Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2023

 

Η επικαιρότητα του λόγου των Τριών Ιεραρχών׃ Ένα μήνυμα ανθρωπισμού και παρρησίας.


Το να μιλήσει κάποιος για τους Τρεις Ιεράρχες δεν είναι μια εύκολη υπόθεση καθώς πρέπει μέσα σε λίγα λεπτά να σκιαγραφηθούν 16 αιώνες επίδρασης τής πνευματικής τους παρουσίας στην Οικουμένη. Ο ομιλητής κινδυνεύει να βρεθεί και πάλι στη δίνη των μεγαλόστομων εκφράσεων και των πολυειπομένων πληροφοριών και λεπτομερειών. Μελετώντας αναλυτικότερα όμως το έργο τους και τη ζωή τους, θεωρώ πως έχει ενδιαφέρον η αναγωγή στο σήμερα και κατά πόσο μπορούν να λειτουργήσουν ως πρότυπα για όλους στην κρίση που διέρχεται η χώρα.

Η εποχή μας έχει πολλά κοινά με αυτή των Τριών Ιεραρχών. Άλυτα οικονομικά προβλήματα, εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, κοινωνικές διακρίσεις, θρησκευτικές διαμάχες κλπ. Το μήνυμα τους επίκαιρο, έρχεται να προτείνει λύσεις που δίνουν ελπίδα. Ο Μ. Βασίλειος περιγράφει τη σημερινή οδυνηρή πραγματικότητα και τα λόγια του αποκτούν προφητική σημασία «Έχουμε φτάσει εξαιτίας της ατομικότητας μας να είμαστε κλεισμένοι στον εαυτό μας, όπως η άμμος φαίνεται από μακριά σαν κάτι ενιαίο αλλά από κοντά είναι κόκκοι διαιρεμένοι».

Οι Τρεις Ιεράρχες ζητάνε από τους χριστιανούς της εποχής τους, να ανακαλύψουν την αυθεντική θρησκευτικότητα, που απελευθερώνει τον άνθρωπο από δεισιδαιμονίες και προλήψεις. Ενδιαφέρονται για την ερμηνεία των Γραφών, βοηθώντας τους χριστιανούς στην κατανόηση των ιερών κειμένων.

Άνθρωποι με ανοιχτούς πνευματικούς ορίζοντες τονίζουν την αξία της αρχαίας ελληνικής παιδείας. Ο Γρηγόριος αποκαλεί την πόλη των Αθηνών που ήταν κέντρο σπουδής του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, «Χρυσή Αθήνα των Γραμμάτων». Ο Χρυσόστομος προτείνει να σπουδάσουν πρώτα στα δημόσια ειδωλολατρικά σχολεία ενώ ο Μ. Βασίλειος στέλνει στον εθνικό Λιβάνιο φτωχούς χριστιανούς νέους για να σπουδάσουν κοντά του και υμνεί την προσφοράς της φιλοσοφίας στη διατύπωση των χριστιανικών δογμάτων.

Οι Τρεις δεν μπορούν να συμβιβαστούν με την υποκρισία κάποιων χριστιανών: «ξέρω πολλούς», λέει ο Χρυσόστομος, «που νηστεύουν, προσεύχονται και στενάζουν, επιδεικνύοντας κάθε λογής ευλάβεια, ενώ ούτε έναν οβολό δε δίνουν στους θλιβομένους. Τι κέρδος έχουν από την υπόλοιπη αρετή τους; Γι’ αυτούς η βασιλεία των ουρανών είναι κλειστή». Και ο Γρηγόριος συμπληρώνει: «Μην τεντώνεις τα χέρια σου  προς τον ουρανό αλλά στα χέρια των φτωχών.».

Οι Τρεις Ιεράρχες υπήρξαν πανεπιστήμονες και δε διακρίθηκαν σ’ έναν τομέα γνώσης. Χαρακτηρίζονταν για τη θεολογική και την ευρύτερη επιστημονική τους συγκρότηση, το ελεύθερο πνεύμα και την κριτική στάση τους απέναντι στην εξουσία. Η παιδεία είναι γι’ αυτούς ένα είδος ποιμαντικής αγωγής. Ο δάσκαλος κατευθύνει, οδηγεί, μεταδίδει ζωή, όχι μόνο γνώσεις, παραδίδοντας τη σκυτάλη στους μαθητές του. Η παιδεία είναι κατά τον Βασίλειο, «ανατροφή μετ’ ευλαβείας και μετάληψις αγιότητος».

 Ο Βασίλειος, γιατρός ο ίδιος, ιδρύει τη γνωστή Βασιλειάδα, μια «πόλη φιλανθρωπίας». Εκεί οργανώνει το πρώτο δημόσιο νοσοκομείο, στο οποίο υπάρχουν κατοικίες γιατρών, νοσηλευτικού προσωπικού και ειδικές πτέρυγες για λεπρούς και πάσχοντες από επιδημικές ασθένειες. Από τα κείμενα βλέπουμε ότι «έδινε το χέρι στους λεπρούς, τους φιλούσε αδελφικά και τους φρόντιζε ο ίδιος προσωπικά». Ο Χρυσόστομος που σπούδασε κι αυτός γιατρός χτίζει πολλά νοσοκομεία στην Κωνσταντινούπολη, στα οποία περιποιείται ο ίδιος τους ασθενείς. Η επιστημονική έρευνα έχει καταδείξει ότι ο Βασίλειος και ο Χρυσόστομος είναι οι εμπνευστές ενός δημόσιου συστήματος υγείας που με την πάροδο του χρόνου απλώνεται σε όλη τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.

Οι Τρεις Ιεράρχες στηρίζουν με κάθε τρόπο τους φτωχούς, τους κυνηγημένους και τους απροστάτευτους της εποχής τους. Κάθε άνθρωπος αποτελεί ανεπανάληπτη προσωπικότητα, είναι εικόνα του Θεού. «Με ποιο δικαίωμα» αναρωτιέται ο Χρυσόστομος «μπορεί κανείς να περιφρονεί εκείνους τους οποίους ο Θεός τόσο τιμά ώστε τους δίνει το Σώμα και το Αίμα του Υιού του». Η επιμονή του μάλιστα να κτίσει το λεπροκομείο στην πλουσιότερη συνοικία έξω απ’ την πόλη, εκεί που ζούσαν μεγάλοι γαιοκτήμονες οι οποίοι έβλεπαν την αξία των πολυτελών οικημάτων τους να μειώνεται, αποτέλεσε την αφορμή για την οριστική δίωξή του που θα τον οδηγούσε στην εξορία και στο βασανιστικό θάνατο.

Στο μεγάλο λιμό που έπληξε την περιοχή του ο Βασίλειος στηλιτεύει τη δράση εκείνων που θέλουν να πλουτίσουν σε βάρος πεινασμένων συμπατριωτών τους, οργανώνει συσσίτια για όλο το λαό προσφέροντας βοήθεια χωρίς καμιά διάκριση σε χριστιανούς, ειδωλολάτρες και αιρετικούς, σώζοντας χιλιάδες από βέβαιο θάνατο.

Ο Χρυσόστομος μόλις ανέρχεται στον Αρχιεπισκοπικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης, πουλάει τα πολυτελή σκεύη και έπιπλα της Αρχιεπισκοπής χάρη των φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Διακόπτει τη διοργάνωση πλούσιων δείπνων και με τα χρήματα που εξοικονομεί οργανώνει συσσίτια για 7.000 φτωχούς καθημερινά. Υποστηρίζει όποιον αδικείται, φτάνοντας στο σημείο να συγκρουστεί με την αυτοκράτειρα, όταν εκείνη καταπατά το κτήμα μιας φτωχής χήρας. Ο ίδιος ζει λιτά και ασκητικά, όπως αρμόζει σ’ έναν ιεράρχη, προκαλώντας το θαυμασμό του απλού λαού. Ανυποχώρητος δε συγκαλύπτει νοσηρές καταστάσεις στον εκκλησιαστικό χώρο. Δε διστάζει να καθαιρέσει μεγάλο αριθμό επισκόπων με την κατηγορία του χρηματισμού κατά την άσκηση της ιεροσύνης. Η θέση των μοναχών κατά τον ιερό Πατέρα είναι στα μοναστήρια και όχι σε κοσμικές εκδηλώσεις που οδηγούν σε σχέσεις διαπλοκής με την εξουσία.

Βασικό στοιχείο της αγιότητάς τους ήταν η στάση τους σε θέματα αρχών και πίστης. Ασυμβίβαστοι, δε δίστασαν να συγκρουστούν με την εξουσία προκειμένου να υπερασπιστούν την δικαιοσύνη ή την ορθόδοξη πίστη γεγονός που τους οδήγησε σε πικρίες, εξορίες, διωγμούς. Δεν γνώριζαν τη γλώσσα των συμβιβασμών και δε σκέφτηκαν αν αντίπαλοί τους ήσαν αυτοκράτορες ή ισχυροί κατά κόσμον.

Έτσι δε δίστασε ο Μεγ. Βασίλειος να αρνηθεί την φιλία του αιρετικού αυτοκράτορα Ουάλη, και στον έπαρχο Μόδεστο, απεσταλμένο του ίδιου αυτοκράτορα ο ιεράρχης απαντά: «Είμαστε πράοι άνθρωποι και υποχωρούμε όταν πρόκειται για προσωπικά μας θέματα. Όταν όμως πρόκειται για την πίστη μας στον Θεό δεν υπολογίζουμε τίποτα, αγωνιζόμαστε μέχρι θανάτου, χωρίς να φοβόμαστε οποιοδήποτε βασανιστήριο».

Ανάλογη είναι η απάντηση του Μεγ. Βασιλείου πάλι στο Μόδεστο όταν αποπειράται να τον τρομοκρατήσει με δήμευση περιουσίας, εξορία, θάνατο. «Μ’ άλλο τίποτα φοβέριξέ με αυτά δε με φοβίζουν». Ο Έπαρχος απορεί. «Κανείς μέχρι τώρα δεν μίλησε με τέτοιο θάρρος μπροστά μου» λέει και ο Βασίλειος που υπήρξε πάντα ταπεινός δε διστάζει να πει: «Γιατί δε συνάντησες ποτέ σου αληθινό Επίσκοπο. Αλλιώς θα σου μιλούσε με τον ίδιο τρόπο, αφού θα αγωνίζονταν για τόσο υψηλά πράγματα».

Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, αφού νίκησε τους Αρειανούς και πήρε τους Ναούς της Κωνσταντινούπολης που είχαν καταπατήσει, ενώ είχε φίλο του τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο τον Μέγα και μαζί του το μεγαλύτερο μέρος του πιστού λαού, όταν μερικοί ζηλόφθονες αμφισβήτησαν την εκλογή του ως επισκόπου, παραιτήθηκε από τον Πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης και την προεδρία της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου.

Ο ιερός Χρυσόστομος, όταν έγινε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως δε δίστασε να ελέγξει της αυτοκράτειρα Ευδοξία για τη ζωή της. «Ο Θεός» της γράφει «σου έδωσε το βασιλικό σκήπτρο για να απονέμεις παντού την δικαιοσύνη. Χώμα και στάχτη, σκιά και καπνός και όνειρο είναι ο άνθρωπος. Δώσε τέλος στον πόνο και στη δυστυχία των απελπισμένων. Μήπως θα κατέβουν μαζί σου στον τάφο τα χρήματα και η δόξα της εξουσίας;». Δε συμβιβάστηκε, εξορίστηκε και πέθανε από αφάνταστες κακουχίες, δίνοντας παράδειγμα αιώνιο στους εκκλησιαστικούς ηγέτες κάθε εποχής, τονίζοντας πως όποιος θέλει να είναι πρώτος, πρέπει να είναι υπηρέτης όλων.

Μέλημα των Τριών Ιεραρχών ήταν η διατήρηση της πίστης, από παραχαράξεις και συχνά μιλούσαν για τις αιρέσεις και τους αιρετικούς. Τα πνευματικά τους βέλη δεν τα έστρεφαν εναντίον των ανθρώπων, αλλά της αιρέσεως που αυτοί διέδιδαν. Για τους καθοδηγητές δε δίσταζαν να γράψουν και τους πιο βαρείς χαρακτηρισμούς και ο άγιος Γρηγόριος τους ονομάζει “βαρείς λύκους… ληστάς και κλέπτας”.

Οι κοινωνικές θέσεις τους είναι εξαιρετικά προωθημένες για την εποχή τους. «Οι κοινωνικές ανισότητες δεν είναι θέλημα Θεού», λέει ο άγιος Γρηγόριος «ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο ελεύθερο… Με την πτώση οι θρασύτεροι με τη βοήθεια του πολιτικού νόμου, επιβλήθηκαν στους ασθενέστερους και έτσι οι άνθρωποι χωρίστηκαν σε πλούσιους και φτωχούς, ελεύθερους και δούλους και άλλες κατηγορίες. Εμείς ως χριστιανοί οφείλουμε να τείνουμε στην αρχική ενότητα, στο νόμο του Θεού και όχι στο νόμο του ισχυρού».

Σε μια εποχή που η γυναίκα βρισκόταν στο περιθώριο οι Πατέρες αναλαμβάνουν την υπεράσπισή της και αγωνίζονται σθεναρά να της δώσουν τη θέση που της αρμόζει. Είναι γνωστή η άποψη του Γρηγορίου όταν στιγμάτιζε τη μεροληπτική υπέρ των ανδρών νομοθεσία του κράτους: «Άνδρες ήταν οι νομοθέτες γι’ αυτό ενομοθέτησαν κατά των γυναικών». Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος ερχόμενος σε ρήξη με τις αντιλήψεις της εποχής του, επιλέγει ως πρώτη μεταξύ των συνεργατών του μια γυναίκα, τη μετέπειτα Αγία Ολυμπιάδα.


Το θέμα στο οποίο επανέρχονταν συχνά ήταν το τεράστιο χάσμα μεταξύ πλουσίων και πτωχών. Πλούσιοι και οι τρεις μοίρασαν τις περιουσίες τους και επανειλημμένα έκαναν λόγο για τον πλούτο. «Η θάλασσα» έλεγε ο Μέγας Βασίλειος μιλώντας για τον πλεονέκτη, «γνωρίζει τα όριά της, ο πλούσιος όμως δεν χορταίνει· ο πόθος του να αυξήσει τα πλούτη του μοιάζει με ασταμάτητη πυρκαγιά. Έχεις τόσα και τόσα αγαθά, ρωτά. Τι θα γίνει τελικά; Τρεις πήχεις γης δεν περιμένουν και σένα όταν πεθάνεις; Ποιος θα σε υπερασπιστεί την ώρα της Κρίσεως; Όπου κι αν στρέψεις το βλέμμα σου θα βλέπεις τις όψεις εκείνων προς τους οποίους έδειξες ασπλαχνία».

Είναι πραγματικά «ολέθριον» το πάθος του πλουτισμού, έλεγε και ο ιερός Χρυσόστομος. Αλλού τονίζει ότι ούτε ο πλούτος είναι κάτι κακό ούτε η πενία κάτι καλό αλλά ανάλογα με το πώς χρησιμοποιείται αποκτά το καθένα κακή ή καλή σημασία. «Πλούσιο σε έκανε ο Θεός έλεγε για να βοηθάς όσους έχουν ανάγκη, για να εξαλείψεις τα αμαρτήματά σου με τις ελεημοσύνες σου. Να θυμάσαι, πρόσθετε, ότι ο πλούτος γλιστρά και χάνεται γρήγορα. «Άσκησε την ψυχή του παιδιού πρώτα… Μάθε το να είναι καλός άνθρωπος… Γιατί πλούσιος δεν είναι αυτός που έχει ανάγκη από πολλά αλλά εκείνος που δεν έχει ανάγκη από τίποτε». Ηχούν παράξενα τα λόγια προς γονείς του αγ. Ιωάννη στο σημερινό κόσμο που έχει επιδοθεί στο κυνήγι του εύκολου πλουτισμού, της καλοπέρασης και της επίδειξης.

Ο Μέγας Βασίλειος ανατρέπει τις αντιλήψεις περί κλοπής: «συνήθως» λέει «χαρακτηρίζονται κλέφτες αυτοί που κλέβουν πορτοφόλια στα λουτρά. Δεν είναι όμως αυτοί οι πραγματικοί κλέφτες αλλά κάποιοι…που αποτελούν τις πολιτικές αρχές πόλεων και εθνών…άλλα αφαιρούν κρυφά, άλλα παίρνουν φανερά με τη βία… Κοινωνοί της κλοπής όμως γίνονται κι εκείνοι που θεωρούνται άρχοντες της Εκκλησίας, όταν παίρνουν απ’ αυτούς χρήματα, για οποιουσδήποτε λόγους. Αντί να τους ελέγχουν και να τους νουθετούν εύκολα τους απλώνουν το χέρι και τους μακαρίζουν».

Ο Βασίλειος και ο Ιωάννης θεωρούν ότι η κοινοκτημοσύνη είναι η λύση του κοινωνικού προβλήματος και προτείνουν ως πρότυπο την πρωτοχριστιανική κοινότητα των Ιεροσολύμων όπου όλα ήταν κοινά. Οι Τρείς Πατέρες πιστεύουν πως τα συμφέροντα των ισχυρών ευθύνονται για την πείνα και την εξαθλίωση. «Οι πόλεμοι» γράφει ο Χρυσόστομος «γίνονται για τα χρήματα» ενώ ο Γρηγόριος συμπληρώνοντας λέει: «Μητέρα των πολέμων είναι η πλεονεξία, οι πόλεμοι με τη σειρά τους γεννούν την υψηλή φορολογία».

Σήμερα βλέπουμε στα σχολεία μας, στον ελλαδικό χώρο, μία συνειδητή προσπάθεια υποβάθμισης της γιορτής σε αντίθεση με την Κύπρο και την Ομογένεια όπου το περιεχόμενο του εορτασμού είναι πιο ουσιαστικό και πνευματικό. Στη χώρα μας κάποιοι προσπαθούν αποκόπτοντας την παιδεία μας από τον ανθρωπιστικό και ηθοπλαστικό προσανατολισμό της, να αλλοιώσουν πρότυπα, ώστε να κάνουν τους μαθητές εύκολη βορά στα κελεύσματα της τρόικας και της παγκοσμιοποίησης. Η παιδεία για να είναι πετυχημένη πρέπει να μιλά στις ψυχές, να τις κάνει να χαίρονταινα ονειρεύονταινα δημιουργούν. Να είναι όπως προτείνουν οι Τρεις Ιεράρχες «δρόμος απελευθέρωσης και όχι διαδικασία εξαναγκασμού και ανελευθερίας». Αν θέλουμε να τιμήσουμε τους Τρεις Ιεράρχες δε χρειάζεται να το κάνουμε μέσα από τυπικές γιορτές. Απαιτείται μελέτη του έργου τους, της προσφοράς τους, αλλά κυρίως η μίμηση της στάσης ζωής τους.

Η σύνδεσή μας με την παράδοση των Τριών Ιεραρχών και των μεγάλων μορφών του Γένους μας αποτελεί ίσως τη μόνη ελπίδα για διατήρηση της ταυτότητας μας. Τέτοιους ηγέτες, γενναίους και ασυμβίβαστους χρειαζόμαστε σήμερα και θα κλείσω με το τελευταίο μήνυμα ενός σύγχρονου ιεράρχη που εκοιμήθη τέτοιες μέρες πριν 12 χρόνια του μακαριστού Χριστόδουλου:

«Χρειάζονται να πολλαπλασιασθούν οι άνθρωποι που κάνουν Αντίσταση. Που παραμένουν πιστοί στις παραδόσεις μας, στις αξίες μας, στην ιστορία μας και στους αγώνες μας. Οι αναθεωρητές πολύ κακή συγκυρία επέλεξαν για να γκρεμίσουν από τις καρδιές των Ελλήνων τα κάστρα των θυσιών. Σταθήτε όλοι όρθιοι στις επάλξεις σας και μην ξεπουλήσετε τα πρωτοτόκια μας. Διδάξτε στα παιδιά σας την αλήθεια, όπως την εβίωσαν οι αείμνηστοι Πατέρες μας. Ο λαός μας ξέρει να υπερασπίζεται τα ιερά και τα όσιά του. Το έχει κατ’ επανάληψιν αποδείξει. Και θα το αποδείξει και πάλι. Αντίσταση και Ανάκαμψη. Για να ξαναβρούμε ό,τι έχουμε χάσει, για να υπερασπισθούμε ό,τι κινδυνεύει.»

ΠΗΓΗ:ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ

 

Οι τρεις Ιεράρχες: Ο δρόμος της ζωής.


–         Των ταπεινών και των μεγάλων…   –

 «Κ᾿ εἶπε ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος: «Πές μου, γέροντα, ποῦ ξέρεις τὰ γράμματα, σὲ ποιὰ παλάτια ἄραγες πῆγε σὰν ἀπόψε ὁ ἅγιος Βασίλης; οἱ ἀρχόντοι κ᾿ οἱ βασιληάδες τί ἁμαρτίες νά ῾χουνε; Ἐμεῖς οἱ φτωχοὶ εἴμαστε ἁμαρτωλοί, ἐπειδὴς ἡ φτώχεια μᾶς κάνει νὰ κολαζόμαστε». Κι ὁ ἅγιος Βασίλης δάκρυσε κ᾿ εἶπε πάλι τὴν εὐχή, ἀλλοιώτικα: «Κύριε, ὁ Θεός μου, οἶδα ὅτι ὁ δοῦλος σου Ἰωάννης ὁ ἁπλοῦς ἐστὶν ἄξιος καὶ ἱκανὸς ἵνα ὑπὸ τὴν στέγην του εἰσέλθῃς. Ὅτι νήπιος ὑπάρχει καὶ τὰ μυστήριά Σου τοῖς νηπίοις ἀποκαλύπτεται». Καὶ πάλι δὲν κατάλαβε τίποτα ὁ Γιάννης ὁ μακάριος, ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος…».

Φώτη Κόντογλου – Γιάννης ὁ Εὐλογημένος

 Κι’ αν τούτη η απλότητα του Γιάννη του Ευλογημένου, απουσιάζει παντελώς από την εποχή μας, χρέος μας είναι η συγκλονιστική παρουσία των Τριών Ιεραρχών να μας διδάξει έναν άλλον τρόπο, έναν τρόπο στον οποίο δεν έχει χώρο η πλεονεξία και ο εγωισμός, ούτε η κακία και η μικροψυχία, παρά μονάχα η αρχοντιά της ύπαρξης που μπορεί και θέλει ν’ αγκαλιάσει τον κόσμο ολάκερο. Το ήθος, η αρχοντιά και η οικείωση ενός άλλου τρόπου ζωής δεν είναι ουτοπία, ούτε θεωρητικό κατασκεύασμα, καθώς μονάχα η ταπείνωση εκείνη που οδηγεί στη μεγαλοσύνη, στη μόνη αληθινή οντολογική μεταμόρφωση, αποτελεί πρόκληση και άρα πρόσκληση κοινωνίας για κάθε άνθρωπο.

 Οι Τρεις Ιεράρχες έρχονται να μας θυμίσουν την άκρα ταπείνωση, το μόνο αληθινό ήθος που πρέπει να χαρακτηρίζει κάθε ελεύθερο άνθρωπο.

     Ο Βασίλειος ο Μέγας, ο πιο αγαπημένος των παιδιών και των αδικημένων, στέκεται άγρυπνα στο πλευρό των αδυνάτων, των ταπεινών και των περιθωριακών, ως άλλος Χριστός. Ο άρχοντας εκείνος που άφησε έκπληκτο το βαθύτατα γοητευμένο από την κορυφαία του προσωπικότητα, έπαρχο Μόδεστο, ο οποίος ομολόγησε πως: «Κανείς μέχρι τώρα δεν μου μίλησε με τόσο θάρρος. Πρώτη φορά συνάντησα τέτοιον επίσκοπο», πριν από την αφοπλιστική απάντηση του αγίου: «Φαίνεται πως δεν συνάντησες ως τώρα αληθινό επίσκοπο». 

Από την άλλη πλευρά ο Ιερός Χρυσόστομος που ματώνει για τους κατατρεγμένους, τρέφει τους απόρους, καταργεί κάθε είδους πολυτέλεια στην εκκλησία, αντιστέκεται σθεναρά στην αλαζονική εξουσία κι’ έτσι οδηγείται εκούσια στην εξορία και στο μαρτύριο. Ο λόγος του Ιερού Χρυσοστόμου διαθέτει τόση αλήθεια, ρυθμό και ποιητικότητα σε σημείο που οι κάτοικοι της Πόλης να ομολογούν πως: «Καλύτερα να μη βγει ο ήλιος, παρά να μην ακούσουμε τον επίσκοπό μας να μιλά». Εκείνος εξάλλου δεν είναι που τόσο ποιητικά ομολόγησε πως: «Όταν ανακαλύπτεις την πόρτα της καρδιάς σου, ανακαλύπτεις τη πύλη του ουρανού»; Και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο ποιητής που με τη γνωστή του ποιητική ευαισθησία αναφωνεί: «Δεν θα συνέλθουμε, έστω και αργά; Δεν θα νικήσουμε την αναισθησία μας, για να μην πω την τσιγκουνιά μας; Δεν θα σκεφτούμε ως άνθρωποι; Δεν θα βάλουμε νοερά στη θέση των ξένων συμφορών τις πιθανές δικές μας»; Ποιος μπορεί να μείνει ασυγκίνητος σε τούτη την αγωνιώδη κραυγή;

     Οι ιεροί άνδρες της Εκκλησίας του Χριστού, φαντάζουν στα μάτια μας σπαρακτικά όμορφοι, απύθμενα φιλάνθρωποι, θρυλικά ανυπότακτοι. Ζώντας κόντρα απέναντι σε κάθε εξουσιαστικότητα, μακριά από κάθε επίγεια δόξα και πάντα κοντά στον άνθρωπο, ο οποίος αποτελεί το επίκεντρο της σκέψης τους καθώς, «Οι Τρεις Ιεράρχες στηρίζουν με κάθε τρόπο τους φτωχούς, τους κυνηγημένους και τους απροστάτευτους της εποχής τους. Θεωρούν αυτονόητο να θυσιαστούν για τον κάθε έναν από αυτούς. Η περιθωριοποίηση των κοινωνικά αδύνατων δεν συνάδει με το ορθόδοξο ήθος. Κάθε άνθρωπος αποτελεί ανεπανάληπτη προσωπικότητα, είναι εικόνα του Θεού. “Με ποιο δικαίωμα” αναρωτιέται ο Χρυσόστομος “μπορεί κανείς να περιφρονεί εκείνους τους οποίους ο Θεός τόσο τιμά ώστε τους δίνει το Σώμα και το Αίμα του Υιού του”. 

Η επιμονή του μάλιστα να κτίσει το λεπροκομείο, όχι σε κάποια υποβαθμισμένη περιοχή της Κωνσταντινούπολης, αλλά στην πλουσιότερη συνοικία έξω απ’ την πόλη, εκεί που ζούσαν μεγάλοι γαιοκτήμονες και οι οποίοι έβλεπαν την οικονομική αξία των πολυτελών οικημάτων να μειώνεται λόγω της γειτνίασης με το κτήριο αυτό, αποτέλεσε και την αφορμή για την οριστική δίωξή του, που θα τον οδηγούσε στην εξορία και στο βασανιστικό θάνατο».[1]

     Κατά τον Ανδρέα Αργυρόπουλο και την υπέροχη του ανάλυσή στη σκέψη των Τριών Ιεραρχών: «Και οι τρείς αντιδρούν σε μια επιφανειακή πνευματικότητα, σε ένα ακίνδυνο χριστιανισμό, σε μια πίστη που τυφλώνει και σε μια εκκλησία που δεν είναι η οδός της αληθινής σωτηρίας και ζωής, αλλά ένα μέσο στα χέρια των ισχυρών για τη χειραγώγηση και εκμετάλλευση ανθρώπων και λαών. Οι Τρεις Ιεράρχες δεν μπορούν να συμβιβαστούν με την υποκρισία των βολεμένων χριστιανών: “ξέρω πολλούς”, λέει ο Χρυσόστομος, “που νηστεύουν και προσεύχονται και στενάζουν, επιδεικνύοντας κάθε λογής αδάπανη ευλάβεια. Ενώ ούτε ένα οβολό δε δίνουν στους θλιβόμενους. Τι κέρδος έχουν από την υπόλοιπη αρετή τους; Γι’ αυτούς η βασιλεία των ουρανών είναι κλειστή”. Και ο Γρηγόριος συμπληρώνει: “Μη τεντώνεις τα χέρια σου στον ουρανό αλλά στα χέρια των φτωχών. Αν εκτείνεις τα χέρια σου στα χέρια των φτωχών έπιασες την κορυφή του ουρανού”».[2] Και οι τρεις Πατέρες μιλούν για την αξία της παιδείας και το μοναδικό της σκοπό  τη δημιουργία ελεύθερων ανθρώπων, ενάντια σε κάθε σύστημα, καθώς κατά τον Ιερό Χρυσόστομο: «Η συναίσθηση της άγνοιας είναι ένα μεγάλο βήμα προς τη γνώση».

     Οι Τρεις Ιεράρχες λοιπόν. Βασίλειος ο Μέγας. Ιερός Χρυσόστομος. Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Προσωνύμια βαριά, γεμάτα από την αγάπη και την τιμή της Εκκλησίας προς το πρόσωπό τους. Της Εκκλησίας εκείνης, που ενώνει τα διεστώτα, της μόνης αληθινής. Του ολοζώντανου Σώματος του Χριστού που πορεύεται δραματικά ανά τους αιώνες. Όχι του απάνθρωπου εκείνου συστήματος που απομακρύνει τον άνθρωπο από τον άνθρωπο και τον άνθρωπο από το Θεό. Βασίλειος ο Μέγας. Με μια Εμμέλεια ως μητέρα δίπλα του πώς να μη μεταμορφωθεί σε Μέγα; Το ίδιο και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Με την Ανθούσα για μητέρα του, άνθισε ολόκληρος… Και ο Γρηγόριος. Πώς αλλιώς θα γινόταν Θεολόγος δίχως τη Νάννα στο πλευρό του; Η μητέρα, ότι ιερότερο στον κόσμο, φυτεύει το λουλούδι για το άρωμα του αύριο. Σπέρνει τη ζωή… Νικά κάθε θάνατο…

     Και οι τρεις άνθρωποι αληθινοί με ανοιχτότητα νου. Πανεπιστήμονες του καιρού τους και με την καρδιά πάντα γεμάτη από εκείνη την ανυπόκριτη αγάπη. Τη μόνη αληθινή. Αντιστάθηκαν στην εξουσία της εποχής τους. Απέδειξαν εν έργω και όχι μονάχα εν λόγω τα πιστεύω και τις αρχές τους. Έδωσαν τα φώτα του νου τους σε μια εποχή σκότους και φανατισμού. Έδωσαν στο τέλος την ίδια τους τη ζωή. Παραμένουν το ίδιο διαχρονικοί και επίκαιροι παρά ποτέ. Οι Τρεις Ιεράρχες με την ευρύτατη παιδεία τους, το ήθος του χαρακτήρα τους και το παράδειγμα της ζωής τους, άνοιξαν για όλους εμάς νέους δρόμους προς το μέλλον. Και τον ομορφότερο απ’ όλους. Το δρόμο της ζωής…

ΠΗΓΗ:ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ

[1] Ανδρέα Αργυρόπουλου, Το επαναστατικό μήνυμα των Τριών Ιεραρχών και η εποχή μας, Ομιλία που εκφωνήθηκε στο Δημοτικό θέατρο Μυτιλήνης, στα πλαίσια της εκδήλωσης που οργάνωσε η Περιφερειακή Δ/νση Εκπαίδευσης Βορείου Αιγαίου για την σχολική εορτή των Τριών Ιεραρχών.

[2] Ανδρέα Αργυρόπουλου, Το επαναστατικό μήνυμα των Τριών Ιεραρχών και η εποχή μας, Ομιλία που εκφωνήθηκε στο Δημοτικό θέατρο Μυτιλήνης, στα πλαίσια της εκδήλωσης που οργάνωσε η Περιφερειακή Δ/νση Εκπαίδευσης Βορείου Αιγαίου για την σχολική εορτή των Τριών Ιεραρχών.





 

Παιδεία και εκπαίδευση κατά τους Τρεις Ιεράρχες

29 Ιανουαρίου 2023

Η σημερινή ομιλία, σεβαστοί πατέρες, αξιότιμοι εκπρόσωποι των πολιτικών, στρατιωτικών και εκπαιδευτικών άρχων, αγαπητοί συνάδελφοι, αγαπητοί μαθητές, αγαπητοί αδελφοί, θα είναι αφιερωμένη όχι στη ζωή και στη δράση των προστατών της ελληνικής παιδείας Τριών Ιεραρχών, αλλά σε ένα θέμα επίκαιρο και σπουδαίο, όπως το είδαν οι τρεις μέγιστοι φωστήρες πού γιορτάζουμε σήμερα, στο θέμα της παιδείας.

Επειδή όμως το θέμα είναι τεράστιο, θα περιοριστώ στη διάκριση μεταξύ παιδείας και εκπαίδευσης, έννοιες πού πολλές φορές ταυτίζονται ή συγχέονται από ορισμένους. Διαφέρουν ωστόσο μεταξύ τους όχι μόνο εννοιολογικά, αλλά και ουσιαστικά. Ευρύτερη είναι η έννοια της παιδείας, περιορισμένου εύρους και βάθους η έννοια της εκπαίδευσης. Η παιδεία εμπεριέχει την εκπαίδευση. Η εκπαίδευση είναι μέρος μόνο της παιδείας. Υπερέχει δε ποιοτικά και ηθικά η παιδεία απέναντι στην εκπαίδευση. Ο ι. Χρυσόστομος την εγκωμιάζει ως «τέχνη τεχνών και επιστήμη επιστημών», απείρως σπουδαιότερη από το έργο ενός αγαλματοποιού. Ο Μ. Βασίλειος την ορίζει «ως αγωγή ωφέλιμη στην ψυχή, πού έχει τη δύναμη να την καθαρίσει από τις κηλίδες της κακίας» και ως «τιμιότερη πολλών χρημάτων» (1). Ο δε Γρηγόριος ο Θεολόγος την χαρακτηρίζει ως «πρώτο και μέγιστο καλό για τους ανθρώπους» (2). «Η παιδεία εμπνέει αξίες και ιδανικά, στρέφει το βλέμμα του νέου σε υψηλά οράματα» (3).

Την αξία της Παιδείας είχαν εκτιμήσει δεόντως οι αρχαίοι Έλληνες, τους οποίους σπούδασαν οι Τρεις Ιεράρχες, πού μέσω του φιλοσόφου Αρίστιππου διεκήρυξαν πώς είναι προτιμότερο να είσαι ζητιάνος παρά απαίδευτος: «άμεινον επαίτην ή απαίδευτον είναι». Τί είναι όμως η παιδεία κατά τους Τρεις Ιεράρχες;

Παιδεία είναι η διαδικασία ανάπτυξης του ανθρώπου σε πρόσωπο, σε ολοκληρωμένη προσωπικότητα. Είναι η σκόπιμη και συνειδητή προσπάθεια για πνευματική καλλιέργεια και τελείωση και κοινωνική ένταξη του άνθρωπου. Δεν είναι συσσώρευση εγκυκλοπαιδικών γνώσεων. Δεν είναι πολυμάθεια κατά τον ί. Χρυσόστομο. Δεν είναι γυμναστική της διάνοιας, αλλά του συνόλου των ψυχικών και πνευματικών δυνάμεων του ανθρώπου. Η παιδεία δεν σταματά στην απόκτηση ενός ή περισσοτέρων πτυχίων, αλλά παρουσιάζει δυναμική πορεία εξέλιξης και ανάπτυξης σε ολόκληρη τη ζωή του ανθρώπου. Κατά τον Μ. Βασίλειο μάλιστα είναι το μόνο αγαθό πού παραμένει αναφαίρετο και μετά τον θάνατο του άνθρωπου. «Παιδεία μόνη των κτημάτων αναφαίρετον και ζώντι και τελευτήσαντι παραμένουσα».

Η παιδεία των Τριών Ιεραρχών είναι θεοκεντρική και αποβλέπει στην εν Χριστώ τελείωση του ανθρώπου. Κατά τον Μ. Βασίλειο σκοπός της παιδείας είναι: «ομοιωθήναι Θεώ κατά το δυνατόν ανθρώπου φύσει» (4). Ο δε ί. Χρυσόστομος γράφει «θα ονομάσω άνθρωπο εκείνον πού διασώζει την εικόνα του Θεού. Άνθρωπος είναι όποιος ακολουθεί τις εντολές του Θεού (5). Κάθε άνθρωπος είναι κατά τον Μ. Βασίλειο «Θεός κεκελευσμένος», έχει δηλαδή την εντολή μέσα του να γίνει κατά χάρη Θεός. Η αξία ή η απαξία του ανθρώπου ορίζεται από τη σχέση του με τον Θεό. Αντίθετα η αποξένωση και η εναντίωση του στο Θεό τον μετατρέπει σε αθεόφοβο ή θεομπαίχτη. Πόσες συμφορές θα μπορούσαν να είχαν αποτραπεί, εάν η αθεοφοβία μετατρεπόταν σε θεοφιλία. «Ει τους παίδας επαιδεύομεν φίλους είναι τω Θεώ πάντα αν ανεπήδησε τα λυπηρά και μυρίων απηλλάγη κακών ο βίος ο παρών» (6), γράφει ο ι. Χρυσόστομος (θα απαλλασσόταν ο βίος μας από μύρια κακά, αν παιδεύαμε τα παιδιά μας να γίνουν φίλοι με τον Θεό). Η αθεοφοβία και η θεομπαιξία στοίχισαν ήδη αφάνταστα στην κοινωνία μας και η κρίση πού διέρχεται η χώρα μας δεν είναι άσχετη από αυτές. Ο αθεόφοβος και θεομπαίχτης δεν έχει ηθικές αναστολές στις εγωιστικές του επιδιώξεις. Θα είχε δε μεγάλο όφελος η πολιτεία, εάν μπορούσε να καλλιεργήσει θεοφιλώς τους νεαρούς πολίτες της μέσω της παιδείας της. Δεν είναι αδικαιολόγητη μια γερμανική παροιμία πού ταυτίζει τον καλό χριστιανό με τον καλό πολίτη.

Η παιδεία πού θέλουν οι Τρεις Ιεράρχες είναι παιδεία με υγιή πρότυπα. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδουν στο πρόσωπο, στο ήθος και στο παράδειγμα του δασκάλου. Η σχέση δασκάλου και μαθητή παραλληλίζεται με τη σχέση πνευματικού πατέρα και πνευματικού τέκνου. Στο σημείο αυτό ταυτίζονται παιδαγωγία και ποιμαντική. Σχολείο και Ναός στον πολιτισμό μας βρίσκονται σε σχέση αμοιβαιότητας και συμπληρωματικότητας, ως χώροι διαμόρφωσης και διαποίμανσης του ανθρώπου. Ο Μ. Βασίλειος παραπονείται ότι άκουσε από πολλούς δασκάλους λόγια ψυχωφελή, δε βρήκε όμως σε όλους την αρετή πού θα ήταν αντάξια των λόγων (7). «Ο γαρ μη ποιών και διδάσκων αναξιόπιστος εστίν εις ώφέλειαν» (8). Ως υγιές και αιώνιο πρότυπο προβάλλουν στα έργα τους το πρόσωπο του Χριστού. Και ως τέτοιο πρότυπο αναρτούμε και εμείς στις αίθουσες των σχολείων μας την εικόνα του Χριστού, της Παναγίας και τις εικόνες των Τριών Ιεραρχών. Δεν αποτελούν λατρευτικά αντικείμενα. Δεν ανάβουμε κεριά και καντήλια μπροστά τους. Δεν τις θυμιατίζουμε, όπως στην Εκκλησία. Δεν τελούμε ενώπιον τους θρησκευτικές τελετές. Τις τοποθετούμε στις αίθουσες των σχολείων για να προβάλλουμε πρότυπα στους μαθητές μας. Για να υπενθυμίζουμε την παράδοση και τον πολιτισμό μας. Επομένως ή απαίτηση υστέρα από απόφαση δικαστηρίου της μεταχριστιανικής Ευρώπης, την οποία έσπευσαν να υιοθετήσουν ορισμένοι, η απαίτηση αποκαθήλωσης και απομάκρυνσης των εικόνων από τις σχολικές αίθουσες με το έωλο επιχείρημα της προσβολής της θρησκευτικής συνείδησης ετερόδοξων και ετερόθρησκων μαθητών προσκρούει όχι μόνο στις αρχές της ορθόδοξης θεολογίας μας, αλλά και της ίδιας της Παιδαγωγικής Επιστήμης. Οι νέοι χρειάζονται πρότυπα, ορατά πρότυπα. Πρότυπα πού δεν θα τους απογοητεύουν. Και καλύτερα πρότυπα από το πρότυπο του Χριστού, της Παναγίας και των αγίων μας δεν υπάρχουν.

Η παιδεία των Τριών Ιεραρχών βοηθεί στην ιεράρχηση των ανθρωπίνων και στη δημιουργία ρεαλιστικής βιοθεωρίας. Έχει μεγάλη σημασία να μπορούν να ιεραρχούν οι νέοι και να βάζουν προτεραιότητες στη ζωή τους, να έχουν αυτογνωσία. «Μικρός ειμί και μέγας», γράφει ό Θεολόγος Γρηγόριος, «ταπεινός και υψηλός, θνητός και αθάνατος, επίγειος και ουράνιος» (9). Η ιεράρχηση των ανθρωπίνων οδηγεί, κατά τον Μ. Βασίλειο, στο: «Υπεροράν μεν σαρκός, παρέρχεται γαρ, επιμελείσθαι δε ψυχής πράγματος αθανάτου» (10). Ο δε ί. Χρυσόστομος επαναλαμβάνει: «Αποδημία ό παρών βίος …οδίτης ει …πανδοχείον εστίν ο παρών βίος» (11). Πόσο ρεαλιστική αντιμετώπιση της προσωρινότητας των ανθρωπίνων πραγμάτων, πού συμβάλλει τα μέγιστα στην ομαλή συμβίωση των ανθρώπων και αποτρέπει φαινόμενα αλαζονείας και εγωκεντρισμού πού θηριοποιούν τον άνθρωπο και τον μετατρέπουν σε λύκο για τον συνάνθρωπο του! Ηοmο homini lupus.

Η παιδεία των Τριών Ιεραρχών είναι ζήτηση της αλήθειας και μύηση σ’ αυτή. Αυτό σημαίνει ο ελληνικός ορός φιλοσοφία. Η ζητούμενη δε σοφία είναι κατ’ αυτούς ο Ιησούς Χριστός ως ένσαρκη Αλήθεια. «Εγώ ειμί, η Οδός και η Αλήθεια και η Ζωή». Απώτερος όμως σκοπός της παιδείας είναι η ολοτελής ένταξη του νέου άνθρωπου στο κοινωνικό σύνολο, η κοινωνικοποίηση του. Είναι επομένως παιδεία κοινωνική πού αποτρέπει κάθε σύγκρουση, πραγματική η υποθετική προσώπου και κοινωνίας. Ο Μ. Βασίλειος είναι εκείνος πού οργάνωσε το κοινόβιο, ως συνέχεια των αρχαίων ελληνικών «κοινών», τα οποία θαύμαζε. «Αιδεσθώμεν», έλεγε, «τα των Ελλήνων κοινά». Ας έρθουμε όμως και στην εκπαίδευση. Τί είναι εκπαίδευση;

Η εκπαίδευση είναι το σύστημα, η μέθοδος, το μέσο απόκτησης και βίωσης της γνώσης. Είναι η υπηρέτρια της παιδείας. Είναι τα εκπαιδευτικά προγράμματα πού εκπονούνται για την καλύτερη προσφορά της παιδείας. Είναι ακόμη η υλικοτεχνική υποδομή και η κατάρτιση του εμψύχου υλικού. Είναι εκείνη πού παρέχει γνωστικά εφόδια και τεχνικές δεξιότητες πού θα βοηθήσουν τον νέο πρωτίστως στην επαγγελματική του αποκατάσταση. Είναι εκείνη πού ολοένα και περισσότερο στις ήμερες μας συνδέεται με την αγορά εργασίας, την επιχειρηματικότητα, την παραγωγή, την ανταγωνιστικότητα. Η λεγόμενη «Διακήρυξη της Μπολόνια» του 1998, και ή «Διακήρυξη της Πράγας» του 2001 έχουν ως στόχο να πετύχουν σύγκλιση των συστημάτων Ανώτατης Εκπαίδευσης των ευρωπαϊκών χωρών σε ενιαίο σύστημα, ώστε να είναι ανταγωνιστικό προς αυτό των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, ώστε να εναρμονιστεί πλήρως με τις ανάγκες των επιχειρήσεων. Αυτό σημαίνει: γρήγορη παραγωγή με μικρό κόστος. Και οι μεν διακηρύξεις αυτές αφορούν σε πρώτη φάση στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Είναι όμως περισσότερο από βέβαιο ότι επηρεάζουν και τα προγράμματα τόσο της Πρωτοβάθμιας όσο -πολύ περισσότερο- και της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Προγράμματα επιχειρηματικότητας έχουν εισαχθεί ήδη στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Επειδή δε δεν μπορεί να γιγαντώνεται επ’ άπειρο το ωρολόγιο πρόγραμμα του σχολείου από την συνεχή προσθήκη νέων μαθημάτων και προγραμμάτων (ήδη κατά απάνθρωπο τρόπο γίνονται οχτάωρα μαθήματα σε Γυμνάσια) τίθεται ζήτημα αφαίρεσης, μείωσης η προαιρετικοποίησης -δηλαδή υποβάθμισης-άλλων μαθημάτων. Αυτά δε πού είναι στο στόχαστρο υποβάθμισης δεν είναι τα μαθήματα εκπαίδευσης η κατάρτισης, αλλά τα μαθήματα πού παρέχουν παιδεία. Έτσι εξηγείται και η προσπάθεια προαιρετικοποίησης του μαθήματος των θρησκευτικών, εκείνου του μαθήματος δηλαδή πού κατ’ εξοχήν συμφωνεί με τις παιδαγωγικές αρχές των Τριών Ιεραρχών. Το μάθημα θρησκευτικών είναι μάθημα παιδείας. Παρατηρείται δηλαδή μια διαδικασία ριζικής υποχώρησης της παιδείας και επικυριαρχίας της εκπαίδευσης και κατάρτισης, μια διαδικασία εκπαιδευτικοποίησης της παιδείας, η οποία από διαδικασία ανάπτυξης της προσωπικότητας του άνθρωπου, όπως τη θέλουν οι σήμερα εορταζόμενοι άγιοι, μεταβάλλεται σε «διαδικασία δημιουργίας εμψύχων ηλεκτρονικών υπολογιστών».

Φτάσαμε όμως στο σημείο, ενώ διαθέτουμε στην εποχή μας τεχνολογικές, επιστημονικές, οικονομικές και εκπαιδευτικές προϋποθέσεις ασύγκριτα καλύτερες από παλιότερες εποχές, η ποιότητα της ζωής να μη καλυτερεύει ή η καλυτέρευση της, στους τομείς πού αυτό επιτυγχάνεται να είναι δυσανάλογα χαμηλότερη. Στους κύκλους της διανόησης είναι πλέον διάχυτη η άποψη ότι η ανάπτυξη της τεχνολογίας συνεπάγεται την υποβάθμιση της ποιότητας ζωής, την κρίση των ανθρωπιστικών άξιων, τον απάνθρωπο εξορθολογισμό των διανθρώπινων σχέσεων και της κοινωνικής ζωής γενικά, τον υποβιβασμό του άνθρωπου σε μηχανή και των προϊόντων της τέχνης, του πολιτισμού σε εμπόρευμα. Γίνεται λόγος για «τεχνολογική απανθρωπιά», εναντίον της οποίας μόνο μια Παιδεία πού δικαιώνει το όνομα της, μια παιδεία όπως την οραματίζονταν οι Τρεις Ιεράρχες και έχει ως επίκεντρο την ποιότητα του ανθρώπου πού πλάθει μπορεί να δράσει Είπαν για τη σημερινή εκπαίδευση ότι τη διακρίνει «μια διανοητική αλαζονεία και ιδεολογική, επιστημονική μεγαλαυχία» (13), ότι «ανασυντάσσεται πάνω στο διευρυμένο πεδίο των Φυσικών Επιστημών και της Υψηλής Τεχνολογίας.,. μέσα σ’ ένα πυκνότατο δίκτυο Πληροφοριών», πού αποτελούν «τροφή του νου», αλλά «ατροφία της ψυχής», εκείνης πού γεννά το ήθος του άνθρωπου, πού πλάθει χαρακτήρες και ανεβάζει το πρόσωπο του σε προσωπικότητα» (14).

Μια εκπαίδευση όμως χωρίς παιδεία, πού παράγει ενδεχομένως «ιδιοφυείς επιστήμονες» και άριστα καταρτισμένους τεχνοκράτες, οι όποιοι όμως έχουν «νεκρωμένη συνείδηση και νεκρωμένη βούληση», «μπορεί να αποτελέσει απειλή πολλαπλή και κίνδυνο φοβερών διαστάσεων» (15). Τέτοιοι ιδιοφυείς επιστήμονες και τεχνοκράτες υπηρέτησαν ήδη «εξωανθρώπινους σκοπούς και «χάρισαν» στην ανθρωπότητα πυρηνικά μανιτάρια και θαλάμους αερίων θαυμαστής πράγματι τελειότητας…» (16). Επαληθεύθηκε έτσι ο λόγος του Πλάτωνα: «Πασά επιστήμη χωριζόμενη δικαιοσύνης και της άλλης αρετής, πανουργία, ου σοφία φαίνεται».

Τίθεται όμως το ερώτημα: Τί μέλλει γενέσθαι; Θα παραμείνουμε στον 21ο αι. στις παιδαγωγικές αρχές των Τριών Ιεραρχών; Δεν είναι απαραίτητη και η εκπαίδευση και κατάρτιση των νέων, πού θα τους καταστήσει ικανούς να αντιμετωπίσουν και τις απαιτήσεις της παρούσας ζωής; Οι Τρεις Ιεράρχες είναι αρκετά ρεαλιστικοί στην εκτίμηση των πραγμάτων. Θέτουν μεν ως ύψιστο στόχο την εν Χριστώ μόρφωση και τελείωση των νεαρών υπάρξεων, αξιολογούν όμως πολύ θετικά και την τεχνική εκπαίδευση. Σε μια εποχή πού οι χειρωνακτικές τέχνες χαρακτηρίζονταν βάναυσες θα πει ο ι. Χρυσόστομος: «Ας μη περιφρονούμε τους χειρώνακτες, αλλά μάλλον να τους μακαρίσουμε» (17). Προτρέπει μάλιστα να θαυμάζουμε τον λασπωμένο και μουντζουρωμένο εργάτη (18), ενώ ντροπή θα πρέπει να αισθάνονται, «όσοι παραμένουν άεργοι και όσοι ζουν από τους κόπους άλλων» (19). Το ζητούμενο επομένως και σύμφωνα με τη διδασκαλία των Τριών Ιεραρχών είναι να υπάρχει ένας άριστος συνδυασμός παιδείας και εκπαίδευσης.

Ούτε παιδαγωγικό ποίηση της εκπαίδευσης είναι νοητή, από την οποία θα λείπουν τα προγράμματα κατάρτισης για την αντιμετώπιση των αναγκών αυτής της ζωής, ούτε όμως και εκπαιδευτικοποίηση της παιδείας, από την οποία θα απουσιάζουν οι στόχοι καλλιέργειας της πνευματικότητας και της ανάδειξης των νεαρών υπάρξεων σε ολοκληρωμένες προσωπικότητες.

Τον συνδυασμό παιδείας και εκπαίδευσης διαβάζει κανείς στον Άγιο Ιωάννη της Κρωστάνδης, μ’ ένα σύντομο κείμενο του οποίου κλείνω την ομιλία μου: «Αν διδάσκεις παιδιά, είτε δικά σου είτε ξένα, προσπάθησε να σκεφτείς ότι κάνεις έργο Θεού. Να τα διδάσκεις με ζήλο, να χρησιμοποιείς τα καλλίτερα μέσα για να κάνεις τη διδασκαλία σαφή, κατανοητή, πλήρη κι όσο το δυνατό πιο αποδοτική» (20). Αμήν.

Υποσημειώσεις

1. Ρ. Ο. 31, 396Α

2. Π.Γ. 37, 682

3. Καργάκος Σ., Προβληματισμοί, ένας διάλογος με τους νέους, τ. Γ, Αθήνα 1989, σ. 190

4. Ρ. Ο. 32, 69

5 Ρ. Ο. 53, 201

6. Ρ. Θ. 51, 327

7. Ρ. Ο. 32, 358

8. Ρ. Ο. 30, 497

9. Ρ. Ο 35, 785

10. Ρ. Ο. 31, 204

11. Ρ. Ο. 52, 401

12. Σύγκρ. Τσιρόπουλος Κ., Ή υπόθεση του ανθρώπου. Αποτίμηση του Εικοστού Αιώνα, Αθήνα 1995, σ.129

13. Όπ. π. 132

14. Όπ. π.

15. Σύγκρ. Καργάκος Σ., Προβληματισμοί, 186 εξ.

16. Σύγκρ. οπ. παρ. 186

17. Ρ. Ο. 51,193

18. Σύγκρ. Ρ. Ο. 61,1017

19. Σύγκρ. Ρ.Ο. 61, 47

20. Αγ. Ιωάννη της Κρωστάνδης, Η εν Χριστώ ζωή μου, μετάφραση Μπότση Π., Αθήνα 2003, σ. 293.

Πηγή:  Περιοδικό Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων «Κοινωνία», τεύχος 4, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2011

ΠΗΓΗ:ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ

  Η κοινωνική προσφορά των Τριών Ιεραρχών μέσα στον κόσμο.



Τού Δημητρίου Καραμάτσκου

Φιλανθρωπία

Εάν κάνουμε μια γενική θεώρηση της εποχής των Τριών Ιεραρχών, θα διαπιστώσουμε ότι, τα κύρια χαρακτηριστικά της εποχής αυτής ήταν η αλλαγή της πολιτικής νοοτροπίας, που προήλθε απ’ την κατάρρευση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και την ανάπτυξη της Ανατολής. Με την συνεχή μετακίνηση και τους πολέμους των διάφορων βάρβαρων φύλων έχουμε μια κοινωνική ανησυχία και αστάθεια που έφερε και την οικονομική αταξία. Η άνιση κατανομή των αγαθών, η εκμετάλλευση των φτωχών απ’ τους ισχυρούς -κύρια θέματα στα έργα του Χρυσοστόμου, αλλά και του Βασιλείου- η δουλεία, η μετακίνηση πληθυσμών στα μεγάλα αστικά κέντρα, είχαν ως αποτέλεσμα τη φτώχεια, τη δυστυχία και την κοινωνική ακαταστασία.

Μια εικόνα της κατάστασης αυτής μας δίνουν οι ίδιοι οι τρεις Ιεράρχες. Ο Μ. Βασίλειος μιλάει για «λιμό αγάπης». «Χάθηκε, λέγει, η δικαιοσύνη και ο καθένας κάνει ό,τι θέλει, και πνίγεται στη μονότητα και την ατομικότητά του».

Το κοινωνικό «πιστεύω» τους είναι κήρυγμα ισότητας και δικαιοσύνης. Είναι αδιανόητο για τη χριστιανική σκέψη των τριών Πατέρων να υπάρχουν πλούσιοι που χαίρονται τα αγαθά της γης, την ώρα που κάποιοι φτωχοί στερούνται τα πιο απαραίτητα αγαθά για τη συντήρησή τους. Ο Μ. Βασίλειος διδάσκει «να μην επιδιώκουμε την υπεροχή, να γνωρίσουμε την ισοτιμία της φύσεως και να αγαπήσουμε την ισοτιμία προς αυτούς που νομίζουν ότι υστερούν σε κάποια πράγματα» (P. G. 31, 1225).

Η ηθική διδασκαλία του Βασιλείου είναι εξόχως κοινωνική. Πιστεύει ότι αν δεν υπήρχε το έτερον, ο άνθρωπος δε θα μπορούσε να γνωρίσει τον εαυτό του. Τα υλικά αγαθά του ανθρώπου, ο πλούτος, δεν έχουν απόλυτη αξία. Ο σκοπός του πλούτου είναι κοινωνικός και πρέπει να κατανέμεται σ’ εκείνους που έχουν ανάγκη. Η εργασία είναι ευλογημένη, αλλά η εκμετάλλευση του κόπου του άλλου είναι ανεπίτρεπτη. «Κανένας δεν είναι δούλος εκ φύσεως. Διότι ή αφού καταδυναστεύθηκαν, οδηγήθηκαν στον ζυγό της δουλείας όπως συμβαίνει κατά την αιχμαλωσία ή έγιναν δούλοι εξαιτίας της φτώχειας». (Περί Αγ. Πνεύματος P.G. 32, 161-162)

Γράφει ο Μ. Βασίλειος (P. G. 31, 277). «Το ψωμί που κρατάς κρυμμένο ανήκει σ’ εκείνον που πεινά. Τα ρούχα που φυλάς στην αποθήκη σου είναι του γυμνού. Τα υποδήματα που έχεις και σαπίζουν είναι του ξυπόλυτου. Τα λεφτά που τα καταχωνιάζεις είναι εκείνου που δεν έχει».

Σε άλλο σημείο λέει: «Μη φανούμε οι λογικοί άνθρωποι σκληρότεροι από τα ζώα. Γιατί εκείνα χρησιμοποιούν αυτά που από τη φύση της βλαστάνει η γη, από κοινού… Εμείς όμως παίρνουμε για δικά μας αυτά που ανήκουν σε όλους, κρατάμε μόνο για μας αυτά που ανήκουν στους πολλούς… Ας μιμηθούμε την πρώτη ζωή των χριστιανών, που τα είχαν όλα κοινά, τη ζωή, την ψυχή, τη συμφωνία, το τραπέζι κοινό και ήταν αδιαίρετη αδελφότητα, αγάπη ανυπόκριτη, που έκανε τα πολλά σώματα ένα» (P. G. 31, 324/5).

Στο έργο του Ομιλία προς τους πλουτούντας γράφει: «Γνωρίζω ότι πολλοί νηστεύουν, προσεύχονται, στε­νάζουν, φανερώνουν όλη την ανέξοδη ευλάβεια, δεν α­φήνουν όμως ένα οβολό σ’ αυτούς που θλίβονται. Ποιο το όφελος τους από την λοιπήν αρετή; Διότι δεν τους δέ­χεται η βασιλεία των ουρανών, καθώς είναι ευκολότερο, να περάσει μία καμήλα από την τρύπα μιας βελόνας παρά να εισέλθει ένας πλούσιος στην βασιλεία των ουρα­νών». (P.G. 31, 288A)

Για τον Γρηγόριο το Θεολόγο η ισότητα και η δίκαιη κατανομή των αγαθών ξεκινάει από τη μίμηση της δικαιοσύνης και ισότητας του Τριαδικού Θεού. Γράφει: «Να ντραπείτε σεις που κρατάτε όσα ανήκουν στους άλλους και να μιμηθείτε την ισότητα του Θεού και δε θα μείνει κανένας φτωχός. Ας μη καταβάλλουμε κόπους για να θησαυρίζουμε, ενώ άλλοι καταβάλλονται από τη φτώχεια» (P. G. 35, 889).

Μπροστά στη γέννηση και το θάνατο βλέπει ο Γρηγόριος την εξίσωση των ανθρώπων: «Μίαν καί τήν αύτήν γῆν μητέρα ἔχομεν καί τόπον… μηδέν πλέον ἀλλήλων ἔχοντες» (P. G. 36, 225)

Η φιλοπτωχία αποτέλεσε το αντικείμενο μιας ομιλίας του Γρηγορίου, στην οποία γράφει: «Σε όλους τους πτωχούς πρέπει να ανοίξουμε τα σπλάχνα μας και σε όσους κακοπαθούν για οποιαδήποτε αιτία, σύμφωνα με την εντολή «χαίρειν μετὰ χαιρόντων, καὶ κλαίειν μετὰ κλαιόντων» και να προσφέρουμε τον έρανο της χρηστότητάς μας είτε τη χρειάζονται εξαιτίας της χηρείας, είτε εξαιτίας της ορφάνιας, είτε εξαιτίας της αποξένωσης από την πατρίδα τους, είτε εξαιτίας της ωμότητας των δεσποτών και το θράσος των αρχόντων είτε εξαιτίας της απανθρωπίας των εφοριακών είτε εξαιτίας των ληστών και την απληστία των κλεπτών, είτε τη δήμευση είτε το ναυάγιο». (P.G. 35, 864, 1-865, 2).

Το παράδειγμα της φιλανθρωπίας του Χριστού, που μας αγάπησε και έδωσε τη ζωή του για μας είναι αυτό που προβάλλει ο Γρηγόριος, για να παροτρύνει τους πιστούς να μην βδελύσσονται τους λεπρούς, που ήταν αποκρουστικοί και φόβητρο για τους ανθρώπους. Γράφει στο ίδιο έργο «Περί φιλοπτωχείας»: «Εμείς λοιπόν που έχουμε λάβει τέτοιο υπόδειγμα ευσπλαχνίας και συμπαθείας τι μπορούμε να κάνουμε γι’ αυτούς; Θα τους παραβλέψουμε; Θα τους προσπεράσουμε; Θα τους εγκαταλείψουμε σαν νεκρούς, σαν βδελυγμένους, σαν τα ερπετά και τα θηρία; Καθόλου αδελφοί μου. Δεν είναι αυτή η συμπεριφορά για μας, που είμαστε θρέμματα του Χριστού, του αγαθού ποιμένος».

Ο Χρυσόστομος θεωρώντας ότι όλα τα επίγεια αγαθά είναι του Θεού αρνείται ουσιαστικά την ιδιοκτησία και φέρνει στο προσκήνιο την έννοια της χρήσης του πλούτου. Γράφει: «Το δικό μου και το δικό σου είναι απλά λόγια. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν, γιατί δεν έχουμε τίποτε δικό μας, όλα είναι του Θεού» (P. G. 61, 85).

«Γι’ αυτό κλαίω και πονώ – λέγει ο Χρυσόστομος – βλέποντας να σπανίζει τόσο η αρετή ανάμεσά μας, κάθε μέρα να αυξάνει η κακία και η φιλαυτία εκείνων που δεν έχουν φόβο Θεού. Κλαίμε για την ορφάνια και για το ότι οι φτωχοί είναι απροστάτευτοι (από την εκμετάλλευση των πλουσίων)».

Πιστεύει ακόμη ο Χρυσόστομος ότι για ν’ αποκτήσει κάποιος πλούτη θα περάσει αναγκαστικά απ’ το δρόμο της αδικίας. Γράφει λοιπόν: «Πες μου από πού έχεις τον πλούτο σου; από πού τον πήρες; και ο άλλος από πού; από τον παππού του, λέει, από τον πατέρα του. Θα μπορέσεις άραγε, ανεβαίνοντας πολύ πίσω στη γενιά σου, ν’ αποδείξεις ότι η απόκτηση του πλούτου είναι δίκαιη; Δε θα μπορέσεις όμως, αλλά αναγκαστικά η αρχή και η ρίζα της θα ξεκινούν από κάποια αδικία. Από πού το συμπεραίνω; Γιατί ο Θεός από την αρχή δεν έκανε τον ένα πλούσιο και τον άλλο φτωχό… αλλά έδωσε σ’ όλους την ίδια γη» (P. G. 62, 562/3).

Μια γνώμη του Χρυσοστόμου δείχνει πόσο προωθημένος ήταν ο κοινωνικός προβληματισμός των Πατέρων της Εκκλησίας. Ελέγχει με δριμύτητα την ασπλαχνία των πλουσίων και δικαιολογεί τη χρήση βίας από εκείνον που πεινά και θεωρεί αυτή τη βία σαν πράξη άμυνας εναντίον του καταπιεστή. Γράφει: «Δε φρίττεις, άνθρωπε, δεν κοκκινίζεις από ντροπή, όταν χαρακτηρίζεις επιτιθέμενον αυτόν που παλεύει για το ψωμί του; Αυτός αν και φέρεται επιθετικά, ωστόσο δικαιούται τη συμπάθειά μας, γιατί τόσο πολύ πιέζεται από την πείνα, ώστε αναγκάζεται να φορέσει το προσωπείο της επιθετικότητας… Και πρέπει να σου πω ακόμα πως αυτός που επιτίθεται στην πραγματικότητα είσαι συ, γιατί αν και έρχεσαι τακτικά στην Εκκλησία και ακούς τα κηρύγματά μου, στην αγορά εν τούτοις προτιμάς και το χρυσάφι και τις επιθυμίες και τις ανθρώπινες φιλίες σου, παρά τις δικές μου προτροπές». (Ερμηνεία στην προς Ρωμαίους Επιστολή, P. G. 60, 535-538).

Το κήρυγμά του δεν περιείχε αφηρημένες έννοιες ευσέβειας, αλλά σαφή και συγκεκριμένα χριστιανικά παραγγέλματα: «Ποιος μπορεί να είναι περισσότερο άδικος από τους γαιοκτήμονες και από αυτούς που καρπώνονται τον πλούτο της γης; Αν εξετάσει κάποιος πώς συμπεριφέρονται προς τους άθλιους και ταλαίπωρους γεωργούς, θα διαπιστώσει ότι είναι περισσότερο άγριοι και από τους βαρβάρους… Τους χρησιμοποιούν σαν όνους και ημιόνους, μάλλον δε σαν λίθους χρησιμοποιούν τα σώματά τους, μη επιτρέποντας ούτε να αναπνεύσουν για λίγο και όταν η γη προσφέρει και όταν δεν προσφέρει το ίδιο τους καταπιέζουν και δεν τους συγχωρούν τίποτε. Τι χειρότερο υπάρχει από αυτό, όταν ενώ κοπιάζουν ολόκληρο χειμώνα και εξαντλούνται στο κρύο και τη βροχή, αναχωρούν με άδεια χέρια και επιπλέον είναι και οφειλέτες… Με ποια λόγια μπορεί να αφηγηθεί κανείς τον τρόπον με τον οποίον μεταχειρίζονται τους ανθρώπους προς ίδιον όφελος, αυτούς που με κόπους και ιδρώτες γεμίζουν τους ληνούς (πατητήρια κρασιού) και τα ελαιοτριβεία και δεν τους επιτρέπουν να πάρουν για το σπίτι τους ούτε ένα μικρό μέρος, αλλά τοποθετούν ολόκληρο τον καρπό στα πιθάρια της παρανομίας τους και γι’ αυτό τον κόπο τους δίνουν λίγα αργύρια;»[2]. (Εδώ έχουμε ήδη την αναφορά στην έννοια της υπεραξίας, που αποτέλεσε τον πυρήνα της Μαρξιστικής φιλοσοφίας. Όπως βλέπουμε οι μεγάλοι πατέρες προηγήθηκαν του Μαρξισμού στην ανάλυση της κοινωνικής αδικίας).

Δεν ήταν κατά του πλούτου, αλλά κατά της εκμετάλλευσης και της κακής χρήσης του πλούτου, ο οποίος μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την άσκηση της αρετής. Γράφει ο ιερός Χρυσόστομος: «Ο πλούτος θεωρείται μεν από πολλούς ότι είναι καλό πράγμα, αλλά δεν είναι καλό απλώς, αν δεν τον χρησιμοποιήσει κάποιος όπως πρέπει. Γιατί αν ο πλούτος ήταν απλώς καλός, θα έπρεπε και αυτοί που τον κατέχουν να είναι καλοί. Αν όμως όλοι οι πλούσιο δεν είναι ενάρετοι αλλά μόνο αυτοί που τον χρησιμοποιούν καλά, ο πλούτος δεν είναι καλός αυτός καθ’ αυτόν αλλά είναι ένα υλικό που βρίσκεται μπροστά μας για την άσκηση της αρετής».[3]

Ενώπιον Θεού οι ενάρετοι είναι οι πραγματικά πλούσιοι, διότι οι άνθρωποι στην επόμενη ζωή το μόνο που μπορούν να πάρουν μαζί τους είναι οι καλές πράξεις και όχι τα υλικά αγαθά. Οι πλούσιοι στη ζωή αυτή, θα κριθούν από το Θεό με αυστηρότερα κριτήρια από ό,τι οι φτωχοί.

Με μια τέτοια θεώρηση της ζωής σαν αφετηρία οι τρεις αυτοί μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας μας γίνονται οι πραγματικοί κοινωνικοί εργάτες, χωριστά απ’ το θεολογικό τους έργο και την προσφορά τους στα Γράμματα. Και αυτή η θεώρηση δεν έμεινε μια απλή θεωρία σε φιλοσοφικό επίπεδο, αλλά έγινε πράξη και ζωή, αγώνας για μια κοινωνία ανθρώπινη, δίκαιη, χριστιανική.

Ο Μ. Βασίλειος άρχισε την ιερατική του σταδιοδρομία με μια θεαματική, όπως θα λέγαμε σήμερα, χειρονομία. Μόλις χειροτονήθηκε διάκονος μοίρασε το μεγαλύτερο μέρος της πατρικής του περιουσίας στους φτωχούς και κατόπιν αποσύρθηκε στον Πόντο μαζί με τον φίλο του Γρηγόριο για μια βαθιά προετοιμασία για το έργο που τον καλούσε ο Θεός κι ο λαός του Θεού ν’ αναλάβει.

Όταν επέστρεψε στην πατρίδα του την Καισάρεια χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και άρχισε αμέσως ένα ευρύ κοινωνικό έργο, που είχε ως αποτέλεσμα αφενός την αντιζηλία του επισκόπου της Καισαρείας Ευσεβίου και αφετέρου τη βαθιά εκτίμηση κι αγάπη του λαού. Γι’ αυτό όταν πέθανε ο Ευσέβιος, όλος ο λαός της Καππαδοκίας στράφηκε μ’ εμπιστοσύνη στον Βασίλειο.

Την περιουσία που του είχε απομείνει τη διέθεσε στα έργα της αγάπης. Ένα τεράστιο κοινωνικό έργο ορθώνεται με τις προσπάθειες του Βασιλείου. Ιδρύει ένα ολόκληρο συγκρότημα φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, που περιλάμβανε πτωχοκομείο, ορφανοτροφείο, γηροκομείο, ξενώνες και νοσοκομείο.

Μέχρι τότε κανένας κρατικός φορέας δεν είχε ενδιαφερθεί για τον πόνο και τις ανάγκες των μαζών, για το φτωχό λαό. Τώρα αρχίζει η κοινωνική μέριμνα και συστηματοποιείται. Ολόκληρη πόλη αποτελούσαν τα ιδρύματα αυτά, που ονομάστηκαν «Βασιλειάδα». Ο ίδιος συχνά υπηρετούσε στα ιδρύματα δίνοντας το παράδειγμα σ’ όσους είχαν επιφορτισθεί με τη λειτουργία τους.

Στα κηρύγματά του κήρυσσε πάντα την κοινωνική ισότητα, που επιτυγχάνεται μόνο με την αγάπη, την έμπρακτη αγάπη, που ο ίδιος εφάρμοσε.

Ο Βασίλειος ευεργετούσε τους πάντες χωρίς διακρίσεις θρησκεύματος και εθνικότητας, ενώ σε δογματικά θέματα στάθηκε ακέραιος. Έτσι σ’ ένα λιμό, που το 368 μ.Χ. ξέσπασε στην Καισάρεια, ο Βασίλειος ευεργέτησε με τη Βασιλειάδα τους πάντες, Ορθοδόξους και Αρειανούς, Εθνικούς και Ιουδαίους.

Οι βαριές κοινωνικές και εκκλησιαστικές φροντίδες ήταν δυσβάστακτες για τον ασθενικό Ιεράρχη κι έτσι σε ηλικία μόλις 49 ετών πέθανε αφήνοντας πίσω ένα τεράστιο κοινωνικό και ηθικό έργο. Στην κηδεία του τόση ήταν η συρροή του κόσμου και ο συνωστισμός, ώστε πέθαναν μερικοί και μακαρίστηκαν απ’ τους συγχρόνους τους, γιατί συναπέθαναν με τέτοιον άνδρα. Ο Βασίλειος ίσως είναι ο μοναδικός στην ιστορία του κόσμου που ονομάστηκε, όταν ζούσε, απ’ τους συγχρόνους του «Μέγας».

Ένας απ’ τους ευγενέστερους χαρακτήρες του χριστιανικού Ελληνισμού, όπως πολύ εύστοχα ονομάστηκε, είναι ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός. Εκ φύσεως ήταν χαρακτήρας ευαίσθητος, επιεικής και φιλήσυχος. Όπως όλοι οι Μεγάλοι Πατέρες προσπάθειά του μόνιμη ήταν να συνδυάσει τη διδασκαλία με την πράξη, τη θεωρία με τη ζωή. Επιστρέφοντας από τον Πόντο, όπου ασκήτεψε με τον φίλο του Βασίλειο, βοήθησε τον πατέρα του Γρηγόριο, που ήταν επίσκοπος Ναζιανζού, στο κοινωνικό του έργο. Επίσης, σ’ όλη του την ιερατική σταδιοδρομία, και ως διάκονος, ως πρεσβύτερος και ως επίσκοπος, ενδιαφέρεται άμεσα για το λαό του Θεού σαν πραγματικός ποιμένας και αφιερώνεται πέρα απ’ το διδακτικό έργο σε μια κοινωνική μάχη για τα δίκαια του λαού, βοηθώντας το ποίμνιό του και τους φτωχούς γενικότερα σε κάθε ανάγκη ως πραγματικός ποιμένας.

Στην πατρίδα του τη Ναζιανζό υπερασπίζει το λαό απ’ τις καταπιέσεις και αυθαιρεσίες των πολιτικών αρχών. Η παντοδυναμία των αυτοκρατόρων και των επιτρόπων στις επαρχίες ήταν ανεξέλεγκτη. Σαν πραγματικός ποιμένας ύψωσε το ανάστημά του υπέρ των φτωχών και αδικουμένων, ζητώντας επιείκεια και δικαιοσύνη. Η επέμβαση του Γρηγορίου ήταν απαραίτητη, γιατί η κοινωνία ήταν παραδομένη στη διάθεση της απόλυτης μοναρχίας και των οργάνων της.

Η ζωή του ήταν απλή και φτωχή και κατά την περίοδο που ήταν επίσκοπος. Αυτό δυσαρέστησε τους αυλικούς και τους πλούσιους, γιατί ήλεγχε τη δική τους πολυτέλεια και την κενοδοξία, καθώς και τους ψευδοζηλωτές ιερωμένους και λαϊκούς, γιατί έδειχνε επιείκεια και συμπάθεια στους αδύνατους και σε όσους έσφαλλαν.

Όσον καιρό ήταν Αρχιεπίσκοπος, αλλά και αργότερα, οργάνωσε το κοινωνικό έργο της Εκκλησίας φροντίζοντας πέρα απ’ τις πνευματικές και για τις υλικές ανάγκες του λαού. Με διαθήκη του άφηνε όλη την περιουσία του στους φτωχούς της Εκκλησίας. Σίγουρα ήταν ένα πνεύμα περισσότερο θεωρητικό, με θεολογικό και ποιητικό έργο τεράστιο, χωρίς όμως να παραμελεί και το κοινωνικό έργο, όπως είπαμε.

Τέλος ο Ιωάννης, που ονομάστηκε Χρυσόστομος για τη ρητορική του δεινότητα, εργάστηκε ένα τεράστιο κοινωνικό έργο και άφησε κληρονομιά σε μας ένα παράδειγμα έξοχου διδασκάλου, πραγματικού Επισκόπου και ποιμένα. Ήταν ο αγαθότερος, ο πραότερος, ο επιεικέστερος των ανθρώπων, όταν επρόκειτο να σωφρονίσει, να συμβουλεύσει, συγκαταβατικός προς τους αδύνατους, αλλά αδυσώπητος προς την κακία και ασυνθηκολόγητος. Ως Αρχιεπίσκοπος περιόδευσε τη Λυκία και τη Φρυγία και πραγματοποίησε ένα πραγματικό ξεκαθάρισμα στις τάξεις του κλήρου. Καθαίρεσε δεκατρείς (13) Επισκόπους λέγοντας απροκάλυπτα, ότι το δηλητήριο της ακολασίας και της Σιμωνίας, της εξαγοράς δηλαδή με χρήματα των εκκλησιαστικών αξιωμάτων, είχε εισχωρήσει στις τάξεις του κλήρου. 

Κεραυνοβόλησε τη μαλθακότητα και την ακόλαστη ζωή των μεγιστάνων και των διεφθαρμένων κληρικών. Δεν κατονόμαζε τους διεφθαρμένους, για να μην κηλιδώνονται ονόματα, αλλά στηλίτευε τις ακόλαστες πράξεις τους. Είχε όλο το λαό με το μέρος του, έγινε το ίνδαλμα για τους κατατρεγμένους αλλά ήταν αδύνατο, αργά ή γρήγορα, να μην έρθει σε ρήξη με τις ανώτερες κοινωνικές τάξεις, το μεγαλύτερο μέρος τους κλήρου, που τα κηρύγματά του τους ήταν αφόρητα, και την ίδια την κυβέρνηση. Η Κωνσταντινούπολη έγινε δυο στρατόπεδα. Ο λαός με το μέρος του και οι ανώτερες κοινωνικές τάξεις εναντίον του. Εναντίον του στράφηκαν και ορισμένες κυρίες της βασιλικής αυλής, των οποίων τις αδυναμίες και την έκλυτη ζωή σατίριζε ο Χρυσόστομος. Επίσης η αυτοκράτειρα Ευδοξία στράφηκε εναντίον του και τον απομάκρυνε από την Κωνσταντινούπολη σαν ενοχλητικό ελεγκτή.

Όπως και οι άλλοι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας και ο Χρυσόστομος έστρεψε την προσοχή του στην άσκηση της φιλανθρωπίας περιθάλποντας στους κόλπους της Εκκλησίας όσους είχαν ανάγκη. Όταν ήταν στην Αντιόχεια, υπήρχε πλήθος ζητιάνων και τα 8/10 των κατοίκων της Αντιόχειας πεινούσε. Έτσι ίδρυσε ευαγή ιδρύματα, όπως πτωχοκομεία και γηροκομεία και καθιέρωσε το συσσίτιο για τους φτωχούς. Η Εκκλησία υπό την καθοδήγηση και φροντίδα του είχε αναλάβει τη διατροφή των φτωχών, των αρρώστων, των ξένων και των φυλακισμένων. Διέτρεφε τρεις χιλιάδες (3.000) χήρες και ορφανά και κοπέλες που ήταν άπορες. Στην Κωνσταντινούπολη ίδρυσε μια πλειάδα ευαγών ιδρυμάτων με σκοπό την ανακούφιση των φτωχών, ορφανών, ξένων και αρρώστων. Οργάνωσε και εκεί, όπως στην πατρίδα του το ημερήσιο συσσίτιο με το οποίο έτρεφε τους απόρους της Πόλης. Εφτά χιλιάδες (7.000) χήρες και ορφανά βρήκαν προστασία κοντά του. Όχι μόνο με το ζωντανό παράδειγμα, αλλά και με τα κηρύγματά του χτυπούσε τη πλουτομανία και τη φοβερή επίδειξη πλούτου. Κατήργησε κάθε πολυτέλεια στην εκκλησία, ενώ περιόρισε στο ελάχιστο τα έξοδα διατροφής του κλήρου, συγκέντρωσε και πούλησε διάφορα πολύτιμα σκεύη και τιμαλφή των ναών, που δεν ήταν απαραίτητα και τα χρήματα αυτά τα αξιοποίησε για έργα αγάπης.

Μεγάλο υπήρξε το ενδιαφέρον του Χρυσοστόμου για την Ιεραποστολή και τον εκπολιτισμό διάφορων βάρβαρων φυλών. Οργάνωσε ιεραποστολές στους Σκύθες, τους Γότθους, τους Πέρσες και τους Αρμενίους, τους Σύρους, τους Φοίνικες και τους Άραβες. Ακόμα και εξόριστος παρακολουθούσε το ιεραποστολικό έργο με ενδιαφέρον και βοηθούσε οικονομικά προσφέροντας όσα δώρα και χρήματα του χάριζαν οι φίλοι του από την Αντιόχεια και την Κωνσταντινούπολη. Με τα χρήματα αυτά έτρεφε τους φτωχούς της περιοχής, όπου ήταν εξόριστος και εξαγόραζε αιχμαλώτους και δούλους ολοκληρώνοντας το κοινωνικό και φιλανθρωπικό του έργο. Φρόντισε ακόμη οι Γότθοι του Βυζαντίου ν’ αποκτήσουν λατρεία στη δική του γλώσσα, τη γοτθική, ενώ ως τότε χρησιμοποιούσαν την ελληνική που τους ήταν ακατανόητη.

Αυτούς τους πραγματικά μεγάλους Πατέρες τιμά κάθε χρόνο στις 30 Ιανουαρίου η Εκκλησία μας, αλλά και η Παιδεία, γιατί και στα ελληνικά γράμματα και την εν γένει Παιδεία η συμβολή τους ήταν πρωτοποριακή. Δόξασαν το Θεό και λάμπρυναν την Εκκλησία με λόγια και έργα. Στάθηκαν κοντά στον άνθρωπο, τον πονεμένο και καταφρονεμένο από την εξουσία και τους δυνατούς.

Αυτούς, όπως λέγει ένα τροπάριο του Εσπερινού, αφού συγκεντρωθήκαμε, ας τους ευφημήσουμε. Οι φιλόσοφοι τους σοφούς, οι ιερείς τους ποιμένες, οι αμαρτωλοί τους προστάτες, τους συνοδοιπόρους οι οδοιπόροι, όσοι ταξιδεύουν στη θάλασσα τους κυβερνήτες, οι πάντες ας εγκωμιάσουμε τους θείους Ιεράρχες, «Βασίλειον τόν Μέγαν καί τόν θεολόγον Γρηγόριον σύν τῷ κλεινῷ Ἰωάννῃ τῷ τήν γλῶτταν χρυσορρήμονι».




Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2023

 ΚΥΡΙΑΚΗ   ΙΖ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (ΧΑΝΑΝΑΙΑΣ).

  " Ο Λόγος του Θεού στον Λαό του Θεού"


Θαυματουργίας ανεβάσματα  (Ματθ. ιε΄ 21-28) (Β΄ Κορ. στ΄ 16-ζ΄ 1)

«Και ιδού γυνή Χαναναία, από των ορίων εκείνων εξελθούσα…»

 Η Χαναναία γυναίκα (συροφοίνισσα, ειδωλολάτρισσα), που βίωνε την απόρριψη των συνανθρώπων της και ζούσε στο περιθώριο της κοινωνίας, αποτόλμησε την πιο ηρωική αλλά και σωτήρια έξοδο. Βίωνε το δικό της δράμα σ’ όλη την τραγικότητα που αυτό ξεδιπλωνόταν. Παρόλα αυτά αισθάνθηκε την ανάγκη να ζητήσει το έλεος του Θεού για να σωθεί η θυγατέρα της, η οποία βρισκόταν υπό την κυριαρχία των δαιμονικών δυνάμεων. 

 Είναι χαρακτηριστική η έκφραση που χρησιμοποιείται στην περικοπή. «Εξήλθε των ορίων αυτής» για να συναντήσει τον Σωτήρα Χριστό. Η γυναίκα έκανε την πιο αποφασιστική, την πιο τολμηρή, την πιο θαρραλέα κίνηση της ζωής της.

 Πραγματικά, σύμφωνα με την ανθρώπινη λογική, η γυναίκα εκείνη θα μπορούσε να κατέφευγε σε χίλιες άλλες δυο καταστάσεις που θα της υπόσχονταν ότι θα έσωζαν το παιδί της. Σύμφωνα με την κοσμική νοοτροπία και αντίληψη των πραγμάτων, δεν θα ήταν φυσιολογικό να γνωρίζει και κυρίως να εμπιστεύεται τον Χριστό. Και όμως, αισθανόμενη ότι είναι ο μόνος και αληθινός Σωτήρας, έμελλε να εκδηλώσει υποδειγματική πίστη. 

 Θα πρέπει εδώ να γνωρίζουμε ότι δεν έχει θέση από μόνη της η ψυχρή λογική, η οποία όταν δεν φωτίζεται από την χάρη του Θεού, μόνο σε αδιέξοδα οδηγεί τον άνθρωπο. Στο βάθος της ύπαρξής μας, η σφραγίδα της «εικόνας του Θεού», συνιστά το εφαλτήριο για να συνδεθούμε με το Πρόσωπο του Χριστού. Όπως ακριβώς συνέβη και στην περίπτωση της δυστυχισμένης εκείνης γυναίκας, που φέρει μπροστά μας η σημερινή ευαγγελική διήγηση. Απ’ αυτήν ακριβώς την θεία σφραγίδα ορμώμενη, «εξήλθε των ορίων της» για να συναντήσει τον πραγματικό Σωτήρα.

 Προβάλλει ως ισχυρό παράδειγμα ως προς το πού θα πρέπει να πορευθεί ο άνθρωπος, ιδιαίτερα σήμερα, προς τα πού επιβάλλεται να οδεύσει για να καρπωθεί τη σωτηρία που τόσο εναγωνίως ψάχνει στη ζωή του. Δοκίμαζε και εκείνη τον πόνο και τη συμφορά και μάλιστα στις πιο τραγικές εκφάνσεις τους. Δεν ήταν λίγο πράγμα η μονάκριβή της θυγατέρα να υποφέρει και να ταλαιπωρείται από τις δυνάμεις του σκότους. Η καρδιά της ράγιζε μπροστά σ΄ αυτή την φοβερή δοκιμασία. Όμως η αγάπη του Χριστού την επανατοποθετούσε στην ελπίδα της ζωής, που είναι ο ίδιος ο Χριστός. Ήταν ακριβώς η κινητήρια δύναμη για να ξεπερνάει τα όρια του εγωισμού, να κυριεύει την ύπαρξή της η ταπείνωση και να μην καταλήγει στην απόγνωση και την απελπισία. 

 Αλήθεια, ιδιαίτερα σήμερα που οι λογής κρίσεις και κυρίως η υγειονομική, η οικονομική και κυρίως η ηθική και πνευματική, βυθίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη στα φοβερά εκείνα αδιέξοδα που βιώνουμε καθημερινά, πόσο η αγκίστρωση στην αγάπη του Χριστού θα την επανατοποθετούσε σε μια ορθή αξιολόγηση των πραγμάτων και κυρίως των σταθερών προσανατολισμών της ζωής; Τότε είναι που η απαισιοδοξία και η απόγνωση θα μετατρέπονταν σε δύναμη και ελπίδα ζωής και σωτηρίας.

Ζήτησε έλεος

 Η ομολογία πίστης της ειδωλολάτρισσας εκείνης γυναίκας και κυρίως η εκζήτηση του ελέους του Χριστού για τη θεραπεία της θυγατέρας της, αποκάλυπτε και το εσωτερικό της μεγαλείο και κυρίως την αρχοντιά της ψυχής της.

 Ο ιερός Χρυσόστομος είναι αποκαλυπτικός για το πόσο σημαντικό εγχείρημα στη ζωή του ανθρώπου είναι να ζητεί το έλεος του Χριστού: «Μην ζητήσετε τίποτε άλλο από τον Κύριο παρά μόνο το έλεός Του. Και όταν ζητάτε το έλεος να έχετε στην καρδιά ταπεινοφροσύνη».

 Η Χαναναία γυναίκα άδειασε τον εαυτό της και εμπιστεύθηκε με όλη τη δύναμή της τον Χριστό σε μια θεία ενατένιση πνευματικής και εσωτερικής φόρτιση. Ο άνθρωπος όμως, όπως τον βλέπουμε και στη σημερινή στάση του, εμπιστεύεται συνήθως μόνο τον εαυτό του και στηρίζεται αποκλειστικά στις δικές του δυνάμεις. 

 Ισχυροποιεί μέσα του την αίσθηση ότι δεν έχει ανάγκη την προσευχή αλλά ούτε και την επίκληση του ελέους του Θεού. Βαδίζει μόνος και έρημος στην τραγικότητα του πέπλου της αυτοθεοποίησής του, με όλες τις συνέπειες που τον κυκλώνουν στην καθημερινότητά του.

Η σώζουσα πίστη

 Ακόμα και όταν οι κραυγές και οι παρακλήσεις της γυναίκας δεν φαίνονταν να βρίσκουν ανάλογη ανταπόκριση, γεγονός που προκάλεσε ακόμα και τους μαθητές του Χριστού να δυσανασχετούν, δεν παραιτήθηκε σε καμιά περίπτωση, δεν ολιγοπίστησε, δεν έχασε την ελπίδα της.

 Η πίστη της Χαναναίας γυναίκας ήταν τόσο αυθεντική, που δεν στάθηκαν ικανά τα οποιαδήποτε αρχικά εμπόδια, όπως αυτά φαίνονται μέσα από την ευαγγελική διήγηση, να την λυγίσουν, να την κάμψουν. Από όσο μεγαλύτερες δυσκολίες και εμπόδια περνά αυτή η ειλικρινής πίστη, τόσο πιο πολύ ισχυροποιείται, θεμελιώνεται και φανερώνεται ως αυθεντική κοινωνία και επικοινωνία με τον Χριστό. 

 Ακριβώς, η Χαναναία, με τη ζωντανή της πίστη αφήνει τον εαυτό της να εισέλθει στο χώρο της θαυματουργίας του Χριστού. Ο λόγος του Κυρίου διαπερνά όλη την ύπαρξή της και αποδεικνύεται σωτήριος γιατί η δαιμονισμένη θυγατέρα της θεραπεύεται εκείνη τη στιγμή. Έχει εδώ τη θέση της η αναφορά του Μαξίμου του Ομολογητή όταν λέει ότι ο Θεός έβαλε στην καρδιά του ανθρώπου την επιθυμία για Αυτόν.

  Όταν αυτό συμβαίνει τότε γίνεται μέτοχος κατά χάρη στη ζωή του Θεού και εναρμονίζεται ανάλογα και το θέλημά του. Έτσι, η ανθρώπινη ύπαρξη ανεβαίνει στο επίπεδο της κοινωνίας με τον Θεό και καταξιώνεται στην πιο ευλογημένη και σωτήρια πορεία. Αυτή ακριβώς την ευλογημένη πορεία, καλούμαστε, αγαπητοί αδελφοί, ν΄ ακολουθήσουμε κι εμείς σήμερα.

Αγαπητοί μου, άς εγκολπωθούμε κι εμείς την πίστη που έδειξε η Χαναναία γυναίκα, όπως άλλωστε έπραξαν όλες οι αγιασμένες μορφές που κοσμούν το ευλογημένο στερέωμά της.

 Τότε, ακριβώς, οι όποιες δοκιμασίες και δυσκολίες της ζωής, θα εκβάλλουν όχι σε αδιέξοδα, απογοητεύσεις και απογνώσεις, αλλά στο μεγαλείο της κοινωνίας με τον Χριστό και τον συνάνθρωπο. Γένοιτο.

Χριστάκης Ευσταθίου, Θεολόγος




 

Ἡ κραυγὴ τῆς ψυχῆς μας

 Εὐαγγελικὸ καί Αποστολικό Ἀνάγνωσμα 

Κυριακῆς 29 Ἰανουαρίου 2023


Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 29 Ἰανουαρίου 2023, ΙΖ΄ Ματθαίου (Ματθ. ιε΄ 21-28)

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ξῆλ­θεν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὰ μέ­ρη Τύρου καὶ Σιδῶνος. καὶ ἰδοὺ γυνὴ Χαναναία ἀπὸ τῶν ὁ­ρίων ἐκείνων ἐξελθοῦσα ἐκραύ­γασεν αὐτῷ λέγουσα· ἐλέησόν με, Κύριε, υἱὲ Δαυΐδ· ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται. ὁ δὲ οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῇ λόγον. καὶ προσελθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἠρώτων αὐτὸν λέγοντες· ἀπό­λυσον αὐτήν, ὅτι κράζει ὄπισθεν ἡμῶν. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· οὐκ ἀπεστάλην εἰ μὴ εἰς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ. ἡ δὲ ἐλθοῦσα προσεκύνησεν αὐτῷ λέγουσα· Κύριε, βοήθει μοι. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· οὐκ ἔστι καλὸν λαβεῖν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων καὶ βαλεῖν τοῖς κυναρίοις. ἡ δὲ εἶπε· ναί, Κύριε· καὶ γὰρ τὰ κυνάρια ἐσθίει ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πι­πτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τῶν κυρίων αὐτῶν. τότε ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῇ· ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις! γενηθήτω σοι ὡς θέλεις. καὶ ἰάθη ἡ θυγάτηρ αὐτῆς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης.

 

Η ΚΡΑΥΓΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΑΣ

«Ἐκραύγασεν αὐτῷ λέγουσα· ἐλέησόν με, Κύριε, υἱὲ Δαυΐδ»

Μιὰ συναρπαστικὴ πάλη μᾶς περιέγραψε ἡ εὐαγγελικὴ περικοπὴ ποὺ ἀκούσαμε σήμερα. Ἕναν παράδοξο ἀγώνα ἀνάμεσα στὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ σὲ μιὰ Χαναναία γυναίκα. Καὶ τὸ θαυμαστὸ εἶναι ὅτι στὴν πάλη αὐτὴ νίκησε, θὰ λέγαμε, ἡ Χαναναία, ἡ εἰδωλολάτρισσα. Διότι μὲ τὴ θερμὴ ἱκεσία της εἵλκυσε τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου, ἄκουσε τὸ ἐγκώμιό του καὶ κέρδισε αὐτὸ ποὺ ἐπίμονα ζητοῦσε.

Μὲ ἀφορμὴ λοιπὸν τὸ παράδειγμα τῆς Χαναναίας ἂς δοῦμε, ποιά χαρακτηριστικὰ πρέπει νὰ ἔχει ἡ προσευχή μας, ὥστε νὰ ἑλκύει τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.

1. Μὲ θερμότητα

Τὸ πρῶτο γνώρισμα ποὺ εἶχε ἡ προσευχὴ τῆς Χαναναίας, ἦταν ὅτι ἔβγαινε ἀπὸ μιὰ φλογισμένη καρδιά. Γι᾿ αὐτὸ ἦταν θερμὴ ἡ προσ­ευχή της. Δὲν ἀρκέσθηκε νὰ ἀναφέρει ἁπλῶς τὸ αἴτημά της στὸν Χριστό, ἀλλὰ «ἐκραύγασεν αὐτῷ». Φώναξε μὲ ὅλη τὴ δύναμη τῆς καρδιᾶς της. Τόσο, ποὺ ἐνοχλήθηκαν οἱ μαθητὲς τοῦ Κυρίου καὶ Τὸν παρακάλεσαν νὰ τῆς δώσει αὐτὸ ποὺ ζητοῦσε, λέγοντας «ὅτι κράζει ὄπισθεν ἡμῶν». Ἀντιλάλησαν τὰ ὄρη καὶ οἱ χαράδρες ἀπὸ τὴ δυνατὴ κραυγὴ τῆς Χαναναίας.

Τὴν ἴδια ἔνταση εἶχε καὶ ἡ μυστικὴ προσ­ευχὴ τοῦ Μωυσῆ γιὰ τοὺς Ἰσραηλίτες πρὶν ἀπὸ τὴ διάβαση τῆς Ἐρυθρᾶς θάλασσας. Παρόλο ποὺ προσευχόταν σιωπηλά, ὁ Θεὸς ἄκουσε τὴ θερμὴ προσευχή του καὶ τοῦ ἀποκρίθηκε: «Τί βοᾷς πρός με;» (Ἔξ. ιδ΄ 15). Γιατί φωνάζεις; Σὲ ἀκούω. Ἐδῶ εἶμαι, ἕτοιμος νὰ σὲ βοηθήσω.

Αὐτὴ τὴν ἔνταση, τὴ θερμότητα, τὴ ζέση ἂς ἔχει καὶ ἡ δική μας προσευχή, ὥστε νὰ ὑπερβαίνει τὴ γῆ καὶ νὰ φθάνει στὸν θρόνο τοῦ οὐράνιου Βασιλιᾶ. Ἂς μὴν εἶναι μιὰ ψυχρὴ ἐπανάληψη λέξεων μὲ τὸ στόμα, ἀλλὰ μιὰ ἱκεσία, μιὰ βοή· μιὰ κραυγὴ τῆς φλογισμένης καρδιᾶς μας πρὸς τὸν Θεό. Διότι τὴν καρδιὰ ἀκούει ὁ Θεός, ὄχι τὰ λόγια μας.

2. Μὲ ἐπιμονὴ

Ἡ Χαναναία, ἐπιπλέον, ἐπέμεινε στὴν ἱκεσία της. Ἐπειδὴ πίστευε θερμά, δὲν ἀμφέβαλλε οὔτε στιγμὴ ὅτι ὁ Χριστὸς εἶχε τὴν ἐξουσία νὰ θεραπεύσει τὴν κόρη της ποὺ ἔπασχε ἀπὸ τὴν ἐπήρεια δαιμονίου. Ἐπέμεινε παρὰ τὴ φαινομενικὴ ἀδιαφορία καὶ ἄρνηση τοῦ Κυρίου. Δὲν ἔφυγε, δὲν σιώπησε, οὔτε ἀπελπίσθηκε. Ἔτρεξε καὶ γονάτισε στὰ πόδια του γιὰ νὰ ἐπαναλάβει τὸ αἴτημά της.

Ἴσως κάποτε νὰ καθυστερεῖ ὁ Θεὸς νὰ ἀπαντήσει στὴν προσευχή μας. Φαίνεται τότε ὅτι σιωπᾶ, ὅτι δὲν μᾶς ἀκούει. Ἂς μὴν ἀπογοητευόμαστε ὅμως. Ἂς μὴν παραιτούμαστε ἀπὸ τὴν προσευχή μας, ἂς μὴν κλονίζεται ἡ πίστη μας. Δὲν ἀδιαφορεῖ ὁ Θεός. Μὲ πίστη ἂς συνεχίζουμε τὴν προσευχή μας, χωρὶς λογισμοὺς ἀμφιβολίας. Ἂς Τοῦ ζητοῦμε καὶ τὰ μεγάλα· ἀκόμη καὶ τὰ ἀδύνατα, διότι ὅλα μπορεῖ νὰ τὰ πραγματοποιήσει. Κι ἂν κάποτε φαίνεται ὅτι σιωπᾶ στὰ αἰτήματα τῆς καρδιᾶς μας, καὶ τότε ἀκόμη κάνει αἰσθητὴ τὴν παρουσία του δίπλα μας, χαρίζοντας στὴν ψυχή μας αἴσθηση παρακλήσεως καὶ παρηγοριᾶς.

3. Μὲ βαθιὰ ταπείνωση

Ἡ προσευχὴ τῆς Χαναναίας χαρακτη­ριζόταν καὶ ἀπὸ βαθιὰ ταπείνωση. Ὁ Κύριος ἔδειχνε ἀρχικὰ νὰ ἀδιαφορεῖ στὶς ἐπίμονες ἱκεσίες της· ἀλλὰ καὶ ὅταν κατόπιν ἀποκρίθηκε, ὁ λόγος του θὰ μποροῦσε νὰ θεωρηθεῖ προσβλητικός: Δὲν εἶναι σωστὸ νὰ πάρουμε τὸ ψωμὶ τῶν παιδιῶν, δηλαδὴ τῶν Ἑβραίων, καὶ νὰ τὸ δώσουμε στὰ «κυνάρια», δηλαδὴ στοὺς εἰδωλολάτρες. Σὰν νὰ τὴν ἀποκάλεσε σκυλάκι ὁ Χριστός.

Ἡ Χαναναία ὅμως ὄχι μόνο δὲν ἀντέδρασε στὴν ἀπάντηση τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ ταπείνωσε ἀκόμη περισσότερο τὸν ἑαυτό της: Δέχομαι, Κύριε, ὅτι εἶμαι σκυλάκι. Ὅμως καὶ τὰ σκυλάκια ἔχουν δικαίωμα νὰ τρῶνε ἀπὸ τὰ ψίχουλα ποὺ πέφτουν ἀπὸ τὸ τραπέζι τῶν κυρίων τους. Δὲν ἀξίζω νὰ μοῦ δώσεις ψωμί. Μόνο λίγα ψίχουλα Σοῦ ζητῶ.

Τὰ τελευταῖα αὐτά, γεμάτα συντριβὴ λόγια της εἵλκυσαν τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου, ὁ Ὁποῖος δὲν ἀδιαφοροῦσε. Ἤθελε ὅμως μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ νὰ ἀναδείξει τὴν ἀρετή, τὴν ταπείνωσή της. Ἄλλωστε ὁ Θεὸς ἐπιβλέπει «ἐπὶ τὴν προσευχὴν τῶν ταπεινῶν» (Ψαλ. ρα΄ [101] 18). Γι᾿ αὐτὸ κι ἐμεῖς ἂς ἐκφράζουμε τὰ αἰτήματά μας στὸν Κύριο μὲ ταπείνωση· μὲ συντριβὴ καρδιᾶς· μὲ τὴν παραδοχὴ ὅτι εἴμαστε ἀνάξιοι τοῦ ἐλέους του ἐξαιτίας τῶν ἁμαρ­τιῶν μας: «Δὲν ἀξίζω τὰ δῶρα καὶ τὶς εὐεργεσίες σου, Κύριε. Τὸ ἔλεός σου ζητῶ».

Αὐτὸ τὸ θεῖο ἔλεος ζητοῦσε καὶ ἡ Χαναναία τῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς, χωρὶς νὰ θεωρεῖ ὅτι ἦταν ἄξια νὰ λάβει τὸ ζητούμενο. «Οὐδὲ γὰρ ὡς ἀξία οὖσα, οὐδὲ ὡς ὀφειλὴν ἀπαιτοῦσα, οὕτω προσῆλθεν, ἀλλ᾿ ἐλεηθῆναι ἐδεῖτο» (PG 58, 519), σημειώνει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος. Μᾶς δίδαξε λοιπὸν σήμερα αὐτὴ ἡ εἰδωλολάτρισσα ὅτι, ὅταν ἡ προσευχή μας γίνεται μὲ θερμότητα, μὲ ἐπιμονὴ καὶ βαθιὰ ταπείνω­ση, τότε σείει τὸν οὐρανό, νικᾶ τὸν ἴδιο τὸν Θεὸ καὶ ἑλκύει τὸ πλούσιο ἔλεός του.

 Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα 29 Ἰανουαρίου 2023, IZ΄ Κυριακῆς (Β΄ Κορ. ς΄ 16 – ζ΄ 1)

[…] ὑμεῖς γὰρ ναὸς Θεοῦ ἐστε ζῶντος, καθὼς εἶπεν ὁ Θεὸς ὅτι ἐνοικήσω ἐν αὐ­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­τοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω, καὶ ἔσομαι αὐτῶν Θεός, καὶ αὐτοὶ ἔσονταί μοι λαός. 17 διὸ ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν καὶ ἀφορίσθητε, λέγει Κύριος, καὶ ἀκαθάρτου μὴ ἅπτεσθε, κἀγὼ εἰσδέξομαι ὑμᾶς, 18 καὶ ἔσομαι ὑμῖν εἰς πατέρα, καὶ ὑμεῖς ἔσεσθέ μοι εἰς υἱοὺς καὶ θυγατέρας, λέγει Κύριος παντοκράτωρ.

ιζ΄ 1 Ταύτας οὖν ἔχοντες τὰς ἐπαγγελίας, ­ἀγαπητοί, καθαρίσωμεν ἑαυτοὺς ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος, ­ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

[…] Διότι ἐσεῖς εἶστε ναός τοῦ ζω­ντανοῦ Θεοῦ, ὅπως εἶπε στήν Παλαιά Διαθήκη ὁ Θεός ὅτι θά κατοικήσω μέσα τους καί θά περπατήσω ἀνά­με­σά τους, καί θά εἶμαι Θεός δικός τους κι αὐτοί θά εἶναι λαός μου. 17 Γι’ αὐτό βγεῖτε καί φύγετε μακριά ἀπό τούς ἀπίστους καί ξεχωρίστε ἀπ’ αὐτούς, λέει ὁ Κύριος, καί μήν ἀγ­γί­ζετε ὁτιδήποτε ἀκάθαρτο. Καί τότε ἐγώ θά σᾶς δε­χθῶ μέ πατρική στοργή. 18 Καί θά γίνω πατέρας σας, κι ἐσεῖς θά εἶστε γιοί μου καί κόρες μου, λέει ὁ Κύριος ὁ Παντοκράτωρ.

ιζ΄ 1 Ἀφοῦ λοιπόν ἔχουμε αὐτές τίς ὑποσχέσεις, ἀγαπητοί, ἄς καθαρίσουμε τούς ἑαυτούς μας ἀπό κάθε τι πού μολύνει τό σῶμα καί τό πνεῦμα μας, κι ἄς τελειοποιούμαστε στήν ἁγιοσύνη μέ τό φόβο τοῦ Θεοῦ.





Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιώς ενημερώνει: «ΟΥΦΟΛΟΓΙΑ». ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΟΣΗΡΟΥ ΚΑΙ ΑΠΑΤΗΛΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ

  Μητροπολίτης Πειραιώς: «ΟΥΦΟΛΟΓΙΑ». ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΟΣΗΡΟΥ ΚΑΙ ΑΠΑΤΗΛΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ.