανοὶ Ἀρχιερεῖς, ὅμως καὶ πάλι μετέβαλαν τὴ γνώμη τοῦ βασιλιὰ καὶ τὸν ἔπεισαν νὰ ἐξορίσει τὸν Ἅγιο. Ὅρισε τότε ὁ βασιλιὰς νὰ συντάξουν ἕνα κείμενο μὲ τὴν ἀπόφαση τῆς ἐξορίας τοῦ Ἁγίου. ‘Ομως, βλέποντας ὅτι τὸ χέρι ἐκείνου ποὺ θὰ ἔγραφε τὴν ἀπόφαση τῆς ἐξορίας, ξεράθηκε καὶ τὸ ἴδιο τοῦ τὸ παιδὶ ἀρρώστησε βαριά, κάλεσε τὸν Ἅγιο νὰ προσευχηθεῖ. Καὶ κεῖνος μόνο ποὺ εἶδε τὸ παιδὶ τὸ ἴασε. Καὶ τὸν Μόδεστο, ἀκόμη γιάτρευσε ποὺ καὶ κεῖνος κινδύνευε  νὰ πεθάνει. Αὐτὰ εἶδε ὁ βασιλιὰς καὶ γύρισε στὸ θρόνο του.

Ὁ βασιλιὰς Οὐάλης ἀργότερα, θέλησε νὰ χωρίσει τὴν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας σὲ δυὸ ἐπαρχίες, μὲ ἕδρα τὴν Καισάρεια στὴ μία καὶ τὰ Τύανα στὴν ἄλλη. Οἱ ἐπίσκοποι αἱρετικοὶ ὅπως ἦταν βρῆκαν εὐκαιρία, γιατί συνέχεια φιλονικοῦσαν μὲ τὸν Ἅγιο Βασίλειο νὰ χωρίσουν καὶ τὶς Μητροπόλεις σὲ δυό, ὁρίζοντας δικό τους Μητροπολίτη στὰ Τύανα. Τότε ὁ Ἅγιος μὲ ταπείνωση τοὺς εἶπε ὅτι ἡ Ἐκκλησία δὲν ἔχει ὑποχρέωση νὰ ἀκολουθεῖ τὴν βασιλεία, ἀλλὰ ἡ βασιλεία τὴν Ἐκκλησία, οὔτε εἶναι πρέπον νὰ χωρίζουν οἱ Μητροπολῖτες, οἱ μιμητὲς τοῦ Χριστοῦ ἐπειδὴ χώρισαν οἱ ἔπαρχοι. Δὲν τὸν ἄκουσαν ὅμως οἱ ἐπίσκοποι καὶ ὅρισαν Μητροπολίτη Τυάνων κάποιον Ἄνθιμον. Κι ὄχι μόνο αὐτὸ ἀλλὰ ἔκλεψαν καὶ κάποια κτήματα τοῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Ὀρέστου ποὺ ἦταν στὴ δικαιοδοσία τοῦ Ἁγίου Βασιλείου. Ὁ Ἅγιος ὡς μιμητὴς Χριστοῦ, εἰρήνευσε καὶ ἀρκέσθηκε στὴν ἐπαρχία τῆς Καισαρείας. Βλέποντας ὁ Θεὸς τὴν ὑπομονή του, σύντομα τιμώρησε τὸν Μητροπολίτη Τυάνων  Ἄνθιμον καὶ ἑνώθηκαν καὶ πάλι οἱ ἐπαρχίες. Τότε εἶναι καθὼς λένε ὅτι χειροτόνησε ὁ Ἅγιος Βασίλειος τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Θεολόγο Ἐπίσκοπο στὰ Σάσιμα.

Ἀργότερα πάλι, μὲ περίσσιο θράσος οἱ Ἀρειανοὶ ἐπίσκοποι καὶ μὲ τὴν ἄδεια τοῦ βασιλιὰ Οὐάλη ἐκδίωξαν τὸν Ὀρθόδοξο Ἀρχιερέα τῆς Νίκαιας καὶ τοὺς Χριστιανοὺς τῆς πόλης καὶ κατέλαβαν τὸν Μητροπολιτικὸ Ναό. Τότε ἔδρασε γι' ἄλλη μιὰ φορᾶ ὁ Μέγας αὐτὸς Ἅγιος της Ἐκκλησίας μας καὶ ἀφοῦ πῆρε τὴν ἄδεια τοῦ βασιλιὰ νὰ διευθετήσει ὅπως αὐτὸς ἤθελε μὲ τὸν τρόπο του, ἀρκεῖ νὰ εἶναι δίκαιος καὶ γιὰ τὰ δυὸ μέρη, ἔφθασε στὴ Νίκαια καὶ εἶπε νὰ σφραγίσουν τὸν Ναὸ καὶ οἱ Ὀρθόδοξοι καὶ οἱ Ἀρειανοὶ καὶ ἀφοῦ προσευχηθοῦν πρῶτα οἱ ὀπαδοὶ τοῦ Ἀρείου, ἐὰν ἀνοίξουν οἱ πύλες νὰ πάρουν αὐτοὶ τὸν Ναό, ἐὰν ὅμως ὄχι νὰ προσευχηθοῦν οἱ Ὀρθόδοξοι καὶ ἐὰν ἀνοίξουν οἱ πύλες νὰ τοὺς δοθεῖ καὶ πάλι ὁ Ναὸς ἐὰν ὄχι νὰ πάει στοὺς Ἀρειανούς. Συμφώνησαν ὅλοι καὶ περισσότερο οἱ Ἀρειανοὶ ἀφοῦ πλεονεκτοῦσαν στὴ περίπτωση ποὺ δὲν ἄνοιγαν οἱ πύλες. Ἔτσι κι ἔγινε. 

Προσευχήθηκαν πρῶτα οἱ Ἀρειανοί, γιὰ τρεῖς ἡμέρες. Πῶς νὰ τοὺς ἀκούσει ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὅταν αὐτοὶ τὸν ὑβρίζουν; Οἱ πύλες καὶ βέβαια ἔμειναν κλειστές. Μετὰ προσευχήθηκαν οἱ Ὀρθόδοξοι μὲ τὸν Ἅγιο Βασίλειο στὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Διομήδους, ποὺ ἦταν κοντὰ στὸν Μητροπολιτικὸ Ναό. Κατόπιν ὁ Ἅγιος Βασίλειος μὲ ὅλο τὸ πλῆθος τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν πῆγαν στὸ Μητροπολιτικὸ Ναὸ καὶ ὅταν ἀκούσθηκε  ὁ Μέγας Βασίλειος νὰ λέει «Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς τῶν Χριστιανῶν εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων», ἔσπασαν οἱ μοχλοὶ καὶ οἱ κλειδαριὲς καὶ οἱ πύλες ἄνοιξαν. Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ θαῦμα ὁ Ναὸς ἐπανῆλθε στοὺς Ὀρθοδόξους καὶ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς πιστούς του Ἀρείου ἔγιναν Ὀρθόδοξοι.

 Ὅσιος Ἐφραὶμ ὁ Σύρος

  Μαθαίνοντας ὁ Ὅσιος Ἐφραὶμ ὁ Σύρος, τὰ θαύματα τοῦ Ἁγίου Βασιλείου, παρακάλεσε τὸν Θεὸ νὰ τοῦ ἀποκαλύψει ποιὸς εἶναι ὁ Ἅγιος. Εἶδε τότε στήλη πυρὸς ποὺ ἔφθανε μέχρι τὸν οὐρανὸ καὶ ἄκουσε μία φωνὴ νὰ λέει: «Ἐφραίμ, Ἐφραίμ, καθὼς τὴν πυρίνην ταύτην στήλην, τοιοῦτος εἶναι ὁ Μέγας Βασίλειος». Τότε γρήγορα ἔφυγε ἀπὸ τὴν ἔρημο παίρνοντας μαζί του ἕνα διερμηνέα ποὺ νὰ μιλάει τὴν Ἑλληνικὴ καὶ Συριακὴ γλῶσσα καὶ πῆγε νὰ βρεῖ τὸν Ἅγιο Βασίλειο. Ἔφθασε τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τῶν Θεοφανείων, ὅταν τὴν ὥρα ἐκείνη λειτουργοῦσε ὁ Μέγας Βασίλειος καὶ βλέποντας ὁ Ὅσιος Ἐφραὶμ τὰ λαμπρὰ καὶ πολύτιμα ἄμφια τὰ ὁποῖα φοροῦσε ὁ Ἅγιος Βασίλειος, θέλησε νὰ φύγει γιατί νόμιζε ὅτι μάταια πῆγε. Τότε ἔστειλε, ὁ Ἅγιος Βασίλειος ἕνα διάκονο νὰ βρεῖ στὴ δυτικὴ πύλη τὸν Ὅσιο Ἐφραὶμ καὶ νὰ τὸν φέρει στὸ ἱερό. Ὁ Ὅσιος δὲν θέλησε νὰ πάει λέγοντας στὸν διάκονο, ὅτι μᾶλλον πλανήθηκε ὁ Ἀρχιερέας, γιατί αὐτοὶ εἶναι ξένοι. Ἔστειλε πάλι τὸν διάκονο ὁ Ἅγιος Βασίλειος λέγοντάς του νὰ τοῦ πεῖ «Κύριε Ἐφραίμ, ἐλθὲ εἰς τὸ Ἅγιον Βῆμα, διότι σὲ καλεῖ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος». Κατάλαβε ἔτσι ὁ Ὅσιος ὅτι στήλη πυρὸς ἦταν ὁ Μέγας Βασίλειος καὶ πῆγε στὸ Ἅγιο Βῆμα καὶ ἀφοῦ τὸν ἀσπάσθηκε συνομίλησε μαζί του γιὰ πνευματικὰ θέματα καὶ θεία νοήματα.

Μιὰ χάρη σου ζητῶ, Ἅγιε Δέσποτα τοῦ εἶπε μέσῳ τοῦ διερμηνέα τοῦ ὁ Ὅσιος ἐφραίμ, νὰ προσευχηθεῖς στὸν Κύριό μας νὰ μοῦ χαρίσει τὸ Πανάγιο Πνεῦμα τὴν δύναμη νὰ μιλήσω Ἑλληνικά. Προσευχήθηκε ὁ Ἅγιος Βασίλειος μαζὶ μὲ τὸν Ὅσιο Ἐφραὶμ καὶ νὰ τὸ θαῦμα. Ὁ Ὅσιος πραγματικὰ μίλησε Ἑλληνικά. Κατόπιν ὁ Ἅγιος Βασίλειος ἐχειροτόνησε τὸν Ὅσιο Ἐφραὶμ Ἱερέα καὶ τὸν διερμηνέα τοῦ Διάκονο.

 Μιμητὴς Χριστοῦ

Ὅταν κάποτε παρατήρησε τὸν τοπικὸ ἄρχοντα γιὰ μία ἀδικία ποὺ ἔκανε σὲ μία χήρα γυναῖκα, κι ἀφοῦ ὁ ἄρχοντας δὲν συμμορφώθηκε, ἀναγκάσθηκε ὁ Ἅγιος νὰ τοῦ πεῖ, ὅτι ὅπως ἔμενε ἀσυγκίνητος στὶς ἐκκλήσεις αὐτῆς τῆς ἀδικημένης γυναίκας ἔτσι κάποιοι θὰ μένουν ἀσυγκίνητοι ὅταν αὐτὸς ὁ ἴδιος θὰ ἔχει τὴν ἀνάγκη τους. Ἔτσι ἔγινε ὅταν ὁ βασιλιὰς τοῦ ἔδειξε τὴν ὀργή του, ὀδηγώντας τὸν σιδηροδέσμιο οἱ στρατιῶτες του στὶς πόλεις γιὰ νὰ πληρώσει τὶς ἀδικίες ποὺ εἶχε κάνει. Τότε κατάλαβε τὴν πρόρρηση τοῦ ἁγίου καὶ παρακάλεσε τὸν Ἅγιο Βασίλειο καὶ  τὸν Θεὸ νὰ τὸν λυπηθεῖ. Ὁ ἀμνησίκακος Ἅγιος προσευχόμενος στὸν Θεὸ καὶ μόνο μὲ τὴν εὐχὴ τοῦ ἠρέμησε τὸ βασιλιὰ καὶ μετὰ ἀπὸ ἕξι μέρες ἀφ' ὅτου ὁ δυστυχὴς ἄρχοντας παρακάλεσε τὸν Ἅγιο Βασίλειο ἔφθασε γράμμα ἀπὸ τὸ βασιλιὰ ὅπου τὸν ἐλευθέρωνε. Μ' αὐτὸ τὸν τρόπο συνετίσθηκε ὁ ἄρχοντας κι ἀναγνώρισε τὴν καλωσύνη τοῦ Ἁγίου τὸν ὁποῖο κι εὐχαρίσθησε. Καὶ στὴ γυναῖκα ποὺ εἶχε ἀδικήσει ἔδωσε διπλάσιο τὸ ποσό.

     Πρὸς τὸ τέλος τῆς ἐπίγειας πορείας του, καθὼς μετέβαινε στὴν Ἐκκλησία, μία ἁμαρτωλὴ γυναῖκα ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ ρίχνοντας ἕνα γράμμα στὸ ὁποῖο ἔγραψε τὶς ἁμαρτίες της, γιατί ντρεπόταν ἡ ἴδια νὰ τὶς ξεστομίσει καὶ κλαίγοντας παρακαλοῦσε τὸν Ἅγιο νὰ τὸ διαβάσει καὶ νὰ συγχωρήσει τὶς ἁμαρτίες της. Ὁ Ἅγιος τὴν παρηγόρησε, καὶ εἶπε ὅτι μόνο ὁ Κύριος συγχωρεῖ τὶς ἁμαρτίες μας. Φιλεύσπλαχνος, ὅπως ἦταν, κρατοῦσε τὸ γράμμα σ' ὅλη τὴ διάρκεια τῆς Θείας Λειτουργίας. Στὸ τέλος κάλεσε τὴ γυναῖκα καὶ τῆς ἐπέστρεψε τὸ γράμμα. Ἐκείνη μόλις τὸ ἄνοιξε δὲν βρῆκε τίποτε γραμμένο, παρὰ μόνο ἕνα σημεῖο ὅπου ἀναφέρει ἕνα θανάσιμο ἁμάρτημά της. Κλαίγοντας πάλι τὸν παρακαλοῦσε νὰ τὴν λυπηθεῖ καὶ νὰ προσευχηθεῖ καὶ πάλι στὸ Θεὸ νὰ τὴ συγχωρήσει. Ὁ Ἅγιος Βασίλειος τότε τῆς εἶπε νὰ πάει ἀμέσως στὴν ἔρημο νὰ βρεῖ τὸν Ὅσιο Ἐφραὶμ καὶ νὰ δεηθεῖ αὐτός, στὸν Θεὸ γιὰ τὸ ἁμάρτημά της. Ἡ γυναῖκα χωρὶς νὰ χρονοτριβήσει μὲ τὴν εὐχὴ τοῦ Ἁγίου πῆγε ἀμέσως στὴν ἔρημο. Ἐκεῖ βρῆκε τὸν Ὅσιο Ἐφραὶμ κι ἀφοῦ τοῦ διηγήθηκε τὴν ἱστορία της, τὸν παρακάλεσε θερμά.

     Ὁ Ὅσιος ὅμως τῆς ἀρνήθηκε, λέγοντάς της νὰ πάει στὸν Ἅγιο Βασίλειο ὅπου οἱ δικές του δεήσεις ἔσβησαν τὶς ἁμαρτίες τῆς ἔτσι αὐτὸς πάλι μπορεῖ νὰ δεηθεῖ στὸν Κύριο καὶ γιὰ τὴ μία ἁμαρτία ποὺ ἔμεινε. Νὰ τὸ κάνει σύντομα ὅμως γιατί ὁ Ἅγιος σὲ λίγο πεθαίνει. Ἐκείνη μόλις τὸ ἄκουσε ἔφυγε τρέχοντας νὰ προλάβει ζωντανὸ τὸν Ἅγιο. Ὅταν ἔφθασε, ὅμως ἡ δύστυχη βρῆκε τὸ φέρετρό του καὶ πλῆθος κόσμου πάνω του. Ἔκλαιγε καὶ φώναζε, ρίχνοντας τὸ γράμμα στὰ πόδια τοῦ Ἁγίου εἶπε σὲ ὅλους τὴν ἱστορία. Κλαίγοντας ἔλεγε ὅτι ὁ Ἅγιος μποροῦσε νὰ δεηθεῖ καὶ γι' αὐτὴ τὴν ἁμαρτία ἀλλὰ τὴν ἔστειλε σὲ ἄλλον. Ἕνας Ἱερέας τότε θέλησε νὰ δεῖ στὸ γράμμα γιὰ ποιὰ ἁμαρτία μιλοῦσε ἡ γυναῖκα. Καὶ τότε νὰ τὸ θαῦμα. Δὲν ὑπῆρχε στὸ γράμμα τίποτε γραμμένο.

     Κατὰ τὴν τελευταία μέρα πάλι τῆς ζωῆς τοῦ ὁ Ἅγιος καὶ Μέγας Βασίλειος ἔκανε Χριστιανὸ τὸν Ἑβραῖο γιατρὸ καὶ φίλο τοῦ Ἰωσὴφ καθὼς καὶ ὅλη του τὴν οἰκογένεια  μὲ θαυμαστὸ τρόπο. Ἀφοῦ ὁ γιατρὸς τὸν ἐπισκέφθηκε, ρώτησε ὁ Ἅγιος νὰ τοῦ πεῖ πόσες ὧρες τοῦ μένουν. Αὐτὸς πιάνοντας τὸν σφυγμό του, τοῦ εἶπε ὅτι μένουν λίγες ὧρες, κι ὅτι στὴ δύση τοῦ ἡλίου θὰ πεθάνει. Ὁ Ἅγιος τότε τοῦ εἶπε ὅτι ἂν ζήσει μέχρι τὴν ἑπόμενη ἡμέρα τί θὰ κάνει. Ὁ Ἰωσὴφ τοῦ εἶπε ὅτι ἂν συμβεῖ κάτι τέτοιο νὰ πεθάνει ὁ ἴδιος. Καλὰ τὸ λὲς τοῦ εἶπε ὁ Ἅγιος νὰ πεθάνεις τὴν ἁμαρτία καὶ νὰ ζήσεις ἐν Χριστῷ. Δέχθηκε ὁ Ἰωσὴφ γιατί ἦταν ἀδύνατο μὲ τοὺς φυσικοὺς νόμους νὰ συνέβαινε κάτι τέτοιο. Ὅταν ἔφυγε ὁ Ἑβραῖος, προσευχήθηκε ὁ Ἅγιος Βασίλειος στὸν Θεὸ νὰ τοῦ παρατείνει τὴ ζωὴ καὶ γιὰ νὰ δώσει τὴν πραγματικὴ ζωὴ στὸ φίλο του Ἰωσὴφ καὶ στὴν οἰκογένειά του καὶ γιὰ νὰ προλάβει νὰ ἔρθει ἐκείνη ἡ δυστυχισμένη γυναῖκα, ποὺ ἔστειλε στὴν ἔρημο στὸν Ὅσιο Ἐφραίμ. Ὁ Θεὸς ἄκουσε τὴ δέηση τοῦ ἀγαπημένου δούλου του. Τὴν ἑπόμενη ἡμέρα τὸ πρωΐ ζήτησε νὰ τοῦ φέρουν τὸν Ἑβραῖο γιατρό. Ἐκεῖνος ἀμέσως πῆγε στὸ σπίτι τοῦ Ἁγίου νομίζοντας ὅτι θὰ τὸν βρεῖ νεκρό. Βλέποντας ὅμως ὅτι ὁ Ἅγιος Βασίλειος ἦταν ζωντανὸς χωρὶς κὰν σφυγμὸ καὶ ζωὴ στὶς φλέβες τοῦ ἔπεσε στὰ πόδια του κι ἀναγνώρισε τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ Σωτῆρα Ἰησοῦ Χριστό. Σὲ λίγο ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος βάπτισε τὸν Ἰωσὴφ μὲ τὸ ὄνομα Ἰωάννη καὶ ὅλη του τὴν οἰκογένεια.

     Γύρω στὶς δέκα ρώτησε πάλι ὁ Ἅγιος τὸν φίλο του «Κύριε Ἰωάννη πότε θὰ πεθάνω;» κι ἐκεῖνος τοῦ ἀπάντησε «ὅταν ὁρίσεις ἐσὺ Δέσποτα»

Ἡ Θεία Λειτουργία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου

Κατανοώντας ὁ Ἅγιος Βασίλειος τὰ προβλήματα ποὺ εἶχαν δημιουργηθεῖ καὶ στὸν κλῆρο καὶ στὸ λαό, νὰ παρακολουθήσουν τὴν μακρὰ Θεία Λειτουργία καὶ τὶς εὐχὲς πρὸς τὸν Θεό, στὴν ὅλη ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ ἀδελφοθέου, παρακάλεσε τὸν Κύριο μὲ νηστεία καὶ προσευχὴ νὰ τοῦ φανερώσει τὸν τρόπο νὰ βοηθήσει τοὺς πιστούς. Ὁ τρόπος, θαυμαστός, ὅπως μόνο σὲ ἕναν Μεγάλο διδάσκαλο, Πατέρα καὶ Ἅγιο τῆς Ἐκκλησίας θὰ ταίριαζε. Σὲ ὀπτασία, λοιπόν, εἶδε ὁ Ἅγιος, ὁ σοφότατος  Βασίλειος, τὸν Κύριο μὲ τοὺς Ἀποστόλους, νὰ τελεῖ τὴν Θεία Μυσταγωγία, λέγοντας τὶς εὐχὲς ὄχι ὅπως ἀκριβῶς εἶναι γραμμένες στὴ Θεία λειτουργία τοῦ ἀδελφοθέου Ἰακώβου, ἀλλὰ συντετμημένες μὲ τέτοιο τρόπο, ὅπως τὶς συνέθεσε κατόπιν ὁ Ἅγιος στὴ Θεία Λειτουργία του.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος α'.

Εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος σου,

ὡς δεξαμένην τὸν λόγον σου

δι' οὐ θεοπρεπῶς ἐδογμάτισας,

τὴν φύσιν τῶν ὄντων ἐτράνωσας,

τὰ τῶν ἀνθρώπων ἤθη κατεκόσμησας,

Βασίλειον ἱεράτευμα, Πάτερ ὅσιε,

Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε,

δωρήσαθαι ἡμῖν τό μέγα ἔλεος.

ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΟΝ ΣΥΝΔΕΣΜΟ:

https://youtu.be/-zoHF9q5Pvg


 

Ο χρόνος – η ευκαιρία του ανθρώπου!


Είναι άραγε ο χρόνος μια τραγική παράμετρος στη ζωή του ανθρώπου; Κάθε πρωτοχρονιά συνήθως στρέφουμε τον νου μας στον αποκαλούμενο «καινούργιο χρόνο», αποφεύγοντας να σκεφτούμε το αυτονόητο, πως κάθε νέα χρονιά μας φέρνει ακόμη πιο κοντά στο αναπόφευκτο τέρμα της ζωής μας. Είναι τελικά ο χρόνος φίλος ή εχθρός, ευλογία ή κατάρα; Ο τρόπος που μετράμε τον χρόνο είναι αναγκαίος για τη ζωή μας σε αυτόν το κόσμο, αλλά είναι και τεχνητός, ένα ανθρώπινο επιτήδευμα. Όμως, κάθε αρχή του χρόνου είναι μια ευκαιρία να κάνουμε έναν απολογισμό πνευματικό, μια καινούργια αρχή στη ζωή μας.

Από την αρχή της δημιουργίας η Γραφή μιλάει για τον χρόνο, «εγένετο εσπέρα και εγένετο πρωί ημέρα μια»1. Ασφαλώς ο άνθρωπος δεν δημιουργήθηκε για να είναι φυλακισμένος στον χρόνο, αλλά για αιωνιότητα. Οι άγγελοι δημιουργήθηκαν μέσα στην αιωνιότητα, και γι’ αυτό η πτώση του Εωσφόρου είναι αμετάκλητη, επειδή αμάρτησε μέσα στην αιωνιότητα. Για τον άνθρωπο, ο χρόνος φανερώνει τη φιλανθρωπία του Θεού διότι η αγαθή πρόνοιά Του τον έπλασε μέσα στον χώρο και τον χρόνο, για να μπορέσει να εκμεταλλευθεί «την τρεπτότητα του χρόνου», για την οποία μιλούν οι φιλόσοφοι, και να έχει τη δυνατότητα να μετανοήσει. «Η στιγμή δεν πιάνεται»∙ μέχρι να την ονομάσουμε παρόν έγινε ήδη παρελθόν. Αυτή η τρεπτότητα του χρόνου είναι όμως ευλογία για τον άνθρωπο, γιατί του δίνει την ευκαιρία να αλλάξει προς το καλό και να οικοδομήσει στην καρδιά του πνευματική κατάσταση. Με την έννοια αυτή, ο χρόνος γίνεται ένα άλλο δέντρο της γνώσεως του καλού ή του κακού.

Ο χρόνος της ζωής μας παίρνει αξία και νόημα όχι κατά τον αριθμό των ετών μας, αλλά κατά το μέτρο που τον αξιοποιούμε σε βάθος. Αν προσέξετε, στα αναγνώσματα στις εορτές των οσίων λέγεται ότι το αληθινά τίμιον γήρας εξαρτάται από το αν ο άνθρωπος ζει με σωφροσύνη και έχει ακηλίδωτο βιο. Ο δίκαιος «τελειωθείς εν ολίγω επλήρωσε χρόνους μακρούς»2, δηλαδή η ζωή του έφθασε στο πλήρωμά της, «εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού»3. Ο απόστολος Παύλος μας προτρέπει να εξαγοράσουμε τον χρόνο της ζωής μας, γιατί οι μέρες είναι πονηρές4, και ο ίδιος Απόστολος μας δείχνει τον τρόπο με τον οποίο επιτελείται αυτή η εξαγορά, όταν εντέλλεται στους Εφεσίους «πληρούσθε εν πνεύματι (Αγίω)»5.

Πολύ συχνά ακούμε τους ανθρώπους να λένε «πόσο χρόνο έχασα στη ζωή μου!». Δυστυχώς μεγαλώνουμε με τα πρότυπα του κόσμου, και δεν γνωρίζουμε πως να χειριστούμε το μεγάλο δώρο που λέγεται χρόνος στη ζωή μας. Στο σκοτάδι της άγνοιας οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τον χρόνο στρεφόμενοι νοσταλγικά στο παρελθόν, που δεν τους ανήκει πλέον. Άλλοτε ο εχθρός τους οδηγεί σε απόγνωση, θυμίζοντάς τους όλες τις αποτυχίες του παρελθόντος. Άλλοι μεταθέτουν τον νου τους στο μέλλον μέσω της φαντασίας. Είναι τραγικό που ο άνθρωπος τείνει να παρατηρεί στους άλλους τα σημάδια του χρόνου πολύ πιο εύκολα απ’ ότι στον εαυτό του. Θέλει συνεχώς να αποφύγει τη φθαρτότητα που φέρνει ο χρόνος, σαν να είναι αθάνατος στη γη. Αλλά ο χρόνος και ο θάνατος ήλθαν ως πράξη άκρας φιλανθρωπίας του Θεού, για να μη γίνει ο άνθρωπος αθάνατος μαζί με το κακό.

Το μεγαλύτερο γεγονός «υπό τον ουρανόν» είναι η στιγμή όταν ο ίδιος ο Θεός έγινε άνθρωπος. Τότε η αιωνιότητα του Θεού εισήλθε μέσα στον χρόνο, τέμνοντας σταυρικά τον οριζόντιο ιστορικό χρόνο. Ο Κύριος ονομάζεται ο Χριστός, δηλαδή ο κεχρισμένος του Θεού, και ο Ίδιος χρίει τον χρόνο και όλο το κτιστό είναι με τη θεια Του ενέργεια. Στην Παλαιά Διαθήκη ο χρόνος έφθασε σε ένα πλήρωμα, όταν έγιναν όλα τα γεγονότα που ήθελε ο Θεός να πραγματοποιηθούν. Οι Πατέρες ταυτίζουν «το πλήρωμα του χρόνου»6 με την Παναγία. Και για εμάς, μαζί με την εξαγορά του χρόνου, εξίσου σημαντικό είναι και το θέμα του πληρώματος της ζωής μας. Το μέσον που πρέπει να χρησιμοποιήσουμε για να φθάσει η ζωή μας στο πλήρωμά της και να εξαγοράσουμε αιωνιότητα, είναι ο ίδιος ο χρόνος. Ο Μέγας Βασίλειος λέει ότι ο χρόνος είναι «το σύμπαρεκτεινόμενον τη συστάσει του κόσμου διάστημα». Είναι ένα χρονικό διάστημα που έχει αρχή και τέλος∙ άρχισε από τη δημιουργία του κόσμου και συνεχίζει μαζί με την εξέλιξη του κόσμου. Ο Γέροντας Σωφρόνιος λέει ότι ο χρόνος είναι ο τόπος της συνάντησής μας με τον Θεό∙ είναι ο καιρός κατά τον οποίο ο Θεός δημιουργεί θεούς. Λειτουργικά, ο όρος «καιρός» χρησιμοποιείται όταν λέμε ότι οι ιερείς «παίρνουν καιρό», δηλαδή προετοιμάζονται με μια μικρή ακολουθία πριν μπουν στο ιερό να τελέσουν τη Λειτουργία. Με τον ίδιο τρόπο, και ο χρόνος της δικής μας ζωής είναι καιρός κατά τον οποίο προετοιμαζόμαστε για τη μέλλουσα ζωή. Ο άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας λέει ότι η εν Χριστώ ζωή σπέρνεται σε αυτό τον κόσμο, αλλά θα καρποφορήσει σε όλο της το πλήρωμα στην άλλη ζωή.

Ένας λόγος που χάνουμε χρόνο, ακόμη και εμείς οι Χριστιανοί, είναι διότι δεν έχουμε στάση υπακοής ούτε στους πνευματικούς μας πατέρες, ούτε στην παράδοση της Εκκλησίας. Όποιος δεν γνωρίζει το μυστήριο της υπακοής, χάνει τον χρόνο της ζωής του, ακόμη και αν ανθρωπίνως έχει μεγάλα και λαμπρά χαρίσματα και επιτεύγματα. Εκτός υπακοής δεν θα μπορέσει να μαζέψει παρά μόνο ψίχουλα από την πλούσια τράπεζα της παράδοσης των Πατέρων μας. Στην Κλίμακα λέγεται ότι τρεις νέοι πήγαν σε ένα Γέροντα να του ζητήσουν λόγο, και στον τρίτο είπε ο Άγιος: «να θυμάσαι ότι ‘εν τη υπομονή ημών κτήσασθαι τας ψυχάς ημών’7∙ να βρεις έναν πολύ σκληρό Γέροντα και να του κάνεις απόλυτη υπακοή». Τότε τον ρώτησε ο νέος, «και αν ο Γέροντας δεν ζει πνευματική ζωή πάλι να μείνω;» Και του απάντησε ο άγιος, «ακόμα και αν δεις ότι είναι ο χειρότερος από όλους, να μην τον κρίνεις, αλλά να λες στον εαυτό σου τα λόγια που είπε ο Χριστός στον Ιούδα, «εταίρε, εφ’ ο πάρει;»8∙ «Φίλε, γιατί ήρθες εδώ; Για να κρίνεις ή για να κριθείς;» Υπέμεινε και τότε θα δεις ότι η χάρις του Θεού θα σβήσει κάθε υπερηφάνεια μέσα σου και κάθε άλλη σαρκική επιθυμία». Βλέπουμε ότι αυτοί που παραδίδονται με απλότητα στην υπακοή, πολλούς πειρασμούς που τους άλλους τους ταλανίζουν, δεν τους γνωρίζουν καν. Αυτό αφορά όλους τους πιστούς. Αν είχαμε αληθινή υπακοή στους θεσμούς της Εκκλησίας, θα μας έδινε ο Θεός να γίνουμε και εμείς φορείς της Παραδόσεώς της.

Με την ενανθρώπηση του Χριστού, ζούμε πλέον μέσα στον «ενιαυτό της χρηστότητος του Κυρίου»9. Πόσες φορές δεν λέμε στις ακολουθίες, «ευλογημένη η Βασιλεία του Θεού, Νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων»; Αυτό το «Νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων» αναφέρεται στο «αιώνιο σήμερον», δηλαδή στον λειτουργικό χρόνο, όταν ο καιρός της ζωής μας επισκιάζεται από την αιωνιότητα του Θεού και τότε ο άνθρωπος γίνεται σύγχρονος γεγονότων αιωνίων και μπορεί να φθέγγεται μαζί με την Εκκλησία «Του δείπνου Σου του Μυστικού ΣΗΜΕΡΟΝ Υιέ Θεού κοινωνόν με παράλαβε». Σε αυτή την προοπτική ο πραγματικός σκοπός του χρόνου της ζωής μας είναι να μαζεύουμε καθημερινά στην καρδιά μας τις σφραγίδες της παρουσίας του Χριστού, ώστε να μπούμε στην αιωνιότητά Του και ο Κύριος να μας αναγνωρίσει ως δικούς Του.

Όπως ψάλλουμε τα Χριστούγεννα, αυτό που ήταν ο Χριστός παρέμεινε και αυτό που δεν ήταν το πήρε πάνω Του, δηλαδή την ανθρώπινη φύση. Όλα αυτά η Εκκλησία τα αποτυπώνει μέσα στις ακολουθίες της ημέρας. Ποια ώρα είναι πιο ευλογημένη από την έκτη ώρα, κατά την οποία ο Χριστός προσήλωσε το Σώμα Του στον Σταυρό και σταύρωσε την αμαρτία; Ή από την ενάτη ώρα κατά την οποία είπε «Τετέλεσται» για να φανερώσει ότι τελειώθηκε το σχέδιο του Θεού για τον άνθρωπο; Ποια ώρα είναι πιο μακαρία από την τρίτη ώρα κατά την οποία ο Χριστός έπεμψε το Παράκλητον Πνεύμα στους Μαθητές Του; Ποια ώρα είναι πιο ευλογημένη από τη νύχτα, στην οποία γεννήθηκε ο Χριστός ή στην οποία αναστήθηκε; Όπως λέει ο Σολομών, «Μέσα στην ησυχία της νυχτερινής σιγής κατέβηκε ο παντοδύναμος λόγος του Θεού, φέρνοντας μαζί Του το οξύ ξίφος της ανυπόκριτης επιταγής Του»10 της ανυπόκριτης βουλήσεώς Του, που ήταν ο ζήλος της «εις τέλος» αγάπης Του για τον άνθρωπο.


Ερωταποκρίσεις

Ερώτηση: Πως συνδέεται η μνήμη με τον χρόνο;

Αρχιμ. Πέτρος: Υπάρχει μνήμη πνευματική, που είναι πράξη προσευχής, και μνήμη ψυχολογική, που είναι απλή ανάμνηση περασμένων γεγονότων. Με την πνευματική ανάμνηση, φέρουμε αυτά που θυμόμαστε ενώπιον του Θεού με προσευχή και ευχαριστία. Λέμε για τους κεκοιμημένους «αιωνία η μνήμη» με την έννοια ότι αυτούς που θυμάται ο Θεός, ζουν πραγματικά, ενώ η λήθη του Θεού είναι θάνατος. Κατ’ αναλογία, η προσευχητική ανάμνηση είναι πράξη που αγιάζει και λυτρώνει ακόμα και το παρελθόν μας, όπως ο Χριστός «ημάς εξηγόρασεν εκ της κατάρας του νόμου»11 με το Αίμα Του και έδωσε Εαυτόν «λύτρον αντί πολλών»12. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος για μας να λυτρώσουμε και να αγιάσουμε ούτε το παρελθόν, ούτε το παρόν, ούτε το μέλλον μας, παρά μόνο αν τα προσάγουμε στον Θεό με προσευχή.

Ερώτηση: Γιατί σε κάποιους ο Θεός δίνει λίγα χρόνια ζωής, ενώ άλλοι φεύγουν σε βαθιά γεράματα;

Αρχιμ. Πέτρος: Το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι, «εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα». Ο Χριστός έχει στα χέρια Του και χρόνους και καιρούς, εμείς μόνο να Του παραδοθούμε και κάθε μέρα να αγωνιζόμαστε όπως μπορούμε καλύτερα να μαζέψουμε μέσα μας αιωνιότητα με την προσευχή, με τον λόγο του Θεού, με τα μυστήρια της Εκκλησίας, με την εργασία των εντολών. Τα κρίματα Του είναι ανεξιχνίαστα και το μόνο σίγουρο και απόλυτο που ξέρουμε είναι πως ο, τι κάνει, το κάνει από αγαθότητα, και για κάθε αδικία στο ιστορικό επίπεδο, ο Θεός μετά έχει όλη την αιωνιότητα για να την αναπληρώσει.

Ερώτηση: Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακας λέει ότι ο χρόνος της ζωής μας δεν φθάνει και για φιλία και για δάκρυα∙ πρέπει να διαλέξουμε τα δάκρυα. Πως να το κάνουμε;

Αρχιμ. Πέτρος: Κατ’ ακρίβεια, λέει κάτι πιο βαρύ ακόμη∙ την ημέρα που δεν κλάψαμε, τη χάσαμε για όλη την αιωνιότητα. Σίγουρα, θα έχουμε ευκαιρίες ξανά για δάκρυα, αλλά την ημέρα εκείνη δεν θα την ξαναβρούμε, και εφόσον έμεινε χωρίς τη σφραγίδα του Θεού, την οποία φέρνουν τα δάκρυα, έμεινε αλύτρωτη. Παρόλο που έχουμε την ψευδαίσθηση ότι θα ζούμε αιώνια στη γη, ο χρόνος μας είναι πολύ μικρός και δεν φθάνει και για φιλίες και για δάκρυα. Δεν σημαίνει ότι δεν θα είμαστε φιλικοί με τους δίπλα μας, αλλά ότι δεν πρέπει να προσκολληθεί η καρδιά μας σε ανθρώπους ή σε πράγματα αυτού του κόσμου. Ο Θεός μας είναι ζηλωτής Θεός και περιμένει από μας ολόκληρη την καρδιά. Το μυστήριο είναι όμως, ότι αν δώσουμε όλη μας την καρδιά στον Θεό, τότε το θέλημά Του γίνεται το δικό μας, και η καρδιά μας χωράει και όλους τους άλλους απαθώς, διά του Χριστού, όχι διά του εαυτού μας. Όταν έχουμε φιλίες με κέντρο τον εαυτό μας, η φιλία είναι μια πλατφόρμα για να ικανοποιούμε τα πάθη και τη κενοδοξία μας. Οι Άγιοι εξαγόρασαν όχι μόνο τον χρόνο της ζωής τους, αλλά και τον χρόνο της ζωής των πλησίον τους, αφού έγιναν «σπονδή» στον Θεό για τη σωτηρία του κόσμου.

Ερώτηση: Τις Κυριακές και τις μεγάλες εορτές η Εκκλησία μας λέει να σχολάσουμε. Είναι αυτό σαν να σταματάει ο χρόνος για λίγο για μας:

Αρχιμ. Πέτρος: Ξέρετε, οι άνθρωποι πολύ συχνά μας λένε ότι «σήμερα ο ρυθμός της ζωής είναι πολύ γρήγορος και δεν υπάρχει χρόνος να προσευχηθούμε». Μπορεί κάποιος να περάσει 3 ώρες στο ίντερνετ χωρίς να καταλάβει πότε πέρασε η ώρα. Αλλά αν έρθει στον ναό νιώθει ότι «είναι μεγάλες οι ακολουθίες στην Ορθόδοξη Εκκλησία». Αυτός που περνά κάθε μέρα 4 ώρες στο ίντερνετ, στην καλύτερη περίπτωση θα μαζέψει κάποιες γνώσεις που δεν είναι πάντοτε σίγουρο για το πόσο έγκυρες και ακριβείς είναι. Στη χειρότερη περίπτωση όμως ερημώνεται μέσα του, ξεραίνεται η καρδιά του. Ενώ αυτός που θα δώσει 4 ώρες κάθε μέρα να προσευχηθεί, έχει πολύ μεγάλη αλλαγή στην πνευματική του κατάσταση. Δεν λέει η Γραφή· «τρέξτε για να μάθετε ότι είμαι Θεός», αλλά «σχολάσατε και γνώτε, ότι εγώ ειμι ο Θεός»13. Να μην απατούμε τους εαυτούς μας ότι με το να βλέπουμε τηλεόραση και να τραβάμε το κομποσκοίνι κάναμε τον κανόνα της προσευχής μας. «Σχολάσατε», σημαίνει να τα αφήσουμε όλα και να πούμε τώρα για 5 λεπτά, μισή ώρα, όσο μπορούμε, υπάρχει μόνο ο Κύριος και εγώ πάνω στη γη. Έτσι πρέπει να είναι η αληθινή σχόλη για να πιάσει μέσα μας η χάρη της προσευχής. Αλλιώς παίρνουμε λίγους κόκκους άμμου από την ακροθαλασσιά.

Ερώτηση: Τι σημαίνει ότι ο χρόνος μεταποιείται σε «καιρόν» στην Εκκλησία;

Αρχιμ. Πέτρος: Ο «καιρός» σημαίνει τον χρόνο που δίνουμε να σταθούμε στην παρουσία του Θεού και η ευλογία του καιρού είναι ότι μας προπαρασκευάζει, μας αλλάζει την κατάσταση. Όταν αμαρτάνουμε, αν ζήσουμε τον χρόνο με μετάνοια, γίνεται για μας «καιρός του ποιήσαι τω Κυρίω», καιρός που αναφέρεται στον Θεό. Ο Απόστολος λέει ότι «κάθε κτίσμα αγιάζεται διά λόγου Θεού και εντεύξεως»14· έτσι και ο χρόνος της ζωής μας γίνεται καιρός όταν τον κάνουμε ευκαιρία να επισκεφθεί και να επισκιασθεί από τη χάρη του Θεού. Σήμερα ιδιαίτερα οι νέοι άνθρωποι δίνουν όλη τους την προσοχή στον χρόνο, ακόμη και μέσω των ναρκωτικών, και όσο θέλουν να το ζήσουν, τόσο τους φεύγει από τα χέρια τους. Τρέχει και κυνηγά ο άνθρωπος μια σκιά, αλλά δεν πιάνεται η σκιά που λέγεται χρόνος. Όταν όμως γίνει καιρός, ο προφήτης Δαβίδ λέει, «η προσευχή μου προς σε Κύριε καιρός ευδοκίας»15.

Ερώτηση: Μπροστά σε κάθε καινούργιο χρόνο νιώθουμε ότι είμαστε προσηλωμένοι στο σημείο μεταξύ του χρόνου που πέρασε και εκείνου που έρχεται. Δεν γίνεται όμως αυτό κάθε στιγμή του χρόνου;

Αρχιμ. Πέτρος: Το όφελος έρχεται από το νυν, από το τι κάνουμε τώρα και ο εχθρός, επειδή το ξέρει αυτό, παίρνει τον νου μας από το τώρα και προσπαθεί είτε να τον πάει στο παρελθόν και να μας γεμίσει με τύψεις και με απελπισία∙ ή να τον πάει στο μέλλον, και να μας γεμίσει με άγχος. Τελικά πολλές φορές το άγχος αυτό για το μέλλον το ονομάζουμε και «εσχατολογία». Αληθινή εσχατολογία, όμως είναι να αγωνιζόμαστε καθημερινά να βρούμε επαφή με τον έσχατο Αδάμ. Ο πρώτος Αδάμ πλάσθηκε κατ’ εικόνα του Εσχάτου Αδάμ. Εκείνος που θα έλθει στο τέλος είναι το πρότυπο του πρώτου Αδάμ. Η ζωή στην παρουσία του Εσχάτου, στον λόγο Του, στη χάρη Του δεν είναι η αγωνία και η κινδυνολογία για το μέλλον.

Ερώτηση: Πως να εννοήσουμε ότι ο χρόνος είναι δώρον της χρηστότητος του Θεού;

Αρχιμ. Πέτρος: Όταν ο χρόνος επισκιάζεται από τη χάρη του Θεού, τότε ο άνθρωπος μπορεί να πει παράδοξα πράγματα, όπως «εις ους τα τέλη των αιώνων κατήντηκεν»16, ή ότι γίνεται συγχρόνως γεγονότων αιωνίων. Αλλά λέμε ταυτόχρονα και το «Κύριε, ελέησον και σώσον με». Είναι και τα δυο αληθινά, διότι όσο υπάρχει χρόνος, ακόμη και όταν εμπλησθούμε με την τρυφή της παρουσίας Του, δεν παύει να υπάρχει και ένας κίνδυνος. Θυμάστε εκείνον τον Όσιο Γέροντα που είπε τις τελευταίες μέρες πριν πεθάνει όταν τον επαίνεσε κάποιος· «Προσέξτε, προλαβαίνω ακόμη να τα χαλάσω όλα».

Ερώτηση: Ο χρόνος της Λειτουργίας είναι ο χρόνος της αιωνιότητας;

Αρχιμ. Πέτρος: Ο λειτουργικός χρόνος είναι το «αιώνιο σήμερον», ο ιστορικός άνθρώπινος χρόνος που επισκιάζεται από την άκτιστη θεια ενέργεια, η οποία μας εισάγει στην αιωνιότητά Του. Ο Γέροντας Σωφρόνιος λέει ότι ο χρόνος είναι σχετικός, αλλά όχι με την έννοια του Αϊνστάιν που είπε ότι μια μάζα, όταν ξεπεράσει μια ταχύτητα, μπορεί να γίνει ενέργεια. Πνευματικά, αυτό γίνεται στις ψυχές των Αγίων, οι οποίοι στην ορμή τους προς τον Θεό λησμονούν τον κόσμο και σαν να φεύγουν από τη βαρύτητα του κόσμου, γίνονται όλοι φως, ενέργεια. Όταν επιστρέφουν στον κόσμο «εξαγγέλουν τας αρετάς του Θεού», γίνονται πύλη του ουρανού και η ζωή τους προβάλλει τις αρετές του Θεού για μας να τις μιμηθούμε, όπως λέει ο απόστολος Πέτρος∙ «όπως τὰς αρετὰς εξαγγείλητε του εκ σκότους υμάς καλέσαντος εις τὸ θαυμαστὸν Αυτού φως»17. Δεν υπάρχει καινούργιος χρόνος, όπως έλεγε ο άγιος Πορφύριος, υπάρχει μόνο ο χρόνος που πέρασε. Αλλά ο χρόνος που μας δίνει ο Θεός είναι «καιρός» τον οποίο εμείς πρέπει να τον κάνουμε «ευκαιρία» για τον Θεό να μπει στη ζωή μας.

Παραπομπές:

1 Γέν. 1,5

2 Σοφ. Σολ. 4, 13.

3 Εφ. 4, 13.

4 Εφ. 5, 16-17.

5 Εφ. 5, 18.

6 Γαλ. 4, 4.

7 Λουκ. 21, 19.

8 Ματθ. 26, 50.

9 Βλ. Λουκ. 4, 17.

10 Πρβλ. Σοφ. Σολ. 18, 14-15.

11Γαλ. 3, 13.

12 Μάρκ. 10, 45.

13 Ψαλμ. 45, 10.

14 Α´ Τιμ. 4, 4-5.

15 Βλ. Ψαλμ. 68, 14.

16 Α´ Κορ. 10, 11.

17 Α´ Πέτρ. 2, 9.


ΠΗΓΗ:ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ

Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιώς ενημερώνει: «ΟΥΦΟΛΟΓΙΑ». ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΟΣΗΡΟΥ ΚΑΙ ΑΠΑΤΗΛΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ

  Μητροπολίτης Πειραιώς: «ΟΥΦΟΛΟΓΙΑ». ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΟΣΗΡΟΥ ΚΑΙ ΑΠΑΤΗΛΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ.