Σάββατο 31 Μαΐου 2025

ΚΥΡΙΑΚΗ 1 ΙΟΥΝΙΟΥ 2025 ΤΩΝ 318 ΘΕΟΦΟΡΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Α’ ΟΙΚ. ΣΥΝΟΔΟΥ

 Οι Άγιοι 318 Θεοφόροι Πατέρες της Α΄ εν Νικαία Οικουμενικής Συνόδου -  Poimin.gr 

 "Ο Λόγος του Θεού στον Λαό του Θεού"

ΤΩΝ 318 ΘΕΟΦΟΡΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Α’ ΟΙΚ. ΣΥΝΟΔΟΥ

(Ιωάν. ιζ΄ 1-13) (Πρ. κ΄ 16-18,28-36)

Πίστεως θησαυρίσματα

“Εφανέρωσά σου το όνομα τοις ανθρώποις ους δέδωκάς μοι εκ του κόσμου”.


Για αιώνες ολόκληρους οι άνθρωποι τελούσαν υπό πλήρη άγνοια για τον αληθινό Θεό. Στην προσπάθειά τους να ικανοποιήσουν εσωτερικές αναζητήσεις, στρέφονταν στη λατρεία των ειδώλων, η οποία χαρακτηριζόταν σαφώς από την ματαιότητα. Κανένας άνθρωπος δεν μπορούσε να δώσει πληροφορίες για τον αληθινό Θεό. Όπως άλλωστε μάς πληροφορεί ο Ευαγγελιστής Ιωάννης «Θεόν ουδείς εώρακεν πώποτε». Έτσι, ο αληθινός Θεός γίνεται άνθρωπος για να δώσει τη δυνατότητα της Θεογνωσίας.

Ο Υιός και Λόγος του Θεού που σαρκώθηκε, στην αρχιερατική του προσευχή, που έγινε όπως είναι γνωστό λίγο πριν από το Πάθος, αναφέρθηκε και στο έργο του που εστιάζει στην αποκάλυψη του Θεού στους ανθρώπους. Είπε χαρακτηριστικά: “Πάτερ, εφανέρωσά σου το όνομα τοις ανθρώποις”. Εδώ φαίνεται πως στο πρόσωπο του Χριστού αποκαλύπτεται ο Θεός και δίνει τη δυνατότητα στον άνθρωπο να τον πλησιάσει και να ενωθεί μαζί Του.

Οι Απόστολοι

Ο Κύριος κατά την επί γης παρουσία του, όταν κήρυττε και θαυματουργούσε, είχε πάντοτε τους μαθητές και αποστόλους του. Εκείνοι όταν κλήθηκαν από τον Ιησού “αφέντες άπαντα ηκολούθησαν αυτώ”. Τους δόθηκε έτσι ευκαιρία να μυηθούν στο βάθος της διδασκαλίας και του έργου του. Σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις, όπως φανερώνει η γραφίδα των ευαγγελιστών, έγιναν δέκτες και κοινωνοί μεγάλων αποκαλύψεων. 

 

 Με αυτό τον τρόπο κατέστησαν ικανοί να κηρύξουν το Ευαγγέλιο και την αλήθεια του εις πάντα τα έθνη, στην προοπτική της οικουμενικότητας της Εκκλησίας. Με αυτό τον τρόπο έγιναν συνεργοί του Θεού στην αναγγελία του θελήματός του, μεταβαίνοντας μάλιστα από τόπο σε τόπο και φθάνοντας έως εσχάτου της γης. 

 Ως εφόδια είχαν την στερεά πίστη τους, η οποία γινόταν μέσο για να διαδοθεί και να μεταλαμπαδευτεί το αναστάσιμο μήνυμα σ’ όλο τον κόσμο. Με τον τρόπο αυτό η αλήθεια κρατήθηκε ανόθευτη από τις πλάνες και τις επιδράσεις των αιρετικών διδασκαλιών.

Οι Πατέρες

Για τη διάδοση του σημαντικού αυτού μηνύματος, που τόσο ανόθευτα πρόσφεραν οι απόστολοι στον τότε κουρασμένο και γηρασμένο κόσμο, τη σκυτάλη πήραν αργότερα οι άγιοι και θεοφόροι Πατέρες, οι οποίοι αφού με τη ζωή και το έργο τους άφησαν τον εαυτό τους να γίνει δοχείο της Θείας Χάριτος, διατράνωσαν με τους πολύμοχθους αγώνες τους το θαρραλέο αναστάσιμο μήνυμα του Ευαγγελίου και το διαφύλαξαν από τις πλάνες των αιρέσεων. Έτσι. η Εκκλησία μας σήμερα «εβδόμη Κυριακή από του Πάσχα, την εν Νικαία Πρώτην Οικουμενικήν Σύνοδον εορτάζει των τριακοσίων δέκα και οκτώ θεοφόρων Πατέρων».

  Ήταν τότε που ο Άρειος με τις πλάνες του επιχείρησε να κτυπήσει την Εκκλησία, αμφισβητώντας την Θεότητα του Κυρίου μας και επομένως τη δυνατότητα του ανθρώπου να σωθεί, να φθάσει στην κατά χάρη θέωση. 

  Οι 318 Πατέρες που τιμά σήμερα η Εκκλησία μας, πρωτοστάτησαν σ’ ένα αγώνα που κορυφώθηκε με τη σύγκληση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, στην Νίκαια της Βιθυνίας, προκειμένου η Ορθοδοξία μας να λάμπει σήμερα και να μας προσφέρει τις αστείρευτες πηγές της αλήθειας Της. 1700 χρόνια μετά από τότε, η πίστη στηρίζεται σε τόσο ασφαλή θεμέλια.

Αγαπητοί αδελφοί, η πίστη που μας παρέδωσε ο Κύριός μας, αλλά και οι απόστολοι και οι πατέρες της Εκκλησίας μας, είναι ό,τι πιο πολύτιμο μπορούμε να έχουμε σαν ασφαλή οδηγό στη ζωή μας.

 Έχουμε λοιπόν χρέος να ακολουθήσουμε τις δικές τους φωτεινές πυξίδες, οι οποίες μας φωτίζουν το δρόμο προς τις ευλογημένες κορυφογραμμές, όπου ο άνθρωπος μπορεί να γεύεται των αιωνίων καρπών της Θεογνωσίας. Γένοιτο.

 


Χριστάκης Ευσταθίου,

Θεολόγος

Κυριακή τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Α΄ Οἰκ. Συνόδου – Εὐαγγελικὸ καί Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 1 Ἰουνίου 2025

 

Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 1 Ἰουνίου 2025, τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Α΄ Οἰκ. Συνόδου (Ἰω. ιζ΄ 1-13)

Ταῦτα ἐλάλησεν ὁ Ἰη­σοῦς, καὶ ἐπῆρε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐ­ρανὸν καὶ εἶπε· πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τὸν υἱόν, ἵνα καὶ ὁ υἱός σου δοξάσῃ σε, 2 καθὼς ἔδωκας αὐτῷ ἐξ­ουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον. 3 αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν. 4 ἐγώ σε ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς, τὸ ἔργον ἐτελείωσα ὃ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω· 5 καὶ νῦν δόξασόν με σύ, πάτερ, παρὰ σεαυτῷ τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοί. 6 Ἐφανέρωσά σου τὸ ὄνο­μα τοῖς ἀνθρώποις οὓς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου. σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας, καὶ τὸν λόγον σου τετηρήκασι.

 

 7 νῦν ἔγνωκαν ὅτι πάντα ὅσα δέδωκάς μοι παρὰ σοῦ ἐστιν· 8 ὅτι τὰ ρήματα ἃ δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, καὶ αὐτοὶ ἔλαβον, καὶ ἔγνωσαν ἀληθῶς ὅτι παρὰ σοῦ ἐξῆλ­θον, καὶ ἐπίστευσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας. 9 Ἐγὼ περὶ αὐτῶν ἐρωτῶ· οὐ περὶ τοῦ κόσμου ἐρωτῶ, ἀλλὰ περὶ ὧν δέδωκάς μοι, ὅτι σοί εἰσι, 10 καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστι καὶ τὰ σὰ ἐμά, καὶ δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς. 11 καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ οὗτοι ἐν τῷ κόσμῳ εἰσί, καὶ ἐγὼ πρὸς σὲ ἔρχομαι. πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου ᾧ δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς.

 

12 ὅτε ἤμην μετ’ αὐτῶν ἐν τῷ κόσμῳ, ἐγὼ ἐτήρουν αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου· οὓς δέδωκάς μοι ἐφύλαξα, καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἀπώ­λε­το εἰ μὴ ὁ υἱὸς τῆς ἀπω­λεί­ας, ἵνα ἡ γραφὴ πληρω­θῇ. 13 νῦν δὲ πρὸς σὲ ἔρχομαι, καὶ ταῦτα λαλῶ ἐν τῷ κό­σμῳ ἵνα ἔχωσι τὴν χαρὰν τὴν ἐμὴν πεπληρωμένην ἐν αὐτοῖς.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

Αὐτά εἶπε ὁ Ἰησοῦς στούς μαθητές του κι ἔπειτα σήκωσε τά μάτια του στόν οὐρανό καί εἶπε: Πά­τερ, ἦλθε ἡ ὥρα πού ἡ σοφία σου ὅρισε γιά νά πάθω καί νά θυσιασθῶ. Δέξου τή θυσία τοῦ Πάθους μου καί δόξασε τόν Υἱό σου καί ὡς πρός τήν ἀνθρώπινη φύση του· γιά νά σέ δοξάσει καί ὁ Υἱός σου μέ τήν ἀπο­λύ­τρω­ση καί τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, ἡ ὁποία θά ὁλο­­­κληρωθεῖ μέ τή θυσία του αὐτή καί μέ τήν αἰώνια ἀρ­χι­­ε­­ρατική μεσιτεία του πού θά ἀκολουθήσει μετά ἀπ’ αὐτή. 2 Δόξασε τόν Υἱό σου σύμφωνα μέ τήν ἐξουσία πού τοῦ ἔδωσες πάνω σ’ ὅλη τήν ἀνθρωπότητα, γιά νά δώσει ζωή αἰώνια ὡς αἰώνιος ἀρχιερέας καθισμένος στά δεξιά σου σ’ ὅλο τό πλῆθος ἐκεῖνο πού τοῦ ἔδωσες καί οἱ ὁποῖοι πίστεψαν σ’ αὐτόν. 3 Αὐτή εἶναι ἡ αἰώνια ζωή, τό νά γνωρίζουν οἱ ἄν­θρωποι συ­νεχῶς ὅλο καί περισσότερο ἐσένα, τόν μό­­νο ἀληθινό Θεό, καί τόν Ἰησοῦ Χριστό, τόν ὁποῖο ἀπέ­στειλες στόν κόσμο, ἔχοντας ζωντανή ἐπικοινωνία μέ σένα καί ἀπο­­λαμ­βάνοντας τίς ἄπειρες τελειότητές σου. 4 Ἐγώ γνωστοποίησα τό ὄνομά σου στούς ἀνθρώ­πους καί ὑπάκουσα τελείως στό θέλημά σου, κι ἔτσι σέ δόξα­σα πάνω στή γῆ. Καί μέ τή θυσία μου, τήν ὁποία θά προ­σφέρω σέ λίγο πάνω στό σταυ­ρό, ὁλο­κλήρωσα τε­λεί­ως τό ἔργο πού μοῦ ἔδωσες νά ἐπι­τελέσω. 5 Καί τώρα πού ἡ ἐπίγεια ἀποστολή μου τελείωσε, ἀνά­δει­ξέ με μέ τήν Ἀνάσταση καί τήν Ἀνάληψή μου αἰώνιο ἀρχιερέα καί δόξασέ με καί ὡς ἄνθρωπο ἐσύ, Πάτερ, δίπλα σου, μέ τή δόξα πού εἶχα κοντά σου προτοῦ νά δη­μιουργηθεῖ ὁ κόσμος. 6 Φανέρωσα τό ὄνομά σου κι ἔκανα γνωστές τίς ἄπει­ρες τελειότητές σου στούς ἀνθρώπους πού ἀπέ­σπα­σες ἀπό τούς κόλπους τοῦ κόσμου καί τούς ἔδω­σες σέ μένα. Ἡ πρόθεσή τους ἦταν ἀγαθή καί γι’ αὐτό ἦταν δι­­κοί σου. Ἐσύ τούς ἔδωσες σέ μένα, κι αὐτοί τή­ρησαν τό λόγο σου, τόν ὁποῖο τούς ἀποκάλυψα

 

. 7 Τώρα ἔμαθαν τελειότερα καί πείσθηκαν ὅτι ἡ διδασκα­λία μου καί τά ἔργα μου καί ὅλα γενικότερα ὅσα μοῦ ἔδω­σες προέρχονται ἀπό σένα. 8 Καί ἀπόδειξη ὅτι ἔλαβαν τήν πληροφορία καί τή γνώση αὐτή εἶναι: ὅτι τούς λόγους πού μοῦ ἔδω­­σες γιά νά τούς ἀποκαλύψω στούς ἀνθρώπους, ἐγώ τούς παρέδωσα σ’ αὐτούς μέ τή δι­­­­δα­­­­σκαλία μου, καί αὐ­τοί τούς πα­­ρέ­­­­­­λαβαν καί τούς ἀποδέχθηκαν. Καί ἀπέ­κτη­σαν πράγματι τή βεβαιότητα καί τήν πεποίθηση ὅτι γεννήθηκα καί βγῆ­κα ἀπό τούς κόλπους σου, καί πίστεψαν ὅτι ἐσύ μέ ἀπέ­­­στει­λες στόν κόσμο. 9 Ἐγώ, πού τόσο ἐργάστηκα γιά νά τούς ὁδηγήσω στήν ἀληθινή αὐτή γνώση καί πίστη, σέ παρακαλῶ γι’ αὐ­τούς ὡς μέγας ἀρχιερέας καί μεσίτης. Δέν σέ πα­ρα­­κα­­λῶ τή στιγμή αὐτή γιά τόν κόσμο τῆς ἀπιστίας καί τῆς ἁμαρτίας, ἀλλά σέ παρακαλῶ γιά κείνους πού μοῦ ἔδω­­­­­σες· διότι, ἐνῶ μοῦ τούς ἔδωσες, δέν παύουν νά εἶ­­ναι δικοί σου. 10 Καί ὅλα ὅσα ἀνήκουν σέ μένα δικά σου εἶναι, ὅπως καί τά δικά σου εἶναι δικά μου. Κι αὐτοί λοιπόν δικοί σου ἦταν καί ἔγιναν δικοί μου· ἀλλά καί ὡς δικοί μου ἐξα­κολουθοῦν νά εἶναι δικοί σου. Κι ἐγώ ἔχω δοξασθεῖ ἀπό αὐτούς, διότι ἀναγνώρισαν τή θεϊκή μου φύση καί πίστεψαν σέ μένα. 11 Ἐγώ βέβαια δέν θά εἶμαι πλέον στόν κόσμο, ὅπως μέχρι τώ­ρα, μέ τή σωματική μου παρουσία, γιά νά τούς ἐν­θαρ­­­­­ρύνω καί νά τούς ἐνισχύω μ’ αὐτή. Αὐτοί ὅμως θά εἶναι στόν κόσμο, διότι δέν ἐπιτέλεσαν ἀκόμη τήν ἀπο­­­στολή τους. Ἐγώ ἔρχομαι σέ σένα. Πάτερ ἅγιε, φύ­­­λαξέ τους μέ τήν πατρική σου προστασία καί δύνα­μη, τήν ὁποία ἔδωσες καί σέ μένα· ἔτσι ὥστε νά πα­ρα­­­μείνουν ἑνωμένοι μαζί μου καί μεταξύ τους καί νά εἶ­­­­­ναι μέ τήν ἀγάπη καί τήν ὁμοφροσύνη ἕνα πνευματικό σῶμα, ὅπως εἴμαστε ἕνα κι ἐμεῖς πού ἔχουμε τήν ἴδια οὐ­­­σία καί φύση.

 

 12 Ὅταν ἤμουν μαζί τους στόν κόσμο, ἐγώ τούς φύλαγα μέ τήν πατρική καί ἰσχυρή προστασία σου. Αὐτούς πού μοῦ ἔδωσες τούς φύλαξα, καί κανείς ἀπ’ αὐτούς δέν χάθηκε παρά μόνο ὁ υἱός τῆς ἀπωλείας, ὁ προδότης Ἰούδας, ὁ ὁποῖος χάθηκε κι ἔτσι ἐκπληρώθηκαν καί ἐπαληθεύθηκαν οἱ προφητεῖες τῆς Ἁγίας Γραφῆς. 13 Τώρα ὅμως ἔρχομαι σέ σένα. Καί τά λέω αὐτά μπροστά τους, ἐνῶ βρίσκομαι ἀκό­μη στόν κόσμο αὐτόν, γιά νά τʼ ἀκούσουν κι αὐτοί, ὥστε, ἔχοντας τή βε­βαιότητα ὅτι ἐσύ πλέον θά τούς προστατεύεις, νά ἔχουν μέσα τους τέλεια τή χαρά πού αἰσθάνομαι τώρα κι ἐγώ διότι ἐπανέρχομαι κοντά σου.

 

 Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 1 Ἰουνίου 2025, τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Α΄ Οἰκ. Συνόδου (Πράξ. κ΄ 16-18, 28-36)

16 ἔκρινε γὰρ ὁ Παῦλος παραπλεῦσαι τὴν Ἔφεσον, ὅπως μὴ γένηται αὐτῷ χρο­νοτριβῆσαι ἐν τῇ Ἀσίᾳ· ἔσπευδε γάρ, εἰ δυνατὸν ἦν αὐτῷ, τὴν ἡμέραν τῆς πεν­τηκοστῆς γενέσθαι εἰς Ἱεροσόλυμα. 17 Ἀπὸ δὲ τῆς Μιλήτου πέμ­ψας εἰς Ἔφεσον μετε­κα­λέ­­σατο τοὺς πρεσβυτέρους τῆς ἐκκλησίας. 18 ὡς δὲ παρεγένοντο πρὸς αὐτόν, εἶπεν αὐτοῖς· ὑμεῖς ἐπίστασθε, ἀπὸ πρώτης ἡμέρας ἀφ᾿ ἧς ἐπέβην εἰς τὴν Ἀσίαν, πῶς μεθ᾿ ὑμῶν τὸν πάντα χρόνον ἐγε­νόμην,

28 προσέχετε οὖν ἑαυτοῖς καὶ παντὶ τῷ ποιμνίῳ ἐν ᾧ ὑμᾶς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἔθετο ἐπισκόπους, ποιμαίνειν τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ, ἣν περιεποιή­σατο διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος. 29 ἐγὼ γὰρ οἶδα τοῦτο, ὅτι εἰσελεύσονται μετὰ τὴν ἄφιξίν μου λύκοι βαρεῖς εἰς ὑμᾶς μὴ φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου· 30 καὶ ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀ­­­­­να­­­­­­­­στήσονται ἄνδρες λα­λοῦντες διεστραμμένα τοῦ ἀποσπᾶν τοὺς μαθητὰς ὀ­­πί­σω αὐτῶν. 31 διὸ γρηγορεῖτε, μνημονεύοντες ὅτι τριετίαν νύκτα καὶ ἡμέραν οὐκ ἐπαυσάμην μετὰ δακρύων νουθετῶν ἕνα ἕκαστον. 32 καὶ τὰ νῦν παρατίθεμαι ὑμᾶς, ἀδελφοί, τῷ Θεῷ καὶ τῷ λόγῳ τῆς χάριτος αὐτοῦ τῷ δυναμένῳ ἐποικοδομῆσαι καὶ δοῦναι ὑμῖν κληρονομίαν ἐν τοῖς ἡγιασμένοις πᾶσιν. 33 ἀργυρίου ἢ χρυσίου ἢ ἱματισμοῦ οὐδενὸς ἐπεθύ­μησα· 34 αὐτοὶ γινώσκετε ὅτι ταῖς χρείαις μου καὶ τοῖς οὖσι μετ᾿ ἐμοῦ ὑπηρέτησαν αἱ χεῖρες αὗται. 35 πάντα ὑπέδειξα ὑμῖν ὅτι οὕτω κοπιῶντας δεῖ ἀν­τι­λαμβάνεσθαι τῶν ἀσθε­νούντων, μνημονεύειν τε τὸν λόγον τοῦ Κυρίου Ἰη­σοῦ, ὅτι αὐτὸς εἶπε· μακάριόν ἐστι μᾶλλον διδόναι ἢ λαμβάνειν. 36 καὶ ταῦτα εἰπών, θεὶς τὰ γόνατα αὐτοῦ σὺν πᾶσιν αὐτοῖς προσηύξατο.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

16 Πλεύσαμε κατευθείαν στή Μίλητο, διότι ὁ Παῦ­λος ἀπο­­φά­σισε νά παρακάμψει μέ τό πλοῖο τήν Ἔφεσο καί νά μήν ἀποβιβασθεῖ σ’ αὐτήν, γιά νά μήν τοῦ συμβεῖ ν’ ἀργοπορήσει στήν Ἀσία. Διότι βιαζόταν νά εἶναι στά Ἱεροσόλυμα, ἐάν τοῦ ἦταν δυνατό, τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. 17 Ἀπό τή Μίλητο λοιπόν ἔστειλε ἀνθρώπους στήν Ἔφεσο καί κάλεσε τούς πρεσβυτέρους τῆς Ἐκκλησίας νά ἔλθουν νά τόν συναντήσουν. 18 Κι ὅταν ἦλθαν κοντά του, τούς εἶπε: Ἐσεῖς γνωρίζετε καλά πῶς συμπεριφέρθηκα ἀπέναντί σας ὅλο τό χρονικό διάστημα τῆς ἐδῶ παραμονῆς μου ἀπό τήν πρώ­τη μέρα πού πάτησα τό πόδι μου στήν Ἀσία.

28 Προσέχετε λοιπόν τόν ἑαυτό σας, πῶς θά συμ­πε­ριφέρεσθε καί τί θά διδάσκετε. Προσέχετε καί ὅλο τό πνευματικό σας ποίμνιο, στό ὁποῖο τό Ἅγιον Πνεῦ­μα σᾶς τοποθέτησε ἐπισκόπους γιά νά ποιμαίνετε τήν Ἐκ­κλησία τοῦ Θεοῦ, τήν ὁποία ὁ Κύριος ἔσωσε καί κατέστησε κτῆμα του μέ τό δικό του αἷμα. 29 Προσέχετε, διότι ἐγώ τό γνωρίζω, μετά τήν ἀναχώ­ρη­σή μου θά εἰσβάλουν ἀνάμεσά σας ψευδοδιδάσκα­λοι καί πλάνοι σάν ἄγριοι καί σκληροί λύκοι πού θά διαρπάζουν ἀλύπητα τό ποίμνιο βλά­πτο­ντας καί ἀφα­νί­­ζοντας τίς ψυχές τῶν λογικῶν προβά­των. 30 Ἀκόμη κι ἀπό σᾶς τούς ἴδιους θά ἐμφανιστοῦν ἄν­θρω­­ποι πού θά διδάσκουν διδασκαλίες οἱ ὁποῖες θά δια­­στρέφουν τήν ἀλήθεια, γιά νά ἀποσποῦν τούς μα­θη­τές ἀπό τόν εὐθύ δρόμο τῆς ἀλήθειας, νά τούς παρα­σύρουν πίσω τους καί νά τούς κάνουν ὀπαδούς τους. 31 Γι’ αὐτό νά προσέχετε καί νά εἶστε ἄγρυπνοι, ἔ­χο­ντας ὡς παράδειγμα ἐμένα· καί νά θυμάστε ὅτι γιά μιά τριετία συνεχῶς νύχτα καί μέρα δέν σταμάτη­σα νά νουθετῶ μέ δάκρυα τόν καθένα σας ξεχωριστά. 32 Καί τώρα σᾶς ἐμπιστεύομαι, ἀδελφοί, στό Θεό καί στό λόγο πού ἡ χάρη του μᾶς ἀποκάλυψε. Αὐτός ὁ λόγος του θά σᾶς προφυλάξει ἀπό κάθε πλάνη καί διαστροφή. Σᾶς ἐμπιστεύομαι στό Θεό, ὁ ὁποῖος μπορεῖ νά συνεχίσει τήν οἰκοδομή σας καί νά σᾶς δώσει κληρο­νο­μιά τόν οὐρανό μαζί μέ ὅλους αὐτούς πού προόδευσαν στόν ἁγιασμό πού τούς χάρισε ὁ Ἰησοῦς Χριστός. 33 Ἀσήμι ἤ χρυσάφι ἤ ρουχισμό, τίποτε ἀπό αὐτά δέν ἐπιθύμησα. 34 Ἐσεῖς οἱ ἴδιοι γνωρίζετε ὅτι γιά τίς ἀνάγκες τίς δικές μου καί γιά τίς ἀνάγκες ἐκείνων πού ἦταν μαζί μου ὑπη­ρέ­τησαν τά ροζιασμένα αὐτά χέρια. 35 Μέ κάθε τρόπο σᾶς ἔδωσα τό παράδειγμα ὅτι πρέπει νά ἐργάζεσθε ἔτσι σκληρά γιά νά προλαβαίνετε κά­θε σκαν­­­­­δα­λισμό τῶν ἀδύναμων ἀδελφῶν, καί νά τούς βο­η­­θᾶτε νά γίνουν δυνατοί πνευματικά. Ἀλλά καί νά θυ­­­μά­­­­­­­­­­στε τά λόγια τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, πού εἶχε πεῖ: Εἶναι καλύτερο νά δίνει κανείς παρά νά παίρ­νει, ἀκόμη καί ὅταν δικαιοῦται νά πάρει. Αὐτό καθιστᾶ τόν ἄν­­θρωπο περισσότερο εὐτυχή. 36 Κι ἀφοῦ τά εἶπε αὐτά, γονάτισε καί προσευχήθηκε μαζί μέ ὅλους αὐτούς.

Τρίτη 27 Μαΐου 2025

ΓΙΑΤΙ ΑΝΑΛΗΦΘΗΚΕ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ;

 

Η Ανάληψη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού - Ακούστε παιδιά!


 

  

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού (Θεολογικό σχόλιο στην εορτή της Αναλήψεως του Κυρίου).

ΑΝΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ: Η εορτή της Αναλήψεως του Κυρίου και Θεού μας Ιησού Χριστού αποτελεί έναν χαρμόσυνο εορτολογικό σταθμό μέσα στην όντως ευφρόσυνη αναστάσιμη περίοδο της Εκκλησίας μας.

Με αισθήματα αγαλλιάσεως οι ορθόδοξοι πιστοί κατακλύζουμε την ιερή αυτή ημέρα τους ναούς για να αναπέμψουμε ευχαριστήριες ωδές στο Σωτήρα και Λυτρωτή μας Κύριο και να υμνήσουμε την αγία Ανάληψή Του στους ουρανούς, εκεί από όπου καταδέχθηκε να κατέβει, προκειμένου να επιτελέσει το σωτήριο έργο του ανθρωπίνου γένους (Ιωάν. 3, 13 και Φιλιπ. 2, 6-11).

Υμνούμε την επάνοδό Του στο θείο θρόνο της άφατης μεγαλοσύνης Του, στα δεξιά του Θεού Πατέρα, προς τον Οποίο θα είναι εσαεί ο μεγάλος και αιώνιος μεσίτης μας (Α΄ Τιμ. 2, 5). Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός μετά την λαμπροφόρο Ανάστασή Του από τους νεκρούς, δεν εγκατέλειψε αμέσως τον κόσμο, αλλά συνέχισε για σαράντα ημέρες να εμφανίζεται στους μαθητές Του (Πράξ. 1, 3). Αυτές οι μεταναστάσιμες εμφανίσεις Του προς αυτούς είχαν πολύ μεγάλη σημασία. Έπρεπε οι πρώην δύσπιστοι και φοβισμένοι μαθητές να βιώσουν το γεγονός της Αναστάσεως του Διδασκάλου τους και να αποβάλουν κάθε δισταγμό και ψήγμα απιστίας για Εκείνον. Έπρεπε να αποβάλουν κάθε ίχνος λαθεμένης μικροεθνικιστικής ιουδαϊκής αντίληψης για το Μεσσία. Να συνειδητοποιήσουν πλήρως τον πανανθρώπινο χαρακτήρα του απολυτρωτικού έργου του Σωτήρα και να ξεχάσουν κάθε σκέψη για «ανάσταση του βασιλικού θρόνου του Δαυίδ» και την κυριαρχία του κόσμου.

Οι θαυμαστές μεταναστάσιμες εμφανίσεις Του και οι προχωρημένες πια και πνευματικού χαρακτήρα νουθεσίες αποτέλεσαν σημαντικό παράγοντα για τη διαμόρφωση νέας αντιλήψεως για το θείο πρόσωπο του Λυτρωτή Χριστού και το σωτήριο ιεραποστολικό έργο που είχαν ταχθεί από Εκείνον να επιτελέσουν στο εξής. «Διήνοιξεν αυτών τον νουν», αναφέρει ο ευαγγελιστής Λουκάς, «του συνιέναι τας γραφάς· και είπεν αυτοίς ότι ούτω γέγραπται και ούτως έδει παθείν τον Χριστόν και αναστήναι εκ νεκρών τη τρίτη ημέρα, και κηρυχθήναι επί το ονόματι αυτού μετάνοιαν και άφεσιν αμαρτιών εις πάντα τα έθνη, αρξάμενον από Ιερουσαλήμ. Υμείς δε εστε μάρτυρες τούτων. Και ιδού εγώ αποστέλλω την επαγγελίαν του πατρός μου εφ υμάς» (Λουκ. 24, 45-49).

Η πιο ελπιδοφόρα αναγγελία Του προς αυτούς ήταν η διαβεβαίωση πως «ιδού εγώ μέθ υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος» (Ματθ. 28, 20) και «καθίσατε εν τη πόλει Ιερουσαλήμ έως ου ενδύσησθε δύναμιν εξ ύψους» (Λουκ. 24, 49), προαναγγέλλοντας την επιδημία του Παναγίου Πνεύματος προς αυτούς και την Εκκλησία Του. Την τεσσαρακοστή λοιπόν ημέρα, σύμφωνα με το Ευαγγέλιο του Λουκά, «εξήγαγε δε αυτούς (τους μαθητάς) έξω εις Βηθανίαν και επάρας τας χείρας αυτού ευλόγησεν αυτούς. Και εγένετο εν τω ευλογείν αυτόν αυτούς διέστη απ αυτών και ανεφέρετο εις τον ουρανόν. Και αυτοί προσκυνήσαντες αυτόν υπέστρεψαν εις Ιερουσαλήμ μετά χαράς μεγάλης και ήσαν δια παντός εν τω ιερώ αινούντες και ευλογούντες τον Θεόν » (Λουκ. 24, 50-53). Το μεγάλο γεγονός της Θείας Αναλήψεως έχει πραγματικά τεράστιες θεολογικές και σωτηριολογικές παραμέτρους για την Εκκλησία μας.

Η Ανάληψη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού αποτελεί αναμφίβολα το θριαμβευτικό πέρας της επί γης παρουσίας Του και του απολυτρωτικού έργου Του. «Ανελήφθη εν δόξη» για να επιβεβαιώσει την θεία ιδιότητά Του στους παριστάμενους μαθητές Του. Για να τους στηρίξει έτι περισσότερο στον τιτάνιο πραγματικά αγώνα, που Εκείνος τους ανέθεσε, δηλαδή τη συνέχιση του σωτηριώδους έργου Του για το ανθρώπινο γένος. Είναι αλήθεια πως και κατ αυτήν τη θαυμαστή στιγμή οι απόστολοι δεν είχαν πλήρη συναίσθηση της αποστολής τους. Παρ όλο ότι είχαν ζήσει συγκλονιστικά γεγονότα το τελευταίο διάστημα, τα άχραντα παθήματα του Διδασκάλου τους και βίωσαν την λαμπροφόρο Ανάστασή Του από τους νεκρούς, εν τούτοις δε μπόρεσαν να απαγκιστρωθούν από τη μικροεθνικιστική ιουδαϊκή περί Μεσσία αντίληψη. Γι αυτό μπήκαν στον πειρασμό να πληροφορηθούν από Εκείνον, τη στιγμή που τους εγκατέλειπε για τον ουρανό, «Κύριε, ει εν τω χρόνω τούτω αποκαθιστάνεις την βασιλείαν τω Ισραήλ;» (Πράξ. 1, 6).

Δεν είχαν συνειδητοποιήσει την παγκοσμιότητα του κηρύγματος του Ιησού, δεν αντιλήφθηκαν την πνευματική οικουμενική επανάσταση, που ήρθε να φέρει Αυτός στην ανθρωπότητα, απαλλαγμένη από κάθε μορφή κοσμικής εξουσίας, έχοντας χαρακτήρα αποκλειστικά διακονίας, προς τον πεσόντα άνθρωπο. Φαίνεται ότι λησμόνησαν την προτροπή του Διδασκάλου τους να αλλάξουν νοοτροπία και να μην σκέπτονται όπως ο εξουσιαστικός κόσμος. Το παράδειγμα της διακονίας το έδωσε πλειστάκις ο Ίδιος ο Κύριος, ο Οποίος δεν ήρθε στον κόσμο «διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι» (Μάρκ. 10, 45). Με λόγους τρυφερότητας, συμπάθειας και αγάπης προς αυτούς τους απάντησε πως «ουχ υμών εστι γνώναι χρόνους η καιρούς ους ο πατήρ έθετο εν τη ιδία εξουσία» (Πράξ. 1, 7), θέλοντας να τους εμπεδώσει τη διαχρονική και σώζουσα παρουσία της Εκκλησίας Του στον κόσμο.

 Εκείνο που τους χρειάζονταν ήταν η άνωθεν δύναμη και ο φωτισμός για να μυηθούν πλήρως στο μυστήριο της σωτηρίας του κόσμου. Τους έδωσε την ελπιδοφόρα αγγελία πως θα λάβουν «δύναμιν επελθόντος του αγίου Πνεύματος» και έτσι θα δυνηθούν να γίνουν «μάρτυρες (Αυτού) εν τε Ιερουσαλήμ και εν πάση τη Ιουδαία και Σαμαρεία και έως εσχάτου της γης» (Πράξ. 1, 8).

Ο ιερός συγγραφέας του βιβλίου των «Πράξεων των Αποστόλων» αναφέρει και κάτι άλλο πολύ σημαντικό, περιγράφοντας το θαυμαστό γεγονός της εις ουρανούς αναλήψεως του Κυρίου. «Βλεπόντων αυτών (των μαθητών) επήρθη, και νεφέλη υπέλαβεν αυτόν από των οφθαλμών αυτών. Και ατενίζοντες ήσαν εις τον ουρανόν πορευομένου αυτού, και ιδού άνδρες δύο παρειστήκεσαν αυτοίς εν εσθήτι λευκή, οι και είπον· άνδρες Γαλιλαίοι, τι εστήκατε εμβλέποντες εις τον ουρανόν ; Ούτος ο Ιησούς ο αναληφθείς αφ’ υμών εις τον ουρανόν, ούτως ελεύσεται, ον τρόπον εθεάσασθε αυτόν πορευόμενον εις τον ουρανόν» (Πράξ. 1, 9-11). Οι ουράνιοι διαμηνείς του θελήματος του Θεού άγγελοι βρέθηκαν για μία ακόμα φορά ανάμεσα σε ανθρώπους για να βεβαιώσουν το υπερφυσικό γεγονός της Αναλήψεως και να αναγγείλουν και κάτι άλλο: την επανέλευση του Κυρίου στη γη, η οποία θα γίνει τόσο ένδοξη και λαμπρή, όσο η Ανάληψη, όπως την βίωσαν οι παριστάμενοι απόστολοι.

Ο Κύριος Ιησούς Χριστός ανήλθε στους ουρανούς, αλλά δεν εγκατέλειψε το ανθρώπινο γένος, για το οποίο έχυσε το τίμιο Αίμα Του. Μπορεί να κάθισε στα δεξιά του Θεού στους ένδοξους ουρανούς, όμως η παρουσία Του εκτείνεται ως τη γη και ως τα έσχατα της δημιουργίας. Άφησε στη γη την Εκκλησία Του, η οποία είναι το ίδιο το αναστημένο, αφθαρτοποιημένο και θεωμένο σώμα Του, για να είναι το μέσον της σωτηρίας όλων τώνανθρωπίνων προσώπων, που θέλουν να σωθούν. Νοητή ψυχή του σώματός Του είναι ο Θεός Παράκλητος, «το Πνεύμα της αληθείας» (Ιωάν. 15, 26), ο Οποίος επεδήμησε κατά την αγία ημέρα της Πεντηκοστής σε αυτό, για να παραμείνει ως τη συντέλεια του κόσμου. Η σωτηρία συντελείται με την οργανική συσσωμάτωση των πιστών στο θεανδρικό Σώμα του Χριστού. Αυτό εννοούσε, όταν υποσχόταν στους μαθητές Του: «ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμι πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος» (Ματθ. 28, 20).

Ο απόστολος Παύλος θέλοντας να τονίσει εμφατικά το γεγονός της εις ουρανούς αναβάσεως του Χριστού και της παρρησίας Του στο θρόνο του Θεού Πατέρα, έγραψε πως Αυτός «διαθήκης καινής μεσίτης εστι, όπως, θανάτου γενομένου εις απολύτρωσιν των επί τη πρώτη διαθήκη παραβάσεων, την επαγγελίαν λάβωσιν οι κεκλημένοι της αιωνίου κληρονομίας» (Εβρ. 9,15). Ο φαεινός θρόνος Του στους ένδοξους ουρανούς είναι στο εξής το σημείο συνάντησης Θεού και ανθρώπων, διότι ο Ίδιος διαβεβαίωσε πως «ουδείς έρχεται προς τον πατέρα ει μη δι’ εμού» (Ιωάν. 14, 6).

Μέσα λοιπόν στην χαροποιό αναστάσιμη περίοδο προβάλλει η μεγάλη εορτή της Αναλήψεως για να μας χαροποιήσει έτι περισσότερο και να μας υπενθυμίσει πως η δοξασμένη επάνοδος του Λυτρωτή μας Χριστού στο θρόνο της Θεότητας απορρέει άπειρες σωτήριες δωρεές για την ανθρωπότητα και ολόκληρη τη δημιουργία. Αυτός ως ο δοξασμένος Θεάνθρωπος μετέχει ταυτόχρονα του κτιστού και του ακτίστου, καθιστάμενος έτσι ο σωτήριος σύνδεσμος μεταξύ Δημιουργού και δημιουργημάτων. Αυτή είναι η πεμπτουσία της σωτηρίας καί το κεντρικό νόημα της μεγάλης εορτής!


 

Γιατρέ μου, πέστε μου το όνομα σας, να σας περιμένω… – Ιωάννης Ρώσος, της απαντά!

  

 

Με αφορμή την σημερινή εορτή ακολουθεί ένα πρόσφατο θαύμα του Οσίου Ιωάννου:

Δύο ώρες περίπου προσευχόταν κλαίγοντας ο Κωνσταντίνος Πολυχρονίου, ανώτερος κρατικός υπάλληλος μπροστά στον Άγιο.

Μπήκε στην εκκλησία με πιτζάμες κάτι που έκανε εντύπωση σε όλους. Τον σταμάτησε ένας ιερέας και τον ρώτησε γιατί έκλαιγε τόση ώρα, και γιατί δεν ήταν ντυμένος κανονικά.

«Όχι πάτερ», απάντησε και συνέχισε, «με ξεκούρασε για πολλά χρόνια ο Άγιος, αυτός, ο μεγάλος και θαυματουργός γιατρός που υπηρετείτε. Το πρωί στον «Ευαγγελισμό» ήρθε η γυναίκα μου να με δει.

Έχει περάσει δεκαετία και πλέον να σταθώ όρθιος όπως με βλέπετε τώρα. Μία χρόνια πάθηση του νευρικού συστήματος και μία αρρώστια που είχα περάσει μου έφεραν αναπηρία τόση που έχασα τη θέση μου, πήρα πρόωρα σύνταξη και οδηγήθηκα στα Νοσοκομεία γιατί μετά το δεύτερο χρόνο είχα πάνω από 80% παράλυση των κάτω άκρων. Ή παράλυση, η κακή ψυχολογική κατάσταση, η πρόωρη έξοδος μου από τη δραστηριότητα της ζωής με οδηγούσαν σε μαρασμό, σχεδόν στο θάνατο.

Η γυναίκα μου ήρθε στο Νοσοκομείο, με βρήκε να κοιμάμαι, δεν με ξύπνησε, παρά κάθισε δίπλα στο κρεβάτι μου σε μια καρέκλα.

Για λίγα δευτερόλεπτα την πήρε ο ύπνος.

Βλέπει στο όνειρο της ότι, στο διπλανό θάλαμο γινόταν επισκεπτήριο γιατρών.

Ανάμεσα τους ήταν ένας άγνωστος ξένος γιατρός.

Τον πλησιάζει η γυναίκα μου και του λέει: Γιατρέ μου, είστε ξένος; Σας βλέπω για πρώτη φορά στο Νοσοκομείο. Σας παρακαλώ στο διπλανό θάλαμο έχω τον άνδρα μου πάνω από δέκα χρόνια παράλυτο. Οι γιατροί μου έχουν πει την αλήθεια, ότι χάνω το σύντροφο μου. Χάνω το στήριγμα μου. Θα πεθάνει ο σύζυγος μου. Ελάτε, γιατρέ μου, να τον δείτε, να του δώσετε κουράγιο, να μας πείτε κάτι και σεις.

– Πήγαινε, κυρία μου, περίμενε και θα δω και το σύζυγο σου.

Ναι, γιατρέ μου, πέστε μου το όνομα σας, να σας περιμένω…

– Ιωάννης Ρώσος, της απαντά.

Ξυπνάει, πετιέται από το κάθισμα της.

Με βλέπει που προσπαθώ μόνος μου, στηριγμένος στους αγκώνες μου, να σηκωθώ. Βοήθησε με, γυναίκα, της λέγω, κάποιος με κρατάει άπ’ τις μασχάλες και με σηκώνει, βοήθησε και συ…

Σηκώθηκα, πάτησα στο έδαφος, όταν τα κλάματα της γυναίκας μου είχαν φέρει γύρω μας γιατρούς και βοηθητικό προσωπικό.

Ό υπεύθυνος γιατρός του τμήματος, ένας πιστός χριστιανός, συγκλονίζεται από τη διήγηση της συζύγου μου και προτρέπει: Κύριε Πολυχρονίου όπως είσαι, μη ζητάς, να αλλάξεις τις πιζάμες σου, φύγετε, πάρτε ταξί στην είσοδο του Νοσοκομείου και πηγαίνετε στο Πνευματικό θεραπευτήριο, στην Εκκλησία του Αγίου Ιωάννου του Ρώσου, που είναι στην καταπράσινη κοιλάδα του Προκοπίου της Ευβοίας, όπου και ολόκληρο το ιερό του Λείψανο.

Πηγαίνετε, πέστε το μεγάλο σας ευχαριστώ και γυρίστε για το εξιτήριο που αυτή τη φορά –σπάνια βέβαια– το υπογράφει όχι γιατρός αλλά ένας “Άγιος!

Παρασκευή 23 Μαΐου 2025

ΚΥΡΙΑΚΗ 25 ΜΑΪΟΥ 2025 ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ (Ιω. θ΄ 1-38) (Β΄ Κορ. δ΄ 6-15)

 

Κυριακή του Τυφλού - Food Edu 

 "Ο Λόγος του Θεού στον Λαό του Θεού".

Το φως της ζωής

«Ενίψατο, και ήλθε βλέπων»

 Γεννήθηκε η ταλαιπωρημένη εκείνη ύπαρξη χωρίς να απολαμβάνει το θείο δώρο της όρασης. Άκουε μόνο για τις ομορφιές της φύσεως και η δοκιμασία του ήταν μεγαλύτερη γιατί αδυνατούσε να έχει θέαση εικόνων και πραγμάτων. Δεν μπορούσε να κοιτάξει ούτε το διπλανό του και η ζωή του ήταν ανυπόφορη, βυθισμένη στην κυριολεξία στο σκοτάδι ενός ασήκωτου μαρτυρίου.

Ο άνθρωπος αυτός, βέβαια, βίωνε οδυνηρά τη στέρηση της σωματικής όρασης. Πολύ όμως πιο τραγική ήταν σίγουρα η θέση των Φαρισαίων, οι οποίοι ήταν βυθισμένοι στο πνευματικό σκοτάδι, στο εφιαλτικό έρεβος της υποκρισίας τους. Είχαν ερμητικά κλειστά τα μάτια της ψυχής τους. Στην περίπτωσή τους ίσχυε ο λόγος του Ευαγγελιστή Ιωάννη, ο οποίος διαπιστώνει: «Το φως ελήλυθεν εις τον κόσμον, και ηγάπησαν μάλλον οι άνθρωποι το σκότος ή το φως».

Έβλεπε ψυχικά

 Με την απουσία της σωματικής του όρασης, ο τυφλός δεν μπορούσε να έχει αντίληψη των πραγμάτων. Ωστόσο, εκείνο που τελικά αποδείχθηκε στην πράξη ήταν ότι το φως των ματιών της ψυχής του, τον βοηθούσε να κατανοεί βαθύτερα πραγματικότητες της ζωής. 

Αυτό συνέτεινε στο να καταλάβει ότι αυτός που τον θεράπευσε δεν ήταν κάποιος θαυματοποιός. Ήταν «προφήτης». Πίστευε για τον Κύριο που τον θεράπευσε ότι ήταν «θεοσεβής». Ότι «πράττει το θέλημα του Θεού» και ότι «αν δεν ήταν απεσταλμένος από τον Θεό, δεν θα μπορούσε να κάνει απολύτως τίποτε, ούτε θαύματα ούτε οποιοδήποτε καλό».

Οι υγιείς…τυφλοί

Οι κατά τα άλλα υγιείς Φαρισαίοι, συλλαμβάνονταν σχεδόν κατά κανόνα να κρατούν ερμητικά κλειστά τα μάτια της ψυχής τους. Οι όχι αγαθές προθέσεις και διαθέσεις τους, τούς άφηναν αδιάφορους μπροστά στην αλήθεια και το αγαθό. Δυστυχώς και στις δικές μας μέρες είναι πολλοί εκείνοι που αρνούνται επίμονα να δεχθούν την αλήθεια της Εκκλησίας και κλείνονται στο εγώ τους. Δεν διαθέτουν την όραση της ψυχής για να αντικρίσουν την αλήθεια.

Έρχεται και σήμερα ο Χριστός για να μάς απαλλάξει από την «τυφλότητα» μας. Την παθογένεια που μάς προσβάλλει και δεν μας επιτρέπει να βλέπουμε καθαρά τις εικόνες της ζωής και της αλήθειας της. 

 Ωστόσο, συνήθως μάς αφήνει αδιάφορους η παρουσία του. Προτιμούμε να ζούμε στο σκοτάδι και να αρνούμαστε το αληθινό φως. Το λυτρωτικό του έργο δεν άγγιζε μόνο τους ανθρώπους μιας εποχής. αλλά επεκτείνεται στους αιώνες. Το φως του καταυγάζει όλους και όλα. Αρκεί να το δεχθούμε στη ζωή μας και να του προσφέρουμε κατάλυμα στην καρδιά μας.

Αγαπητοί αδελφοί, ο τυφλός πίστεψε στον Χριστό και ομολόγησε την Θεότητά του. Άφησε ανοικτή την ύπαρξή του για να δεχθεί τις ευεργετικές του ενέργειες και να βρει το φως του. 

Η σωματική τυφλότητα αφήνει κάποιους συνανθρώπους μας να έχουν τη δική τους δοκιμασία στη ζωή. Τα συμπτώματα όμως της ψυχικής τύφλωσης είναι πολύ πιο φοβερά, γιατί δεν επιτρέπουν στον άνθρωπο να δεχθεί στη ζωή του την χαρά της αληθινής ζωής.

 Τον αφήνουν να ασφυκτιά στις αναθυμιάσεις του θανάτου, ο οποίος τόσο κυνικά χορεύει με τους δικούς του καταθλιπτικούς ρυθμούς σε όλα τα πεδία της ζωής μας. Είναι χαρακτηριστικό αυτό που έλεγε στους ψαλμούς του ο Δαβίδ: «Κύριε, φώτισον τους οφθαλμούς μου μήποτε υπνώσω εις θάνατον».

Αγαπητοί αδελφοί, η εμπιστοσύνη στην αγάπη του Χριστού ανοίγει φωτεινούς ορίζοντες στη ζωή μας. Ισχυρό παράδειγμα η μεγάλη μορφή του Ιωάννη του Προδρόμου, τον οποίο για άλλη μια φορά τιμά σήμερα η Εκκλησία μας, με αφορμή την 3η εύρεση της τιμίας κεφαλής του. 

Η αγιασμένη ύπαρξή του λάμπει εκτυφλωτικά στο Ορθόδοξο χριστιανικό στερέωμα, αφού η προδρομική του παρουσία ήταν στο επίκεντρο του Σχεδίου της Θείας Οικονομίας. Ας εμπιστευθούμε, λοιπόν, και εμείς τον εαυτό μας και να τον εναποθέσουμε στις αγκάλες του Χριστού, ώστε να πορευόμαστε με σιγουριά μέσα από την ακτινοβολία του φωτός της θείας παρουσίας.

 

Χριστάκης Ευσταθίου,

Θεολόγος

Κυριακὴ τοῦ Τυφλοῦ – Εὐαγγελικὸ καί Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 25 Μαΐου 2025

  

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ιω. θ΄ 1-38

1 Καὶ παράγων εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς· 2 καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· Ραββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ; 3 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· Οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ. 4 ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι. 5 ὅταν ἐν τῷ κόσμῳ ὦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου. 6 ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσεν χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ 7 καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. ἀπῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων. 8 Οἱ οὖν γείτονες καὶ οἱ θεωροῦντες αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι τυφλὸς ἦν, ἔλεγον· Οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ προσαιτῶν; 9 ἄλλοι ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν· ἄλλοι δὲ ὅτι ὅμοιος αὐτῷ ἐστιν. ἐκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ἐγώ εἰμι. 10 ἔλεγον οὖν αὐτῷ· Πῶς ἀνεῴχθησάν σου οἱ ὀφθαλμοί; 11 ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· Ἄνθρωπος λεγόμενος Ἰησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶπέ μοι· ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι· ἀπελθὼν δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψα. 12 εἶπον οὖν αὐτῷ· Ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος; λέγει· Οὐκ οἶδα. 13 Ἄγουσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς Φαρισαίους, τόν ποτε τυφλόν. 14 ἦν δὲ σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς. 15 πάλιν οὖν ἠρώτων αὐτὸν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πῶς ἀνέβλεψεν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Πηλὸν ἐπέθηκέ μου ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ἐνιψάμην, καὶ βλέπω. 16 ἔλεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές· Οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ. ἄλλοι ἔλεγον· Πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς τοιαῦτα σημεῖα ποιεῖν; καὶ σχίσμα ἦν ἐν αὐτοῖς. 17 λέγουσι τῷ τυφλῷ πάλιν· Σὺ τί λέγεις περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; ὁ δὲ εἶπεν ὅτι προφήτης ἐστίν. 18 οὐκ ἐπίστευον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι τυφλὸς ἦν καὶ ἀνέβλεψεν, ἕως ὅτου ἐφώνησαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέψαντος 19 καὶ ἠρώτησαν αὐτοὺς λέγοντες· Οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ὑμῶν, ὃν ὑμεῖς λέγετε ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη; πῶς οὖν ἄρτι βλέπει; 20 ἀπεκρίθησαν δὲ αὐτοῖς οἱ γονεῖς αὐτοῦ καὶ εἶπον· Οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ἡμῶν καὶ ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη· 21 πῶς δὲ νῦν βλέπει οὐκ οἴδαμεν, ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμεῖς οὐκ οἴδαμεν· αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε, αὐτὸς περὶ ἑαυτοῦ λαλήσει. 22 ταῦτα εἶπον οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς Ἰουδαίους· ἤδη γὰρ συνετέθειντο οἱ Ἰουδαῖοι ἵνα, ἐάν τις ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται. 23 διὰ τοῦτο οἱ γονεῖς αὐτοῦ εἶπον ὅτι ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε. 24 Ἐφώνησαν οὖν ἐκ δευτέρου τὸν ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλὸς, καὶ εἶπον αὐτῷ· Δὸς δόξαν τῷ Θεῷ· ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν. 25 ἀπεκρίθη οὖν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· Εἰ ἁμαρτωλός ἐστιν οὐκ οἶδα· ἓν οἶδα, ὅτι τυφλὸς ὢν ἄρτι βλέπω. 26 εἶπον δὲ αὐτῷ πάλιν· Τί ἐποίησέ σοι; πῶς ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; 27 ἀπεκρίθη αὐτοῖς· Εἶπον ὑμῖν ἤδη, καὶ οὐκ ἠκούσατε· τί πάλιν θέλετε ἀκούειν; μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε αὐτοῦ μαθηταὶ γενέσθαι; 28 ἐλοιδόρησαν αὐτὸν καὶ εἶπον· Σὺ εἶ μαθητὴς ἐκείνου· ἡμεῖς δὲ τοῦ Μωϋσέως ἐσμὲν μαθηταί. 29 ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωϋσεῖ λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν. 30 ἀπεκρίθη ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Ἐν γὰρ τούτῳ θαυμαστόν ἐστιν, ὅτι ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστί, καὶ ἀνέῳξέ μου τοὺς ὀφθαλμούς. 31 οἴδαμεν δὲ ὅτι ἁμαρτωλῶν ὁ Θεὸς οὐκ ἀκούει, ἀλλ’ ἐάν τις θεοσεβὴς ᾖ καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιῇ, τούτου ἀκούει. 32 ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου· 33 εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν. 34 ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· Ἐν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεννήθης ὅλος, καὶ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς; καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω. 35 Ἤκουσεν Ἰησοῦς ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω, καὶ εὑρὼν αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· Σὺ πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ; 36 ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπε· Καὶ τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν; 37 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν. 38 ὁ δὲ ἔφη· Πιστεύω, Κύριε· καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ.

Νεοελληνική Απόδοση

1 Και καθώς επερνούσεν ο Κυριος κάποιον δρόμον της πόλεως, είδε ένα τυφλόν εκ γενετής. 2 Και τον ηρώτησαν οι μαθηταί του, λέγοντες· “Διδάσκαλε, ποιός ημάρτησε, αυτός η οι γονείς του, δια να γεννηθή τυφλός; (Το πρώτο είναι αδύνατον, το δεύτερον είναι άδικον. Τοτε διατί εγεννήθη τυφλός;)” 3 Απήντησεν ο Ιησούς· “ούτε αυτός ημάρτησε ούτε οι γονείς του. Αλλά εγεννήθη τυφλός, δια να φανερωθούν, με την θαυματουργικήν θεραπείαν, τα έργα του Θεού. 4 Εγώ πρέπει να εργάζωμαι τα έργα του Θεού, ο οποίος με έστειλεν στον κόσμον, έως ότου είναι ημέρα. Ερχεται η νύκτα δηλαδή η εκδημία από τον κόσμον αυτόν, κατά την οποίαν κανείς πλέον από τους ανθρώπους δεν ημπορεί να πραγματοποιή έργα. 5 Εγώ, εφ’ όσον ευρίσκομαι στον κόσμον, είμαι φως του κόσμου με την διδασκαλίαν μου, με τα θαύματά μου, με την ζωήν μου”. 6 Αφού δε είπε αυτά έπτυσε κάτω, έκαμε πηλόν και έβαλε τον πηλόν στους οφθαλμούς του τυφλού 7 και του είπε· “πήγαινε και νίψου εις την δεξαμενήν του Σιλωάμ”-αυτό το όνομα μεταφράζεται εις την ελληνικήν απεσταλμένος. Επήγε τότε εκείνος και ενίφθη και ήλθε στο σπίτι του βλέπων. 8 Οι γείτονες, λοιπόν, και όσοι τον έβλεπαν προηγουμένως ότι ήτο τυφλός, έλεγαν· “δεν είναι αυτός, που εκάθητο και εζητούσε ελεημοσύνην;” 9 Αλλοι έλεγαν ότι “αυτός είναι”. Αλλοι δε ότι “κάποιος άλλος , όμοιος με αυτόν είναι”. Εκείνος όμως έλεγεν ότι “εγώ είμαι, ο τέως τυφλός”. 10 Τοτε τον ερωτούσαν εκείνοι “πως ανοίχθησαν και εθεραπεύθηκαν τα μάτια σου;” 11 Απεκρίθη εκείνος και είπεν· “ένας άνθρωπος, λεγόμενος Ιησούς, έκαμε πηλόν, μου άλειψε τους οφθαλμούς και μου είπε· Πηγαινε στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ και νίψου. Επήγα, ενίφθηκα και απέκτησα το φως μου”. 12 Του είπαν· “που είναι εκείνος;” Τους λέγει· “δεν ξέρω”. 13 Οδηγούν τότε τον τέως τυφλόν προς τους Φαρισαίους. 14 Ητο δε Σαββατον, όταν ο Ιησούς έκαμε τον πηλόν και άνοιξε τα μάτια του τυφλού. 15 Οι Φαρισαίοι τον ηρώτησαν και αυτοί πάλιν, πως απέκτησεν το φως του. Εκείνος δε τους είπεν· “ένας άνθρωπος έβαλε πηλόν επάνω εις τα μάτια μου και εγώ ενίφθηκα και τώρα βλέπω”. 16 Ελεγαν, λοιπόν, μερικοί από τους Φαρισαίους· “αυτός ο άνθρωπος δεν είναι από τον Θεόν, διότι δεν τηρεί την αργίαν του Σαββάτου”. Αλλοι έλεγαν· “πως είναι δυνατόν ένας αμαρτωλός άνθρωπος να κάνη τέτοια καταπληκτικά θαύματα;” Διχογνωμία και διαίρεσις έγινε μεταξύ των. 17 Λεγουν πάλιν στον τυφλόν· “συ τι λέγεις δια τον άνθρωπον αυτόν; Ζητούμεν την γνώμην σου, διότι τους ιδικούς σου οφθαλμούς άνοιξε”. Εκείνος απήντησεν· “λέγω, ότι είναι προφήτης”. 18 Δεν επίστευσαν οι Ιουδαίοι δι’ αυτόν ότι ήτο τυφλός και εθεραπεύθη, έως ότου εκάλεσαν τους γονείς του 19 και τους ηρώτησαν, λέγοντες· “αυτός είναι ο υιός σας, δια τον οποίον σεις λέγετε ότι εγεννήθη τυφλός; Πως λοιπόν τώρα βλέπει;” 20 Απήντησαν δε οι γονείς αυτού και τους είπαν· “ξέρομεν καλά ότι αυτός είναι ο υιός μας και ότι εγεννήθη τυφλός. 21 Πως όμως τώρα βλέπει δεν ξέρομεν, η ποιός του άνοιξε τα μάτια ημείς δεν γνωρίζομεν. Αυτός ηλικίαν έχει, ερωτήσατέ τον, και αυτός δια τον ευατόν του θα σας ομιλήση”. (Δεν υπερασπίζονται οι γονείς τον Χριστόν, τον οποίον άλωστε και δεν είχαν ιδεί, αλλ’ ούτε και τον κατηγορούν. Αφίνουν τον υιόν των, καθό ενήλικον και αρκετά ικανόν να υπερασπισθή τον ευεργέτην του). 22 Ωμίλησαν δε έτσι οι γονείς του, διότι εφοβούντο τους Ιουδαίους· επειδή από καιρόν είχαν συμφωνήσει και αποφασίσει οι άρχοντες των Εβραίων να διωχθή και να μη γίνη δεκτός εις την συναγωγήν, όποιος θα ωμολογούσε ότι αυτός που κάνει τα θαύματα είναι ο Χριστός. 23 Δια τούτο και οι γονείς του τυφλού είπαν ότι “ο υιός μας ηλικίαν έχει, ερωτήσατέ τον”. 24 Εκάλεσαν τότε δευτέραν φοράν τον άνθρωπον, που ήτο τυφλός και του είπαν· “δόξασε τον Θεόν, ο οποίος σε εθεράπευσε, αλλά φυλάξου από τον άνθρωπον αυτόν, τον οποίον προηγουμένως ωνόμασες προφήτην. Ημείς που μελετώμεν το θέλημα του Θεού, γνωρίζομεν καλά και διαβεβαιώνομεν ότι αυτός ο άνθρωπος είναι αμαρτωλός”. 25 Απήντησε τότε εκείνος και τους είπε· “εάν είναι αμαρτωλός, δεν ηξεύρω, ένα μόνον ηξεύρω καλά· ότι ενώ ήμουν τυφλός, τώρα βλέπω”. 26 Είπαν δε πάλιν εις αυτόν· “τι σου έκαμε; Πως σου εθεράπευσε τα μάτια;” 27 Απήντησεν εις αυτούς· “προ ολίγου σας είπα και δεν το επροσέξατε· διατί θέλετε πάλιν να ακούσετε τα ίδια; Μηπως και σεις θέλετε να γίνετε μαθηταί του;” 28 Τον ύβρισαν τότε και με περιφρόνησιν του είπαν· “συ είσαι μαθητής εκείνου. Ημείς όμως είμεθα μαθηταί του Μωϋσέως. 29 Ημείς οι μορφωμένοι και άρχοντες του λαού, ξέρομεν ότι στον Μωϋσέα ωμίλησεν ο Θεός. Αυτός δε μας είναι άγνωστος και δεν γνωρίζομεν από που είνα και από που έρχεται”. 30 Απήντησεν ο άνθρωπος και τους είπεν· “εδώ είναι το παράδοξον· ότι σεις δεν ξέρετε από που είναι, εάν είναι από τον Θεόν η όχι, και όμως μου άνοιξε τα μάτια να βλέπω. 31 Ξερομε δε όλοι πολύ καλά, ότι ο Θεός αμαρτωλούς δεν ακούει, αλλά αν κανείς είναι θεοσεβής και το θέλημα του Θεού πράττη αυτόν ο Θεός ακούει. 32 Από τότε δε που υπάρχει ο κόσμος έως σήμερα δεν έχει ακουσθή ποτέ ότι εθεράπευσε κάποιος άνθρωπος τους οφθαλμούς τυφλού εκ γενετής. 33 Εάν αυτός δεν ήτο σταλμένος από τον Θεόν, δεν θα ημπορούσε να κάνη ούτε το παραμικρόν θαύμα”. 34 Γεμάτοι αγανάκτησιν εκείνοι του απήντησαν· “εκ γενετής συ είσαι ζυμωμένος ολόκληρος με τας αμαρτίας και συ τολμάς να διδάσκης ημάς;” Και τον έβγαλαν έξω από τον τόπον της συνεδριάσεώς των. 35 Ηκουσεν ο Ιησούς ότι τον έβγαλαν έξω και όταν τον ευρήκε, του είπε· “συ παρ’ όλα όσα λέγουν οι άρχοντες των Εβραίων, πιστεύεις στον Υιόν του Θεού;” 36 Απήντησεν εκείνος και είπεν· “και ποιός είναι, Κυριε, δια πιστεύσω εις αυτόν;” 37 Του είπε δε ο Ιησούς· “και τον είδες και αυτός που ομιλεί μαζή σου εκείνος είναι”. 38 Αυτός δε, φωτισθείς από χάριν Θεού, είπε· “πιστεύω με όλην μου την ψυχήν, Κυριε”· και επροσκύνησε αυτόν ως απεσταλμένος πράγματι από τον Θεόν.

 ***************************************************

 ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ

1. Πνευματικὸ σκοτάδι

Ἕνα παράδοξο θαῦμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ μᾶς περιέγραψε τὸ σημερινὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο: Κάποιο Σάββατο ὁ Κύριος ἔφτιαξε λίγη λάσπη μὲ τὸ σάλιο του, ἄλειψε τὰ μάτια ἑνὸς ἐκ γενετῆς τυφλοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ εἶπε νὰ πλυθεῖ στὴν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ· ἔτσι ὁ ἀσθενὴς ἀπέκτησε ὑγιεῖς ὀφθαλμούς, βρῆκε τὸ φῶς του. Δημιουργήθηκε ὅμως ἀναστάτωση σὲ ὅσους τὸν συναντοῦσαν τώρα ὑγιή. Τὸν ὁδήγησαν λοιπὸν στοὺς Φαρισαίους. Στὶς ἐρωτήσεις τους ὁ θεραπευμένος τυφλὸς περιέγραψε τὸ θαῦμα ποὺ τοῦ ἔκανε ὁ Ἰησοῦς. «Οὐκ ἐπίστευσαν οὖν οἱ Ἰουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι τυφλὸς ἦν καὶ ἀνέβλεψεν». Οἱ Ἰουδαῖοι δυσαρεστήθηκαν. Ἔβλεπαν χειροπιαστὸ θαῦμα μπροστά τους, ὡστόσο δὲν μποροῦσαν νὰ τὸ πιστέψουν. Κάλεσαν μάλιστα σὲ ἀνάκριση τοὺς γονεῖς τοῦ πρώην τυφλοῦ καὶ ἀνέκριναν ἐκ νέου τὸν ἴδιο. Παρέμειναν ὅμως ἀμετάπειστοι, κατηγορώντας τὸν Κύριο ὅτι εἶχε καταλύσει τὴν ἀργία τοῦ Σαββάτου.

Κάνει ἀσφαλῶς ἐντύπωση ἡ ἐμμονὴ τῶν Φαρισαίων νὰ ἀρνοῦνται ἕνα ὀ­φθαλμοφανὲς θαῦμα. Ἀντίστοιχη ἐμ­μο­νὴ ἔχουν καὶ ὅσοι σὲ κάθε ἐποχὴ ἀρνοῦνται νὰ πιστέψουν στὸν Χριστὸ ἐξαιτίας τοῦ ἐγωισμοῦ τους. Δὲν τοὺς λείπουν οἱ ἀποδείξεις καὶ τὰ στοιχεῖα· ἡ διάθεση λείπει, ἡ θέληση. Ὁ Θεὸς «τετύφλωκεν αὐτῶν τοὺς ὀφθαλμούς» (Ἰω. ιβ΄ 40). Ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν, τοὺς ἀφαίρεσε τὴν πνευματικὴ ὅραση. Ἀκόμη καὶ θαύματα νὰ δοῦν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, προτιμοῦν νὰ παραμείνουν στὸ πνευματικὸ σκοτάδι.

2. Θαρρετὴ ὁμολογία

Εἶναι θαυμαστὴ ἡ παρρησία, μὲ τὴν ὁποία ὁ θεραπευμένος ἀνάπηρος ἀποκρίθηκε στὶς ἐπανειλημμένες ἐρωτήσεις τῶν Φαρισαίων. Ἀφοῦ ὀνόμασε τὸν Χριστὸ προφήτη, τοὺς ἤλεγξε γιὰ τὴν πεισματικὴ ἐμμονή τους καὶ κατέληξε στὴ θριαμβευτικὴ ὁμολογία του: «Εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν». Ἐὰν ὁ Ἰησοῦς δὲν ἦταν ἀπεσταλμένος τοῦ Θεοῦ, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἐπιτελέσει οὔτε τὸ παραμικρὸ θαῦμα.

Μᾶς διδάσκει ἡ θαρρετὴ ὁμολογία τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ. Χωρὶς νὰ λογαριάζει τὶς συνέπειες, ὄρθωσε τὸ ἀνάστημά του καὶ ὁμολόγησε τὴν ἀλήθεια. Τέτοιο φρόνημα ὁμολογίας ὀφείλουμε νὰ ἔχουμε οἱ Χριστιανοί. Καλούμαστε νὰ ὁμολογοῦμε τὴν πίστη μας στὸν Κύριο καὶ σὲ ὅσα πρεσβεύει ἡ Ἐκκλησία μας μὲ παρρησία, χωρὶς νὰ ὑπολογίζουμε τὸ κόστος. Νὰ ὁμολογοῦμε ὄχι μόνο μὲ τὰ λόγια μας, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴ ζωή μας· μὲ τὶς καθημερινὲς ἐπιλογές μας. Νὰ φερόμαστε ὡς Χριστιανοὶ ὄχι μόνο ὅταν περιβαλλόμαστε ἀπὸ ἀνθρώπους τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ὅπου καὶ ἂν βρισκόμαστε· τὸ ἴδιο ἀκέραιοι καὶ ξεκάθαροι στὶς ἀρχές μας. Ἡ ζωή μας νὰ εἶναι μιὰ διαρκὴς ὁμολογία πίστεως· ἕνα ζωντανὸ Εὐαγγέλιο.

3. Ἐπίσκεψη στὸ περιθώριο

Οἱ Φαρισαῖοι, βλέποντας ὅτι δὲν μποροῦσαν νὰ ἀντικρούσουν τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ πρώην τυφλοῦ, τὸν ἔβγαλαν ἔξω ἀπὸ τὴν αἴθουσα τῆς συνεδριάσεώς τους. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Ὁποῖος πληροφορήθηκε τὴν ἐξέλιξη αὐτή, τὸν συν­άντησε καὶ τὸν ρώτησε: «Ἐσὺ πιστεύεις στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ;» «Ποιός εἶναι, Κύριε, γιὰ νὰ Τὸν πιστέψω;», ἀποκρίθηκε ἐκεῖνος. «Τὸν βλέπεις μὲ τὰ μάτια σου. Εἶναι Αὐτὸς ποὺ σοῦ ὁμιλεῖ τὴ στιγμὴ αὐτή», τοῦ εἶπε ὁ Χριστός. Ἐκεῖνος δὲ ἀποκρίθηκε: «Πιστεύω, Κύριε», καὶ Τὸν προσκύνησε. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς τέθηκε στὸ περιθώριο καὶ δέχθηκε τὴν ἀπόρριψη τῶν ἀνθρώπων, τότε τὸν συν­άντησε ὁ Χριστὸς καὶ τοῦ χάρισε νέα, ἀσυγκρίτως ἀνώτερη ἀποκάλυψη ἀπὸ αὐτὴν τοῦ αἰσθητοῦ φωτός. Τοῦ φα­νέρωσε ὅτι ὁ Ἴδιος εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ.

Ἡ ὁμολογία τῆς πίστεώς μας κάποτε κοστίζει, ἔχει ἐπιπτώσεις. Μπορεῖ νὰ μᾶς ἀποκλείσει ἀπὸ ἐνδεχόμενη ἐπαγγελματικὴ ἐξέλιξη. Ἴσως ἔχει καὶ οἰκονομικὲς συνέπειες. Αὐτὸ τὸ βλέπουμε ἔντονα στὶς ἡμέρες μας μὲ τὸ φαινόμενο τῆς «κουλτούρας ἀκυρώσεως». Φιμώνεται κάθε λόγος γιὰ ἀρχὲς καὶ ἰδανικά. Τίθεται στὸ περιθώριο ἢ διαπομπεύεται δημόσια, ὅποιος τολμήσει ν᾿ ἀντιταχθεῖ στὴν πολιτικὴ ὀρθότητα· ὅποιος διανοηθεῖ ν᾿ ἀντισταθεῖ στὴ σύγχρονη τυραννία τῆς «Νέας ἐποχῆς» καὶ σὲ ὅ,τι αὐτὴ ἐπιβάλλει.

Ὅποιος ὅμως ἔχει τὴ γενναιότητα καὶ τὸν ἡρωισμὸ νὰ ὁμολογήσει τὴν πίστη του καὶ νὰ μείνει σταθερὸς στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, δέχεται τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Κυρίου. Ζεῖ ἐναργῶς τὴν παρουσία του. Ἀποκαλύπτεται στὴν καρδιά του ὁ ἀληθινὸς Θεός. Μπορεῖ τότε νὰ ἀναφωνεῖ: «Κύριος ἐμοὶ βοηθός, καὶ οὐ φοβηθήσομαι τί ποιήσει μοι ἄνθρωπος» (Ψαλ. ριζ΄ [117] 6). Ὁ Κύριος εἶναι βοηθός μου καὶ προστάτης μου. Δὲν θὰ φοβηθῶ, ὅ,τι καὶ ἂν μοῦ κάνουν οἱ ἄνθρωποι.
***************************************************

 

 Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 25 Μαΐου 2025, τοῦ Τιμίου Προδρόμου (Β΄Κορ. δ΄ 6-15)

6 ὅτι ὁ Θεὸς ὁ εἰπὼν ἐκ σκότους φῶς λάμψαι, ὃς ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρὸς φωτισμὸν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ. 7 Ἔχομεν δὲ τὸν θησαυρὸν τοῦτον ἐν ὀστρακίνοις σκεύ­εσιν, ἵνα ἡ ­­ὑπερβολὴ τῆς δυνάμεως ᾖ τοῦ Θε­οῦ καὶ μὴ ἐξ ἡμῶν, 8 ἐν παντὶ θλιβόμενοι ἀλλ᾿ οὐ στενοχωρούμενοι, ἀ­πο­­­­ρού­μενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἐξα­πο­ρού­μενοι, 9 διωκόμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἐγκα­ταλειπόμενοι, καταβαλ­λόμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἀπολ­λύ­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­μενοι, 10 πάντοτε τὴν νέκρωσιν τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι περιφέροντες, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι ἡμῶν φανερωθῇ. 11 ἀεὶ γὰρ ἡμεῖς οἱ ζῶντες εἰς θάνατον παραδιδόμεθα διὰ Ἰησοῦν, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ φανερωθῇ ἐν τῇ θνητῇ σαρκὶ ἡμῶν. 12 ὥστε ὁ μὲν θάνατος ἐν ἡμῖν ἐνεργεῖται, ἡ δὲ ζωὴ ἐν ὑμῖν. 13 ἔχοντες δὲ τὸ αὐτὸ πνεῦμα τῆς πίστεως κατὰ τὸ γεγραμμένον, ἐπί­στευ­σα, διὸ ἐλάλησα, καὶ ἡμεῖς πιστεύομεν, διὸ καὶ λα­λοῦμεν, 14 εἰδότες ὅτι ὁ ἐγείρας τὸν Κύριον Ἰησοῦν καὶ ἡμᾶς διὰ Ἰησοῦ ἐγερεῖ καὶ παραστήσει σὺν ὑμῖν. 15 τὰ γὰρ πάντα δι᾿ ὑμᾶς, ἵνα ἡ χάρις πλεονάσασα διὰ τῶν πλειόνων τὴν εὐχα­ριστίαν περισσεύσῃ εἰς τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

6 Καί κηρύττουμε ἀποκλειστικά καί μόνο γιά τή δόξα τοῦ Χριστοῦ, διότι ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος στή δημιουργία τοῦ κόσμου διέταξε ἀπό τό σκοτάδι νά λάμψει τό φῶς, αὐ­­τός καί τώρα ἔλαμψε στίς καρδιές μας, ὄχι μόνο γιά νά φωτισθοῦμε ἐμεῖς, ἀλλά καί γιά νά μεταδοθεῖ μέσα ἀπό μᾶς ὁ φωτισμός πού προέρχεται ἀπό τή γνώση τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία φανερώθηκε μέσα ἀπό τό πρό­σωπο τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Ἰησοῦ Χριστοῦ. 7 Ἔχουμε λοιπόν τό θησαυρό τῆς φωτιστικῆς καί ἔν­­δο­ξης αὐτῆς γνώσεως μέσα στά σώματά μας, πού εἶναι εὔθραυστα καί χωματένια, γιά νά ἀποδεικνύεται ὅτι τό ὑπερβολικό μεγαλεῖο τῆς δυνάμεως πού ὑπερνικᾶ τά ἐμπόδια καί τούς κινδύνους μας, εἶναι τοῦ Θεοῦ καί δέν προέρχεται ἀπό ἐμᾶς τούς ἀσθενικούς καί ἀδύναμους. 8 Κι ἔτσι συμβαίνει νά θλιβόμαστε σέ κάθε τόπο καί περίσταση, ἀλλ’ ὅμως οἱ ἐξωτερικές αὐτές δυσκολίες δέν μᾶς δημιουργοῦν ἐσωτερικό ἀδιέξοδο καί στενοχώρια ἀγωνιώδη. Φθάνουμε σέ ἀπορία, χωρίς ὅμως καί νά ἀ­­­­πελπιζόμαστε ἤ νά στερηθοῦμε τελείως κάθε μέσο καί δυνατότητα σωτηρίας. 9 Μᾶς καταδιώκουν οἱ ἄνθρωποι, ἀλλά δέν μᾶς ἐγκαταλείπει ποτέ ὁ Θεός. Φαίνεται ὅτι μᾶς κατανικοῦν καί μᾶς ρίχνουν κάτω στή γῆ σάν τούς παλαιστές, ἀλλά δέν χανόμαστε. 10 Διαρκῶς καί κάθε μέρα περιφέρουμε στίς περιοδεῖες μας τό σῶμα μας κυκλωμένο ἀπό τόν ἔσχατο κίνδυνο νά πεθάνουμε, ὅπως πέθανε ὁ Κύριος Ἰησοῦς, ἀλλά αὐτό γίνεται γιά νά φανερωθεῖ στόν κόσμο μέ τή διάσωση τοῦ σώματός μας ἀπό τούς καθημερινούς κινδύνους ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἐξακολουθεῖ νά ζεῖ. 11 Διότι πάντοτε ἐμεῖς, πού παρά τούς τόσους κινδύνους ζοῦμε, παραδιδόμαστε σέ θάνατο γιά τή δόξα τοῦ Χριστοῦ, γιά νά φανερωθεῖ μέ τή θνητή σάρκα μας καί ἡ δύναμη τῆς ζωῆς τοῦ Ἰησοῦ, πού παρεμβαίνει καί προλαβαίνει τό θάνατό μας. 12 Κι ἔτσι, ἐνῶ ἐμεῖς ὑποφέρουμε τούς κινδύνους τοῦ θανάτου, ἐσεῖς ἀντιθέτως καρπώνεστε τήν πνευματική ζωή πού προέρχεται ἀπό τήν ἐπικίνδυνη δράση μας. 13 Παρόλους ὅμως αὐτούς τούς κινδύνους, ἐπειδή ἔ­­­­­­χου­­με τό ἴδιο Ἅγιον Πνεῦμα πού μᾶς στηρίζει στήν πί­­­στη, ὅπως παλιότερα εἶχε καί ὁ Δαβίδ σύμφωνα μ’ αὐ­­τό πού εἶναι γραμμένο στούς ψαλμούς· «πίστεψα, γι’ αὐ­τό καί μίλησα», ἔτσι κι ἐμεῖς πιστεύουμε, καί γι’ αὐ­­τό καί θαρραλέα ὁμολογοῦμε καί κηρύττουμε τόν λό­γο τῆς πίστεώς μας. 14 Καί γνωρίζουμε ὅτι ὁ Θεός, πού ἀνέστησε τόν Κύριο Ἰησοῦ, θά ἀναστήσει κι ἐμᾶς διαμέσου τοῦ Ἰησοῦ καί θά μᾶς παρουσιάσει ἔνδοξους στό βῆμα του μαζί μέ σᾶς. 15 Ναί, μαζί μέ σᾶς. Διότι ὅλα γιά σᾶς γίνονται· ἔτσι ὥστε ἡ εὐεργεσία πού μᾶς κάνει ὁ Θεός σώζοντάς μας ἀπό τούς κινδύνους γιά χάρη σας, νά πλεονάσει καί νά γίνει εὐεργεσία καί χάρη ὄχι μόνο σέ μᾶς ἀλλά καί σ’ ὅλους ἐσᾶς. Κι ἔτσι αὐτοί πού εὐεργετοῦνται θά εἶναι περισσότεροι, ὥστε καί ἡ εὐχαριστία πρός τόν Θεό νά πλεονάσει καί νά περισσεύσει, γιά νά δοξάζεται τό ὄνομά του.

Η προσευχή πριν τον ύπνο…κρύβει μια βαθιά ουσία…

 ΠΡΟΣΕΥΧΗ: Άλλος πριν πέσει για ύπνο κάνει τον σταυρό του, άλλος λέει το “Πάτερ ημών”, άλλος δε λέει τίποτε. Η Εκκλησία έχει αφήσει το Απόδειπνο, μικρή ακολουθία κατά την οποία λέγεται το “Πιστεύω”.

Ο λόγος που έβαλε η Εκκλησία να λέμε το “Πιστεύω” πριν τον ύπνο, είναι για να ομολογούμε ότι είμαστε χριστιανοί ακόμα και την τελευταία τη στιγμή της ημέρας, ακριβώς δηλαδή πριν κοιμηθούμε..

 

Που ξέρεις ότι θα ξυπνήσεις το πρωί; Γι’ αυτό λέμε το “Πιστεύω” για να μη βρεθούμε άπιστοι σε περίπτωση που δεν ξυπνήσουμε. Η προσευχή πριν τον ύπνο δεν είναι απλώς ένα έθιμο που κάνουν τα “καλά παιδάκια” -όπως μας έλεγαν παλιά- αλλά κρύβει μια βαθιά ουσία, πολύ διδακτική για όλους μας. Εδώ, οι αρχαίοι πίστευαν ότι ο ύπνος είναι ο δίδυμος αδελφός του θανάτου. Κι αυτό δεν είν’ μακάβριο. Μη φτύνεις λοιπόν τον κόρφο σου.. !

Μια μέρα σ’ όλους μας θα συμβεί κι αυτό είναι η μόνη σιγουριά της ζωής μας: Ξύπνα λοιπόν το πρωί, λέγε δόξα τω Θεώ κι αγάπα όλο το κόσμο.

Τότε θα ‘ναι που θα ζούμε την κάθε μέρα σα να ‘ναι η τελευταία της ζωής μας. Ούτε κακίες, ούτε μίση. Ας μην ομολογούμε μόνο το βράδυ ότι πιστεύουμε στον Θεό -κι αυτό σε μια τυπική και μόνο προσευχή- είτε λέγοντας το Απόδειπνο ξερά, είτε το “Πάτερ ημών” μηχανικά, είτε κάνοντας ψυχαναγκαστικά τον σταυρό μας. Δεν έχει νόημα. Πολύς κόσμος κάνει τον σταυρό του πριν τον ύπνο γιατί φοβάται μη του συμβεί τίποτε κακό… Ο Θεός δεν έχει σχέση με τα θρίλερ του σινεμά ή δεν θα μας τιμωρήσει, επειδή τάχα ξεχάσαμε να κάνουμε το σταυρό μας πριν τον ύπνο..

Οπότε, ό, τι κάνουμε να το πιστεύουμε. Κι αν προσευχόμαστε να κοιτάμε να κρυβόμαστε κάπου στο σπίτι. Έτσι λέει ο Χριστός. Αν θέλουμε να διδάξουμε στους άλλους την προσευχή, μη μένουμε μόνο στο εικονοστάσι αλλά να πιάσουμε τη δράση. Έμαθα προχθές για κάποιον πατέρα που πιέζει τον έφηβο γιό του ώστε με το έτσι θέλω να πούνε μαζί το βράδυ το Απόδειπνο. Με την πίεση τίποτε δε θα καταφέρει, μάλλον κακό θα κάνει.

Ο Θεός θέλει απλούστατα πράγματα. Να προσευχόμαστε για όλους κι ν’ αγαπάμε όλο το κόσμο. Αγαπάω σημαίνει δίνω χώρο, δεν επιβάλλομαι. Από μακριούς σταυρούς και υποχρεωτικές προσευχές γέμισεν ο τόπος. Ο Θεός αγαπά τις σιωπηρές πράξεις: να μη ξέρουν οι άλλοι, να μη μας βαρούν παλαμάκια, να μη μας λένε “εύγε, εύγε”, ούτε μες το σπίτι, ούτε πουθενά. Έτσι κι η προσευχή έχει αξία.

Όσιος Ευμένιος Σαριδάκης: Ο Άγιος της εποχής μας († 23 Μαΐου 1999)

  

ΑΓΙΟΣ ΕΥΜΕΝΙΟΣ Ο ΝΕΟΣ – Η Εθιά, η πατρίδα του πατρός Ευμενίου, είναι ένα ορεινό χωριό στα νότια του νομού Ηρακλείου Κρήτης. Βρίσκεται σε υψόμετρο 740μ. και απέχει από το Ηράκλειο 38 χλμ. Είναι πολύ άγονο μέρος, γι’ αυτό και οι κάτοικοί του μετοίκησαν σ’ ένα χαμηλότερο μέρος, στο χωριό Ροτάσι.

Στην Εθιά υπάρχουν δύο εκκλησίες: Η κεντρική είναι αφιερωμένη στην Παναγία μας και φυλάσσει θαυματουργό εικόνα της. Εκεί η Παναγία είχε εμφανισθεί σαν γυναίκα ντυμένη στα μαύρα κάποια ημέρα, που ο πατήρ Ευμένιος, μικρό παιδί τότε, άναβε τα κανδήλια του ναού, και του είπε: Εσύ μια μέρα θα γίνης ιερεύς». Εκεί, στον αύλιο χώρο της, έμελλε να είναι και ο τάφος, όπου αναπαύεται το σεπτό σκήνωμα του Οσίου Γέροντος μας. Η άλλη είναι του Προφήτου Ηλιού. Εκεί κοντά υπάρχει και αγίασμα.

 Υπάρχουν και πολλά μικρά εκκλησάκια, για την ανακαίνισι των οποίων ο πατήρ Ευμένιος έστελνε χρήματα.

Ο πατήρ Ευμένιος ήταν γόνος μιας πολυμελούς και πάμπτωχης οικογενείας. Γεννήθηκε την 1η Ιανουαρίου του έτους 1931.

Οι γονείς του, Γεώργιος και Σοφία Σαριδάκη, ήταν άνθρωποι ευσεβείς και ενάρετοι. Είχαν οκτώ παιδιά. Το όγδοο και τελευταίο τους παιδί ήταν ο πατήρ Ευμένιος, που στην βάπτισί του πήρε το όνομα Κωνσταντίνος. Τα αδέλφια του, κατά σειρά ηλικίας, ήταν: Ελένη, Μιχαήλ, Αικατερίνη, Βασίλειος, Αμαλία, Μαρία και Ευγενία.

Ο μικρός Κωνσταντίνος ορφάνεψε από πατέρα σε ηλικία μόλις δύο ετών, δηλαδή η οικογένειά του έχασε τον προστάτη της πολύ νωρίς. Ήταν που ήταν φτωχή, χάνοντας και το στήριγμά της βρέθηκε σε πολύ δύσκολη κατάστασι. Η χήρα μάνα του με τι δυνατότητες να θρέψη τόσα στόματα; Ξενοδούλευε για να τα φέρη κάπως βόλτα. Μετά ήρθε και η γερμανική κατοχή, η οποία χειροτέρευσε κατά πολύ τα πράγματα. Σ’ αυτό το περιβάλλον και με πολλές στερήσεις μεγάλωσε ο Παππούλης μας. Παπούτσια φόρεσε στα δώδεκά του χρόνια. Παρ’ όλα αυτά, δηλαδή τις στερήσεις, την πείνα και την ανέχεια, το ήθος και το φρόνημα του μικρού αυτού παιδιού δεν αλλοιώθηκαν.

Για παράδειγμα, ο Ιερεύς του χωριού τους ήθελε να του δίνη μια μικρή βοήθεια, επειδή πήγαινε και τον βοηθούσε στον ναό. Ο μικρός Κωνσταντίνος, όμως, του έλεγε: «Όχι, Παπα-Γιάννη, δεν παίρνουμε ποτέ χρήματα από την Εκκλησία». (Μαρτυρία Αριστέας Σαριδάκη).

Η, όταν του έδιναν μισή κουλούρα ψωμί για κάποια δουλειά που έκανε, ποτέ δεν την έτρωγε μόνος του, αλλά την πήγαινε στο σπίτι του και την έτρωγε με τ’ αδέλφια του, όλοι μαζί.

 Χαρισματικό παιδί

Η Εκκλησία αγάλλεται και καυχάται, διότι εγέννησε και ανέδειξε ένα τέτοιο λαμπρό αστέρι και κόσμημα της˙ και η Κρήτη πρέπει να σεμνύνεται για το ηγιασμένο τέκνο της. Ο Παππούλης, από την νηπιακή του ηλικία, έδειχνε ότι ήταν σκεύος εκλεκτόν του Κυρίου μας. Από την βρεφική του ηλικία, όταν ακόμα δεν καταλάβαινε, προσπαθούσε να ευχαριστή τον Κύριό μας, αφού δεν θήλαζε Τετάρτη και Παρασκευή, αλλά κοιμόταν όλη την ημέρα, σύμφωνα με την μαρτυρία της αδελφής του Ευγενίας, η οποία το είχε ακούσει από την μητέρα τους να το ομολογή.

Οίνον και μεθύσματα ουδέποτε εγεύθη ο πατήρ Ευμένιος, δηλαδή οινοπνευματώδη ποτά, μπύρα, κρασί και αλκοολούχα ποτά δεν ήπιε ποτέ στην ζωή του.

Χαρακτηριστικό είναι ότι, όταν λειτούργησε για πρώτη φορά μόνος του ως Ιερεύς, ζαλίστηκε λίγο από την κατάλυσι της Θείας Κοινωνίας και γι’ αυτό, μετά, έβαζε λιγώτερο νάμα και περισσότερο ζέον.

Ο Κωστάκης, όπως τον έλεγαν, ήταν ένα χαριτωμένο και χαρισματικό παιδί, ακόμα και για τα κοσμικά δεδομένα, ενώ δεν είχε μάθει σχεδόν καθόλου γράμματα.

Οι δυσκολίες, η Κατοχή, κατά την διάρκεια της οποίας τα σχολεία υπολειτουργούσαν, δεν του επέτρεψαν να γευθή το αγαθόν της μαθήσεως. Παρ’ όλα αυτά μπορούσε, όπως ο ίδιος έλεγε, να κάνη πράξεις μαθηματικές, λογαριασμούς δύσκολους, όλα από μνήμης, γι’ αυτό οι χωριανοί του, όταν ήθελαν κάτι σχετικό, τον φώναξαν: «Έλα, Κωστάκη, να μας πής πόσο κάνει αυτό κι αυτό», η κάτι πιο δύσκολο. Κι όταν τους τα έκανε, μετά τον γέμιζαν λουκούμια.

Κάποια φορά, όταν ο Παππούλης ήταν μικρό παιδί ακόμη, πέθανε στο χωριό τους ένα κοριτσάκι οκτώ-εννέα ετών. Οι γονείς και oι συγγενείς του κοριτσιού έκλαιγαν απαρηγόρητοι για τον χαμό του παιδιού τους. Ο Παππούλης μας έλεγε σχετικά:

«Κάποτε, είχε πεθάνει ένα κοριτσάκι και περνούσε από μπροστά μας η νεκρώσιμη πομπή. Πέρασαν μπροστά κι από την δική μας αυλή. Έτσι έκαναν τότε. Έκαναν την βόλτα, για να γίνη πιο επίσημη η κηδεία. Έκλαιγαν όλοι κι εγώ έβλεπα τα στολίδια, πολλά στολίδια, που είχε το φέρετρο. Κι αυτοί έκλαιγαν. Κι εγώ έτρεχα κι έβλεπα τα στολίδια, που είχε το φέρετρο. Ήμουν έξι-επτά χρόνων τότε. Δεν είχα δει καλύτερα και ωραιότερα στολίδια. Οι άλλοι έκλαιγαν κι εγώ χαιρόμουν, που έβλεπα τα στολίδια. Έβλεπα τα στολίδια και χαιρόμουν. Μου άρεσαν.Δέν ήταν στολισμένα από τους ανθρώπους, όμως εγώ τα έβλεπα έτσι. Στολίδια… στολίδια… όχι ότι τα έβαλαν οι άνθρωποι. Κι αυτοί έκλαιγαν, που έχασαν το παιδί, κι εγώ έβλεπα τα στολίδια, που είχε πάνω του, τα στολίδια του Θεού, και χαιρόμουν».

Ο Μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος θυμάται, σχετικά με την Χάρι, που από νωρίς είχε δοθεί στον Παππούλη μας: «Ο πατήρ Ευμένιος, όταν ήταν μικρός, είχε δει για πρώτη φορά την χάριν της αρχιερωσύνης. Την είχε δει στο πρόσωπο ενός Αρχιεπισκόπου, που είχε πάει στο χωριό του. «Έβλεπα», μου είπε, «το φως του Αγίου Πνεύματος πάνω στο πρόσωπό του. Το φως της αρχιερωσύνης, την χάρι της αρχιερωσύνης. Την έβλεπα και πήγαινα συνεχώς μπροστά του». Και είπε ο Αρχιεπίσκοπος: «Αυτό το παιδί τι βλέπει;».» Εγώ δεν έλεγα τι έβλεπα, αλλά μου άρεσε να βλέπω την χάρι της αρχιερωσύνης»».
Μοναχός Θεόκλητος δια φωτοφανείας

Ο πατήρ Ευμένιος ήταν θεόκλητος στον μοναχισμό. Ο ίδιος μας έλεγε:«Εγώ, δεκαεπτά χρόνων πήγα στο μοναστήρι. Ήμουν δεκαέξι χρόνια στο χωριό μου. Αγαπούσα τον Θεό, βέβαια, σκεπτόμουν πολλές φορές να γίνω καλόγερος. Μια μέρα μου λέει ο παπάς: «Έλα να σε κάνω νεωκόρο». Πήγα κι εγώ. Άναβα τα καντήλια πρωί-βράδυ, διάβαζα κιόλας, ο,τι βιβλία έβλεπα τα διάβαζα. Ανήμερα της Πρωτοχρονιάς του 1944, το απόγευμα, πήγα, άναψα τα καντήλια στην εκκλησία και, μετά, πήγα στο σπίτι μας. Ήταν εκεί η αδελφή μου η Ευγενία. Φάγαμε ξεροτήγανα, τηγανίτες και μακαρόνες. Εκεί που τρώγαμε, ήρθε μια λάμψι και με τύφλωσε και μπήκε μέσα στα βάθη της ψυχής μου. Κι αμέσως, την ίδια στιγμή, φώναξα της Ευγενίας: «Ευγενία, θα γίνω καλόγέρος». Την ίδια στιγμή. Εκείνη την στιγμή με φώτισε ο Θεός. Την είδα με τα μάτια μου εκείνη την λάμψι, που μπήκε μέσα μου.

Μόλις είδα αυτή την λάμψι, είπα κατ’ ευθείαν: «Θα γίνω καλόγερος».

Όταν ο άνθρωπος έχει την κλήσι από τον Θεό για να κάνη κάτι καλό, ο Θεός ενεργεί και τον βοηθά».

Στο ίδιο θέμα αναφέρεται και ο Μιχαήλ Χατζηγεωργίου:

«Τόλμησα, κάποτε, να τον ρωτήσω: «Γέροντα, είχες δίλημμα για το ποιόν δρόμο θα ακολουθήσης; Σκέφθηκες να γνωρίσης κάποια γυναίκα, να την ερωτευθής, να κάνης οικογένεια;»

Τότε μου αποκάλυψε την απόλυτη απόφασί του να ακολουθήση την παρθενική ζωή, που την σηματοδότησε ένα εξαιρετικό γεγονός.

«Χειμώνας του 1944, Κωστής τότε, δεκατριών ετών», μου είπε. «Ήμουν στο πατρικό μου σπίτι. Ζεσταινόμαστε στο τζάκι. Τότε είδα μια τεράστια φωτιά, που μπήκε μέσα μου. Και από εκείνη την στιγμή, γεμάτος χαρά, έλεγα: Εγώ θα γίνω μοναχός. Θα γίνω μοναχός». Και μου συμπλήρωσε: «Αν με πίεζαν αργότερα να παντρευτώ, θα πέθαινα, θα πέθαινα!».

Από το 1944 η ψυχή του νεαρού Κωστή είχε ένα μόνο προσανατολισμό: την αφιέρωσι στον Χριστό. Η κλίσι υπήρχε. Η κλήσι με εμφατικό τρόπο συντελέστηκε και ο μικρός Κωστής βιαζόταν να ενηλικιωθή, να λάβη ζωή η επιθυμία της καρδιάς του.

Η φλόγα έκαιγε άσβεστος μεσά του. Στα 1951 ο Κωνσταντίνος κείρεται Σωφρόνιος μοναχός».
Με ζήλο στον μοναχικό αγώνα

Σε ηλικία δεκαεπτά ετών ο Κωνσταντίνος αφήνει τα εγκόσμια και οδεύει εκεί, που τον οδηγεί η καρδιά του, η ψυχή του και όλο του το είναι. Εκεί, που το Άγιο Πνεύμα, εν είδει λαμπρού φωτός, τον φωτίζει, στην πλήρη αφιέρωσί του στον Χριστό, στον αγαπημένο του Ιησού, Τον οποίο από μικρός λατρεύει και υπηρετεί, είτε στα εξωκκλήσια του χωριού του, είτε κατά μόνας.

Τα βήματά του τον οδηγούν στην Ιερά Μονή Αγίου Νικήτα, στα νότια της Κρήτης, κάπως κοντά στο χωριό του, αφού απέχει μόνο δύο-δυόμισυ ώρες με τα πόδια.

Ο Κωνσταντίνος έγινε δεκτός από τον Ηγούμενο π. Ιερόθεο (Κωστομανωλάκη), στον οποίο έβαλε μετάνοια και άρχισε η δοκιμή του.

Στην Μονή τότε υπήρχαν, εκτός του Ηγουμένου, και δύο υπερήλικες και τυφλοί μοναχοί, τους οποίους ο Κωνσταντίνος φρόντιζε παντοιοτρόπως και ποικιλοτρόπως, λόγω του νεαρού της ηλικίας του, αλλά, κυρίως και πρωτίστως, λόγω της υπέρμετρου αγάπης που είχε.

Ως νέος, δόκιμος μοναχός, έκανε σχεδόν όλα τα διακονήματα της Μονής, ήταν πρόθυμος και φιλότιμος.

Μετά την τριετή του δοκιμασία, εκάρη μοναχός, μετονομασθείς Σωφρόνιος. Ως μοναχός, ο Σωφρόνιος έβαλε θεμέλιο της μοναχικής του ζωής την ταπεινοφροσύνη, την υπακοή και την εργατικότητα. Επιδόθηκε σε νέους αγώνες. Τις ημέρες εκοπίαζε σωματικά και τις νύκτες παρέμενε άϋπνος και προσευχόμενος. Αυτό το τυπικό το κράτησε μέχρι τέλους της ζωής του.

Καθημερινά ο πατήρ Σωφρόνιος έδινε αγώνα σε όλα τα διακονήματα, σε όλες τις εργασίες, στο ν’ ανοίξουν καλύτερους δρόμους για να διευκολυνθή η έλευσι των προσκυνητών, στους κήπους, στο να καλλιεργούν τα κτήματα, στο να φέρνουν νερό από μακρυά, γιατί δεν επαρκούσε το υπάρχον.

Αυτά έβλεπε ο διάβολος και εμηχανεύετο τρόπους για να ρίξη τον αγωνιστή. Δεν αρκείτο μόνον στον πόλεμο των λογισμών, αφού μόνον με αυτούς δεν μπορούσε να ανακόψη την αγωνιστικότητα του πατρός Σωφρονίου. Γι’ αυτό του παρουσιαζόταν, και αισθητώς και οφθαλμοφανώς, και του μιλούσε. Κάποια μέρα, μάλιστα, καθώς ο ίδιος ο Παππούλης μας έλεγε, ο διάβολος εμφανίσθηκε μπροστά του και του είπε: «Εγώ είμαι άγγελος και πέσε κάτω να με προσκύνησης». Όταν, όμως, εκείνος τα έλεγε αυτά, ο πατήρ Σωφρόνιος πρόσεξε ότι του έλειπε ένα δόντι και του λέει γελώντας και κοροϊδευτικά: «Δεν είσαι άγγελος, δεν είσαι άγγελος, γιατί σου λείπει ένα δόντι!». Τότε ο διάβολος γυρίζει εξαγριωμένος και του δίνει ένα δυνατό χαστούκι και αμέσως εξαφανίζεται από μπροστά του.

 

 

Κάποια άλλη μέρα, ο πατήρ Σωφρόνιος κατέβηκε κοντά στην θάλασσα, όπως ο ίδιος έλεγε, και άκουσε μέσα από την θάλασσα την Παναγία μας να του μιλάη και να του λέη, με την γλυκειά φωνή της: «Παιδί μου, μη φοβάσαι κι εγώ δεν θα σε αφήσω να χαθής». Σε ερώτησι, πως κατάλαβε ότι ήταν η Παναγία μας, απάντησε πολύ φυσικά: «Ε, την Παναγία μας δεν γνωρίζω;».

Και άλλοτε πάλι, έλεγε ότι η Παναγία μας τον αγκάλιασε. «Η Παναγία μου έκανε μια αγκαλιά», μας έλεγε.

Είδε την Αγία Μαρίνα

«Από ενωρίς ο ευλογημένος Κωνσταντίνος εκάρη μοναχός. Η ωριμότητα και η αποφασιστικότητά του φάνηκε αμέσως. Το αίσθημα και το χρέος της ξενιτείας τον συνείχε απόλυτα. Επεδίωκε να μην ξενυχτάη ποτέ έξω από το μοναστήρι. Όταν, κάποια φορά, αυτό στάθηκε αδύνατο και αναγκάσθηκε να παραμείνη στο πατρικό του σπίτι, είδε στο εικονοστάσι να βγαίνει η Αγία Μαρίνα από την εικόνα της, κρατώντας τον πειρασμό από τα κέρατα και δείχνοντάς του τον, του είπε: «Αυτός σας βάζει τους λογισμούς, να μην ακούτε τον Γέροντα και να νυστάζετε στις Ακολουθίες».

Στρατιωτική θητεία

Ο πατήρ Σωφρόνιος, όταν έφθασε την ηλικία των εικοσιτριών ετών, έπρεπε να πάη στρατιώτης, διότι τότε οι μοναχοί δεν απαλλάσσοντο των στρατιωτικών τους υποχρεώσεων.

Η Μονή τον ετοίμασε σχετικά, τον εκούρεψε, του έκοψε δηλαδή τα μαλλιά και τα γένεια, και του τα φύλαξε, γιατί έτσι γινόταν τότε.

Παρουσιάσθηκε στο Μεγάλο Πεύκο, στις 24 Ιανουαρίου του 1954. Υπηρέτησε στο Μηχανικό και ήταν βοηθός μαγείρου. Κατόπιν, πήρε μετάθεσι για την Θεσσαλονίκη.

Στον στρατό ο Γέροντας ήταν υπόδειγμα υπακοής και εργατικώτατος, γι’ αυτό τον αγαπούσαν όλοι, από τον Διοικητή έως τον πιο απλό στρατιώτη. Ποτέ δεν θεώρησε αγγαρεία οποιαδήποτε εργασία του ανέθεταν, αλλά την έκανε με αγάπη, σωστά και καλά. Ο αξιωματικός υπηρεσίας τον σταματούσε πολλές φορές με το ζόρι, για να ξεκουρασθή.

Το ήθος και ο ακέραιος χαρακτήρας του πατρός Σωφρονίου έκανε ακόμη και τα πειραχτήρια του στρατού να αργούν, παρ’ όλο που ξέρανε ότι είναι καλόγερος.

Τις νηστείες τις κρατούσε όλες: Πάσχα, Χριστούγεννα, 15 Αυγούστου, Αγίων Αποστόλων και, φυσικά, Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή. Πώς τα κατάφερνε; Ένας συνάδελφός του, μάγειρας, έλεγε σχετικά: «Μέχρι και ελιές, ψωμί και κρεμμύδι έτρωγε μόνον, αρκεί να μη χαλούσε τις διατεταγμένες νηστείες της Εκκλησίας μας».

Κάθε ημέρα, ο Διοικητής του επέτρεπε να αποσύρεται για λίγο να προσεύχεται, πέραν της γενικής Προσευχής, επειδή εγνώριζε ότι ήταν καλόγερος. Τις Κυριακές και τις μεγάλες γιορτές του έδινε άδεια να πηγαίνη στον Ιερό Ναό του Αγίου Ελευθερίου Θεσσαλονίκης, να εκκλησιάζεται και να ψέλνη.

Το επίδομα των στρατιωτών, τότε, ήταν 53 δραχμές τον μήνα. Φυσικά, του Παππούλη αυτό το ελάχιστο ποσό όχι μόνο του έφθανε, αλλά με αυτό έκανε ελεημοσύνες, «δάνειζε» τους συναδέλφους του, έδινε σ’ όποιον του ζητούσε.

Στον στρατό ο πατήρ Σωφρόνιος αρρώστησε βαρειά. Έκανε υψηλό πυρετό 40°-41°, που δεν έπεφτε. Η κατάστασί του ήταν απελπιστική. Τότε του έκαναν έφοδο χιλιάδες δαίμονες, για να τον τρομάξουν και να τον τρομοκρατήσουν. Όμως, μόνο μέχρι γύρω-γύρω στο κρεββάτι μπορούσαν να φθάσουν. «Αγγίζανε το κρεββάτι», όπως έλεγε ο ίδιος, «αλλά επάνω δεν μπορούσαν να ανέβουν. Γύρω-γύρω μόνο».

Οι γιατροί δεν μπορούσαν να βρουν την αιτία. Νοσηλεύθηκε στο 424 Στρατιωτικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Η κατάστασί του, αντί να βελτιώνεται, χειροτέρευε. Τον έφεραν στην Αθήνα και νοσηλεύθηκε σε διάφορα νοσοκομεία. Τελικά, βρέθηκε ότι πάσχει από την νόσο του Χάνσεν, την γνωστή λέπρα, και μεταφέρθηκε στον Αντιλεπρικό Σταθμό Αθηνών.

Ο πατήρ Ευάγγελος Παπανικολάου, ο και ιατρός, θυμάται που του έλεγε ο Παππούλης μας:

«»Με παίρνουν φαντάρο και με στέλνουν στην Θεσσαλονίκη. Εκεί αρρώστησα κι άλλο. Με πάνε στον στρατιωτικό γιατρό, μου λέει: «Έχεις αφροδίσια».»Τί έχω;».»Αφροδίσια, τα κόλλησες από γυναίκα». Γελώ, Βαγγέλη μου, γελώ. «Γιατρέ μου, άλλο πράγμα έχω», του λέω. «Δεν έχω αφροδίσια». Ακούς, Βαγγέλη, αφροδίσια», και γέλαγε, γέλαγε. «Και τι έγινε, Γέροντα;», ερώτησα. «Είμαι στο λεωφορείο και έλεγα: «Παναγία μου, Καλυβιανή, τι αρρώστια έχω εγώ;».Με πλησιάζει ένας άνθρωπος και μου λέει: «Πάτερ, να σου πω, είσαι άρρωστος από λέπρα, να πας στο νοσοκομείο, στην Αθήνα. Είμαι κι εγώ άρρωστος άπ’ αύτό.Να πάς στο νοσοκομείο στην Αγία Βαρβάρα»». Επήγε ο πατήρ Ευμένιος στο νοσοκομείο, τον είδαν και του άρχισαν την θεραπεία. Εκεί συνάντησε τον πατέρα Νικηφόρο, που ευωδιάζουν τα λείψανά του».

Και ο Μόρφου Νεόφυτος μας έλεγε:

«Υπήρχε τότε ένας νόμος, που έλεγε ότι έπρεπε οι καλόγεροι, όταν ήταν σε νεανική ηλικία, να πάνε στρατιωτικό. Και τον ξύρισαν. Φανταστείτε τώρα, τον κούρεψαν. Κι αυτός πήγε. Πήγε στον στρατό, στην Θεσσαλονίκη, κι εκεί, για πρώτη φορά, φάνηκε το πρόβλημα της ασθένειας του Χάνσεν, της λέπρας.

«Και ήμουν», λέει, «ξαπλωμένος σ’ ένα κρεββάτι και είχα πάρα πολύ πυρετό. Κι εκείνη την ώρα μου είπαν: «Άκουσε, πάτερ Σωφρόνιε, είσαι άρρωστος, πολύ βαρειά άρρωστος, και δεν μπορείς πια να επιστρέψης στο μοναστήρι σου. Αν πας, θα πρέπη να πας για λίγο και μετά θα πρέπη να σε πάνε στο Νοσοκομείο».

Όταν έμαθε ότι έπασχε από λέπρα, έλεγε: «Χάρηκα πάρα πολύ». «Χάρηκες;», του λέω. «Ναι, με γέμισε απέραντη χαρά. «Οσο πιο μεγάλη ασθένεια, τόσο πιο μεγάλος σταυρός, τόσο πιο μεγάλη Ανάστασι. Και είπα: Πώ, πώ, πώ, μεγάλο δώρο μου έδωσες, Θεέ μου. Σ’ ευχαριστώ, Χριστέ μου, που μου έδωσες μεγάλο σταυρό. Θα έχω μαζί Σου μεγαλύτερη συμμετοχή στα πάθη Σου, αλλά και μεγαλύτερη συμμετοχή στην Ανάστασί Σου». Άκου ο άνθρωπος! Και ήταν μόλις 20 χρόνων».

Αδιάλειπτος αγώνας

Στον αντιλεπρικό Σταθμό Αθηνών, ο πατήρ Σωφρόνιος νοσηλεύτηκε επιτυχώς και θεραπεύτηκε τελείως. Η ασθένεια δεν του άφησε καμμία παραμόρφωσι, ούτε το παραμικρό σημάδι.

Μετά την θεραπεία του από αυτή τη σοβαρή ασθένεια, παρέμεινε μέσα στον Αντιλεπρικό Σταθμό, από αγάπη για τους πάσχοντας αδελφούς του. Η Διεύθυνσι του Σταθμού, επειδή ήταν μοναχός, του παρεχώρησε ατομικό κελλάκι, δίπλα στο εκκλησάκι των Αγίων Αναργύρων. Στο κελλάκι αυτό ο Παππούλης πέρασε όλη την υπόλοιπη ζωή του.

Εκεί ξανάρχισε τους πνευματικούς αγώνες, που είχε στερηθεί λόγω του στρατού και της ασθενείας του.

Καθημερινές ασχολίες του πατρός Σωφρονίου ήταν η φροντίδα για την ευπρέπεια του Ναού, στον οποίο ανέλαβε και καθήκοντα ιεροψάλτου, και η περιποίησι ασθενών, που ήταν παράλυτοι και δεν είχαν κανένα να τους φροντίση.

Ακόμη, έφτιαχνε λιβάνι και το μοίραζε σε μοναστήρια και ναούς, και γέμισε τους θαλάμους με ιερές εικόνες και πνευματικά βιβλία.

Τα καλοκαίρια πήγαινε για μήνες στο Άγιο Όρος, στο οποίο αναπαυόταν πολύ.

Πήγαινε επίσης στην Κρήτη, στην Μονή της μετανοίας του και στην Ιερά Μονή Καλυβιανής, όπου συνεδέθη με τον ιδρυτή της Μητροπολίτη Τιμόθεο, μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Κρήτης.

Όταν έκλεισε το Λωβοκομείο της Χίου, του έστειλε ο Άγιος Άνθιμος τον Οσιώτατο μοναχό Νικηφόρο, τυφλό και παράλυτο. Ο πατήρ Σωφρόνιος τον υπηρέτησε με όλη του την ψυχή και καρδιά και τον είχε πνευματικό πατέρα και οδηγό.

Ο αντίδικος, όμως, διάβολος φθόνησε την καλή πολιτεία του αγωνιστού Σωφρονίου και τον πολέμησε με σφοδρότητα και τον ταλαιπώρησε πολύ. Τον απάλλαξε διά παντός άπ’ αυτόν η Χάρις του Θεού και της Κυρίας Θεοτόκου.

Το 1975, σε ηλικία σαραντατεσσάρων ετών, ο μοναχός Σωφρόνιος χειροτονήθηκε εις πρεσβύτερον και πήρε το όνομα Ευμένιος. Ο πατήρ Ευμένιος συνέχισε τη ζωή του στο Λοιμωδών ως Ιερεύς, διεκρίθη δε και ως άριστος πνευματικός.



Μετά την πτώσι του κομμουνιστικού καθεστώτος στην Ρωσσία, πήγε προσκυνηματικό ταξείδι στη Μόσχα, στην Πετρούπολη και στο Κίεβο.

Με την επιστροφή από εκεί, άρχισαν τα άλλα μεγάλα προβλήματα υγείας: σάκχαρο, ανεπάρκεια νεφρών, προβλήματα οράσεως και τα πόδια του, που έλεγαν οι γιατροί να του τα κόψουν. Έμπαινε και έβγαινε συνεχώς σε νοσοκομεία.

Παρ’ όλα αυτά, όμως, έκανε ακόμη μερικά ταξείδια και συνέχιζε τα ιερατικά του καθήκοντα εις το ακέραιον: Ιερές Ακολουθίες και ατελείωτες επισκέψεις σε σπίτια πνευματικών του παιδιών για αγιασμούς, ευχέλαια και εξορκισμούς.

Αυτό κράτησε πάνω από οκτώ-δέκα χρόνια, οπότε μπήκε για τελευταία φορά στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός, όπου, στις 23 Μαΐου 1999, απεδήμησε εις Κύριον σε ηλικία έξηνταοκτώ ετών.

Ακολουθούν κάποιες μαρτυρίες από τις τελευταίες εκείνες ώρες.

 Στην ημέρα της εορτής τους…

Τον σεβαστό Πατέρα Ευμένιο, τον αγαπημένο μας «Παππούλη», εκάλεσε ο Κύριός μας κοντά του στις 23 Μαΐου του έτους 1999, ημέρα Κυριακή, στην μνήμη των Αγίων 318 Θεοφόρων Πατέρων, της εν Νικαία Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, γύρω στις τέσσερεις το απόγευμα, ενώ ευρισκόταν στο θεραπευτήριον Ευαγγελισμός.

Ας σημειωθή, ότι ο Πατήρ Ευμένιος ανήκε στην Μητρόπολι Νικαίας και είναι άξιον θαυμασμού το ότι εφάνη ωσάν να ήλθαν οι Άγιοι προστάτες της μητροπολιτικής του περιφέρειας να παραλάβουν το εκλεκτό και υπερευλογημένο τέκνο τους, την ημέρα της εορτής τους.

Η εξόδιος Ακολουθία εψάλη εις τον Ιερό Ναό των Αγίων Αναργύρων, τον οποίο διεκόνησε η αγιότητά του με περίσσια αυταπάρνησι.

Ο ενταφιασμός του έγινε την επομένη ημέρα στην ιδιαιτέρα του πατρίδα, το χωριό Εθιά, του νομού Ηρακλείου.

Αποχαιρετισμός

«Δεν μπορώ να περιγράψω την θλίψι, που είχε στο πρόσωπό του, όταν για τελευταία φορά κλείδωνε την εκκλησία των Αγίων Αναργύρων, των γλυκύτατων και αγαπημένων του Αγίων, όπως συνήθιζε να λέη, και αποχαιρετούσε το άγιο κελλί του. Και τις τελευταίες ευχές για το Ίδρυμα: «Την ευχή μου να έχετε όλοι, την ευχή μου να έχετε όλοι», επαναλάμβανε, ενώ τον έπνιγε ένα βουβό κλάμα, καθώς περνούσαμε για τελευταία φορά τους δρόμους της αγαπημένης του Αθήνας.

Ευλογούσε συνέχεια και έλεγε: «Ωραία που είναι η Αθήνα! Ωραία Αθήνα, ευλογημένη Αθήνα! Τίποτε άλλο δεν υπάρχει πιο ωραίο από την Αθήνα». Ευλογούσε τους δρόμους, την Ομόνοια, την Αγορά, την Μητρόπολι, την Βουλή των Ελλήνων, τους πάντες και τα πάντα.

Ανεξίτηλα έχουν μείνει στην μνήμη μου τα λόγια, που είπε την Πέμπτη 29 Απριλίου του 1999, τα μεσάνυκτα: «Σήμερα ήθελαν πάλι να μου κάνουν αιμοκάθαρσι δύο ώρες. Με τρύπησαν επτά-οκτώ φορές. Με τρύπαγαν αυτές, με τρύπαγαν σαν τον Δεσπότη Χριστό. Μαρτύρησα, μαρτύρησα σαν τον Δεσπότη Χριστό. Γιατί το κάνουν αυτές αυτό;» «Γέροντα», του απαντώ, «δεν θα ήξεραν οι νοσοκόμες». «Θέλετε να αλλάξουμε γιατρούς και νοσοκομείο», του πρότεινα. «Μπά, δεν χρειάζεται», μου απαντάει. «Μου αρέσει πολύ ο Ευαγγελισμός…»».

Ο τελευταίος Εσπερινός

«Για τελευταία φορά ο Γέροντας εισήχθη στον Ευαγγελισμό στις 17 Δεκεμβρίου του 1997 (εορτή του Αγίου Διονυσίου).

1η Μαΐου του 1999. Δεν αισθάνεται καθόλου καλά.

2α Μαΐου. Τον θυμάμαι το βράδυ εκείνο της Κυριακής, με το ραδιοφωνάκι στα χέρια, να παρακολουθή τον Εσπερινό του Αγίου Πέτρου, πολιούχου Άργους. Ήταν ο τελευταίος Εσπερινός, που άκουγε.

3η Μαΐου, 4η Μαΐου, ο Γέροντας χειροτέρευε. Από τους γιατρούς καμμία βοήθεια. Έλεγε συνέχεια: » Ελάτε, πεθαίνω, πεθαίνω, πεθαίνω…».

5η Μαΐου έως 23η Μαΐου, πονούσε φοβερά όλες αυτές τις ημέρες.

Στις 23 Μαΐου του 1999, την Κυριακή των Αγίων Θεοφόρων Πατέρων, στις 4:10 μ.μ., εκοιμήθη».

Μετά την κοίμησί του επιτελεί πολλά και μεγάλα θαύματα, όπως το ομολογούν άνθρωποι που υεργετήθηκαν η αυτόπτες μάρτυρες. Ο βίος του υπήρξε αρετή και η αρετή βίος.


Πηγή: Σίμωνος Μοναχού, Πατήρ Ευμένιος – Ο κρυφός άγιος της εποχής μας, Επιμέλεια κειμένου: Μαίρη Αποστολάρα, Πρώτη Έκδοσι, Δεκέμβριος 2009.

 

Τρίτη 20 Μαΐου 2025

Μέγας Κωνσταντίνος: Ο Μεγάλος της Εκκλησίας και της Ιστορίας

 



Του Λάμπρου Σκόντζου Θεολόγου – Καθηγητού.

 

 Στις 21 Μαΐου η Εκκλησία μας εορτάζεικαι πανηγυρίζει λαμπρά τη μνήμη των αγίων ισαποστόλων Κωνσταντίνου και Ελένης.

Τόσο ο Μέγας Κων/νος, όσο και η αγία μητέρα του Ελένη ανήκουν στις μεγάλες προσωπικότητες της Εκκλησίας μας, διότι η συμβολή τους για την κατάπαυση των τριακοσίων χρόνων διωγμών κατά των Χριστιανών και την εδραίωση της Εκκλησίας υπήρξε καθοριστική.

Επίσης ο Μέγας Κωνσταντίνος δεν είναι μεγάλος μόνο για την Εκκλησία μας, αλλά και για την παγκόσμια ιστορία, διότι ανήκει στους μεγάλους ηγέτες όλων των εποχών, έχοντας βάλλει τη δική του σφραγίδα στη ροή των ιστορικών πραγμάτων, και για τούτο δικαία του απονεμήθηκε ο τίτλος του μεγάλου.

Ο Μέγας Κωνσταντίνος ήταν γιος του ελληνοϊλλυρικής καταγωγής Ρωμαίου αξιωματούχου Κωνστάντιου Χλωρού, ο οποίος κατόπιν ανακηρύχτηκε Καίσαρας και Αύγουστος και ανέλαβε τη διοίκηση των δυτικών επαρχιών της απέραντης αυτοκρατορίας.

Η μητέρα του Ελένη, ελληνικής καταγωγής, από το Δρέπανο της Βηθυνίας της Μ. Ασίας, στολισμένη με εξαιρετικό κάλλος σώματος και ψυχής, ασπάστηκε νωρίς τον Χριστιανισμό, ο οποίος βρισκόταν ακόμη σε απηνή διωγμό από τους ειδωλολάτρες αυτοκράτορες, τα σκοταδιστικά ειδωλολατρικά ιερατεία και τους δεισιδαίμονες όχλους. Το 274 γέννησε τον Κωνσταντίνο στην πόλη Ναϊσό, σημερινή Νίσσα της Σερβίας.

Το 293 ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός κράτησε το νεαρό Κωνσταντίνο κοντά του στην Ανατολή, μαζί με τη διαζευγμένη, από τον Καίσαρα Κωνστάντιο, μητέρα του Ελένη, για ασφάλεια και υποταγή του δευτέρου στην εξουσία του, ως το 305. Εκεί δόθηκε η ευκαιρία στην αγία μητέρα του να τον αποσπάσει από την ειδωλολατρία και να τον γαλουχήσει στη νέα πίστη.

Ο νεαρός Κωνσταντίνος διακρινόταν για την ωραιότητα του σώματός του, την ευγένεια της ψυχής του και τα εξαιρετικά του πνευματικά και φυσικά χαρίσματα.

Το 305 ανάλαβαν τη διοίκηση της αυτοκρατορίας, ο μεν Γαλέριος στην Ανατολή, ο δε Κωνστάντιος στη Δύση.


Το ίδιο χρόνο ο Κωνσταντίνος μετέβη στα Τρέβηρα της Γαλατίας, όπου συνάντησε τον άρρωστο πατέρα του, ο οποίος του ανέθεσε εκστρατεία στη Μ. Βρετανία.


Στις 7 Ιουλίου του 307 πέθανε ο Κωνστάντιος και ο στρατός ανακήρυξε τον Κωνσταντίνο αυτοκράτορα της Δύσης. Παντρεύτηκε τη Μινερβίνα και απέκτησε ένα γιο, τον Κρίσπο.

Εγκαταστάθηκε στην πόλη Αρελάτη και άσκησε μια πρωτόγνωρη φιλολαϊκή εξουσία, και γι’ αυτό αγαπήθηκε από το λαό.


Το Σεπτέμβριο του 312 στράφηκε εναντίον του τυραννικού συναυτοκράτορά του της Δύσης Μαξεντίου. Καθ’ οδόν προς τη Ρώμη, στις 28 Οκτωβρίου του 312, είδε το γνωστό και μεγαλειώδες όραμα του Τιμίου Σταυρού στον μεσημεριανό ουρανό και την επιγραφή: «Εν Τούτω Νίκα».


Την επόμενη νύχτα είδε στον ύπνο του το Χριστό με το σημείο του Σταυρού, παροτρύνοντάς τον να κατασκευάσει λάβαρο με το Σταυρό, προκειμένου να νικήσει τον ασεβή και τυραννικό Μαξέντιο. Ο Κωνσταντίνος υπάκουσε και νίκησε τον αντίπαλό του και μπήκε θριαμβευτής και ελευθερωτής στη Ρώμη.


Η πρώτη του ενέργεια ήταν να σταματήσει τον συνεχιζόμενο φοβερό διωγμό των Χριστιανών με το περίφημο «Διάταγμα των Μεδιολάνων», το οποίο υπέγραψε με τον συναυτοκράτορά του, Λικίνιο, το 313.


Αυτό ο μεγάλος άνδρας οραματίστηκε και συνέλαβε το ύψιστο αγαθό της θρησκευτικής ελευθερίας και όρισε για πρώτη φορά στην ιστορία την ελευθερία της θρησκευτικής πίστεως.


Το 324 συγκρούεται με τον αυτοκράτορα της Ανατολής Λικίνιο, τον οποίο νικά και γίνεται μονοκράτορας σε όλη την αυτοκρατορία, αρχίζοντας το μεγαλειώδες

μεταρρυθμιστικό και κοινωνικό του έργο.


Έγινε προστάτης όλων των πολιτών, ανεξάρτητα από τη θρησκευτική τους πίστη, για το λόγο αυτό δεν έγινε ακόμη Χριστιανός και διατηρούσε τον τίτλο του pontifix maximus, δηλαδή του ύπατου αρχιερέα της αρχαίας θρησκείας.


Απελευθέρωσε όλους τους Χριστιανούς από τις φυλακές, που είχε κλείσει ο Λικίνιος και ανακάλεσε όσους βρισκόταν στην εξορία. Απέδωσε τους ναούς και την περιουσία στην Εκκλησία.


Έκαμε πράξη στο κράτος, με διατάγματα, την κοινωνική διδασκαλία της Εκκλησίας. Καθιέρωσε υποχρεωτικά τη υποχρεωτική δίκη στους παραβάτες.


Καθιέρωσε την Κυριακή αργία. Κατάργησε τη δουλεία.


Η αγία Ελένη αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στο εκκλησιαστικό έργο, ιδρύοντας ναούς και ενισχύοντας την Εκκλησία. Με δικά της έξοδα πήγε στην Ιερουσαλήμ και ανακάλυψε τον Τίμιο Σταυρό.


Ο Μ. Κωνσταντίνος συνέβαλλε τα μέγιστα να ηρεμήσει η Εκκλησία από την αρειανική αίρεση, συγκαλώντας την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο το 325.


Εγκαινίασε έτσι έναν νέο τρόπο, απόλυτα δημοκρατικό, διακυβέρνησης της Εκκλησίας.


Ως πολιτικός άρχων ο Μ. Κωνσταντίνος υπήρξε πρωτοπόρος.


Μετέφερε το 325 την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας στο Βυζάντιο, κόβοντας έτσι κάθε δεσμό με το ειδωλολατρικό παρελθόν και βάζοντας τα θεμέλια για τη νέα χριστιανική αυτοκρατορία, η οποία θα ζήσει χίλια χρόνια.


Το 337 σε μια περιοδεία του στη Νικομήδεια αρρώστησε και συναισθάνθηκε το τέλος του.


Ζήτησε να λάβει το άγιο Βάπτισμα και κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων. Δεν ξαναφόρεσε τα αυτοκρατορικά ενδύματα, αλλά φορούσε το λευκό χιτώνα του Βαπτίσματος ως το θάνατό του, στις 21 Μαΐου του 337.


Η Εκκλησία μας του αναγνώρισε τις πολύτιμες υπηρεσίες του και γι’ αυτό τον ανακήρυξε άγιο και ισαπόστολο, μαζί με την αγία μητέρα του.


Το ίδιο και η ιστορία αναγνωρίζοντας τη μοναδική του προσφορά τον ανακήρυξε μέγα.


Πολλοί εμπαθείς και ανιστόρητοι επιχειρούν να σπιλώσουν την προσωπικότητά του, χαρακτηρίζοντας τον ως «θηριώδη δολοφόνο», επειδή αναγκάστηκε να εφαρμόσει το νόμο απέναντι στον γιό του Κρίσπο και τη σύζυγό του Φαύστα.


Ξεχνούν όμως ότι τότε ο Κωνσταντίνος ήταν ακόμη ειδωλολάτρης, και ο οποίος για το θλιβερό αυτό συμβάν έκλαιγε και θρηνούσε σε όλη του την κατοπινή ζωή!


Ξεχνούν επίσης πως ο χαρακτηρισμός ενός ανθρώπου δεν πρέπει εξαρτάται από μεμονωμένα συμβάντα, αλλά από τη συνολική αξιολόγηση της ζωής του και του έργου του!








 



Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιώς ενημερώνει: «ΟΥΦΟΛΟΓΙΑ». ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΟΣΗΡΟΥ ΚΑΙ ΑΠΑΤΗΛΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ

  Μητροπολίτης Πειραιώς: «ΟΥΦΟΛΟΓΙΑ». ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΟΣΗΡΟΥ ΚΑΙ ΑΠΑΤΗΛΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ.