Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 2022

               ΚΥΡΙΑΚΗ  Α΄ ΛΟΥΚΑ

              "O Λόγος του Θεού στο Λαό του Θεού"


Ο μεγάλος Δάδάσκαλος    (Λουκ. ε΄1-11), (Β Κορινθ. στ΄ 1-10)

«αφέντες άπαντα ηκολούθησαν αυτώ»

 Η σημερινή ευαγγελική περικοπή ξεδιπλώνει μπροστά μας με ένα εκπληκτικό τρόπο το περιστατικό της κλήσης των πρώτων μαθητών του Κυρίου. Ο Λόγος του Θεού είναι εκείνος που πρώτος σπεύδει να απευθύνει την πιο ευλογημένη πρόσκληση. Καλεί όλους τους ανθρώπους από την ανυπαρξία στη ζωή. 

 Γι’ αυτό και στην ευχαριστιακή σύναξη ακούμε την ομολογία: «Συ εκ του μη όντος εις το είναι ημάς παρήγαγες». Ο άνθρωπος καλείται από τον Χριστό όχι απλά να διατηρήσει το «είναι», δηλαδή να περιορίζεται στην ύπαρξή του, αλλά να καταξιωθεί ενός ανώτερου μεγαλείου. Ν’ ατενίσει τις κορυφογραμμές του «εύ είναι», να φθάσει δηλαδή στη θέωση.

 Να γίνει κοινωνός της θείας ζωής, να γνωρίσει την «καλή αλλοίωση», όπως χαρακτηριστικά σημειώνουν οι πατέρες της Εκκλησίας. 

 Μας προσκαλεί να κοινωνήσουμε της θεανθρώπινης ζωής της Εκκλησίας, διά μέσου εκείνων που την θεμελίωσαν. Αυτοί είναι οι άγιοι απόστολοι, οι μαθητές που τότε προσκάλεσε ο ίδιος ο Χριστός για να τον ακολουθήσουν και να είναι οι ευλογημένοι συνεργάτες του. 

 Σε μια πολύ ζωηρή εικόνα, ο Λουκάς εμφανίζει τον Χριστό να διδάσκει στο πλήθος, πριν να καλέσει τους πρώτους τέσσερις μαθητές του. Την επικοινωνία που απορρέει από τη θεϊκή αγάπη χαρακτηρίζει η αυθεντικότητα.  Πάντοτε κοιτούσε τους ανθρώπους πρόσωπο προς πρόσωπο. 

  Στη διάσταση εκείνη που η κοινωνία αγάπης αναδεικνύεται το κυρίαρχο στοιχείο της Βασιλείας του και της καταξίωσης του ανθρώπου στους πιο ψηλούς αναβαθμούς πνευματικότητας.  Εκεί, λοιπόν, στην ακρογιαλιά της Γεννησαρέτ που ήταν κατάμεστη από κόσμο, επέλεξε ένα από τα δύο πλοιάρια των μετέπειτα μαθητών του για να διδάσκει το πλήθος. Ακριβώς, μέσα από την ταπείνωση παρατηρούμε πώς αναδύεται η θεϊκή μεγαλοπρέπεια.

Το ευλογημένο προσκλητήριο

 Τη διδαχή του πλήθους διαδέχεται το σκηνικό της ευλογημένης πρόσκλησης που απευθύνει ο Κύριος προς τους μαθητές του. Οι συνθήκες μπορεί να μην ήταν και τόσο ευνοϊκές, αφού εκτός από το ακατάλληλο της ώρας, η κοπιώδης εργασία που προηγήθηκε από τους μαθητές ολόκληρη τη νύχτα συνοδευόταν και από την απογοήτευση της δυστοκίας που επιστέγαζε την προσπάθεια τους. Ωστόσο, η μεγάλη πρόσκληση μπορεί να καρποφορήσει και κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες.  Αυτό επιβεβαιώνουν και μαρτυρούν τα ίδια τα γεγονότα. 

 Παρακαλεί το Σίμωνα ο Κύριος: «επανάγαγε εις το βάθος και χαλάσατε τα δίκτυα υμών προς άγραν». Ο άνθρωπος μπορεί να ερμηνεύει επιφανειακά και με το δικό του τρόπο πράγματα και γεγονότα, να απογοητεύεται και να απελπίζεται.

 Ωστόσο, η αγάπη του Θεού αποφέρει την πιο ευλογημένη καρποφορία, ακόμα και κάτω από τις πιο δύσκολες περιστάσεις. Αρκεί ο άνθρωπος να αφήσει την καρδιά του να γίνει δεκτική της θεϊκής αγάπης και παρουσίας, να δεχθεί το θείο φωτισμό.

 Η ανταπόκριση ακριβώς του Πέτρου, παρά την όποια απογοήτευσή του που εκφράζεται με το «δι’ όλης της νυκτός κοπιάσαντες ουδέν ελάβομεν», δείχνει το δρόμο της πορείας του κάθε ανθρώπου που ενδείκνυται ν’ ακολουθεί προκειμένου ν’ ανήκει στους μαθητές του Χριστού. Θυσίασε τους όποιους εγωισμούς και παρέκαμψε πρόσκαιρα βολέματα, προφάσεις και φτηνές δικαιολογίες.

 Η αγάπη του Χριστού ήταν ότι πιο πολύτιμο, χάρη της οποίας άξιζε να θυσιάσει τα πάντα. Η υπακοή στο θέλημα του Χριστού συνιστά την πιο ασφαλή πορεία στη ζωή: «επί δε τω ρήματί σου χαλάσω το δίκτυον».

Αγαπητοί αδελφοί, ο Πέτρος εισερχόμενος πλέον στο χώρο της θαυματουργίας του Κυρίου βιώνει το μεγαλείο της ολοκληρωμένης αγάπης. Ο άνθρωπος που δέχεται στην καρδιά του την αγάπη του Χριστού, ανυψώνεται στο «αρχαίο κάλλος της εικόνος του Θεού». Σ’ αυτήν ακριβώς τη μεταμορφωτική και ανυψωτική δυναμική, όπως ο Πέτρος μεταποιείται από απλό ψαρά σε «αλιέα ανθρώπινων ψυχών», έτσι και ο κάθε ένας από εμάς μπορεί να ακολουθήσει το δικό του παράδειγμα.

 Η ακολουθία όμως του Χριστού προϋποθέτει την απάρνηση όλων εκείνων των ψεύτικων στηριγμάτων, τα οποία αφήνουν τον άνθρωπο να κλυδωνίζεται στα κύματα των λογής κρίσεων. Προϋποθέτει σαφώς και τη μίμηση του παραδείγματος των αποστόλων, οι οποίοι  «αφέντες άπαντα ηκολούθησαν αυτώ».

Χριστάκης Ευσταθίου

Θεολόγος



 

Κυριακὴ Α΄ Λουκᾶ – Εὐαγγελικὸ καί Ἀποστολικὸ  Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 25 Σεπτεμβρίου 2022


Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 25 Σεπτεμβρίου 2022, Α΄ Λουκᾶ (Λουκ. ε΄ 1-11)

γένετο δ ν τ τν χλον πικεσθαι ατ το κούειν τν λόγον το Θεο κα ατς ν στς παρ τν λίμνην Γεννησαρέτ, 2 κα εδε δύο πλοα σττα παρ τν λίμνην· ο δ ­λιες ποβάντες π᾿ ατν πέπλυναν τ δίκτυα. 3 μβς δ ες ν τν πλοίων,  ν το Σίμωνος, ­ρώ­τησεν ατν π τς γς παναγαγεν λίγον· κα κα­θίσας δίδασκεν κ το πλοίου τος χλους. 4 ς δ παύσατο λαλν, επε πρς τν Σίμωνα· πα­νάγαγε ες τ βάθος κα χαλάσατε τ δίκτυα μν ες γραν. 5 κα ποκριθες  Σίμων επεν ατ· πιστάτα, δι᾿ ­­­λης τς νυκτς κοπιάσαν­­τες οδν λάβομεν· π δ τ ρήματί σου χαλάσω τ δίκτυον. 6 κα τοτο ποιήσαντες συνέκλεισαν πλθος χθύων πολύ· διερρήγνυτο δ τ δίκτυον ατν. 

7 κα κατένευσαν τος μετό­χοις τος ν τ τέρ πλοί το λθόντας συλλαβέσθαι­ ατος· κα λθον κα πλη­σαν μφότερα τ πλοα, ­­­στε βυθίζεσθαι α­τά. 8 δν δ Σίμων Πέτρος προσέπεσε τος γόνασιν η­σο λέγων· ξελθε π᾿ ­­­μοτι νρ μαρτωλός εμι, Κύριε· 9 θάμβος γρ περιέσχεν ατν κα πάντας τος σν ατ π τ γρ τν χθύ­ων  συνέλαβον, 

10 μοίως δ κα άκωβον κα ωάννην, υος Ζεβεδαίου, ο σαν κοινωνο τ Σίμωνι. κα επε πρς τν Σίμωνα  ησος· μ φοβο· π το νν νθρώπους σ ζωγρν. 11 κα καταγαγόντες τ πλοα π τν γν, φέντες παντα κολούθησαν α­τ.

.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

Κάποτε, ἐνῶ ὁ Ἰησοῦς στεκόταν στήν ὄχθη τῆς λίμνης Γεννησαρέτ, τά πλήθη τοῦ λαοῦ ἄρχισαν νά συνωστίζονται γύρω του καί νά τόν στριμώχνουν, ἐπειδή ἤθελαν ν’ ἀκοῦν τό λόγο τοῦ Θεοῦ. 2 Τότε εἶδε δύο μικρά πλοῖα ἀραγμένα στήν ἄκρη τῆς λίμνης· οἱ ψαράδες μάλιστα εἶχαν βγεῖ ἀπ’ αὐτά στήν παραλία καί ἔπλεναν τά δίχτυα. 3 Κι ἀφοῦ μπῆκε σ’ ἕνα ἀπό τά πλοῖα αὐτά, σ’ αὐτό πού ἦταν τοῦ Σίμωνα, τόν παρακάλεσε νά τό τραβήξει λίγο πιό μέσα, σέ μικρή ἀπόσταση ἀπό τή στεριά. Καί τότε κάθισε μέσα στό πλοῖο καί δίδασκε ἀπό ἐκεῖ τά πλήθη τοῦ λαοῦ πού βρίσκονταν στήν παραλία. 4 Κι ὅταν τελείωσε τήν ὁμιλία του, εἶπε στό Σίμωνα: Πάρε πάλι τό πλοῖο στά βαθιά νερά τῆς λίμνης καί ρίξτε τά δίχτυα σας γιά νά πιάσετε ψάρια. 5 Ὁ Σίμων τότε τοῦ ἀποκρίθηκε: Διδάσκαλε, ὅλη τή νύχτα κοπιάσαμε ρίχνοντας τά δίχτυα καί δέν πιάσαμε τίποτε. Ἀφοῦ ὅμως τό διατάζεις ἐσύ, θά ρίξω τό δίχτυ ἔχοντας τέλεια πεποίθηση καί ὑπακοή στό λόγο σου. 6 Κι ἀφοῦ τό ἔκαναν αὐτό, ἔπιασαν μέσα στό δίχτυ πάρα πολλά ψάρια. Τόσα πολλά, πού τό δίχτυ τους ἄρ­χι­σε νά σπάζει, ἐπειδή δέν ἄντεχε στό βάρος τοῦ πλή­θους τῶν ψαριῶν. 

7 Καί μέ νεύματα εἰδοποίησαν τούς συνεταίρους τους πού ἦταν στό ἄλλο πλοῖο νά ἔλθουν καί νά πιάσουν μαζί μ’ αὐτούς τά δίχτυα καί νά τούς βοηθήσουν νά τά σύρουν ἐπάνω. Ἐκεῖνοι ἦλθαν καί γέμισαν καί τά δύο πλοῖα τόσο πολύ, πού κινδύνευαν νά βυθισθοῦν ἀπό τό βάρος τῶν ψαριῶν. 8 Ὅταν λοιπόν εἶδε ὁ Σίμων Πέτρος τό πρωτοφανές αὐτό καί ἀνέλπιστο πλῆθος τῶν ψαριῶν, ἔπεσε κάτω στά γόνατα τοῦ Ἰησοῦ καί τοῦ εἶπε: Βγές ἀπό τό πλοῖο μου καί φύγε ἀπό μένα, Κύριε, διότι εἶμαι ἄνθρωπος ἁμαρτωλός, καί δέν εἶμαι ἄξιος νά σ’ ἔχω στό πλοῖο μου. 9 Καί εἶπε αὐτά τά λόγια ὁ Πέτρος, διότι κι αὐτός κι ὅλοι ἐκεῖνοι πού ἦταν μαζί του κυριεύθηκαν ἀπό μεγάλη ἔκπληξη καί δέος γιά τήν πρωτοφανή ἁλιεία τόσων ψαριῶν πού εἶχαν πιάσει, καί ἡ ὁποία μόνο ἀπό παρέμβαση τῆς θείας δυνάμεως μποροῦσε νά ἐξηγηθεῖ.

 10 Παρόμοια μάλιστα κυριεύθηκαν ἀπό ἔκπληξη καί ὁ Ἰάκωβος καί ὁ Ἰωάννης, οἱ γιοί τοῦ Ζεβεδαίου, οἱ ὁποῖοι ἦταν συνέταιροι τοῦ Σίμωνος. Τότε ὁ Ἰησοῦς εἶπε στό Σί­μωνα: Μή φοβᾶσαι. Ἀπό τώρα πού σέ καλῶ νά γίνεις ἀπόστολός μου καί στό ἑξῆς, θά συνεχίσεις νά ψα­­­ρεύεις, μά δέν θά πιάνεις ψάρια ἀλλά ἀν­θρώπους ζωντανούς, πού μέ τό κήρυγμά σου θά τούς ὁδηγεῖς στή σωτηρία. 11 Κι ἀφοῦ ἐπανέφεραν τά πλοῖα στή στεριά, ἄφησαν τά πάντα, καί τά ψάρια δηλαδή καί τά δίχτυα καί τά πλοῖα τους, καί τόν ἀκολούθησαν.


Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 25 Σεπτεμβρίου 2022, ΙΕ΄ Κυριακῆς (Β΄Κορ. δ΄ 6-15)

Ἀδελφοί, ὁ Θεὸς ὁ εἰπὼν ἐκ σκότους φῶς λάμψαι, ὃς ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρὸς φωτισμὸν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἔχομεν δὲ τὸν θησαυρὸν τοῦτον ἐν ὀστρακίνοις σκεύ­εσιν, ἵνα ἡ ­­ὑπερβολὴ τῆς δυνάμεως ᾖ τοῦ Θε­οῦ καὶ μὴ ἐξ ἡμῶν, ἐν παντὶ θλιβόμενοι ἀλλ᾿ οὐ στενοχωρούμενοι, ἀ­πο­­­­ρού­μενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἐξα­πο­ρού­μενοι, διωκόμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἐγκα­ταλειπόμενοι, καταβαλ­λόμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἀπολ­λύ­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­μενοι, πάντοτε τὴν νέκρωσιν τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι περιφέροντες, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι ἡμῶν φανερωθῇ. ἀεὶ γὰρ ἡμεῖς οἱ ζῶντες εἰς θάνατον παραδιδόμεθα διὰ Ἰησοῦν, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ φανερωθῇ ἐν τῇ θνητῇ σαρκὶ ἡμῶν. ὥστε ὁ μὲν θάνατος ἐν ἡμῖν ἐνεργεῖται, ἡ δὲ ζωὴ ἐν ὑμῖν. ἔχοντες δὲ τὸ αὐτὸ πνεῦμα τῆς πίστεως κατὰ τὸ γεγραμμένον, ἐπί­στευ­σα, διὸ ἐλάλησα, καὶ ἡμεῖς πιστεύομεν, διὸ καὶ λα­λοῦμεν, εἰδότες ὅτι ὁ ἐγείρας τὸν Κύριον Ἰησοῦν καὶ ἡμᾶς διὰ Ἰησοῦ ἐγερεῖ καὶ παραστήσει σὺν ὑμῖν. τὰ γὰρ πάντα δι᾿ ὑμᾶς, ἵνα ἡ χάρις πλεονάσασα διὰ τῶν πλειόνων τὴν εὐχα­ριστίαν περισσεύσῃ εἰς τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ.

ΑΝΑΤΟΛΗ ΦΩΤΟΣ

1. Τὸ πνευματικὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ

Μὲ τὴν ἐκπληκτικὴ εἰκόνα τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου ξε­κι­νᾶ ἡ ἀποστολικὴ περικοπὴ ποὺ ἀκούσαμε σήμερα ἀπὸ τὴ Β΄ πρὸς Κορινθίους Ἐπιστολὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου. «Ὁ Θεὸς ὁ εἰπὼν ἐκ σκότους φῶς λάμψαι, ὃς ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρὸς φωτισμὸν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ», λέει ὁ θεῖος Ἀπόστολος. Δηλαδή, ὅπως τότε, στὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας, ὁ Θεὸς πρόσταξε ἀπὸ τὸ σκοτάδι νὰ λάμψει τὸ φῶς καὶ φωτίσθηκε ὁ κόσμος, ἔτσι καὶ τώρα ὁ Θεὸς φώτισε τὶς καρδιὲς μὲ τὸ πνευματικὸ φῶς τῆς γνώσεως τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία φανερώθηκε μέσῳ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Αὐτὸ τὸν πολύτιμο θησαυρὸ τῆς θεογνωσίας τὸν ἔχουμε μέσα στὰ χωματένια καὶ εὔθραυστα σώματά μας, γιὰ νὰ ἀποδεικνύεται ὅτι ἡ θαυμαστὴ δύναμη, μὲ τὴν ὁποία ὑπερνικοῦμε τὰ ἐμπόδια καὶ τοὺς κινδύνους, εἶναι τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν προέρχεται ἀπὸ ἐμᾶς.

Γι᾿ αὐτό, ἐνῶ ἐμεῖς οἱ Ἀπόστολοι ἀντιμετωπίζουμε θλίψεις, ποτὲ δὲν καταλήγουμε σὲ ἀδιέξοδα ἢ σὲ ἀγωνιώδη στενοχώρια. Φθάνουμε σὲ ἀπορία γιὰ τὸ τί νὰ κάνουμε, χωρὶς ὅμως νὰ ἀπελπιζόμαστε καὶ νὰ στερούμαστε τὴ σωτηρία. Μᾶς καταδιώκουν οἱ ἄνθρωποι, ἀλλὰ δὲν μᾶς ἐγκαταλείπει ποτὲ ὁ Θεός. Φαίνεται σὰν νὰ πέφτουμε νικημένοι στὴ γῆ, ἀλλὰ δὲν χανόμαστε. Ἀπειλούμαστε συνεχῶς ἀπὸ τὸν κίνδυνο τοῦ θανάτου, ὅπως πέθανε ὁ Κύριος Ἰησοῦς, ἀλλὰ αὐτὸ γίνεται γιὰ νὰ φανερωθεῖ ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ζωντανὸς καὶ μᾶς σώζει.

Εἶναι ὄντως συγκλονιστικὴ ἡ πρώτη ἡμέρα τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου. Τότε ποὺ ὁ Θεὸς ἔδωσε τὸ θεϊκό του πρόσ­ταγμα καὶ μὲ ἕναν του λόγο ἀνέτειλε γιὰ πρώτη φορὰ τὸ φῶς. Ἡ μεγαλειώδης ὅμως αὐτὴ δημιουργία ἐπαναλαμβάνεται καὶ μέσα στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, κάθε φορὰ ποὺ ὁ Θεὸς τοῦ ἀποκαλύπτει τὸ πνευματικὸ φῶς τῆς θεογνωσίας, τὴ γνώση δηλαδὴ ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι Θεὸς ἀληθινός. Ὅσο σημαντικὴ εἶναι ἡ δημιουργία τοῦ ὑλικοῦ φωτός, ἄλλο τόσο καὶ ἀκόμη περισσότερο σημαντικὴ εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τοῦ πνευματικοῦ αὐτοῦ φωτὸς στὸν ἄνθρωπο, χωρὶς τὸ ὁποῖο δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει.

Μάλιστα τὸ ζωογόνο καὶ ­ἀνέσπε­ρο αὐτὸ φῶς, τὴν ἀλήθεια δηλαδὴ ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι τέλειος Θεός, τὴν ἐμπιστεύθηκε καὶ τὴν ἀποκάλυψε σ᾿ ἐμᾶς ποὺ εἴμαστε τόσο ὑλικοί, χωματένιοι καὶ πτωχοί. Εἶναι λοιπὸν ἀσύλληπτη ἡ δωρεὰ αὐτὴ τοῦ Θεοῦ. Εἶναι σὰν νὰ δημιουργεῖ μέσα μας μιὰ νέα πνευματικὴ κτίση. Ἂς μὴν παύσουμε νὰ εὐγνωμονοῦμε τὸν Θεὸ γιὰ τὴ μεγάλη αὐτὴ ἀποκάλυψη, τὸν ἀτίμητο πλοῦτο τῆς θεογνωσίας ποὺ μᾶς χάρισε.

2. Ἡ μετάδοση τοῦ φωτὸς στοὺς ἀνθρώπους

Μὲ τὸν τρόπο αὐτό, ἐνῶ ἐμεῖς παραδινόμαστε σὲ θάνατο γιὰ τὴ δόξα τοῦ Χριστοῦ, φανερώνεται στὸ θνητὸ σῶμα μας ­ἡ δύναμη τοῦ Κυρίου, ποὺ παρεμβαίνει καὶ προλαβαίνει τὸν θάνατό μας, γράφει στὴ συνέχεια ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Ἔτσι, ἐνῶ ἐμεῖς ἀντιμετωπίζουμε τὸν κίνδυνο τοῦ θανάτου, ἐσεῖς ἀπολαμβάνετε τὴν πνευματικὴ ζωὴ ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸ ἔργο μας.

Παρόλους ὅμως αὐτοὺς τοὺς κινδύνους, δὲν σταματοῦμε τὸ κήρυγμά μας. Ἔχουμε τὸ ἴδιο Ἅγιον Πνεῦμα, τὸ Ὁποῖο στήριζε καὶ τὸν Δαβὶδ στὴν πίστη, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἔλεγε: «ἐπίστευσα, διὸ ἐλάλησα». Λοιπὸν «καὶ ἡμεῖς πιστεύομεν, διὸ καὶ λαλοῦμεν». Ὅπως δηλαδὴ ὁ Δαβίδ, ἔτσι κι ἐμεῖς πιστεύουμε στὴ θεία δύναμη τοῦ Κυρίου, γι᾿ αὐτὸ καὶ μὲ θάρρος ὁμολογοῦμε τὴν πίστη μας.

Ἔχουμε δὲ ἀπόλυτη βεβαιότητα ὅτι ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος ἀνέστησε τὸν Κύριο Ἰησοῦ, θὰ ἀναστήσει κι ἐμᾶς διαμέσου τοῦ Χριστοῦ καὶ θὰ μᾶς βάλει δοξασμένους μαζὶ μὲ σᾶς στὰ δεξιά Του. Ναί, μαζί σας. Διότι ὅλα γιὰ σᾶς γίνονται. Μὲ τὴ σωτηρία ποὺ μᾶς παρέχει ὁ Θεὸς ἀπὸ τοὺς κινδύνους, εὐεργετοῦνται τελικὰ πολλοὶ ἄνθρωποι, ἀναπέμπεται ἀπὸ πολλοὺς ἡ εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεὸ καὶ δοξάζεται τὸ ὄνομά του.

Εἴπαμε νωρίτερα ὅτι εἶναι ­ἀσύλληπτης ἀξίας ἡ ἀποκάλυψη ποὺ ἔχει γίνει στὶς καρδιές μας, δηλαδὴ ἡ γνώση ὅτι ὁ Χρι­στὸς εἶναι Θεὸς ἀληθινός. Τὴν πίστη αὐτὴ ὅμως, τὴ δωρεὰ τοῦ Θεοῦ, μᾶς λέει στὸ σημεῖο αὐτὸ ὁ ἀπόστολος Παῦλος, δὲν πρέπει νὰ τὴν κρατήσουμε μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό μας, ἀλλὰ νὰ τὴ μεταλαμπαδεύουμε καὶ στοὺς συνανθρώπους μας, νὰ τὴν ὁμολογοῦμε στὸ περιβάλλον μας.

«Πιστεύομεν, διὸ καὶ λαλοῦμεν». Μᾶς ἐμπνέει ἀσφαλῶς ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ Ἀποστόλου, ὥστε μὲ παρρησία νὰ ὁμολογοῦμε κι ἐμεῖς τὴν ἀλήθεια τῆς πίστεώς μας, ἰδιαίτερα μάλιστα στὴν ἐποχή μας, ποὺ ἐπικρατεῖ μεγάλη ἄγνοια καὶ ἀδιαφορία γιὰ τὸν Θεό. Ἡ ὁμολογία μας αὐτὴ θὰ πρέπει νὰ γίνεται μὲ τὴ ζωή μας καὶ μὲ τὰ λόγια μας, ἔτσι ὥστε τὸ θεϊκὸ αὐτὸ φῶς, ποὺ ἀνέτειλε κάποτε μέσα μας, νὰ πλημμυρίσει καὶ τὸν σκοτισμένο κόσμο ποὺ μᾶς περιβάλλει.

 

24 Σεπτεμβρίου: Παναγία η Μυρτιδιώτισσα - Πως πήρε το προσωνύμιο η θαυματουργή Εικόνα!



 

Το Θαύμα της Παναγίας Μυρτιδιώτισσας σε παράλυτο άνδρα.


 Ευχαριστώ Μυρτιδιώτισσά μου χαριτωμένη, το όνομά σου το άγιον, εις την μεγάλην και υπερθαύμαστον βοήθειαν, όπου εις εμένα τον αμαρτωλόν και ανάξιον δούλόν σου έδωκες, επειδή και γνωρίζω τον εαυτόν μου όλον υγιή, ο προ ολίγου ασθενής και παράλυτος…

Θαύμα Παναγίας Μυρτιδιώτισσας

Κάποιος ευλαβής από τούς χωρικούς, ονομαζόμενος Θεόδωρος Κ., έχων ξεχωριστήν ευλάβειαν εις την αγιωτάτην και θαυμασιωτάτην Εικόνα, εκτός από τάς άλλας λειτουργίας και πανηγύρεις, όπου έκαμεν εις αυτό το Μοναστήριον, είχεν συνήθειαν και έπαιρνεν όλους του τούς συγγενείς και φίλους και επήγαιναν, ύστερα από την Κοίμησιν της Θεοτόκου σαράντα ημέρας, όπου είναι η 24 Σεπτεμβρίου, και έκαμναν με ευλάβειαν λειτουργίαν και πανήγυριν εκεί. Και από τότε εσυνηθίσθη η εορτή αυτή να γίνεται και εις όλην την νήσον.

Έτυχε, μετά καιρόν, και σφοδρώς ασθενήσας ο αυτός Θεόδωρος, εκατεστάθη παράλυτος, και κατέκοιτο εις τον κράββατον χρόνους πολλούς. Επειδή δε και αυτός κατά τον καιρόν, διά την δεινήν αυτού ασθένειαν, δεν ηδύνατο να υπάγη εις την συνηθισμένην του εορτήν, έπεμπεν όμως πάντοτε τα παιδιά του και τούς συγγενείς του και έκαμε ευλαβώς την πανήγυριν, με ελεημοσύνην πλουσιοπάροχον εις το Μοναστήριον.

Η πίστις αυτού και η ευλάβεια δεν ωλιγόστευε ποτέ, μόνον και μακρόθεν από την κλίνην του μετά δακρύων προσευχόμενος έλεγε:

-Κυρία μου Μυρτιδιώτισσα, ελέησον και εμένα τον αμαρτωλόν εσύ, όπου είσαι η βοήθεια των αβοηθήτων, η καταφυγή και επίσκεψις εκείνων όπου σε επικαλούνται, η σκέπη και η προστασία εκείνων, όπου σε παρακαλούνε. Βοήθησον καμοί τω αμαρτωλω και αναξίω δούλω σου και αξίωσόν με της ποθούμενης υγείας, να έλθω σωματικώς καν τον ερχόμενον χρόνον, πριν τελειώση η ζωή μου, να προσκυνήσω την αγίαν σου εικόνα.

Ταύτα και άλλα περισσότερα λόγια ευλαβείας έλεγε μετά δακρύων ο αυτός Θεόδωρος κάθε χρόνο. Και πάντοτε εδόξαζε και έκαμνε την εορτήν κατά την συνήθειαν. Μετά δε χρόνους, πού ήτο παράλυτος, φθάνοντος του καιρού της συνηθισμένης εορτής, αφ’ ού έγινεν η χρειαζομένη ετοιμασία να κινήσουν όλοι, κράζει ο αυτός Θεόδωρος τα παιδιά του και λέγει των κλαίων:

-Αδελφοί και τέκνα, φίλοι και συγγενείς, εγώ βλέπω τον εαυτόν μου εις αυτήν την πολυχρόνιον και πολύπονο παραλυσίαν και τρόπος ιατρείας δεν ευρίσκεται εις εμένα. Λοιπόν παρακαλώ σας να ετοιμάσετε κράββατον, διά να με σηκώσετε να με πάρετε, καν με τους οφθαλμούς μου να ιδώ και να προσκυνήσω την αγίαν εικόνα της Κυρίας μου της Μυρτιδιώτισσας.

Ίσως κάμη ευσπλαγχνίαν εις εμένα τον άθλιον, καθώς κάμνει εις όλους, όπου την επικαλούνται.
Αυτοί δε ακούσαντες τέτοια λυπηρά λόγια πίστεως, ευλαβείας και κατανύξεως γέμοντα, ητοίμασαν τον κράββατον και τον επήραν υπό τεσσάρων αιρόμενον, και φέροντές τον εις τον ναόν της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών των Μυρτιδίων τον έθεσαν καθώς εζήτησεν έμπροσθεν της σεβασμίας Εικόνος. – Θαύμα Παναγίας Μυρτιδιώτισσας

Φθάσας εκεί, ευθύς σηκώσας τούς οφθαλμούς του προς την Θεοτόκον, ευλαβώς κλαίων έλεγε:

-Κυρία μου και Δέσποινα, βασίλισσα του ουρανού και της γής, εσύ είσαι η προφητευομένη Κόρη, πού εγέννησες τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, τον μονογενή Υιόν και λόγον τού Θεού του ζώντος, και αειπάρθενος έμεινας και έλαβες τόσην χάριν, πού έγινες Μητέρα του Θεού του Υψίστου, τον οποίον κρατούσες ως βρέφος εις τάς αγκάλας σου, έχεις τόσην εξουσίαν και το θέλειν και το δύνασθαι να δίδης κάθε χάριν, που σου ζητήσουν, ωσάν που έχεις εις τάς χειράς σου την αιτίαν πασών των χαρίτων.

Εσύ, λοιπόν, όπου είσαι η βοήθεια των αβοηθήτων, των ορφανών η προστασία, των ασθενών η ιατρεία, των θλιβομένων η παρηγορία, των κινδυνευόντων η σωτηρία, κάμε έλεος και εις εμένα.

Μεσίτευσε εις τον πολυεύσπλαγχνον μονογενή σου Υιόν, να ελεήση και εμένα τον αμαρτωλόν.
Και καθώς πολλούς ασθενείς ιάτρευσε, πολλούς νεκρούς ανέστησε και παραλύτους ανώρθωσε μόνον με τον θεϊκόν Του λόγον, όταν ήτο εις τον κόσμον, ούτω να κάμη και εις έμενα τον ταπεινόν. Σήμερον, όπου πανηγυρίζομεν οι αμαρτωλοί την τεσσαρακονθήμερον ενθύμησιν της αγίας σου Κοιμήσεως, δείξε τα ελέη σου, δείξε την δυναστείαν σου εις έμενα, καθώς και εις άλλους, πολλούς έδειξες εις τοιαύτην αγίαν ημέραν.

Πολλά γάρ ισχύει δέησις μητρός, πρός ευμένειαν δεσπότου. Μή μου παρίδης τα δάκρυα. Μή μου παραβλέψης τούς στεναγμούς. Σπλαχνίσθητι το βάρος της μακράς μου ασθενείας, τούς μεγάλους και ανυπομονήτους πόνους. Μή κωλύσωσι τα από νεότητός μου αμαρτήματα την άπειρον σου αγαθότητα, αλλά χάρισαί μοι την ζητούμενην και ποθουμένην υγείαν.

Οι συναθροισθέντες ακούοντες τέτοια παρακλητικά λόγια, όπου μετά δακρύων έλεγεν ο παράλυτος Θεόδωρος, έκλαυσαν και επαρακαλούσαν, διά την βοήθειάν του.
Κατά την τάξιν και ιερείς και λαϊκοί έψαλλαν την ακολουθίαν του εσπερινού και τα του όρθρου της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, και ενώ έψαλλαν τον κανόνα εις τον όρθρον, εβγήκεν ένας από την Εκκλησίαν, διά κάποιαν ανάγκην, και επιστρέφων μετά βίας εις εκείνους, οπού ήτον εις την Εκκλησίαν είπεν:

-Να ηξεύρετε, αδελφοί, πώς μου φάνηκε να ήκουσα πολλού λαού ταραχήν και θόρυβον προς το μέρος της θαλάσσης, ωσάν να έρχωνται προς τα εδώ.

Οι ακούσαντες εφοβήθησαν, επειδή το Μοναστήριον ευρίσκεται πλησίον εις την θάλασσαν, και συχνά επειράζετο από τούς κουρσάρους. Μάλιστα, από αυτόν τον δρόμον έβγαιναν και έκαμναν πολλούς σκλάβους από τα περίγυρα χωρία. Εβγήκαν και άλλοι να βεβαιωθούν τα λεγόμενα, και γυρίζοντες είπαν και αυτοί τα όμοια, και ότι αυτή η ταραχή δεν είναι άλλο, παρά βαρβάρων επιδρομή, όπου έρχονται να μας σκλαβώσουν.

Ακούσαντες οι υπόλοιποι έφυγαν όλοι, και άφησαν την ακολουθίαν και από τον φόβον άλλοι έπιασαν τα βουνά, άλλοι τον δρόμον, άλλοι εκρύφτηκαν εις τα κλαδιά.

Επάσχισαν όλοι να φυλαχθούν από τέτοιον κίνδυνον. Ήτο νύκτα ακόμη και δεν έβλεπαν τίποτε.
Ο παράλυτος Θεόδωρος, ωσάν όπου δεν ηδύνατο να φύγη εγκατελείφθη από όλους ως νεκρός εις την Εκκλησίαν και έστεκεν εκεί περίλυπος και καταφρονημένος, ωσάν να μη είχεν ούτε τέκνα, ούτε άλλους συγγενείς, και κανείς δεν τού ωμίλησεν, αλλά εβιάζοντο ποιος να φύγη πρωτήτερα από τον άλλον.

Δεν τού ανήγγειλαν την αιτίαν. Μόνον οπού ήκουσε την σύγχυσιν της φυγής αυτών. Φοβούμενος και δειλιών, ωσάν απελπισμένος από κάθε ανθρωπίνην βοήθειαν, προσευχόμενος είπε μετά δακρύων μεγαλοφώνως:

–Ώ Παρθενομήτορ Μαρία, Θεοτόκε, Δέσποινα τού κόσμου και ελπίς εμού τού δυστυχισμένου, ιδού πάντες έφυγον, και εμέ μόνον αφήκαν και απέρριψάν με αβοήθητον. Διά τούτο παρακαλώ την αγίαν σου χάριν να με βοηθήσης και να με σκεπάσης υπό την σκέπην των πτερύγων σου, διά να φύγω από τα άσπλαγχνα χέρια των αθέων βαρβάρων. – Θαύμα Παναγίας Μυρτιδιώτισσας

Ενώ δε ταύτα έλεγε μετά θερμών δακρύων, τού εφάνη ωσάν κάποιος να τού είπε:
-Σηκώσου και συ, Φεύγε. Και ούτως, ώ τού θαύματος! επέρασεν από την ενθύμησίν του, πώς δεν ήτο ασθενής και παράλυτος, και ολίγον σαλεύων από τον κράββατον, όπου έκειτο, ήρχισε και έτρεχε, φεύγων και σπουδάζων να φθάση τούς άλλους, οπού έφυγαν και, μένων εξεστηκώς, ενόμιζεν, ότι έβλεπε όνειρον.

Εις το διάστημα δε των γενομένων έφθασεν η ημέρα. Και αυτός ο Θεόδωρος, μη βλέπων τινά ούτε από τούς βαρβάρους, οπού έλεγαν, ούτε από τούς Χριστιανούς, οπού ήλθαν εις την Εκκλησίαν, έστεκε με λογισμόν, και γνωρίζων τον εαυτόν του υγιή, ωσάν να μη ειχέ ποτέ καμμίαν ασθένειαν περασμένην, κατενόησε τέλος πάντων και εγνώρισε την θαυμαστήν και απροσδόκητον βοήθειαν και ιατρείαν, οπού η Δέσποινα και η Κυρία τού κόσμου έκαμνεν εις αυτόν και από την πολλήν χαράν οπού έλαβεν, ήρχισε και έλεγεν πολλήν ώραν τό:

-Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον. Δοξάζω σε Θεέ μου. Δοξάζω σε Παναγία μου.
Δοξάζω, Δέσποινα μου, την ευσπλαχνίαν σου. Δοξάζω, Κυρία μου, την ελεημοσύνην μου, την ευσπλαγνίαν σου. Δοξάζω, Κυρία μου, την ελεημοσύνην σου.

Ευχαριστώ Μυρτιδιώτισσά μου χαριτωμένη, το όνομά σου το άγιον, εις την μεγάλην και υπερθαύμαστον βοήθειαν, όπου εις εμένα τον αμαρτωλόν και ανάξιον δούλόν σου έδωκες, επειδή και γνωρίζω τον εαυτόν μου όλον υγιή, ο προ ολίγου ασθενής και παράλυτος.

Θαύμα Παναγίας Μυρτιδιώτισσας – Έπειτα εφώναζε τούς συγγενείς του, και έλεγε:

-Παιδιά μου, συγγενείς μου και φίλοι Χριστιανοί, έλατε να ευχαριστήσωμεν την Μυρτιδιώτισσαν, να δοξολογήσωμεν το αγιόν της όνομα, και μη φοβάσθε. Διότι εδώ δεν είναι εχθροί βάρβαροι, όπως ενομίζατε.

Μόνον να έλθετε να φρίξετε το εξαίσιον θαύμα, πού έκαμεν εις εμένα και να δοξάσωμεν την χάριν Της. Αυτοί δε ακούοντες τάς φωνάς από τον φόβον τους, νομίζοντες ότι είναι από τούς εχθρούς πού φωνάζουν διά να τούς εξαπατήσουν, άλλοι με περισσότερον φόβον εκρύπτοντο εις τα βαθύτερα μέρη τού δάσους, και άλλοι έφευγον τρέχοντες περισσότερον. Ο δέ Θεόδωρος μέ μεγαλυτέραν φωνήν έλεγεν:

-Έλατε, παιδιά μου.

Κράζων δε καθ’ ένα τ’ όνομά του έλεγεν:
-Εγώ είμαι ο πατέρας σας, πού ήμουνα παράλυτος, και η Κυρία μας με ιάτρευσε. Πλησιάστε, χωρίς φόβον, να ευχαριστήσωμεν την χάριν Της.

Ακούσαντες, λοιπόν τινές την φωνήν του, και γνωρίζοντές της και μη βλέποντες άλλο τινά, ειμή αυτόν μόνον, πλησιάζοντές τον, εγνώρισαν πώς είναι αυτός, ο πρώην παράλυτος.

Εφώναξαν, λοιπόν, ο ένας τον άλλον, και συνηθροίσθησαν άπαντες, και θεωρούντες αυτόν όλον γερόν και παντελώς υγιή, χωρίς κανένα σημάδι ασθενείας, έμειναν όλοι εκστατικοί και έκραξαν το, «Κύριε ελέησον», και τον ηρώτησαν πώς ιατρεύθη. Ούτος δε διηγήθη καταλεπτώς τα πάντα ως άνωθεν.

Και λοιπόν γνωρίσαντες όλοι την φανεράν θαυματουργίαν της Θεομήτορος, εγύρισαν εις το Μοναστήριον μετ’ αυτού τού πρώην παραλύτου, σκιρτώντος και αγαλλομένου, και έδωκαν δόξαν και ευχαριστίαν μετά χαράς μεγάλης εις την Υπεραγίαν, η Οποία, αν και αργή την βοήθειάν της, διά να ιδή την υπομονήν του παρακαλούντος, όμως δεν λησμονεί, αλλ’ εις ώραν, πού δεν ελπίζει τις, λαμβάνει την ποθουμένην υγείαν.

Αδύνατον είναι δε να φαντασθώμεν τα όσα έλεγεν ο ιατρευθείς παράλυτος εις δόξαν της Θεοτόκου.
Και ούτως ετελείωσαν την ακολουθίαν και την θείαν λειτουργίαν μετ’ ευχαριστίας και δοξολογίας. Εώρταζε δε ο αυτός Θεόδωρος την αυτήν ημέραν, τα τεσσαράκοντα της Θεοτόκου, οπού τον ιάτρευσε θαυμασίως, έως όλην του την ζωήν, και έκαμνε μεγάλας πανηγύρεις. Και μετά θάνατον του αφήκε παραγγελίαν των συγγενών να κάμνωσι την αυτήν εορτήν.

Και έως την σήμερον οι απόγονοι του, κατά το δυνατόν τους, επιτελούσι την αυτήν πανήγυριν.




24 Σεπτεμβρίου -Άγιος Σιλουανός ο Αγιορείτης

 

 Τη μνήμη του Αγίου Σιλουάνου του Αθωνίτη τιμά σήμερα, 24 Σεπτεβρίου, η Εκκλησία μας. Ο Άγιος Σιλουανός ο Αγιορείτης έγινε γνωστός πριν ακόμα αγιοκαταχτεί από την Ορθόδοξη Εκκλησία με το βιογραφικό έργο «Ο γέροντας Σιλουανός του Άθω»…

που το συνέγραψε με ωραίο τρόπο ο Ηγούμενος της Μονής Τιμίου Προδρόμου στο Έσσεξ της Αγγλίας Αρχιμανδρίτης Σωφρόνιος, που έζησε κοντά στον Άγιο για πολύ καιρό στον Άθω.

Σύμφωνα λοιπόν με τον Σωφρόνιο, ο Άγιος Σιλουανός ασκήθηκε στο Άγιον Όρος για 46 ολόκληρα χρόνια και συγκεκριμένα στη Μονή του Αγίου Παντελεήμονα. Γεννήθηκε το 1866 μ.Χ. στο χωριό Σόβοκ της επαρχίας Λεμπεντιάσκ της Ρωσίας και το κοσμικό του όνομα ήταν Συμεών Ιβάνοβιτς Αντόνωφ. Στη Ρωσία έκανε το επάγγελμα του ξυλουργού.

Στο Άγιο Όρος ήλθε το 1892 μ.Χ. και αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στην άσκηση και την προσευχή. Το 1911 μ.Χ. έγινε μεγαλόσχημος και στολίστηκε με πολλές άγιες αρετές και γέμισε όλος από θείο φως. Το 1915 μ.Χ. βγήκε για λίγο από το Άγιον Όρος και επισκέφθηκε τα μοναστήρια της πατρίδας του. Απεβίωσε στις 24 Σεπτεμβρίου του 1938 μ.Χ. και η Ορθόδοξη Εκκλησία πρόσφατα τον αγιοποίησε.

Εορτολόγιο: Θέκλα Κόπρος, Κόπρις Μυρσίνη, Μυρτώ, Μυρτιά, Μυρτιδιώτισσα, Μύρτα, Μυρσώ, Μέρσα, Αμερισούδα, Αμερσούδα, Αμέρσσα, Αμέρσα Πέρσης, Περσεφόνη, Πέρσα, Πέρση.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Κανόνα πίστεως.
Χριστὸν διδάσκαλον ἐν ὀδῷ ταπεινώσεως προσευξάμενος ἔλαβες, μαρτυροῦντος τοῦ Πνεύματος, ἐν σῇ καρδία τὴν λύτρωσιν, διὰ τοῦτο ἀσκήσεως ἀνεδείχθης σὺ ὁδηγός, ὡς φωτὸς θείου ἔμπλεως. Ὅσιε πάτερ Σιλουανέ, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ σωθήναι τᾶς ψυχᾶς ἠμῶν.

Έτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὁσίων ἐφάμιλλος, καὶ κοινωνὸς ἀληθῶς, ἐσχάτοις ἐν ἔτεσι, δι’ ἐναρέτου ζωῆς, ἐδείχθης μακάριε. Ὅθεν Σιλουανέ σε, ἡ οὐράνιος δόξα, δέδεκται μετὰ τέλος, σὺν Ὁσίοις Πατράσι· μεθ’ ὧν καὶ καθικέτευε, ὑπὲρ τῶν τιμώντων σε.

Έτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Κήρυξ δέδοσαι, τῇ οἰκουμένῃ, σὺ γλυκύτατος, ἐν θεολόγοις, τῆς τοῦ Χριστοῦ ἀγάπης τρισόλβιε· τὸν Ταπεινὸν γὰρ καὶ Πρᾷον ἑώρακας, καὶ τὴν Ἐκείνου καρδίαν κατέμαθες. Ὅθεν ἅπαντες, Σιλουανὲ ἐλλαμπόμενοι, τοῖς θεογλώσσοις ῥήμασι, δοξάζομεν τὸ Πνεῦμα τὸ δοξάσαν σε.

(Ποίημα Παύλου Ἱερομόναχου).

Έτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’. Τὸν Συνάναρχον Λόγον.
Κατηγλάϊσας Πάτερ Ὄρος τοῦ Ἄθωνος, ὑπὲρ φύσιν βιώσας καὶ τὴν τοῦ Πνεύματος, ἐπίδειξάμενος ἡμῖν θείαν ἐνέργειαν, ὅθεν τιμῶντές σου σεπτῶς, τὴν μνήμην ὦ Σιλουανέ, δοξάζομεν ἐκ καρδίας, τὸν παρασχόντα σε μέγαν, τῇ Ἐκκλησίᾳ χριστοκήρυκα.

Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Τῶν Ὁσίων σύσκηνος τῶν πάλαι ὤφθης, ἐναρέτοις πράξεσι, Χριστὸν δοξάσας ἐπὶ γῆς, Σιλουανὲ παναοίδιμε, καὶ ἐκομίσω τὸν ἄφθαρτον στέφανον.

Μεγαλυνάριον
Χαίροις θεοφόρε Σιλουανέ, ὁ ἐσχάτοις χρόνοις, διαλάμψας ἀσκητικῶς· χαίροις τῶν ἐν Ἄθῳ, ὑπόδειγμα Πατέρων, καὶ πρὸς Χριστὸν μεσίτης, ἡμῶν θερμότατος.



 

ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΘΕΚΛΑΣ.


Η Αγία και Ισαπόστολος Θέκλα καταγόταν από το Ικόνιο, την μητέρα της την έλεγαν Θεόκλεια. Αφορμή της μεταστροφής της στην Χριστιανική πίστη ήταν οι διδασκαλίες και τα κηρύγματα του Απόστολου Παύλου. Μία μέρα ο Απόστολος Παύλος πήγε στο Ικόνιο και συγκεκριμένα σε ένα σπίτι κοντά στο σπίτι της Θέκλας, στου Ονησιφόρου. Να σημειώσω εδώ ότι η Αγία είχε μνηστευθεί, τον Θάμυρη, όπου όταν αυτός και η μητέρα της Θεόκλεια αντιλήφθηκαν ότι είχε αλλάξει πίστη, προσπάθησαν να την μεταπείσουν.

Η Θέκλα όμως είχε πιστέψει τόσο πολύ στον Χριστό όπου δεν άκουγε τίποτα. Όταν είδαν ότι πλέον ήταν ανώφελο να προσπαθούν, κατέδωσαν τον Απόστολο Παύλο στον ηγεμόνα Καστίλιο, ο οποίος αφού τον φυλάκισε, τον απέλασε. Τότε η Θέκλα εγκατέλειψε τον μνηστήρα και την μητέρα της και ακολούθησε τον Απόστολο Παύλο στην Αντιόχεια της Πισιδίας. Πολλές φορές υπέστη μαρτύρια αλλά η πίστη της την έσωζε. Από την Αντιόχεια πήγε στα Μύρα της Λυκίας για να συναντήσει πάλι τον Απόστολο Παύλο και από εκεί στη Σελεύκεια, όπου και κατέφυγε στο όρος Καλαμών. Εκεί εκοιμήθει ειρηνικά σε ηλικία 90 ετών.
Έτσι λοιπόν, επι 70 και πλέον χρόνια υπήρξε πιστή οδοιπόρος στον Κύριο, χωρίς να λυγίσει μπροστά σε βασανιστήρια και σε διωγμούς.

Στις εορτάζουσες εύχομαι χρόνια πολλά και ευάρεστα στο Θεό !!!

Ανάλυση ονόματος:
ΘΕΚΛΑ: (από το Θεός + κλέος) = αυτή που έχει θεϊκή δόξα.

Απολυτίκιο:
Του Παύλου συνέκδημος, ως καθαρά την ψυχήν, και πρώταθλος πέφηνας, εν γυναιξίν εύκλεως, Χριστόν αγαπήσασα, συ γαρ της ευσέβειας, πτερωθείσα τω πόθω, ήθλησας υπέρ φύσιν, Ισαπόστελε Θέκλα διό σε ο Πανοικτίρμων νύμφην ηγάγετο.



 

Ο 15χρονος παντοπώλης που μαρτύρησε για τον Χριστό.


του Σπύρου Συμεών


Είναι και κάποιες εποχές ξεχωριστές. Εποχές που η πίστη γέμισε τις καρδιές των ανθρώπων και τους κράτησε ενωμένους με ζήλο. Ζήλον όχι αυτόν που σήμερα αλλιώς κάποιοι τον μαρτυρούν αλλά ζήλον αγαθόν, πίστεως προς τον Χριστόν χωρίς καμία ένδειξη φανατισμού.

Γιατί χριστιανός δεν λογίζεσαι αν σε έχει κυριεύσει πνεύμα φανατισμού. Ο ζήλος έχει ξεκάθαρα όρια από αυτά του φανατισμού και δεν πρέπει να συγχέονται.

Η εποχή της Τουρκοκρατίας έφερε την αναγκαιότητα στους Ρωμιούς να ενοποιηθούν σώματι και πνεύματι και έστω και κάτω από αυτόν τον ζυγό τον Οθωμανικό να κρατήσουν ζωντανή στο διάβα τους μέσα στους αιώνες την πίστη μα και την ελληνικότητα τους.

Οι μάρτυρες εκείνης της εποχής μυριάδες και με παρρησία αλλα και θάρρος υπέρθεο, ο ένας μετά τον άλλον θυσίαζαν τα πρόσκαιρα για τα παντοτινά. Και αποτέλεσαν πρότυπα μα και στηρίγματα παρηγοριάς για όλους τους υποδουλωμένους εκείνης της εποχής.

Στην Πόλη των πόλεων, στην Κωνσταντινούπολη που άλλοτε αποτελούσε το κέντρο της εξελληνισμένης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας βρέθηκε κατά τα τέλη του 17ου αιώνα ένα μικρό φτωχόπαιδο από ένα ιστορικό μέρος που είναι χωμένο μέσα στο κατάφυτο από έλατα αλπικό τοπίο, από το Καρπενήσι. Αυτό το παιδί είχε το όνομα του Νικολάου, αυτού του αγίου των θαλασσινών.

Γεννήθηκε στο Καρπενήσι από γονείς ευσεβείς και φιλόθεους. Και όπως είναι φυσικό μια τέτοια οικογένεια δεν μπορεί παρά να είναι απλοϊκή.

Η μοίρα ή μάλλον ο Θεός θέλωντας να αναδείξει αυτό που μόνο Αυτός γνώριζε για την ψυχούλα του μικρού Νικόλα τον έφερε στην Κωνσταντινούπολη στην περιοχή του Ταχτά Καλέ, όπου ο πατέρας του είχε μεταναστεύσει και είχε ανοίξει ένα μικρό παντοπωλείο. Σύνηθες εκείνη την εποχή, πολλοί να έχουν μεταναστεύσει σε μεγαλύτερες πόλεις για να μπορέσουν να επιβιώσουν. Κι έτσι ο μικρός Νικόλαος έφτασε κι αυτός να γίνει παντοπώλης δίπλα στον πατέρα του κι ας ήταν μόλις 15 ετών.

Έξυπνος, γρήγορος, σβέλτος μα και πρόθυμος πολύ, πώς να μην είναι πολύ καλός σε ότι του ανατέθηκε;

Και κάπως έτσι ο πατέρας του βλέποντας την σπιρτάδα του, ζήτησε από έναν γείτονα του ο οποίος ήταν κουρέας να του μάθει την γλώσσα των Αγαρινών προκειμένου να μπορεί να συνεννοείται και με τους μωαμεθανούς πελάτες του παντοπωλείου για να προχωρήσει και η δουλειά ακόμη περισσότερο.

Πράγματι ο μικρός Νικόλαος μετά τις δουλειές του παντοπωλείου πήγαινε στον κουρέα και του μάθαινε την Τουρκικήν.

Ο κουρέας εντυπωσιάσθηκε από τα χαρίσματα του μικρού Νικολάου και την ευφυία του μα και τον φθόνησε. Ο διάβολος εισήλθε στην ψυχή του κουρέα και σιγά σιγά μεθόδευσε τις κινήσεις του. Μα που να 'ξερε ο δόλιος ο διάβολος ότι σχέδιο του Θεού θα έπραττε για να αναδείξει τον μικρό Νικόλαο μα και για να στηρίξει για μια ακόμη φορά τους υπόδουλους που τόσο ανάγκη το είχαν με ένα τρανό παράδειγμα σαν αυτό του Νικολάου του παντοπώλη από το Καρπενήσι.

Οι μεθοδεύσεις φτάσανε στο να γίνουν πράξεις κι έτσι ο κουρέας μαζί με ομοπιστούς του, έστησαν παγίδα στον νεαρό Νικόλαο...

Μια μέρα καθώς ήρθε στο κουρείο ο Νικόλαος για το μάθημα είδε αρκετούς να έχουν μαζευτεί εκεί. Ο κουρέας τον πήρε και του έκανε το μάθημα, ενώ όπως συνήθιζαν οι δυο τους μετά το τέλος του μαθήματος, του έδινε ένα κείμενο να το διαβάζει προκειμένου να εξασκείται μα και να δει την πρόοδο του. Αυτήν την φορά "τύγχανε" να θέλει να δείξει την πρόοδο του μπροστά στους φίλους του. Το κείμενο αυτό όμως δεν ήταν ένα οποιοδήποτε κείμενο αλλά ήταν το σαλαβάτι των Τούρκων που με αυτό διαβάζοντας το, ομολογούσαν την πίστη τους στον Αλλάχ.

Ο μικρός Νικόλαος χωρίς να ξέρει τι είναι άρχισε να το διαβάζει μπροστά σε όλους και καθώς το τελείωσε οι φίλοι του κουρέα άρχισαν να τον επευφημούν γεμάτοι χαρά. Μπράβο Νικολάε, μπράβο έγινες ένας από εμάς, ασπάσθηκες την πίστη μας. Μπράβο, μπράβο φώναζαν.

Ο μικρός παντοπώλης όμως παραξενεύτηκε και τους λέγει πως δεν έκαμε κάτι τέτοιο και ότι ο ίδιος είναι χριστιανός και αυτό δεν πρόκειται να το αλλάξει. Εκείνη δε την περίοδο το χριστιανός για τους Έλληνες ήταν απόλυτα συνυφασμένο με την εθνικότητα τους, μιας και προσπαθούσαν να κρατήσουν καθετί που τους χαρακτηρίζει τόσους αιώνες.

Ο κουρέας και οι εκεί παρευρισκόμενοι του εξήγησαν τι είχε μόλις διαβάσει ενώ ο Καρπενησιώτης παντοπώλης άρχισε να αντιδρά και να διαμαρτύρεται ότι δεν ήξερε τι είναι αυτό που διάβαζε μιας και αποτελούσε συνήθεια με τον δάσκαλο του να του δίδει ένα κείμενο να το διαβάζει στο τέλος του μαθήματος.

Αυτοί ευθύς αμέσως τον άρπαξαν και τον οδήγησαν στον καϊμακάμην (πολιτικό και στρατιωτικό αξιωματούχο των Οθωμανών) όπου με χαρά του ανέφεραν πως ασπάσθηκε την πίστη τους. Ο Νικόλαος όμως συνέχιζε να το αρνείται κι αυτοί υπέδειξαν το σαλαβάτι που κρατούσε στα χέρια του.

Μα και πάλι το Καρπενησιωτόπουλο αντέδρασε και εξήγησε με θάρρος ότι με πλάγια μέσα του το έδωσαν να το διαβάσει χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει. Ο καϊμακάμης προσπάθησε να του δείξει πως στην πίστη την δικιά τους θα έχει πολλά καλά τα οποία επειδή είναι μικρός δεν μπορεί να τα καταλάβει ακόμη και να τα ξεχωρίσει από την πίστη των Ρωμιών. Μάλιστα του έταξε οφφίκια και πλούτη μα ο Νικόλαος τα απαρνήθηκε.

Ο καϊμακάμης συνεχίζοντας αυτό που ο κουρέας είχε ξεκινήσει με δόλιο τρόπο διέταξε να τον δέσουν σε μια κολώνα με τα χέρια πίσω και του έκαμαν περιτομή με το ζόρι.

Να Νικολάε τώρα έγινες δικός μας, δεν μπορείς να το αρνηθείς, του είπε ο καϊμακάμης.

Για να λάβει απάντηση που ίσως κι ένας μεγάλος στην ηλικία δεν θα τολμούσε μπροστά σε έναν αξιωματούχο να πει. "χριστιανός είμαι, τον Χριστόν μου πιστεύω ως τον μόνον αληθινόν Θεόν. Τι με κόπτετε; Και το κορμί μου όλο να κόψετε σε μικρά κομματάκια εγώ δεν Τον αρνούμαι και μόνον Αυτόν θα πιστεύω μιας και είναι ο μόνος που αν και αοράτως μου στέκεται και με ενδυναμώνει.

Εξόργησε τους παρευρισκόμενους και ο καϊμακάμης διέταξε να τον φυλακίσουν μαζί με τους φονιάδες που βρίσκονταν στα μπουντρούμια δίδοντας εντολή στους δεσμοφύλακες να μην του δώσουν ούτε ψωμί, ούτε νερό.

Πέρασαν 65 ημέρες μέχρι που διέταξε να φέρουν τον παντοπώλη ξανά μπροστά του και ο καϊμακάμης αν και τον είδε να λάμπει και να μην έχει εξασθενήσει από τις κακουχίες αλλά λες και είχε έρθει από γιορτή με γεύματα καθημερινά προσπάθησε να τον πείσει να μετανοήσει και να ομολογήσει την πίστη του στον Αλλάχ.

Μάταιο και πάλι, μιας και ο Νικόλαος όσο πιεζόταν να ομολογήσει υπέρ του Αλλάχ αυτός ομολογούσε με την θέρμη της νιότης του, τον Χριστό λέγοντας τους ότι όσα βάσανα κι αν του προκαλέσουν αυτός τον Χριστό θα ομολογεί.

Τον έκλεισαν μέσα στην φυλακή ξανά με την εντολή στους δεσμώτες του να τον ραβδίζουν συχνά ωσάν και τότε οι Ρωμαίοι έκαμαν στον Χριστό για να "συνετιστεί". Μα και πάλι τίποτε δεν κατάφεραν. Μέχρι και που του έταξαν την κόρη ενός Αγαρηνού μια πολύ όμορφη κοπέλα μαζί με τα πλούτη της οικογένειας της ως προίκα για να λάβουν την απάντηση από τον Νικόλαο πως η καρδιά του έχει περισσότερα πλούτη από αυτά που μπορεί ο κάθε άνθρωπος να του προσφέρει.

Αφού μετά από τόσα και τόσα τεχνάσματα αλλά και βάσανα δεν κατέστη δυνατόν να μεταπείσουν τον νεαρό παντοπώλη ο καϊμακάμης έδωκε την εντολή να τον αποκεφαλίσουν στην περιοχή του Ταχτά Καλέ.

Οι δήμιοι του καθώς τον οδηγούσαν προς τα εκεί έβλεπαν τον παντοπώλη πάντοτε με μια χαρά λες και τον οδηγούσαν σε γλέντι χαράς, σε γλέντι γάμου και απορρούσαν...

Η στιγμή έφτασε. Του δένουν τα μάτια με ένα μαντήλι και του δίδουν την εντολή να γονατίσει. Ευθύς αμέσως με χαρά ο μικρός Νικόλαος γονάτισε και περίμενε με ανυπομονησία και λαχτάρα να πετάξει προς τους ουρανούς. Να απαλλαγεί από την φθαρτότητα του κόσμου ετούτου για να φτάσει στην αιωνιότητα δίπλα στον Χριστό που τόσο λαχταρούσε μα και τόσο Ο Ίδιος του στάθηκε.

Το ημερολόγιο έγραφε 23 Σεπτεμβρίου του 1672 ημέρα Δευτέρα όπου ο δήμιος στο Ταχτά Καλέ του απέκωψε το νήμα της γήινης ζωής του και τον οδήγησε εν άγνοια του στην ουράνια βασιλεία του Πανάγαθου.

Μυριάδες άγγελοι εκύκλωσαν το Ταχτά Καλέ και έδωκαν ουράνια αίγλη σε αυτόν τον τόπο. Με στεφάνια ο καθένας στα χέρια του προσπαθούσαν να δουν ποιος θα τον πρωτοστεφανώσει. Άγιος, άγιος εκραύγαζε ο ουρανός στην γη και υποδέχεταν τον τίμιο μάρτυρα που η πολύπαθη γη δώριζε στον Πλάστη της.

Τον παντοπώλη που η νιότη του δεν στάθηκε εμπόδιο στην στεφάνωσι του αλλά αποτέλεσε κόσμημα ως ένα άλλο σπάνιο διαμαντένιο πετράδι που λάμπει εκεί στον ουρανό. Τον 15χρονο που η ολίγον τι ξανθή κόμη του αποτελεί νοητή συνέχεια του φωτοστέφανου της αγιοτητός του. Τον Καρπενησιώτη Άγιο Νικόλαο που όποιος κι αν επικαλεσθεί την μεσιτεία του θα λάβει γιατί τρέχει με αυτήν την γρηγοράδα της νιότης του..!!!

Το μαρτυρικό του λείψανο περιλούσθηκε από άκτιστο φως και οι Αγαρηνοί έντρομοι το έγκλημα να συγκαλύψουν, έλεγαν πως αυτοί την κεφαλή του έκοψαν και ο Θεός φωτιά του έριξε.

Κάποιοι χριστιανοί βλέποντας αυτό το θαυμαστό γεγονός ζήτησαν έναντι αδράς αμοιβής από τον καϊμακάμην το λείψανο του αγίου ώστε να το ενταφιάσουν και τον έθαψαν στην Μονή της Παναγιάς εις την Χάλκη.

Λείψανα του βρίσκονται σήμερα στην Μονή Ξηροποτάμου (μεταξύ των οποίων και η τίμια κάρα του) αλλά και στην μονή της Παναγίας της Προυσιώτισσας όπου τελείται παραμονή προς ανήμερα μεγάλη αγρυπνία προς τιμήν του ίδιου αλλά και του αγίου Ιωάννου του Βραχωρίτη όπου συνεορτάζουν την ίδια ημέρα. Όπως είναι φυσικό αποτελεί τον προστάτη πολιούχο Άγιο του Καρπενησίου όπου με τιμές τον εορτάζουν μιας και είναι το μεγάλο τους καύχημα.

Πηγή:  romfea.gr

Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιώς ενημερώνει: «ΟΥΦΟΛΟΓΙΑ». ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΟΣΗΡΟΥ ΚΑΙ ΑΠΑΤΗΛΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ

  Μητροπολίτης Πειραιώς: «ΟΥΦΟΛΟΓΙΑ». ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΟΣΗΡΟΥ ΚΑΙ ΑΠΑΤΗΛΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ.