Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 27 Σεπτεμβρίου 2026, Α΄ Λουκᾶ (Λουκ. ε΄ 1-11)
Ἐ γένετο δ ὲ ἐ ν τ ῷ τ ὸ ν ὄ χλον ἐ πικε ῖ σθαι α ὐ τ ῷ το ῦ ἀ κούειν τ ὸ ν λόγον το ῦ Θεο ῦ κα ὶ α ὐ τ ὸ ς ἦ ν ἑ στ ὼ ς ν ὴ κασαρέτ ὼ ς ν παρ ὰ ὰ τ . πλο ῖ α ἑ στ ῶ τα παρ ὰ τ ὴ ν λίμνην· ο ἱ δ ὲ ἁ λιε ῖ ς ἀ ποβάντες ἀ π ᾿ α ὐ τ ῶ ν ἀ πέπλυναν τ ὰ δίκτυα . 3 ἐ μβ ὰ ς δ ὲ ε ἰ ς ἓ ν τ ῶ ν πλοίων, ὃ ἦ ν το ῦ Σίμωνος , ἠ ρώτησεν α ὐ τ ὸ ν ἀ π ὸ τ ῆ ς γ ῆ ς ἐ παναγαγε ῖ ν ὀ λίγον κ ὶ σκεύς τοὺς ὄ χλους. 4 ὡ ς δ ὲ ἐ παύσατο λαλ ῶ ν, ε ἶ πε πρ ὸ ς τ ὸ ν Σίμωνα· ἐ πανάγαγε ε ἰ ς τ ὸ βάθος κα ὶ χαλάσατε τ ὰ δίκτυα ὑ μ ῶ ν ε ἰ ς ἄ γραν . 5 κ α ὶ ἀ ποκριθε ὶ ς ὁ Σίμων ε ἶ πεν α ὐ τ ῷ · ἐ πιστάτα, δι ᾿ ὅ λης τ ῆ ς νυκτ ὸ ς κοπιάσαντες ο ὐ δ ὲ ν ἐ λάβομεν· ἐ π ὶ δ ὲ τ ῷ ρήματί σου χαλάσω τ ὸ δίκτυον. 6 κα ὶ το ῦ το ποιήσαντες συνέκλεισαν πλ ῆ θος ἰ χθύων πολύ· διερρήγνυτο δ ὲ τ ὸ δίκτυον α ὐ τ ῶ ν. 7 κα ὶ κατένευσαν το ῖ ς μετόχοις το ῖ ς ἐ ν τ ῷ ἑ τέρ ῳ πλοί ῳ το ῦ ἐ λθόντας συλλαβέσθαι α ὐ το ῖ ς · κα ὶ ἦ λθον κα ὶ ἔ πλησαν ἀ μφότερα α ὰ ὥ . τά. 8 ἰ δ ὼ ν δ ὲ Σίμων Πέτρος προσέπεσε το ῖ ς γόνασιν Ἰ ησο ῦ λέγων · ἔ ξελθε ἀ π ᾿ ἐ μο ῦ , ὅ τι ἀ ν ὴ ρ ἁ μαρτωλός ε ἰ μι , Κύριε· πάντα· 9 θάμβος σχε γ ὰ ρ ὐ . σ ὺ ν α ὐ τ ῷ ἐ π ὶ τ ῇ ἄ γρ ᾳ τ ῶ ν ἰ χθύων ᾗ συνέλαβον , 10 ὁ μοίως δ ὲ κα ὶ Ἰ άκωβον κα ὶ Ἰ ωάννην , υ ἱ ο ὺ ς Ζεβεδαίου, ο ἳ ἦμων σαν κοινωνί Σί . κα ὶ ε ἶ πε πρ ὸ ς τ ὸ ν Σίμωνα ὁ Ἰ ησο ῦ ς· μ ὴ φοβο ῦ · ἀ π ὸ το ῦ ν ῦ ν ἀ νθρώπους ἔ σ ῃ ζωγρ ῶ ν. 11 κα ὶ καταγαγόντες τ ὰ πλο ῖ α ἐ π ὶ τ ὴ ν γ ῆ ν , ἀ φέντες ἅ παντα ἠ κολούθησαν α ὐ τ ῷ .
ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ
Κάποτε, ἐνῶ ὁ Ἰησοῦς στεκόταν στήν ὄχθη τῆς λίμνης Γεννησαρέτ, τά πλήθη τοῦ λαοῦ ἄρχισαν νά συνωστίζονται γύρω του καί νά τόν στριμώχνουν, ἐπειδή ἤθελαν ν ̓ ἀκοῦν τό λόγο τοῦ Θεοῦ. 2 Τότε εἶδε δύο μικρά πλοῖα ἀραγμένα στήν ἄκρη τῆς λίμνης· οἱ ψαράδες μάλιστα εἶχαν βγεῖ ἀπ ̓ αὐτά στήν παραλία καί ἔπλεναν τά δίχτυα. 3 Κι ἀφοῦ μπῆκε σ' ἕνα ἀπό τά πλοῖα αὐτά, σ' αὐτό πού ἦταν τοῦ Σίμωνα, τόν παρακάλεσε νά τό τραβήξει λίγο πιό μέσα, σέ μικρή ἀπόσταση ἀπό τή στεριά. Καί τότε κάθισε μέσα στό πλοῖο καί δίδασκε ἀπό ἐκεῖ τά πλήθη τοῦ λαοῦ πού βρίσκονταν στήν παραλία. 4 Κι ὅταν τελείωσε τήν ὁμιλία του, εἶπε στό Σίμωνα: Πάρε πάλι τό πλοῖο στά βαθιά νερά τῆς λίμνης καί ρίξτε τά δίχτυα σας γιά νά πιάσετε ψάρια.
5 Ὁ Σίμων τότε τοῦ ἀποκρίθηκε: Διδάσκαλε, ὅλη τή νύχτα κοπιάσαμε ρίχνοντας τά δίχτυα καί δέν πιάσαμε τίποτε. Ἀφοῦ ὅμως τό διατάζεις ἐσύ, θά ρίξω τό δίχτυ ἔχοντας τέλεια πεποίθηση καί ὑπακοή στό λόγο σου. 6 Κι ἀφοῦ τό ἔκαναν αὐτό, ἔπιασαν μέσα στό δίχτυ πάρα πολλά ψάρια. Τόσα πολλά, πού τό δίχτυ τούς ἄρχισε νά σπάζει, ἐπειδή δέν ἄντεχε στό βάρος τοῦ πλήθους τῶν ψαριῶν. 7 Καί μέ νεύματα εἰδοποίησαν τούς συνεταίρους τους πού ἦταν στό ἄλλο πλοῖο νά ἔλθουν καί νά πιάσουν μαζί μ' αὐτούς τά δίχτυα καί νά τούς βοηθήσουν νά τά σύρουν ἐπάνω. Ἐκεῖνοι ἦλθαν καί γέμισαν καί τά δύο πλοῖα τόσο πολύ, πού κινδύνευαν νά βυθισθοῦν ἀπό τό βάρος τῶν ψαριῶν. 8 Ὅταν λοιπόν εἶδε ὁ Σίμων Πέτρος τό πρωτοφανές αὐτό καί ἀνέλπιστο πλῆθος τῶν ψαριῶν, ἔπεσε κάτω στά γόνατα τοῦ Ἰησοῦ καί τοῦ εἶπε: Βγές ἀπό τό πλοῖο μου καί δέν φύγε ἀπό μένα, Κύριε, διότι εἶμαι ἄμαρτως. εἶμαι ἄξιος νά σ ̓ ἔχω στό πλοῖο μου.
9 Καί εἶπε αὐτά τά λόγια ὁ Πέτρος, διότι κι αὐτός κι ὅλοι ἐκεῖνοι πού ἦταν μαζί του κυριεύθηκαν ἀπό μεγάλη ἔκπληξη καί δέος γιά τήν πρωτοφανή ἁλιεία τόσων ψαριῶν πού εἶχαν πιάσει, καί ἡ ὁποία μόνο ἀπό παρέμβαση. δυνάμεως μποροῦσε νά ἐξηγηθεῖ. 10 Παρόμοια μάλιστα κυριεύθηκαν ἀπό ἔκπληξη καί ὁ Ἰάκωβος καί ὁ Ἰωάννης, οἱ γιοί τοῦ Ζεβεδαίου, οἱ ὁποῖοι ἦταν συνέταιροι τοῦ Σίμωνος. Τότε ὁ Ἰησοῦς εἶπε στό Σίμωνα: Μή φοβᾶσαι. Ἀπό τώρα πού σέ καλῶ νά γίνεις ἀπόστολός μου καί στό ἑξῆς, θά συνεχίσεις νά ψαρεύεις, μά δέν θά πιάνεις ψάρια ἀλλά ἀνθρώπους ζωντανούς, πού μέ τό κήρυγμά σου θά τούς ὁδηγεῖς στή σωτηρία. 11 Κι ἀφοῦ ἐπανέφεραν τά πλοῖα στή στεριά, ἄφησαν τά πάντα, καί τά ψάρια δηλαδή καί τά δίχτυα καί τά πλοῖα τους, καί τόν ἀκολούθησαν.
Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 27 Σεπτεμβρίου 2026, Κυριακὴ ΙΖ΄ Ἐπιστολῶν (Β΄ Κορ. ς΄ 16 – ζ΄1)
Ἀδελφοί, ὑμεῖς ἐστε ναὸς Θεοῦ ζῶντος, καθὼς εἶπεν ὁ Θεὸς ὅτι ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω, καὶ ἔσομαι αὐτῶν Θεός, καὶ αὐτοὶ ἔσονταί μοι λαός. διὸ ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν καὶ ἀφορίσθητε, λέγει Κύριος, καὶ ἀκαθάρτου μὴ ἅπτεσθε, κἀγὼ εἰσδέξομαι ὑμᾶς, καὶ ἔσομαι ὑμῖν εἰς πατέρα, καὶ ὑμεῖς ἔσεσθέ μοι εἰς, υατειοὺς. παντοκράτωρ. Ταύτας οὖν ἔχοντες τὰς ἐπαγγελίας, ἀγαπητοί, καθαρίσωμεν ἑαυτοὺς ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ.
Νεοελληνική Απόδοση
16 Ποιος δε συμβιβασμός και ποια συνύπαρξις ημπορεί να νοηθή μεταξύ του ναού του Θεού και του ναού των ειδώλων; Διότι σεις-μη το λησμονείτε-είσθε ναός του Θεού του ζώντος, όπως άλλωστε έχει προφητεύσει ο Θεός και εις την Π. Διαθήκην· ότι «θα κατοικήσω μεταξύ αυτών και εντός αυτών και θα περιπατήσω ανάμεσά τους και θα είμαι εγώ ο ιδικός των Θεών και θα είναι αυτοί λαόςμου . τίποτε το ακάθαρτον. Και εγώ θα σας δεχθώ με στοργήν εις την βασιλείαν μου. 18 Και θα είμαι για σας πατέρας και σεις θα είσθε υιοί μου και θυγατέρες μου, λέγει ο Κύριος ο παντοκράτωρ».
1 Εφ' όσον, λοιπόν, αγαπητοί, έχων αυτάς τας μαγάλας υποσχέστου Θεού, ας καθαρίσωμεν τους εαυτούς μας από κάθε μολυσμόν σαρκός και πνεύματος, αγωνιζόμενοι και συνεχώς προχωρούντες μέχρι τέλους στον δρόμο της αγιότητος, με φόβον Θεού.
********************************************************
ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου